Δευτέρα, 31 Ιανουαρίου 2011

Οι 300 προβοκάτορες της Νομικής


του Γιάννη Αλμπάνη

Η πανελλαδική απεργία πείνας των 300 μεταναστών δεν ταράζει μόνο τα νερά της κεντρικής πολιτικής σκηνής, αλλά δημιουργεί και ένα καινούργιο δεδομένο για το μεταναστευτικό κίνημα. Η αστυνομική  βία και οι στριγκλιές του πολιτικοδημοσιογραφικού προσωπικού δεν μπορούν να απαλλοτριώσουν το πολιτικό νόημα αυτού του αγώνα. Για πρώτη φορά, οι ίδιοι οι μετανάστες συγκροτούνται σε αυτόνομο πολιτικό υποκείμενο, διαμορφώνουν το πλαίσιο της κινητοποίησης, επιλέγουν μια μορφή πάλης και καλούν τους έλληνες αλληλέγγυους να στηρίξουν τον αγώνα τους. Οι αγωνιζόμενοι μετανάστες, με το λόγο και τα σώματά τους, δεν επικαλούνται φιλάνθρωπα συναισθήματα, αλλά διεκδικούν με αποφασιστικότητα όσα δικαιούνται. Ζητάνε αξιοπρέπεια και δικαιοσύνη, όχι ελεημοσύνη.
Η απόφαση για την πανελλαδική απεργία δεν υπήρξε αποτέλεσμα ενός ορισμένου πολιτικού σχεδιασμού απορρέοντος  από την εκτίμηση της συγκυρίας και του συσχετισμού δυνάμεων. Πολύ περισσότερο, δεν είναι έμπνευση κάποιων ριζοσπαστικών πολιτικών ομάδων. Αντιθέτως, συνιστά έκφραση του οριακού σημείου πίεσης που βρίσκεται ένα πολύ μεγάλο κομμάτι του μεταναστευτικού πληθυσμού και της αντίφασης στην οποία υπόκειται. Από τη μια μεριά, είναι πια οργανικά ενταγμένο στην κοινωνία με αποτέλεσμα να αυξάνεται η αυτοπεποίθησή του, καθώς και να βαθαίνει η πολιτικοποίησή του. Από την άλλη, παρά το χρόνο που κυλά, τα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα των μεταναστών συρρικνώνονται. Όχι μόνο τριακόσιες  χιλιάδες εξακολουθούν να μένουν χωρίς χαρτιά, αλλά καταγράφεται η ραγδαία απονομιμοποίηση χιλιάδων ανθρώπων λόγω της αδυναμίας τους (κρίση γαρ) να συγκεντρώσουν τα απαιτούμενα από το νόμο ένσημα.  Όχι μόνο είκοσι χρόνια τώρα δούλεψαν σκληρά με μισθούς πείνας, αλλά βλέπουν ότι μετά από τόσο καιρό οι προοπτικές τους μοιάζουν χειρότερες από ποτέ μέσα στο περιβάλλον  της κρίσης. Άνθρωποι που δεν μπορούν να γυρίσουν πίσω γιατί η ζωή τους είναι εδώ, εργάτες που δουλεύουν πιο πολύ για πιο λίγα από οποιοδήποτε άλλο, πολίτες που ζουν σε καθεστώς απαρτχάιντ, χωρίς δικαιώματα κι ελευθερίες, υπό το διαρκή φόβο ότι μπορεί να πεταχτούν στο περίπτερο για τσιγάρα και να μη γυρίσουν. Μα πάνω απ’ όλα αγωνιστές που έχουν συνείδηση του δικαίου τους και βούληση να το διεκδικήσουν. Το πολιτικό ζήτημα λοιπόν, όχι μόνο για την Αριστερά αλλά για το σύνολο της κοινωνίας, είναι πώς τοποθετούμαστε απέναντι στον αγώνα των μεταναστών, πώς τοποθετούμαστε απέναντι στην εκμετάλλευση και την οργή, πώς τοποθετούμαστε απέναντι στο απαρτχάιντ που έχει εγκαθιδρυθεί στη χώρα μας.
Η λυσσαλέα επίθεση που δέχεται ο αγώνας των μεταναστών δεν έχει να κάνει με τις επιμέρους  επιλογές του, αλλά με το κεντρικό περιεχόμενό του. Αυτοί που πρέπει να είναι σιωπηλοί και υπάκουοι, ή στην καλύτερη περίπτωση ευπροσήγοροι μπαρμπα-Θωμάδες, πρέπει να συντριβούν πριν ο ξεσηκωμός τους επεκταθεί. Αν δεν ήταν στο άδειο κτίριο της Νομικής, όπου δεν παρεμπόδιζαν τις ακαδημαϊκές λειτουργίες, και ήταν στο Πολυτεχνείο, τότε θα επρόκειτο για αντικοινωνικά στοιχεία που εμποδίζουν τις εξετάσεις. Αν ήταν με σκηνές στην Κοτζιά, θα έπρεπε να είχαν συλληφθεί γιατί θα είχαν μετατρέψει το κέντρο της πρωτεύουσας σε προσφυγικό καταυλισμό. Αν είχαν μπει σε κάποιο άλλο κτίριο του κέντρου (που δεν υπάρχει όπως αποδεικνύεται και από τις τελευταίες εξελίξεις), θα έπρεπε να είχε εκκενωθεί λόγω κινδύνων για τη δημόσια υγεία. Το καθεστώς επιτίθεται γιατί οι σιωπηλοί απέκτησαν φωνή, οι αόρατοι έγιναν ορατοί. Και αν το άσυλο δεν προορίζεται ούτε για αυτούς που δεν δικαιούνται καν την ψωραλέα δημοκρατία που έχουμε οι γηγενείς, τότε για ποιον υπάρχει;
Είναι χάσιμο χρόνο πια να ασχολούμαστε με την ψευδεπίγραφη έγνοια για τους μετανάστες που προβάλλουν όσοι τους υποτιμούν σε τέτοιο βαθμό ώστε να τους θεωρούν πρόβατα και υποκινούμενους. Είναι εξίσου σπατάλη χρόνο να οργιζόμαστε και με την Αριστερά των τηλεοπτικών παραθύρων –πάντοτε θα αποστασιοποιείται όταν θα έρχεται η ώρα της αναμέτρησης.
Τώρα είναι η ώρα να σταθούμε στο πλάι των 300 απεργών πείνας, χωρίς φειδώ δυνάμεων. Με μόνο στήριγμα την πεποίθηση ότι το μέλλον ανήκει σε όσους πεινάνε και διψάνε για δικαιοσύνη, να δώσουμε μαζί τους αυτόν τον μεγάλο αγώνα.  Όρθιοι και μόνοι μέσα στη φοβερή ερημιά του πλήθους.

Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011

Οι "ικέτες" της Αθήνας και του Παρισιού

Το γαλλικό προηγούμενο με την απεργία πείνας 300 μεταναστών σε χώρο ασύλου
Του Δημήτρη Ψαρρά
 
Στις 28 Ιουνίου 1996 τριακόσιοι μετανάστες χωρίς χαρτιά από την Αφρική (κυρίως από το Mάλι και τη Σενεγάλη) εισέβαλαν στην εκκλησία του Παρισιού Σεν Μπερνάρ και ξεκίνησαν απεργία πείνας με αίτημα τη νομιμοποίηση της παρουσίας τους στη Γαλλία. Είχε προηγηθεί η προσπάθειά τους να εγκατασταθούν στο άσυλο μιας άλλης εκκλησίας, της Σεν Αμπρουάζ, τρεις μήνες νωρίτερα. Από κει εκδιώχτηκαν με επέμβαση της αστυνομίας, στην οποία παρέδωσε τα κλειδιά της εκκλησίας ο ιερέας της με την εντολή του καρδινάλιου Λούστιγκερ. Στη συνέχεια, οι 300 μετανάστες κατέφυγαν σε άλλα σημεία του Παρισιού (ένα γυμνάσιο και δυο εγκαταλειμμένες αποθήκες), αλλά και από κει τους έδιωξε η αστυνομία. Η υπόθεση πήρε μεγάλες διαστάσεις στα γαλλικά μέσα ενημέρωσης και εκδηλώθηκε μαζικό κύμα συμπαράστασης. Ετσι η εγκατάστασή τους στην εκκλησία Σεν Μπερνάρ αντιμετώπισε την ανοχή των αρχών.

Επί δύο μήνες συνεχιζόταν η απεργία πείνας, ενώ η γαλλική κυβέρνηση υποσχόταν ότι αν οι απεργοί υποχωρήσουν τότε θα εξεταστούν θετικά τα αιτήματά τους. Κάτω, όμως, από την πίεση του Λεπέν και του ακροδεξιού Τύπου, ο τότε πρόεδρος Σιράκ και ο πρωθυπουργός Ζιπέ αποφάσισαν τελικά τη βίαιη επέμβαση της αστυνομίας στην εκκλησία. Σχεδόν 1.500 άνδρες των γαλλικών ΜΑΤ (CRS) συμμετείχαν σε μια τεράστια επιχείρηση την αυγή της 23ης Αυγούστου 1996. Πρώτα διέλυσαν τους διαδηλωτές που ήταν συγκεντρωμένοι γύρω από την εκκλησία και στη συνέχεια έσπασαν την πόρτα του Σεν Μπερνάρ με τσεκούρι και συνέλαβαν τους "ικέτες"-μετανάστες.

Οι περισσότεροι απεργοί πείνας εκδιώχτηκαν από τη Γαλλία με τη βία, παρά τις υποσχέσεις που είχαν λάβει. Η γαλλική κοινωνία την κρίσιμη ώρα βρέθηκε διχασμένη και η κυβέρνησή της επέλεξε να ακολουθήσει τη γραμμή που υποδείκνυε ο Λεπέν. Αλλά ο αγώνας των μεταναστών του Σεν Μπερνάρ -που μέχρι σήμερα αποτελούν σύμβολο για το αντιρατσιστικό κίνημα σε όλη την Ευρώπη- δεν πήγε χαμένος. Το κίνημα αλληλεγγύης που αναπτύχθηκε γύρω από την εκκλησία λειτούργησε ως ασπίδα για να αποκρουστούν -προσωρινά βέβαια- οι σκληρότερες νομοθετικές προβλέψεις του περιβόητου νόμου Πασκουά για το άσυλο και τη μετανάστευση.

Δεν είναι δύσκολο να μεταφέρει κανείς στην ελληνική πραγματικότητα τα διδάγματα αυτής της ιστορίας:

- Δεν έχουν ανάγκη από "υποκινητές" οι μετανάστες για να οδηγηθούν σ΄ αυτές τις οριακές μορφές αγώνα. Απλά το μόνο τους όπλο είναι η ίδια η ζωή τους.

- Η εκδίωξη των απεργών πείνας από ένα σημείο της πόλης σε ένα άλλο δεν μειώνει την αγωνιστική τους διάθεση.

- Κανείς στη Γαλλία δεν υπέδειξε ως "λύση" την κατάργηση του ασύλου στις εκκλησίες. Ούτε καν ο Λεπέν.

- Μέχρι και σήμερα, η βάρβαρη εισβολή των CRS στην εκκλησία αποτελεί στίγμα για τη γαλλική πολιτική τάξη.

Πηγή: iospress.gr

REDNotebook

Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2011

Παρατηρήσεις στενόμυαλου συμπαραστάτη

«Όχι άλλοι παράνομοι μετανάστες...», από http://bit.ly/7ep8EF

από την ΑΥΓΗ, 28/01/2011

Τα τελευταία εικοσιτετράωρα, η κυβέρνηση διολίσθησε στον τελευταίο αναβαθμό του πιο ανάλγητου και αφασικού δεξιού λαϊκισμού. Τη συνόδευσαν όλες οι δυνάμεις της ετερόκλητης συμμαχίας που, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, υποβοηθούν το πολιτικό της σχέδιο. Από τις πιο νεοφιλελεύθερες και νεοσυντηρητικές έως τις- υποτίθεται- πιο μετριοπαθείς. Μέσα στον καταιονισμό αμετροέπειας και ανοηταίνουσας κακοβουλίας, επιλέχθηκε η επίκληση του ασύλου ως αιχμή, για να ενεργοποιηθούν τα αντανακλαστικά των μικροαστικών νοικοκυρεμάτων και των μεγαλοαστικών συγκαλύψεων.

Άλλωστε, μ' ένα σμπάρο, δυο τρυγόνια. Για να ξεκαθαρίσουμε, λοιπόν, λίγο το τοπίο από την καρβουνόσκονη της φαιάς προπαγάνδας, η οποία "διηθείται και σταλάζει μέσα στην καρδιά μας", κατά τον λόγο του ποιητή, ας ανατρέξουμε σε μια από τις εμβληματικότερες μορφές του συνταγματικού δικαίου στην Ελλάδα, τον Αριστόβουλο Μάνεση. "Τα Πανεπιστήμια και εν γένει τα ΑΕΙ δεν είναι μόνον ιδεολογικοί μηχανισμοί του κρατούντος καθεστώτος που τείνουν μονοσήμαντα στη συντήρηση και αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογίας, όπως συνηθίζεται να λέγεται σχηματικά. Είναι και θεσμοί, δηλ. εστίες εξουσίας, που εξ ορισμού παράγουν, διαλεκτικά, αντι-εξουσία.

Και είναι επίσης μαζικοί χώροι, που αποτελούν πεδία των γενικότερων κοινωνικο-πολιτικών ανταγωνισμών και ζυμώσεων", έγραφε ο Μάνεσης στο σημείο 7 μιας έρευνας που δημοσιεύτηκε στην εφ. "Η Καθημερινή" της 12ης Μαΐου 1978 με τίτλο "Η κρίση στην Ανώτατη εκπαίδευση". Σε άλλη μελέτη του, δημοσιευμένη στον τόμο "Συνταγματική Θεωρία και Πράξη", Θεσσαλονίκη, 1980, σελ. 702-703, διευκρίνιζε ότι το άσυλο προστατεύει όχι μόνο τους διδάσκοντες και τους διδασκόμενους, αλλά και γενικά όσους βρίσκονται στον χώρο του πανεπιστημίου με τη δημοκρατικά εκφρασμένη συναίνεση των αρμόδιων ακαδημαϊκών οργάνων. Συζήτηση για επέμβαση στον χώρο του ασύλου μπορεί να σταθεί μόνο σε περιπτώσεις που τελείται αξιόποινη πράξη, η οποία στρέφεται κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας. Θα ήταν υποτιμητική περιττολογία να συνδέσω τις παραπάνω διαπιστώσεις με όσα συνέβησαν αυτές τις μέρες, οπότε προχωρώ παρακάτω, ο στενόμυαλος συμπαραστάτης:

Σύμφωνα με μια πλειάδα πανεπιστημιακών του κυβερνητικού μπλοκ, το πανεπιστήμιο δεν μπορεί να γίνεται χώρος κοινωνικής διαμαρτυρίας, διότι εκεί διακινείται η γνώση και μόνον η γνώση. Κρίμα που δεν τους ρώτησε ο έγκριτος ιστορικός στο King's College του Λονδίνου και μέλος της βουλής των Λόρδων, Κόνραντ Ράσσελ, όταν έγραφε στην πολυδιαβασμένη μονογραφία του "Ακαδημαϊκή Ελευθερία" (Academic Freedom, Routledge, 1993), σελ. 39 ότι "τα πανεπιστήμια είναι τόσο αναντικατάστατα στην εποχή μας ως μέρος της αντίστασης στον δεσποτισμό όσο ήταν και το 1688". Κρίμα που δεν τους ρώτησαν, επίσης, πολλές προσωπικότητες του ριζοσπαστικού διαφωτισμού, οι οποίες φρονούσαν ότι η "απολιτικότητα" είναι αντικειμενικά πολιτική επιλογή και πολιτική θέση, η οποία μέσα στην κριτική αδράνειά της απέναντι στους κρατούντες μόνο ως πολιτική υπέρ του κατεστημένου μπορεί να ερμηνευθεί. Αξίζει να επανέλθω στον Μάνεση, για να θυμίσω ότι κατ' επανάληψη είχε τονίσει πως "ο ακαδημαϊκός δάσκαλος δεν δικαιούται να είναι ψυχρός και αδιάφορος ερευνητής" και ότι "η διάκριση μεταξύ καθαρής επιστήμης και πολιτικής, μεταξύ επιστήμης και αξιολογικών κρίσεων του επιστήμονα, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα".

