Τρίτη, 29 Ιουνίου 2010

Ευρύ Λαϊκό Μέτωπο Σωτηρίας


 απο τον Δρόμο 26.06.2010

Του Ευτύχη Μπιτσάκη.
Η Ελλάδα, χώρα υπό κηδεμονία, με «κυβέρνηση» εντολοδόχο της Ε.Ε. και του ΔΝΤ. Η Ελλάδα, Νομαρχία της Ε.Ε. των πολυεθνικών.


Πώς επιχειρεί λοιπόν το ΠΑΣΟΚ να αντιμετωπίσει τη χρεοκοπία; Γνωστό: με την περικοπή των μισθών και των συντάξεων, με περιστολή των εργασιακών δικαιωμάτων. Με διάλυση του ασφαλιστικού. Με περικοπή των δαπανών για την υγεία, την παιδεία κλπ. Ανεξέλεγκτες απολύσεις (τι θα γίνουν οι άνεργοι και οι απολυμένοι;). Με ξεπούλημα του ό,τι απέμεινε από τον κρατικό τομέα της οικονομίας. Έτσι θα υπάρξει –λέει– ανάκαμψη! Μόνο ηλίθιοι θα ήταν δυνατόν να τους πιστέψουν. Επειδή δεν χρειάζεται να είναι κανείς οικονομολόγος για να προβλέψει την ακόλουθη αιτιακή αλυσίδα: μείωση των εισοδημάτων των εργαζομένων → νέκρωση της αγοράς → χρεοκοπία επιχειρήσεων → πτωτική αντί για ανοδική τάση της οικονομίας → αδυναμία πληρωμής του δημόσιου χρέους → νέα δάνεια, διεύρυνση του φαύλου κύκλου → χρεοκοπία!
Η χρεοκοπία ήταν αναπόφευκτη; Από τους οικονομολόγους έχουν προταθεί μια σειρά μέτρα με τα οποία θα αντιμετωπιζόταν η κρίση: εσωτερικός δανεισμός, φορολογία του περισσεύματος των τραπεζών, φορολογία των 500 δισ. που διακινούνται ετησίως μέσω οφσόρ. Συνολικά, φορολογία του μεγάλου κεφαλαίου και εκκλησίας, πάταξη της φοροδιαφυγής. Γιατί λοιπόν η κυβέρνηση να αποδομήσει το λεγόμενο «κράτος πρόνοιας»; Επειδή αυτή είναι η λογική της αντιμετώπισης της κρίσης από τη σκοπιά της αστικής τάξης, της ΕΕ και του ΔΝΤ.
Λοιπόν, εργασιακός μεσαίωνας; Όχι ακριβώς! Ούτε επιστροφή στην εποχή του Ντίκενς. Τότε, ο αναδυόμενος καπιταλισμός ασκούσε, μέσα από μια διαδικασία νέων μορφών βαρβαρότητας, μια «προδοτική» (με τις αντινομίες της) ιστορική λειτουργία. Σήμερα, η νεκρή εργατική δύναμη, το κεφάλαιο, τείνει να καθυποτάξει ολοκληρωτικά τη ζωντανή εργατική δύναμη, αρνούμενο ό,τι θετικό είχε κάποτε δημιουργήσει. Σήμερα ο καπιταλισμός, αγγίζοντας τα ιστορικά του όρια, αποτελεί πλέον κίνδυνο για την ίδια την επιβίωση της ανθρωπότητας. Ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος συνεχίζεται, και η πυρηνική καταστροφή παραμένει η ενδεχόμενη «κάθαρση» της τραγωδίας.
Λοιπόν: τώρα τι; Η οργή έχει ξεχειλίσει. Το βλέπουμε παντού, όπως βλέπουμε και τα πρώτα σημάδια από την εμφάνιση ενός πολύμορφου και αντιφατικού κινήματος διαμαρτυρίας. Το «αυθόρμητο» είναι η πρώτη και αναγκαία «στιγμή» για την ανατροπή αυτού που υπάρχει. Ωστόσο πολλοί θεωρούν τα κινήματα, μοναδική και επαρκή δύναμη ανατροπής. Αλλά το κίνημα, για να γίνει αποτελεσματικό, χρειάζεται πρόγραμμα τακτικών και στρατηγικών στόχων.
Πρώτος στόχος: Να ανατραπεί συνολικά η καταστροφική κυβερνητική πολιτική. Να ακυρωθεί το πρόγραμμα «σταθερότητας». Να πεταχτεί στα σκουπίδια το αντισυνταγματικό «μνημόνιο». Να μη σαρωθούν οι κατακτήσεις των εργαζομένων. Αλλά οι δανειστές, οι «προστάτες» και κερδοσκόποι, απαιτούν τα «λεφτά τους». Τι κάνουμε λοιπόν;
Οικονομολόγοι προτείνουν παύση πληρωμών και αναδιάρθρωση του χρέους. Αυτό όμως, κατά τη γνώμη τους, θα οδηγήσει στην κατάρρευση των τραπεζών. Ανάγκη λοιπόν να τεθούν οι τράπεζες υπό δημόσιο έλεγχο και να λειτουργήσουν ως μοχλός οικονομικής αναδιάρθρωσης.
Παύση λοιπόν πληρωμών. Πώς; Και αρκεί; Άλλη, ριζοσπαστική πρόταση: έξοδος από το ευρώ. Ευκταίον και επιθυμητόν! Τι συνέπειες όμως θα έχει μια τέτοια κίνηση για το εισόδημα των εργαζομένων και συνολικά για την οικονομία; Αυτό απαιτεί συγκεκριμένη τεκμηρίωση. Ακόμα: έξοδος από την ΕΕ. Είναι όμως βιώσιμη η οικονομία έξω από την Ευρώπη των πολυεθνικών; Και εδώ το σύνθημα δεν αρκεί. Τι λένε οικονομολόγοι και πολιτικοί;
Ειδικά για την ΕΕ: Πριν από τη δικτατορία, η ΕΟΚ είχε χαρακτηριστεί από την ΕΔΑ «λάκκος των λεόντων». Ισχύει ο χαρακτηρισμός και για την ΕΕ; Χρόνια οι ευρωπαϊστές μας υποστηρίζουν ότι η ΕΕ μπορεί να μετασχηματισθεί σε «Ευρώπη των Λαών». Με ποιο τρόπο; Το σύνθημα παραμένει λόγος κενός, και συνδέεται με την τύχη της μακαρία τη λήξει ευρωκομμουνιστικής αυταπάτης. Από την αντίθετη πλευρά, ΚΚΕ και εξωκοινοβουλευτική Αριστερά υποστηρίζουν την έξοδο από την ΕΕ. Ευκταίον! Αλλά πώς; Η ελληνική οικονομία είναι βιώσιμη έξω από την ΕΕ; Συγκεκριμένη, επιστημονικά θεμελιωμένη απάντηση δεν έχει δοθεί. Υπάρχει όμως και τρίτη μειοψηφική πρόταση την οποία υποστηρίζει και η ταπεινότητά μου χρόνια τώρα (ή π.χ. το βιβλίο μου «Γονίδια του Μέλλοντος»). Το Ευρωπαϊκό κεφάλαιο, παρά τις αντιφάσεις και τους εσωτερικούς ανταγωνισμούς, παραμένει ενωμένο. Λοιπόν, στην Ευρώπη του κεφαλαίου πρέπει να αντιπαρατεθεί το εργατικό και το κομμουνιστικό κίνημα, με στρατηγικό στόχο τις Ενωμένες Σοσιαλιστικές Δημοκρατίες της Ευρώπης. Ουτοπία; Όχι! Στρατηγικός στόχος, ο μόνος ρεαλιστικά προς το συμφέρον των εργαζομένων και εφικτός, αν η Αριστερά μπορέσει να αναγεννηθεί μέσα από τα ερείπια. Ενωμένη Ευρώπη μπορεί να είναι μόνο η σοσιαλιστική (Λένιν).
Λοιπόν: Κίνημα ή κόμμα; Κίνημα, ναι! Κόμμα, αναγκαίο κακό αλλά αναγκαίο! Ας αγωνιστούμε λοιπόν για μια διαλεκτική σύνθεση: ενότητα στα πλαίσια της διαφοράς ([Ένγκελς] Χέγκελς, Λένιν). Ειπώθηκε προχθές: το ΚΚΕ δημιούργησε το ΕΑΜ, αλλά και το ΕΑΜ ανέδειξε το ΚΚΕ σε μεγάλο κόμμα της κοινωνίας. Διαλεκτική στην πράξη!
Νέο ΕΑΜ; Λέγεται και αυτό! Στην κατοχή ο αγώνας ήταν βασικά εθνικο-απελευθερωτικός και ταυτόχρονα ταξικός. Σήμερα όμως είναι καθαρά ταξικός και η ελληνική αστική τάξη αποτελεί μέρος της παγκόσμιας καπιταλιστικής που πρέπει να ανατραπεί. Συνεπώς: Ευρύ Λαϊκό Μέτωπο Σωτηρίας, όπου έχουν θέση όλοι οι «κολασμένοι της γης», αριστεροί και βάση του ΠΑΣΟΚ. Και τα κόμματα της Αριστεράς; Θα υπερβούν την ιστορία τους; Σήμερα αναγράφεται μια νέα ιστορική ευκαιρία. «Τρις εξ αμαρτείν»;


Ευτύχης Μπιτσάκης

Κυριακή, 27 Ιουνίου 2010

«Το μόνο σίγουρο είναι ότι από τότε όλοι οι λαοί της Ευρώπης και πιθανόν όλου του κόσμου έχουν πτωχεύσει».

Κόκκινος δράκος, του Miles Bader from Tokyo, Japan, με άδεια CC Attribution 2.0 Generic
ΑΠΟ ΤΟ «ΦΕΤΙΧΙΣΜΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ» ΣΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΤΟΥ «ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΚΑΛΟΥ»

Οικονομική και πολιτική χρεοκοπία και ανάκαμψη

του Κώστα Δουζίνα, από την ΕΠΟΧΗ, 27.06.10

Το καλοκαίρι του 1918 ο Κ. Καβάφης συνάντησε τον μεγάλο Άγγλο συγγραφέα Ε. Μ. Φόρστερ στην Αλεξάνδρεια και έτσι ξεκίνησε μια μεγάλη φιλία. «Εσείς οι Άγγλοι δεν μπορείτε να καταλάβετε τους Έλληνες», του λεει ο Καβάφης. «Εμείς χρεοκοπήσαμε εδώ και καιρό. Να προσεύχεστε εσείς οι Άγγλοι με την τάση σας για περιπέτειες να μην χάσετε το κεφάλαιο σας, γιατί τότε θα γίνετε σαν κι εμάς, ανήσυχοι, ανήμποροι, ψεύτες.» Σχολιάζοντας αυτό το μυστηριώδες κείμενο ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν γράφει το 1993: «Το μόνο σίγουρο είναι ότι από τότε όλοι οι λαοί της Ευρώπης και πιθανόν όλου του κόσμου έχουν πτωχεύσει».
 
Εμείς οι Έλληνες και πιθανόν ολοι οι Ευρωπαίοι έχουμε χρεοκοπήσει. Και δεν μιλάω μόνο για την οικονομική χρεοκοπία. Αλλά δεν μπορώ να μη σχολιάσω κάτι που διάβασα χτες, μόλις έφτασα στην Αθηνά. Γίνεται ανάκριση για τη διάδοση ψευδών ειδήσεων περί χρεοκοπίας. Καταρχάς η ανάκριση θα έπρεπε να στραφεί εναντίον του Ρουμπινί, των οικονομολόγων του Bloomberg και των χρηματοπιστωτικών οίκων, αυτών δηλαδή που πέτυχαν την επιδίωξη τους, με απόλυτη συμφωνία της κυβέρνησης, να οδηγήσουν σε χρεοκοπία ό,τι είχε απομείνει από το κοινωνικό κράτος στην Ελλάδα και μετά σ’ όλη την Ευρώπη. Και θυμήθηκα κάτι που λέγαμε παλιά: μην πιστεύεις καμία πληροφορία, μέχρι να γίνει επίσημη διάψευση.
 
Χρεοκοπήσαμε λοιπόν ως Ελλάδα και ως Ευρώπη: πολιτικά, πολιτισμικά και ψυχικά. Πολιτικά πρώτα.
 
Τα καταστροφικά μέτρα αναλύονται αποκλειστικά σχεδόν από την οικονομική τους πλευρά. Οι πολιτικές τους προεκτάσεις συζητούνται λιγότερο και κυρίως για τις κομματικές τους επιπτώσεις. Έτσι όμως και η κατανόηση της κρίσης και η αντίσταση υποφέρουν.
 
Ας μου επιτρέψετε ν’ αρχίσω με μερικές θεωρητικές παρατηρήσεις. Η πολιτική λειτουργεί πάνω σε δύο άξονες και μορφές εξουσίας, την Auctoritas και την Potestas: η Auctoritas (νομιμοποιημένη εξουσία) εκφράζει το «κοινό συμφέρον» ή τη βούληση ενός λαού να συμβιώσει. Η Potestas, από την άλλη, είναι η δύναμη που διατηρεί τη συνοχή της κοινωνίας μεσώ της κυριαρχίας των λίγων πάνω στους πολλούς. Η σύγκρουση αποτελεί το αναπόδραστο θεμέλιο της πολιτικής. Η λειτουργία της πολιτικής επομένως είναι να εκφράζει, συμπυκνώνει και διαμεσολαβεί πρόσκαιρα την κοινωνική και οικονομική σύγκρουση και να οικοδομεί νομιμοποιημένη εξουσία πάνω στο μόνιμο υπόβαθρο ανταγωνισμού.

Η πολιτική ως διαχείριση των οικονομικών

Αυτή την αντίληψη για την πολιτική προσπαθεί να ανατρέψει αυτό που θα ονομάσουμε μεταπολιτική συνθήκη (post-political condition) και νεοφιλελευθερισμό. Παρουσιάζουν τη σύγκρουση ως τελειωμένη, παρωχημένη, αδύνατη και ταυτόχρονα προσπαθούν να την αποκηρύξουν και να αποκλείσουν την έκφρασή της. Η πολιτική παίρνει, λοιπόν, τη μορφή διαχείρισης με οικονομικές και ηθικίστικες μορφές. Σύμφωνα με την πρώτη, η πολιτική εμφανίζεται ως δραστηριότητα που μοιάζει με την αγορά. Άτομα, ομάδες και τάξεις αποδέχονται τη συνολική κοινωνικό-οικονομική ισορροπία και χρησιμοποιούν την πολιτική για να επιδιώξουν οριακές βελτιώσεις συμφέροντος και κέρδους. Η αντικατάσταση της σύγκρουσης από μια συνεργασία ειδημόνων οικονομολόγων «που λένε την αλήθεια», εκσυγχρονιστών γραφειοκρατών και πατριωτικών ΜΜΕ μετατρέπει το κράτος σε αστυνόμο της αγοράς εσωτερικά (με τεραστία αύξηση της καταστολής) και επιβολέα του δήθεν ανθρωπισμού εξωτερικά στους πρόσφατους «ανθρωπιστικούς μας πολέμους». Η πολιτική μετατρέπεται αποκλειστικά σε διαχείριση της οικονομίας προς επιβεβαίωση του Καρλ Σμιτ. Η σύγκρουση όμως δεν εξαφανίζεται –οι νεοφιλελεύθερες συνταγές αυξάνουν την ανισότητα, τροφοδοτούν τον ανταγωνισμό και στρέφουν τη λαϊκή οργή εναντίον των μεταναστών, των άνεργων και των φτωχών.
 
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι πρόσφατες εξελίξεις μας δίνουν την πιο πλήρη εικόνα αυτού που ονομάζουμε μετά-πολιτική συνθήκη ή το τέλος της πολιτικής. Η κυβέρνηση, τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης και οι αυτάρεσκοι «ειδικοί» παρουσίασαν τα μέτρα σαν θεϊκή πράξη, μια φυσική καταστροφή που δεν μπορούσε να προβλεφτεί ή να αποφευχθεί. Αν η Ελλάδα είναι σαν τον Τιτανικό, οι «αγορές» είναι το ανελέητο παγόβουνο και οι απαιτήσεις της τρόικας μια ξαφνική ηφαιστειακή έκρηξη. Η πολιτική δεν πρέπει να ανακατεύεται στην αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών, με τον ίδιο τρόπο που δεν πρέπει να αναμειγνύεται στην ανθρωπιστική βοήθεια σε περιπτώσεις σεισμού.
 
Θα μπορούσαμε να ονομάσουμε αυτή τη «φυσικοποίηση» (naturalization) της οικονομίας «φετιχισμό της καταστροφής», κάτι σαν το φετιχισμό του εμπορεύματος κατά Μαρξ. Πολιτικές αποφάσεις που παίρνονται στην Αθήνα και τις Βρυξέλλες, στρατηγικές επιλογές χρηματιστών, πρωτόγνωρες επιβολές της ΕΕ και του ΔΝΤ παρουσιάζονται ως αναπόφευκτες, αναπόδραστες, σχεδόν μη ανθρώπινες παρεμβάσεις. Μ’ αυτόν τον τρόπο, η υποτιθέμενη αντικειμενική γνώση ειδικών και σχολιαστών απέτρεψε τη συζήτηση εναλλακτικών απόψεων και λύσεων που εμφανίστηκαν ως αφελείς, άσχετες ή κακόπιστες. 

Το «there is no alternative» έγινε η πρωινή μας προσευχή. Τώρα βέβαια που οι «έγκυροι» αναλυτές άρχισαν να συζητούν την έξοδο από το ευρώ, το σκηνικό άλλαξε. Πρέπει να μας τα πουν οι ξένοι για να πάρουμε κάτι σοβαρά.
 
