Κυριακή, 31 Οκτωβρίου 2010

Μετά;

Red chain
Red chain, by Oceanik (originally posted to Flickr) με άδεια CC-BY-2.0  via Wikimedia Commons http://commons.wikimedia.org/wiki/File:Red_chain.jpg
του Θοδωρή Δρίτσα *

από την ΑΥΓΗ, 31.10.10

Θέλω να πιστεύω ή -πιο σωστά- είμαι βέβαιος πως, για τα αριστερά ψηφοδέλτια σε όλη την Ελλάδα, τα εκλογικά αποτελέσματα θα είναι καλύτερα απ’ ό,τι καταγράφουν οι δημοσκοπήσεις. Άλλωστε, λίγο-πολύ αυτό συμβαίνει πάντα. Χρειάζεται βέβαια, αυτήν την τελευταία εβδομάδα που απομένει, να ενταθούν οι προσπάθειες και να γίνουν σαφέστερα τα μηνύματα που εκπέμπονται. 

Όπως και να είναι όμως, είναι βέβαιο πως τ’ αποτελέσματα θα είναι αναντίστοιχα προς την πιεστική ανάγκη έκφρασης των επίκαιρων κοινωνικών προσδοκιών. Δηλαδή, η αριστερά στο σύνολό της δεν θα μπορέσει να εκπροσωπήσει όσο απαιτεί η συγκυρία την αγωνία, την οργή, τη διαμαρτυρία και πολύ περισσότερο την ελπίδα των κοινωνικών ομάδων που πλήττονται από την κρίση.

Αυτό είναι ήττα. Ήττα όλων μας και δεν χρειάζεται να περιμένουμε τ’ αποτελέσματα για να την παραδεχτούμε. Έχουμε τα υλικά για να την αναγνωρίσουμε από τώρα και με αυτή την παραδοχή να στείλουμε προς την κοινωνία ειλικρινή μηνύματα αυτή την τελευταία προεκλογική εβδομάδα, κυρίως όμως να προετοιμαστούμε με ψυχραιμία για το μετά.

Κατά τη γνώμη μου, ο σκληρός πυρήνας της διαχρονικής και σισύφειας κακοδαιμονίας της ελληνικής αριστεράς είναι η υπερπολιτικοποίηση - ιδεολογικοποίηση των παρεμβάσεων στους κοινωνικούς αγώνες, με διάφορες εκδοχές, τόσο δεξιόστροφες, όσο και αριστερόστροφες. Η αγχώδης αναζήτηση ρόλου πολιτικής πρωτοπορίας, ακόμα και η αυτοαναγόρευση όλων σχεδόν των τάσεων και ρευμάτων της αριστεράς ως πρωτοπορία, διαμορφώνει αναπαραγόμενα πεδία ανώριμου εσωτερικού πολιτικού ανταγωνισμού, ερήμην των κοινωνικών πρωταγωνιστών. Αναπόδραστα ως εκ τούτου, παράγεται πολυδιάσπαση.

Ο δρόμος για τον θρίαμβο του αυτοεπιβεβαιούμενου ανταγωνιστικού υποκειμενισμού μένει ορθάνοιχτος. Γιατί όλα συμβαίνουν στο κενό, χωρίς το μέτρο του κοινωνικού κριτή. Η ιδεολογία γίνεται ιδεοληψία, η αριστεροσύνη γίνεται «ιερό» προνόμιο, η συνέπεια το ίδιο και το συγκυριακό ή μερικό πολιτικό σχέδιο γίνεται «ταμπού» απαραβίαστο και αδιαπραγμάτευτο. Οι κάτοχοι της μιας και μοναδικής αλήθειας δεν χρειάζεται να επιβεβαιώσουν την επιλογή τους στην κοινωνία. Αρκεί που συσπειρώνουν τον αναγκαίο αριθμό «πρωτόκλητων», ώστε να διεκδικήσουν την ηγεμονία στην… οικογένεια. Μετά… βλέπουμε!

Είχα πιστέψει βαθιά πως ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελούσε κατάκτηση μιας ευρύτατης, ώριμης και ιστορικής αυτοσυνείδησης, που ενσωμάτωνε προωθητικά και λυτρωτικά αυτές τις οδυνηρές εμπειρίες πολλών δεκαετιών. Ποιο άλλο περιεχόμενο, άλλωστε, μπορούσαν να έχουν οι ομόθυμες τρανταχτές διακηρύξεις, πως «η ενότητα είναι επιλογή στρατηγικού χαρακτήρα»; Οργίζομαι για τη διάψευση, αλλά προτείνω να μην το βάλουμε κάτω. Προτείνω να πεισμώσουμε.

Μετά τις αυτοδιοικητικές εκλογές, είναι βέβαιο πως θα ειπωθούν πάρα πολλά και θα ξαναχυθεί πολύ μελάνι. Θεωρώ όμως επίσης βέβαιο πως ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα μπορέσει να συνεχίσει σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Πρέπει λοιπόν ψύχραιμα, να σκεφτούμε από τώρα για το μετά, όσο κι αν αυτό είναι δύσκολο. Δεν έχω φυσικά καμιά… μεγαλόπνοη λύση. Σκέπτομαι όμως τρία-τέσσερα πράγματα, ως απολύτως αναγκαία, επείγοντα «μέτρα τάξης»:
-Να παραδεχτούμε πως η προαναγγελθείσα ήττα χρεώνεται πολιτικά σε όλους μας.
-Να αποδεχτούμε πως σωστές ή λανθασμένες, πλην όμως αξιοποιήσιμες και υλοποιήσιμες αποφάσεις, είναι μόνο αυτές που έχουν δημοκρατική νομιμοποίηση με ανοιχτές και συμφωνημένες συμμετοχικές αλλά και απολύτως αντιπροσωπευτικές διαδικασίες πλειοψηφίας και μειοψηφίας, όταν εξαντλείται η αναζήτηση της ομοφωνίας και αυτή αποδεικνύεται ανέφικτη.
-Να προτάξουμε την κοινωνική αλληλεγγύη, ως προϋπόθεση για την κοινωνική αυτοπεποίθηση, ώστε με κυρίαρχο αυτό το κριτήριο να αναζητήσουμε το συνεκτικό πολιτικό σχέδιο μακράς πνοής για την ανατροπή της πολιτικής του Μνημονίου. Να σταθούμε δηλαδή δίπλα στην κοινωνία, με συστηματικό πολιτικό στόχο να στηριχτεί, ώστε να αναδείξει εκείνη την πρωτοπορία της, κι όχι να υποδυόμαστε ιδιοκτησιακά και αυθαίρετα το… άρμα που θα βγάλει τον ήλιο από τη λάσπη.
-Να σεβαστούμε τις αντιθέσεις μας πολιτικοποιώντας τις, για να βιώσουμε την ενότητα και τον πολυφωνικό πλουραλισμό, στοχεύοντας την αναζήτηση της πολιτικής σύνθεσης.

Υποθέτω, πως αν μπορέσουμε να δρομολογήσουμε κάποιες τέτοιες κοινές επιλογές, θα αποκτήσει πολιτικό νόημα η συζήτηση για τη χρεωκοπία ή για την άρνηση πληρωμής του χρέους και για όλα τα «πρωτοποριακά». Γιατί με τους όρους που τώρα αυτά συζητούνται, νομίζω πως η συζήτηση έχει χάσει το νόημά της. Υποθέτω επίσης, τέλος, πως αν σ’ αυτή την τελευταία προεκλογική εβδομάδα υπαινιχθούμε έστω κάποιες τέτοιες διεξόδους, τα εκλογικά μας αποτελέσματα θα είναι πολύ-πολύ καλύτερα από τα αναμενόμενα.

* Ο Θοδωρής Δρίτσας είναι βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Α' Πειραιά & Νησιών

Παρασκευή, 29 Οκτωβρίου 2010

Ένα τίποτε είναι η αποδοχή της κατάστασης κι έπειτα γυρίζεις στο σπίτι σου.

Η αγορά των χρυσόψαρων στο Χονγκ Κονγκ, φωτό του David Wilmot, via Wikipedia, με άδεια Creative Commons Attribution 2.0 Generic
    
Το ψαράκι της γυάλας       

           Ο άνθρωπος, με τη φραντζόλα υπομάλης, είναι ο ίδιος που πριν δύο χρόνια περίπου κρατούσε καρπούζι. Τότε ήταν Ιούλιος και φυσικά υπήρχαν καρπούζια, ενώ τώρα Απρίλης και πήρε φρατζόλα. Βέβαια και καρπούζια να υπήρχανε, πράγμα αφύσικο για μήνα Απρίλη, αυτός πάλι για φρατζόλα στο φούρνο θα πήγαινε, όπως άλλωστε όλος ο κόσμος.
            Μέσα στο γενικό πανικό, πέσαν όλοι στα τρόφιμα. Περίμενε κι αυτός κάπου μισή ώρα σειρά και στο τέλος βρέθηκε με μια ζεματιστή φρατζόλα στο χέρι. Άλλοι παίρνανε τρεις και τέσσερες, αυτός μόνο μία. Για τη δουλειά που την ήθελε και μία αρκούσε. Την έβαλε κάτω από τη μασχάλη και πήρε τους δρόμους.
            Το σωστό είναι όταν κάποιος κρατάει μία φρατζόλα, να πηγαίνει στο σπίτι του. Όμως ο δικός μας δεν μπορούσε να πάει. Στη συνοικία που έμενε, από τα χαράματα είχαν αρχίσει συλλήψεις και μόλις πρόλαβε να ντυθεί βιαστικά, πετάχτηκε έξω και ξεμάκρυνε γρήγορα, αναζητώντας το πιο κατάλληλο αντικείμενο για καμουφλάζ στις κινήσεις του.
            Σ' όλους τους ανθρώπους, ακόμα και στους πρωτόγονους, είναι γνωστή η αξία χρήσης των αντικειμένων. Στις προηγμένες εμπορευματικές κοινωνίες τα πράγματα φυσικά έχουν και μια άλλη αξία, την ανταλλακτική, όπως συνήθως τη λένε. Στην Ελλάδα εκτός απ' αυτές τις δύο γνωστές και πολυσυζητημένες αξίες έχει ανακαλυφθεί και μια τρίτη: Η παραλλακτική, που παίζει σημαντικό ρόλο στις έκτακτες περιστάσεις που ζει τόσο συχνά αυτός ο τόπος. Είναι δε η παραλλακτική αξία ενός πράγματος απευθείας ανάλογη της εφευρετικότητας του παραλλάκτη και της αντίληψης του αστυνομικού οργάνου που επιχειρεί να παραπλανήσει. Δηλαδή, όσο πιο ατσίδας είναι ο αστυνομικός, τόσο πιο πειστικό πρέπει να είναι το αντικείμενο που κρατάει ο παραλλάκτης στα χέρια του, για να λειτουργήσει ο νόμος της παραλλαγής.
            Στα Ιουλιανά, πηγαίνοντας ο άνθρωπός μας στις συγκεντρώσεις είναι αλήθεια, πάντα στα άκρα, κρατούσε κι ένα καρπούζι. (Αξία παραλλαγής). Αν γινόταν καμιά φασαρία, γλιστρούσε, δείχνοντας στους αστυνομικούς το καρπούζι: «Είμαι ένας φιλήσυχος άνθρωπος και πάω στο σπίτι μου».
            Πραγματικά, πήγαινε σπίτι, φορούσε πιζάμες, παντόφλες, κι εκεί στη βεράντα, έκοβε το καρπούζι και το 'τρωγε, (αξία χρήσης πια τώρα), μέχρι που έκανε τις φλούδες του πάπυρο. Αυτό ήταν και το βραδινό του. Τα τελευταία χρόνια, σαβουρώνοντας ό,τι του λάχαινε, είχε παραβαρύνει από σάλτσες κι αποφάσισε να κάνει δίαιτα. Όμως η κοιλιά κρέμονταν πάντα εκεί μπροστά του μακρουλό καρπούζι, κι όσο κι αν έλεγε ν' αρχίσει την επομένη ασκήσεις, αυτές ποτέ δεν γινόντανε. Βαριόντανε. Βαριόντανε ν' ασχοληθεί ακόμα και με τα φερ-φορζέ, στολίδι της βεράντας του, γιατί το θέλανε πια ένα πέρασμα λευκή λαδομπογιά. Ήταν και το χρυσόψαρο στη γυάλα, και κάθε τόσο έπρεπε ν' αλλάξει το νερό, μια ασχολία κι αυτή που του φαινόνταν βαρετή.
            Τα τελευταία χρόνια είχε κι αυτός την Καπούη του: Ένα σπιτάκι με βεράντα που έβλεπε προς το βουνό. Αφού έζησε τη μισή ζωή του σε θαλάμους φυλακής και σε τσαντήρια εξορίας, μετά από τόσες στερήσεις, όταν κάποτε βρέθηκε ελεύθερος, μπλέχτηκε με κάτι οικόπεδα, κέρδισε ξαφνικά μερικά λεφτoυδάκια κι αγόρασε αυτό το σπιτάκι όπου και ζούσε μονάχος.
            Για παντρειά δεν αποφάσιζε. «Δεν ξέρεις τι γίνεται πάλι», έλεγε κάθε φορά που του φέρναν εκεί την κουβέντα. «Ο γάμος σε δένει με τούτον τον κόσμο, ευθύνες, παιδιά. Εγώ έχω ένα παρελθόν κι ένα αβέβαιο μέλλον».
            Κι όμως, έστω χωρίς γάμο μα με μόνο το σπίτι, δημιουργούσε γερό δέσιμο με τούτον τον κόσμο κι αγεφύρωτο χάσμα με το παρελθόν. Γιατί δεν ήταν μόνο οι τέσσερεις τοίχοι στολισμένοι με κάδρα, παράθυρα δίχως κάγκελα και μια πόρτα που την άνοιγε όποτε ήθελε, δεν ήτανε φυσικά αιτίες να ξεκόψει από την παλιά του ζωή μόνον αυτά. Ήταν κι ένα σαλονάκι δανέζικο. Ήταν κι ένα κρεβάτι μ' αναπαυτικό στρωματέξ. Σόμπα στα χειμωνιάτικα βράδια, ψυγείο για τα καυτά καλοκαίρια, παγάκια, και μια σειρά άλλα ψιλοπράγματα εκ πρώτης όψεως που δεν είχε συναντήσει στους ηρωικούς αλλά τόσο σκληρούς χώρους της νιότης του.
            Είναι αλήθεια, καλά καλά δεν είχε ξεκόψει με το παρελθόν. Όσο μπορούσε συνέχιζε, πηγαίνοντας στις συγκεντρώσεις, παραγγελτικά φυσικά, δίνοντας τακτικά τη συνδρομή του κι ακούγοντας στο πικάπ δίσκους που αποκλειστικά αναφέρονταν σε κείνα τα δύσκολα χρόνια.
            Ήταν ωραία ν' ακούς στους δίσκους για καημούς και στερήσεις, για μια υπεράνθρωπη προσπάθεια, άσχετα αν δεν κατάληξε κάπου, για μια στάση ηρωική που μετείχε κι ο ίδιος. Ήταν πολύ ωραία να κάθεσαι στη σαιζ λογκ και ν' αναπολείς ακόμη και τους περασμένους πόνους σου, απαλότεροι τώρα, τυλιγμένοι στο μύθο, σα να μη συνέβηκαν σε σένα τον ίδιο. «Ε, πάει περάσανε όλα. Δύσκολα χρόνια, αλλά είχε μια ομορφιά αυτή η ιστορία». Ήταν καλά μέσα στο σπίτι του με τις αναμνήσεις και το πικάπ· ήταν πολύ καλά έτσι που ζούσε, τι αρχίσανε πάλι να πάρει ο διάβολος, τι φταίει να παίρνει πάλι μπάλα τους δρόμους;
            Ήταν μια χαρά βολεμένος και τώρα το κυνηγητό και πού να πάει; Ποια δύσπιστη πόρτα να χτυπήσει, που όλοι, συγγενείς, γνωστοί, φίλοι, θα είχανε την ίδια αιτία; Πολλοί απ' αυτούς τώρα θα 'ταν κιόλας πιασμένοι κι άλλοι ίσως τριγυρίζουν όπως κι ο ίδιος με μια φρατζόλα στο χέρι.
            Έκανε ένα μεγάλο κύκλο μακριά απ' το κέντρο. Πέρασε Βύρωνα, Δάφνη κι έπεσε στην Καλλιθέα. Ήταν μια καλή άσκηση. Είχε καιρό να περπατήσει τόσο πολύ. Κι ήταν ένα φωτεινό πρωινό, λες επί τούτου φτιαγμένo για ένα μεγάλο περίπατο. Ασυναίσθητα άρχισε να τσιμπάει τη γωνιά της φρατζόλας, ενώ ταυτόχρονα του 'ρθανε αισιόδοξες, σκέψεις: «Μπα, δεν κρατάει για πολύ αυτή η κατάσταση. Όπου να 'ναι θα πέσουν».
            Τώρα όποιος θα 'θελε να ψιλοκοσκινίσει αυτό το απόφθεγμα θα παρατηρούσε ότι η αοριστία της πρώτης πρότασης συνεχίζεται μέσα στη δεύτερη κι αυτό οφείλεται στη χρησιμοποίηση τρίτου προσώπου. Βέβαια, η χρήση πρώτου προσώπου και μάλιστα ενικού αριθμού στη συγκεκριμένη περίπτωση, θέλει καρδιά και προσωπική προπαρασκευή για τέτοιο ενδεχόμενο.
            «Πώς θα πέσουν;» άκουσε μια φωνή μέσα του, «όπως τα ώριμα φρούτα από μόνα τους ή τινάζοντας το δέντρο γερά;». «Θα τους ρίξει ο λαός», διόρθωσε πικραμένος λιγάκι, γιατί ήτανε δεδομένο ότι θεωρούσε τον εαυτόν του ένα μ' αυτό το λαό κι επομένως δεν έβγαζε την ουρά του απ' έξω. Ναι, αλλά τότε, έπρεπε να κινηθεί προς το κέντρο εκεί που μπορούσε να διαδραματιστούν γεγονότα, να συμμετάσχει σ' αυτά ή μήπως πίστευε στη θεωρία της πρωτοπορίας (τα στελέχη χρειάζονται) κι έπρεπε να φυλαχτεί;
            «Δεν μπορώ» σκέφτηκε, «προς το κέντρο δεν πάνε τα πόδια μου. Όσο κι αν το βλέπω σωστό, μου είναι αδύνατο. Ας ενεργήσουν οι άλλοι, ας κατεβούνε στο κέντρο οι νέοι».
            Είχε φτάσει σε μια περιοχή που κατοικούσε μια μακρινή εξαδέλφη του. Δίστασε να πάει προς το σπίτι της. Όμως το στόμα του ήταν πικρό απ'τα τσιγάρα και του χρειαζόντανε ένας καφές. Τελικά τ' αποφάσισε.
            - Τι γίνεται; ρωτούσε της ξαδέρφης ο άντρας, γερό παλικάρι και γερό μεροκάματο.
            - Τι γίνεται; ρώτησε κι ο ίδιος μην ξέροντας τι ν' απαντήσει.
            - Θα 'χει την Κυριακή ποδόσφαιρο άραγε;
            - Πού να ξέρω; είπε εκείνος που ερχόνταν απ' έξω.
            - Τι μας βρήκε! Τι μας βρήκε! έκανε απελπισμένος ο άλλος κι έπιασε το μέτωπό του. Έχεις και το ραδιόφωνο, μόνο εμβατήρια παίζει. Για τα γήπεδα τίποτε.
            Ο δικός μας ρούφηξε καυτό τον καφέ του, προσπαθώντας να γλιτώσει το γρηγορότερο από της εξαδέλφης τον άντρα κι από τα άσματα του ραδιοφώνου, και πετάχτηκε πάλι στο δρόμο, αυτή τη φορά μ' ένα νευρικό, σβέλτο βήμα. Πρώτη φορά περπατούσε μ' αυτό τον τρόπο κι απορούσε κι ο ίδιος όταν τσάκωσε τον εαυτό του να δουλεύει μέσα του το εμβατήριο, θα μπορούσε να πει πως το σιγομουρμούριζε κιόλας;