Από αυτή την άποψη, είναι θλιβερό να ακούμε την "αριστερή" γραμματέα της ΠΟΣΔΕΠ να υποστηρίζει ότι "το πανεπιστήμιο δεν είναι χώρος όπου η κάθε κοινωνική ομάδα θα βρει λύση". Προφανώς, σε μια σχολή όπου υποτίθεται ότι διδάσκονται και ερευνώνται οι επιστήμες του δικαίου δεν έχουν καμία θέση άνθρωποι που βάζουν σε κίνδυνο την υγεία ή και την ίδια τη ζωή τους ακόμα, για να κατοχυρώσουν την ανθρώπινη υπόσταση που μια τάχαμου δημοκρατική και ευνομούμενη πολιτεία πεισμωδώς τούς αρνείται, στερώντας τους στοιχειώδη δικαιώματα. Από την άλλη, βέβαια, ουδείς νεο-βεμπεριανός επιστημονιστής ενοχλήθηκε από το γεγονός ότι η ΠΑΣΠ/ΝΟΠΕ είχε κατακλύσει τον χώρο με μια αφίσα λαμέ ευδαιμονίας, όπου διαφημιζόταν ανάλογης αισθητικής πάρτι στο Νέο Κτήριο της Νομικής με το συνοδευτικό λογότυπο "Πριν διαβάσεις, έλα να τα σπάσεις". Μάλλον το Πανεπιστήμιο που δεν αντέχει τους μετανάστες και τους πρόσφυγες, φθάνει στην τελειότητα πάνω στις αυτοσχέδιες πίστες του φιλοκυβερνητικού ποπ-σκυλάδικου. Οι δηλώσεις του άρτι ενθρονισθέντος κ. Καμίνη, πάλι, είναι κατά μία έννοια δικαιολογημένες, διότι πού να βρει ο άνθρωπος σανίδα να πατήσει;

Πώς να αναλογιστεί ότι στις ευθύνες ενός δημάρχου συμπεριλαμβάνεται και το να δώσει στους ανθρώπους πρόσωπο, χώρο, απαντοχή; Σε ποια διαφορετική πολιτική, πολιτισμική και αισθητική αντίληψη και συμπεριφορά να αναφερθεί; Στου ΠΑΣΟΚ ή στης ΔΗ.ΑΡΙ; Άλλωστε, σε διαφορετική περίπτωση, η πλειοψηφία των μέχρι τώρα υποστηρικτών του δεν θα τον ήθελε για δήμαρχο. Για μας πάλι, που επιμένουμε, ο συσχετισμός μπορεί να είναι δυσχερής, αλλά σίγουρα δεν είναι συντριπτικός. Διότι σε αντίθεση με τους πτωχαλαζόνες της ΔΗ.ΑΡΙ δεν έχουμε απεμπολήσει τις στέρεες αφετηρίες της πολιτικής δράσης. Ούτε έχουμε διάθεση να υποκαταστήσουμε τις θέσεις μιας εύτολμης αριστερής πολιτικής με τις ετοιμόρροπες αλληλουχίες και τα διφορούμενα συμφραζόμενα. Οφείλουμε, κατ' αρχήν, να απεμπλέξουμε τους αγωνιζόμενους συνανθρώπους και συμπολίτες μας, τους πρόσφυγες και τους μετανάστες, από τις τοξικές τηλεοπτικές ροές. Για να δει, επιτέλους, η κοινωνία την αντικειμενική πραγματικότητα των ζητημάτων τους και όχι τη συναρμολογημένη στα χαλκεία της "συμμαχίας των προθύμων". Ν.

ΥΓ.: Άααα, ναι! Αυτό αφιερώνεται στα μοβόρα ελληνοχριστιανόπουλα και τους λοιπούς φαρισαίους! Είναι από το Ευαγγέλιο του Ματθαίου, κεφ. ΚΕ': "Επείνασα γαρ, και ουκ εδώκατέ μοι φαγείν, εδίψησα, και ουκ εποτίσατέ με, ξένος ήμην, και ου συνηγάγετέ με, γυμνός, και ου περιεβάλετέ με, ασθενής και εν φυλακή και ουκ επεσκέψασθέ με [...]. Εφ' όσον ουκ εποιήσατε ενί τούτων των ελαχίστων, ουδέ εμοί εποιήσατε".

Novalis

Τετάρτη, 26 Ιανουαρίου 2011

Γιατί τρέμει η Τρέμη;

του AntistaChef

του Θανάση Καρτερού, από την ΑΥΓΗ, 26.01.11

Τι είναι αυτή η οργή που τους έχει πιάσει; Γιατί τρέμει από τα νεύρα της η Τρέμη και ζητά την επιβολή του νόμου και της τάξης; Γιατί ο Καψής καταγγέλλει το κρρρρρράτος που ηττήθηκε κατά κράτος από τους ξεβράκωτους; Γιατί η Ντόρα χέρι-χέρι με τον Καρατζαφέρη απαιτούν να δείξει η δημοκρατία την πυγμή της; Γιατί το ΚΚΕ και η Δημοκρατική Αριστερά βρέθηκαν ξαφνικά να συμφωνούν και πάθαμε πολιτιστικό σοκ; Γιατί η υπουργός Παιδείας ζητά να ληφθούν από τους αρμοδίους όλα τα μέτρα για να αποκατασταθεί η διασαλευθείσα τάξις; Τι μύγα τους τσίμπησε ξαφνικά όλους αυτούς που έβγαλαν ο ένας το μάτι του άλλου για το Βατοπέδι, που φαγώθηκαν μεταξύ τους για το ποιος-ποιος-ποιος θα φαγωθεί για τη Siemens, τώρα να ομονοούν και να στοιχίζονται πίσω από μια γραμμή που οδηγεί κατ’ ευθείαν στα καλόπαιδα του Παπουτσή;

Τριακόσιοι απελπισμένοι μετανάστες, μια χούφτα άνθρωποι άοπλοι και ειρηνικοί, αποφάσισαν να κάνουν απεργία πείνας και διάλεξαν για σκηνή της μάχης τους τη Νομική σχολή. Προσπαθώντας προφανώς να προσελκύσουν την προσοχή ενός κράτους και μιας κοινής γνώμης που τους έχουν καταδικάσει στη δυστυχία του Τίποτε και του Κανένα. Γιατί Τίποτε και Κανένας είναι οι παράνομοι μετανάστες για τη δημοκρατική μας Πολιτεία, για τους πολιτικούς ταγούς και τους δημοσιογράφους λαγούς του Παπουτσή. Τίποτε και Κανένας -μόνο χέρια για να δουλεύουν με μισό μεροκάματο, πόδια να τρέχουν μόλις βλέπουν μπάτσο και μυαλό παράλυτο από την αγωνία της επόμενης μέρας. Τόσο Τίποτε και τόσο Κανένας, που, ακόμα κι όταν πεθαίνουν, δεν βρίσκουν τάφο να ταφούν, πηγαίνουν ανώνυμοι, αλειτούργητοι και άκλαυτοι.

Κι αντί να δουν αυτή την ανθρωπιστική τραγωδία πίσω από την απεργία πείνας των απελπισμένων πουλάνε φούμαρα περί ασύλου οι ανάλγητοι. Και ανοησίες για μορφές πάλης αδιέξοδες και πράσινα άλογα οι αριστεροί της σωφροσύνης. Και εθνική εξέγερση για πόλεμο στους μελαψούς οι ακροδεξιοί. Και τσαμπουκάδες ενωμοτάρχη παλιάς κοπής οι δημοσιογράφοι που θα έπρεπε να βρίσκονται στο πλευρό των κατατρεγμένων. Και καταγγέλλουν κιόλας, σα δεν ντρέπονται, τη μηδενιστική αριστερά, τους συμπαραστάτες, τους υποκινητές, τους ηθικούς αυτουργούς οι μίζεροι και κοινότοποι. Ανίκανοι να καταλάβουν ότι σε τέτοιες στιγμές εκατό φορές προτιμότερη είναι η μηδενιστική αριστερά από την αριστερά του μηδενός...

Τρίτη, 25 Ιανουαρίου 2011

ΤΟ ''ΜΠΛΟΚΟ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ'' ΚΑΙ ΟΙ ΚΕΝΤΡΟ-ΑΡΙΣΤΕΡΕΣ ΤΟΥ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΣΤΙΣ ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΠΡΟΕΔΡΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΗΣ ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑΣ.




ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΔΙΔΑΓΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

του ΚΩΣΤΑ ΗΣΥΧΟΥ *Iskra

ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΩΝ ΠΡΟΕΔΡΙΚΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ
Anibal Cavaco Silva     52,94 % ΚΕΝΤΡΟ ΔΕΞΙΟΣ ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ
Manuel Alegre              19,75 % ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΕΣ – ΜΠΛΟΚΟ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ
Fernando Nobre             14,1 % ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΣ ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ
Francisco Lopes            7,14 % Κ.Κ.Π. ΚΑΙ ΠΡΑΣΙΝΟΙ
José Coelho                      4,5 % ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΟΣ ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ
Defensor Moura                1,57 % ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΣ ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΗΣ
ΑΠΟΧΗ                               50.2%
Σε μια ιστορική εποχή οπού η σοσιαλδημοκρατία στην Ευρώπη έχει μεταλλαχθεί στον μακρύ βραχίονα του Ευρωατλαντισμού.

Σε μια οικονομική συγκυρία όπου η Ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, με τον Γ. Παπανδρέου ως επικεφαλής της Σοσιαλιστικής Διεθνούς να αναζητεί την «δημοκρατική παγκόσμια διακυβέρνηση», υπηρετεί με τις επιλογές της το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο.
Μετά το αποτυχημένο πολιτικό πείραμα «κέντρο-αριστερής διακυβέρνησης» στην Ιταλία, που οδήγησε στον «Μπερλουσκονισμό» και την πολιτική, κοινωνική και ηθική κατάπτωση ( ανάμεσα σε άλλα) της χώρας, με την ταυτόχρονη θεσμική περιθωριοποίηση της ιταλικής κομμουνιστικής αριστεράς, η οποία βρίσκεται εκτός κοινοβουλίου για πρώτη φορά μεταπολεμικά.
Μετά από όλα τούτα, έρχεται και το αποτυχημένο πείραμα πολιτικής συγκατοίκησης, στις πρόσφατες προεδρικές εκλογές της Πορτογαλίας, του Αριστερού Μπλόκου με τους «σοσιαλιστές», οι οποίοι αποτελούν έναν από τους βασικούς πυλώνες της νεοφιλελεύθερης πολιτικής των παραδοσιακών συστημικών κόμματων.
Μακριά από εμάς η λογική των «παγκόσμιων αλάνθαστων καθοδηγητών», ο ρόλος αυτός έχει ήδη «κατοχυρωθεί» στη χώρα μας.
Είμαστε όμως πεπεισμένοι ότι οι διεθνείς εμπειρίες και μάλιστα στην Ε.Ε. του σήμερα, αποτελούν ένα πολύτιμο εργαλείο ανάλυσης για την δικιά μας πορεία, την δικιά μας αριστερά, που υποχρεούται από την ιστορική συγκυρία να οικοδομήσει ένα πλατύ αντικαπιταλιστικό, και αντινεοφιλελεύθερο μέτωπο που θα οδηγεί σε ρήξεις, ανατροπές, μεταρρυθμίσεις και δομικές αλλαγές χαράζοντας προοπτικές ελπίδας και σοσιαλιστικών επιλογών.
Σε καμιά περίπτωση δεν μπορούμε να θεωρούμε τους εαυτούς μας «αυθεντίες» σε ότι συμβαίνει στις χώρες της Ε.Ε.. Αποτελεί, όμως, αναμφισβήτητο γεγονός ότι οι όποιες προσπάθειες μεταρρύθμισης του συστήματος με τις λεγόμενες κέντρο-αριστερές επιλογές απέτυχαν και θα αποτύχουν ακόμα και στις προσπάθειες «λίφτινγκ» των οικονομικών και πολιτικών ακραίων επιλογών της Ευρωπαϊκής αντίδρασης.
Δεν είναι σήμερα το πολιτικό περιβάλλον και η πολιτική γεωγραφία ίδια με αυτή που βιώσαμε μεταπολεμικά.
Έχουμε ένα αιμοβόρο και άγριο ιμπεριαλιστικό περιβάλλον με ένα νέο ΝΑΤΟ, προσαρμοσμένο στις ανάγκες της «νέας ιμπεριαλιστικής τάξης του 21ου αιώνα».
Μια άλλη Ε.Ε. που κατεδαφίζει κάθε κοινωνική και πολιτική κατάκτηση του 20ου αιώνα, τις οποίες είχαν κερδίσει με αγώνες οι εργαζόμενοι.
Μια Ε.Ε. που ενσαρκώνει ένα νέο οικονομικό γερμανικό εθνικισμό, που στο όνομα της προστασίας του Ευρώ, σχεδιάζει ακόμα και την πολιτική και οικονομική καταδυνάστευση, σε πρώτη φάση, της Ευρωπαϊκής περιφέρειας.
Μια νέα γεωπολιτική πραγματικότητα όπου το Ισραήλ και η Τουρκία επιταχύνουν τον ανταγωνισμό τους για να αναδειχτεί ο νέος «περιφερικός χωροφύλακας», που θα έχει και τον έλεγχο των ενεργειακών αποθεμάτων του Αιγαίου και της Μέσης Ανατολής, με πρόσταγμα την εκμετάλλευση των νέων ενοριακών αγωγών προς την Ευρώπη.
Σε μια τόσο σύνθετη και δύσκολη συγκυρία για το λαό μας, η συνεχής αναμόχλευση με νέα και παλαιά δόγματα περί κέντρο-αριστεράς, είτε με «πειραματισμούς συνεργασίας των ακόμα αχαρτογράφητων σοσιαλιστικών δυνάμεων», έχουν δώσει σε μικρογραφία έστω, και εδώ, πολύ συγκεκριμένα εκλογικά αποτελέσματα. Έχουν αναλυθεί και έχουν βγει χρήσιμα συμπεράσματα για όλους. Επίσης, ο κατακερματισμός της πολιτικής αριστεράς έχει με τον πιο αμείλικτο τρόπο απαντήσει στις «μοναχικές φυγές» και τα «άλματα στο κενό».
Έχουμε δύσκολο δρόμο να διανύσουμε στο Κόμμα Ευρωπαϊκής Αριστεράς (ΚΕΑ), το οποίο αποτελεί ένα όχημα κοινής δράσης της αριστεράς στην Ευρώπη, ένα εγχείρημα με τεράστιες δυσκολίες και προκλήσεις. Για αυτό δεν χρειαζόμαστε, ούτε «κόμματα μοντέλα να μιμηθούμε» (όπως πολύ βιαστήκαν και στο κόμμα μας στην περίπτωση του Μπλόκο) , ούτε «κόμματα σκιάχτρα». Μπορούμε να προχωρήσουμε στον δρόμο μιας Ευρώπης που δεν χρειάζεται «ρετουσάρισμα» άλλα δομική ανατροπή. Η σοσιαλιστική Ευρώπη πρέπει να είναι η στρατηγική επιλογή της Ευρωπαϊκής Αριστεράς.
Για ακόμα μια φορά μας το λένε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο τα αποτελέσματα των τελευταίων προεδρικών εκλογών της Πορτογαλίας. Μας οδηγούν σε ένα ασφαλές συμπέρασμα: Η δημιουργία ενός αποτελεσματικού μετώπου ΟΛΗΣ της αριστεράς στη χώρα, που θα αποτελέσει την απαρχή μεγάλων «σεισμικών» αλλαγών στο πολιτικό, κοινωνικό και κινηματικό χάρτη και το ξεκίνημα ενός δρόμου ρήξεων, ανατροπών με σοσιαλιστική κατεύθυνση, είναι ο πραγματικός ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΣ.