Και όμως, οι εξελίξεις δεν ήταν κυρίως οικονομικές αλλά πολιτικές. Κάθε βήμα και απόφαση που οδήγησαν στο σημερινό αδιέξοδο, ήταν βαθιά πολιτικές επιλογές. Η χρηματοπιστωτική κατάρρευση του 2008, που επιδείνωσε την οικονομική κρίση, αποκάλυψε τη θεμελιώδη υποκρισία και ανηθικότητα του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Ενώ οι απλοί άνθρωποι υποβάλλονται καθημερινά στην «πειθαρχία» της αγοράς χάνοντας σπίτια, δουλειές και ελπίδα, οι τεράστιες απώλειες των τραπεζών αναλήφθηκαν από το κράτος. Ο νεοφιλευθερισμός σημαίνει «σοσιαλισμό για τους πλούσιους – και καπιταλισμό για τους φτωχούς». Ή, για να παραφράσουμε τον Μπέρτολτ Μπρέχτ και τον Ανατόλ Φρανς, πας φυλακή αν κλέψεις μια φρατζόλα ψωμί, αλλά παίρνεις τεράστια μπόνους αν οδηγήσεις μια τράπεζα στην πτώχευση.
 
Τo ίδιο ισχύει για το χρέος. Συσσωρεύτηκε τα τελευταία 30 χρόνια με αποφάσεις των εναλλασσόμενων πολιτικών ελίτ, που χρησιμοποιούσαν τα δάνεια για πελατειακές πολιτικές και μικροπολιτικά οφέλη. Δεν υπάρχει διαφορά ως προς αυτό ανάμεσα στον Σημίτη, τον Καραμανλή, τον Παπανδρέου και τους διάφορους υπουργούς και πρώην υπουργούς, που παρελαύνουν στις τηλεοπτικές οθόνες ζητώντας «στρατιωτική πειθαρχία». Όλες οι πρόσφατες εκλογικές εκστρατείες έγιναν με το κόμμα της εκάστοτε αντιπολίτευσης να υπόσχεται «ηθική στην πολιτική», «συμμάζεμα των δημοσιονομικών», «επαναθεμελίωση του κράτους», εγκατάλειψη της «αλαζονείας της εξουσίας». Μόλις τελειώνουν οι εκλογές, η νέα κυβέρνηση επιστρέφει στις γνωστές παλιές μεθόδους.

Άντληση προσόδου, αυταρχία και καταστολή

Αλλά η ευθύνη της ελληνικής ηγεσίας είναι ένα μόνο μέρος του προβλήματος. Οι επιθέσεις των «αγορών» κατά της Ελλάδας αποτελούν εκδίκηση του νεοφιλευθερισμου για τη μεγάλη ήττα της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008. Αποτελούν όμως ταυτόχρονα αναπόσπαστο κομμάτι των ευρύτερων ρυθμίσεων της μετα-βιομηχανικής κοινωνίας. Το αμερικανικό κοινωνικό μοντέλο της δεκαετίας του ‘50 που εισήχθη στην Ευρώπη στα χρόνια του ‘80, στηριζόταν στην ιδέα ότι η νομιμοποίηση του πολιτικού συστήματος εξασφαλίζεται όταν τουλάχιστον τα δυο τρίτα του πληθυσμού βλέπουν να ανεβαίνει το βιοτικό τους επίπεδο. Όταν η κρίση της δεκαετίας του ‘70 και η παγκοσμιοποίηση επιβράδυναν την ανάπτυξη της πραγματικής οικονομίας, η ανάπτυξη μεταφέρθηκε στις δευτερογενείς χρηματοπιστωτικές αγορές και την τεχνητή αύξηση των άξιων γης. Όσοι είχαν δουλειά, μπορούσαν να αγοράσουν δεύτερο σπίτι, δεύτερο αυτοκίνητο, να πάνε ταξίδια στο Λονδίνο κ.ο.κ.
 
Αλλά το 2008, με την κρίση του χρηματοπιστωτικού τομέα, ξεκινάει μια σειρά χρεοκοπιών, αρχικά του τραπεζικού συστήματος και έπειτα κρατών (Ισλανδία, Ιρλανδία, κ.λπ.) και πολιτών. Το μοντέλο καταρρέει. Η συσσώρευση κεφαλαίου δεν βασίζεται πλέον κυρίως στη δημιουργία υπεραξίας στον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα αλλά στην άντληση προσόδου από δάνεια και χρέος (με κύρια μορφή τους τόκους και πληρωμές για πνευματική ιδιοκτησία). Αυτό ισχύει τόσο σε ατομικό όσο και σε κρατικό επίπεδο μια και ο νεοφιλελευθερισμός μας αντιμετωπίζει όλους ως καταναλωτές που πρέπει συνεχώς να δανείζονται για να ξοδεύουν. Όμως, η συσσώρευση κεφαλαίου μεσώ προσόδου πρέπει να αστυνομεύεται αυστηρά, αφού το δανειστικό συμβόλαιο δεν δημιουργεί αυτόματα τις συνθήκες της αναπαραγωγής του, όπως συμβαίνει με τη σύμβαση εργασίας.
 
Η άντληση υψηλής προσόδου και τόκου απαιτεί εκφοβισμό του οφειλέτη, καθώς δεν υπάρχει κάποιο «φυσικό» επίπεδo μισθίου, όπως συμβαίνει με το μισθό. Εδώ βρίσκεται ο πόλος των χρηματοπιστωτικών αγορών. Οι αγορές δεν βασίζονται στις επιδόσεις της πραγματικής οικονομίας (η Ελλάδα είναι μια από τις 25 πλουσιότερες χώρες του κόσμου, αλλά η επιβαλλόμενη λιτότητα θα το αλλάξει αυτό). Βασίζονται στα αισθήματα «εμπιστοσύνης» και «ρίσκου» που διακατέχουν τους χρηματιστές.
 
Έτσι, λοιπόν, μπορούμε να κατανοήσουμε την πίεση των αγορών στην Ελλάδα και αλλού. Αποτελούν εκβιασμό προς τους οφειλέτες να αποδεχτούν τον πιο σκληρό νεοφιλευθερισμό ή να πτωχεύσουν. «Οφειλέτες προσέχετε» λένε. «Ή καταστρέφετε το κοινωνικό κράτος ή γίνεστε η επόμενη Ελλάδα». Και βέβαια η απειλή έπιασε. Μόνο την περασμένη βδομάδα οι περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ανακοίνωσαν τις πρώτες περικοπές ύψους 300 δισ. ευρώ. Στη Βρετανία μάθαμε ότι 750.000 άνθρωποι θα χάσουν τη δουλειά τους. Δεν διαφέρει και πολύ από τη μαφιόζικη «προστασία»: αν ο οφειλέτης αμφισβητήσει τους όρους ή την αμοιβή, οι μπράβοι τον δέρνουν.

Σάββατο, 26 Ιουνίου 2010

«υπέρ του δέοντος Συριζαίος»

copyright Στο Κόκκινο 105,5
 
Στο Κόκκινο...

του Μάριου Διονέλλη, από το Δρόμο της Αριστεράς, 26.06.10

Με αφορμή το τέλος της «ραδιοφωνικής» σαιζόν, λίγο πριν τα μπάνια του λαού, ας δώσω μερικές εξηγήσεις σε όσους επί χρόνια συνομιλούσαμε από το Κόκκινο 105,5. Σε αυτούς χρωστάω μια πιο ρεαλιστική εξήγηση από το εύκολο: «Αποχώρησε επειδή βρήκε αλλού δουλειά». Πάμε λοιπόν: Μετά την διατύπωση της θέσης ότι τα θέματά μας πρέπει να γίνουν πιο αιχμηρά και πιο κινηματικά και ότι πρέπει στο σταθμό να μιλά ο απλός κόσμος της Αριστεράς και όχι συνέχεια τα στελέχη, καταγράφηκα μάλλον ως «υπέρ του δέοντος Συριζαίος». Αργότερα, ήρθαν οι απειλές, όταν μίλησα για το «μάγκωμα» στην προεκλογική συγκέντρωση του ΣΥΡΙΖΑ τον Σεπτέμβριο. (Ήταν αλήθεια όμως, όσοι ήταν εκεί το ξέρουν).
Ένα μήνα μετά απομακρύνθηκα από την πρωινή ζώνη, την οποία ανέλαβε ο ίδιος ο διευθυντής Γιώργος Ανανδρανιστάκης για να μην υπάρχουν ανένταχτες παρεκκλίσεις... Τους μήνες που ακολούθησαν ζήτησα επανειλημμένα να κάνω ρεπορτάζ για το αν και πώς υλοποιούνται οι αποφάσεις της συνδιάσκεψης του ΣΥΡΙΖΑ σε όλη την Ελλάδα. «Όχι» ήταν η μόνιμη απάντηση. Τον Φεβρουάριο διάλεξα για προσωπικούς λόγους να μετακομίσω εκτός Αθηνών. Ζήτησα να στέλνω ηχογραφημένα ένθετα ρεπορτάζ με τις ιστορίες ανθρώπων που χαρακτήρισαν για 4 χρόνια την εκπομπή «Πίσω Σελίδες» και να συνεχίσω την ανανέωση του site του σταθμού, για την οποία ήδη εργαζόμουν και εκ του μακρόθεν. Βέβαια, πρότεινα μείωση του μισθού μου ζητώντας μόνο την παραμονή μου στο μισθολόγιο για να συνεχίσω να έχω ασφάλιση. Ο διευθυντής μου συμφώνησε και έτσι προχώρησα στην απόφασή μου.
Ο συνάδελφος, σύντροφος και συνδικαλιστής Δημήτρης Στούμπος, ως διευθύνων σύμβουλος, έκρινε πως η παραμονή μου «έβαζε σε κίνδυνο την επιβίωση του σταθμού».
Ο διευθυντής Ανανδρανιστάκης δήλωσε «ανήμπορος» να κάνει κάτι. Ο διευθυντής προγράμματος Βαγγέλης Βέκιος παρέμεινε για ακόμα μια φορά σιωπηλός.
Κι έτσι συμβιβάστηκε το διευθυντικό σύμπαν με τη θεωρία ότι το Κόκκινο κινδυνεύει από τα δικά μου ένσημα των 350 ευρώ. Προς στιγμήν ανησύχησα κι εγώ μήπως έβαζα σε κίνδυνο τα δικά τους διχίλιαρα...
Έστειλα γράμμα στο Δ.Σ. εξηγώντας πως δεν ζητώ αργομισθία (όπως αρκετές που ευδοκίμησαν στο Κόκκινο) αλλά μέρος της δουλειάς που ήδη έκανα και που ξέρω πως μπορούσα να συνεχίσω. Δεν μπήκε στον κόπο να μου απαντήσει κανείς...
Μέσα σε μία εβδομάδα ο κ. Ανανδρανιστάκης είχε δώσει εντολή να με διαγράψουν από το μισθολόγιο. Ακόμα περιμένω τηλέφωνό του αν μπορεί να περιμένει ένα μήνα μέχρι να εξεταστεί το θέμα μου στο Δ.Σ...
Σήμερα δουλεύω αλλού. Ανασφάλιστος. Εκείνοι λένε πως έφυγα μόνος μου. Όσοι άκουγαν την εκπομπή και το Κόκκινο ας σχηματίσουν τη δική τους γνώμη. Ο σταθμός μού χρωστάει ακόμα τα αναδρομικά, τα δώρα και τα επιδόματα που δικαιούμαι.
Καλό καλοκαίρι.

Πέμπτη, 24 Ιουνίου 2010

Ο δογματισμός της ανανέωσης και η στάση της ηγεσίας του ΣΥΝ

Castelo de Silves, Portugal (με άδεια CC Attribution 2.5 Generic, Wikipedia)
 
Ημερομηνία δημοσίευσης: 24/06/2010
ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΣΥΡΜΑΛΕΝΙΟΥ*

Τον τελευταίο χρόνο στον ΣΥΝ και κατ' επέκταση και στον ΣΥΡΙΖΑ ζούμε το συλλογικό δράμα της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής αριστεράς της χώρας μας, που από δύναμη ελπίδας μπαίνει όλο και πιο βαθιά στο κάδρο της συνολικής απαξίωσης του ελληνικού πολιτικού συστήματος.
Η αιτία δεν είναι το έκτακτο συνέδριο του ΣΥΝ, είναι οι προσωπικές στρατηγικές ηγετικών στελεχών του χώρου ανεξαρτήτως απόψεων και αποχρώσεων, είναι οι εμμονές στην απόλυτη καθαρότητα της άποψής μας, είναι τελικά ένας δογματικός τρόπος σκέψης -ανεξάρτητα από το αν αυτός ξεκινά από ανανεωτικές ή αριστερίστικες καταβολές- που τελικά συνθλίβει το συλλογικό και αναδεικνύει το ατομικό ή το επιμέρους τασικό.
Ένας παράλογος πρώην πρόεδρος του ΣΥΝ που παραιτείται από μόνος χωρίς να πιέζεται από κανέναν, που στη συνέχεια ξεπαραιτείται και αυτοχρίζεται απλό μέλος και μετά ηγέτης ενός Μετώπου που δεν προέκυψε από καμιά συλλογική δημοκρατική διαδικασία, στον οποίο ακουμπούν εδώ και καιρό ορισμένες συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ που ούτως ή άλλως είχαν θεμελιώδεις διαφορές με τον γεννήτορα της συμμαχίας, τον ΣΥΝ.
Μια παράλογη ηγετική ομάδα της λεγόμενης Ανανεωτικής Πτέρυγας, που στο όνομα της ανανέωσης προσηλωμένης σε όρους περασμένων δεκαετιών οικοδόμησε όλο το προηγούμενο διάστημα μεθοδικά και συστηματικά τη συσπείρωσή της εντός κόμματος σε κάθετη αντιπαράθεση με όλες τις επιλογές του ΣΥΝ και με προοπτική την προαποφασισμένη εδώ και μήνες έξοδό της και τη δημιουργία νέου κομματικού φορέα (άλλωστε η ενοικίαση των γραφείων της Πλατείας Βικτωρίας επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές).
Θλιβερά πράγματα σε εποχές χαλεπές για τη χώρα, τους εργαζόμενους, τα αδύναμα κοινωνικά στρώματα. Σε εποχές που οι αδύναμοι, οι κατατρεγμένοι, οι προοδευτικοί πολίτες αναζητούν να ακουμπήσουν σε μια κουπαστή για να μην πνιγούν από το πελώριο “σοσιαλιστικό” παλιρροϊκό κύμα της κυβέρνησης του Γ. Παπανδρέου, σε αυτές τις εποχές κάποιοι παίζουν με τη φωτιά διασπώντας και διχάζοντας τον απελπισμένο κόσμο της αριστεράς.
Προσωπικά αισθάνομαι ήσυχος με τη συνείδησή μου, που σχεδόν ένα χρόνο πριν πήρα τις αποστάσεις μου, όχι από τις ιδέες, αλλά από τις πρακτικές των ανανεωτών, οι οποίοι, για να υλοποιήσουν το προαποφασισμένο σχέδιο εξόδου, εξοβέλιζαν όσους και όσες είχαν αντίθετη άποψη με τις τακτικές τους, όσο και αν κόπτονταν για το θεμελιώδες δικαίωμα της δικής τους έκφρασης μέσα στον ΣΥΝ.
Ανανεωτές που τελείως αντιδιαλεκτικά αρνήθηκαν επί χρόνια να πάρουν μέρος στη Γραμματεία του ΣΥΡΙΖΑ και άρα να συμβάλουν ή να αποκρούσουν θέσεις που διαστρέβλωναν την ιδρυτική μας φυσιογνωμία, αρνήθηκαν ότι συντελούνται πολιτικές διεργασίες εντός της πλειοψηφίας του ΣΥΝ ή μεταξύ του πρώην και του νυν προέδρου του ΣΥΝ, με το δικαιολογητικό ότι όλα γίνονται για την καρέκλα, αρνήθηκαν να ερμηνεύσουν γιατί το 42% στήριξε την επιλογή Παπαδημούλη για το ευρωψηφοδέλτιο - σε αντίθεση με το πολύ μικρότερο ποσοστό αποδοχής τους μέσα στο κόμμα, αρνήθηκαν να συμβάλουν σε προωθητικές συνθέσεις προς το συνέδριο του ΣΥΝ, παρότι γνώριζαν ότι οι θέσεις τους απέναντι στην κρίση και τη διέξοδο μέσα από εναλλακτικές προτάσεις και αγώνες σε Ελλάδα και Ευρώπη δεν συνιστούσαν αντιπαραθετικές πολιτικές με το κείμενο της πλειοψηφίας, ούτε βέβαια είχαν προτείνει άλλες θέσεις στη Βουλή κατά την επικύρωση του μνημονίου.
Όσο για την περίφημη κόκκινη γραμμή, αυτή υπηρετούσε απόλυτα τον στόχο της αποχώρησης, αφού μετατοπιζόταν διαρκώς από το αρχικό “όχι ενιαίο κόμμα ο ΣΥΡΙΖΑ” στο μετέπειτα “επανακαθορισμό των σχέσεων ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ” και στο τελικό “απεμπλοκή εδώ και τώρα από τον ΣΥΡΙΖΑ”, γνωρίζοντας βεβαίως ότι κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτό.
Θα μου πείτε η ηγεσία του ΣΥΝ είναι άμοιρη ευθυνών για το σημερινό μας χάλι; Απαντώ ευθέως προφανώς όχι. Ο ΣΥΝ μετά το 4ο συνέδριο υιοθέτησε την περίφημη αριστερή στροφή και άλλαξε πλειοψηφία, διότι αξιοποίησε την αντίθεση του κόσμου μας σε σενάρια συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ, που ούτως ή άλλως ήταν ξεπερασμένα. Αξιοποίησε τη νεοφιλελεύθερη μετάλλαξη της σοσιαλδημοκρατίας και την απόλυτη σκλήρυνση της πολιτικής της Ε.Ε. και όξυνε τα ευρωσκεπτιστικά αντανακλαστικά, με αποτέλεσμα την αποδοχή θολών θέσεων μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ, καθώς και την τοποθέτηση της ΚΟΕ στη δεύτερη θέση του ευρωψηφοδελτίου.
Δεν κατανόησε αρχικά ότι απέναντι στην επικράτηση σκληρών νεοφιλελεύθερων πολιτικών στην Ευρώπη η λύση δεν είναι η φυγή προς τα μπρός με την επίκληση της σοσιαλιστικής επικαιρότητας ούτε η επιστροφή στο εθνικό κράτος έξω από τους ευρωπαϊκούς και παγκόσμιους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες. Ευτυχώς το Πρόγραμμα του ΣΥΝ, που ψηφίστηκε με πλειοψηφία 80% στο διαρκές συνέδριο της άνοιξης του 2009, καθώς και οι θέσεις της πλειοψηφίας προς το 6ο έκτακτο συνέδριο επανέφεραν τις θέσεις του ΣΥΝ σε σωστές βάσεις.
Το ζητούμενο και το ευκταίο είναι οι κεντρικές επιλογές αυτών των θέσεων να αποτελέσουν τον πυρήνα του νέου πολιτικού συμβολαίου του ΣΥΡΙΖΑ. Πρέπει να γίνει κατανοητό από το σύνολο της ηγεσίας του ΣΥΝ ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ως πολιτική συμμαχία μπορεί να προχωρήσει όχι μόνο με το ξεκαθάρισμα των σχέσεών του με το Μέτωπο, αλλά κυρίως με το νέο πολιτικό του συμβόλαιο με σαφείς επιλογές χωρίς συψηφισμούς και συμβιβασμούς σε πράγματα ασυμβίβαστα και ασύμβατα μεταξύ τους.
Πώς να το κάνουμε. Δεν χωράνε στο πολιτικό συμβόλαιο θέσεις "ναι μεν αλλά" για την Ευρώπη, θέσεις "ναι μεν αλλά" για τον δημοκρατικό δρόμο, θέσεις "ναι μεν αλλά" για τον σοσιαλισμό με δημοκρατία και ελευθερία. Ούτε μπορούμε να μιλάμε για γενικευμένη εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος, λες και μπήκαμε στην περίοδο του σοσιαλισμού. Ούτε βεβαίως είναι λύση οι απαντήσεις οργανωτικού χαρακτήρα για όργανα, συνδιασκέψεις, μέλη και άλλα πολλά πριν προσδιοριστεί ξεκάθαρα το νέο πολιτικό συμβόλαιο.
Σε αυτή τη φάση οι ευθύνες της ηγεσίας του ΣΥΝ είναι καθοριστικές. Αν δεν πάρει τις πρωτοβουλίες που σχεδόν με παμψηφία αποφασίσαμε στο συνέδριο, τότε φοβάμαι ότι η φυγή προς την απογοήτευση και την ιδιώτευση θα είναι μαζική.
Ας μην διαψεύσουμε για άλλη μια φορά τον ήδη απογοητευμένο κόσμο μας.