Το πυροβολικό, το πυροβολικό,
το πυροβολικό, πολύ το αγαπώ.
            Παρατήρησε ότι κι ένας άλλος άνθρωπος που βάδιζε μπρος του πήγαινε με τον ίδιο ρυθμό, τον ίδιο βηματισμό, λες και μικροσκοπικά μεγάφωνα κολλημένα εκεί δίπλα στ' αυτιά του μετέδιδαν το γνωστό εμβατήριο. Ήταν φορτωμένος μια τσάντα φίσκα με τρόφιμα κι αυτό κάθε φορά τον έκανε να χάνει το βήμα του. Όμως αμέσως ένα πηδηματάκι κουτσό, και το έβρισκε. Τον πήρε από πίσω. Δύο τετράγωνα παραπέρα τον ρούφηξε μια πόρτα. Αυτόν θα τον περίμενε ίσως μια γυναίκα με τα νυχτικά, ο απέναντι γείτονας για κανένα ουζάκι, ο μπατζανάκης μ' έτοιμο στρωμένο το τάβλι. Τίποτε δεν άλλαξε γι' αυτόν. Μόνο ένα κουτσό βηματάκι κι αμέσως ήτανε με το ρυθμό της ημέρας κι αυτό του επέτρεπε να κοιμάται στο σπίτι του.
            Γιατί λοιπόν να μην κάνει κι ο ίδιος αυτή τη μικρή προσαρμογή, πάντα θα περπατούσε παράταιρα; Ένα τίποτε είναι η αποδοχή της κατάστασης κι έπειτα γυρίζεις στο σπίτι σου. Βέβαια μπορεί εκεί να μην τον περίμενε μια γυναίκα με το νυχτικό, ένας μπατζανάκης, οι γείτονες να κάνουν παρέα, όμως είχε εκείνο το ψαράκι στη γυάλα, και ποιος θα του αλλάζει το νερό; Είναι μια ζωούλα κι αυτό, έχει ευθύνη. Το φαντάζονταν να κόβει βόλτες στο στενό χώρο της γυάλας. Έκανε όλο χάρη κινήσεις, δείχνοντας τη χρυσή του κοιλιά, πότε τα πλαϊνά του πτερύγια. Το στόμα του ανοιγόκλεινε ρυθμικά. Και ξαφνικά η αναπνοή του γινόντανε γρήγορη, ασφυκτιούσε. Τώρα σπαρτάραγε, πνίγονταν, έπεφτε μολύβι το σώμα του στον πάτο της γυάλας.
            Έβγαλε το μαντίλι απ' την κωλότσεπη και σφούγγισε το ιδρωμένο του μέτωπο. «Δε γίνεται» σκέφτηκε, «πρέπει να πάω». Έπρεπε να νοιαστεί το ψαράκι. Το μόνο που μπορούσε να κάνει αυτή την κρίσιμη μέρα ήταν ν' αλλάξει στο ψάρι νερό. Για τ' άλλα τα σοβαρά και μεγάλα, δεν είχε δύναμη.
            Επέστρεφε μέσα στο απριλιάτικο απόγευμα σπίτι του κι ήταν παρμένη η απόφαση. Εκεί θα κλειδώνονταν κι ας έρχονταν από εκεί να τον πάρουν.
            Σουρουπώνοντας έμπαινε στην Καισαριανή.


Μάριος Χάκκας, (Άπαντα, εκδ. Κέδρος)

Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2010

"Τον χρόνο εκείνον βρέθηκε χωρίς δουλειά· και συνεπώς ζούσεν απ' τα χαρτιά, από το τάβλι, και τα δανεικά."

Ο Καβάφης από τον Εγγονόπουλο (από http://bit.ly/dpchOq)

Τα «οικονομικά ποιήματα» του Καβάφη

(από το κείμενο του Σταύρου Θεοφανίδη «Σε ποιο οικονομικό σύστημα πίστευε ο Καβάφης» που περιλαμβάνεται στο αφιέρωμα του περιοδικού «Η Λέξη» στον Κ. Π. Καβάφη, τ.174, Μάρτης-Απρίλης 2003 –επανέκδοση του αφιερώματος του 1983-. Τα  ποιήματα από http://cavafis.compupress.gr/index3.htm και http://bit.ly/b2SruI )

 * Η πρόοδος και η σοσιαλιστική οικονομία των εργατών
Κτίσται (1891) (από τα Αποκηρυγμένα)

Η Πρόοδος οικοδομή είναι μεγάλη - φέρει
καθείς τον λίθον του· ο εις λόγους, βουλάς, ο άλλος
πράξεις - και καθημερινώς την κεφαλήν της αίρει
υψηλοτέραν. Θύελλα, αιφνίδιός τις σάλος

εάν επέλθη, σωρηδόν οι αγαθοί εργάται
ορμώσι και το φρούδον των υπερασπίζοντ᾿  έργον.
Φρούδον, διότι καθενός ο βίος δαπανάται
υπέρ μελλούσης γενεάς, κακώσεις, πόνους στέργων,

ίνα η γενεά αυτή γνωρίση ευτυχίαν
άδολον, και μακράν ζωήν, και πλούτον, και σοφίαν
χωρίς ιδρώτα ποταπόν, ή δούλην εργασίαν.

Αλλ' η μυθώδης γενεά ουδέποτε θα ζήση·
η τελειότης του αυτή το έργον θα κρημνίση
κ' εκ νέου πας ο μάταιος κόπος αυτών θ' αρχίση.

* Το μοντέλο της καταναλωτικής κοινωνίας
Οι Ταραντίνοι Διασκεδάζουν (1886) (από τα Αποκηρυγμένα)

Θέατρα πλήρη, πανταχόθεν μουσική·
εδώ κραιπάλη και ασέλγεια, κ' εκεί
αθλητικοί αγώνες και σοφιστικοί.
Του Διονύσου τ' άγαλμα κοσμεί αμάραντος
στέφανος. Μία κώχη γης δεν μένει άρραντος
σπονδών. Διασκεδάζουν οι αστοί του Τάραντος.

Αλλ' απ' αυτά απέρχοντ' οι Συγκλητικοί
και σκυθρωποί πολλά οργίλα ομιλούν.
Κ' εκάστη τόγα φεύγουσα βαρβαρική
φαίνεται νέφος καταιγίδα απειλούν.

* Ένας εκμεταλλευτής, play-boy, έμπορος
Έμπορος Αλεξανδρεύς (1893) (Ανέκδοτα)

Επώλησ' ακριβά κριθάριον σαπρόν.
Αυτή η Ρώμη είναι το βασίλειον
της καλοπληρωμής. Κ' έφθασ' Απρίλιον:
φεύγω Απρίλιον. Δεν έχασα καιρόν.

Κάπως το πέλαγος με φαίνετ' οχληρόν·
μεγάλα νέφη σκέπουσι τον ήλιον.
Πλην τι; Πας βράχος δι' εμέ κογχύλιον,
πας πόντος όμοιος προς ομαλόν αγρόν.

Πνεύματα δεν φοβούμ' αέρος πλάγια.
Γελώ με τρικυμίας και ναυάγια.
Η Αλεξάνδρεια η ευρυάγυια

σώον θα με δεχθή... Αί, φίλοι, προσοχή!
Μακράν του πίθου! Τις αυθάδης ευωχεί!
Μετά τον πλουν διψά Σάμιον η ψυχή.

* Ο οικονομικός ξεπεσμός
Όποιος Απέτυχε (1894) (Ανέκδοτα)

Όποιος απέτυχε, όποιος ξεπέσει
τι δύσκολο να μάθη της πενίας
την νέα γλώσσα και τους νέους τρόπους.

Εις τ' άθλια ξένα σπίτια πώς θα πάη! -
με τι καρδιά θα περπατεί στον δρόμο
κι όταν στην πόρτα εμπρός βρεθεί πού θα’βρει
την δύναμι ν' αγγίξει το κουδούνι.
Για του ψωμιού την ποταπήν ανάγκη
και για την στέγη, πώς θα ευχαριστήση!
Πώς θ' αντικρύση τες ματιές τες κρύες
που θα τον δείχνουνε που είναι βάρος!
Τα χείλη τα υπερήφανα πώς τώρα
θ' αρχίσουν να ομιλούνε ταπεινά·
και το υψηλό κεφάλι πώς θα σκύψη!
Τα λόγια πώς θ' ακούση που ξεσκίζουν
τ' αυτιά με κάθε λέξι - κ' εν τοσούτω
πρέπει να κάμνης σαν να μην τα νοιώθης
σαν να’σαι απλούς και δεν καταλαμβάνεις.

Η οικονομική ανασφάλεια στον καπιταλισμό
Η Τράπεζα του Μέλλοντος (1897) (Ανέκδοτα)
      
       Την δύσκολη ζωή μου ασφαλή να κάνω
εγώ στην Τράπεζα του Μέλλοντος επάνω
πολύ ολίγα συναλλάγματα θα βγάλω.

       Κεφάλαια μεγάλ' αν έχη αμφιβάλλω.
Κι' άρχισα να φοβούμαι μη στην πρώτη κρίσι
εξαφνικά τας πληρωμάς της σταματήση.

* Ανεργία, χαρτοπαιξία και δανεικά
Μέρες του 1908 (1932)

Τον χρόνο εκείνον βρέθηκε χωρίς δουλειά·
και συνεπώς ζούσεν απ' τα χαρτιά,
από το τάβλι, και τα δανεικά.

Μια θέσις, τριώ λιρών τον μήνα, σε μικρό
χαρτοπωλείον του είχε προσφερθεί.
Μα την αρνήθηκε, χωρίς κανένα δισταγμό.
Δεν έκανε. Δεν ήτανε μισθός γι' αυτόν,
νέον με γράμματ' αρκετά, και είκοσι πέντ' ετών.

Δυό, τρία σελίνια την ημέρα κέρδιζε, δεν κέρδιζε.
Από χαρτιά και τάβλι τί να βγάλει το παιδί,
στα καφενεία της σειράς του, τα λαϊκά,
όσο κι αν έπαιζ' έξυπνα, όσο κι αν διάλεγε κουτούς.
Τα δανεικά, αυτά δα ήσαν κ' ήσαν.
Σπάνια το τάλληρο εύρισκε, το πιο συχνά μισό,
κάποτε ξέπεφτε και στο σελίνι.

Καμιά εβδομάδα, ενίοτε πιο πολύ,
σαν γλύτωνεν απ' το φρικτό ξενύχτι,
δροσίζονταν στα μπάνια, στο κολύμβι το πρωΐ.

Τα ρούχα του είχαν ένα χάλι τρομερό.
Μια φορεσιά την ίδια πάντοτ' έβαζε, μια φορεσιά
πολύ ξεθωριασμένη κανελιά.

Ά μέρες του καλοκαιριού του εννιακόσια οκτώ,
απ' το είδωμά σας, καλαισθητικά,
έλειψ' η κανελιά ξεθωριασμένη φορεσιά.

Το είδωμά σας τον εφύλαξε
όταν που τάβγαζε, που τάριχνε από πάνω του,
τ' ανάξια ρούχα, και τα μπαλωμένα εσώρουχα.
Κ' έμενε ολόγυμνος· άψογα ωραίος· ένα θαύμα.
Αχτένιστα, ανασηκωμένα τα μαλλιά του·
τα μέλη του ηλιοκαμένα λίγο
από την γύμνια του πρωϊού στα μπάνια, και στην παραλία.

* Η καλλιτεχνική και οικονομική επιτυχία
Η Συνοδεία του Διονύσου (1907)

Ο Δάμων ο τεχνίτης (άλλον πιο ικανό
στην Πελοπόννησο δεν έχει) εις παριανό
μάρμαρο επεξεργάζεται την συνοδεία
του Διονύσου. Ο θεός με θεσπεσία
δόξαν εμπρός, με δύναμι στο βάδισμά του.
Ο Άκρατος πίσω. Στο πλάγι του Ακράτου
η Μέθη χύνει στους Σατύρους το κρασί
από αμφορέα που τον στέφουνε κισσοί.
Κοντά των ο Ηδύοινος ο μαλθακός,
τα μάτια του μισοκλειστά, υπνωτικός.
Και παρακάτω έρχοντ' οι τραγουδισταί
Μόλπος κ' Ηδυμελής, κι ο Κώμος που ποτέ
να σβύσει δεν αφίνει της πορείας την σεπτή
λαμπάδα που βαστά· και, σεμνοτάτη, η Τελετή.-
Αυτά ο Δάμων κάμνει. Και κοντά σ' αυτά
ο λογισμός του κάθε τόσο μελετά
την αμοιβή του από των Συρακουσών
τον βασιλέα, τρία τάλαντα, πολύ ποσόν.
Με τ' άλλα του τα χρήματα κι αυτά μαζύ
σαν μπουν, ως εύπορος σπουδαία πια θα ζει,
και θα μπορεί να πολιτεύεται - χαρά! -
κι αυτός μες στην βουλή, κι αυτός στην αγορά.
 
* Οι οδυνηρές συνέπειες της φτώχειας
Μέρες του 1909, '10, και '11 (1928)

Ενός τυραννισμένου, πτωχοτάτου ναυτικού
(από νησί του Αιγαίου Πελάγους) ήταν υιός.
Εργάζονταν σε σιδερά. Παληόρουχα φορούσε.
Σχισμένα τα ποδήματά του της δουλειάς κ' ελεεινά.
Τα χέρια του ήσαν λερωμένα από σκουριές και λάδια.

Το βραδυνό, σαν έκλειε το μαγαζί,
αν ήταν τίποτε να επιθυμεί πολύ,
καμιά κραβάτα κάπως ακριβή,
καμιά κραβάτα για την Κυριακή,
ή σε βιτρίνα αν είχε δει και λαχταρούσε
κανένα ωραίο πουκάμισο μαβί,
το σώμα του για ένα τάλληρο ή δυο πουλούσε.

Διερωτώμαι αν στους αρχαίους καιρούς
είχεν η ένδοξη Αλεξάνδρεια νέον πιο περικαλλή,
πιο τέλειο αγόρι από αυτόν - που πήε χαμένος:
δεν έγινε, εννοείται, άγαλμά του ή ζωγραφιά·
στο παληομάγαζο ενός σιδερά ριχμένος,
γρήγορ' απ' την επίπονη δουλειά,
κι από λαϊκή κραιπάλη, ταλαιπωρημένη, είχε φθαρεί.
 
* Το χρήμα και η ευτυχία
Δύο νέοι, 23 έως 24 ετών (1927)

Απ' τες δεκάμισυ ήτανε στο καφενείον,
και τον περίμενε σε λίγο να φανεί.
Πήγαν μεσάνυχτα - και τον περίμενεν ακόμη.
Πήγεν η ώρα μιάμισυ· είχε αδειάσει
το καφενείον ολοτελώς σχεδόν.
Βαρέθηκεν εφημερίδες να διαβάζει
μηχανικώς. Απ' τα έρημα, τα τρία σελίνια του
έμεινε μόνον ένα: τόση ώρα που περίμενε
ξόδιασε τ' άλλα σε καφέδες και κονιάκ.
Κάπνισεν όλα του τα σιγαρέτα.
Τον εξαντλούσε η τόση αναμονή. Γιατί
κιόλας μονάχος όπως ήταν για ώρες, άρχισαν
να τον καταλαμβάνουν σκέψεις οχληρές
της παραστρατημένης του ζωής.

Μα σαν είδε τον φίλο του να μπαίνει - ευθύς
η κούρασις, η ανία, οι σκέψεις φύγανε.

Ο φίλος του έφερε μια ανέλπιστη είδησι.
Είχε κερδίσει στο χαρτοπαικτείον εξήντα λίρες.

Τα έμορφά τους πρόσωπα, τα εξαίσιά τους νειάτα,
η αισθητική αγάπη που είχαν μεταξύ τους,
δροσίσθηκαν, ζωντάνεψαν, τονώθηκαν
απ' τες εξήντα λίρες του χαρτοπαικτείου.