* Ο Κώστας Ήσυχος είναι μέλος της Π.Γ. του ΣΥΝ, υπεύθυνος για την Εξωτ. Πολιτική και Άμυνα.

Δευτέρα, 24 Ιανουαρίου 2011

Η Ανανεωτική Ριζοσπαστική Αριστερά θα μπορούσε να φτάσει το 15%

 
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΗΛΙΑ ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟ

 από την ΕΠΟΧΗ, 23.01.11

Δύο μήνες και πλέον από τις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές, που κατέγραψαν την κρίση του πολιτικού συστήματος και την εκτίναξη της αποχής, ζούμε στον αστερισμό των αλλεπάλληλων αναθεωρήσεων του μνημονίου και της δικομματικής ομερτά στο πεδίο των σκανδάλων. Με ποιο τρόπο ελπίζει η κρατούσα πολιτική κατάσταση να αντιμετωπίσει τα φαινόμενα της κρίσης; Μπορεί η αριστερά να βρει το βηματισμό της για να δώσει τη δική της πειστική απάντηση στα κρίσιμα ζητήματα; Η συζήτησή μας με τον πολιτικό επιστήμονα Ηλία Νικολακόπουλο επιχειρεί μια διερεύνηση αυτών και άλλων επίκαιρων ερωτημάτων.

Τη συνέντευξη πήρε ο Μάκης Μπαλαούρας*

Και από τις δημοσκοπήσεις φαίνεται ότι υπάρχει έντονη απογοήτευση και ανησυχία, καθώς τα μέτρα της κυβέρνησης αποδεικνύονται και άδικα και αναποτελεσματικά. Πώς αντιμετωπίζει αυτήν την κατάσταση το κυρίαρχο πολιτικό προσωπικό;
Η οικονομική και κοινωνική κατάσταση είναι βέβαιο ότι έχει αποσταθεροποιήσει  το πολιτικό σκηνικό. Προς το παρόν, η κυριότερη αντίδραση είναι η αποστασιοποίηση από τα πολιτικά κόμματα, μια συνολική καταδίκη του πολιτικού συστήματος και του πολιτικού προσωπικού. Αυτό το είδαμε καθαρά στις περιφερειακές και δημοτικές εκλογές με μια πολύ μεγάλη αποχή, καθώς και με την πολυδιάσπαση της ψήφου.
Στην Περιφέρεια Αττικής, οι υποψήφιοι των δύο μεγάλων κομμάτων έμειναν στο 45%, και αν υπολογίσουμε τη μεγάλη αποχή, το πραγματικό μέγεθος ήταν ακόμα μικρότερο. Το ίδιο διαπιστώνουμε εν μέρει και στις δημοσκοπήσεις. Η αποστασιοποίηση από τα κόμματα είναι μεγαλύτερη απ’ αυτήν που καταγράφεται στις δημοσκοπήσεις, γιατί, κατά κανόνα, δημοσκοπούμε ένα τμήμα του εκλογικού σώματος, αυτό δηλαδή που θέλει να εκφράσει κάποια άποψη. Έχω την αίσθηση, γιατί δεν έχω πολλά εμπειρικά στοιχεία, ότι το κομμάτι που αρνείται να δημοσκοπηθεί διευρύνεται σε σχέση με το παρελθόν. Δηλαδή, συρρικνώνεται και το εν δυνάμει εκλογικό σώμα.
Αυτό που διαφαίνεται από τις δημοσκοπήσεις, είναι ότι όλα τα κόμματα, με εξαίρεση το ΚΚΕ, περνούν μια φάση κρίσης. Και δεν διαφαίνεται ότι υπάρχει μια πλειοψηφική δυναμική που στην περίπτωση εκλογών θα μπορούσε να δώσει αυτοδύναμη κυβέρνηση.

Βλέπεις πρόωρες εκλογές;
Το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών δεν το θεωρώ καθόλου πιθανό. Ακόμα και αυτό που φάνηκε ως σχεδιασμός τον περασμένο Οκτώβριο-Νοέμβριο με τη διακαναλική του Παπανδρέου, είναι εξαιρετικά αμφίβολο, ακόμα και με δυσμενές αποτέλεσμα, αν θα οδηγούσε σε εκλογές. Ευτυχώς για τον ίδιο είχε κάποιο αντίχτυπο, επηρέασε σαφώς εκεί που στόχευε, δηλαδή τους εν δυνάμει ψηφοφόρους του Δημαρά. Μετά τη διακαναλική, εξέφρασαν τη διαμαρτυρία τους μέσω της αποχής.
Μέσα σε δέκα μέρες, το ρεύμα που έφερνε τον Δημαρά πρώτο ανατράπηκε. Έτσι δεν μπήκε καν στο δίλημμα να πάει στις εκλογές χωρίς να έχει διασφαλίσει την επόμενη δόση του δανείου.

Η διακαναλική επαιξε ρόλο και στην εκλογή Καμίνη;
 Είχε κάποια συμβολή, σε δύο σημεία. Το πρώτο ήταν η συσπείρωση του ΠΑΣΟΚ στο ψηφοδέλτιο Καμίνη, που και πάλι δεν ξεπέρασε το 50% του ΠΑΣΟΚ. Το δεύτερο ήταν ότι μείωσε την εν δυνάμει διαρροή ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ προς Κακλαμάνη. Τα στοιχεία που υπήρχαν στην αρχή της προεκλογικής περιόδου, ήταν εξαιρετικά χαμηλά για το ψηφοδέλτιο Καμίνη, με διαρροή προς Κακλαμάνη του κόσμου του ΠΑΣΟΚ. Ένα μεγάλο κομμάτι του λαϊκού ΠΑΣΟΚ, ακόμα και στο δεύτερο γύρο, ψήφισε Κακλαμάνη.

Στο δεύτερο γύρο υπάρχουν μετρήσεις που δείχνουν ότι ψηφοφόροι της Ανοιχτής Πόλης ψήφισαν Καμίνη;
Η πλειοψηφία της Ανοιχτής Πόλης στράφηκε στον Καμίνη, όπως και από το ψηφοδέλτιο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Πώς τεκμαίρεται αυτό;
Έχουμε βρει στοιχεία που αφορούν την ψήφο των μεταναστών. Ενώ στον πρώτο γύρο, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ εκτινάσσεται σε ορισμένα διαμερίσματα, όπως του Αγ. Παντελεήμονα, στο δεύτερο καταγράφονται υψηλά ποσοστά Καμίνη.

Αν η κυβέρνηση πάει σε πρόωρες εκλογές, δεν θα βρει τη ψήφο της

Τι σημαίνει για τους δημοσκόπους «ρευστό πολιτικό σκηνικό»;
Στις βουλευτικές εκλογές τα δύο μεγάλα κόμματα δεν έχουν πέσει κάτω από το 80%. Μόνο το 2009 είχαν 79,5%. Προοπτικά, και με δεδομένη την αποχώρηση της Μπακογιάννη από τη ΝΔ, το ποσοστό αυτό θα το έβλεπα περίπου στο 65%, δηλαδή ακόμα χαμηλότερο από το 2009, γιατί θα έχουμε αυξημένη αποχή ως έκφραση απογοήτευσης.

Δηλαδή, δεν υπάρχει προοπτική αυτοδυναμίας
Αυτή την αίσθηση έχω.

Επομένως, γιατί να γίνουν πρόωρες εκλογές;
Εκλογές κάνεις όταν αυτές μπορούν να δώσουν κάποια απάντηση σ’ ένα ερώτημα. Δεν κάνεις εκλογές για να βρεθείς στο αδιέξοδο, παρά μόνο αν υπάρχει κατάρρευση.

Αν, όμως, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ φοβούνται κατάρρευση, δεν θα προσπαθήσουν να συνεταιριστούν για να διασώσουν το υπάρχον πολιτικό σύστημα;
Μάλλον πάμε σε δύσκολες περιόδους παρά σε κατάρρευση. Όμως  η κυβέρνηση δεν θα οδηγήσει σ’ ένα αδιέξοδο κυβερνητικό, από όπου  δύσκολα θα προκύψει λύση.

Η ΝΔ φαίνεται ότι, κυρίως το τελευταίο διάστημα, συμφωνεί σε μια συναινετική διαχείριση της κρίσης.
Πράγματι, αλά μια συναινετική διαχείριση προϋποθέτει έναν υπερκομματικό πρωθυπουργό, είτε από τη Βουλή, είτε εξωκοινοβουλευτικό.

Όμως, για να ωριμάσει μια τέτοια έκβαση, πρέπει να πιστοποιηθεί το αδιέξοδο μέσω εκλογών.
Αυτή θα έπρεπε να ήταν η στρατηγική του Καραμανλή την άνοιξη του 2009. Αν είχε οδηγήσει τη χώρα σε βουλευτικές εκλογές μαζί με τις ευρωεκλογές, καθώς τότε δεν είχε ξεσπάσει η κρίση, θα είχε οδηγηθεί σε συγκυβέρνηση. Τότε το ΠΑΣΟΚ δεν είχε ακόμα δημιουργήσει ρεύμα της αυτοδυναμίας. Αυτή πρέπει να ήταν –χωρίς να έχει ομολογηθεί– η εισήγηση Σουφλιά. Επικράτησε η άποψη «να προχωρήσουμε όσο αντέξουμε», φάνηκε όμως ότι δεν άντεχαν.

Πρέπει να υπάρξει όμως ένα πέπλο ανάγκης
Σε φάση πτωτική των κομμάτων, αν προκαλέσεις εκλογές, δεν ξέρεις  πόσο απρόβλεπτη θα είναι η αντίδραση του κόσμου. Αν αυτή τη στιγμή πει η κυβέρνηση πάμε για εκλογές, μπορεί να μη βρει την ψήφο της. Η αντίδραση θα είναι απρόβλεπτη. Δεν μπορεί από τη μια μεριά να υπόσχεται ότι θα δούμε φως στο τούνελ, ότι το 2011 θα βγούμε στις αγορές, ότι οι θυσίες θα πιάσουν τόπο και ξαφνικά να λες έλα να κάνουμε εκλογές.

Υπάρχει και το δεδομένο ότι ο Σαμαράς στηρίζει τη στρατηγική της κυβέρνησης.
Κατά τη γνώμη μου τη στηρίζει. Αυτό που ψάχνει να βρει είναι ένα πρόσχημα, που όμως δεν του το δίνουν ακόμα, γιατί ενδεχομένως το ΠΑΣΟΚ θεωρεί ότι τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ΝΔ είναι περισσότερα απ’ αυτά που έχει το ίδιο.

Ο κοινωνικός αυτοματισμός κυβερνητικό όπλο

Η κυβέρνηση προσπαθεί να ξεφύγει ποντάροντας στον κοινωνικό αυτοματισμό. Δημιουργεί συνθήκες αντιπαράθεσης ακόμη και με εξιλαστήριο θύμα τους μετανάστες. Βλέπουμε ποσοστά υπέρ του φράχτη στον Έβρο της τάξης του 70% - 80%.
Ο φράχτης είναι αποκρουστικός και μάλλον αναποτελεσματικός. Όμως η αίσθηση για τους μετανάστες, ιδίως από την Ασία και Αφρική οδηγεί, τον κόσμο σε απόγνωση και ζεσταίνει το αυγό του φιδιού. Η Ελλάδα, παρά τον ρατσισμό που άρχισε να δημιουργείται, δέχτηκε τη βαλκανική μετανάστευση, γιατί αυτή η μετανάστευση είναι πιο εύκολα αφομοιώσιμη. Η μετανάστευση από Αφρική και Ασία δεν είναι. Είναι τραγικό το πρόβλημα, αλλά δεν νομίζω ότι μπορεί να αφομοιωθεί από την κοινωνία. Είμαστε σε επικίνδυνο σημείο. Προφανώς πρέπει να κάνουμε διάφορα άλλα και όχι ηλεκτροφόρους φράχτες. Η αριστερά πρέπει να πάρει θέση, να μη γίνει μια συγκρουσιακή αντιπαράθεση με τη Χρυσή Αυγή.

Τα νέα φαινόμενα του «δεν πληρώνω» δεν προκαλούν φοβίες στην κυβέρνηση;
Εκτός από άδικα, πολλά κυβερνητικά μέτρα είναι άστοχα και επικοινωνιακά και ψυχολογικά. Όπως τα διόδια αυτού του ύψους για δρόμους που δεν υπάρχουν. Είναι πρόκληση. Δεν μπορεί, επίσης, να πηγαίνει κάποιος στο χωράφι του και να πληρώνει διόδια. Μια λειτουργία, δηλαδή, αποφασίζουμε και διατάσσουμε οδηγεί σε αυτή την έκρηξη. Αν παίρνεις μέτρα που είναι επώδυνα και δεν έχεις την πρόνοια να γίνουν σ’ ένα βαθμό αποδεκτά, τότε κινδυνεύεις με εξέγερση.

Είναι πιθανό να οδηγηθούμε σε εξέγερση;
Η κατάσταση είναι εύφλεκτη. Η κυβέρνηση πρέπει να είναι προσεχτική, αλλά δεν είναι. Μπορεί να θεωρεί ότι η κοινωνία είναι σε μια κατάσταση θυμού και απογοήτευσης, αλλά και ανοχής. Το κατά πόσο, όμως, μπορεί να ανατραπεί αυτή η κατάσταση δεν μπορούμε να το προβλέψουμε. Γι’ αυτό και δεν βλέπω πρόωρες εκλογές. Μπορεί να έρθουν τα πάνω κάτω.

Η σοσιαλδημοκρατία έχασε το κοινωνικό της στήριγμα

Παρόμοια κατάσταση περνάει και η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία. Φαίνεται ότι χάνει τα παραδοσιακά κοινωνικά της στηρίγματα, όπως οι εργαζόμενες τάξεις.
Αυτά τα έχει απωλέσει από τη δεκαετία του ’90. Η σοσιαλδημοκρατία με τη νεοφιλελεύθερη στροφή της άρχισε να χάνει τα κοινωνικά της στηρίγματα, ανεξάρτητα από την εκλογική της καταγραφή. Τα κοινωνικά της στηρίγματα της προσέφεραν πάντα μια σίγουρη και συνεκτική βάση. Αυτή τη στιγμή δεν έχει κοινωνική βάση. Μπορεί να πάει καλά ή μπορεί να καταρρεύσει εκλογικά. Το Εργατικό Κόμμα της Βρετανίας ή το γερμανικό έχουν χάσει τα κοινωνικά τους στηρίγματα.

Με το ΠΑΣΟΚ τι ισχύει;
Το ΠΑΣΟΚ έχει χάσει τα στηρίγματά του ανεξάρτητα αν το ψηφίζουν ή όχι. Ήδη από την περίοδο Σημίτη –αντίστοιχη ήταν η στροφή του με τα άλλα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα– είχαμε δει να αποδυναμώνεται η έντονη κοινωνική οριοθέτηση του ΠΑΣΟΚ. Αυτό που συμβαίνει τώρα, είναι ότι έχει πληγεί ο κορμός και η καρδιά της κοινωνικής του βάσης. Ανεξάρτητα από την ψήφο, η συναισθηματική τους πρόσδεση είναι βέβαιο ότι έχει διαρραγεί.