*Ο Νίκος Συρμαλένιος είναι μέλος της ΚΠΕ, νομαρχιακός σύμβουλος Κυκλάδων

από την ΑΥΓΗ

Τρίτη, 22 Ιουνίου 2010

Τo παρασκήνιο της ελληνικής κρίσης

anti-evolution, από τον AntistaChef

Γράφει ο ΗΛΙΑΣ ΜΥΛΩΝΑΣ*

Οι τελευταίες εξελίξεις στο οικονομικό και πολιτικό πεδίο με την ολοκληρωτική αναθεώρηση των προεκλογικών εξαγγελιών της κυβέρνησης και την ψήφιση σειράς αντεργατικών νόμων, ενώ αναπόφευκτα φέρνουν σε απελπισία και αδιέξοδα τις παραγωγικές τάξεις της χώρας, την ίδια ώρα αποκαλύπτουν με πολύ παραστατικό τρόπο το ρόλο των στελεχών της σημερινής, σοσιαλιστικής υποτίθεται, κυβέρνησης, ως πολιτικών εκπροσώπων όχι των εργαζομένων που τους ψήφισαν αλλά του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος και των μηχανισμών του.   

ΤΟ «ΠΑΙΓΝΙΔΙ ΤΩΝ ΛΥΓΜΩΝ»

Σε μια άκομψη προσπάθεια να πείσουν για τους σκοπούς τους, οι κυβερνητικοί παράγοντες έχουν επιδοθεί σε μια πολιτική φαρσοκωμωδία από τα έδρανα της Βουλής για να καλύψουν τις πραγματικές προθέσεις τους αλλά και να αμβλύνουν τις εντυπώσεις για την αντιδεοντολογική και αντισυνταγματική πρακτική που εφαρμόζουν.

Από τη μια διαλύουν ολοκληρωτικά, με την υπόδειξη των παγκόσμιων αστικών επιτελείων και των εκτελεστικών οργάνων τους, της ΕΕ και του ΔΝΤ, το κοινωνικό εποικοδόμημα που χτίστηκε με αίμα και θυσίες τα προηγούμενα χρόνια, και από την άλλη επιδίδονται σε ένα θεατρικό παιγνίδι εντυπώσεων, στην προσπάθεια να δικαιολογήσουν τη στάση τους και να πείσουν ότι αυτά που γίνονται δεν έχουν την έγκρισή τους, ότι η αμείλικτη πραγματικότητα τους ξεπερνάει, ότι αν δεν πάρουν τα συγκεκριμένα μέτρα η κατάσταση θα γίνει χειρότερη και άλλα τέτοια υποκριτικά και δακρύβρεχτα.

Και ενώ πέσανε σαν αρπαχτικά  στα εργατικά εισοδήματα και τις συντάξεις, δεν έχουν αγγίξει ούτε ένα φοροφυγά, δεν έχουν δρομολογήσει ουσιαστικά καμία δίωξη σε όσους καταχράστηκαν το δημόσιο χρήμα παρά την δημιουργία αλλεπάλληλων εξεταστικών επιτροπών στη Βουλή, δεν άλλαξαν ούτε στο ελάχιστο τη νομοθεσία που επιτρέπει απίστευτες φοροαπαλλαγές σε κοινωνικές ομάδες όπως οι εφοπλιστές, οι off shore εταιρείες εξακολουθούν να αποτελούν τα νόμιμα οχήματα της φοροκλοπής χωρίς να έχει πειραχτεί ούτε παράγραφος από το προηγούμενο πλαίσιο λειτουργίας τους, δεν επιδίωξαν να εισπράξουν οποιοδήποτε ποσό από τους μεγαλοοφειλέτες στο ΙΚΑ και τα υπόλοιπα δημόσια ταμεία και ο κατάλογος δεν έχει τέλος.

Επικέντρωσαν κάποια στιγμή το ενδιαφέρον τους σε λίγους μεγαλογιατρούς του Κολωνακίου ενώ έχουν καταγραφεί χιλιάδες άλλοι που διαθέτουν βίλλες, πισίνες, πολυτελή σκάφη και ακριβά αυτοκίνητα και οι οποίοι δηλώνουν εισοδήματα χαμηλότερα από εκείνα ενός δημοσίου υπαλλήλου. Όλοι αυτοί παραμένουν ακόμα στο απυρόβλητο.

Σκαρφίστηκαν, για λόγους τηλεοπτικού εντυπωσιασμού, την κατεδάφιση μπουζουξίδικου  στην παραλία το οποίο είχε να λειτουργήσει εδώ και μια δεκαετία, όταν όλες οι προσβάσεις για τη θάλασσα είναι κλειστές από τους επιχειρηματίες των νυκτερινών κέντρων που έχουν διαπράξει απίστευτες παραβάσεις χρησιμοποιώντας μαφιόζικες μεθόδους .

Αυτό που έδειξε να τους πείραξε περισσότερο δεν είναι η γενική κατακραυγή  και η κοινωνική δυσαρέσκεια για τον εμπαιγμό προς τους πολίτες αυτής της χώρας αλλά η δήλωση του Δασκαλόπουλου, προέδρου του ΣΕΒ, που ούτε λίγο ούτε πολύ τους είπε ότι δεν μπορούν πλέον να κάνουν τη δουλειά τους, να συνεχίζουν δηλαδή να υποστηρίζουν τα επιχειρηματικά συμφέροντα, γιατί έχουν γίνει ανυπόληπτοι στο λαό και ότι από εδώ και πέρα πρέπει οι ίδιοι οι επιχειρηματίες να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους, δημιουργώντας ένα σκηνικό σαν αυτό της μπερλουσκονικής Ιταλίας.

Η οργισμένη αντίδρασή τους στις παραπάνω δηλώσεις με αναφορές σε «ψείρες» και λοιπά έντομα, στην πραγματικότητα είχε σχέση με την προσπάθεια να αποδείξουν πως αφενός είναι σοβαροί διαχειριστές της κρίσης και αφετέρου ότι όπως πέρασαν τόσα άλλα μέτρα (μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων από 48% στο 22%, ελαστικοποίηση της εργασίας, θαλασσοδάνεια και άλλες διευκολύνσεις), μπορούν εύκολα να περάσουν ακόμη περισσότερα.

Δίνουν καθημερινά εξετάσεις για να αποδείξουν στα αφεντικά τους ότι είναι σε θέση να φροντίσουν έτσι ώστε η κρίση να μην τους αγγίξει και ότι είναι ικανοί να την περάσουν στις πλάτες των εργαζομένων.

Η σοσιαλδημοκρατία σε εποχές οικονομικής ανόδου συνήθως αναλαμβάνει το ρόλο του δικηγόρου της αστικής τάξης. Στις σημερινές συνθήκες κρίσης έχει αναλάβει απ’ ευθείας το ρόλο του διαχειριστή.

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ

Αν υπήρχαν κάποτε ερωτηματικά για την επιλογή του «Γιωργάκη» στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ και τη διαδικασία παραλαβής του «δαχτυλιδιού» από τον προκάτοχό του, τώρα θα πρέπει να αρχίσουν να ξεδιαλύνονται. Και ήταν απόλυτα δικαιολογημένα αυτά τα ερωτηματικά για τον απόφοιτο του Χάρβαρντ ο οποίος, εκτός από το ιστορικό όνομα που κουβαλούσε, δεν είχε να επιδείξει καμιά προσφορά στην πολιτική ή κάπου αλλού και που επιπλέον δεν  διακρινόταν ιδιαιτέρως για την ευστροφία και τη ρητορική του.

Αποδείχτηκε παρόλα αυτά  ότι είναι «ο κατάλληλος άνθρωπος για τη συγκεκριμένη δουλειά». Με χαμηλούς τόνους και επιδιώκοντας να δώσει την αίσθηση του «καλού παιδιού» που «θέλει» αλλά «οι συνθήκες δεν το επιτρέπουν», έπεισε προς στιγμή τον ελληνικό λαό ότι τα σκληρά μέτρα που ψηφίστηκαν στη Βουλή αναγκάστηκε να τα πάρει αρχικά κάτω από την πίεση ελλειμμάτων που δημιούργησαν οι προκάτοχοί του στην κυβέρνηση και κατόπιν εξ’ αιτίας του κινδύνου ολοκληρωτικής κατάρρευσης της ελληνικής οικονομίας και μιας υποτιθέμενης έλλειψης «εναλλακτικής διεξόδου».

Ο Λίνκολν έλεγε: «Μπορείς να κοροϊδεύεις λίγους ανθρώπους για πολύ καιρό ή πολλούς ανθρώπους για λίγο καιρό. Δεν μπορείς όμως να τους κοροϊδεύεις όλους για πάντα».

Αποκαλύπτεται μέρα με την ημέρα ότι το παζλ της επίθεσης στις κοινωνικές κατακτήσεις σχεδιάστηκε από ξένα και ντόπια οικονομικά και επιχειρηματικά επιτελεία, τα οποία επέλεξαν την Ελλάδα ως πιο αδύναμο κρίκο για να πειραματιστούν πάνω σε μια σειρά μέτρων, με σκοπό να περάσουν την  κρίση του καπιταλιστικού συστήματος στις πλάτες των εργαζομένων. Τα ίδια μέτρα, αν αποδειχτεί επιτυχημένο το πείραμα, έχουν σκοπό να τα εφαρμόσουν και σε άλλες χώρες.

Τα ηγετικά στελέχη του ΠΑΣΟΚ, με πρώτο και καλύτερο τον Γιώργο Παπανδρέου, φαίνεται να αποδέχτηκαν χωρίς περιστροφές το ρόλο του εκπροσώπου του μεγάλου κεφαλαίου και ανέλαβαν να διευθετήσουν την υπόθεση με τον καλύτερο, για τα συμφέροντα αυτών που το αντιπροσωπεύουν, τρόπο.

Αυτή η ομάδα όμως δεν μπορεί να ηγείται ενός κόμματος σαν το ΠΑΣΟΚ που έχει μια φιλολαϊκή προϊστορία στην πολιτική ζωή του τόπου και βαθιές ρίζες μέσα στους εργαζόμενους. Οι πρώτοι που δέχονται τις επιπτώσεις αυτής της πολιτικής είναι οι ίδιοι οι υποστηριχτές του που ανήκουν στα μικρομεσαία στρώματα.

Τα απλά μέλη και οι οπαδοί του πρέπει να αντιδράσουν τώρα, να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους και να επιδιώξουν την άμεση αλλαγή της σημερινής  απαράδεχτης ηγεσίας που απαρτίζεται από υπάκουους λακέδες του κεφαλαίου και διαφόρων ειδών λαμόγια που, από τους πάλαι ποτέ υπουργικούς θώκους, τώρα παρελαύνουν ως ύποπτοι υπεξαιρέσεων και χρηματισμού στις εξεταστικές επιτροπές. Οι  παλιές, καλές παραδόσεις του ΠΑΣΟΚ της 3ης Σεπτέμβρη και της δεκαετίας του ΄80 είναι άμεση ανάγκη να αναβιώσουν ξανά.

Η ΜΟΝΗ ΔΙΕΞΟΔΟΣ

Παρά τις επιμέρους αντίθετες εκτιμήσεις για τους τρόπους που πρέπει να αντιμετωπιστεί το υπέρογκο δημόσιο χρέος, όλοι συνομολογούν ότι τα πακέτα που δόθηκαν από την ΕΕ και το ΔΝΤ σε συνδυασμό με τις μισθολογικές περικοπές που επιβλήθηκαν σε όλα τα επίπεδα, δεν πρόκειται να συμβάλλουν ούτε στο ελάχιστο στην ανάπτυξη της οικονομίας και την αύξηση του ΑΕΠ.

Και επειδή τα κοράκια της ΕΕ και του ΔΝΤ το γνωρίζουν αυτό ετοιμάζουν, σε απόλυτη σύμπνοια με την ελληνική κυβέρνηση, νέα δέσμη μέτρων, ακόμη πιο σκληρών από τα προηγούμενα.

Η πτώχευση, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των περισσότερων έγκριτων οικονομικών αναλυτών, είναι αναπόφευκτη.

Οποιαδήποτε διαπραγμάτευση για επαναπροσδιορισμό των όρων πληρωμής του χρέους με τον τρόπο που σχεδιάζεται τώρα και χωρίς τη λήψη συμπληρωματικών μέτρων, θα οδηγήσει σε ακόμη βαθύτερη κρίση την ελληνική οικονομία.

Αν υπάρχει μια δυνατότητα να περισωθούν κάποια πράγματα είναι να αποφασισθεί άμεση παύση πληρωμών προς εξόφληση του χρέους εδώ και τώρα. Αυτή πρέπει να συνοδεύεται απαραίτητα με επανεθνικοποίηση κάτω από πραγματικό κοινωνικό έλεγχο όλου του τραπεζικού και χρηματοπιστωτικού συστήματος και των μεγάλων κερδοφόρων οργανισμών που δόθηκαν για ένα κομμάτι ψωμί όπως ο ΟΤΕ, η ΔΕΗ, ο ΟΛΠ, τα αεροδρόμια, τα διόδια, οι συγκοινωνίες κλπ, να εκπονηθεί πρόγραμμα δημοσίων έργων και κατασκευής λαϊκών κατοικιών, να μειωθούν οι εξοπλισμοί και γενικώς να υπάρξει μια αναπτυξιακή πολιτική με κρατική πρωτοβουλία.

Οι πολιτικές δυνάμεις της Αριστεράς θα έπρεπε να υποστηρίξουν ενωτικά μια τέτοια προοπτική για την αντιμετώπιση της σημερινής έκτακτης κατάστασης. Φυσιολογικά  θα έπρεπε ήδη να έχει δημιουργηθεί ένα πλατύ ενιαίο μέτωπο με ΣΥΡΙΖΑ-ΚΚΕ-δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ και της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς. Δυστυχώς η περιχαράκωση κάποιων ηγεσιών κάνει αδύνατο το αυτονόητο.

Η Αριστερά οφείλει να αναλάβει πρωτοβουλίες όχι στην κατεύθυνση του «μικρότερου κακού» αλλά στην βάση ενός σχεδίου που θα οδηγεί σε ανατροπή των σημερινών κοινωνικών δομών που ελέγχονται απόλυτα από το μεγάλο κεφάλαιο και τους εκπροσώπους του.

Αυτή η κρίση είναι καθαρά κρίση του καπιταλισμού. Είναι τόσο βαθειά που πολλοί την παρομοιάζουν ή τη θεωρούν ακόμα χειρότερη από εκείνη του 1929. Όποιος επιδιώξει τον εξωραϊσμό της είναι σίγουρο ότι θα βρεθεί σε αδιέξοδο.

Στις σημερινές συνθήκες λοιπόν δεν υπάρχει τίποτε λιγότερο και τίποτε περισσότερο από τη συνολικότερη αμφισβήτηση του υπάρχοντος συστήματος και τη σοσιαλιστική προοπτική της κοινωνίας.