Κι όλο χαρά και δύναμις, αίσθημα κι ωραιότης
πήγαν - όχι στα σπίτια των τιμίων οικογενειών τους
(όπου, άλλωστε, μήτε τους θέλαν πια):
σ'ένα γνωστό τους, και λίαν ειδικό,
σπίτι της διαφθοράς πήγανε και ζητήσαν
δωμάτιον ύπνου, κι ακριβά πιοτά, και ξαναήπιαν.

Και σαν σωθήκαν τ' ακριβά πιοτά,
και σαν πλησίαζε πια η ώρα τέσσερες,
στον έρωτα δοθήκαν ευτυχείς.
 
* Η αναζήτηση κάποιου βολέματος
Ας φρόντιζαν (1930)

Κατήντησα σχεδόν ανέστιος και πένης.
Αυτή η μοιραία πόλις, η Αντιόχεια
όλα τα χρήματά μου τάφαγε:
αυτή η μοιραία με τον δαπανηρό της βίο.

Αλλά είμαι νέος και με υγείαν αρίστην.
Κάτοχος της ελληνικής θαυμάσιος
(ξέρω και παραξέρω Αριστοτέλη, Πλάτωνα·
τι ρήτορας, τι ποιητάς, τι ό,τι κι αν πεις).
Από στρατιωτικά έχω μιαν ιδέα,
κ' έχω φιλίες με αρχηγούς των μισθοφόρων.
Είμαι μπασμένος κάμποσο και στα διοικητικά.
Στην Αλεξάνδρεια έμεινα έξι μήνες, πέρσι·
κάπως γνωρίζω (κ' είναι τούτο χρήσιμον) τα εκεί:
του Κακεργέτη βλέψεις, και παληανθρωπιές, και τα λοιπά.

Όθεν φρονώ πως είμαι στα γεμάτα
ενδεδειγμένος για να υπηρετήσω αυτήν την χώρα,
την προσφιλή πατρίδα μου Συρία.

Σ' ό,τι δουλειά με βάλουν θα πασχίσω
να είμαι στην χώρα ωφέλιμος. Αυτή είν' η πρόθεσίς μου.
Αν πάλι μ' εμποδίσουνε με τα συστήματά τους -
τους ξέρουμε τους προκομένους: να τα λέμε τώρα;
αν μ' εμποδίσουνε, τι φταίω εγώ.

Θ' απευθυνθώ προς τον Ζαβίνα πρώτα,
κι αν ο μωρός αυτός δεν μ' εκτιμήσει,
θα πάγω στον αντίπαλό του, τον Γρυπό.
Κι αν ο ηλίθιος κι αυτός δεν με προσλάβει,
πηγαίνω παρευθύς στον Υρκανό.

Θα με θελήσει πάντως ένας απ' τους τρεις.

Κ' είν' η συνείδησίς μου ήσυχη
για το αψήφιστο της εκλογής.
Βλάπτουν κ' οι τρεις τους την Συρία το ίδιο.

Αλλά, κατεστραμένος άνθρωπος, τι φταίω εγώ.
Ζητώ ο ταλαίπωρος να μπαλωθώ.
Ας φρόντιζαν οι κραταιοί θεοί
να δημιουργήσουν έναν τέταρτο καλό.
Μετά χαράς θα πήγαινα μ' αυτόν.
 
* Η μετανάστευση των νέων
Πριν τους αλλάξει ο Χρόνος (1924)

Λυπήθηκαν μεγάλως          στον αποχωρισμό των.
Δεν τόθελαν αυτοί·          ήταν η περιστάσεις.
Βιοτικές ανάγκες          εκάμνανε τον ένα
να φύγει μακρυά-          Νέα Υόρκη ή Καναδά.
Η αγάπη των βεβαίως          δεν ήταν ίδια ως πριν·
είχεν ελαττωθεί          η έλξις βαθμηδόν,
είχεν ελαττωθεί          η έλξις της πολύ.
Όμως να χωρισθούν,          δεν τόθελαν αυτοί.
Ήταν η περιστάσεις.-          Ή μήπως καλλιτέχνις
εφάνηκεν η Τύχη          χωρίζοντάς τους τώρα
πριν σβύσει το αίσθημά των,          πριν τους αλλάξει ο Χρόνος·
ο ένας για τον άλλον          θα είναι ως να μένει πάντα
των είκοσι τεσσάρων          ετών τ' ωραίο παιδί.

* Ανάγκη ριζικών μεταρρυθμίσεων στην Οικονομία και τη Δημόσια Διοίκηση
Εν μεγάλη Ελληνική αποικία, 200 π.Χ. (1928)

Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ' ευχήν στην Αποικία
δεν μέν' η ελαχίστη αμφιβολία,
και μ' όλο που οπωσούν τραβούμ' εμπρός,
ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός
να φέρουμε Πολιτικό Αναμορφωτή.

Όμως το πρόσκομμα κ' η δυσκολία
είναι που κάμνουνε μια ιστορία
μεγάλη κάθε πράγμα οι Αναμορφωταί
αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ
δεν τους χρειάζονταν κανείς). Για κάθε τι,
για το παραμικρό ρωτούνε κ' εξετάζουν,
κ' ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,
με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.

Έχουνε και μια κλίσι στες θυσίες.
Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη·
η κατοχή σας είν' επισφαλής:
η τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Αποικίες.
Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,
κι από την άλληνα την συναφή,
κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική·
είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τι να γίνει;
σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.

Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε,
βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε·
πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.

Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία,
κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς,
απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία,
να δούμε τι απομένει πια, μετά
τόση δεινότητα χειρουργική.-

Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.
Να μη βιαζόμεθα· είν' επικίνδυνον πράγμα η βία.
Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.
Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς, η Αποικία.
Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;
Και τέλος πάντων, να, τραβούμ' εμπρός.

Τρίτη, 26 Οκτωβρίου 2010

Να μπλοκάρουμε την οικονομία, για να μπλοκάρουμε τη μεταρρύθμιση


Ο Ολιβιέ Μπεζανσενό απαντάει στις ερωτήσεις των αναγνωστών τής «Le Monde»­

Από την ΕΠΟΧΗ, 24.10.10

Σήμερα Τρίτη πρόκειται για ένα κύκνειο άσμα ή όχι;
Μπεζανσενό: Όχι! Πρόκειται για μια επιπλέον φάση προς τη κατεύθυνση της γενικής απεργίας που αρχίζει να παίρνει μορφή. Από το βράδυ της Τρίτης και πέρα, θα γίνουν ανανεώσεις της απεργίας, θα γίνουν νέες διαδηλώσεις, καθώς και πολυάριθμα μπλοκαρίσματα. Το ερώτημα που μπαίνει τώρα είναι να μπλοκαριστεί η οικονομία για να μπλοκαριστεί η μεταρρύθμιση.

Είναι αυτή η απεργία, μια πολιτική απεργία γενικής δυσφορίας ή μια κοινωνική απεργία αποκλειστικά στις συντάξεις;
Η δυσαρέσκεια ξεπερνάει το ζήτημα των συντάξεων, αλλά ταυτόχρονα, αποκρυσταλλώνεται στο ντοσιέ. Πολλοί μισθωτοί και πολλοί νέοι δεν αντέχουν πια τα «δυο μέτρα και δυο σταθμά» της κυβέρνησης και επιδιώκουν όντως, μέσα από αυτή την απεργία να ξεκαθαρίσουν τους λογαριασμούς τους με τη κυβέρνηση Σαρκοζί που υφίστανται εδώ και πάρα πολύ καιρό.

Ποια συνέχεια θα προτείνατε αν ψηφιστεί ο νόμος: 
 Ο νόμος δεν είναι παρά σχέδιο νόμου ενόσω δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.  Και ακόμα και όταν θα δημοσιευτεί η κοινωνική ιστορία της χώρας μας είναι εδώ για να μας θυμίσει ότι αυτό που αποφασίζουν το Κοινοβούλιο και η Γερουσία, ο δρόμος μπορεί να το ξε-αποφασίσει.

Ακόμα και με 3 εκατομμύρια διαδηλωτές, έχει ο δρόμος τη νομιμοποίηση ενός εκλεγμένου Κοινοβουλίου;
Σήμερα, η νομιμότητα είναι στο στρατόπεδο του δρόμου, και ο δρόμος μπορεί να έχει περισσότερη δύναμη από ό,τι οι κυβερνήσεις. Αυτό συνέβη το 1995 στη περίπτωση του σχεδίου Ζυπέ, και το 2006 την ώρα της σύμβασης πρώτης πρόσληψης (CPE).
Εξάλλου, οι κυριότερες κοινωνικές μας κατακτήσεις κερδήθηκαν με αγώνες και με τη κινητοποίηση των προγόνων μας. Αν οι παππούδες μας δεν είχαν κατέβει σε απεργία το  1936, δεν θα είχαμε σήμερα τη πληρωμένη άδεια διακοπών.

Πιστεύετε λοιπόν ότι η ψήφος του συνόλου των πολιτών έχει λιγότερη αξία από τα κοινωνικά κινήματα;
 Πότε ψήφισε η πλειοψηφία των πολιτών τη σύνταξη στα 67 χρόνια;  Στο You Tube, μπορείτε να δείτε το Νικολά Σαρκοζί, να εξηγεί πως δεν θα αγγίξει τη σύνταξη στα 67 χρόνια.

Οι πράξεις βίας μπροστά από μερικά λύκεια κινδυνεύουν να στρέψουν τη κοινή γνώμη ενάντια στο κίνημα. Ήταν πραγματικά ανάγκη να βάλουμε στο κίνημα τους μαθητές;
Ναι, πρέπει να βάλουμε όλο τον κόσμο. Και η νεολαία κατανοεί ότι όταν ζητάνε από τους μεγαλύτερους να δουλεύουν για πολλά χρόνια, οι νέοι θα έχουν ακόμα πιο λίγες ευκαιρίες να βρούνε μια δουλειά στην αγορά εργασίας.

Ποια στοιχεία σας επιτρέπουν να συγκρίνετε τις διαδηλώσεις των τελευταίων ημερών με το Μάη 68; Μπορούμε να αντιμετωπίσουμε ή ακόμα και να ευχηθούμε τη πιθανότητα ενός κινήματος ίδιου τύπου για τη Γαλλία;
Δεν υπάρχει μοντέλο για εξαγωγή. Κάθε αγώνας έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και βρίσκει τους δικούς του νόμους. Όμως πιστεύω πως ένας νέος Μάης 68 με τα χρώματα του 21ου αιώνα δεν θα έκανε κακό σε κανένα, εκτός από τους καπιταλιστές και τη κυβέρνηση.  Αλλά αυτό δεν μας πειράζει…
Ο Μάης 68, εκτός από τα οδοφράγματα, ήταν μια γενική απεργία όπου εκατομμύρια άνθρωποι εισέβαλαν στο κοινωνικό και πολιτικό προσκήνιο.  Είναι αυτή ακριβώς την εισβολή που χρειαζόμαστε σήμερα.

Πρόκειται ακόμα για απεργία όταν εμποδίζονται οι άλλοι να εργαστούν; Δεν είναι μάλλον πιο κοντά στην ιδέα που έχετε για τον «επαναστατικό ακτιβισμό»;
Δεν ζούμε μια επανάσταση (όχι ακόμα!). Βρισκόμαστε σε μια διαδικασία γενίκευσης των απεργιών, όπου η ριζοσπαστικοποίηση και η διεύρυνση πάνε χέρι χέρι. Το κίνημα διευρύνεται κάθε φορά λίγο περισσότερο, και ταυτόχρονα, οι δράσεις ριζοσπαστικοποιούνται επειδή η κυβέρνηση σπρώχνει προς τη ριζοσπαστικοποίηση.

΄Εχει το ΝΡΑ ένα συγκεκριμένο αντισχέδιο μεταρρύθμισης; Αν ναι, ποιο είναι αυτό;
Το ΝΡΑ ζητάει όχι να ξαναγραφτεί το σχέδιο, αλλά την απόσυρσή του. Προτείνουμε τη πλήρη σύνταξη στα 60 χρόνια, και την επιστροφή στα 37,5 έτη ασφάλισης για όλους. Για τη χρηματοδότηση αυτού του σχεδίου, προτείνουμε να αυξηθεί το μερίδιο της εργοδοτικής εισφοράς.
Σύμφωνα με το Συμβούλιο προσανατολισμού των συντάξεων, χρειάζονται 3% του ΑΕΠ από τώρα μέχρι το 2050  για να χρηματοδοτηθεί το συνταξιοδοτικό σύστημα. Όμως, κάθε χρόνο, χάνεται το 17% του ετήσιου πλούτου με τη μορφή κερδών που μονοπωλούνται από μια μειοψηφία προνομιούχων.
Πρέπει λοιπόν να μοιραστούμε το πλούτο, και επίσης να μοιραστούμε το χρόνο εργασίας εργαζόμενοι λιγότερο στις επιχειρήσεις, ώστε να έχει δουλειά όλος ο κόσμος έξω από αυτές.

Ποιοι είναι οι τομείς που πρέπει να φορολογηθούν;
Τα εισοδήματα του κεφαλαίου. Εξάλλου, κάθε χρόνο, χάνονται 32 δισεκατομμύρια ευρώ με τη μορφή εισφοροαπαλλαγών για να δημιουργήσουν, τάχα, θέσεις εργασίας (το βλέπουμε με πόση επιτυχία το κάνουν!).

Ένα δημοψήφισμα θα ήταν μια καλή λύση για να ξανατεθεί ενδεχομένως το ζήτημα από μηδενική βάση;
Στη συγκεκριμένη στιγμή της αναμέτρησης, όχι. Θα ήταν κάτι αποπροσανατολιστικό και ένα θεσμικό υποκατάστατο για τις κοινωνικές κινητοποιήσεις. Η ψηφοφορία των πολιτών μπόρεσε, τη στιγμή της ιδιωτικοποίησης του Ταχυδρομείου, να αποτελέσει στήριγμα για τους αγώνες. Όμως, σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να αντικαταστήσει τους αγώνες.
Οι φοιτητές είναι προς το παρόν ελάχιστα κινητοποιημένοι. Θα μπορούσαν να παίξουν αποφασιστικό ρόλο;
 Όχι πανικός Σερένα, έρχονται! Καμιά δεκαριά πανεπιστήμια είναι ήδη κινητοποιημένα, και όντως, η φοιτητική αμφισβήτηση θα μπορούσε να αποτελέσει ένα αποφασιστικό στοιχείο για την επέκταση του κινήματος.

Τι γίνεται με την αριστερή συμμαχία μεταξύ ΝΡΑ και Αριστερού Μετώπου ώστε να μπορεί να επηρεάσει το Σοσιαλιστικό κόμμα στα επόμενα χρόνια; 
Προτείνουμε τη συσπείρωση όλων των αντικαπιταλιστικών δυνάμεων πάνω σε ενωτικές και ριζοσπαστικές βάσεις, και σε πλήρη ανεξαρτησία απέναντι στο Σοσιαλιστικό κόμμα.  Ο στόχος, για μένα, δεν είναι να επηρεάσουμε τη πολιτική του ΣΚ ή να το στρατολογήσουμε στον αντικαπιταλισμό (καλό κουράγιο!), αλλά μάλλον να αμφισβητήσουμε την ηγεμονία του ΣΚ πάνω στην υπόλοιπη αριστερά.
Υπάρχουν δυο μεγάλοι πολιτικοί προσανατολισμοί στα αριστερά: η μια που εγγράφεται στο πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς, και η άλλη που θέλει να βγει από αυτό. Αυτοί οι δυο προσανατολισμοί δεν είναι συμβατοί μέσα στην ίδια κυβέρνηση, αλλά οι δυνάμεις μας μπορούν να προστεθούν για να αντισταθούν στη δεξιά, όπως συμβαίνει στο ζήτημα των συντάξεων.

Πότε λογαριάζετε να βγείτε στη σύνταξη;
Στα 60 χρόνια και με πλήρη σύνταξη! Αλλά να ξέρεις Λωράν, ότι θα συνεχίσω πάντως να αγωνίζομαι.

Και μέχρι πού μπορεί να πάει αυτή η κλιμάκωση;
Μέχρι τη νίκη. Έχουν συγκεντρωθεί οι προϋποθέσεις για να νικήσει το κίνημα για τις συντάξεις. Αυτό δεν είναι δεδομένο, και υπάρχουν ακόμα μπροστά μας  πολλά εμπόδια. Αλλά αντικειμενικά, το στρατόπεδό μας, εκείνο της αμφισβήτησης, εξακολουθεί να διευρύνεται ενώ το απέναντι στρατόπεδο απομονώνεται και γίνεται πιο εύθραυστο.

Ο Ολιβιέ Μπεζανσενό είναι εκπρόσωπος του ΝΡΑ (Νέο Αντικαπιταλιστικό Κόμμα)


Μετάφραση-επιμέλεια: Γιώργος Μητραλιάς

Κυριακή, 24 Οκτωβρίου 2010

Επιτέλους, σε ποιον πολιτικό χώρο πρόσκειται η "Αυγή";

Joseph Mallord William William Turner: Sunrise with Sea Monsters

της Μπέττυς Βακαλοπούλου

ΑΥΓΗ, 23.10.10

Όταν χίλια περίπου μέλη αμιλλόμασταν σε εξοντωτικά ωράρια για να συνεχίσουμε τη λειτουργία του ΚΚΕ Εσωτερικού (μετά την πολύπλευρη κι ακριβοπληρωμένη δράση του και προπαντός της νεολαίας του στην εφταετία), κάποιοι κέρδιζαν άμοχθα τις εντυπώσεις μόνο με ηχηρές εμφανίσεις ακροαριστερού λόγου. Φυσικά γοήτευαν μιαν έντονα πολιτικοποιημένη νεολαία και ψηφίζονταν καταιγιστικά! Πολλοί από αυτούς άδραξαν την ευκαιρία για να γίνουν εξίσου άμοχθα πανεπιστημιακοί, χάρη στην students' power.

Εκείνη η εμπειρία με έπεισε να σωπαίνω όπου δεν προσφέρω έργο. Όντως εδώ κι αρκετά χρόνια δεν δίνω έργο στον ΣΥΝ όχι γιατί δεν το ήθελα, αλλά από αδιέξοδα διαθέσιμου χρόνου.