Ενώ οι παραδοσιακές δυνάμεις των δικομματισμού πλήττονται, η αριστερά φαίνεται αδύναμη να δώσει προοπτική στην κοινωνία. Είναι άραγε ιστορικό γεγονός να συμβαδίζει η κρίση της αριστεράς με την κοινωνική κρίση;
Όχι αναγκαστικά. Όμως πρέπει να διακρίνουμε ορισμένα πράγματα. Το ΚΚΕ διαφοροποιείται. Φαίνεται και από τα αποτελέσματα των περιφερειακών εκλογών. Έστω και περιορισμένα, με την πρωτοφανή από ιστορικής άποψης πολιτική του, πρόβαλε κομματικά ψηφοδέλτια και στελέχη και ζήτησε ενιαία ψήφο περιφερειακή και δημοτική.

Θα μπορούσε, όμως, με άλλη, πιο ανοιχτή πολιτική να είχε μεγαλύτερη επιτυχία.
Δεν θέλει να τη μοιραστεί μ΄ άλλους. Ενδιαφέρεται να συγκροτήσει μια διακριτή δύναμη από το φοιτητικό, στον εργατικό και πολιτικό χώρο.

Η ανανεωτική ριζοσπαστική αριστερά

Η ανανεωτική ριζοσπαστική αριστερά αντιμετωπίζει προβλήματα, δεδομένων και των καταστάσεων που δημιουργήθηκαν...
Τα πράγματα είναι πολωμένα. Από τη μια το Μέτωπο με τον Αλαβάνο, που συγκέντρωσε ποσοστό κάτω και από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, και από την άλλη ο Συνασπισμός με τον Μητρόπουλο, που δεν δικαίωσε τις προσδοκίες τους. Όλος αυτός ο χώρος μεταξύ ΠΑΣΟΚ και ΚΚΕ θα μπορούσε –εν δυνάμει– να συγκεντρώσει 15%. Όμως αδυνατεί να το συγκρατήσει, όπως έγινε στις περιφερειακές, που κατέβηκε με 4 ψηφοδέλτια.

Με δεδομένα όλα αυτά ποιες μπορεί να είναι οι προοπτικές της;
Η ανανεωτική ριζοσπαστική αριστερά θα μπορούσε να φτιάξει ένα σχήμα με τον Συνασπισμό και όσους θέλουν να συμμαχήσουν μαζί του, και ένα άλλο σχήμα με το Μέτωπο. Και μετά, ενδεχομένως, να κάνουν μια εκλογική συμμαχία. Όλοι όμως θα ξέρουν ότι θα είναι ευκαιριακή, χωρίς αύριο και αλληλοϋποβλεπόμενη. Σαν την Ενωμένη Αριστερά του ’74 που σκοτώνονταν μεταξύ τους.

Για τη Δημοκρατική Αριστερά τη γνώμη έχεις όσον αφορά την προοπτική της;
Η ΔΗ. ΑΡ. έχει χώρο που μπορεί να απευθυνθεί. Το μεγάλο ερώτημα είναι τι μπορεί να κάνει με τους Οικολόγους. Μια τέτοια συμμαχία θα είχε προοπτική. Οι Οικολόγοι όμως είναι ένα αδιαμόρφωτο σύνολο, όπως είδαμε και στις εκλογές της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Έχουν τη δυνατότητα και μόνο με το όνομα να αλιεύσουν ψήφους. Αν υπάρξει συμμαχία μεταξύ Οικολόγων και ΔΗ.ΑΡ., τότε θα υπάρχει χώρος επιβίωσης.
Χωρίς αυτή, τα πράγματα θα είναι δύσκολα, κυρίως για τη ΔΗ.ΑΡ.

Η Δημοκρατική Συμμαχία της Μπακογιάννη;
Περνά το όριο για να μπει στη Βουλή. Θα εξαρτηθούν οι προοπτικές της από το πόσο αργά θα γίνουν οι εκλογές και πώς η ίδια θα διαχειριστεί αυτό το χρόνο.

Η ΝΔ δεν θα ανασυνταχθεί;
Το βλέπω πολύ δύσκολο. Πολλές διαφορετικές επιλογές και πολλά μαχαιρώματα. Όπως και στην Αριστερά, και εκεί έχει σπάσει ο συνεκτικός και συναισθηματικός ιστός.

* Ο Η. Νικολακόπουλος είναι πολιτικός επιστήμονας καθηγητής στο  Πανεπιστήμιο της Αθήνας.

Παρασκευή, 21 Ιανουαρίου 2011

Ανακοίνωση του Συλλόγου Μεταφραστών Επιμελητών Διορθωτών



Οι μεταφραστές είναι δημιουργοί ...και στο «ψηφιακό περιβάλλον»

Με λίγες τυμπανοκρουσίες προς το παρόν, αλλά μεγάλες κρατικές επιδοτήσεις (που ανέρχονται ως τις € 400.000 ανά επιχείρηση), η ηλεκτρονική «νέα εποχή» του βιβλίου ανατέλλει και στη χώρα μας. Κι ενώ οι εκδότες αρχίζουν να περνούν στην εποχή της ψηφιοποίησης προσδοκώντας περισσότερα κέρδη με μηδαμινό κόστος, φαίνεται ότι ξεχνούν μια βασική παράμετρο των νέων ηλεκτρονικών βιβλίων τους (e-books): τους πνευματικούς δημιουργούς που μόχθησαν και μοχθούν για την έκδοση των βιβλίων – εν προκειμένω, τους μεταφραστές.

Μαθαίνουμε, για παράδειγμα, ότι εκδοτικοί οίκοι ψηφιοποιούν βιβλία τους που ήδη κυκλοφορούν σε έντυπη μορφή ζητώντας από τους μεταφραστές να υπογράψουν νέα συμφωνητικά, στα οποία προβλέπεται σχεδόν μηδενικό ποσοστό μεταφραστικών δικαιωμάτων. Οι εκδότες βιάζονται να εισβάλουν στη νέα ψηφιακή αγορά, και, καθώς δεν μπορούν να μην πληρώνουν τα προβλεπόμενα πνευματικά δικαιώματα σε έλληνες συγγραφείς ή ξένους εκδοτικούς οίκους, προσπερνούν σαν να ήταν απλώς συμβολική την υποχρέωσή τους από τον νόμο να καταβάλλουν αντίστοιχα δικαιώματα και στους μεταφραστές. Ο ΣΜΕΔ θεωρεί την τακτική αυτή απολύτως απαράδεκτη, εμπαιγμό και καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των συναδέλφων.

ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΑΥΤΟ, ΑΠΑΙΤΟΥΜΕ
Καταβολή πνευματικών δικαιωμάτων στον μεταφραστή, από το πρώτο και για κάθε πωληθέν αντίτυπο ηλεκτρονικού βιβλίου που έχει κυκλοφορήσει προηγουμένως ως έντυπο βιβλίο. Η αμοιβή του μεταφραστή για τη δουλειά του δεν μπορεί να θεωρείται προκαταβολή επί των πνευματικών του δικαιωμάτων πάνω στο ηλεκτρονικό βιβλίο. Δεσμεύει, ως προκαταβολή, μόνο τις μορφές έκδοσης του βιβλίου που αναφέρονται ρητά στο αρχικό συμφωνητικό, με το οποίο καθοριζόταν το ύψος της αμοιβής.

Υπογραφή ξεχωριστών ιδιωτικών συμφωνητικών για την έκδοση σε μορφή ηλεκτρονικού βιβλίου μεταφράσεων που κυκλοφορούν ήδη ως έντυπα βιβλία. Στα συμφωνητικά αυτά πρέπει να προβλέπεται ρητά η καταβολή των πνευματικών δικαιωμάτων του μεταφραστή, καθώς και η διάρκεια παραχώρησης του περιουσιακού δικαιώματος του μεταφραστή για την ηλεκτρονική έκδοση.

Καταβολή, ως μεταφραστικά δικαιώματα, αξιοπρεπούς (και σε κάθε περίπτωση υψηλότερου σε σχέση με το αντίστοιχο, ουσιαστικά μηδενικό ποσοστό για το έντυπο βιβλίο) ποσοστού επί της λιανικής τιμής πώλησης του ηλεκτρονικού βιβλίου. Το ηλεκτρονικό βιβλίο είναι επιδοτούμενο προϊόν, έχει ελάχιστο κόστος και μεγάλο περιθώριο κέρδους για τον εκδότη.

Γενική αναπροσαρμογή των ιδιωτικών συμφωνητικών για τη μετάφραση νέων τίτλων που προβλέπεται να εκδοθούν και ως ηλεκτρονικά βιβλία, ώστε να διασφαλίζεται πλήρως η προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας του μεταφραστή.

Ο ΣΜΕΔ καλεί όλους τους συναδέλφους μεταφραστές να μην υπογράφουν συμφωνητικά με απαράδεκτους κι επαχθείς όρους, οι οποίοι παραβιάζουν κατάφωρα τα πνευματικά τους δικαιώματα και θίγουν την αξιοπρέπειά τους ως δημιουργών. Σύντομα θα θέσουμε στη διάθεση συναδέλφων κι εκδοτών ενιαίο πρότυπο συμφωνητικό για μεταφράσεις βιβλίων, στο οποίο θα συμπεριλαμβάνονται όλες οι προτάσεις μας για τα ηλεκτρονικά βιβλία.

Στο μεταξύ, καλούμε όλους τους συναδέλφους σε
Ανοιχτή συζήτηση με θέμα τη συλλογική μας στάση απέναντι στις νέες προκλήσεις του ηλεκτρονικού βιβλίου,
την Πέμπτη 27 Ιανουαρίου, ώρα 7 μ.μ., στα γραφεία του ΣΜΕΔ
(Μαυρικίου 8 & Μαυρομιχάλη, Εξάρχεια).

Η ΦΩΝΗ ΜΑΣ ΠΡΕΠΕΙ Ν’ ΑΚΟΥΣΤΕΙ
ΟΣΟ ΠΙΟ ΔΥΝΑΤΑ ΚΑΙ ΚΑΘΑΡΑ ΓΙΝΕΤΑΙ

ΔΕΝ ΘΑ ΕΠΙΤΡΕΨΟΥΜΕ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΝΑ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΕΙ
ΜΕ ΤΗΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΜΑΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ

--
Σύλλογος Μεταφραστών Επιμελητών Διορθωτών

Μαυρικίου 8 & Μαυρομιχάλη
Αθήνα

Τ.Θ. 21028
Αθήνα 11410

Τηλ. Επικοινωνίας: 6982561146

Ηλ. Ταχυδρομείο: syl.smed@gmail.com
Website: http://www.smed.gr/
Forum: http://smed.forumotion.net

Τετάρτη, 19 Ιανουαρίου 2011

Για το σοσιαλισμό του 21ου αιώνα, με την αριστερά των από κάτω

Σε μια περίοδο όπου το κεφάλαιο έχει εξαπολύσει μια τεράστιας κλίμακας επίθεση στον κόσμο της εργασίας η Αριστερά βρέθηκε ανέτοιμη να οργανώσει την αντίσταση αυτού του κόσμου, να συντονίσει τη δράση του προβάλλοντας ένα άλλο συνεκτικό σχέδιο για την ανατροπή των πολιτικών του νεοφιλελευθερισμού και προοπτικά του καπιταλισμού που σε φάση μιας ακόμη από τις κρίσεις του επιδιώκει να ισοπεδώσει τις κατακτήσεις των εργαζομένων και εν τέλει τις κοινωνίες, καταστρέφοντας τις ζωές των ανθρώπων και του πλανήτη.
Παρά το γεγονός ότι το προηγούμενο διάστημα υπήρξε έντονη αμφισβήτηση της ηγεμονίας του νεοφιλελευθερισμού, έξαρση των κινημάτων που σε παγκόσμια κλίμακα αμφισβητούσαν την ηγεμονία των ιδεών του και προέβαλαν ένα άλλο μοντέλο οργάνωσης της κοινωνίας μέσα από την προβολή του τρόπου της δικής τους οργάνωσης και των αξιών τους, οι οργανώσεις της Αριστεράς με ελάχιστες εξαιρέσεις (χώρες της Λατινικής Αμερικής) δεν βρήκαν τον τρόπο να οικοδομήσουν σχέσεις ενότητας μεταξύ τους και διαλεκτικής έντασης με τα κινήματα και την κοινωνία, ώστε να συγκροτήσουν το αντίπαλο δέος του συστήματος και να ορθώσουν την αντίσταση απέναντι στο σοκ και το δέος της νεοφιλελεύθερης επίθεσης. Σε ένα τέτοιο τοπίο η Αριστερά της Ελλάδας δεν υπήρξε η εξαίρεση.

Για τον ΣΥΡΙΖΑ

Το 2000 με τη συνεργασία ΣΥΝ – ΑΚΟΑ και το 2004 με τη δημιουργία του ΣΥΡΙΖΑ, η ριζοσπαστική αριστερά της πατρίδας μας κινήθηκε στη σωστή κατεύθυνση, ενώνοντας διάσπαρτες δυνάμεις και αποκτώντας δεσμούς με τα μαζικά κινήματα και γείωση στην κοινωνία. Δυστυχώς δεν εκτιμήθηκε και δεν κατανοήθηκε από όλους ότι θα μπορούσε ο σχηματισμός ΣΥΡΙΖΑ να αποτελέσει την ιστορική δυνατότητα της δημιουργίας της αριστεράς του 21ου αιώνα για την πατρίδα μας. Το καινούργιο πολιτικό ζώο, όπως πολλές φορές είχαμε επισημάνει, που θα αναπτυσσόταν τροφοδοτούμενο από τα κινήματα και θα τα επανατροφοδοτούσε μέσα από τους αγώνες.
Αντίθετα, ο ΣΥΡΙΖΑ κατανοήθηκε με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους, ανάλογους με την πολιτική κουλτούρα,τις σκοπιμότητες αλλά και το πολιτικό ήθος της κάθε μιας από τις επί μέρους δυνάμεις που τον συγκρότησαν (συλλογικότητες, συνιστώσες, τάσεις, ανένταχτοι) με τρόπο που δεν ανταποκρινόταν στην ανάγκη δημιουργίας μιας αριστεράς που θα μπορούσε να αποτελέσει τον πολιτικό φορέα που χρειαζόταν ο κόσμος της και η κοινωνία.
Για πολλούς ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελούσε ευκαιριακή εκλογική σύμπραξη, για άλλους μαζικό χώρο για τη δράση ξεκομμένων από τη ζωή πρωτοποριών, πεδίο στείρας πολεμικής, χωρίς δημοκρατία και κοινά αποδεκτές διαδικασίες που θα έδιναν τη δυνατότητα στον κόσμο του ΣΥΡΙΖΑ, τον κόσμο της ριζοσπαστικής αριστεράς, στους από κάτω, να συμμετέχουν ισότιμα στη δημιουργία του καινούργιου πολιτικού υποκειμένου που θα αποτελούσε το συλλογικό διανοούμενο του κόσμου της εργασίας.
Παρά τα προβλήματα που επισημαίνονται, ο ΣΥΡΙΖΑ με τη συμμετοχή χιλιάδων αγωνιστών στις γραμμές του, σε πείσμα όλων εκείνων που συνειδητά τον αμφισβήτησαν και τον πολέμησαν, από έξω και από τα μέσα, σε πείσμα των κλειστών συστημάτων μικροεξουσιών κατάφερε με την παρουσία του, με την παραγωγή θέσεων - προγραμματικού λόγου και ουσιαστικών δράσεων, με αποκορύφωμα την παρουσία του τον Δεκέμβρη του 2008, να παρέμβει ουσιαστικά στα πολιτικά πράγματα, γεγονός που θα έπρεπε τουλάχιστον να μας κάνει υπερήφανους.