* Ο Ηλίας Μυλωνάς είναι μέλος του Κόκκινου, συνιστώσας του ΣΥΡΙΖΑ, και μέλος του ΣΥΡΙΖΑ 3ου Διαμερίσματος

Δευτέρα, 21 Ιουνίου 2010

Από τον παλαιό στο νέο εκσυγχρονισμό

Τρανζίστορ Transita της Nordmende *

του Νίκου Σεβαστάκη, από την ΕΠΟΧΗ, 20.06.10

Ζούμε μια παράδοξη επιστροφή. Ο παλιός εκσυγχρονισμός είναι νεκρός, ζήτω ο νέος και άφθαρτος! Ο παλιός τελειώνει στα δαιδαλώδη οδοιπορικά του μαύρου χρήματος, ο νέος ορκίζεται στη διαφάνεια του Καλού. Η ουσία βέβαια και των δυο μοιάζει να είναι ίδια: ολοκληρωτική καθυπόταξη του κράτους, των πολιτικών αποφάσεων, της κοινωνικής ζωής στις αξιολογήσεις των αγορών και στα δίκτυα εξουσίας και επιρροής που συγκροτούνται με τη σύμπραξη -για να μιλήσουμε στη γλώσσα που συνηθίζουν- δημόσιου τομέα και ισχυρών ιδιωτικών συμφερόντων. Αυτή η ουσία δεν ήταν ποτέ ένα καπρίτσιο μιας παρέας ή η σκοτεινή, τάχατες, βούληση των περιβόητων «διακοσίων οικογενειών». Ούτε υπήρξε απλώς και μόνο μια ιδεολογική εμμονή και ένα αφηρημένο σχέδιο, παρά το ότι για κάποιους ήταν και είναι τέτοια. Ανταποκρίθηκε σε μια πραγματική συμμαχία των επωφελούμενων μερίδων της μεσαίας τάξης με τμήματα της πολιτικής ελίτ, του ακαδημαϊκού κόσμου, των επιτελείων της πολιτισμικής αγοράς (δημοσιογραφία, καθοδηγητές γνώμης κ.λπ.).

Ο μύθος του εκσυγχρονισμού
Οι συμμαχίες του παλιού εκσυγχρονισμού αποτέλεσαν το κέλυφος προστασίας για πρακτικές σαν και αυτές που άνθισαν την περίοδο της χρηματιστηριακής έκρηξης, της Ζίμενς, των ολυμπιακών ανδραγαθημάτων. Η «ιδέα» σφραγίστηκε με την συνάντηση λίγων ιδεολόγων και πολλών λαφυραγωγών, με τη συνδρομή ενός αναμνηστικού προοδευτικού μεγαλοϊδεατισμού ο οποίος μετατράπηκε σε εργαλείο ευφυούς κοινωνικής δικτύωσης. Στο τέλος βέβαια, η ιδέα και οι πρακτικές, ο εκσυγχρονισμός ως μύθος και οι εφαρμογές του έγιναν ένας κώδικας αναγνώρισης μεταξύ των ωφελημένων της περιόδου και των μαγεμένων ακολούθων τους.

Τώρα κατά πως φαίνεται το πράγμα επιστρέφει. Και επενδύεται, ξανά, στη ρητορική της ανανέωσης και της τομής, της ρήξης με το παρελθόν και της εγκαινίασης νέων κύκλων. Το τόξο της σύνεσης και του ρεαλισμού από τον Μπάμπη Παπαδημητρίου ως τους καθηγητές της μεταρρυθμιστικής σοφίας, από διάφορους Γεωργελέδες και άλλους κριτικούς υποστηρικτές του ΔΝΤ έρχεται για να συνετίσει όλους τους άλλους. Και ένας τέτοιος σωφρονιστικός ζήλος δεν αστειεύεται. Έχει αρχίσει να μιλά τη γλώσσα του Carl Schmitt (‘κυβέρνηση έκτακτης ανάγκης’,) και υποστηρίζει όχι μόνο τον αναγκαίο αλλά και τον επιθυμητό χαρακτήρα των μνημονίων της νέας απολυταρχίας. Ίσως δεν το έχουμε συνειδητοποιήσει αλλά κάποιοι επιδιώκουν πλέον ανοιχτά μια «επιτροπή κοινής σωτηρίας» απαιτώντας κοινωνική σιωπή και τη συμβολική πολιτική εξουθένωση των αντίθετων φωνών. Ένα είναι βέβαιο: η νέα μεταπολίτευση εξαγγέλλεται μέσα από την επικοινωνία του φόβου και τις πληρωμένες υπηρεσίες των διαφόρων Civitas.

Όπλο του νεοεκσυγχρονισμού, η ψυχολογία
Oι αιχμές της είναι η εμπέδωση της μέγιστης δυνατής ανασφάλειας μπροστά σε «ακόμα μεγαλύτερες» απώλειες, η άσκηση συστηματικής ψυχολογικής βίας στον πληθυσμό για παθητική αποδοχή της νέας θεολογικο-οικονομικής ορθοφροσύνης. Έξαφνα ας πούμε πληθαίνουν – τυχαία φυσικά- τα δημοσιεύματα για τις «βαριές» ψυχολογικές συνέπειες που έχει η σύνταξη στα 60 και την ευεξία την οποία αισθάνονται οι τυχεροί που εργάζονται στα 70. Την ίδια στιγμή αυξάνουν οι ευαισθησίες για τον τουρισμό/ πολιτισμό (αυτά τα δυο πάνε πλέον μαζί για τους μοντέρνους μας) με την υπενθύμιση, πάντοτε, ότι απεργίες και κινητοποιήσεις αμαυρώνουν την εικόνα της χώρας. Ενδεχομένως σε λίγο θα δούμε και κάποιες ποιοτικές έρευνες που θα βεβαιώνουν ότι η κουλτούρα των νέων εργασιακών σχέσεων προσδίδει περισσότερη ποιότητα στην ερωτική ζωή των ανθρώπων. Ή άλλες αναλύσεις που θα αποδεικνύουν ότι οι διαρθρωτικές αλλαγές διευρύνουν την ποικιλία των ατομικών επιλογών λυτρώνοντας τα άτομα και τις οικογένειες από τις μιζέριες της ρουτίνας. Δεν είναι άραγε απαράδεκτη και θλιβερή ρουτίνα η σταθερή εργασία;

Το πεδίο του νεοεκσυγχρονισμού καλύπτει ένα ευρύ φάσμα λόγων: εδώ βρίσκουν στέγη οι οπαδοί ενός αυταρχικού φιλελευθερισμού (νοσταλγοί των ασιατικών δυναμισμών και εσχάτως φίλοι του… Λούλα) αλλά και όσοι σπεύδουν να κακοποιήσουν τη νέα οικολογική ευαισθησία για να πλήξουν ηθικά και τις ελάχιστες κοινωνικές αντιστάσεις για τη σύνταξη και το μισθό. Ασκήσεις ανώδυνης πολιτισμικής κριτικής στις νεοελληνικές παθογένειες συνδυάζονται πλέον με δηλητηριώδεις δόσεις ταξικής αδιαφορίας και κοινωνικής σκληρότητας. Όλα όσα οργανώνουν την ποταπότητα και τη διάχυτη μικρότητα εμφανίζονται ως υποσχέσεις μιας νέας και πληρέστερης ιδιότητας του πολίτη, ενός νέου πατριωτισμού.

Ποιοι μπορεί να είναι όμως οι κοινωνικοί υποδοχείς του κηρύγματος των «συνετών»; Η υλική και ψυχική καθίζηση σημαντικού μέρους των μεσαίων τάξεων και των νέων μορφωμένων στρωμάτων στερεί από το «όραμα» αξιόπιστα κοινωνικά ερείσματα. Με ποιους λοιπόν θα κυβερνήσουν οι σωφρονιστές; Ούτε οι «καινοτομικοί» του πανεπιστημίου, ούτε οι ανάλαφροι κοσμοπολίτες των free press, ούτε καν οι ανησυχούντες ναυτοπρόσκοποι του Σκάι διαθέτουν την ικανότητα να στηρίξουν τη νέα «οικονομική διακυβέρνηση».

Πολύ πιθανό είναι έτσι, ότι σε βάθος χρόνου -και αν δεν υπάρξει κάποια απάντηση από τη βυθισμένη στα πάθη της Αριστερά- η «έκτακτη ανάγκη» θα συσπειρωθεί στην φυσική της κοίτη: σε μια ολίγον συμπονετική, πατριωτική δεξιά η οποία και ενδέχεται να ανακάμψει όταν πλέον θα έχει ναυαγήσει άλλο ένα μέτωπο της λογικής.

* του χρήστη KMJ στην de.wikipedia με άδειες GNU Free Documentation License, Version 1.2 και Creative Commons Attribution ShareAlike 3.0 .

Κυριακή, 20 Ιουνίου 2010

«...δεν σας έδωκε πληρεξουσιότητα να καταργήσετε την εθνικήν και πολιτικήν ανεξαρτησίαν του...»

Η δικαία απόφασις του Θεού δια την απελευθέρωσιν της Ελλάδος Πίνακας του Παναγιώτη Ζωγράφου με την καθοδήγηση του Μακρυγιάννη (από την Βικιπάιδεια). 
 
ΑΙΤΗΣΙΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΒΡΕΤΤΑΝΙΚΟΝ
(Φάκελλος ίδιος εν τω τμήματι των χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης)

Ο Κλήρος, οι Παραστάται, οι Αρχηγοί, Πολιτικοί και Στρατιωτικοί ξηράς και θαλάσσης, του Ελληνικού Έθνους.

Αον Παρατηρούντες ότι δια τα ανεξάλειπτα δικαιώματα της ιδιοκτησίας και κυριότητος, δια τας επικρατούσας αρχάς της Θρησκείας και Ελευθερίας και δια το εκ φύσεως έμφυτον, του να διατηρή και ασφαλίζη έκαστος την ιδίαν ύπαρξιν, οι έλληνες ενωπλίσθησαν με τα όπλα της Δικαιοσύνης και εις διάστημα πλέον τεσσάρων ετών υπέστησαν αποφασιστικώς και σταθερώς κατά των Δυνάμεων της Ασίας, της Αφρικής και της Αιγύπτου, πεζών τε και ναυτικών, και εις όλους τούτους τους κινδύνους τώρα ηφάνισαν και τώρα άμπωσαν τας κολοσιαίας δυνάμεις των εχθρών, και, τελευταίον, στερημένοι παντός μέσου ανήκοντος εις τοιούτον υψηλόν εγχείρημα, καθιέρωσαν ούτοι δια του αίματος των τα πολύτιμα αυτών δικαιώματα και έδωκαν εις τον εκπεπληγμένον κόσμον όχι τόσον κοινάς αποδείξεις, δι'  όσον είναι ικανός ένας λαός, εκ φύσεως γεννημένος δια να ζη ελεύθερος και όστις ήδη εδυνήθη να διασπάση τους βρόχους μιας ικανώς πολυχρονίου καταθλιπτικής δουλείας.

Βον Παρατηρούντες, ότι εκ των αποτελεσμάτων μιας πάλης ούτως ανομοίου, απέκτησαν οι Έλληνες την απαράμιλλον απόφασιν της πολιτικής αυτών κατααστάσεως.

Γον Σκεπτόμενοι, ότι πράκτορές τινων ηπειρωτικών Δυνάμεων, αν και χριστιανών, δεν διεφύλαξαν οδηγίαν, συνεχομένην με τας αρχάς, τας οποίας αυτοί εστερέωσαν, αλλά από μέρους των αυτών δεν έλειψαν να εκβώσιν συνεχώς αντιρρήσεις πολιτικαί πολυμόρφου ουσίας και χαρακτήρος.

Δον Παρατηρούντες, ότι τινές τούτων των πρακτόρων παίζουν δια των απεσταλμένων των εντός της Ελλάδος, ώστε να εισχωρήση εις τινάς Έλληνας η κλίσις, δια να συστήσουν νέους σχηματισμούς πολιτικούς, αρμοδίους προς το πνεύμα και τα τέλη των τοιούτων παρακινητών.

Εον Παρατηρούντες, ότι ουχ ολίγους κατατρεγμούς και παρεκβάσεις υποφέρει η νόμιμος και τακτική κίνησις του ελληνικού Ναυτικού από τους Αρχηγούς των Θαλασσίων Δυνάμεων τινών Βασιλείων, οίτινες κατά πάντα τρόπον πειράζουν τα καθήκοντα της διακηρυχθείσηςουδετερότητος από τας Αυλάς των εις τας Συνελεύσεις του Λεϊβάχ και Βερώνης.

ςον Παρατηρούντες με μεγάλην θλίψιν αυτούς τους Χριστιανούς οπλιζομένους εναντίον των οπαδών Ευαγγελίου και εις βοήθειαν εκείνων του Αλκορανίου, εις τρόπον, ώστε, στρατιώται ευρωπαίοι, εναντίον πάσης αρχής αληθούς πολιτικής και ηθικής σπεύδουν να διδάξουν, διορίσουν και οδηγήσουν τα στίφη των βαρβάρων, διευθυνόμενα να λεηλατήσουν την ιερά εκείνην γην, ήτις σκεπάζει ανάμικτα και συγκεχυμένα τα αθάνατα κόκκαλα των Κιμώνων, των Τσαμαδών, των Λεωνιδών, των Βοτσαρών, των Φιλοποιμένων, των Νικηταραίων και Κολιαίων, όπερ εμποδίζει τας προόδους της ιεράς υποθέσεως της Ελλάδος.

Ζον Παρατηρούντες, ότι η Διοίκησις της Μεγάλης Βρεττανίας, ευτυχής εις το να διευθύνη λαόν ελεύθερον, είναι η μόνη, ήτις διετήρησε μέχρι λεπτού καθαράν την ουδετερότητα, περιφρονούσα να μιμηθή τας αναφανδόν βίας ή τας νεφώδεις διαχειρίσεις, αι οποίαι απ'  άλλους αδιακόπως επράχθησαν και πράττονται εις την Ελλάδα, Κωνσταντινούπολιν και Αίγυπτον.

Ηον Σκεπτόμενοι, ότι η Βρεττανική αδιαφορία δεν αρκεί να αντιρροπήση την ήδη επηυξημένον εξωτερικόν κατατρεγμόν προς βλάβην της Ελλάδος.

Θον Παρατηρούντες, ότι η Ελλάς, όχι από χαύνωσιν δυνάμεων, ούτε από αδυνατισμένην απόφασιν, δεν ηδυνήθη μέχρι τούδε να προσεπιχειρή, αλλά δια τα προρρηθέντα αίτια και μάλιστα την πηγάζουσαν από του να μην έλαβε ποτέ Διοίκησιν υπερτέραν των παθών και των σχέσεων.

Ιον Παρατηρούντες, ότι οι Έλληνες, εις τοιαύτηνν γενναίαν μάχην, ή πρέπει να εκβώσιν από ταύτην νικηταί, ή θέλουν είσθαι τελείως αφανισμένοι, επειδή ουδέν μέσον είναι, το οποίον να δύναται να τους αποσπάση από ταύτην την απόφασιν, ήτις κατήντησεν από τας φοράς του πολέμου και του χρόνου άφευκτος.

ΙΑον
Παρατηρούντες, τελευταίον, ότι αν από υπερτάτην χάριν της Προνοίας ευρίσκωνται στερεωμέναι πλησίον μας αι βρεττανικαί δυνάμεις, χρεωστεί η Ελλάς εις την παρούσαν αυτής κατα΄στασιν να ωφεληθή από τούτο εγκαίρως, ως και να ελπίση εις την ευθύτητα και φιλανθρωπίαν της ισχυρής αυτής Διοικήσεως.

Όθεν, προς ασφάλειαν των ιερών δικαιωμάτων της του Κράτους ελευθερίας και ικανώς στερεάς πολιτικής υπάρξεως, η Ελλάς, δια της παρούσης δημοσίας πράξεως, προσδιορίζει, θεσπίζει, αποφασίζει και βούλεται τον επόμενον

Νόμον

Α'.) Το Ελληνικόν Έθνος, δυνάμει της παρόυσης πράξεως, θέτει εκουσίως την ιεράν παρακαταθήκην της αυτού Ελευθερίας, Εθνικής Ανεξαρτησίας και της πολιτικής αυτού υπάρξεως υπό την μοναδικήν υπεράσπισιν της Μεγάλης Βρεττανίας.

Β'.) Η παρούσα αυτή οργανική Πράξις του ελληνικού έθνους συνοδεύεται με επί τούτω διπλούν υπόμνημα προς την Σεβασμίαν Διοίκησιν της Αυτού Βρεττανικής Μεγαλειότητος κατ' ευθείαν εις Λονδίνον και συγχρόνως αποστέλλεται εμμέσως δια της Αυτού Εξοχότητος του Λόρδου Μεγάλου Αρμοστού της Αυτού Μεγαλειότητος εις τας Ενωμένας επαρχίας των Ιονίων Νήσων.

Γ'.) Οι Πρόεδροι των ευτάκτων Βουλευτηρίων του Κράτους, ξηράς και θαλάσσης θέλουν ετοίμως εκπληρώση τον παρόντα ΝΟΜΟΝ.

(Υπό το πρώτον τούτο πρωτόγραφον, ως και υπό το τελευταίον, φέρεται χρονολογία:)

Εν Πελοποννήσω τη ... Ιουνίου 1825.

(Και μία υπογραφή:)

Ο Πρόεδρος των κατά ξηράν ευτάκτων Βουλευτηρίων 
του Ελληνικού Κράτους και Γενικός Αρχηγός 
των κατά γην Δυνάμεων
Θ. Κολοκοτρώνης

(Τα λοιπά τέσσαρα φέρουσιν εν τέλει το εξής:)

Ο Πρόεδρος των ευτάκτων συσσωματώσεων των Νήσων του Αιγαίου Πελάγους και λοιπών μερών του Ελληνικού Κράτους και αρχιναύαρχος των κατά θάλασσαν Δυνάμεων.

(Έχουσι δε ταύτα χρονολογίας: Το μεν 26 Ιουλίου 1825, τα έτερα τρία απλώς: Ιουλίου 1825 και το τελευταίον 14 Ιουλίου 1825)

(Υπό το πρώτον υπάρχει η υπογραφή:
Ανδρέας Μιαούλης
και μετ'  αυτήν αι λοιπαί υπογραφαί, ως εξής:)
Ανατολική και Δυτική Χέρσος Ελλάς

Ο Κλήρος
Ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Άρτης Πορφύριος, 
Νικοπόλεως και πάσης Αιτωλίας, 
ο Επίσκοπος Ρογών.