* Σώπασα όταν η αριστερή πλειοψηφία ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ ταύτισε περίπου τα Δεκεμβριανά με τις «Δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο». Όταν άργησε πολύ να καταγγείλει πράξεις βίας και τελικά τις απέδωσε μόνο σε περιθωριακούς και κουκουλοφόρους. Τα παιδιά που πετούσαν κοτρώνες από το δώμα της Νομικής στα κεφάλια των φτωχόπαιδων που γίνονται «μπάτσοι», επειδή δεν μπορούνε να πάνε ούτε σε κολέγια ούτε σε πανεπιστήμια του εξωτερικού, δεν ήταν κουκουλοφόροι. Ήταν μαθητές και σπουδαστές.

* Σώπασα όταν ο Αλαβάνος, πιεζόμενος στη Βουλή, δήλωσε ότι «είμαστε εναντίον κάθε βίας» κι όταν το ξανατόνισε επίσης πιεζόμενος ο Τσίπρας, σε πείσμα της ευγλωττίας και της ετοιμότητάς του. Αλίμονο αν, ειδικά εμείς, καταδικάζαμε κάθε βία. Της ευρωπαϊκής Αντίστασης κόντρα στους Ναζί, της Αντίστασης των Λατινοαμερικάνων και των Αράβων κόντρα στις ΗΠΑ, των Παλαιστινίων κόντρα στο Ισραήλ. Τη βία των εργαζομένων κόντρα στην «οικονομία της αγοράς» (έτσι ανώδυνα αποκαλείται ακόμα αυτή η οικουμενική μαφία), βία τόσο πιο αναπόφευκτη όσο η σημερινή ένδεια θα μετατρέπεται σε λιμό.

* Σώπασα μετά τις ευρωεκλογές, όταν η «Ανανεωτική Πτέρυγα», αφού τορπίλισε το ψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ, εγκαλούσε την πλειοψηφία για τη μοναδική έδρα. Όταν διέδιδε με ηδονική κακεντρέχεια ότι «δεν θα μπούμε στη Βουλή». Ή όταν στελέχη της και στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, του ψηφοδελτίου της Α' Αθήνας «συμπτωματικά», γύριζαν τις γειτονιές και διέσυραν τον Αλέξη ευελπιστώντας ότι θα τον υπερφαλάγγιζαν. (Οι διαγκωνισμοί, σύντροφοι, ήταν η πιο αρνητική πτυχή του ΚΚΕεσ. Όμως ποτέ δεν έφτασαν σε τέτοιες αθλιότητες).

* Σώπασα όταν η Α.Π. πριν από τις εθνικές εκλογές διεκδικούσε συνεργασία με τις "συγγενείς δυνάμεις", διαγράφοντας την πασοκική καμαρίλα, τα πλούσια ελέη στους «ημετέρους», την πράσινη τρομοκρατία στη δημόσια διοίκηση μιας εικοσαετίας, ιδίως της τελευταίας οχταετίας. Ειδικά οι μηχανικοί της Α.Π., την απένταξη 157 αξιόλογων πολεοδομικών μελετών από την υπουργό ΠΕΧΩΔΕ (για να μεταφέρει τις κάτω του κόστους αμοιβές τους στα ολυμπιακά έργα -αλήθεια, σε πόσα κουφώματα του Ολυμπιακού Χωριού αντιστοιχούσαν;). Που επιπλέον επέβαλλε στις υπεύθυνες διευθύνσεις του υπουργείου να μην ενημερώσουν τους αναδόχους, και οδήγησε σε δεκαπεντάχρονη στυγνή ομηρεία 1.500 τουλάχιστον μελετητές.

Οι συνάδελφοι που την ξέρουν αυτή την ιστορία, που ξέρουν ότι κάποιοι πέθαναν χωρίς να μπορέσουν να πάρουν σύνταξη, επιμένουν ακόμα στις «συγγενείς δυνάμεις»; Οι οικονομολόγοι της Δ.Α. δεν έχουν καμιά διαφωνία με τον οικονομολόγο πρωθυπουργό που έστειλε τις αγροτικές οικογένειες από τον πρωτογενή και τους επενδυτές από τον δευτερογενή τομέα στο χρηματιστήριο; Επιδιώκοντας με την πλασματική ευημερία του, χωρίς παραγωγικό θεμέλιο, «τζόγου», ή τρίτη θητεία ή επώνυμη θέση στην Ε.Ε.;

Δεν σώπασα όμως και δεν είμαι διατεθειμένη να σωπάσω για την εφημερίδα που υπερασπίζομαι και διαβάζω από τότε που υπάρχει. Ούτε όταν η «Αχάριστος Φωνή» μάς ταλαιπώρησε ως αχάριστος και υβριστική εναντίον αδυνάτων και θυμάτων κι «Ευχάριστος» υπέρ ισχυρών και δημίων. Ούτε όταν ο κατά τα άλλα αξιόλογος Περι-Διαβάζων της κυριακάτικης σελίδας του καταγγέλλει με πάθος κάθε αριστερή αδυναμία, πρόσφατα για πολλοστή φορά της Κούβας (όπου απαντά, έμμεσα και στον ίδιο, το ακριβοδίκαιο άρθρο των Κουράκη - Ήσυχου, "Κ.Α." 10.10) και προβάλλει καθετί «δεξιόστροφο» (εξίσου πρόσφατα μας κούνησε διδακτικά το δάκτυλο για την αποχώρηση τής, τέως Α.Π. και νυν Δ.Α.).

* Και ασφαλώς δεν θα σωπάσω όταν ο, όχι λιγότερο ηρωικός από παλιότερους διευθυντές της "Αυγής", αλλά μεροληπτικός ως προς το το τι έθαβε και τι πρόβαλλε Κώστας Κάρης, χρησιμοποιεί τη μόνιμη στήλη του για να προβάλλει τον υποψήφιο (ας μην κοροϊδευόμαστε) του ΠΑΣΟΚ που είναι δεδομένο ότι τον προβάλλουν όχι μόνο τα από το '81 πασοκικά ΜΜΕ, αλλά κι όσες εφημερίδες και κανάλια έγιναν λιγότερο ή περισσότερο πασοκικά κατά την εικοσαετία, για να επιβιώσουν. Δεν θα σωπάσω επειδή εδώ αναστρέφεται όλη η δημοκρατική πρωτιά της εφημερίδας μας. Αλήθεια, πότε θα απαλλαγούμε από τις ενοχές που έντεχνα διαιωνίζει ο εκτός κι εντός Αριστεράς νεοφιλελευθερισμός;

Η ανοχή από την εφημερίδα ολόκληρου του άρθρου και ειδικά της ηχηρά υπονομευτικής κατά της υποψήφιας δημάρχου ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ φράσης «ΣΥΣΠΕΙΡΩΝΕΙ ο συνδυασμός του Γ. Καμίνη γιατί είναι ο μόνος (sic!) που μπορεί να κάνει πράξη αυτά που προσδοκούμε» είναι αντιδεοντολογική, όχι δημοκρατική.

Αναπόφευκτα δύο ερωτήματα στον Κώστα Κάρη:

1. Ως τέως δ/ντής της "Αυγής" πώς προβαίνεις σε τόσο κατάφωρη παράβαση της δεοντολογίας μιας πολιτικής εφημερίδας; Επειδή εσύ δεν την τηρούσες;

2. Τι ακριβώς ξέρετε γι' «αυτά που προσδοκούμε...» εσύ κι «ο μόνος» Καμίνης; Γι' αυτά που ταλανίζουν παραπάνω από μισόν αιώνα, από τότε που άρχισε να γίνεται αντιληπτό το αβίωτο της Αθήνας, ένα κυρίως υπουργείο (κατά καιρούς ΥΔ.Ε., ΥΧΟΠ, ΥΠΕΧΩΔΕ, ΥΠΕΚΑ), έναν σημαντικό οργανισμό (ΟΡΣΑ) και χιλιάδες ειδικούς επιστήμονες;

Ρωτώ επειδή η Ελένη Πορτάλιου ξέρει! Και ως ειδική επιστήμων και ως καθηγήτρια του ΕΜΠ και ως ακτιβίστρια που απέτρεψε πολλά!

Σάββατο, 23 Οκτωβρίου 2010

O Εξουσιαστής

Ποιεί εξουσίαν. Ασκεί την εξουσίαν, εξουσιοδοτημένος από τη λαϊκή θέληση. Και όσο ασκεί την εξουσία, ο εξουσιαστής γίνεται αυτός η λαϊκή θέληση, ώστε μέσω των κομματικών εντύπων και των δημοσίων σχέσεων -έτσι ονομάζεται η πλύση εγκεφάλου των πολλών- η «λαϊκή θέληση» πείθεται πως η θέληση του εξουσιαστή είναι ταυτόσημη με αυτήν.

Αλλά ο χρόνος κυλά, η λαϊκή θέληση αναπτύσσεται, αλλοιώνεται, παραλλάζει και ένα πρωί, συννεφιασμένο ή φωτεινό, γίνεται ηλίου φαεινότερο πως ο εξουσιαστής δεν την εκπροσωπεί πλέον. Η καλλιέργεια του μύθου της «Ταυτότητας» παύει να ισχύει και ο εξουσιαστής ή δικτατορεύει δίχως προσχήματα ή πέφτει στο ανάθεμα για να ανέλθει ο καινούριος εξουσιαστής της αντίπαλης παράταξης.

Μια εθνική ιστορία ελληνικής καταγωγής που επαναλαμβάνεται με μαθηματική ακρίβεια τα τελευταία χρόνια.

Γιατί το κόμμα εν Ελλάδι είναι μια θέση αμετακίνητη, αδιαφιλονίκητη, μονοπώλιο δικαίου, εθνικοφροσύνης και πατριωτισμού και όποιος δεν συμφωνεί είναι προδότης και όχι μια διαφορετική μαχόμενη θέση μέσα στο κόμμα.

Γιατί ο εξουσιαστής διαθέτει τη μία άποψη και οι άλλοι την επιδοκιμάζουν αυτήν του ενός, του αρχηγού. Παλαιότερα οι εντός κόμματος εν χορώ επικροτούσαν. Σήμερα, εν χορώ, σιωπούν γιατί δεν χρειάζεται να επικροτήσουν. Απλώς αν παραστεί ανάγκη, χειροκροτούνε δημοσίως.

Ο εξουσιαστής διαθέτει ένα κεφάλι ξύλινο, ασυγκίνητο, ανέκφραστο, αμετακίνητο, «κενόν αισθημάτων και ιδεών και πλήρες φιλοδοξιών».

Ένα κόμμα «ανεπτυγμένου» τόπου διαβαίνει τον χρόνο μέσα από τις αντιθέσεις του. Εδώ, σ' εμάς, καταλύεται από τον χρόνο ή αλλάζει τίτλους. Τώρα τελευταία αποκτήσαμε και τις τυπικές διαδικασίες -συνέδρια, επιτροπές, αποφάσεις- μονότονες, μονόφωνες, που καταλήγουν σε σχοινοτενή πορίσματα τα οποία απηχούν τη διευκόλυνση των φιλοδοξιών του εξουσιαστή. Το πιο ανησυχητικό! Επειδή όλοι μας κρύβουμε μέσα μας έναν μικρό εξουσιαστή, αποτυχημένο, καταπιεσμένο, ανεκπλήρωτο, δεχόμαστε τον επιτυχόντα σαν μια προέκταση φανταστική του εαυτού μας. Όπως δεχόμαστε τον φθόνο των φθονερών, τη λάσπη των λασπολόγων, την ηθικολογία των ανηθίκων, τις καταγγελίες των βρωμερών καταδοτών. Διότι εμπεριέχουμε φθόνον, λασπολογική διάθεση, ανηθικότητα, καταδοτικά συμπλέγματα και χοιροστασιακή αναπνοή.

Τα ακριβά πρότυπα, τα διαθέτοντα αρετή και ιδιότητες χαρισματικές, χρειάζονται πρωτίστως αρετή και αθωότητα για να γίνουν αποδεκτά- χαρακτηριστικά αντεξουσιαστή. Γι' αυτό και στον λαϊκίστικο καιρό μας, των οπαδών της εύκολης λείας και των ακόμη πιο εύκολων φιλοδοξιών, ή έννοια του αντεξουσιαστή δεν είναι εφικτή ούτε καν νοητή! Και αναδύεται εκ των βάλτων και των απορριμάτων πανένδοξος, απόλυτος, αμετακίνητος ο ένας, ο αδιαφιλονίκητος Εξουσιαστής. Προτείνω: μία αντεξουσιαστική εκστρατεία. Έναν σιωπηλό πόλεμο που, αν συντελεστεί μ' επιμονή, κάτι αληθινά καλό μπορεί να επιφέρει.

Η «πατρίς μας» οφείλει να αρνηθεί την ομφαλοσκοπική της κληρονομιά και ν' αποκτήσει ιδιότητες ζωντανού οργανισμού. Αν θέλει να επιζήσει με αξιοπρέπεια και όχι ως κοιτίς ξενοδοχειακών υπαλλήλων και τουριστικών ερωτικών συντρόφων!

Μάνος Χατζιδάκις 




το κείμενο και η φωτογραφία από το ως3 με αναδημοσίευση στο Πολιτικό Καφενείο

Τρίτη, 19 Οκτωβρίου 2010

Το Μνημόνιο και το πήδημα…

 
 
Ημερομηνία δημοσίευσης: 19/10/2010

Του ΘΑΝΑΣΗ ΚΑΡΤΕΡΟΥ


Μας πήραν τ’ αφτιά τόσο καιρό η κυβέρνηση και οι συνήγοροί της, ότι οι επερχόμενες εκλογές είναι για την αυτοδιοίκηση, για να εκλέξουμε τους καλύτερους στους δήμους και στις περιφέρειες, για τον Καλλικράτη που κάνει και ράνει και αλλάζει τον χάρτη της χώρας και φέρνει τον πολίτη στο επίκεντρο. Και ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ για το Μνημόνιο, για την οικονομική πολιτική και για όλα τα βαριά που απασχολούν τον πολίτη.

Και ξαφνικά ο Παπανδρέου έφερε τούμπα τρεις εβδομάδες πριν τις εκλογές όλη τη στρατηγική του, εμφανίζοντας ως δημοψήφισμα την εκλογική μάχη. Πολιτικό είναι το διακύβευμα των εκλογών της 7ης Νοεμβρίου. Οι πολίτες με την ψήφο τους θα δώσουν το στίγμα για το που θέλουν να πάει η χώρα. Θα απαντήσουν στο δίλημμα αν θέλουν να πάει μπροστά, αν θα συνεχίσουμε να λέμε ναι στο δύσκολο έργο για τη σωτηρία της οικονομίας και την εκ βάθρων αναμόρφωση της ή αν θα πάμε πίσω, μας παράγγειλε από τη Λάρισα.

Έτσι τόσες και τόσες προσπάθειες του Σγουρού και του Καμίνη, του Μπουτάρη και του Μίχα να μας πείσουν ότι το Μνημόνιο και η πολιτική της κυβέρνησης είναι αντικείμενο άλλων εκλογών τις έκανε φύλλο φτερό ο ίδιος ο αρχηγός. Δεν άφησε καμιά αμφιβολία ο άνθρωπος για τον κομβικό χαρακτήρα της εκλογικής αναμέτρησης, όπως δεν άφησε και καμιά αμφιβολία για το πόσο εύκολα μπορεί άλλα να λέει σήμερα και άλλα να λέει αύριο, επικαλούμενος τη σωτηρία της πατρίδας από τη χρεωκοπία για να σώσει τον εαυτό του και το κόμμα του από την εκλογική ήττα.

Διότι αυτή είναι η ουσία. Για όλεθρο πήγαιναν με ατζέντα τον Καλλικράτη και τους καλούς δημάρχους, ενώ ο κόσμος καίγεται. Χρειάζονταν επειγόντως ένα δίλημμα, αντάξιο ενός κόμματος διλημμάτων όπως το ΠΑΣΟΚ. Ε, σκάρωσαν στα γρήγορα ένα: Ναι ή όχι στη σωτηρία μας! Δεν είναι και τόσο πρωτότυπο, αλλά υποτίθεται ότι τους δίνει μια ευκαιρία. Δεν υπολόγισαν όμως ότι δίνουν έτσι μια επιπλέον ευκαιρία και σε μας τους άλλους, πρώτον γιατί το Μνημόνιο έρχεται στο επίκεντρο με τον πιο επίσημο τρόπο και δεύτερον γιατί το αποτέλεσμα δεν θα σηκώνει αλχημείες. Ιδού η Ρόδος του Μνημονίου λοιπόν. Και ενόψει εκλογών, ιδού και το πήδημα…

Σάββατο, 16 Οκτωβρίου 2010

Παρ' όλα όσα, αριστερά

«Αυγή. 25 Οκτωβρίου 1917» πίνακας του Evgeny Chuprun (1927-2003) από τη Wikipedia, με άδεια Creative Commons Attribution ShareAlike 3.0

του Ευτύχη Μπιτσάκη

ΑΥΓΗ, 16.10.10

Οι εκλογές πλησιάζουν και η Ελλάδα κατεβαίνει πλησίστια τον Αχέροντα! Πηγαίνει προς χρεωκοπία ξεπουλώντας την κρατική περιουσία, ληστεύοντας τα λαϊκά στρώματα και καταπατώντας το Σύνταγμα. Δάνεια επί δανείων. Και όταν θα "βγούμε" από την κρίση, θα έχουν πραγματοποιηθεί: Μια πρωτοφανής αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου υπέρ του κεφαλαίου, εγχώριου και ξένου. Μια επιστροφή σε έναν μεταμοντέρνο εργασιακό Μεσαίωνα. Μια περαιτέρω διεύρυνση του φαύλου κύκλου του δημοσίου χρέους. Θα "βγούμε", σε συνθήκες που θα προετοιμάζουν την επόμενη, καταστροφικότερη κρίση.