Παρέμβαση στις διεργασίες

Εμείς που υπογράφουμε αυτό το κείμενο δεν είμαστε καθόλου ικανοποιημένοι για τον τρόπο που γίνεται η συζήτηση, αν αυτό είναι συζήτηση, για την αποτίμηση της μέχρι σήμερα κοινής μας πορείας, στις διάφορες οργανώσεις και φόρα που αναφέρονται με τον ένα ή άλλο τρόπο στον ΣΥΡΙΖΑ. Μένουμε με την εντύπωση ότι, αντί μιας σε βάθος αναστοχαστικής και κριτικής προσέγγισης, πρωτίστως των αναγκών της κοινωνίας, των αναγκών της πάλης για την αντιμετώπιση της επίθεσης σε βάρος των εργαζομένων από το κεφάλαιο και αναζήτησης εναλλακτικής πρότασης που θα συμπεριλαμβάνει ως στοιχείο της και τη συγκρότηση του πολιτικού υποκειμένου της ριζοσπαστικής αριστεράς με ισότιμη συμμετοχή όσων επιμένουν στην ενότητα με αρχές, και με ανοιχτές δημοκρατικές διαδικασίες, προοριζόμαστε για το ρόλο των παθητικών θεατών ενός έργου που αναφέρεται σε μια αριστερά από τα παλιά. Μια αριστερά της περιόδου της «πάλης χωρίς αρχές», μιας αριστεράς των μηχανισμών, των κλειστών συστημάτων, «σε αναμονή του νικητή» που θα προκύψει από συνεννοήσεις και συγκρούσεις μηχανισμών. Αυτή η προοπτική μάς υποτιμά, μάς ακυρώνει και μας προσβάλλει.

Υστερόγραφο

Είναι προφανές ότι θέλουμε να αξιοποιηθεί η θετική αλλά και η αρνητική εμπειρία από το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ, από τη βάση του. Από αυτούς που επιθυμούν να συνεχίζουν με νέους όρους το εγχείρημα. Να δρομολογηθούν διαδικασίες που θα προωθήσουν άμεσα και χωρίς αστερίσκους το ζήτημα της δημιουργίας φορέα της ριζοσπαστικής αριστεράς με ισότιμη συμμετοχή των από κάτω. Μιας αριστεράς που θα οραματίζεται το σοσιαλισμό του 21ου αιώνα και θα τον οικοδομεί από τώρα μαζί με τους εργαζόμενους και τα κινήματα.

Βουκάλης Αντώνης,
Γιαννουλάκη Αθηνά, Κυρούση – Κτιστάκη Σταυρούλα,
Λιβογιάννης Δήμος,
Μαλεκάκης Μάνθος,
Μαριδάκης Δημήτρης,
Μπαρτζώκας Γιάννης,
Μπατσάκης Δημήτρης,
Παντελάκης Νίκος, Τζάρας
Νίκος, Φραγκονικολάκης
Νίκος, Χατζηπαναγιώτου
Μανόλης

Δευτέρα, 17 Ιανουαρίου 2011

Έχουμε πόλεμο. Όλοι το ξέρουν. Εμείς;

Francisco de Goya: Desastre de la Guerra (Disasters of War)

του Κώστα Μαρματάκη*

από την ΕΠΟΧΗ, 16.01.11

Η επίθεση των κυρίαρχων τάξεων στην Ελλάδα και την Ευρώπη βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη. Οι τρεις βασικοί τους στόχοι βρίσκονται ήδη στα πρώτα στάδια υλοποίησης: Πλήρης ιδιωτικοποίηση όλου του δημόσιου χώρου (πλην κατασταλτικών και εισπρακτικών μηχανισμών), κτύπημα κάθε κατάκτησης και δικαιώματος του κόσμου της εργασίας (συντριβή πραγματικού μισθού και κατάργηση «κοινωνικού» μισθού -υγεία, παιδεία, σύνταξη, πολιτισμικά δικαιώματα), συρρίκνωση στα όρια της εξαφάνισης των μικρομεσαίων στρωμάτων πόλης και υπαίθρου. Το πράγμα έχει αγριέψει. Στα δελτία των 8 (και όχι μόνο) «τρέχει αίμα». Κάθε ανακοίνωση «ρύθμισης» ή «αναδιάρθρωσης» μεταφράζεται (σε βάθος χρόνου) σε υποβάθμιση της ζωής χιλιάδων ανθρώπων, σε εκατοντάδες απολύσεις και κλείσιμο μικρών επιχειρήσεων, σε κατασχέσεις, σε καταθλίψεις, σε απόπειρες αυτοκτονίας.

Φαινόμενα ανθρωποφαγίας

Απαραίτητη προϋπόθεση -πέρα από την φασιστικού τύπου καταστολή- για να προχωρήσει το σχέδιο τους, είναι η διάσπαση και η διαίρεση των δυνάμεων του «αντιπάλου», των υποτελών τάξεων. Μικρομεσαίοι ενάντια στους ιδιωτικούς υπαλλήλους, ιδιωτικοί υπάλληλοι ενάντια στους δημόσιους υπαλλήλους, δημόσιοι υπάλληλοι ενάντια στους «προνομιούχους» των κλειστών επαγγελμάτων και δεν έχει τέλος...

Με βασικό εργαλείο την εκφώνηση των -υπό ολοκληρωτικό έλεγχο- «μεγάλων» ΜΜΕ, αξιοποιώντας τα φαινόμενα συντηρητικοποίησης που προκαλεί η ανασφάλεια που γεννά η κρίση, η μάχη δίνεται με πλήρη ιδεολογική κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού και των ιδεολογημάτων του (χυδαίος ατομικισμός, κοινωνικός αυτοματισμός, ξενοφοβία και ρατσισμός, υποκουλτούρα, κυριαρχία των πιο χαμηλών ενστίκτων και προτύπων αισθητικής στην καθημερινότητα).

Κυρίαρχο στοιχείο της περιόδου που ζούμε είναι η αντίληψη ότι «ο εχθρός είναι δίπλα μου». Είναι αυτός που θα μου πάρει τη δουλειά, θα «χώσει» τα παιδιά του, παίρνει περισσότερα χρήματα, δουλεύει λιγότερο, είναι πιο βολεμένος, πήρε δάνειο με μέσο... Η κατάσταση παίρνει χαρακτηριστικά εμπόλεμης κατάστασης μέσα στην κοινωνία, με τα φαινόμενα «ανθρωποφαγίας» να αυξάνονται με ραγδαίο ρυθμό.
 
Η οργάνωση της μάχης

Βασικός στόχος της Αριστεράς αυτό το διάστημα θα έπρεπε να είναι  -πέρα από την οργάνωση των κοινωνικών και συνδικαλιστικών αγώνων- η πρακτική συμβολή στην προστασία του κόσμου της εργασίας. Η παρέμβαση στην άγρια καθημερινότητα που διαμορφώνει συνειδήσεις, που περιθωριοποιεί μεγάλα τμήματα, που συμβάλλει στο τσάκισμα του ηθικού των «από κάτω». Το κτίσιμο κοινωνικών δομών και κινημάτων δράσης που θα «σώζουν ζωές» και ταυτόχρονα θα αποδεικνύουν έμπρακτα στα θύματα της κρίσης -και σε μας πρώτα απ’ όλα- ότι ο εχθρός είναι απέναντι κι όχι δίπλα  (ταξική συνειδητοποίηση το λένε αυτό, νομίζω), ότι μπορούμε να πετύχουμε έστω και μικρές νίκες, ότι η Αριστερά του μέλλοντος που υποσχόμαστε είναι μια Αριστερά που αξίζει να ασχολείσαι μαζί της.
  
Ο τρόπος οργάνωσης αυτής της μάχης έχει επαρκώς αναλυθεί, τεκμηριωθεί, εκφωνηθεί:

- Δίκτυα Αλληλεγγύης (κοινωνικά ιατρεία και φαρμακεία, υπηρεσίες νομικών συμβουλών, δωρεάν μαθήματα, συσσίτια και συλλογικές κουζίνες, αλληλέγγυα ταμεία ανακούφισης ανεργίας-φτώχειας κ.ά.).

- Δράσεις Συλλογικής Ανυπακοής (κινήματα «δεν πληρώνω», παρεμβάσεις σε πλειστηριασμούς και κατασχέσεις, μπλοκάρισμα σε διακοπές ηλεκτρικού ρεύματος και νερού, προστασία κοινωνικά αδυνάτων που διώκονται για οικονομικές μικροπαραβάσεις κ.ά.)

- Εναλλακτική και Αλληλέγγυα Διακίνηση Βασικών Αγαθών και Υπηρεσιών (παζάρια αλληλεγγύης, ανταλλακτικά δίκτυα προϊόντων, κατάργηση μεσαζόντων κι απ’ ευθείας προσέγγιση παραγωγών-καταναλωτών, αυτοδιαχειριζόμενες συνεταιριστικές μορφές οργάνωσης πολιτιστικών – κοινωνικών - οικονομικών δραστηριοτήτων και υπηρεσιών κ.ά.)
 
Όλα τα παραπάνω έχουν δοκιμαστεί πρωτοβουλιακά σε μικρή αλλά επαρκή κλίμακα σε όλη τη χώρα, με σημαντικά πετυχημένα παραδείγματα να προσφέρουν την εμπειρία τους και να διευκολύνουν τις καινούργιες δράσεις και πρωτοβουλίες να προχωρήσουν με γρήγορους ρυθμούς.
  
Υποβάθμιση του κοινωνικού

Κι εδώ μπαίνει το μεγάλο ερώτημα: Η Αριστερά τι κάνει; Και το ακόμη σημαντικότερο ερώτημα: Η Αριστερά τι θα κάνει; Θέλει; Μπορεί; Θα πρωτοστατήσει ενεργά με όλες τις δυνάμεις της και κεντρικά, αλλά κυρίως και τοπικά, σε ένα τέτοιο κίνημα; Χωρίς αναστολές, χωρίς υπεριδεολογικοποιήσεις και υπερπολιτικοποιήσεις, χωρίς αναστολές και αποκλεισμούς; Θα το κάνει βασικό και, γιατί όχι, κυρίαρχο στοιχείο της καθημερινής πολιτικής δράσης της;  Θα δώσει τη μάχη για τη σωτηρία του κόσμου που υποτίθεται ότι θέλει να εκπροσωπεί; Θα βοηθήσει να πάρει μια ανάσα αυτός ο κόσμος; Να δει λίγο φως;
  
Προσωπικά είμαι επιφυλακτικός (αν όχι απαισιόδοξος). Ο λόγος; Η Αριστερά στη χώρα μας (στο επίπεδο των ηγεσιών κυρίως) κυριαρχείται σχεδόν αποκλειστικά από το σύνδρομο της «μεγάλης πολιτικής» υποτιμώντας και υποβαθμίζοντας το «κοινωνικό». Συμπεριφέρεται σαν να πρόκειται να αναλάβει την εξουσία σε μερικούς μήνες και αισθάνεται την ανάγκη να απαντήσει στα τεράστια πολιτικά, ιδεολογικά και θεωρητικά ζητήματα που θα της ζητήσει αυτή η εξέλιξη να λύσει.
 
Να νικήσουμε το φόβο

Μπορεί για παράδειγμα, να «σκοτώνεται» επί μήνες για το ζήτημα του χρέους (και καλώς), αλλά να μην έχει καταφέρει να  βοηθήσει να στηθούν 5 (πέντε) παραδειγματικά πρωτοβάθμια σωματεία στον ιδιωτικό τομέα, που να συσπειρώνουν τη μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων. Μπορεί να «σφάζεται» χρόνια για το ευρώ και την ευρωζώνη, το εθνικό ή το ευρωπαϊκό πεδίο ταξικής πάλης (και καλώς) αλλά να μην συντονίσει τη δράση της για να δει τι -πρακτικά- θα κάνει με την κατάσταση στο κέντρο και τις υποβαθμισμένες-γκετοποιημένες γειτονιές της πρωτεύουσας. Μπορεί να διασπάται για την κόκκινη κάρτα και τον «ΣΥΡΙΖΑ ή την ΑΝΤΑΡΣΥΑ των μελών» (κακώς) αλλά δεν έχει αφιερώσει ούτε 5 (πέντε) συνεδριάσεις των κορυφαίων οργάνων των συμμαχικών σχημάτων της για τα δίκτυα αλληλεγγύης και το στήσιμό τους. Μπορεί να «τρελαίνεται» για το σε ποιο στάδιο του σοσιαλισμού γεννιούνται τα πρώτα σπέρματα κομμουνισμού (…) αλλά άφησε το παιχνίδι της περιβαλλοντικής κινητοποίησης στο γνωστό όμιλο και στα μέσα επικοινωνίας του.
 
Δυστυχώς όμως, σύντροφοι, έπειτα από ενδελεχή έρευνα που διεξήγαγα τις ημέρες των διακοπών, αδίκως ανησυχούμε και σπαταλιόμαστε. Κανείς (ούτε το κυρίαρχο σύστημα ούτε ο κόσμος της εργασίας) δεν πρόκειται να μας αναθέσει την εξουσία το επόμενο τρίμηνο. Παράλληλα, σε αυτό το χρονικό διάστημα, θα εξελίσσονται αυτά που είπαμε στην αρχή.  Απολύσεις, πτωχεύσεις, κατασχέσεις, καταθλίψεις, αυτοκτονίες. Και αν συνεχίσουμε αυτό το χαβά, θα κατηγορούμε τον κόσμο (που φταίει βέβαια κι αυτός, άλλη κουβέντα όμως) ότι ψάχνει λύσεις άλλες, μακριά από τους δρόμους που του προτείνουμε εμείς.

Ελπίζω ο απαισιόδοξος τόνος του άρθρου να αποδειχτεί υπερβολικός και άδικος. Και το ελπίζω, γιατί πρέπει να νικήσουμε το φόβο. Κι ο φόβος δεν νικιέται με λόγια, αλλά με πράξεις.

* O Κώστας Μαρματάκης είναι μέλος της ΚΠΕ του Συνασπισμού.

Σάββατο, 15 Ιανουαρίου 2011

Η ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΤΕΡΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΥΣΣΩΡΕΥΜΕΝΗΣ ΟΡΓΗΣ

Rear side of prism reflector, by Dantor (Own photo), CC-BY-SA-2.5, via Wikimedia Commons

Άρθρο του Ηλία Μυλωνά*

Το τελευταίο διάστημα  στο πολιτικό  πεδίο τίποτε δεν θυμίζει το παρελθόν στην Ελλάδα και την υπόλοιπη Ευρώπη. Η οικονομική κρίση άλλαξε άρδην τα πράγματα. Η πολιτική αβρότητα που χαρακτήριζε τα αναπτυγμένα δημοκρατικά καθεστώτα της γηραιάς ηπείρου έγινε καπνός και χάθηκε. Οι αστικές κυβερνήσεις, ενταγμένες στη λογική της νεοφιλελεύθερης αντίληψης, εξοπλίζουν και ισχυροποιούν τους κατασταλτικούς μηχανισμούς που διαθέτουν, ενώ είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμες να κινητοποιήσουν  τον ίδιο το στρατό  ενάντια στους εργαζόμενους και την κοινωνία, που αντιδρούν στην ολομέτωπη επίθεση που πραγματοποιείται  στις κατακτήσεις τους.