(Αρχείο Ρώμα, τόμ. Α'. σ. 592-595)

Το 1825 το φιλοαγγλικό κόμμα, είχε συντάξει μια έκκληση στην Αγγλία να δεχτεί να αναλάβει την προστασία της Ελλάδας και έστειλε το κείμενο της ελληνικής εκκλήσεως για την εγκαθίδρυση αγγλικού προτεκτοράτου σε εκείνους τους πολιτικούς και στρατιωτικούς αρχηγούς, που η έγκρισή τους ήταν απαραίτητη προκειμένου η όλη ενέργεια να κερδίσει και την επίσημη κύρωση της κυβέρνησης.
Στις 6 και 7 Ιουλίου υπόγραψαν (για χάρη της Πατρίδας που κινδύνευε) ο Κολοκοτρώνης, ο Ζαΐμης, ο Δεληγιάννης και αρκετοί άλλοι Πελοποννήσιοι, στις 22 Ιουλίου οι Στερεοελλαδίτες οπλαρχηγοί στην Αθήνα. Το έγγραφο (με ημερομηνία 24 Ιουλίου 1825) εγκρίθηκε από το Βουλευτικό και το Νομοτελεστικό την 1η Αυγούστου (από όλες τις προσωπικότητες μόνον ο Κουντουριώτης, ο Κωλέττης, ο Υψηλάντης, ο Γκούρας, ο Νικηταράς και λίγοι άλλοι δεν την ενέκριναν) και στάλθηκε στο Λονδίνο με τον Δ. Μιαούλη, το γιο του ναυάρχου, και έμεινε γνωστό ως «Πράξις Υποταγής», «Πράξη Υποτέλειας» (Act Of Submission).

Η Γ' Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου συνδέεται άμεσα με την εξωτερική πολιτική. Είναι η πρώτη Εθνοσυνέλευση που αποφάσεις της αφορούσαν τις εξωτερικές σχέσεις του επαναστατημένου έθνους. Φυσικά η Γ' Εθνοσυνέλευση είναι δεμένη με την εξωτερική πολιτική της Αγγλίας και μάλιστα ως συνέπειά της.
Ο Στράτφορντ Κάνιγκ, ξάδελφος του Γεώργιου Κάνιγκ Υπουργού Εξωτερικών της Αγγλίας, πηγαίνοντας στην Πόλη ως πρεσβευτής της πατρίδας του και περνώντας από την Ύδρα, ήλθε σε επαφή εθιμοτυπικά με τον Μιαούλη και τον Τομπάζη, ουσιαστικά όμως με τον Μαυροκορδάτο και τον Ζωγράφο. Το πρώτο που τους ρώτησε ήταν αν οι Έλληνες σύμφωνα με την «πράξη υποτέλειας», που είχαν στείλει στην Αγγλική Κυβέρνηση, επιθυμούσαν τη μεσολάβηση. Εκείνοι απάντησαν θετικά, τότε αυτός ζήτησε για να μπορέσει να διαπραγματευθεί με την Πύλη, εξουσιοδότηση από την Ελληνική Κυβέρνηση, που θα δεχόταν τον όρο της επικυριαρχίας της Τουρκίας πάνω στην Ελλάδα. Αποτέλεσμα της συνάντησης ήταν η Γ' Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου.
Η Συνέλευση άρχισε τις εργασίες της στις 6 Απριλίου 1826 με πρόεδρο τον Πανούτσο Νοταρά. Σύντομα όμως έφθασε η είδηση της πτώσης του Μεσολογγίου. Τρομοκρατημένοι οι αντιπρόσωποι βλέπουν ότι η σωτηρία της πατρίδας προϋπέθετε συγκέντρωση της εξουσίας σε λίγα εκλεκτά πρόσωπα, ιδέα που είχε καλλιεργηθεί και νωρίτερα. Μολαταύτα η φιλαρχία και οι προσωπικές φιλοδοξίες συνετέλεσαν, ώστε η νέα κυβέρνηση, η «Διοικητική Επιτροπή της Ελλάδος» όπως ονομάσθηκε, να σχηματιστεί όχι από τρία μέλη, αλλά από έντεκα. Πρόεδρος έγινε ο Ανδρέας Ζαΐμης και μέλη ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ο Αναγνώστης Δεληγιάννης, ο Γεώργιος Σισίνης, ο Δημήτριος Τσαμαδός, ο Ανδρέας Χατζηαναργύρου, ο Αναγνώστης Μοναρχίδης, ο Ανδρέας Ίσκος, ο Σπυρίδων Τρικούπης, ο Ιωάννης Βλάχος και ο Παναγιώτης Δημητρακόπουλος. Δεν συμπεριλήφθηκαν στη νέα κυβέρνηση ο Κωλέττης -και επομένως διαλύθηκε η πρόσκαιρη συμμαχία του με τους Πελοποννήσιους- και ο Μαυροκορδάτος, γιατί δεν του είχαν εμπιστοσύνη οι κρατούντες. Συστήθηκε και η δεκατριμελής « Επιτροπή της Συνελεύσεως» που θα διαχειριζόταν την εξωτερική πολιτική του Αγώνα. Έργο της ήταν να «διαπραγματευθεί δια του εν Κων/πόλει Άγγλου Πρέσβεως κυρίου Κάνιγκ τον μεταξύ του Έθνους και της Οθωμανικής Πόρτας συμβιβασμόν με τον πλέον επωφελή τρόπον δια το ελληνικόν Έθνος και ανταξίως των μεγάλων του θυσιών». Έτσι ορίστηκε για πρώτη φορά επιτροπή για τις εξωτερικές υποθέσεις και ψηφίστηκαν οδηγίες και υποδείξεις στην Επιτροπή. Μέσα στο ψήφισμα αυτό υπήρχαν οι όροι του συμβιβασμού:
 
«Οδηγίαι προς την Επιτροπήν της Συνελεύσεως»
[...]
Θ'. Να ζητήση επιμόνως ώστε η Μεγάλη Βρεττανία να γίνη εγγυήτρια δια την συντήρησιν των συνθηκών εκ μέρους και των δύο διαμαχομένων εθνών.
[...]
Τη 12η Απριλίου 1826 εν Επιδαύρω
Ο Πρόεδρος της Εθνικής Γ' Συνελεύσεως
Πανούτσος Νοταράς

Μόνον ο Δημ. Υψηλάντης διαμαρτυρήθηκε για την πράξη αυτή του συμβιβασμού. Είχε μελετήσει φαίνεται την «πράξη υποτέλειας» που είχαν στείλει στον Γ. Κάνιγκ οι εκπρόσωποι του αγγλικού κόμματος και είχε νιώσει φοβερή απογοήτευση. Δεν αντέδρασε τότε γιατί ο Κάνιγκ δε φάνηκε να ενθουσιάζεται, τώρα όμως έβλεπε καλά τί χρήση έκανε η αγγλική διπλωματία, γι' αυτό έγραψε την περίφημη διαμαρτυρία του:

Προς την Γ' Εθνικήν Συνέλευσιν των Ελλήνων

[...] Ο λαός, κύριοι, του οποίου παρρησιάζετε το πρόσωπον, δεν σας έδωκε πληρεξουσιότητα να καταργήσετε την εθνικήν και πολιτικήν ανεξαρτησίαν του, αλλά να την στερεώσετε, να την διαιωνίσετε. Η ιστορία θέλει κρίνει μίαν ημέραν αδεκάστως την πράξιν σας. Η Ευρώπη, κύριοι, ησθάνθη παρά ποτέ πλέον ότι η υπόθεσις των Ελλήνων είναι αρκετά προχωρημένη, δια να μην υποπέση εφεξής εις τας εναντιότητας της τύχης. Και πώς γίνεται οι πληρεξούσιοι του ιδίου αυτού έθνους δια μιας πράξεως, ανηκούστου εις τα χρονικά των λαών, ν' αποδεικνύωσιν εις τον κόσμον ότι μόνοι αυτοί δεν γνωρίζουν αυτήν την αλήθειαν!
[...] ως και ήδη διαμαρτύρομαι επισήμως κατ' αυτής ενώπιον του Ελληνικού λαού και όλων των λοιπών της χριστιανικής Ευρώπης, ως κατά μίας πράξεως παρανόμου, ανθελληνικής και διόλου αναξίας ενός έθνους, το οποίον υπεδουλώθη μεν πολλάκις, πλην ποτέ δεν εσυμβιβάσθη με τους τυράννους του.[...]

 
Μένω με το ανήκον σέβας
Εν Πιάδα τη 12 Απριλίου 1826
Ο πατριώτης
Δημήτριος Υψηλάντης

Με ψήφισμά της η Συνέλευση τον στέρησε από κάθε πολιτικό δικαίωμα και τον απέκλεισε από κάθε στρατιωτική υπηρεσία.

τα αποσπάσματα από την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΒ, Εκδοτική Αθηνών και από το σχολικό εγχειρίδιο Θέματα Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας από τις Πηγές. ΟΕΔΒ 1979

Σάββατο, 19 Ιουνίου 2010

Δεν είναι τζογαδόροι ούτε παλαβοί οι αριστεροί

Η τιμωρία του Σίσυφου, Τιτσιάνο, 1548 (από την Wikipedia)

Πολύπλευρη αδυναμία, αλλά...

Παρακολουθώντας τη Γραμματεία του ΣΥΡΙΖΑ



της Βέρας Δαμόφλη, από το Δρόμο της Αριστεράς, 19.06.10

Βαρύ φορτίο. Δεν μπορούν να το σηκώσουν μόνοι τους, αλλά και δεν πολυθέλουν να το μοιραστούν. Όλοι ένα κομμάτι του εαυτού τους καταθέτουν. Ακόμα κι αυτοί που ίσως, λέω ίσως, έτρεφαν ή τρέφουν φιλοδοξίες και μωροφιλοδοξίες. Ικανοί και ξύπνιοι οι περισσότεροι, θα τα κατάφερναν κι αλλού. Εκεί όπου το μόνο που κατατίθεται στον ντορβά είναι η αξιοπρέπεια. Είναι άδικο να πει κάποιος ότι έχουν εθιστεί στα πολιτικά παιχνίδια, στις συνεδριάσεις, στις ανακοινώσεις, στην έκδοση εντύπων, στις διαδηλώσεις, στα χημικά. Στους διωγμούς παλιότερα. Ότι δεν ξέρουν πια τίποτε άλλο να κάνουν.

Δεν είναι τζογαδόροι ούτε παλαβοί οι αριστεροί. Ιδεολόγοι είναι. Ακόμα και κάποιοι που μήδισαν, αγωνίστηκαν κάποια στιγμή όχι μόνο για το δικό τους καλύτερο μέλλον. Έτσι λοιπόν, το απόγευμα της Τρίτης, 15/6, μέσα στη ζέστη, στα αντιφατικά Εξάρχεια, μετά το συνέδριο του Συνασπισμού, η Γραμματεία του ΣΥΡΙΖΑ επιτέλους συνεδρίασε. Έντιμη και θαρραλέα η εισήγηση του Γιάννη Μπανιά. «Να αναδειχθεί με τόλμη ο σοσιαλισμός ως εναλλακτικό όραμα και στρατηγική προοπτική για την κοινωνία. [...] Με βάση όμως τα σημερινά δεδομένα, για να παίξει ο ΣΥΡΙΖΑ αυτό το ρόλο πρέπει να αλλάξει ριζικά και ο ίδιος.»

Και το κείμενο συζήτησαν και εντέλει έλαβαν απόφαση. Προσδοκούμε εφαρμογή. Διαρκώς διαφωνούσαν, όμως. Διαρκώς στενοχωριόντουσαν. Δυσπιστούσαν. Αναδείκνυαν τις διαφορές τους. Οι κατακαημένοι ανένταχτοι -που δεν τους εκπροσωπεί κανείς βέβαια στη Γραμματεία, παρά τις κάποιες αδικαιολόγητες πια συμμετοχές- μάλλον ως οργανωτικό πρόβλημα παρουσιάστηκαν.

Ανένταχτη, απλό μέλος του ΣΥΡΙΖΑ Πεύκης, προσήλθα ως ακροάτρια στη συνεδρίαση της Γραμματείας. Καθόλου ως ρεπόρτερ. Και μάλιστα δεν ήθελα να δοθεί βορά το περιεχόμενό της στα «διασπάται, διαλύεται, ο Τσίπρας, ο Αλαβάνος, οι τέσσερις κ.λπ.». Θα ήθελα να ήμουν σκηνοθέτης. Να απεικονίσω με τρυφερότητα και χιούμορ την «αδυναμία» μπροστά στην παγκόσμια κρίση που έχει ξεσπάσει και στη λαίλαπα που ακολουθεί. Την αδυναμία της Αριστεράς να εκφράσει την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα. Την αδυναμία να απαλλαγεί από τον ηγεμονισμό, τη γραφειοκρατία, το σύνδρομο της απόλυτης αλήθειας. Την ηγεσία της Αριστεράς που δεν ξέρει να ακούει, που φοβάται την άλλη άποψη. Τον κίνδυνο να μιμείται σε ύφος και συνήθειες την άρχουσα τάξη. Την Αριστερά που επισημαίνει αλλά δεν προλαβαίνει.

Όσο εφαρμόζονται τα μέτρα, πολλοί άνεργοι, απολυμένοι, χαμηλόμισθοι θα αισθανθούν μίσος. Το ταξικό μίσος που έλεγαν παλιά, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα ξεσπάσει κατά της άρχουσας τάξης. Ότι θα δημιουργήσει ταξική συνείδηση, οργάνωση κι αγώνα. Μπορεί να ξεσπάσει σε αυτόν που βγάζει 200 και 500 ευρώ παραπάνω. Να εκφραστεί με περισσότερες κλοπές, ληστείες, πορνεία, ναρκωτικά, ρατσισμό, μεγαλύτερη διάλυση του κοινωνικού ιστού. Να εκφραστεί από κάποιον «σωτήρα» που θα ενθαρρύνει την απαξίωση όχι μόνο του παρόντος κοινοβουλευτικού συστήματος αλλά της Δημοκρατίας και κάθε αριστερής ιδεολογίας ειδικότερα.

Ποια γλώσσα μιλούν οι γειτονιές; Ποια γλώσσα μιλούν αυτοί που θέλουμε να εκπροσωπήσουμε; Οφείλουμε να την μάθουμε. Να τους ακούσουμε. Όχι αφ' υψηλού. Ούτε με υποκριτική φιλοφροσύνη. Είμαστε στην ίδια μοίρα. Να τους πείσουμε ότι δεν γίνεται να τα καταφέρει ο καθένας μόνος του. Να μας τα ψάλλουν και να τους τα ψάλλουμε, αν χρειαστεί.

Τώρα είναι σαν να μην ξέρουμε να διαβάσουμε παρακάτω. Μας στερούν «το φως, το πέλαγο, το ψωμί»[*] κι εμείς δεν ξέρουμε να το πούμε έτσι ώστε να το δουν όσοι ακόμα δεν το βλέπουν. Ο Σίσυφος είχε γίνει πιο δυνατός από τον βράχο του, λέει ο Αλμπέρ Καμύ. Ο Σίσυφος είχε εξαπατήσει τον Θάνατο, αλλά είχε να κάνει με τους θεούς. Εμείς δεν πιστεύουμε σε θεούς και δεν θέλουμε να εξαπατήσουμε κανέναν. Να ανατρέψουμε θέλουμε. Ας μην επιδείξουμε ηρωική ματαιότητα.



*Η ΜΟΡΦΗ ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΣ

Ιστορισμένα παραμύθια στην καρδιά μας 
αν ασημένια σκούνα μπρος στο τέμπλο 
μιας άδειας εκκλησιάς, Ιούλιο στο νησί. 
Γ.Σ.

Η μορφή της μοίρας πάνω απ' τη γέννηση ενός παιδιού,
γύροι των άστρων κι ο άνεμος μια σκοτεινή βραδιά του Φλεβάρη,
γερόντισσες με γιατροσόφια ανεβαίνοντας τις σκάλες που τρίζουν
και τα ξερά κλωνάρια της κληματαριάς ολόγυμνα στην αυλή.

Η μορφή πάνω απ' την κούνια ενός παιδιού μιας μοίρας μαυρομαντιλούσας
χαμόγελο ανεξήγητο και βλέφαρα χαμηλωμένα και στήθος άσπρο σαν το γάλα
κι η πόρτα που άνοιξε κι ο καραβοκύρης θαλασσοδαρμένος
πετώντας σε μια μαύρη κασέλα το βρεμένο σκουφί του.

Αυτά τα πρόσωπα κι αυτά τα περιστατικά σ' ακολουθούσαν
καθώς ξετύλιγες το νήμα στην ακρογιαλιά για τα δίχτυα
κι όταν ακόμη αρμενίζοντας δευτερόπριμα κοίταζες το λάκκο των κυμάτων·
σ' όλες τις θάλασσες, σ' όλους τους κόρφους
ήταν μαζί σου, κι ήταν η δύσκολη ζωή κι ήταν η χαρά.

Τώρα δεν ξέρω να διαβάσω παρακάτω,
γιατί σε δέσαν με τις αλυσίδες, γιατί σε τρύπησαν με τη λόγχη,
γιατί σε χώρισαν μια νύχτα μέσα στο δάσος από τη γυναίκα
που κοίταζε στυλώνοντας τα μάτια και δεν ήξερε καθόλου να μιλήσει,
γιατί σου στέρησαν το φως το πέλαγο το ψωμί.

Πώς πέσαμε, σύντροφε, μέσα στο λαγούμι του φόβου;
Δεν ήταν της δικής σου μοίρας, μήτε της δικής μου τα γραμμένα,
ποτές μας δεν πουλήσαμε μήτε αγοράσαμε τέτοια πραμάτεια·
ποιος είναι εκείνος που προστάζει και σκοτώνει πίσω από μας;

Άφησε μη ρωτάς· τρία κόκκινα άλογα στ' αλώνι
γυρίζουν πάνω σ' ανθρώπινα κόκαλα κι έχουν τα μάτια δεμένα,
άφησε μη ρωτάς, περίμενε· το αίμα, το αίμα
ένα πρωί θα σηκωθεί σαν τον Άι-Γιώργη τον καβαλάρη
για να καρφώσει με το κοντάρι πάνω στο χώμα το δράκοντα.