Ήταν αναπόφευκτη αυτή η τυφλή πορεία, όπως ισχυρίζεται ο πρωθυπουργός, ο οποίος έσπευσε να απεμπολήσει μέρος της εθνικής μας ανεξαρτησίας (δικά του λόγια), να υποβαθμίσει την Ελλάδα σε νομαρχία της Ε.Ε. και σε μπανανία των Κινέζων (κομμουνιστών!!) και των εμίρηδων του αραβικού κόσμου; Από πολλές πλευρές έχει δοθεί αρνητική απάντηση και έχουν γίνει συγκεκριμένες προτάσεις διεξόδου. Ενιαία πρόταση δεν έχει διατυπωθεί. Η καταστροφή ωστόσο είναι δεδομένη. Υπεύθυνοι: Τα δύο κόμματα εξουσίας, οι ηγεσίες τους και όσοι τους στηρίζουν από συμφέρον ή από τύφλωση.

Και η αριστερά;
Η αριστερά θα ήταν η μόνη δύναμη που θα μπορούσε να αντισταθεί αποτελεσματικά. Πρώτα, επεξεργαζόμενη μια ολοκληρωμένη πρόταση εξόδου από την κρίση, η οποία θα είχε τις λιγότερο καταστροφικές συνέπειες για τα λαϊκά στρώματα. Ταυτόχρονα, πρωτοστατώντας στην οργάνωση της αντίστασης στην προδοτική πολιτική της κυβέρνησης. Προτάσεις έγιναν από την πλευρά της αριστεράς. Συνολική πρόταση, προϊόν διαλόγου, δεν έγινε. Και αντί για οργάνωση της καθολικής λαϊκής αντίστασης εναντίον του νέου καθεστώτος υποτέλειας, μοναχικές πορείες και ένας συνεχιζόμενος ενδοαριστερός εμφύλιος.

Σε τι θα μπορούσαν και σε τι θα έπρεπε να συμφωνήσουν αυτή τη στιγμή τα κόμματα και οι οργανώσεις της αριστεράς; Στην καταδίκη και στον αγώνα εναντίον του Μνημονίου. Στην επαναδιαπραγμάτευση του δημόσιου χρέους και στη στάση πληρωμών. Ωραία! Αλλά θα φύγουμε από το ευρώ; Θα φύγουμε από την Ε.Ε.; Θεμιτά και κεφαλαιώδη ερωτήματα, στα οποία δίδονται διαφορετικές απαντήσεις, χωρίς επιστημονικά επεξεργασμένη θεμελίωση και χωρίς την επεξεργασία μιας στρατηγικής ανασυγκρότησης του παραγωγικού ιστού της χώρας με απώτερο στόχο τον σοσιαλισμό.

Όμως οι διαφορές είναι λόγος για να μην υπάρξει κοινή δράση και να μην ανοιχτεί ένας δημόσιος διάλογος ανάμεσα στις διάφορες συνιστώσες της αριστεράς, ο οποίος ενδεχομένως θα κατέληγε σε μια κοινή, επιστημονικά θεμελιωμένη πρόταση διεξόδου; Όταν καίγεται το σπίτι σου δεν κάθεσαι να σκέφτεσαι πώς θα μπορούσες να το είχες χτίσει ώστε να μην καεί! Και ο εμφύλιος συνεχίζεται. Το σπίτι καίγεται και "ημείς άδωμεν"!

Δηλαδή: Οι "καθαροί" άτεγκτοι "επαναστάτες", δέσμιοι του πλέγματος σεκταρισμού - οπορτουνισμού, απαιτούν, προκειμένου να γίνει έστω μια κοινή πορεία, να λύσουμε προκαταβολικά το πρόβλημα της Ε.Ε., της δικτατορίας του προλεταριάτου, του ρόλου του Στάλιν (δικαιώνοντάς τον) και των προδοτών Μπρέζνιεφ και Γκορμπατσόφ κ.λπ. Σε όλα όχι, αλλά τη θεωρία κατέληξαν να την ταυτίζουν με τα επτά ή δώδεκα "απλά μαθήματα". Οι άλλοι; Αυτοί, δέσμιοι ακόμη της αόριστης και καταστροφικής ιδεολογίας του ευρωκομμουνισμού και του ασαφούς ευρωπαϊσμού, δεν ασχολούνται με θέματα "στρατηγικής". Δεν διδάχτηκαν από την κατάντια των πρωτεργατών, Ισπανών, Ιταλών και Γάλλων. Ο πάγιος τακτικισμός τούς οδήγησε πρόσφατα στη μεγαλοφυή ιδέα να διεμβολίσουν το ΠΑΣΟΚ με την ευκαιρία των δημοτικών εκλογών! (Δεν αναφέρομαι στους πολύ ανανεωτικούς, που άραξαν ήδη στις παρυφές του ΠΑΣΟΚ). Τέλος, η ριζοσπαστική αριστερά; Οι χιλιάδες παλαιοί και νέοι αγωνιστές που είναι πάντοτε παρόντες στους κοινωνικούς αγώνες; Η πολυδιασπαμένη ριζοσπαστική αριστερά δεν μπόρεσε, παρά τα όποια βήματα, να κατανοήσει ότι το μέλλον του ελληνικού και του παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος δεν βρίσκεται στην επιστροφή στον Στάλιν, στον Τρότσκι και στον Μάο, αλλά στη δημιουργική - διαλεκτική υπέρβαση του παρελθόντος, που σημαίνει: Κριτική αποτίμηση, ανάκτηση του επιστημονικού κεκτημένου του μαρξισμού, δημιουργική ανάπτυξή του, ώστε να ανταποκρίνεται στις συνθήκες της εποχής μας, και ταυτόχρονα θεωρητική και πρακτική αξιοποίηση της πείρας του παγκόσμιου εργατικού κινήματος - θετικής και αρνητικής.

Ο εικοστός αιώνας των μεγάλων επαναστάσεων, των πλανητικών αισιόδοξων προοπτικών, των μεγάλων καταρρεύσεων και της μεγάλης απογοήτευσης έληξε. Μπήκαμε στον 21ο αιώνα. Και προφανώς δεν πρόκειται απλώς για χρονολογία. Έχουν κατανοήσει οι "ηγεσίες" μας το μέγεθος της καταστροφής; Ο εικοστός αιώνας έληξε με την κατάρρευση του σοσιαλιστικού στρατοπέδου. Οι ιδεολόγοι τού (επί του παρόντος) νικηφόρου καπιταλισμού, βιάστηκαν να μας βεβαιώσουν για το τέλος των ιδεολογιών, για το τέλος της Ιστορίας και για την αιώνια καπιταλιστική ειρήνη που θα μετέτρεπε τον άνθρωπο σε πειθήνιο παραγωγικό - καταναλωτικό δίποδο. Η Ιστορία τους διέψευσε! Σήμερα ζούμε την εποχή των νέων ιμπεριαλιστικών πολέμων, αλλά η παντοκρατορία των ΗΠΑ οδεύει προς μια τραγική Δύση. (Επί του παρόντος έχουν την υπεροχή των καταστροφικών μοντέρνων οπλοστασίων). Ήδη οδεύουμε προς ένα πολυπολικό κόσμο: ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα, Λατινική Αμερική κ.λπ. Ο κόσμος αυτός δεν θα είναι ένας κόσμος ειρηνικού ανταγωνισμού. Θα είναι ένας κόσμος συγκρουσιακός και η πιθανότητα αυτοκαταστροφής του ανθρώπινου είδους δεν είναι πλέον μηδενική. (Μεταξύ άλλων, ο καπιταλισμός λεηλάτησε τα φυσικά αποθέματα. Οι πόλεμοι για ενεργειακά αποθέματα, νερό, πρώτες ύλες, τρόφιμα, είναι δυνατόν να καταλήξουν σε πυρηνικό ολοκαύτωμα). Ελπίδα; Η αναγέννηση του εργατικού και του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος με στόχο μια παγκόσμια κομμουνιστική κοινωνία, η οποία δεν θα καταργήσει μόνο την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, αλλά ταυτόχρονα, λύνοντας τη βασική αντίθεση του καπιταλισμού, θα λύσει και την παράγωγη, αλλά δεσπόζουσα σήμερα: την αντίθεση ανθρώπου - φύσης, δημιουργώντας μια αξιοβίωτη κοινωνία θεμελιωμένη όχι μόνο στη βάση της κοινής κατοχής του κοινωνικού πλούτου, αλλά σε ένα σύνολο πνευματικών και ηθικών αξιών που θα σημαδεύουν το πέρασμα από τη βάρβαρη προϊστορία στην πραγματική ιστορία της ανθρωπότητας (Μαρξ).

Ουτοπία; Επί του παρόντος. Ουτοπία, αλλά και δυνατότητα που κυοφορείται στα σπλάχνα του σημερινού βάρβαρου κόσμου. Και η αριστερά; Οι πλανητικοί κίνδυνοι αλλά και οι νέες δυνατότητες καθορίζουν το ιλιγγιώδες μέγεθος των καθηκόντων της. Να ελπίσουμε; Ναι, αλλά συν Αθηνά και χείρα κίνει! Και η ελληνική αριστερά; Θα μπορέσει να υπερβεί τη σημερινή της μιζέρια; Το γιατί και το πώς θα το συζητήσουμε μετά τις εκλογές. Τώρα: Παρ' όλα όσα αρνητικά, ψήφο στην αριστερά! Ούτε αποχή, ούτε λευκό. Ο καθένας ας ψηφίσει όποιον θεωρεί περισσότερο συνεπή, αναλαμβάνοντας τις ευθύνες της επιλογής του.

Μετά τις εκλογές: Αν θέλουμε να μην μείνουμε νεκρά κατάλοιπα ενός ηρωικού και τραγικού παρελθόντος, τα οποία θα σαρώσει ενδεχομένως κάποιο κύμα ενός νέου κινήματος, ας σκεφτούμε: Οι διαφορές είναι αναπόφευκτες! Υπάρχει όμως μια αντικειμενική πραγματικότητα και μια αλήθεια που της αντιστοιχεί. Θα επιχειρήσουμε να την αναζητήσουμε μέσα από την κοινή δράση και τη θεωρητική συζήτηση; Επί του παρόντος, ας σταματήσει τουλάχιστον το αμοιβαίο "θάψιμο". Ας αντιπαρατεθούμε, σκληρά έστω, αλλά με όρους πολιτικής. Εδώ θα είμαστε και μετά τις εκλογές.

Παρασκευή, 15 Οκτωβρίου 2010

Τροϊκο-Σοσιαλισμός

του AntistaChef

ΑΥΓΗ, 15/10/2010
Πρώτα φοράμε στο πέτο ή στο μανίκι των υποψηφίων για ξεπάστρεμα το κατάλληλο αστέρι. Να ξεχωρίζουν από τους μη προνομιούχους οι συνταξιούχοι που λυμαίνονται τα ασφαλιστικά ταμεία, οι δημόσιοι υπάλληλοι που λυμαίνονται τον κρατικό κορβανά, οι εργαζόμενοι στις ΔΕΚΟ, που έχουν εκτινάξει στα ύψη τους μισθούς τους εκτινάσσοντας μαζί και το χρέος της χώρας.

Ύστερα, αφού η υπό εκκαθάριση ομάδα καθοριστεί και σημανθεί με το αστέρι της, αναλαμβάνουν τα λεπιδόπτερα της συντεταγμένης προπαγάνδας που ονομάζεται και δημοσιογραφία να εξηγήσουν πώς οι αστερόεντες ρουφάνε το αίμα του λαού και του έθνους. Πώς τσεπώνουν τεράστιους μισθούς, πώς απολαμβάνουν προνόμια, πόσο κοστίζει στον δυστυχή Άρειο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας η κραιπάλη τους.

Κατάλογοι μέσων μισθών κάνουν την εμφάνισή τους από τα υπουργικά υπόγεια. Υπολογισμοί δισεκατομμυρίων κα θρηνώδεις αριθμοί που περιγράφουν τον κυνισμό των προνομιούχων. Εκείνοι που αποδείχτηκαν ανίκανοι να υπολογίσουν σωστά το έλλειμμα και το χρέος, ή να προϋπολογίσουν σωστά τα έσοδα και τα έξοδα, αποδεικνύονται ικανότατοι στον υπολογισμό των ζημιών από τα επιδόματα και τους μισθούς του οργανισμού ιπποδρομιών.

Μόνον αφού ο κύκλος αυτός κλείσει, μόνο αφού μας πάρουν τ’ αφτιά από τις τηλεοράσεις όλες οι χήνες που προειδοποιούν για τους βαρβάρους που έρχονται, μόνον τότε ανάβουν οι φούρνοι. Για να καταπιούν δικαιώματα, εισοδήματα, θέσεις εργασίας, συλλογικές συμβάσεις, αντιλήψεις και δεσμεύσεις –όλα για κάψιμο. Και το κάτι τις που μένει, μαλλιά, ρούχα, παπούτσια, λίπος, αξιοποιείται για την άσκηση κοινωνικής πολιτικής. Καίμε δυο συντάξεις, αλλά δίνουμε ένα τετρακοσάρι για τα Χριστούγεννα.

Και ύστερα; Ύστερα επόμενος! Κάπως έτσι πάει το πράγμα κι  αποφασίζουν ο Παπανδρέου και τα επικαιρο-επικαιροποιημένα μνημόνια το επόμενο βήμα του Τροϊκο-Σοσιαλισμού.  Και το επόμενο θύμα βεβαίως. Οι Εβραίοι, οι τσιγγάνοι, οι ομοφυλόφιλοι.. Οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι συνταξιούχοι, οι εργαζόμενοι στις ΔΕΚΟ. Με τον ρημαγμένο λαό του ιδιωτικού τομέα, να αναδεικνύεται επισήμως Άρειος και να καλούνται οι μη προνομιούχοι που τον απαρτίζουν να βάλουν ένα χεράκι στην εξόντωση των άλλων. Γιατί οι άλλοι, οι προνομιούχοι, φταίνε για όλα.

Ύστερα φυσικά θα έρθει και η σειρά όσων σωπαίνουν, κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν, ή ρίχνουν και κανένα κούτσουρο στο φούρνο. Κι αφού ξεμπερδέψουν και μ’ αυτούς θα έχει ολοκληρωθεί η νίκη του Τροϊκο-Σοσιαλισμού. Χάιλ…

του Θανάση Καρτερού

Τρίτη, 12 Οκτωβρίου 2010

Η ΗΓΕΣΙΑ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΣΕ ΑΔΙΕΞΟΔΟ



Γράφει ο ΗΛΙΑΣ ΜΥΛΩΝΑΣ*

Η έλλειψη εμπιστοσύνης της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στις συνδικαλιστικές και κομματικές ηγεσίες και η απογοήτευσή της από αυτές, που την οδηγούν στην απάθεια και την αγωνιστική παραλυσία, αποτελούν την ίδια στιγμή τον βασικό παράγοντα  απομόνωσης και εσωστρέφειάς των παραπάνω.
Σε μια περίοδο που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ευνοϊκή για μαζικούς αγώνες εξ’ αιτίας της σκληρής επίθεσης που έχει εξαπολύσει η αστική τάξη ενάντια στα φτωχότερα στρώματα, το φαινόμενο που παρατηρείται είναι ότι εκ μέρους των κομμάτων της Αριστεράς υπάρχει αδυναμία να αρθρώσουν πολιτική πρόταση που να εμπνέει τις μάζες και εκ μέρους της κοινωνίας λείπει η διάθεση να μπει μπροστά με ένα αυθόρμητο τρόπο, συμπαρασύροντας τις οργανωμένες δυνάμεις και τραβώντας τες από το πολιτικό λήθαργο στο οποίο έχουν περιπέσει.
Αυτή η αμφίδρομη κατάσταση έχει σαν αποτέλεσμα, μέσα από το πολιτικό αδιέξοδο που έχει προκύψει,  η πολιτική μάχη να μετατοπιστεί από το κοινωνικό πεδίο στο εσωτερικό των κομματικών μηχανισμών, με ότι επίπτωση έχει αυτό.

Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΟΝ ΣΥΡΙΖΑ

Το τελευταίο διάστημα είμαστε μάρτυρες του αρνητικού φαινομένου στο οποίο οι συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ, αντί να έρχονται πιο κοντά η μια στην άλλη μετά από τόσα χρόνια κοινών αγώνων και προβληματισμών, να αναπτύσσουν φυγόκεντρες τάσεις με ραγδαίους ρυθμούς.
Ο βασικός θεωρητικός κορμός πάνω στον οποία δημιουργήθηκε η συμμαχία ήταν η περίφημη «Ανασύνθεση της Αριστεράς». Όπως αποδείχτηκε όμως αυτή είναι μια πολύ προσωρινή διαδικασία.
Μοναδική προοπτική επιτυχίας ενός τέτοιου εγχειρήματος θα ήταν η δημιουργία ενός νέου, μαζικότερου σχήματος μέσα από την αυτοδιάλυση των παλιών. Αυτό δεν έγινε κατορθωτό να επιτευχθεί.
Υπήρξε μια μακρά περίοδος πολιτικού διαλόγου για την εξεύρεση κοινών σημείων από τις διαφορετικές οργανώσεις που απάρτιζαν τον ΣΥΡΙΖΑ, η οποία διήρκεσε αρκετά χρόνια.
Ο διάλογος αποτελεί μια κορυφαία δημοκρατική λειτουργία, ωστόσο  κάποτε πρέπει να καταλήγει σε συμπεράσματα και από εκεί σε κοινές δράσεις. Δεν μπορεί να εξελίσσεται σε μια ατέρμονη διαδικασία που μετατρέπει τους κομματικούς σχηματισμούς σε συζητητικούς ομίλους.
Φαίνεται λοιπόν ότι αυτός ο διάλογος έφτασε πια στα όριά του. Ότι βγήκε, βγήκε από αυτόν.
Παράλληλα οι διεργασίες στο κόμμα του Συνασπισμού είναι φυσικό να επηρεάζουν άμεσα τη συμμαχία. Κάποιες  συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ, σαν μικροί δορυφόροι που μετακινούνται συνεχώς, στοιχίζονται πίσω από τις διαφορετικές τάσεις του ΣΥΝ, σε μια άκαρπη προσπάθεια να βρουν  πολιτική διέξοδο μέσα από αυτές.
Το μόνο πρόβλημα είναι ότι αυτή η «κινητικότητα» εκδηλώνεται σε μια προσωπική βάση και οι πολιτικές διαφωνίες είναι παντελώς δυσδιάκριτες.
Παρ’ όλη την αρνητική συγκυρία, τίποτε δεν συνηγορεί σε μια άμεση προοπτική διάλυσης της συμμαχίας, εξ’ αιτίας της οργανικής σχέσης και μιας κοινής πορείας που έχει αναπτύξει με το κόμμα του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ. Όμως φαίνεται από δύσκολο έως ακατόρθωτο να συνεχίσει με την ίδια μορφή και τις ίδιες πολιτικές δυνάμεις που την πλαισίωναν μέχρι σήμερα, λόγω των έντονων αντιπαραθέσεων που αναπτύχθηκαν όλο το προηγούμενο διάστημα.

ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΚΥΡΙΑΡΧΟ ΖΗΤΗΜΑ

Το βασικό ερώτημα που τίθεται στις πολιτικές δυνάμεις αυτή την περίοδο είναι η στάση τους σε σχέση με το κρατικό χρέος. Οι περισσότεροι μιλάνε γενικώς για «αναδιάρθρωση». Τι ακριβώς σημαίνει όμως αυτό;
Μια αναδιάρθρωση που θα προέλθει μέσα από μια επαναδιαπραγμάτευση της σημερινής  κυβέρνησης, (σε συνεργασία πάντα με το ΔΝΤ) και των δανειστών, είναι βέβαιο ότι θα γίνει εις βάρος των εργαζομένων, θα μπουν ακόμη πιο δυσβάσταχτοι όροι  και αυτό θα επιδεινώσει ακόμα περισσότερο τη θέση τους. Οι διεθνείς τοκογλύφοι δεν πρόκειται να δεχτούν να χάσουν ούτε δεκάρα.
Το ερώτημα συνεπώς που μπαίνει είναι ποιος θα κάνει τη συγκεκριμένη αναδιάρθρωση και υπέρ ποιανού.
Στην πραγματικότητα το ζήτημα δεν είναι η αναδιάρθρωση του χρέους αλλά η «αναδιάρθρωση» του ίδιου του συστήματος.
Σήμερα δυστυχώς κανένα κόμμα δεν μιλάει για ολοκληρωτική παύση πληρωμών. Επί της ουσίας όμως, μια τέτοιου είδους διαδικασία διαδραματίζεται μπροστά στα μάτια μας.
Είναι η πολιτική που επιβλήθηκε από την Τρόϊκα και η οποία έχει οδηγήσει στην παύση πληρωμών όχι βεβαίως προς τους τοκογλύφους που έχουν δανείσει το ελληνικό κράτος με τους πιο απεχθείς όρους που υπήρχαν στη χρηματιστηριακή αγορά, αλλά προς την ίδια την κοινωνία, τους εργαζόμενους και τους συνταξιούχους..
Όλοι, και πρώτη η επίσημη Αριστερά, βλέπουν την πτώχευση να έρχεται, μιας και άπαντες συμφωνούν ότι τα μέτρα που λαμβάνονται απ’ την κυβέρνηση δεν επαρκούν για την αποπληρωμή του χρέους. Κανένας όμως δεν ομολογεί ότι δεν είναι στην ουσία το χρέος που πρέπει να μπει σε επαναδιαπραγμάτευση αλλά το ίδιο το σύστημα. Και όσο θα ισχύει αυτή η αντίληψη, οι εργαζόμενοι θα βυθίζονται συνεχώς στη φτώχια και η Αριστερά στην ανυποληψία.

Ο ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ

Η ηγεσία του ΣΥΝ σήμερα, φοβούμενη να αρθρώσει αριστερό επαναστατικό λόγο όπως  επιβάλλει η περίοδος, βρίσκεται μεταξύ «σφύρας και άκμονος», βαλλόμενη μετά μανίας στο εσωτερικό του κόμματος και τον ΣΥΡΙΖΑ ενώ την ίδια ώρα, και χωρίς ίσως να το συνειδητοποιεί, απομακρύνεται συνεχώς από την κοινωνία.
Αισθάνεται ανίκανη να καθοδηγήσει τα πράγματα μέχρι την τελική τους συνέπεια στις παρούσες συνθήκες  που απαιτούν ριζοσπαστικές λύσεις, και αυτό την οδηγεί σε ακόμα πιο μετριοπαθείς θέσεις και πολιτικές.
Γνωρίζει  ότι άμα πει το Α πρέπει να πάει και στα υπόλοιπα γράμματα της αλφαβήτου, να φτάσει μέχρι το Ω.
Εάν πει παύση πληρωμών, το επόμενο πράγμα που πρέπει να αναφέρει  είναι η εθνικοποίηση όλου του τραπεζικού συστήματος (και όχι απλώς ενός πυλώνα).
Εάν πει εδώ και τώρα λύση στο πρόβλημα της οικονομικής κρίσης, πρέπει να πει και σοσιαλισμός.
Ξέρει ότι όποια μέτρα κι αν παρθούν στα πλαίσια του καπιταλισμού, δεν πρόκειται να αποσοβήσουν τη βαθιά, δομική κρίση του συστήματος. Όμως διστάζει να κάνει το βήμα.
Δυστυχώς και το Αριστερό Ρεύμα αλλά και το Μέτωπο Ανατροπής με επί κεφαλής τον Αλαβάνο, δεν προβάλλουν κάτι διαφορετικό από την ηγεσία του ΣΥΝ. Τα  εθνοκεντρικά εμβατήρια που παιανίζουν και οι λεονταρισμοί για «ανεξάρτητα εδάφη στα οποία δεν θα επιτρέψουν να εισέλθει ο εχθρός», δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση διακριτή αντίθεση και δεν αγγίζουν την καρδιά του ζητήματος.
Η σημερινή ηγεσία της Αριστεράς αντρώθηκε σε μια περίοδο οικονομικής ανάπτυξης και εθίστηκε σε μια τακτική απαίτησης διαρθρωτικών αλλαγών και θεσμικών μεταρρυθμίσεων. Η περίοδος αυτή όμως παρήλθε οριστικά.
Η τωρινή κρίση δεν επιτρέπει ούτε μισή παραχώρηση υπέρ των εργαζομένων και θέτει αμείλικτα τα ζητήματα: Κάποιος πρέπει να πληρώσει γι αυτή και υποχρεωτικά θα είναι ή το κεφάλαιο ή οι εργαζόμενοι.
Στην ηγεσία της Αριστεράς έχει μπει αποφασιστικά το δίλημμα  «με ποιον θα πάει και ποιον θα αφήσει» και δεν έχει κανένα
περιθώριο να το αποφύγει. Αν δεν αποφασίσει σωστά, το τίμημα θα είναι να εξαφανιστεί σύντομα από το πολιτικό σκηνικό, όπως έγινε στην Ιταλία.

*Ο Ηλίας Μυλωνάς είναι μέλος του Κόκκινου και της γραμματειας ΣΥΡΙΖΑ του 3ου διαμερίσματος.

Κυριακή, 10 Οκτωβρίου 2010

Πεντακόσιες χιλιάδες ψέματα και μια αλήθεια για την Κούβα

Φορντ 1956,"γιάνκ-τανκ", Τρινιδάδ, Κούβα, του Dirk van der Made, με άδεια Creative Commons Attribution 1.0 Generic

των Τάσου Κουράκη*  και Κώστα Ήσυχου**
από την ΑΥΓΗ, 10.10.10

Αποφασίσαμε να παραθέσουμε κάποια επιχειρήματα, γνωστά και άγνωστα, όχι για να προσπαθήσουμε να απαντήσουμε σε κακόβουλα άρθρα σε βάρος μιας ιστορικής λαϊκής εξέγερσης και επανάστασης αλλά γιατί νιώθουμε ότι έχει σημασία αδιάκοπα και διαχρονικά να κάνουμε ουσιαστική και τεκμηριωμένη κριτική σε μια ιστορική και πολιτική πραγματικότητα στην Κούβα από την σκοπιά υπεράσπισης μιας επανάστασης που έχει πολλά να διορθώσει ακόμα, και όχι από την σκοπιά της κατεδάφισης της.

«Η Κούβα απολύει 500.000 εργαζομένους», «Νεοφιλελεύθερη επέλαση στην Κούβα», «Κατάρρευση του σοσιαλισμού στην Κούβα», «Ο Κάστρο επαναλαμβάνει τα ίδια αποτρόπαια βήματα του Τσαουσέσκου..» είναι μερικά από τα δεκάδες άρθρα, αναλύσεις και απόψεις που διατυπώθηκαν τις τελευταίες μέρες μετά από την απόφαση της κουβανέζικης κυβέρνησης να ανασυγκροτήσει τον Δημόσιο τομέα της, να αναδιαρθρώσει το ανθρώπινο δυναμικό με μετατάξεις σε ελλειμματικές και υποβαθμισμένες υπηρεσίες του Δημοσίου αλλά και να προωθήσει σε εθελοντική βάση εργαζομένους που θα ήθελαν να εργαστούν σε μικρής κλίμακας ιδιωτικές επιχειρήσεις με περιορισμένο αριθμό εργαζομένων (αγροτική παραγωγή σε αναξιοποίητη καλλιεργήσιμη γη με επινοικίαση από το κράτος, κομμωτήρια, περίπτερα, μικρής κλίμακας ιδιωτικές επιχειρήσεις στο μηχανουργικό, ηλεκτρολογικό τομέα, νέες τεχνολογίες, επισκευές αυτοκινήτων, κ.λπ.) Πρόκειται για κάτι που στη μαρξιστική θεωρία αποτελεί ένα από τα μεγάλα και ανοιχτά ζητήματα από την εποχή της ΝΕΠ του Λένιν στην τότε νεαρή Σοβιετική Ένωση. Μικτή οικονομία με ιδιωτικές επιχειρήσεις μικρής κλίμακας εκεί που το Δημόσιο δεν χρειάζεται να σπαταλά επενδύσεις αποτελεί σήμερα για την Κούβα μια αναγκαία επιλογή, που μπορεί να προσφέρει σε συνθήκες οικονομικού αποκλεισμού και μεγάλης οικονομικής δυσπραγίας σε ό,τι αφορά τη διαθεσιμότητα σκληρού νομίσματος, μιας και η Κούβα μπορεί να συναλλάσσεται μόνο με αμερικανικό δολάριο όταν πρέπει να αγοράσει νέες τεχνολογίες έως και για την εισαγωγή διατροφικών προϊόντων.

Η απόφαση αυτή δεν είναι ένα απλό διάταγμα που ένα ωραίο πρωινό εκδόθηκε, αλλά είναι αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης διαδικασίας διαλόγου με τους εργαζομένους, τα συνδικάτα, όπου διατηρούνται όλα τα θεσμικά, συνταγματικά, εργασιακά δικαιώματα των μετατασσόμενων εργαζομένων. Ο δείκτης της ανεργίας στην Κούβα είναι 1,7%. Συνταγματικά η εργασία κατοχυρώνεται ως δικαίωμα και η σημερινή νομοθετική πρωτοβουλία για το μισό εκατομμύριο εργαζομένων στο Δημόσιο που θα μεταταχθούν δεν επιτρέπει τη συνταγματική παραβίαση των δικαιωμάτων τους. Παρ’όλα αυτά δεν σημαίνει ότι δεν θα είναι μια εύκολη διαδικασία, αλλά ας πάρουμε υπόψη ότι θα συνεχιστεί για τα επόμενα τρία χρόνια, έως ότου ολοκληρωθεί. Το αποτέλεσμα της σημερινής παγκόσμιας καπιταλιστικής, χρηματοπιστωτικής κρίσης έχει σοβαρές επιπτώσεις και στην Κούβα, πόσο μάλλον όταν έχει μια οικονομία χωρίς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά εξαγωγικών πλεονεκτημάτων, λόγω της ιδιαίτερης ένδειας σε πλουτοπαραγωγικές πηγές.

Οικονομικός αποκλεισμός και η σημασία του

Σε συνθήκες παγκόσμιας οικονομικής κρίσης ο οικονομικός πόλεμος εναντίον της Κούβας έχει ακόμα δυσμενέστερες επιπτώσεις. Ας δούμε δυο - τρεις απλές περιπτώσεις και εξειδίκευσης του οικονομικού αποκλεισμού. Με απόφαση του Αμερικανικού Κογκρέσου και την ευλογία του Λευκού Οίκου τα τελευταία χρόνια, κανένα προϊόν δεν επιτρέπεται να εισαχθεί στην Κούβα όταν στο αποτέλεσμα της παραγωγής του προϊόντος αυτού υπάρχει άνω του 15% συμμετοχή αμερικανικής τεχνολογίας ή οικονομικής συμμετοχής από αμερικανικό χρηματοπιστωτικό ίδρυμα. Καμιά αμερικανική επιχείρηση στις ΗΠΑ ή στο εξωτερικό δεν επιτρέπεται να έχει κανενός είδους οικονομική συναλλαγή με την Κούβα. Κανένα εμπορικό πλοίο κάτω από καμία σημαία δεν επιτρέπεται να ελλιμενίζεται σε αμερικανικό λιμάνι εάν κατά τους τελευταίους έξι μήνες έχει ελλιμενιστεί σε κουβανέζικο Λιμάνι. Αυτά είναι ελάχιστα από τα εκατοντάδες «πολεμικά μέτρα» που κατά καιρούς έχουν λάβει, λαμβάνουν και εκσυγχρονίζουν οι ΗΠΑ, σε βάρος μιας επανάστασης, που δεν επιτρέπει στον Αμερικανό γίγαντα να ξεχάσει την ταπείνωσή του.

Ο κλοιός του οικονομικού αποκλεισμού που έχουν επιβάλει παράνομα οι ΗΠΑ, για πάνω από μισό αιώνα, παρά τις αντίθετες και αλλεπάλληλες αποφάσεις των γενικών συνελεύσεων του ΟΗΕ, σφίγγει ακόμα περισσότερα από την κυβέρνηση Ομπάμα, που στρέφει το γεωπολιτικό της ενδιαφέρον στην Καραϊβική και στη Λατινική Αμερική, ενδυναμώνοντας έναν ανελέητο οικονομικό, μιντιακό και πολιτικό πόλεμο σε βάρος της Βολιβίας, της Βενεζουέλας, του Εκουαδόρ, και της Κούβας. Σημερινό εφεύρημα των ΗΠΑ, είναι ο λεγόμενος πόλεμος κατά των ναρκωτικών και των καρτέλ στην Κολομβία και το Μεξικό.

Μαίνεται κυριολεκτικά ένας πολύπλοκος και αιματηρός εμφύλιος πόλεμος στο Μεξικό και την Κολομβία από ομάδες και οικογένειες των καρτέλ, για τον έλεγχο της παραγωγής και της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, πάνω στη μεγαλύτερη αγορά του πλανήτη, τις ΗΠΑ. Έτσι η παρουσία και αύξηση στρατευμάτων και αμερικανικών βάσεων είναι γεγονός, σε μια σειρά χώρες που συνορεύουν με τις χώρες μέλη της ΑΛΜΠΑ (Εναλλακτική Μπολιβαριανή Ολοκλήρωση για τις χώρες της Λ.Α. και Καραϊβικής). Το αποτέλεσμα δεν είναι η μείωση τις διακίνησης των ναρκωτικών, αντίθετα αυξάνουν οι απειλές, οικοδομείται ένας ιδιόμορφος ψυχρός πόλεμος ανάμεσα σε κυβερνήσεις που βρίσκονται υπό την πολιτική και οικονομική τροχιά των ΗΠΑ και μιας σειρά προοδευτικών και αριστερών κυβερνήσεων. Ας μην ξεχνάμε τις εκατοντάδες επιθέσεις που έχει δεχθεί η Κούβα τις τελευταίες δεκαετίες, από ανατινάξεις εμπορικών αεροσκαφών, μέχρι και επιθέσεις χημικού πολέμου σε καλλιεργήσιμες εκτάσεις της, ανάλογες αναφορές από τις μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ ήδη έχουν χαρακτηριστεί μη απόρρητες πλέον.

Τέλος, δεν υπερασπιζόμαστε λάθη και παραλείψεις, ακόμα και κακές αποφάσεις που ορισμένες φορές παίρνονται υπό το κράτος ενός ακήρυχτου σκληρού πολέμου, που δέχεται η Κούβα, ενώ εμείς, ορισμένες φορές, με ευκολία βιαζόμαστε να κρίνουμε, με τον δογματισμό μιας «μεταμοντέρνας δογματικής και αλάνθαστης αριστεράς». Απλά επισημαίνουμε ότι δεν είναι τυχαίο γεγονός ότι μια φτωχή χώρα από άποψης πλουτοπαραγωγικών δεδομένων, χωρίς βιομηχανική υποδομή που έχει μια χώρα του πρώτου κόσμου, μπορεί να στέκεται όρθια στους χαλεπούς καιρούς του 21ου αιώνα, επιμένοντας σε κοινωνικές πολιτικές, στην πολιτική της πλήρους απασχόλησης και της εγγυημένης δημόσιας υγείας και παιδείας για όλο τον πληθυσμό της. Ίσως αυτό είναι το μεγάλο αγκάθι των εχθρών της, που θέλουν να μας πείσουν ότι όλοι πρέπει να υποταχθούμε στο νεοφιλελεύθερο μέλλον. Έστω και εάν υπάρχει ένα μικρό παράδειγμα, οπουδήποτε με αντινεοφιλελεύθερες πολιτικές, αν δεν μπορεί να αποδομηθεί, τότε πρέπει να δυσφημιστεί με τον πιο άγριο και ακραίο τρόπο.

Η παντοδύναμη ιδεολογία του νεοφιλελευθέρου καπιταλισμού καλπάζει ενώ η μικρή Κούβα επιμένει να είναι «το ποντίκι που βρυχάται δίπλα στον γίγαντα».