Τα πανίσχυρα οικονομικά τραστ, αυτά που ουσιαστικά δημιούργησαν ή στη καλύτερη περίπτωση επέσπευσαν την παρούσα οικονομική κρίση με την ακόρεστη δίψα τους για γρήγορα και εύκολα κέρδη, ελέγχουν και καθοδηγούν  απόλυτα τις διεθνείς πολιτικές δυνάμεις και τις κυβερνήσεις απαιτώντας από αυτές πιο σκληρή, απέναντι στους εργαζόμενους, πολιτική.  Ενώ επέβαλλαν ουσιαστικά σαν βασικό μοχλό ανάπτυξης  την αντιπαραγωγική τακτική της επένδυσης χρήματος πάνω στο χρήμα, το «τζογάρισμα» δηλαδή  καθώς και τον χωρίς όρια δανεισμό καθιστώντας την  οικονομία  ένα παγκόσμιο καζίνο, τώρα απαιτούν να μη θιγούν ούτε στο ελάχιστο τα κέρδη τους, επιδιώκοντας την κρίση για την οποία είναι απόλυτα υπεύθυνοι αυτοί, να την περάσουν στις πλάτες των εργαζομένων. Είναι αποφασισμένα γι αυτό να χρησιμοποιήσουν οποιονδήποτε μέσον  χρειαστεί. Τα προσχήματα δεν ισχύουν  πλέον.

ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ «ΤΕΡΑΤΑ»

Σε αυτήν την κατάσταση τα εργατικά κόμματα αδυνατούν να συντονιστούν  με την κοινωνία, να μπουν μπροστά  και να ανατρέψουν το υπάρχον αρνητικό πολιτικό σκηνικό.

Η σοσιαλδημοκρατία, εκπροσωπούμενη κυρίως από το ΠΑΣΟΚ στην Ελλάδα, επικυρώνει απόλυτα τη δεξιά στροφή που ξεκίνησε εδώ και λίγα χρόνια, απογοητεύοντας τον κόσμο της και  τοποθετώντας τον εαυτό της πλέον όχι στην κλασσική θέση του «δικηγόρου της αστικής τάξης στις γραμμές του εργατικού κινήματος» αλλά ως επίσημου διαχειριστή της οικονομικής κρίσης, ο οποίος έχει αναλάβει εξ’ ολοκλήρου την ευθύνη να την περάσει στις πλάτες των εργαζομένων.  Ποτέ καμιά κυβέρνηση της Δεξιάς στο παρελθόν δεν τόλμησε να περάσει τόσους αντεργατικούς νόμους σε τόσο μικρό διάστημα  απ’ όσους πέρασε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ τους τελευταίους μήνες.

Τα κόμματα της παραδοσιακής Αριστεράς (ΚΚΕ-ΣΥΝ) παρακολουθούν μάλλον αμήχανα την κατάσταση και ουδείς είναι σε θέση να πει με σιγουριά ποια ακριβώς είναι η θέση τους σε σχέση με την κρίση και το φλέγον ζήτημα του εθνικού  χρέους. Αρχικά μάλιστα  αμφισβήτησαν έντονα ακόμα και κατά πόσον είναι πραγματική η συγκεκριμένη καπιταλιστική κρίση.

Οι προτάσεις που ακούστηκαν κατά καιρούς ήταν για λαϊκά ομόλογα,  επιτροπές αλληλεγγύης και λαϊκά συσσίτια. Αναβίωσαν παράλληλα ηρωικές σελίδες του παρελθόντος για νέα  ΕΑΜ και άλλα αντιιμπεριαλιστικά  μέτωπα, λες και ο ταξικός εχθρός βρίσκεται μόνο έξω απ’ τα σύνορα. Λες και οι ελληνικές τράπεζες, που κατέχουν το 30% του ελληνικού χρέους και δανείζουν το κράτος με επιτόκια 6% και 7% όταν οι ίδιες αντλούν τα κεφάλαιά τους από την ΕΚΤ με επιτόκιο 1%, είναι αμέτοχες και αθώες.

Αναφέρουν ως μοναδική λύση την ανάπτυξη, όμως δεν λένε πως ακριβώς θα έρθει αυτή. Κουβέντα για μερική ή ολική παύση πληρωμής του χρέους, για ολοκληρωτικό έλεγχο του τραπεζικού συστήματος από το οποίο ξεκινά και το πρόβλημα, για επανεθνικοποίηση των σημαντικών κερδοφόρων κρατικών επιχειρήσεων που δόθηκαν αντί πινακίου φακής.

Η ελληνική Αριστερά, χρόνια εθισμένη σε μια πολιτική διεκδίκησης θεσμικών μεταρρυθμίσεων, αδυνατεί να αλλάξει πολιτική και να παρακολουθήσει τις ταχύτατες μεταβολές που παρατηρούνται στο πολιτικό σκηνικό καθώς  και τις απαιτήσεις της περιόδου. Τα γεγονότα την προσπερνάνε. Οποιαδήποτε  πολιτική πρόταση  που θα μπορούσε να  πλασσάρει  πριν λίγο καιρό σαν πρωτοποριακή και ριζοσπαστική, στη σημερινή κρίσιμη περίοδο  φαντάζει εντελώς  ρεφορμιστική και  εκτός κλίματος.

Καθώς το ζήτημα της ολοκληρωτικής  αλλαγής του συστήματος μπαίνει πλέον επιτακτικά, όντως απροετοίμαστη πολιτικά, στην κυριολεξία παραλύει μπροστά σην προοπτική να τα βάλλει απ’ ευθείας με το ίδιο το σύστημα και αυτός ο φόβος την ωθεί σε ακόμα πιο  συντηρητικές προτάσεις και  θέσεις.
Στο χώρο από την άλλη της λεγόμενης Επαναστατικής Αριστεράς, οι περισσότερες από τις  μικρές ομάδες που την απαρτίζουν ένθεν- κακείθεν έχουν βγάλει το συμπέρασμα, μετά από ενδελεχή προφανώς συζήτηση με τον εαυτό τους, ότι ήδη αποτελούν το μαζικό επαναστατικό κόμμα της εργατικής τάξης, εξακολουθούν να ακολουθούν  το μοναχικό τους δρόμο και αδυνατούν να αντιληφθούν ότι απέχουν έτη φωτός από τις πλατιές μάζες της κοινωνίας και την πολιτική τους συνείδηση.

Οι ηγεσίες τους έχουν αναγορεύσει τον εαυτό τους σε κάτι σαν διάδοχο του Λένιν, του Μάο ή του Τρότσκι και ικανοποιημένες από την ατομική  επαναστατική τους καθαρότητα, περιστρέφονται  σαν τους κομήτες γύρω από τον αριστερό τους μικρόκοσμο, καλώντας  εκ του μακρόθεν την εργατική τάξη να ενταχθεί  κάτω από το δικό τους κόκκινο λάβαρο. Φυσικά ποτέ δεν παίρνουν απάντηση και η πρόσκληση μένει μονίμως μετέωρη.

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Η εποχή μας  λοιπόν αποτελεί  μια μεταβατική περίοδο όπου το καινούργιο δεν είναι εμφανές ακόμα ενώ το παλιό αγωνίζεται με νύχια και με δόντια να παραμείνει στην επιφάνεια.

Ο  Ζίζεκ την αποκάλεσε «Εποχή των Τεράτων». Και πράγματι η εποχή αυτή δημιουργεί εκτρωματικές και τερατώδεις καταστάσεις. Τίποτε δεν είναι ξεκάθαρο και διαυγές, τόσο στο  πολιτικό επίπεδο που περιγράψαμε παραπάνω, όσο και στο κοινωνικό.

Στο κοινωνικό επίπεδο έχουμε μια γενιά που το προηγούμενο διάστημα έδωσε νικηφόρους  αγώνες κερδίζοντας σημαντικές κατακτήσεις, τώρα όμως αποσύρεται κουρασμένη, απογοητευμένη, πικραμένη, εθισμένη στον καταναλωτισμό, γεμάτη υποχρεώσεις και χρέη που φορτώθηκε την προηγούμενη περίοδο, όταν όλα φαίνονταν ιδανικά και αισιόδοξα.

Μια νέα γενιά βγαίνει δειλά-δειλά στο προσκήνιο, μια γενιά απολιτικοποίητη ακόμα και κρατώντας απόσταση από όλες τις πολιτικές δυνάμεις που δεν κατάφεραν να κερδίσουν την εμπιστοσύνη της, μια γενιά όμως που μέρα με τη μέρα συσσωρεύει όλο και μεγαλύτερη οργή και  θυμίζει το ελατήριο, που όσο το πιέζεις με τόσο μεγαλύτερη ορμή θα εκτιναχθεί. Λείπει μόνο  η ηγεσία που θα την καθοδηγήσει.

Ο πιο καθοριστικός  παράγοντας διαμόρφωσης  των συγκεκριμένων εξελίξεων  είναι  η απόλυτη γραφειοκρατικοποίηση του συνδικαλιστικού κινήματος, το οποίο αναμφισβήτητα  αποτελεί τη φυσική ηγεσία των εργαζομένων, τουλάχιστον μέχρι τώρα. Η σημερινή πλειοψηφία της ΓΣΕΕ  ξεδιάντροπα στηρίζει τις κυβερνητικές επιλογές. Αντί να βρίσκεται στους χώρους δουλειάς φτιάχνοντας  γραμμές άμυνας και δημιουργώντας νέα συνδικάτα εκεί  όπου δεν υπάρχουν,διοργανώνει μυστικές μεταμεσονύχτιες συναντήσεις με τους εκπροσώπους του ΣΕΒ και της Τρόϊκα. Την ίδια ώρα  εξαγγέλλει (όποτε εξαγγείλει) απεργίες και κινητοποιήσεις χωρίς προετοιμασία και προγραμματισμό, καθιστώντας τες, παρά τη μαζικότητά τους κάποιες φορές, άσφαιρες μπαλωθιές στον αέρα. Και  έχει το θράσος να βγαίνει και να  θριαμβολογεί γιατί διέσωσε το «θεσμό της διαιτησίας», όταν ήδη έχουν  γίνει νόμος οι επιχειρησιακές συμβάσεις που επιτρέπουν στους  εργοδότες  να θέτουν ανενόχλητοι  τους όρους τους στους εργαζομένους.

Με αυτή  την προδοτική και ηττοπαθή  στάση της, από ηγετικό όργανο των εργαζομένων  έχει μετεξελιχτεί στην κυριολεξία  σε ένα  παρά φύση αντεργατικό τέρας, το οποίο συμβάλλει αποφασιστικά  στη δημιουργία  ενός  τοπίου πραγματικής εργασιακής φρίκης!

Στην  Παιδεία, ενώ η κυβέρνηση  προετοιμάζει  τη μεγαλύτερη μεταρρύθμιση που έχει πραγματοποηθεί ως τώρα στο χώρο αυτό και η οποία θα καταστήσει τα Πανεπιστήμια απόλυτα εξαρτώμενα από τους παράγοντες της αγοράς, το φοιτητικό κίνημα σε αυτή την κρίσιμη φάση βρίσκεται εντελώς διασπασμένο. Το κεντρικό φοιτητικό όργανο, η ΕΦΕΕ, είναι ανενεργό εδώ και χρόνια, η ΠΣΚ ακολουθεί τη διασπαστική λογική του ΚΚΕ, η ΠΑΣΠ αδρανεί συνειδητά  και οι υπόλοιπες αριστερές παρατάξεις «παίζουν ξύλο» μεταξύ τους για το ποια θα ηγεμονεύσει στις διάφορες Σχολές.

Το αριστερό  κίνημα, πλήρως αθωράκιστο θεωρητικά και οργανωτικά, βιώνει  εδώ και πολύ καιρό  μια πορεία υποχώρησης και αποδιοργάνωσης. Κατά πως φαίνεται  πληρώνει  ακόμη το σταλινικό πισωγύρισμα και την κατάρρευση του πρώτου εργατικού πειράματος στον κόσμο που πραγματοποιήθηκε στην πρώην Σοβιετική Ένωση και το οποίο  από φάρος για εκατομμύρια ανθρώπους, εξελίχθηκε σε καταλύτη μαζικής αμφισβήτησης των σοσιαλιστικών ιδεών.

Όμως τίποτε δεν μένει σταθερό στη ζωή και τη φύση. Ο ίδιος ο καπιταλισμός με τις τεράστιες εσωτερικές αντιθέσεις του εγγυάται γι αυτό. Αυτές οι ιδέες θα επανέλθουν ξανά  στο προσκήνιο  παράλληλα με την ίδια  την κοινωνία, που ήδη έχει ξεκινήσει να κινείται και να αντιδράει μαζικά. Η  ζωντανή πραγματικότητα τότε  θα πετάξει από μόνη της στο καλάθι  των αχρήστων  όλες τις ξεπερασμένες και αναχρονιστικές θεωρίες που επικράτησαν τα χρόνια αυτά και θα αμφισβητήσει έντονα  δόγματα και δοξασίες  που είχαν γίνει κατεστημένο την προηγούμενη περίοδο.

Οι κοινωνικές συνθήκες και ο ταξικός συσχετισμός  θα αλλάξουν και μάλιστα πολύ  σύντομα, εξ’αιτίας της αξεπέραστης κρίσης του συστήματος. Οι  μάζες εκπαιδεύονται πολιτικά μέσα από τις εμπειρίες τους και σε συνθήκες ανάτασης του κινήματος  και αγώνων,  βγάζουνε συμπεράσματα με πολύ πιο γρήγορο τρόπο από άλλες περιόδους κοινωνικής ειρήνης.

Το εργατικό κίνημα μετράει αρκετές ήττες το τελευταίο διάστημα όμως δεν έχει εξοντωθεί ακόμα. Και  όπως είπε και η Ρόζα Λούξεμπουργκ: «Η επανάσταση είναι η μοναδική μορφή αγώνα όπου η τελική νίκη μπορεί να προετοιμαστεί μέσα από μια σειρά ηττών».

Η Ιστορία συνεπώς δεν τελείωσε, απλώς ακολουθεί το φυσικό της δρόμο, ένα δρόμο που δεν αποτελεί μια ευθεία γραμμή αλλά έχει στροφές και πισωγυρίσματα.

* Ο Ηλίας Μυλωνάς είναι μέλος του Κόκκινου, συνιστώσας του ΣΥΡΙΖΑ, και μέλος της γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ 3ης δημοτικής κοινότητας

Παρασκευή, 14 Ιανουαρίου 2011

Ζητήματα κομμουνιστικής στρατηγικής


Yπήρξαν ιστορικά δύο δρόμοι, συχνά παράλληλοι μεταξύ τους, για αυτή τη διολίσθηση της αριστερής στρατηγικής από την επαναστατική-κομμουνιστική προοπτική στην ενσωμάτωση στην αστική-κοινοβουλευτική τάξη πραγμάτων: Ο πρώτος είναι ο δρόμος που εγκαινίασε η ιστορική Σοσιαλδημοκρατία, ενώ ο δεύτερος είναι εκείνος των «εθνικών συμφερόντων», ο οποίος από πολύ νωρίς «συγκίνησε» την ελληνική (κομμουνιστική) Αριστερά



Του Γιάννη Μηλιού

1. Διατύπωση του προβλήματος [1]

«Με καταδίκασαν σε είκοσι χρόνια βαρεμάρας/ διότι προσπάθησα να αλλάξω το σύστημα από τα μέσα» [2] , τραγούδησε ο Λέοναρντ Κόεν το 1988, σε ένα από τα πιο όμορφα τραγούδια του.