1η Οχτώβρη '41

Γιώργος Σεφέρης, Ημερολόγιο καταστρώματος Β' , από τη συλλογή ΠΟΙΗΜΑΤΑ, εκδ. ΙΚΑΡΟΣ

η παραπομπή στο ποίημα και η παράθεσή του είναι προσθήκη των ΤΖΕΚΥΛ & ΧΑΪΝΤ

Πέμπτη, 17 Ιουνίου 2010

Ο αγώνας συνεχίζεται...

του Αρκά (από Αmanda)

του Ηλία Σιούτα*, από την ΑΥΓΗ , 17/06/2010

Η αποχώρηση της Ανανεωτικής Πτέρυγας από το κόμμα μας τον Συνασπισμό, αποτελεί αντικειμενικά μια αρνητική εξέλιξη, τόσο ως προς τη συγκυρία όπου αυτή λαμβάνει χώρα όσο και για τους λόγους για τους οποίους πραγματοποιήθηκε.

Το γεγονός ότι η μεταρρυθμιστική συνιστώσα του Συνασπισμού αποφάσισε να μη συμμετέχει στη διαδικασία εκλογής νέας ΚΠΕ και να εκκινήσει τη διαδικασία αποχώρησης από το κόμμα με την ανεξαρτητοποίηση τεσσάρων βουλευτών συνιστά μία απόφαση με σημαντικό πολιτικόιδεολογικό και ιστορικό φορτίο και έχει πολλαπλές συνέπειες. Γι’ αυτό πρέπει να αναλυθεί με νηφαλιότητα ώστε να αποκωδικοποιηθούν το μήνυμά της και τα συμπεράσματα που καλούμαστε να εξαγάγουμε...

Ένα πρώτο συμπέρασμα που προκύπτει είναι η εκκωφαντική διάψευση της λογικής των “χαμηλών τόνων” και της ενότητας ως αυταξίας (ενότητας χωρίς αρχές), ως το πανταχού παρών επιχείρημα για την αναβολή κάθε απόπειρας επίλυσης, τόσο των -στοιχειωδών- ζητημάτων λειτουργίας, οργάνωσης και δημόσιας εικόνας του κόμματος, όσο και της διασφάλισης της εμπιστοσύνης που απαιτείται από όλους, χωρίς διαθέσεις ρεβανσισμού, υπονόμευσης ή “μετά Χριστό προφητειών”, στην πολιτική γραμμή του συλλογικού μας υποκειμένου.

Οι συμβιβαστικές, χωρίς προωθητικό περιεχόμενο υπαναχωρήσεις από καταστατικά και πολιτικά χαρακτηριστικά του κόμματος, η αμηχανία και η σταδιακή “ανοίκεια οικειότητα” που όλοι/ες νιώσαμε με την πρακτική των πολλαπλών εκφωνήσεων “προς χάριν της ενότητας”, αποδείχθηκε ότι όχι απλώς δεν απομάκρυνε, αλλά παρέτεινε και δυναμίτισε μια εσω-κομματική πορεία σύγκρουσης που απέκτησε οξύτατα χαρακτηριστικά τις μέρες που περάσαμε.

Έτσι η απόφαση για σύγκληση εκτάκτου συνεδρίου με πρώτο στην ιεράρχηση το ζήτημα της λειτουργίας μας -το να γίνουμε κόμμα- σηματοδότησε, δεδομένης της ιστορίας και της αυξανόμενης έντασης αυτού του φαινομένου, ένα σημείο μη-επιστροφής, μια απόφαση δίχως τη δυνατότητα μετέπειτα ανάκλησης ή υποβάθμισής της.

Συνακόλουθα οριοθέτησε το συνέδριο -επιλογή που για την ελληνική αριστερά προκαλεί συνειρμούς και φορτίσεις- ως τον τόπο και τον τρόπο με τον οποίο θα επιδιωκόταν η λύση αυτών των αντιθέσεων. Η εναπόθεση των προσδοκιών μας, δηλαδή, σε μία μαζική, δημοκρατική, μη-ελεγχόμενη διαδικασία, όπου με τρόπο αιχμηρό, έντονο και -λόγω της κινητοποίησης που αυτό προκάλεσε- αμετάκλητο θα διάλεγε πώς θα συνεχίσουμε από 'δώ και μπρος.

Ένα μείζον ερώτημα που αβίαστα προκύπτει σε όλους/ες μας, επειδή πραγματικά κανένα λικβινταριστικό φετίχ δεν μας έλκυε στο να “ζήσουμε και εμείς μία διάσπαση”, είναι το αν αυτή η εξέλιξη ήταν αναπόφευκτη. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα πρέπει να είναι σαφής. Όχι! Κατηγορηματικά όχι. Δεν ήταν αναπόφευκτη, ούτε νομοτελειακή η αποχώρηση της Α.Π. από το κόμμα.

Σε ένα κόμμα σαν τον Συνασπισμό, ένα κόμμα που “γονιδιακά” αγωνίζεται για τη συσπείρωση και την κοινή δράση της αριστεράς, αποτελεί αντικειμενικά ένα πισωγύρισμα η θλιβερή διαπίστωση ότι μία από τις συνιστώσες που συμπορευτήκαμε 20 χρόνια επιλέγει την καθαρότητα. Προκαλεί έκπληξη και βαθύ προβληματισμό η απεμπλοκή της Α.Π. από τη διαδικασία της ενότητας μέσα από την ιδεολογική σύγκρουση, της ενότητας μέσα από τη δημοκρατία που το κόμμα μας, κάθε ένας και μία από μας, δομεί και διασφαλίζει.

Αντ’ αυτού επιλέγει τη ρήξη, που σαν πολιτική απόφαση προδιαθέτει έντονα ως προς τα πραγματικά αίτιά της, δηλαδή την αδυναμία της να επανακτήσει την πλειοψηφία. Ακροβατώντας εν τω μεταξύ όλο αυτό το διάστημα, μεταξύ ορατών και “αόρατων”, ρητών και άρρητων κόκκινων γραμμών. Αποφεύγοντας να προσδιορίσει ευθέως την πρωτεύουσα διαφωνία της, που συμπυκνώνεται σε δέκα λειτουργικές ρυθμίσεις, οχτώ εκ των οποίων προκύπτουν ευθέως από το καταστατικό του κόμματος. Ρυθμίσεις που με σαφή τρόπο καλούν την ηγεσία της Α.Π. να υπαχθεί στις ίδιες πρόνοιες εκπροσώπησης, εναλλαγής, δημόσιας παρουσίας που ισχύουν για όλα τα μέλη του Συνασπισμού.

Η “περήφανη” άρνησή τους να σεβαστούν αυτές τις αποφάσεις, τις αποφάσεις των επί 20 χρόνια συντρόφων/ισσών τους, που έως πριν από μερικά χρόνια καθοδηγούσαν ως πλειοψηφία του κόμματος, σφραγίζουν τη μοναδική “μετάλλαξη” που είναι επικίνδυνη για την αριστερά, αυτήν της κατάργησης της συλλογικότητας. Τα επίχειρα αυτής της επιλογής, δυστυχώς θα συνοδέψουν τους σ. της ηγεσίας της Α.Π. στο ταξίδι τους από 'δώ και πέρα. Μιας επιλογής, που ανεξάρτητα των προπετασμάτων της εμπνέεται από πολύ παλιές και καθόλου ανανεωτικές πρακτικές..

Αυτό που ήταν όντως αναπόφευκτο σε αυτή την ιστορία και σ' αυτό που πρέπει να σταθούμε ήταν η συνειδητοποίηση και από τις δύο πλευρές, της μη-δυνατότητας περαιτέρω αναπαραγωγής του ίδιου τρόπου “επίλυσης” των προβλημάτων μέσα στο κόμμα. Το περιβόητο “μη περαιτέρω” που η πλειοψηφία αναφωνούσε όταν κεντρικές όψεις της πολιτικής της παρέμβασης ακυρώνονταν από την μειοψηφία. Το αντίστοιχο “μη περαιτέρω” που η μειοψηφία αναφωνούσε όταν ξεδιπλώνονταν κεντρικές όψεις της πολιτικής παρέμβασης του κόμματος στις οποίες διαφωνούσε.

Έτσι φτάνουμε στη μαγική λέξη. Διαφωνίες. Διαφωνίες, των οποίων η μορφή και το επίπεδο εκφοράς δεν επερωτήθηκε ποτέ αποφασιστικά, για να μην οξυνθεί “η κατάσταση μέσα στο κόμμα”. Διαφωνίες που εν τέλει, ακριβώς επειδή πότε δεν συζητήθηκε ουσιαστικά τρόπος εκδήλωσής τους, όξυναν πολλαπλασιαστικά “την κατάσταση μέσα στο κόμμα”. Διαφωνίες και αντιθετικές ιεραρχήσεις που μέσα από τη διαιώνιση και τη συνεχή, φθοροποιό επαναφορά τους από την Α.Π., διαμόρφωσαν μια πρακτική ανταγωνιστικής παρουσίας. Χαράσσοντας τον δρόμο -στην αρχή δειλά, αργότερα με αποφασιστικότητα- για μια πορεία ουσιαστικής αυτονόμησης από κόμβους της στρατηγικής του Συνασπισμού (ΣΥΡΙΖΑ, Δεκέμβρης, ΠΟΣΔΕΠ, Ευρωσυνθήκη, ανάλυση της κρίσης και των πολιτικών της προκειμένων).

Ο θρίαμβος αυτής της πρακτικής σήμανε τη δημιουργία ενός de facto πολιτικού φορέα μέσα στο κόμμα μας, που μέσα από τη διακριτή παρουσία του, εγγυώνταν μία σαθρή ενότητα που υπερτόνιζε τη διαφορετικότητα, όχι μόνο στο επίπεδο του “ότι διαφωνούμε” άλλα -από ένα σημείο και μετά- και στο επίπεδο του “πώς διαφωνούμε”.

Ως γνωστόν, όμως, οποιαδήποτε πρακτική, ειδικά όταν αποκτήσει την αυτοτροφοδοτούμενη βεβαιότητα του “δημοκρατικού δικαιώματος”, δεν εγκαταλείπεται καθόλου εύκολα. Έτσι, λοιπόν, η εμφατική και απόλυτα δημοκρατική απόρριψη της πολιτικής πλατφόρμας της Α.Π. από το Συνέδριό μας δεν αποτέλεσε κεντρομόλο δύναμη και αφορμή προβληματισμού για τους συντρόφους/ισσες, αλλά μάλλον την αφορμή για την de jure συγκρότησή τους (και μάλιστα με πρακτικά απόλυτη σύμπνοια).

Έτσι, λοιπόν, η Α.Π., ενισχυμένη με τις αυτο-αναφορικές της “δικαιώσεις” εγκατέλειψε ακόμα και την τελευταία μορφή συμμετοχής της στην κομματική ζωή· τα εκβιαστικά -με όρους εξωτερικού οργανισμού- διλήμματα και τις παραινέσεις για αναστροφή της πορείας που σε αλλεπάλληλες δημοκρατικές διαδικασίες το κόμμα μας είχε επιλέξει.

Εν τέλει -και σε αυτό υποχρεούμαστε να μην αμφιταλαντευτούμε- η διάσπαση δεν ήρθε γιατί αποφασίσαμε να λύσουμε το πρόβλημα των δύο σχεδίων/δύο πρακτικών για την κρίση. Η διάσπαση ήρθε γιατί αργήσαμε. Και όταν αποφασίσαμε να το κάνουμε, όταν δεν μας είχε μείνει καμία επιλογή παρά να το κάνουμε, οι ανταγωνιστικές πρακτικές, οι παράλληλες πραγματικότητες, οι αντιθετικές ιεραρχήσεις, είχαν αποκτήσει την δύναμη της καθημερινότητας και μαζί με την κορύφωση του υποκειμενισμού της “ιστορικής αποστολής”, που η κρίση επιτείνει σε κάθε αριστερό σχηματισμό, έγιναν διχαστικές.

Τόσο διχαστικές, ώστε το αυτονόητο για την συντριπτική πλειοψηφία του συλλογικού μας φορέα, να θεωρηθεί ως αδιανόητο για τους συντρόφους της ηγεσίας της Πτέρυγας.

Με αυτό τον τρόπο γράφτηκε μια ακόμα σελίδα διαίρεσης στο ογκώδες βιβλίο των διασπάσεων της ελληνικής αριστεράς. Μία σελίδα που ολοκληρώνει (;) το κεφάλαιο που άνοιξε τον Μάιο του 1986, τότε για ένα “Κ”, σήμερα για ένα “ΣΥΡΙΖΑ”, τότε σαν πλειοψηφία, σήμερα σαν μειοψηφία, πάντα όμως αρνούμενοι να διαβάσουν αυτό που η ίδια η ιστορία της αριστεράς τους κραδαίνει στο πρόσωπο. Την ανάγκη κάθε πολιτικού οργανισμού που αναφέρεται στην Ανανεωτική Αριστερά να δικαιολογεί τον αυτοπροσδιορισμό του όχι μέσω από τη συνεχή επίκληση της, άλλα μέσα από την υιοθέτηση των αρχών της.

Αρχές όπως τον σεβασμό και την πειθάρχηση -ναι, την πειθάρχηση- στην πλειοψηφία, τη συνεχή μάχη για τις ιδέες του στις κατοχυρωμένες διαδικασίες και στον σωστό χρόνο. Κυρίως όμως, την οριστική απόρριψη του αναθέματος της ελληνικής αριστεράς, του σεχταρισμού, που για τόσα χρόνια υπήρξε το παυσίπονο του κάθε αριστερού σχηματισμού, μπροστά στη εκτυλισσόμενη συρρίκνωση της ηγεμονίας του.

Οι λόγοι που γέννησαν όμως το Συνέδριο, δικαιώθηκαν; Οι στόχοι αυτού του Συνεδρίου, επιτεύχθηκαν; Ναι! Κατηγορηματικά ναι. Όσοι και όσες συμμετείχαν στο Συνέδριο, διψώντας να βγουν δυνατότεροι για την επόμενη μέρα, δεν μπορεί παρά να ένιωσαν ότι μία ιστορική περίοδος -η παιδική ηλικία- του κόμματος τελείωσε, μέσα από τον πόνο και την ένταση που ξεπήδησαν από την αναμέτρηση μας με τη σκοτεινή μας πλευρά.

Μέσα όμως από αυτό τον πόνο και την ένταση γεννήθηκε, όπως από τον καρπό φυτρώνει το άνθος, αυτή η αίσθηση της λυτρωτικής τομής, της συνειδητοποίησης του αναντικατάστατου, συσπειρωτικού, χειραφετητικού ρόλου που το κόμμα μας έχει να διαδραματίσει στις σκληρές, άνευ προηγουμένου, ταξικές μάχες που είναι στην ημερήσια διάταξη.

Προσβλέποντας με περισσότερη αυτοπεποίθηση πλέον, σε εκείνη τη στιγμή, όπου θα προσδιοριζόμαστε από όλους, συντρόφους, φίλους, αδιάφορους, εχθρούς, όχι από αυτά που εκφωνούμε, αλλά από αυτά που κάνουμε. Και αυτό το Συνέδριο φέρνει αυτή τη στιγμή πιο κοντά...

Ένα σκληρό και οδυνηρό μάθημα, λοιπόν, για όλους και όλες μας. Μια διδακτική, επώδυνη εμπειρία που πρέπει να αποτελέσει τον οδηγό για το πώς οργανώνουμε τον φορέα που φιλοδοξεί να οργανώσει, να αναδείξει, να προφυλάξει και να “σπείρει” παντού, τα κύτταρα του άλλου δρόμου για τις υποτελείς τάξεις, εν μέσω κρίσης.

Δρόμος που είναι αναγκαίος και υπαρκτός. Δρόμος που χαράχτηκε. Μαζί με μία μικρή, νέα ελπίδα που γεννήθηκε με ωδίνες. Με μια μικρή, νέα ελπίδα ότι το μονοπάτι που φτιάχνουμε, δεν θα μοιραστεί την σισύφεια κατάληξη των προηγούμενων αποπειρών μας, αλλά θα μας αποκαταστήσει ως συμμάχους και συνοδοιπόρους του κόσμου που φτύνει αίμα για να επιβιώσει.

Τι άλλο λοιπόν, εκτός από το ότι ο αγώνας συνεχίζεται; Τι παραπάνω, εκτός από την βεβαιότητα ότι υπάρχουν μπροστά μας, μας περιμένουν, γεγονότα δυσάρεστα, ευχάριστα, απρόβλεπτα. Επεισόδια ενός έργου με πρωταγωνιστές όλους μας, που θα απαιτήσει άλλες απαντήσεις, στα ίδια βασανιστικά ερωτήματα.

* Ο Ηλίας Σιούτας είναι μέλος Κ.Σ. Νεολαίας Συνασπισμού

Τετάρτη, 16 Ιουνίου 2010

Με ποιους θα πας και ποιους θ’ αφήσεις;

 

ΜΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΠΟΥ ΑΝΟΙΞΕ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΤΗΛΕΣ ΤΗΣ «ΕΠΟΧΗΣ» ΚΑΙ ΤΟΥ «ΔΡΟΜΟΥ»

Κυριακή, 13 Ιουνίου 2010

 Δύο κείμενα σχετικά με τη δημιουργία του «Μετώπου Ανατροπής και Αλληλεγγύης», που δημοσιεύτηκαν στην «Εποχή» (23-5 και 30-5-2010), προκάλεσαν μια ευθεία απάντηση του Χρ. Καραμάνου και μια έμμεση του Ρ. Ρινάλντι από τις στήλες του «Δρόμου» (5-6-2010). Η συζήτηση άνοιξε και συνεχίζεται με μια ανταπάντηση, που ελπίζουμε ότι θα προωθήσει τη σκέψη μας και τις επιλογές μας με τα καλύτερα για την αριστερά και τους εργαζόμενους αποτελέσματα. Το κείμενο του Χρ. Καραμάνου μπορεί να το βρει ολόκληρο ο αναγνώστης της «Εποχής» στον ιστότοπο της εφημερίδας μας.