Αυτό απαντάμε στο πρόσφατο άρθρο «Καληνύχτα, Φιντέλ» του Ν. Χριστοδουλάκη, λέγοντας «Καλημέρα και πάλι στην όμορφη επανάσταση που αρνείται να ακολουθήσει τις συνταγές των εχθρών της». Ενώ μπορεί να δέχεται την καλόπιστη κριτική των συντρόφων και φίλων της.

Τάσος Κουράκης είναι αντιπρόεδρος της ελληνικής Βουλής, βουλευτής Θεσσαλονίκης του ΣΥΡΙΖΑ και μέλος της ΚΠΕ του ΣΥΝ.
**Ο Κώστας Ήσυχος είναι μέλος της Π.Γ. του ΣΥΝ, υπεύθυνος για την Εξωτ. Πολιτική και Άμυνα

Σάββατο, 9 Οκτωβρίου 2010

«Το μάθημα της ανατομίας του καθηγητή Τουλπ»

Ρέμπραντ, Το μάθημα της ανατομίας του καθηγητή Τουλπ
Freddy Alborta, The Passion of the Che

Βαγεγκράντε, 770 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της Λα Πας, βάση της Όγδοης Μεραρχίας, 10.00 το πρωί της 9ης Οκτωβρίου του 1967. Ο δημοσιογράφος Ερνέστο Γκονσάλες Μπερμέχο από την Ουρουγουάη συμβάλλει σ' αυτήν την ιστορία περιγράφοντάς μας το σκηνικό: «Ένα χωριό όπως και τόσα άλλα, με την κεντρική του πλατεία, μια στερεμένη πηγή, μια προτομή αφιερωμένη στη μνήμη κάποιου, λιθόστρωτα σοκάκια. Το δημαρχείο, με το ρολόι ρατιωτικοί, του σταματημένο αιωνίως στις 5.10 ποιος ξέρει ποιας μέρας, το φαρμακείο του Χούλιο Ντουράν· το κατάστημα Μοντεσκάρλος· το μαγαζάκι της δόνιας Έβα, που νοικιάζει και δωμάτια, και η εκκλησία, φυσικά, που αποκαλείται, με μια κάποια ματαιοδοξία, ' καθεδρικός' ».

Οι Βολιβιανοί στρατιωτικοί, αδημονώντας να επιδείξουν το θρίαμβό τους, καλούν τον Τύπο. Δεν άφησαν χρόνο στο πτώμα του κομαντάντε Γκεβάρα να κρυώσει. Ο κυνισμός τους τους οδήγησε ακόμα πιο πέρα, αν και κανείς άλλος εκτός από τους ιδιους δεν το γνωρίζει ακόμα: Είχαν ανακοινώσει το θάνατο του Τσε ενόσω ακόμα ήταν ζωντανός. Ο πρόεδρος Μπαριέντος το ανακοίνωνσε στις 10.00 το πρωί, μιλώντας εμπιστευτικά σε μια ομάδα δημοσιογράφων της Λα Πας, και ο συνταγματάρχης Χοακίν Σεντένο, από το στρατόπεδο της Όγδοης Μεραρχίας, στη 1.00 το μεσημέρι, σε μια συνέντευξη Τύπου. Σύμφωνα με τη δική του εκδοχή, υποστήριζε ότι ο Γκεβάρα είχε σκοτωθεί σε μια αναμέτρηση μεταξύ του στρατού και των ανταρτών στα περίχωρα της Ιγέρα, σε απόσταση 35 περίπου χιλιομέτρων από το Βαγεγκράντε: «Η σύγκρουση διήρκεσε τέσσερις ώρες (...) αλλά ο Γκεβάρα, χτυπημένος στη βουβωνική χώρα και στον πνεύμονα, πέθανε στην αρχή της μάχης».

Στη 1.50 φτάνει στο Βαγεγκράντε ο αρχηγός του στρατού, ο στρατηγός Οβάνδο, συνοδευόμενος από το στρατηγό Λαφουέντε και τον ναύαρχο Ουγαρτετσέα. Επισκέπτονται το στρατιωτικό καζίνο, όπου φρουρούνται τα πτώματα των στρατιωτών που σκοτώθηκαν στις τελευταίες επιχειρήσεις. Ο Οβάνδο φαίνεται ψυχρός, άκαμπτος, σαν να προσπαθεί να κρύψει τη νευρικότητά του. Αυτή η νίκη είναι παράξενη και προκαλεί στους νικητές περισσότερο φόβο παρά χαρά.

Ύστερα από τέσσερις ώρες, στις 5.00 το απόγευμα ακριβώς, το ελικόπτερο προσγειώνεται στο αεροδρόμιο μεταφέροντας ένα πτώμα δεμένο σ' ένα από τα πέδιλά του. Υπεύθυνος για την επιχείρηση μεταφοράς φαίνεται πως είναι ένας άντρας που φοράει στρατιωτική στολή αλλά χωρίς διακριτικά, που προκαλεί την προσοχή του Τύπου και για τον οποίο λέγεται ότι είναι πράκτορας της CIA. Αρκετοί δημοσιογράφοι τον φωτογραφίζουν. Πρόκειται για τον δόκτορα Γκονσάλες. Ο συνάδελφός του, ο Φέλιξ Ροδρίγκες, περιφέρεται επίσης στο διάδρομο προσγείωσης. Οι δημοσιογράφοι πλησιάζουν τους πράκτορες και τους ρωτούν από πού έχουν έρθει. Από την Κούβα; Από το Πουέρτο Ρίκο;
-From Nowhere (Από το Πουθενά).
Και ύστερα ο Ροδρίγκες φωνάζει στο συνάδελφό του: «Let's get the hell out of here» (που σε μια ελεύθερη μετάφραση θα μπορούσε να αποδοθεί: «Ώρα να πάμε στα τσακίδια»).

Ένας χωρικός που είχε πάει στο αεροδρόμιο βλέπει το πτώμα να περνά: «Έδειχνε καλός άνθρωπος. Ήταν σαν να μην είχε πεθάνει. Ήταν πάνω σ' ένα φορείο και μας κοίταζε, θαρρείς, με τα μάτια του, σαν να ήταν ζωντανός». Εν μέσω μιας μεγάλης παράταξης στρατιωτών, το πτώμα μεταφέρεται με ένα κλειστό φορτηγάκι Σεβρολέτ στο νοσοκομείο Σαν Χοσέ ντε Μάλτα,  όπου το τοποθετούν πάνω σε μια πλάκα στο πλυσταριό.

Στο νοσοκομείο τον γδύνει η νοσοκόμα Σουσάνα Οσινάγκα: «Φορούσε μια ζακέτα, το παντελόνι του, ένα μαύρο σκούφο μ' ένα πραγματάκι ραμμένο πάνω -δεν ξέρω αν ήταν κόκκινο ή πράσινο -, ένα ναυτικό αστεράκι. Τρεις κάλτσες σε κάθε πόδι, ένα ζευγάρι χρώματος καφέ, ένα με ρίγες κι ένα μπλε». Τη βοήθησαν δύο γιατροί και ο συνταγματάρχης Σέλιτς, που δεν απομακρύνεται από το πτώμα.
Στο πλυσταριό θα δοθεί η δεύτερη συνέντευξη Τύπου και δείχνουν στους δημοσιογράφους το πτώμα, που μερικοί θα το έβλεπαν σαν μια υπερρρεαλιστική αναπαράσταση του πίνακα του Ρέμπραντ «Το μάθημα της ανατομίας του καθηγητή Τουλπ». Ο δημοσιογράφος Αλμπέρτο Σουάσο, ανταποκριτής του UPI, περιγράφει: «Η διαύγεια εκείνων των πράσινων, λιγάκι υγρών, εκφραστικών του ματιών και ένα είδος ελαφρού αινιγματικού χαμόγελου που διαγραφότανστο πρόσωπό του έδιναν την εντύπωση ότι εκείνο το σώμα είχε ακόμα μέσα του ζωή. Νομίζω ότι αρκετοί από τους είκοσι περίπου δημοσιογράφους  που ήμασταν στο Βαγεγκράντε εκείνη τη μέρα, στις 10 (εδώ κάνει λάθος· πρόκειται για το απόγευμα της 9ης) του Οκτώβρη του 1967, περιμέναμε ότι ο Ερνέστο Γκεβάρα θα μας μιλούσε από στιγμή σε στιγμή».

Οι φωτογραφίες διαδέχονται η μία την άλλη, ενώ ένας στρατιωτικός δείχνει σχολαστικά τα τραύματα από τις σφαίρες, σαν να ήθελε να καταστήσει σαφές ότι ο Τσε ήταν νεκρός. Φωτογραφίες που μια μέρα αργότερα θα δημοσιευτούν σε όλο τον κόσμο.

Οι στρατιωτικοί είχαν κάνει και πάλι λάθος, παρασυρμένοι από την επιθυμία τους να εξορκίσουν το φάντασμα του Τσε, και, προσπαθώντας να αποδείξουν πέρα από κάθε αμφιβολία ότι ο Τσε Γκεβάρα ήταν νεκρός, τον υπέβαλλαν στη λογική των σκληρών φωτογραφιών ενός πτώματος. Στις πλάνες αποδείξεις της λογικής. Οι τρομερές φωτογραφίες του προσώπου του, η παράξενη γαλήνη της ανάπαυσης μετά από ένα χρόνο φοβερής πείνας, άσθματος, πυρετών, ανησυχιών, αμφιβολιών, μαγνητίζει, χάρη στη μαγική τεχνολογία των τηλεγραφικών υπηρεσιών, εκατομμύρια ανθρώπων σε όλο τον πλανήτη. Στη Λατινική Αμερική, μέσα στο πλαίσιο εκείνης της φοβερής χριστιανικής παράδοσης, της λατρείας αγίων γεμάτων πληγές και βασανισμένων Χριστών, αυτή η εικόνα δε θα μπορούσε παρά να προκαλέσει άλλους συνειρμούς.

Θάνατος, λύτρωση, ανάσταση.

Νιώθοντας το κάλεσμα αυτών των φαντασμάτων, οι χωρικοί του Βαγεγκράντε παρελαύνουν μπροστά από το πτώμα, ο ένας πίσω άπ' τον άλλο, εν μέσω μιας τρομερής σιωπής. Όταν ο στρατός προσπαθεί να εμποδίσει την πρόσβαση, οι άνθρωποι πέφτουν σαν χιονοστιβάδα πάνω στους στρατιώτες και ο κλοιός σπάει. Εκείνη τη νύχτα θα άναβαν για πρώτη φορά κεριά στα μικρά αγροτόσπιτα του χωριού. Γεννιόταν ένας λαϊκός άγιος, ένας άγιος των φτωχών.
[...]
από το βιβλίο του Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ, Ερνέστο Γκεβάρα γνωστός και ως ΤΣΕ, εκδ. Κέδρος, μτφ. Βασιλική Κνήτου
ο Τσε νεκρός, φωτο τραβηγμένη από πράκτορα της CIA
Αντρέα Μαντένια, ο νεκρός Χριστός
(όλες οι φωτογραφίες και οι πίνακες από τη Wikipedia)

Πέμπτη, 7 Οκτωβρίου 2010

Η Τρούμπα και τα πάθη της



του Νίκου Μπελαβίλα, ΑΥΓΗ, Ενθέματα, 3.10.10

Η εικόνα του Πειραιά που βλέπουμε σήμερα διαμορφώθηκε πριν από μισό περίπου αιώνα. Στην καρδιά της δικτατορίας των συνταγματαρχών, από το 1968 έως το 1972 περίπου, συνέβησαν αλλαγές μεγάλες, ριζικές για την ταυτότητα της πόλης. Όλες μαζί, σε ένα μικρό διάστημα, αποσπασματικά, χωρίς να προκύπτουν από έναν ενιαίο σχεδιασμό. Παρά την αποσπασματικότητά τους, υπηρετούσαν μια κοινή λογική ενός ασαφούς μοντερνισμού -αποδεκτή από την τοπική κοινωνία- λογική που δεν ανήκε μόνο στους συνταγματάρχες και τον διορισμένο από τη χούντα δήμαρχο, αλλά και στις προδικτατορικές κυβερνήσεις και δημοτικές αρχές. Εξ άλλου, τα περισσότερα έργα της περιόδου είχαν δρομολογηθεί στις αρχές του '60 και ολοκληρώθηκαν μέχρι το 1972.

Κατασκευάστηκε το στάδιο “Γ. Καραϊσκάκης” στο Νέο Φάληρο, για τους ευρωπαϊκούς αγώνες στίβου του 1969. Καλύφθηκε με επιχωματώσεις η αμμουδιά του Σαρωνικού και άρχισε η κατασκευή της υπερυψωμένης λεωφόρου Ποσειδώνος. Κατεδαφίστηκε η μεγαλύτερη παραγκούπολη της χώρας, η οποία δέσποζε στην είσοδο του λιμανιού στη Δραπετσώνα, και στη θέση της υψώθηκαν τα συγκροτήματα οργανωμένης δόμησης. Το Πασαλιμάνι μετασχηματίστηκε σε μαρίνα αναψυχής του ΕΟΤ. Στις βραχώδεις ακτές της Καστέλλας και της Πειραϊκής διαμορφώθηκαν δύο λαϊκές πλαζ κολύμβησης. Στο λιμάνι κατασκευάστηκε ο εντυπωσιακός σταθμός επιβατών των υπερωκεάνιων πλοίων, με την καμπυλωμένη στέγη, η “Παγόδα” όπως την ονόμασαν οι ντόπιοι, και στην κορυφή του λόφου του Προφήτη Ηλία ένα υπερσύγχρονο για την εποχή του αναψυκτήριο. Περιέργως όμως, δεν ήταν αυτά τα έργα που σημάδεψαν τη συλλογική μνήμη της πόλης, όσο τρία άλλα, συμβολικά και βίαια, που συνόδεψαν την αλλαγή εποχής. Έργα που ταυτίστηκαν με την εξάλειψη της βρώμας, της ακαταστασίας, της ανηθικότητας και της παραβατικότητας. Έργα ηθικής και καθαρμού της πόλης, μεγάλα, επικοινωνιακά... έργα έμπνευσης του ιδιόμορφου δημάρχου της περιόδου 1967-1974, του Αριστείδη Σκυλίτση.

Καθάρισε σε μια νύχτα τη γειτονιά των πορνείων, διώχνοντας πεντακόσιες εκδιδόμενες γυναίκες από το λιμάνι. Επίχωσε τις σπηλιές στα βράχια της Πειραϊκής, και μαζί τους το αρχαίο Κονώνειο τείχος, σβήνοντας από το χάρτη ένα παμπάλαιο στέκι χασικλήδων, τη “Σπηλιά του Δράκου”. Ολοκλήρωσε την επιχείρηση εξωραϊσμού της πόλης, γκρεμίζοντας τα περισσότερα δημόσια νεοκλασικά αρχιτεκτονήματά της, το δημαρχείο, δύο εκπαιδευτήρια, τη δημοτική αγορά και τη μνημειώδη μαρμάρινη κλίμακα των κήπων της Τερψιθέας.

Ανάμικτα, η βρώμα της ψαραγοράς, η κρυφή ζωή των πορνείων, η παραβατικότητα των χασικλήδων και οι ασυντήρητοι σοβάδες των νεοκλασικών μεγάρων, τσουβαλιάστηκαν σε ένα δέμα και αφαιρέθηκαν με χειρουργική ταχύτητα και μέθοδο από το σώμα του Πειραιά. Ό,τι δεν τολμούσαν να κάνουν οι κυβερνήσεις της ανάπηρης μεταπολεμικής δημοκρατίας το έκανε η δικτατορία. Το κενό των επεμβάσεων της χούντας κατέλαβαν σιντριβάνια στη μέση της θάλασσας, οδοκαθαριστές παρελαύνοντες με ομοιόμορφες στολές, κηπάρια με χλόη, ρεπλίκες μαρμάρινων κορινθιακών κιόνων, ένα ετήσιο καρναβάλι και τρία τεράστια ημιτελή γιαπιά, που ακόμη στέκουν άσχημα και εγκαταλειμμένα. Μαζί με αυτά κι ένα διαλυμένο ταμείο του δήμου Πειραιά.

Τα χρόνια πέρασαν. Η κατεδάφιση των νεοκλασικών εκ των υστέρων πληγώνει τους Πειραιώτες. Οι αρχαιολόγοι και οι επιτροπές κατοίκων παλεύουν να ανακτήσουν τη χαμένη Πειραϊκή, τη θαμμένη κάτω από τα χώματα και τα αυθαίρετα. Μόνο την Τρούμπα δεν τολμά ουδείς να αναπολήσει.
Αναζητούσα παλιές φωτογραφίες, εικόνες των δρόμων με τα κόκκινα φανάρια. Δεν υπάρχουν. Παρότι τα ιστορικά αρχεία αλλά και τα κιόσκια των εκδοτικών οίκων στην καλοκαιρινή έκθεση βιβλίου του Πασαλιμανιού, είναι γεμάτα με παλιές καρτ-ποστάλ του Πειραιά. Των νεοκλασικών, των παραπηγμάτων των προσφύγων, των ατμόπλοιων και των ιστιοφόρων του λιμανιού, των αρχαιοτήτων, των μικτών λουτρών του Φαλήρου. Όμως οι οδοί Φίλωνος και Νοταρά απουσιάζουν από το πάνθεον της επίσημα καταγεγραμμένης μνήμης. Κι' ας είναι ακόμη το τοπωνύμιο, η Τρούμπα, πασίγνωστο σ' όλη την Ελλάδα, όχι ως στέγη ναυτιλιακών εταιρειών, όπως μετασχηματίστηκε μετά την καταστροφή της, αλλά ως τόπος ακολασίας.

Ένα βιβλίο για την Τρούμπα

Ένας Κερατσινιώτης, ο Βασίλης Πισιμίσης, παραβίασε το ταμπού και έγραψε το πρώτο βιβλίο για την Τρούμπα. Όχι μόνο για την Τρούμπα, αλλά και για τα Βούρλα, το άλλο άβατο της πειραϊκής κοινωνίας του Μεσοπολέμου. Μια περιήγηση στο χώρο του υποκόσμου και της πορνείας του Πειραιά, είναι ο υπότιτλος στο βιβλίο του που κυκλοφόρησε από τις πειραϊκές εκδόσεις Τσαμαντάκη, ένα μικρό εκδοτικό οίκο που ζωντανεύει με τις δράσεις του την τοπική πολιτιστική έρημο.