Ακόμα και όσοι γλίτωσαν αυτή την «ποινή», διότι δεν εντάχθηκαν στις στρατηγικές που επιχειρούσαν να «αλλάξουν το σύστημα από τα μέσα», σίγουρα, σε κάποιες συγκυρίες, θα «καταδικάστηκαν» σε μια άλλη «ποινή», ίσως μάλιστα περισσότερο μακροχρόνια: Τον αποκλεισμό τους από την κεντρική πολιτική σκηνή, την αδυναμία δηλαδή να κάνουν πολιτική με λαϊκό έρεισμα, πέρα από αριθμητικά περιορισμένους κύκλους νεολαίας και διανόησης. [3]

Εδώ όμως απαιτούνται κάποιες διευκρινίσεις: Τι σημαίνει «από τα μέσα» και συνεπώς πώς θα οριζόταν το «μη από τα μέσα» ή «από τα έξω»; Είναι γνωστό ότι οι κοινωνικοί ανταγωνισμοί (η πάλη των τάξεων με τη γενική έννοια του όρου), αλλά ακόμα και οι ανοικτοί κοινωνικοί αγώνες, όπως οι διαδηλώσεις και οι απεργίες, λαμβάνουν χώρα μέσα στις δομές του καπιταλιστικού συστήματος, στους θεσμούς (τις οικονομικές μονάδες, τις περιοχές λειτουργίας του κατασταλτικού κρατικού μηχανισμού, τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους).

Η διαφορά υφίσταται κατ’ αρχάς αναφορικά με τη «διοίκηση» ή ανάληψη της «διεύθυνσης» των επιχειρήσεων και των κρατικών θεσμών, με δεδομένο ότι οι δομές στις οποίες αναφερόμαστε εμπεδώνουν και αναπαράγουν την εξουσία του κεφαλαίου: Εφόσον στόχος της Αριστεράς είναι η αλλαγή του κόσμου, η μετάβαση στον σοσιαλισμό, αποτελεί πρόσφορη μέθοδο κοινωνικού μετασχηματισμού η ανάληψη της διεύθυνσης των αστικών θεσμών και ιδίως της διακυβέρνησης του κράτους, ως μέσου για τον ριζοσπαστικό μετασχηματισμό του σε σοσιαλιστική κατεύθυνση;

Είναι εύκολο να απαντήσει κανείς αρνητικά στο ερώτημα αυτό, με πειστικό τρόπο, για όλες τις περιπτώσεις που η διακυβέρνηση δεν συνδέεται με μια διαδικασία ριζικών τομών και ανατροπών, όπως δείχνουν άλλωστε τόσο τα παλαιότερα όσο και πρόσφατα «αποτυχημένα πειράματα» (αρχίζοντας από την κυβέρνηση των Γερμανών Σοσιαλδημοκρατών μετά τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο και φτάνοντας μέχρι την πρόσφατη συμμετοχή της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης στην κυβέρνηση της Ιταλίας).4 Από την άλλη, όμως, υπάρχουν περιπτώσεις κινηματικών διαδικασιών που κατέκτησαν και την κυβέρνηση, όπως η περίπτωση Μοράλες στη Βολιβία ή το «φαινόμενο Τσάβες» στη Βενεζουέλα: Από όσο γνωρίζω, η πλειοψηφία των κομμάτων, ρευμάτων και τάσεων της ριζοσπαστικής Αριστεράς στην Ευρώπη αντιμετωπίζουν και τα δύο εγχειρήματα με συμπάθεια (και ενίοτε με ενθουσιασμό).

Σε ό,τι ακολουθεί θα υποστηρίξω τη θέση ότι η επαναστατική στρατηγική σοσιαλιστικού μετασχηματισμού δεν μπορεί παρά να ταυτίζεται με τον ριζοσπαστικό μετασχηματισμό του κράτους και της αγοράς στην κατεύθυνση κατάργησής τους («απονέκρωσης»: Λένιν) και ότι αυτή η διαδικασία δεν αρχίζει «μετά την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από την εργατική τάξη»: (Μπορεί να) διεξάγεται ακόμα και μέσα στο καθεστώς της τυπικής καπιταλιστικής κυριαρχίας, με τον περιορισμό του χώρου της αγοράς, τη διεκδίκηση «δημόσιου χώρου» και «δωρεάν υπηρεσιών» και προπαντός την προώθηση μορφών κοινωνικού και εργατικού ελέγχου και άμεσης δημοκρατίας σε λειτουργίες του κράτους και της οικονομίας. Άλλωστε, και «μετά την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από την εργατική τάξη», η ταξική πάλη συνεχίζεται, πράγμα που πολύ απλά σημαίνει ότι η εργατική τάξη εξακολουθεί να παραμένει τάξη εκμεταλλευόμενη, υποκείμενη δηλαδή στους, απολύτως απρόσωπους πλέον, μηχανισμούς καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, οι οποίοι θα διαιωνίζονται όσο υφίστανται οι μορφές του χρήματος, του εμπορεύματος, του μισθού, του κράτους (βλ. Μηλιός, Γ. 2007, «Η Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας ως κριτική της Αριστεράς», Θέσεις τ. 101, σσ. 31-50).

Αν κάτι χαρακτηρίζει την «Αριστερά της ήττας», που «προσπάθησε να αλλάξει το σύστημα από τα μέσα», είναι ότι εγκατάλειψε τη στρατηγική ριζικού μετασχηματισμού και απονέκρωσης του κράτους και εξάλειψης της αγοράς, ότι ενσωματώθηκε στο κράτος και έγινε τελικά εκπρόσωπος του κράτους (της καπιταλιστικής πολιτικής εξουσίας) και της αγοράς (του κεφαλαίου). Με τον τρόπο που αντιλαμβάνομαι τα πράγματα, υπήρξαν ιστορικά δύο δρόμοι, συχνά παράλληλοι μεταξύ τους, για αυτή τη διολίσθηση της αριστερής στρατηγικής από την επαναστατική-κομμουνιστική προοπτική στην ενσωμάτωση στην αστική-κοινοβουλευτική τάξη πραγμάτων: Ο πρώτος είναι ο δρόμος που εγκαινίασε η ιστορική Σοσιαλδημοκρατία, ενώ ο δεύτερος είναι εκείνος των «εθνικών συμφερόντων» (της «ανεξαρτησίας» και «ανάπτυξης»), ο οποίος από πολύ νωρίς «συγκίνησε» την ελληνική (κομμουνιστική) Αριστερά. Κοινή βάση και των δύο αποτελεί η κυριαρχία της άρχουσας αστικής ιδεολογίας μέσα στα κόμματα της Αριστεράς.

2. Η αφετηρία μιας ηγεμονικής στρατηγικής

Η Σοσιαλδημοκρατία, στην ιστορικά «τυπική» μορφή της, επαγγελλόταν μια μεταρρυθμιστική στρατηγική σταδιακής μετεξέλιξης του καπιταλισμού και μετάβασης στο σοσιαλισμό, μέσα από τον εκδημοκρατισμό του κράτους και τη συνεχή επέκταση της δημόσιας ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής. Με την έννοια αυτή, ως αφετηρία της σοσιαλδημοκρατικής στρατηγικής θα πρέπει να θεωρείται η διατύπωση του μεταρρυθμιστικού προγράμματος του Ε. Bernstein, με την επί δύο χρόνια (1896-98) δημοσίευση στην Neue Zeit, την εφημερίδα του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, μιας σειράς άρθρων με τίτλο «Ζητήματα του Σοσιαλισμού».

Αν και η θεωρητική και πολιτική πρόταση του Μπερνστάιν ηττήθηκε στη δεδομένη συγκυρία (συγκεκριμένα στο «Συνέδριο του Ανοβέρου» του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας [SPD] το 1899), εντούτοις δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυρισθούμε ότι οι απόψεις αυτές παρέμειναν ενεργές και κυριάρχησαν «σταδιακά» σε όλα σχεδόν τα δυτικά σοσιαλιστικά κόμματα, μέχρι την περίοδο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και του Μεσοπολέμου (αλλά και στα κομμουνιστικά κόμματα, το αργότερο μια δεκαετία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο).

3. Η υπαγωγή της Σοσιαλδημοκρατία στον κοινοβουλευτικό μηχανισμό διαχείρισης του αστικού κράτους


Η σημαντικότερη διαφορά στη μορφή του πολιτικού συστήματος του τέλους του 19ου αιώνα, σε σχέση με τη σύγχρονη (μεταπολεμική) μορφή του, έγκειται στον περιορισμένο χαρακτήρα που είχαν τότε οι θεσμοί «πολιτικής αντιπροσώπευσης» των λαϊκών τάξεων: Κατά τον 19ο αιώνα, το γενικό εκλογικό δικαίωμα (του ενήλικου ανδρικού πληθυσμού) δεν ίσχυε παρά σε λίγες μόνο χώρες: Πρώτα εγκαθιδρύθηκε στη Γαλλία το 1848 (για να κακοποιηθεί στη συνέχεια από το βοναπαρτισμό), και στη συνέχεια θεσπίστηκε στην Ελλάδα (1864), στη Γερμανία (1871), στην Ελβετία (1874) στην Ισπανία (1890), στο Βέλγιο (1893) και στη Νορβηγία (1898). Σ’ όλες αυτές τις χώρες οι μισθωτοί αποτελούσαν την εποχή εκείνη μόνο τη μειοψηφία του πληθυσμού.[ 5]

Η καθυστέρηση αυτή στη διαμόρφωση των τυπικών - «αντιπροσωπευτικών» θεσμικών χαρακτηριστικών του αστικού κράτους, διευκολύνει το να υπερεκτιμηθεί η σημασία του γενικού εκλογικού δικαιώματος, ως μέσου με το οποίο η εργατική τάξη μπορεί να κατακτήσει την πολιτική εξουσία. Η άρνηση των κυβερνήσεων να παραχωρήσουν το εκλογικό δικαίωμα στις κυριαρχούμενες τάξεις εκλαμβάνεται ως απόδειξη για την ανατρεπτική δύναμη που έχει η ψήφος των εργατών, από τη στιγμή που (με την ανάπτυξη του καπιταλισμού) θα γίνουν η πλειοψηφία του πληθυσμού. [6]

Στη συγκυρία του τέλους του 19ου ή των αρχών του 20ου αιώνα, λοιπόν, η σοσιαλδημοκρατική στρατηγική μπορούσε να ισχυρίζεται ότι είχε έναν αντικαπιταλιστικό προσανατολισμό.

Η ιστορική εξέλιξη διέψευσε, όμως, τις επαγγελίες της Σοσιαλδημοκρατίας. Η περιορισμένη δυνατότητα ενσωμάτωσης των λαϊκών τάξεων οδήγησε τις πρώιμες «περιορισμένα αντιπροσωπευτικές» μορφές αστικού κράτους σε αλλεπάλληλες κρίσεις νομιμοποίησης, μέσα από τις οποίες άνοιξε τελικά, σ’ όλες τις καπιταλιστικές χώρες, ο δρόμος για την εγκαθίδρυση του τυπικού σήμερα («αντιπροσωπευτικού») κοινοβουλευτισμού. Αποδείχθηκε, έτσι, ότι το κοινοβουλευτικό - «αντιπροσωπευτικό» κράτος αποτελεί την «ολοκληρωμένη» μορφή του αστικού κράτους, την τυπική κρατική μορφή, με βάση την οποία ασκείται η καπιταλιστική πολιτική εξουσία.

Παρά την εξέλιξη αυτή, η μπερνσταϊνικής έμπνευσης σοσιαλδημοκρατική στρατηγική κατέστη σταδιακά ηγεμονική αφενός επειδή έμοιαζε «αποτελεσματική» (άνοδος της εκλογικής επιρροής της Αριστεράς και προοπτική κατάκτησης της κυβερνητικής αρχής) και αφετέρου επειδή πήγαζε από μια θεωρητική αντίληψη για τον σοσιαλισμό, κοινή ακόμα και στις «επαναστατικές» πτέρυγες του κινήματος, ως, κυρίως, συστήματος δημόσιας διαχείρισης των μέσων παραγωγής: Η κατοχή της κυβέρνησης από τους σοσιαλιστές, μαζί με την αλλαγή της νομικής ιδιοκτησίας (κρατικοποίηση που εκλαμβάνεται ως «κοινωνικοποίηση») των μέσων παραγωγής θεωρείτο ρήξη με τον καπιταλισμό, ακόμα και αν εξακολουθούσαν να διατηρούνται οι ίδιες κοινωνικές δομές, μορφές και ιεραρχίες (χρήμα, εμπόρευμα, δημόσια διοίκηση, κατασταλτικοί μηχανισμοί, εκπαίδευση, δίκαιο και σύστημα απονομής δικαιοσύνης κ.ο.κ.). [7]

Βέβαια, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Σοσιαλδημοκρατία δεν παρέμεινε συνεπής στη στρατηγική «κοινωνικοποίησης» των μέσων παραγωγής. Η διεκδίκηση της κυβερνητικής εξουσίας την οδήγησε γρήγορα στο να μετατραπεί σε «κόμμα της τάξης», μεταθέτοντας τους στρατηγικούς της στόχους σε ένα όλο και πιο ακαθόριστο απώτατο μέλλον. Η ενσωμάτωσή της στον πολιτικό ιδεολογικό μηχανισμό του αστικού κράτους, στον μηχανισμό κοινοβουλευτικής διαχείρισης της συναίνεσης προς την αστική εξουσία, αφυδάτωσε την όποια «σοσιαλιστική» δυναμική της.

4. Η «εθνικοανεξαρτησιακή» μετάλλαξη των Κομμουνιστικών Κομμάτων

Μια αντίστοιχη ενσωμάτωση των ΚΚ στον αστικό κοινοβουλευτικό μηχανισμό διακυβέρνησης λαμβάνει χώρα μέσα από μια παράλληλη οδό: Τα κόμματα αυτά, εκφράζοντας και πάλι την κυριαρχία της αστικής ιδεολογίας στο εσωτερικό τους, εγκαταλείπουν σταδιακά τη στρατηγική αμφισβήτησης και ανατροπής της καπιταλιστικής εξουσίας, μέσα από τον ισχυρισμό ότι έχουν αναλάβει αυτά να διεκπεραιώσουν καθήκοντα που το αστικό κράτος και το κεφάλαιο όφειλαν αλλά αθέτησαν να προωθήσουν: την «ανάπτυξη» και την «εθνική ανεξαρτησία».

Επειδή στο ζήτημα αυτό έχω αναφερθεί επανειλημμένα και εκτενώς (π.χ. Μηλιός, Γ. 1996, Ο μαρξισμός ως σύγκρουση τάσεων, Εναλλακτικές Εκδόσεις και http://users.ntua.gr/jmilios/), περιορίζομαι εδώ στην παρουσίαση ενός παραδείγματος, ίσως του πλέον χαρακτηριστικού:
Η ΕΑΜική «νικηφόρα επανάσταση», κατά την έκφραση του πρώτου γραμματέα του ΕΑΜ Θανάση Χατζή, παρέδωσε τα όπλα με τη Συμφωνία της Βάρκιζας (Φεβρουάριος 1945), καθώς η ηγεσία του ΚΚΕ έχει επιλέξει τη γραμμή της «νόμιμης ύπαρξης», δηλαδή της ενσωμάτωσης στη μετεμφυλιακή αστική κοινοβουλευτική τάξη, χωρίς αμφισβήτηση του κοινωνικού καθεστώτος.