Επιστροφή στον ΣΥΡΙΖΑ

Ο σύντροφος Χρήστος Καραμάνος είναι για μένα μια γνωριμία που οφείλεται στην ύπαρξη του ΣΥΡΙΖΑ. Την θεωρώ... παράπλευρο όφελος από τη συμμετοχή μου σ’ αυτή την ενωτική και ανασυνθετική προσπάθεια.
Φαίνεται, όμως, ότι η μικρή διάρκεια της γνωριμίας μας δεν του επέτρεψε να πειστεί πως, αν είχα κάτι να πω δημόσια για το «Μέτωπο», εν είδει βεβαιότητας και οριστικών συμπερασμάτων, θα το έκανα. Δεν θα προτιμούσα να «προσπαθώ να δώσω την εντύπωση ότι κάτι μαγειρεύεται από το “Μέτωπο”, ότι δεν παίζει καθαρά (...) ότι υπάρχει μεθόδευση (...) ότι εντάσσεται σε μια κίνηση που οδηγεί σε διάσπαση», όπως ισχυρίζεται για μένα και μάλιστα «σαν άρρητη εκτίμηση» όχι σαν ρητή αναφορά, όπως ο ίδιος λέει.
Ας το ξεκαθαρίσουμε:
• Δεν θεωρώ ότι κάτι μαγειρεύεται από το «Μέτωπο». Εκτιμώ ότι οι σύντροφοι που το επιχειρούν δεν έχουν και οι ίδιοι αποφασίσει τι ακριβώς είναι. Γι’ αυτό και δικαιούμαι να υποβάλλω ερωτήματα.
• Δεν είμαι πεπεισμένος ότι υπάρχει μεθόδευση. Πολλές ασάφειες εκτιμώ ότι οφείλονται και σε πραγματικές διαφορές των συνιστωσών του «Μετώπου» για τη φύση του και τις σχέσεις του με τον ΣΥΡΙΖΑ.
• Δεν θέλω να δείξω ότι η κίνηση αυτή οδηγεί σε διάσπαση. Θέλω, όμως, να βεβαιωθώ ότι δεν θα ανοίξει το δρόμο προς αυτή των κατεύθυνση κάποια απρονοησία, κάποια στραβοτιμονιά από οποιονδήποτε παράγοντα του ΣΥΡΙΖΑ.
Ας κάνουμε όμως ένα βήμα πιο πέρα προσδιορίζοντας τι είναι αυτό που με ανησυχεί.
Πρώτον: Δεν είναι κακό που δεν έχει αποσαφηνιστεί ακόμα τι είναι το «Μέτωπο» και ποια θέλει να είναι η σχέση του με τον ΣΥΡΙΖΑ. Κακό είναι που περνάει ο καιρός και τα ερωτήματα αυτά δεν απαντιούνται. Πολύ χειρότερο, θεωρούνται σχεδόν ανυπόστατα και υποβολιμαία. Γίνεται, όμως, συζήτηση χωρίς ερωτήματα;
Θα αρκούσε για να προσχωρήσει κάποιος σε ένα μέτωπο να χαρακτηρίζεται απλώς «ανοικτό», «αλλαγής», «αντίστασης», «αλληλεγγύης», με στόχο την «αλλαγή του πολιτικού συστήματος και των συσχετισμών»; Εμένα, και πιθανότατα σε πολλούς άλλους, δεν μου αρκεί.

Με ποιους θα πας
και ποιους θ’ αφήσεις;


Θα ήθελα να ξέρω ποιοι άλλοι καλούνται σ’ αυτό. Ποια είναι ακριβώς η πολιτική πλατφόρμα στην οποία μπορούμε να συναντηθούμε. Μέχρι πού μπορούμε να φτάσουμε μαζί. Η διατύπωση που «θέτει ως πολιτικό στόχο την ακύρωση συνολικά της συμφωνίας ΕΕ-ΔΝΤ» και τη «συλλογική ανατροπή του πολιτικού συστήματος του αστισμού» δεν αρκεί. Γιατί δεν αναφέρεται σε κάποια συγκεκριμένη κοινωνική-πολιτική ταξική ανάλυση.
Να το πω με ένα παράδειγμα: Όταν καλούνται οι «έντιμοι φίλοι του ΠΑΣΟΚ» να προσχωρήσουν στο “Μέτωπο” με στόχο τη «συνολική ανατροπή του πολιτικού συστήματος του αστισμού», ή δεν εννοούμε ακριβώς αυτό που λέμε, ή θεωρούμε ότι η εντιμότητα ως εφόδιο για τόσο σημαντικά καθήκοντα.
Μιλήσαμε και ως ΣΥΡΙΖΑ για τέτοια ζητήματα και οι ομόφωνες αποφάσεις μας (Πρόγραμμα, 15 σημεία κ.λπ.), είναι κοινό κτήμα πια. Μόνο που στον πυρήνα τους περιλαμβάνουν με πολύ σαφή τρόπο την ιδέα της σταθερής ενίσχυσης του ΣΥΡΙΖΑ ως βασικού, αριστερού, ταξικού στοιχείου, που θα δίνει τον τόνο σε ένα συνασπισμό πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων, εξασφαλίζοντας τόσο τη στόχευσή του όσο και το σταθερό προσανατολισμό του. Προοπτική αυτού του σχεδίου δεν είναι η ανατροπή του «πολιτικού συστήματος του αστισμού», αλλά η υπέρβαση του καπιταλισμού, στο πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό πεδίο, ο σοσιαλισμός.
Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν προτείνει «μια νέα μεταπολίτευση». Προτείνει πολύ πιο συγκεκριμένες ανατροπές στο Πρόγραμμά του και στα «15 σημεία».
«Να φύγουν όλοι και πρώτα απ’ όλα ο αστισμός», όπως λέει ο σύντροφος Χρήστος. Αλλά επειδή και η πρόσφατη εμπειρία μάς έχει δείξει ότι ο αστισμός μπορεί να μπαίνει από την πίσω πόρτα, πρέπει να θέτουμε το ζήτημα της εξόδου από την κρίση με ταξικούς και όχι εθνικούς όρους (βλ. Και σχετικό κείμενο του Γ. Μηλιού στο «Εντός Εποχής»-6/6/2010).

Με ποια πολιτική;

Δεν αρκεί «η ακύρωση-γκρέμισμα της συμφωνίας ΔΝΤ-ΕΕ». Το πιο σημαντικό είναι για ποια άλλη συγκεκριμένη πολιτική θα ανατραπεί και αν αυτή θα διασφαλίζει όχι τα συμφέροντα της χώρας από τις επιδιώξεις των “κηδεμόνων”, αλλά των εργαζομένων από το σύνολο των εκπροσώπων του κεφαλαίου (οι οποίοι δεν βλέπω να έχουν μεταξύ τους και τόσο μεγάλες διαφορές).
Κι έτσι ερχόμαστε στο δεύτερο σημαντικό ζήτημα. Με ποια πολιτική συγκροτείται το «Μέτωπο»; Ποια είναι η ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης; Τι αντιμετωπίζουμε ως εργαζόμενοι, ως λαϊκές τάξεις, όχι γενικά ως χώρα;
Εδώ κάνει λάθος ο σύντροφος Χρήστος. Δεν είναι ότι «δεν μου αρέσουν καθόλου» οι φράσεις του σύντροφου Αλαβάνου, τις οποίες χρησιμοποιεί όταν θέλει να δείξει ότι το πρόβλημά μας είναι εισαγόμενο, ότι κάποιοι έξω από τη χώρα επιβάλλουν στην κυβέρνηση Παπανδρέου πράγματα που δεν θέλει να κάνει.
Υπάρχει ουσιαστική διαφορά εδώ. Η κυβέρνηση Παπανδρέου, όπως και οι προηγούμενες, όπως και η σοσιαλδημοκρατία διεθνώς έχουν προ πολλού συναινέσει στη γενική κατεύθυνση του νεοφιλελεύθερου μοντέλου καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης. Μονόδρομο το έχουν ονομάσει. Αυτό, για όποιον δεν έχει αυταπάτες, απαιτεί συμπίεση αμοιβών και δικαιωμάτων για τους εργαζόμενους με μέτρο και ιδανικό για το κεφάλαιο τις απάνθρωπες συνθήκες των διαφόρων «τίγρεων» του τρίτου κόσμου. Και με σκοπό την ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας.
Η κατάσταση που ζούμε σήμερα δεν είναι έκτακτη. Ήταν αναμενόμενη. Είναι λογική συνέπεια του «εκσυγχρονισμού» μας, προκειμένου να ακολουθήσουμε την καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση, που απαιτεί «ανατροπές», όπως λέει και ξαναλέει ο Παπανδρέου (βλ. ανάλυση του Π. Ρυλμόν στη σελίδα 2).

Τι ακριβώς αλλάζει
σε Ελλάδα και Ευρώπη;


Ωστόσο, και το «Μέτωπο» δια στόματος Αλ. Αλαβάνου, αλλά ιδίως η ΚΟΕ, όπως εκτενώς αναλύει ο Ρ. Ρινάλντι (Δρόμος, 5-6-2010). εκτιμούν ότι «έχουμε μπει σε νέα καθεστωτική φάση». Ότι «κάτι σημαντικό άλλαξε στη χώρα και στον τρόπο διακυβέρνησης».
Τι είναι αυτό; Είναι η «επιτήρηση» και η «επικυριαρχία». Αρκούν αυτά για να χαρακτηρίσουν την κατάσταση ως «νέα καθεστωτική φάση»; Μας επιτρέπουν να μιλάμε για «μισοαποικία» και «προτεκτοράτο» αναφερόμενοι σε μια χώρα με το συγκεκριμένο επίπεδο καπιταλιστικής ανάπτυξης και με συγκεκριμένη θέση στα Βαλκάνια και το διεθνή καταμερισμό; Το ίδιο θα πούμε αύριο για την Πορτογαλία και για την Ισπανία, για την Ιταλία μεθαύριο;
Αν με τη διατύπωση «νέα καθεστωτική φάση» εννοείται ότι στο εσωτερικό της χώρας, αλλά και σ’ όλη την ΕΕ σιγά σιγά, επιβάλλεται με γενική επίθεση ένα νομικό καθεστώς που τροποποιεί τους όρους άσκησης της κυριαρχίας της άρχουσας τάξης επί των υποτελών τάξεων, με αποτέλεσμα να αποδυναμώνονται στοιχεία θεμελιακά της δημοκρατίας δυτικού τύπου που γνωρίσαμε μεταπολεμικά, είναι σωστό. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αλλάζει, με εξωτερική επιβολή μάλιστα, ο χαρακτήρας του πολιτικού ή πολύ περισσότερο του κοινωνικού καθεστώτος. Οι ανατροπές που συντελούνται ήδη ή επιδιώκονται, δικαιολογούν σίγουρα όχι απλώς ανησυχία, αλλά κήρυξη κατάστασης συναγερμού και αγωνιστικής συσπείρωσης όλων των δυνάμεων που θίγονται και θέλουν να αντισταθούν. Αλλά ποιες είναι αυτές οι δυνάμεις;
Δεν μπορούμε να πούμε ότι είναι «σαν να έχουμε μια χούντα που πρέπει να γκρεμιστεί για να μιλήσουμε για οποιαδήποτε θετική εξέλιξη». Σε μια χούντα ή σε μια εξωτερική επίθεση συμπαρατάσσονται για την αντιμετώπισή της ποικίλες δυνάμεις, και αστικές. Πρόκειται για πολύ μεγάλη διαφορά, που πιστεύω ότι δεν μας επιτρέπει παραλληλισμούς του τύπου χούντα – κατοχή – ΕΑΜ κ.λπ.
Υπάρχει ποιοτική διαφορά ανάμεσα σε μια χούντα ή μια κυβέρνηση Τσολάκογλου και σε μια κυβέρνηση που μόλις προέκυψε από εκλογές. Άλλο πράγμα να της καταμαρτυράς ότι δεν έχει δημοκρατική νομιμοποίηση (άρα να απαιτείς εκλογές ή δημοψήφισμα)και άλλο να την παρομοιάζεις με μη εκλεγμένες κυβερνήσεις , που μόνο βίαια μπορούν να ανατραπούν. Η απλούστευση αυτή δυσκολεύει τη χάραξη ορθής πολιτικής – ιδίως συμμαχιών.

Το «Μέτωπο» και ο ΣΥΡΙΖΑ

Ας περάσουμε, όμως, στο τρίτο ζήτημα.
Υπάρχει κίνδυνος διάσπασης του ΣΥΡΙΖΑ; Εκτιμώ ότι καμία συλλογικότητα δεν το επιδιώκει συνειδητά. Όσο, όμως, δεν ξεκαθαρίζεται τι ακριβώς είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, τι το «Μέτωπο», ποια η σχέση τους, τότε ενδέχεται να υπάρξουν εξελίξεις ακόμα και παρά τη θέλησή μας.
Η πρόσφατη συνδιάσκεψη της ΚΟΕ («Δρόμος», 5-6-2010) θεωρεί ορθά ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι «πολιτικός φορέας και όχι κοινωνικό-πολιτικό μέτωπο». Τονίζεται επίσης ότι «ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να συμβάλει στην οικοδόμηση του “Μετώπου”», υπό όρους. Πώς γίνεται, λοιπόν, η ίδρυσή του να είναι υπόθεση τεσσάρων μόνο από τις συνιστώσες του; Το ερώτημά μου, συνεπώς, γιατί δεν προτάθηκε ποτέ στον ΣΥΡΙΖΑ η ιδέα του μετώπου, δεν είναι καθόλου διαδικαστικό. Είναι ζήτημα ταυτότητας και του «Μετώπου» και του ΣΥΡΙΖΑ. Και όχι μόνο καλών σχέσεων μεταξύ μας.
Υπενθυμίζω ότι για τη ΔΕΑ (που μετέχει στο «Μέτωπο») ο ΣΥΡΙΖΑ εξακολουθεί να είναι μετωπική οργάνωση.
Ποιος απ’ όλους έχει δίκιο και τι σημαίνει ο όρος «πολιτικό και κοινωνικό μέτωπο» που φαίνεται να υιοθετεί γι’ αυτό η ΚΟΕ (πάντα σύμφωνα με τον «Δρόμο»);
Το οποιοδήποτε μέτωπο, κατά τη γνώμη μου, δεν μπορεί παρά να είναι πολιτικός φορέας, εφόσον επιδιώκει άμεσα πολιτικά αποτελέσματα. Όπως και ο ΣΥΡΙΖΑ είναι πολιτικός φορέας. Κάποτε πρέπει να πάψουμε να συγχέουμε τα πολιτικά μέτωπα με τους συνασπισμούς πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων, που είναι δυνατόν να εκφραστούν στο πολιτικό πεδίο και από ένα πολιτικό μέτωπο. Και να διαλέξουμε με ποιον πολιτικό φορέα βαδίζουμε χωρίς ακροβασίες.
Είναι λάθος, λοιπόν, να συγκρίνουμε –όπως ο σύντροφος Χρήστος– το «Μέτωπο» με την ΑΝΑΣΑ. Η δεύτερη λειτουργεί στο πλαίσιο του ΣΥΡΙΖΑ, ρητά και κατηγορηματικά, είναι υποσύνολό του, δεν διεκδικεί να τον απορροφήσει στο εσωτερικό της, δεν ενδιαφέρεται να τον συρρικνώσει, αλλά να τον αναβαθμίσει.
Είναι άδικο λοιπόν η έγνοια μας να διατηρήσουμε, όχι άνευ όρων βέβαια, τη συνεργασία με ένα σημαντικό τμήμα του ΣΥΡΙΖΑ, όπως ο Συνασπισμός, να θεωρείται συμπαράταξη με «μια πτέρυγα που θεωρεί σπίτι της τον περιβάλλοντα χώρο του Συνασπισμού». Αλλιώς εμείς αντιλαμβανόμαστε το ρόλο μας. Θυμόμαστε, απεναντίας, ότι ΚΟΕ είχε για μια μακρά περίοδο προνομιακές σχέσεις με τον Συνασπισμό.

Και τώρα τι κάνουμε;

Κατά τη γνώμη μου θα ήταν σχήματα κατώτερα των αναγκών και των δυνατοτήτων μας τόσο ένας «ΣΥΡΙΖΑ των προθύμων» όσο και ένα «Μέτωπο της προθύμων». Θα αποδείξουμε την ανικανότητα και την ανεπάρκειά μας, αν δεν μπορέσουμε να αναζητήσουμε και να βρούμε το νέο πολιτικό συμβόλαιο για τον ΣΥΡΙΖΑ, με όλες τις συνιστώσες του, στις νέες συνθήκες της γενικευμένης οικονομικής και πολιτικής κρίσης. Αν δεν μπορέσουμε να τον ενισχύσουμε και να τον διευρύνουμε τώρα που οι συνθήκες το επιτρέπουν.
Τέταρτο και τελευταίο: Θα μπορέσουμε; Δεν είμαι αισιόδοξος κι ας λέει ο σύντροφος Χρήστος για μένα: «μοιάζει να είναι ευχαριστημένος με τη σημερινή κατάσταση της αριστεράς». Θα έπρεπε να ήμουν τυφλός και κουφός, για να μην είμαι ανήσυχος.
Άλλο αυτό, όμως, και άλλο να τοποθετείται συμπούρμπουλη η αριστερά στο «κάδρο της απαξίωσης», μαζί με τις άλλες πολιτικές δυνάμεις αδιάκριτα. Μπορεί να μην κάνει το παν, να μη δίνει το χρώμα στην αγανάκτηση, να μην παίζει καθοριστικό ρόλο, αλλά είναι εδώ, δίπλα μας, και σ’ αυτήν πρώτα απ’ όλα οφείλουμε, είμαστε υποχρεωμένοι να απευθυνθούμε. Με τη συναίσθηση και τη συνείδηση ότι μας θέλει ενωμένους –κι εμάς κι άλλους πολλούς μαζί μας– σ’ ένα κοινό πολιτικό σχέδιο, σε κοινή δράση.
Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να μηδενίζεται και για την ως τώρα διαδρομή του και την προοπτική που εμπεριέχει. Εξάλλου ο ΣΥΡΙΖΑ έχει υποστεί βλάβες καθοριστικές από την ίδια την ηγεσία του ή από την ολιγωρία συνιστωσών του. Δεν τον απέρριψε ο κόσμος του, απεναντίας τον έσωσε σε δύσκολες εκλογικές μάχες. Το να λέμε τώρα ότι δεν μπορεί να ανταποκριθεί στα καθήκοντά του και γι’ αυτό αναζητούμε άλλο φορέα, μοιάζει μάλλον με αυτοεκπληρούμενη προφητεία παρά με αντικειμενική πραγματικότητα.
Αν στην πρώτη σοβαρή δυσκολία, όπως η σημερινή, επιλέξουμε τον εύκολο δρόμο του παροπλισμού του ΣΥΡΙΖΑ, προκειμένου να δοκιμάσουμε κι άλλα, ταυτόχρονα, πολιτικά σχέδια, αυτό θα σημαίνει ότι δεν είχαμε πειστεί για τη χρησιμότητά του. Και μια τέτοια στάση δεν υποδηλώνει αποφασιστικότητα, μάλλον αστάθεια και αβεβαιότητα δείχνει ως προς τις επιλογές των πολιτικών στόχων και των φορέων που θα τους επιδιώξουν.