Σε τούτη την πόλη η φιλανθρωπία πήγαινε χέρι-χέρι με την εκπόρνευση των γυναικών. Η ίδια τάξη των εμπόρων και των βιομηχάνων, η οποία έκτιζε στο γύρισμα του αιώνα ορφανοτροφεία και σχολεία δια απόρους κορασίδας, η ίδια οργάνωνε και το γκέτο των πορνείων στα Βούρλα. Το δημοτικό συμβούλιο, οι εργολάβοι, οι προεστοί του Πειραιά, και βεβαίως οι αρχές ασφάλειας της πόλης, διώκτες και προαγωγοί μαζί ή μεσάζοντες, μπλεγμένοι σε αυτό το αλισβερίσι της ερωτικής εκμετάλλευσης γυναικών, φιγουράρουν στο βιβλίο του Πισιμίση. Ήταν μια εποχή που το trafficking δεν είχε τα σημερινά χαρακτηριστικά. Προσφυγοπούλες, αργότερα μετανάστριες από τα χωριά, άνεργες γυναίκες, εκχωρούσαν το σώμα τους ως εμπόρευμα, στριμωγμένες από τη φτώχεια σε μια κάστα επίσης φτωχοδιαβόλων, των μαστροπών και των μικροσυμμοριών που λίμναζαν γύρω από το λιμάνι, στις εργατογειτονιές. Η καλή κοινωνία της πόλης επόπτευε και κάποιες φορές συμμετείχε με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στην εκμετάλλευση.

Η λαϊκή κουλτούρα αντιμετώπισε αυτά τα κορίτσια με σεβασμό. Αλλά τους εκμεταλλευτές τους με απαξία. Χλεύαζε τους κρυμμένους πίσω από τη σκοτεινιά των καμπαρέ, επώνυμους και πλούσιους πελάτες, συμπαθούσε όμως τους πολυπληθείς ναυτικούς που κρατούσαν τα πρωτεία της πελατείας της Τρούμπας.

Ο Πισιμίσης τολμά μια λαογραφική παράθεση αναμνήσεων, διηγήσεων, μια καταγραφή πρωταγωνιστών και γεγονότων που εικονογραφούν τον πειραϊκό υπόκοσμο πριν από τη δικτατορία. Δεν είναι ιστορικός, δεν είναι εθνολόγος, είναι συγγραφέας, συλλέκτης πειραϊκών αναμνήσεων, λαϊκός ζωγράφος, και το δηλώνει. Το βιβλίο δεν είναι ένα επιστημονικό σύγγραμμα. Είναι όμως ένα πρώτο corpus στοιχείων, κατάθεση βιωμάτων και περιγραφών προς ανασυγκρότηση της χαμένης ανάμνησης. Ένα μικρό βιβλίο που ανασύρει τα δύο παλιά εκείνα άβατα, την Τρούμπα και τα Βούρλα, με τους ανθρώπους τους από τη λήθη.

Η ανασυγκρότηση της χαμένης ανάμνησης

Τα “χαμαιτυπικά” παραπήγματα στήθηκαν στο λιμάνι πολύ νωρίς. Κάπου ανάμεσα στα βουλεβάρτα του μεγαλόπνοου πολεοδομικού σχεδίου του 1834, μαζί με το τελωνείο, τις αγορές, τα μέγαρα, τους ναούς, μαζί με τις νέες συνοικίες, τη Χιώτικη και την Υδραίικη. Με δέκα “δημόσιες κοπέλες” καταγεγραμμένες την πρώτη χρονιά της ίδρυσης της πόλης, 19 λίγα χρόνια αργότερα, το 1848, ηλικιών από 15 έως 41 ετών. Το 1867 ο Δήμος Πειραιά ανέλαβε με απόφαση του δημοτικού του συμβουλίου την εξυγίανση της πόλης -μετά από διαμαρτυρίες των κατοίκων- και την ανέγερση οργανωμένου οίκου ανοχής εκτός των ορίων της. Έτσι γεννήθηκαν τα Βούρλα, ένα γκέτο με δωματιάκια και αστυνομική φρουρά, για εβδομήντα περίπου πόρνες, με τις ματρόνες και τους αγαπητικούς τους, στην καρδιά της μετέπειτα Δραπετσώνας.

Η επιστροφή της πορνείας από την άκρη του αστικού κέντρου στον πυρήνα του, στην Τρούμπα, συνέβη κατά τη διάρκεια του πολέμου. Σχετίζεται με την εξαθλίωση του πληθυσμού, που έφερε ο λιμός και οι βομβαρδισμοί του 1941 και 1944. Η συνοικία που προέκυψε από τον εποικισμό των Χίων στα μέσα του 19ου αιώνα, η καλύτερη της εποχής της, μια γειτονιά διώροφων και τριώροφων αρχοντικών, με εμπορικά στο ισόγειο, με ξενοδοχεία και καφενεία στο θαλάσσιο μέτωπο, ήταν αυτή που απλώνεται και στις μέρες μας, ανάμεσα στους δύο ναούς του λιμανιού, τον Άγιο Σπυρίδωνα και τον Άγιο Νικόλαο, κατά μήκος της ακτής Μιαούλη και των οδών Φίλωνος και Νοταρά. Αυτή η γειτονιά, μαζί με τις υπόλοιπες που βλέπουν στη θάλασσα του λιμανιού, υπέστη εκτεταμένες καταστροφές από τις βόμβες της γερμανικής και της συμμαχικής αεροπορίας. Χιλιάδες Πειραιώτες εγκατέλειψαν, τα βράδια των αεροπορικών επιδρομών, την πόλη και κατέφυγαν στα βόρεια. Το ρεύμα της φυγής των αστών Πειραιωτών προς πιο ευπρεπείς περιοχές του λεκανοπεδίου είχε αρχίσει από την εποχή του '22, όταν οι προβλήτες, οι πλατείες και οι άδειοι λόφοι πλημμύρισαν από το προσφυγομάνι, τα παραπήγματά τους με τους αμανέδες και τις βαριές οσμές των φαγητών τους. Οι καλοβολεμένοι Πειραιώτες έμποροι και εργοστασιάρχες, γιοί και εγγονοί προσφύγων, που είχαν κι αυτοί καταφύγει στον Πειραιά άλλοτε, δεν άντεξαν τη συνύπαρξη με την αταξία και την Ανατολή. Εγκατέλειψαν για την Αθήνα, την Κηφισιά, το Μαρούσι, αργότερα τη Βούλα, τη Γλυφάδα. Άφησαν τα εργοστάσιά τους, τα γραφεία τους και τα εμπορικά τους εδώ και ανεβοκατέβαιναν με τις “κούρσες”, σπάνια με τον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο.

Η γειτονιά των κόκκινων φαναριών απλώθηκε σε αυτό ακριβώς το λαμπρό κομμάτι του Πειραιά. Εκεί που ο ναύαρχος Ανδρέας Μιαούλης είχε κτίσει το αρχοντικό του, επιδεικτικά επάνω στα ερείπια του μοναστηριού του Αγίου Σπυρίδωνα, αυτό που βομβάρδισε το “Καρτερία”, του στόλου των επαναστατών (ναι! βομβάρδιζαν και ορθόδοξα μοναστήρια οι Έλληνες το '21). Ο τόπος περιγραφόταν από τις ευπαρουσίαστες πλατείες και τους δύο κήπους, τον Τινάνειο και την Τερψιθέα. Οι εσωτερικοί δρόμοι καταλήφθηκαν από πορνεία, καμπαρέ, κινηματογράφους απαγορευμένων ταινιών. Τα ξενοδοχεία που υπήρχαν υποβαθμίστηκαν. Στη δημιουργία της Τρούμπας έπαιξε ρόλο και η κατάργηση, το 1937, των Βούρλων ως ελεγχόμενου πορνείου με τη μορφή σχεδόν κρατικής υπηρεσίας. Το γκέτο καταργήθηκε και μετατράπηκε σε δικαστικές φυλακές. Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου υπήρξε μία από τις φυλακές πολιτικών κρατουμένων της Αθήνας. Από εκεί απέδρασαν, τον Ιούλιο του 1955, εικοσιεπτά κρατούμενοι κομμουνιστές. Αυτή είναι μια άλλη αφήγηση που πιάνει ο Βασίλης Πισιμίσης. Με μία ανισοβαρή μεν για το βιβλίο, αλλά πολύτιμη για την ιστοριογραφία διήγηση 37 σελίδων, περιγράφει μέρα-μέρα τη μυθιστορηματική απόδραση των Βούρλων. Είναι το τελευταίο κεφάλαιο της περιγραφής και της πραγματικής διαδρομής του πορνείου-φυλακής.

Τα καμπαρέ και τα “σπίτια” είχαν αρχίσει να ξεφυτρώνουν στην Τρούμπα κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Με πελάτες Γερμανούς και μαυραγορίτες. Με το τέλος του πολέμου, η νυχτερινή αναψυχή κυριάρχησε σε όλη την περιοχή. Ο πληθυσμός της Τρούμπας έφθασε στις 500 γυναίκες,
ενώ, όποτε ελλιμενιζόταν ο 6ος Αμερικανικός Στόλος στον Πειραιά, ο αριθμός περιστασιακά ανέβαινε. Ο συγγραφέας αναφέρει ότι νεαρές παραδουλεύτρες της Αθήνας, αλλά και πόρνες της επαρχίας, κατέβαιναν στον Πειραιά για ένα καλό έκτακτο μεροκάματο.

Σημειώνεται ακόμη η ψήφιση του νόμου για απαγόρευση των ομαδικών οίκων ανοχής, επί κυβέρνησης Κ. Καραμανλή και υπουργίας Λίνας Τσαλδάρη το 1954, ως σημείο τομής. Σύμφωνα με εκείνο το νόμο, τα πορνεία υποχρεωτικά στέγαζαν όχι περισσότερες από δύο εκδιδόμενες γυναίκες. Αυτό φαίνεται ότι περιόρισε τη βαριά σωματεμπορία και την εκμετάλλευση από τις ματρώνες και οδήγησε σε μια σχετική αυτονόμηση των γυναικών. Απλώνοντας βεβαίως την Τρούμπα ακόμη περισσότερο, καθώς τα εκατοντάδες κορίτσια της γειτονιάς άνοιξαν και νέα μικρά δικά τους “σπίτια”, όχι χωρίς συγκρούσεις με τις μεγαλοτσατσάδες που επιχειρούσαν το μάντρωμα, εισπράττοντας τη μερίδα του λέοντος από την εκπόρνευση.

Οι νεορεαλιστές του ελληνικού κινηματογράφου χτύπησαν φλέβα στη γειτονιά που είχε γίνει πια θρύλος. Ο Πισιμίσης, εκτός όλων των άλλων, ακολουθεί και τα γυρίσματα των ταινιών στη Τρούμπα, αλιεύοντας από τη φιλμογραφία. Η Ίλια και η αυτονόμησή της από το αφεντικό της, η χειραφετημένη Μελίνα μέσα από την κάμερα του Ζυλ Ντασέν που υμνεί τον Πειραιά, το λιμάνι του, τους ναυτικούς και την απελευθέρωση της γυναίκας, μέσα στις πιάτσες της νύχτας και τα καρνάγια του Περάματος. Ο Μάνος Χατζηδάκις βρισκόταν στο πιάνο παίζοντας μια μουσική που λίγοι θυμούνται ότι γράφτηκε για την Τρούμπα. Τα “Παιδιά του Πειραιά” για την ταινία “Ποτέ την Κυριακή” του 1960. Ακολούθησαν η “Συνοικία το Όνειρο” (1961) του Αλεξανδράκη, με τη μουσική του Μίκη, τα απαγορευμένα ρεμπέτικα στις “Πασχαλιές” (1962) του Χατζηδάκη, τα “Κόκκινα Φανάρια” (1963), με “του λιμανιού το καλντερίμι...” του Ξαρχάκου. Η φτώχεια, η παραβατικότητα, η ζωή των κατατρεγμένων, οι παράγκες των προσφύγων και τα καταγώγια του λιμανιού, οι καημοί και τα τραγούδια τους εισήλθαν στον επίσημο πολιτισμό.

Ο βίαιος «εξευγενισμός»

Ο Αριστείδης Σκυλίτσης, αμέσως μετά την πραξικοπηματική κατάληψη της δημαρχιακής καρέκλας, το 1967, οργάνωσε τον εξευγενισμό - gentrification όπως ονομάζεται σήμερα στη διεθνή γλώσσα των πολεοδόμων. Έκλεισε την Τρούμπα, κατεδάφισε τα ρημαγμένα νεοκλασικά σύμβολα της προηγούμενης εποχής, το “Ρολόι”, τη Ράλλειο Σχολή, τη Δημοτική Αγορά, το Β' Γυμνάσιο Αρρένων. Εξαφάνισε τις σπηλιές και τους τεκέδες του ρεμπέτικου και εξυγίανε, κατά την αντίληψη του, το κέντρο της πόλης. Η ιδιωτική πρωτοβουλία ολοκλήρωσε την καταστροφή, υποβοηθούμενη από το αναγκαστικό διάταγμα του Στ. Παττακού για αύξηση των υψών των οικοδομών στην πρωτεύουσα. Έπεσαν οι επαύλεις της Καστέλλας και του Νέου Φαλήρου, τα μέγαρα της Ζέας, του Βρυώνη και του κέντρου, τα περισσότερα νεοκλασικά ξενοδοχεία. Ο Πειραιάς άλλαξε πρόσωπο, εκσυγχρονίστηκε, το τοπίο του 19ου αιώνα εξαφανίστηκε μέσα σε ελάχιστα χρόνια, οι ακτές του καταλήφθηκαν από πολυκατοικίες και καταστήματα αναψυχής, τα μέτωπα του λιμανιού από πολυώροφα κτίρια γραφείων των ναυτιλιακών εταιρειών.

Η πορνεία μετακινήθηκε στη λεωφόρο Συγγρού και στα μαγαζιά της παραλιακής, ακολουθώντας τα πρώτα χρόνια τους ναύτες του 6ου στόλου ως τη Γλυφάδα. Στη συνέχεια απλώθηκε στις περισσότερες ζώνες νυχτερινές διασκέδασης, συγκεκαλυμμένη ή όχι. Η διακίνηση ναρκωτικών ουσιών στην Καλλιθέα, στο Πέραμα, στο Περιστέρι, στο Αιγάλεω, στην Ομόνοια, στα Εξάρχεια. Όσο για τη φτώχεια και την ανεργία, παρέμεινε με τα πάνω και τα κάτω της στα δυτικά του Πειραιά, όπου βρισκόταν από τις αρχές του 19ου αιώνα, ακολουθώντας τους οικονομικούς ρυθμούς της ναυτιλίας και της βιομηχανίας.

Η πόλη δεν βγήκε από την κρίση της. Κρίση κοινωνική, οικονομική, κρίση του πολιτισμού της, κρίση του αστικού περιβάλλοντος, της καθημερινότητας των κατοίκων της. Το κύμα φυγής των μεγαλοαστών προς τα καλά προάστια συνεχίστηκε. Αυτοί που δεν έφυγαν είναι όσοι δεν μπορούσαν να το κάνουν, ο μεγάλος πληθυσμός της πόλης. Ούτε καθάρισαν οι δρόμοι. Καθάρισαν για λίγο, όσο χρειαζόταν μέχρι να τινάξει στον αέρα, ο δήμαρχος της χούντας, τον δημοτικό προϋπολογισμό με ανεκδιήγητες σπατάλες, αφήνοντας χρέη που ταλαιπωρούσαν την πόλη πολύ μετά τη μεταπολίτευση. Τα λιμάνια πάντως δεν καθαρίζουν όσο είναι λιμάνια, πουθενά στον κόσμο, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Η κοινή γνώμη του Πειραιά σήμερα καλείται να πιστέψει ότι για την ερήμωση του ιστορικού κέντρου και της αγοράς, για την υποβάθμιση των περιοχών κατοικίας, για τα μαγαζιά που κλείνουν, για την ανεργία και τη φτώχεια φταίνε οι νέοι απόβλητοι. Οι έγχρωμοι μικροπωλητές του παζαριού της Αλιπέδου, οι χρήστες του ΟΚΑΝΑ της οδού Νοταρά, και τα παιδιά των φαναριών. Το 1967 συνέβαινε κάτι ανάλογο.

Η κατεδάφιση των νεοκλασικών εκ των υστέρων πληγώνει τους Πειραιώτες. Οι αρχαιολόγοι και οι επιτροπές κατοίκων παλεύουν να ανακτήσουν τη χαμένη Πειραϊκή, τη θαμμένη κάτω από τα χώματα και τα αυθαίρετα. Μόνο την Τρούμπα δεν τολμά ουδείς να αναπολήσει.

Στην Τρούμπα ο ναύαρχος Ανδρέας Μιαούλης είχε κτίσει το αρχοντικό του, επιδεικτικά επάνω στα ερείπια του μοναστηριού του Αγίου Σπυρίδωνα, αυτό που βομβάρδισε το “Καρτερία”, του στόλου των επαναστατών (ναι! βομβάρδιζαν και ορθόδοξα μοναστήρια οι Έλληνες το '21)

Η κοινή γνώμη του Πειραιά σήμερα καλείται να πιστέψει ότι για την ερήμωση του ιστορικού κέντρου και της αγοράς, για την υποβάθμιση των περιοχών κατοικίας, για τα μαγαζιά που κλείνουν, για την ανεργία και τη φτώχεια φταίνε οι νέοι απόβλητοι. Οι έγχρωμοι μικροπωλητές του παζαριού της Αλιπέδου, οι χρήστες του ΟΚΑΝΑ της οδού Νοταρά, και τα παιδιά των φαναριών. Το 1967 συνέβαινε κάτι ανάλογο.