Χ. Γεωργούλας

Το κείμενο του Χρήστου Καραμάνου στον δρόμο:

Να συζητήσουμε σοβαρά, δηλαδή, με εκτιμήσεις

Μια απάντηση στον Χ. Γεωργούλα
 
Του  Χρήστου Καραμάνου
 
 
Στα δύο τελευταία φύλλα της εφημερίδας Εποχή ο Χ. Γεωργούλας δημοσίευσε δύο εκτενή άρθρα για το Μέτωπο Αλληλεγγύης και Ανατροπής («Μέτωπο») και την συγκέντρωση στο Σπόρτιγκ , όπου προσπαθεί να απαντήσει στο εγχείρημα, να δείξει ότι κάτι δεν στέκει σε αυτό, ότι δεν έχει λόγο ύπαρξης.
Είναι, μάλλον, η απάντηση του χώρου της Εποχής σχετικά με το εγχείρημα και ένας γενικά σεβαστός και σοβαρός αρθρογράφος, ο Χ. Γεωργούλας, έχει αναλάβει να την προωθήσει.
 
Ποια είναι τα στοιχεία της κριτικής του; Α) Προσπαθεί να εντοπίσει αντιφάσεις και να διαπιστώσει διαφορετικές τοποθετήσεις μεταξύ αυτών που βρίσκονται στο Μέτωπο. Β) Επιμένει ότι δεν έχουν διευκρινίσει οι εμπνευστές του «Μετώπου» τι ακριβώς είναι και τι θέλουν να κάνουν. Γ) Αναπαράγει τα επιχειρήματα ότι είναι υποτιμημένα τα ταξικά και κοινωνικά στοιχεία στην ανάλυσή του έναντι των εθνικών και πατριωτικών. Δ) Θέτει ορισμένα διαδικαστικά θέματα, όπως, για παράδειγμα, ότι η ιδέα ενός μετωπικού σχήματος δεν προτάθηκε ποτέ στον ΣΥΡΙΖΑ.
 
Φυσικά ο αρθρογράφος ανακατεύει ανακοινώσεις οργανώσεων, τοποθετήσεις στο Σπόρτινγκ, δημοσιεύματα στον Δρόμο και προσπαθεί να δώσει την εντύπωση ότι κάτι μαγειρεύεται από το «Μέτωπο», ότι δεν παίζει καθαρά, ότι δεν απευθύνεται σε όλο τον ΣΥΡΙΖΑ και πάει λέγοντας. Μάλλον είναι πεισμένος ότι υπάρχει μεθόδευση και με τις αναφορές του θέλει να δείξει ότι η προσπάθεια αυτή εντάσσεται σε μια κίνηση που οδηγεί σε διάσπαση. Δεν το λέει έτσι καθαρά, αλλά παντού υπάρχει αυτή η άρρητη εκτίμηση σαν κόκκινη κλωστή στα δύο δημοσιεύματα.
 
Στο χώρο που διαθέτουμε δεν μπορούμε να περιγράψουμε περισσότερο την άποψη του Χ. Γεωργούλα (Χ.Γ.), αλλά συνιστούμε στους αναγνώστες μας να διαβάσουν τα δύο άρθρα.
 

 
Το ζήτημα δεν είναι οι διατυπώσεις και οι λέξεις αλλά οι εκτιμήσεις
 
Το «Μέτωπο» και η συγκέντρωση στο Σπόρτιγκ δεν έπεσαν ξαφνικά από τον ουρανό και ούτε είναι το καπρίτσιο ενός τέως προέδρου που θέλει να κάνει ζημιά στον «όλο ΣΥΡΙΖΑ» ή έστω στον ΣΥΝ. Επομένως, όποιος θέλει να πει κάτι ουσιαστικό για το «Μέτωπο», πρέπει να το τοποθετήσει στην ειδική στιγμή της πολιτικής συγκυρίας και στην ειδική στιγμή της πορείας του πιο σημαντικού ενωτικού εγχειρήματος της Αριστεράς, του ΣΥΡΙΖΑ.
 
Ο Χ.Γ. δεν ασχολείται σχεδόν καθόλου με αυτά τα δύο ζητήματα όταν καταπιάνεται με το «Μέτωπο». Μοιάζει να μην έχει πάρει σοβαρά υπόψη του ότι έχουμε μπει σε μια νέα καθεστωτική φάση, ότι κάτι σημαντικό άλλαξε στην χώρα και στον τρόπο διακυβέρνησής της από τη στιγμή που προσχωρήσαμε στην τριπλή επιτήρηση και στο καθεστώς επικυριαρχίας από ΔΝΤ-Ε.Ε. Σε τέτοιες συνθήκες –και όπως έδειξαν καθαρά οι διαθέσεις του εργαζόμενου λαού στις 5 και 6 Μαΐου– σε κεντρικό ζήτημα μετατρέπεται όχι απλά μια γραμμή «πάρτε τα μέτρα πίσω», αλλά μια κατεύθυνση που θέτει ως πολιτικό στόχο την ακύρωση συνολικά της συμφωνίας Ε.Ε.-ΔΝΤ και την ανατροπή αυτής της επικυριαρχίας. Τίθεται, επομένως, ζήτημα συνολικής ανατροπής αυτού του πολιτικού συστήματος του αστισμού που επικυρώνει τη συμφωνία Ε.Ε.-ΔΝΤ, που οδηγεί τη χώρα, την οικονομία και το λαό σε μια καταστροφή. Η ανάγκη ενός πλατιού λαϊκού Μετώπου που να στοχεύει σε μια μεγάλη αλλαγή προκύπτει από αυτές τις διαπιστώσεις. Δεν μπορεί η Αριστερά να μην θέτει αυτό το καθήκον, να μην προσανατολίζεται και να μην προετοιμάζεται για αυτό. Εκτός κι αν έχει κόψει κάθε δεσμό και επαφή με την κοινωνία.
 
Ο αρθρογράφος μοιάζει να μην συνειδητοποιεί τη βαθιά κρίση στην οποία έχει οδηγηθεί ο ΣΥΡΙΖΑ εδώ και ένα χρόνο, ούτε να πολυνοιάζεται για τις αιτίες της και το ρόλο κάθε δύναμης σε αυτήν. Άκουσε ή δεν άκουσε την αντιπαράθεση που έγινε για το Σύμφωνο Σταθερότητας στην τρίτη συνδιάσκεψη του ΣΥΡΙΖΑ; Άκουσε ή δεν άκουσε πώς αντιμετωπίστηκε η πρόταση για δημοψήφισμα; Άκουσε ή δεν άκουσε την ανάγκη να ανοίξει η συζήτηση για το χρέος, το ευρώ κ.λπ.; Άκουσε ή δεν άκουσε για το τι στάση πρέπει να κρατήσει η Αριστερά σε αυτήν τη συγκυρία; Ή, να το θέσουμε αντίστροφα, ποια ήταν και ποια είναι η πολιτική γραμμή και η παρέμβαση του ΣΥΡΙΖΑ τους τελευταίους 6 μήνες; Υπάρχουν κενά; Υπάρχει πολιτική γραμμή και ποια είναι αυτή; Δεν μπορεί ο αρθρογράφος να μην παίρνει διόλου υπόψη του την κρίση του ΣΥΡΙΖΑ, την αγωνία χιλιάδων ανθρώπων, την απογοήτευση και το θυμό τους.
 
Αντίθετα μοιάζει να είναι ευχαριστημένος με τη σημερινή κατάσταση της Αριστεράς και την παρέμβασή της π.χ. στις 5/5. Αναρωτιέται, όταν κριτικάρει την άποψη της ΚΟΕ, πώς η κατακραυγή προς τον πολιτικό κόσμο συμπεριλαμβάνει και την Αριστερά: «Πώς γίνεται, όμως, αυτή η Αριστερά να τοποθετείται στο κάδρο της απαξίωσης και να είναι η ίδια που έκανε το παν για να είναι πάνδημη η κατακραυγή στις 5/5 και να παρίσταται αυτοπροσώπως, σύσσωμη, σωματικά παρούσα σ’ αυτή την πάνδημη κατακραυγή;». Έχουμε διαφορετική εκτίμηση: και δεν έκανε το παν, και δεν έδωσε το χρώμα στην αγανάκτηση και τον θυμό, δεν καθόρισε ούτε έπαιξε κάποιο ρόλο, ούτε σκέφτηκε σοβαρά για κάποια κλιμάκωση ή απάντηση.
 
Επομένως, ο Χ.Γ. αντιμετωπίζει το «Μέτωπο» έξω από αυτές τις δύο βασικές παραμέτρους –νέα καθεστωτική φάση, κρίση στον ΣΥΡΙΖΑ– και το βλέπει ως ένα κόλπο. Δικαίωμά του, αλλά είναι και υποχρέωσή του να τοποθετηθεί στα δύο ζητήματα που είναι κρίσιμα: τι έχει αλλάξει τους τελευταίους μήνες στη χώρα και ποια η εκτίμησή του για μια πιθανή και υπό ποιους όρους ανάταξη του ΣΥΡΙΖΑ.
 
Επειδή, όμως, διατυπώνει πολλά διαδικαστικά και «δεοντολογικά» ζητήματα απέναντι στην πρωτοβουλία του «Μέτωπου», ας θέσουμε ένα πιο ουσιαστικό: Από πότε ο ΣΥΝ έχει δικαίωμα να κάνει εκδηλώσεις, καμπάνιες, συναντήσεις και ό,τι άλλο, η Ανανεωτική Πτέρυγα να οργανώνει ημερίδες και εκδηλώσεις, από πότε μπορούν να φτιάχνονται κινήσεις όπως η ΑΝΑΣΑ (Πρωτοβουλία για την Ανασύνθεση της Αριστεράς και το μετασχηματισμό του ΣΥΡΙΖΑ), και αυτά να θεωρούνται περίπου φυσιολογικά, ενώ η πρωτοβουλία του «Μετώπου» να έχει το στίγμα του απαγορευμένου, του μη κανονικού, του «άλλου», του «κόλπου»; Γιατί δεν αγανακτεί ο Χ.Γ. με τα προκλητικά άρθρα της Αυγής που κατηγορεί το «Μέτωπο» για ένα «άλλο σχέδιο μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ» ή πως «δοκιμάζονται τα όρια ΣΥΝ και ΣΥΡΙΖΑ με τις πρωτοβουλίες του Μετώπου» αλλά αναπαράγει περίπου τα ίδια με άλλα λόγια και με εντελώς πρόχειρο τρόπο;
 

 
Καλός ο κλεφτοπόλεμος, αλλά όχι όταν τα ζητήματα είναι πολιτικά και κρίσιμα
 
Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει διανύσει μια πορεία. Ο Χ.Γ. τον χαρακτηρίζει «ήδη παραπαίοντα», συνοδεύοντας αμέσως την εκτίμηση με το αθωωτικό «και με δική μας ευθύνη». Ο ΣΥΡΙΖΑ στις καλές του μέρες είχε ένα πολιτικό σχέδιο-στόχο. Να δημιουργήσει μια νέα κοινωνική και πολιτική πλειοψηφία, να ανατρέψει το δικομματισμό και τον νεοφιλελευθερισμό. Αυτά σιγά-σιγά ξεχάστηκαν, όπως ξεχάστηκε το ζήτημα της πολιτικής γραμμής. Στις καλές του μέρες έκανε πραγματική αντιπολίτευση μέσα στη Βουλή και έξω από αυτήν.
 
Έχει αντιληφθεί ο αρθρογράφος κάποια αντιπολίτευση μέσα στη Βουλή από τον ΣΥΡΙΖΑ μετά τις εκλογές; Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει χάσει κάθε πρωτοβουλία κινήσεων και ενδιαφέρεται να είναι στο κεντρικό πολιτικό κάδρο χωρίς αιχμές και προτάσεις, χωρίς νεύρο και κίνηση. Σε συνθήκες που κυοφορούνται εκρήξεις, αγώνες, μεγάλες πολιτικές και κοινωνικές ανακατατάξεις. Ποια η πρόταση του Χ.Γ. για όλα αυτά; Ο «όλος ΣΥΡΙΖΑ» θα αφυπνιστεί υπό ποιες προϋποθέσεις και με ποια γραμμή; Στον ίδιο δεν αρέσουν καθόλου οι φράσεις του Α. Αλαβάνου: «Η Βουλή ψηφίζει το τριετές πρόγραμμα στα αγγλικά», «η Ελλάδα έχει γερμανίδα πρωθυπουργό», «συμπατριώτες μας στο εξωτερικό γίνονται δέκτες ρατσισμού, ευτελισμού, περιφρόνησης και διακωμώδησης», «αυτές είναι ιμπεριαλιστικές εντολές, τελεσίγραφα»... γιατί είναι εθνικοπατριωτικά και υποβαθμίζουν το ταξικό και κοινωνικό… Έτσι δείχνει ότι δεν έχει καταλάβει τη νέα φάση στην οποία έχει εισέλθει η χώρα με την υπογραφή του μνημονίου «διάσωσης». Το πιο ταξικό από όλα τα καθήκοντα, αφού δεν γίνεται αντιληπτό να το πούμε και έτσι, είναι να γκρεμιστεί-ακυρωθεί η συμφωνία Ελλάδας-Ε.Ε./ΔΝΤ και για να γίνει αυτό πρέπει να γίνει μια νέα μεταπολίτευση, μια ριζική πολιτική αλλαγή, να φύγουν όλοι όσοι οδήγησαν τη χώρα στην κατάσταση αυτή, δηλαδή πρώτα από όλα ο αστισμός, η μεγαλοαστική τάξη και τα κόμματά τους, που έχουν ταυτίσει τα συμφέροντά τους με τις μίζες, τα ξεπουλήματα, τη συμμαχία με τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Αυτές οι αλλαγές και τα μέτρα που πρέπει να παρθούν για το χρέος, τις τράπεζες, την παραγωγή κ.λπ. δεν είναι ο σοσιαλισμός, ούτε η λαϊκή οικονομία με λαϊκή εξουσία. Καταγράφουν, όμως, μια ριζική τροποποίηση του συσχετισμού δυνάμεων, δημιουργούν μεγάλες ρωγμές στην αστική κυριαρχία, την εξαναγκάζουν σε μεγάλες υποχωρήσεις και συμβιβασμούς, φέρνουν στο προσκήνιο νέες δυνάμεις και πολλά άλλα που μπορούμε να καταγράψουμε ως δυνατότητες. Κανένα θετικό βήμα δεν μπορεί να γίνει χωρίς την ακύρωση-γκρέμισμα της συμφωνίας ΔΝΤ-Ε.Ε. Ναι, είναι σαν να έχουμε μια χούντα που πρέπει να γκρεμιστεί για να μιλήσουμε για οποιαδήποτε θετική εξέλιξη.
 
Επί της ουσίας, ο Χ.Γ. συντάσσεται με μια πτέρυγα, με μια «παράταξη» που θεωρεί «σπίτι» της τον περιβάλλοντα χώρο του ΣΥΝ. Δεν υποδεικνύει τίποτα όσον αφορά την κρίση του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά προσπαθεί να δημιουργήσει εντυπώσεις και θολούρα γύρω από το «Μέτωπο». Συντάσσεται με έναν οργανισμό που έχει παραλύσει και εξακολουθεί να θέλει την παράλυση του ΣΥΡΙΖΑ και κατηγορεί το «Μέτωπο» για όποιες πρωτοβουλίες παίρνει, σε μια στιγμή, μάλιστα, που υπάρχει ένα σχέδιο συρρίκνωσης του ΣΥΡΙΖΑ σε απλή εκλογική ταμπέλα κάτι σαν ΣΥΝ and friends. Πιθανολογούμε ότι η επιλογή του γίνεται στη βάση μιας πολιτικοϊδεολογικής συγγένειας και αναφοράς με τον ΣΥΝ και πλήρους διαφωνίας με τις θέσεις και απόψεις που έχουν προβληθεί από το «Μέτωπο». Η επιλογή αυτή δεν οδηγεί σε ανάταξη του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά σε εμπέδωση του ηγεμονισμού ενός ουσιαστικά κολοβωμένου ΣΥΝ σε έναν παραπαίοντα «ΣΥΡΙΖΑ των προθύμων». Σκληρά λόγια αλλά καθαρά και αληθινά. Μακάρι να ήταν διαφορετικά τα πράγματα αλλά δεν είναι.
 
Θα υπήρχαν πολύ πιο ουσιαστικά θέματα προς συζήτηση, σ. Γεωργούλα, υπό τον γενικό τίτλο «νέα καθεστωτική φάση – κρίση του ΣΥΡΙΖΑ, καθήκοντα και στόχοι».  Οι στήλες της εφημερίδας είναι ανοικτές για μια παρέμβασή σου – απάντηση στο σημείωμα αυτό (ίδιας έκτασης) γιατί επιθυμούμε πολύ το διάλογο και την αντιπαράθεση που –υπό όρους– μπορεί να αποβεί χρήσιμη για όλους.