Η γραμμή της ενσωμάτωσης στην αστική-κοινοβουλευτική τάξη αποτυπώθηκε με ιδιαίτερα γλαφυρό όσο και απόλυτο τρόπο στα κείμενα και τις αποφάσεις του 7ου Συνεδρίου του ΚΚΕ τον Οκτώβριο του 1945. Στην Πολιτική Απόφαση του 7ου Συνεδρίου του ΚΚΕ ως στρατηγικός στόχος τίθεται βέβαια η μετάβαση από τη λαϊκή δημοκρατία στο σοσιαλισμό. Εντούτοις, ο «στόχος» αυτός απωθείται σε ένα χρονικά απροσδιόριστο απώτατο μέλλον, καθώς η «λαϊκή δημοκρατία» ταυτίζεται με το ίδιο το αστικό καθεστώς, μέσα από μια κενόλογη απολογητική φλυαρία περί «αστικοτσιφλικάδικης» και «εξαρτημένης» Ελλάδας, στην οποία «εκκρεμεί», υποτίθεται, ο αστικοδημοκρατικός μετασχηματισμός της κοινωνίας.8 Στην ομιλία του γραμματέα του ΚΚΕ Ν. Ζαχαριάδη στο 7ο Συνέδριο, στις 5.10.1945, σχετικά με το πρόγραμμα του Κόμματος, διαβάζουμε:

«Η 6η Ολομέλεια (Γενάρης 1934) καθόρισε τον αστικοδημοκρατικό, στο πρώτο, αρχικό στάδιο, χαρακτήρα της μεταβολής αυτής. Η λαϊκή δημοκρατία στις σημερινές συνθήκες εκφράζει ακριβώς αυτή τη μεταβολή, […] πραγματοποιεί τον αστικοδημοκρατικό μετασχηματισμό σαν απαραίτητο πρώτο στάδιο για το πέρασμα στη σοσιαλιστική μεταβολή. Κατά συνέπεια δεν υπάρχει, κατ’ αρχήν, βασική διαφορά ανάμεσα στον αστικοδημοκρατικό μετασχηματισμό […] και στη λαϊκή δημοκρατία […] που η αστική τάξη δεν τον έκανε διότι πρόδωσε την αποστολή της, βρίσκοντας καλύτερο συμφέρο στη συνεργασία και συμμαχία με τους τσιφλικάδες και το ξένο κεφάλαιο» (Το 7ο Συνέδριο του ΚΚΕ, τεύχος Ε, Αθήνα 1945, Εκδόσεις της ΚΕ του ΚΚΕ, «Ντοκουμέντα του Ελληνικού Προοδευτικού Κινήματος» 4, σ. 18, οι υπογρ. δικές μου, Γ.Μ.).

Σε επίπεδο «τρέχουσας πολιτικής», το Πολιτικό Γραφείο της ΚΕ του ΚΚΕ υποστήριζε, στις 1.6.1945:

«Η ανώτατη και πιο επιτακτική ανάγκη της χώρας είναι σήμερα: Ησυχία - Ενότητα - Ομόνοια - Δουλιά - Ανόρθωση. Όποιος διασπά σήμερα την εσωτερική μας ενότητα και δεν αφήνει τον τόπο να ησυχάσει […] είναι ο μοναδικός εχθρός του λαού και της Ελλάδας» (Το ΚΚΕ, Επίσημα κείμενα, τ. 6, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή 1987, σ. 702).

Αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι ακόμα και την εποχή αυτή, δηλαδή μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, οι σοσιαλιστικές κινήσεις και τα κόμματα που είχαν λάβει μέρος στο ΕΑΜ εξακολουθούσαν να υποστηρίζουν την προοπτική «σοσιαλιστικού μετασχηματισμού» της κοινωνίας. Στις 5 Απριλίου 1945 κυκλοφόρησε κοινή Διακήρυξη της Ένωσης Λαϊκής Δημοκρατίας και του Σοσιαλιστικού Κόμματος Ελλάδος (Σβώλος, Τσιριμώκος, Στρατής κλπ.) όπου αναφέρεται:

«Η ηγετική αποστολή της αστικής τάξης κατέπεσε και η καθεστωτική κρίση της κεφαλαιοκρατίας μαστίζει τον κόσμο δεκαετίες τώρα […] Η ηγετική αποστολή στη νέα […] κοινωνία ανήκει στο σοσιαλισμό […] Το Κόμμα μας, έχοντας για βασικό σκοπό την πραγματοποίηση της σοσιαλιστικής οργάνωσης της κοινωνίας, θεωρεί σαν πρώτο, αναγκαίο σταθμό τη Λαϊκή Δημοκρατία» (ΕΛΔ-ΣΚΕ, Διακήρυξη, Αθήνα, Απρίλιος 1945, σσ. 1-2).

Αναφορικά με το περιεχόμενο της Λαϊκής Δημοκρατίας, στη Διακήρυξη διευκρινίζεται:

«Η Λαϊκή Δημοκρατία θα ανεβάσει στην εξουσία αυτές τις λαϊκές δυνάμεις της εργασίας και της δημιουργίας και θα πραγματοποιήσει μια πρώτη μορφή, ένα πρώτο στάδιο σοσιαλιστικής εφαρμογής […] Πολιτική έκφραση της αντικαπιταλιστικής ενότητας του εργαζόμενου λαού […] αποτελεί το Κόμμα μας […] Στη Λαϊκή Δημοκρατία θα συνυπάρξουν και θα αλληλοβοηθούν δύο τομείς της οικονομίας. Ένας τομέας σοσιαλιστικής οικονομίας που θα σχηματισθεί με την κοινωνικοποίηση των μεγάλων μοχλών κι μέσων παραγωγής και ένας άλλος της μικρής ατομικής ιδιοκτησίας και των μικρών επιχειρήσεων […] Έτσι η Λαϊκή Δημοκρατία δεν αποτελεί μεταρρύθμιση μες στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας, αλλά τον πρώτο σταθμό για τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας» (όπ.π., σσ. 3, 5, οι υπογρ. δικές μου, Γ.Μ.).

Ο απολογητικός χαρακτήρας των διακηρύξεων της ηγεσίας του ΚΚΕ κατά την περίοδο αυτή γίνεται εξόφθαλμος, ακόμα και συγκρινόμενος με τη διακηρυγμένη στρατηγική των Ελλήνων σοσιαλιστών της εποχής.

5. Η στρατηγική για τον κομμουνισμό

Στα καθεστώτα του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» έγινε φανερό ότι η «κοινωνικοποίηση», δηλαδή η δημόσια νομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής συμβαδίζει με τη διατήρηση όλων των μορφών της καπιταλιστικής οικονομίας και του καπιταλιστικού κράτους: Το εμπόρευμα, το χρήμα, η επιχείρηση με τον ιεραρχικό καταμερισμό εργασίας που τη διακρίνει, επομένως και η πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση, το δίκαιο, τα δικαστήρια, αλλά και η κυβέρνηση, ο στρατός, η αστυνομία, τα κρατικά μέσα μαζικής επικοινωνίας κ.ο.κ. εξακολουθούν και στον «κομμουνισμό» να διατηρούν τον επίζηλο ρόλο που είχαν στον καπιταλισμό.

Η ιστορική αυτή εμπειρία αλλά και η μαρξιστική θεωρία δείχνουν ότι η διατήρηση των οικονομικών και πολιτικών μορφών μέσω των οποίων εκδηλώνεται η κυριαρχία των καπιταλιστικών σχέσεων κυριαρχίας (της αξίας, του κράτους) σημαίνει την αναπαραγωγή αυτών ακριβώς των σχέσεων εξουσίας. Με την «κατάληψη της κρατικής εξουσίας από την εργατική τάξη», η ταξική πάλη (άρα και η –καπιταλιστική– εκμετάλλευση) συνεχίζεται. Όσο υφίστανται οι μορφές χρήμα, εμπόρευμα, μισθός (και κράτος), η εργατική τάξη υπόκειται σε μια απρόσωπη καπιταλιστικού τύπου εκμετάλλευση (απόσπαση υπεραξίας), η οποία είτε θα εξαλείφεται στην κατεύθυνση της αταξικής-κομμουνιστικής κοινωνίας είτε θα οδηγείται στην παγίωση ενός εκμεταλλευτικού κρατικοκαπιταλιστικού συστήματος όπως στην ΕΣΣΔ και την Ανατ. Ευρώπη.

Όμως η πάλη για την αμφισβήτηση της καπιταλιστικής εξουσίας (μπορεί να) διεξάγεται ήδη πριν την όποια «επαναστατική τομή», επιδιώκοντας επιμέρους ρήξεις ή προετοιμάζοντάς τες, όπως δείχνουν τα σύγχρονα πειράματα στη Λατ. Αμερική και αλλού, όπου κινήματα και αριστερά κόμματα χρησιμοποιούν κρατικούς μηχανισμούς αλλά ακόμα και την κυβέρνηση όχι να τους (τη) διατηρήσουν ως έχουν (έχει), αλλά για να ανοίξουν το δρόμο στον κοινωνικό και εργατικό έλεγχο, την άμεση και εργατική δημοκρατία κ.ο.κ.

Εδώ αξίζει να θυμηθούμε την ανάλυση του Αλτουσέρ, ο οποίος επισήμανε πως ο μόνος τρόπος για να μη μετατραπεί ένα εργατικό-λαϊκό κόμμα σε τμήμα του αστικού κοινοβουλευτικού συστήματος, σε μηχανισμό «ενσωμάτωσης-αντιπροσώπευσης» των εργατικών πρακτικών στο μακροπρόθεσμο συμφέρον του κεφαλαίου, είναι να βρίσκεται «κατά βάση εκτός κράτους», δηλαδή να ωθεί «με τη δράση του τις μάζες να αγωνιστούν για την καταστροφή των αστικών κρατικών μηχανισμών», στην προοπτική της πλήρους χειραφέτησης των δυνάμεων της εργασίας (Λουί Αλτουσέρ, «Το πρόβλημα του κράτους στη μαρξιστική θεωρία», στο Αλτουσέρ κ.ά. Συζήτηση για το κράτος, εκδ. «Αγώνας», Αθήνα 1980, σ. 17).

Η προσέγγιση αυτή σκιαγραφεί τους άξονες μιας στρατηγικής για τον κομμουνισμό που συνδυάζουν τη λενινιστική προβληματική για την καταστροφή-απονέκρωση του κράτους με τη γκραμσιανή έννοια της (αντι-)ηγεμονίας.

Προϋπόθεση για την κατάληψη της εξουσίας από τους εργαζομένους είναι η «συντριβή» του καπιταλιστικού κράτους και η δημιουργία ενός νέου τύπου κρατικού θεσμικού πλαισίου,9 στόχος του οποίου είναι ο σταδιακός μαρασμός αυτού του ίδιου του κράτους και κάθε εξουσίας, ο κομμουνισμός ως αταξική κοινωνία:

Η εργατική εξουσία, ο σοσιαλισμός, δεν αποτελεί έτσι «καθεστώς», ή κάποιον ιδιαίτερο «τρόπο παραγωγής», αλλά επαναστατική φάση μετάβασης από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό: «Θα υπάρξει ένα ξεχωριστό στάδιο ή εποχή μετάβασης από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό» (Λένιν, Κράτος και Επανάσταση, νέοι στόχοι 1971, σ. 84).

Καθοριστικές στην ίδια κατεύθυνση υπήρξαν και οι θεωρητικές παρεμβάσεις που, εκκινώντας συχνά από την εμπειρία της κινεζικής Πολιτιστικής Επανάστασης, υποδεικνύουν ότι η μετάβαση από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό αναγκαστικά σχετίζεται με την κατάργηση της μορφής της αξίας, δηλαδή του χρήματος και του εμπορεύματος, συνεπώς και της μορφής επιχείρηση, στο πλαίσιο του ριζικού μετασχηματισμού αυτού που σήμερα ονομάζεται «οικονομία»:

«Για να επιφέρει την εξαφάνιση των εμπορευματικών σχέσεων, αυτή η κυριαρχία του σχεδίου πρέπει να είναι η μορφή κοινωνικής κυριαρχίας των εργαζομένων πάνω στα μέσα παραγωγής, η μορφή της κοινωνικής ιδιοποίησης των μέσων παραγωγής και των προϊόντων από τους ίδιους τους εργαζόμενους […] Η επανάσταση αυτή συνιστά μια από τις “στιγμές” της “επαναστατικοποίησης” των επιχειρήσεων, της μετατροπής τους σε μιαν άλλη “μορφή οργάνωσης”, που συνεπάγεται μιαν άλλη κατανομή των λειτουργιών διεύθυνσης και ελέγχου. Μονάχα ένας τέτοιος μετασχηματισμός μπορεί να αποτελέσει (σε σύνδεση μ’ άλλους μετασχηματισμούς –που δεν αφορούν μόνο την επιχείρηση) ένα από τα στάδια, που οδηγούν σε νέες μορφές κοινωνικοποίησης της εργασίας και, συνεπώς, στην εξάλειψη της μορφής της αξίας από την ίδια την παραγωγική διαδικασία» (Μπετελέμ Σ., Μορφές ιδιοκτησίας στο μεταβατικό στάδιο για το σοσιαλισμό, Ράππας 1974, σσ. 124, 126).

Η αριστερή στρατηγική δεν μπορεί να είναι παρά στρατηγική για τον κομμουνισμό: Ενάντια στο κράτος και την αγορά, για δωρεάν πρόσβαση σε όλο και περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες, για κοινωνικό και εργατικό έλεγχο σε όσο το δυνατόν ευρύτερες σφαίρες της κοινωνικής δραστηριότητας, για μια κοινωνία αλληλεγγύης, ισότητας, ελευθερίας, για μια κοινωνία όπου «όλα να είναι κοινά». Οι αγώνες για το δημόσιο χαρακτήρα της εκπαίδευσης, για ελεύθερους χώρους στην πόλη, για τη μη ιδιωτικοποίηση των λιμανιών, για αξιοπρεπείς συντάξεις εργασίας, για αναδιανομή του εισοδήματος υπέρ της εργασίας δεν έχουν ένα απλά αμυντικό περιεχόμενο, ενάντια στην τάση επέκτασης του κεφαλαίου. Αποτελούν τη βάση για την ανάπτυξη πρωτοβουλιών κοινωνικού ελέγχου και ριζικού μετασχηματισμού κρατικών θεσμών και οικονομικών λειτουργιών: για την αμφισβήτηση της ηγεμονίας του κεφαλαίου.

- - - - - - - - -

1. Μια πρώτη γραφή αυτού του άρθρου δημοσιεύθηκε στο Κόκκινο, τ. 30, Φλεβάρης 2008.
2. «They sentenced me to twenty years of boredom/ For trying to change the system from within», από το τραγούδι «First We Take Manhattan» της συλλογής I΄m Your Man του συνθέτη και στιχουργού Leonard Cohen.
3. Την ποινή αυτή εξέτισα (με μικρές «άδειες») για μία εικοσαετία: 1981-2000.
4. Εξαιρετική συμβολή στην κατεύθυνση αυτή αποτελεί το άρθρο «Αριστερά και διακυβέρνηση» των Χρήστου Λάσκου, Χριστόφορου Παπαδόπουλου και Ευκλείδη Τσακαλώτου στο ένθετο της Εποχής «Εντός Εποχής», τ. 13, 25.11.2007. Βλ. επίσης, στο ίδιο τεύχος: Δημήτρη Μπελαντή, «Η μεταπολεμική στρατηγική της κομμουνιστικής Αριστεράς στη Δυτ. Ευρώπη», όπου αποτυπώνονται οι βασικοί μετασχηματισμοί της στάσης των Κ.Κ. απέναντι στο αστικό κράτος και την εξουσία.
5. Αντίθετα στην Αγγλία, την «πατρίδα του βιομηχανικού καπιταλισμού» της εποχής, το γενικό εκλογικό δικαίωμα δεν θεσπίσθηκε παρά στις αρχές του 20ου αιώνα: Οι πρώτοι εργάτες –οι ειδικευμένοι εργάτες– απόκτησαν το εκλογικό δικαίωμα το 1867. Το 1884 επεκτάθηκε και πάλι το εκλογικό δικαίωμα, με τη λεγόμενη «τρίτη εκλογική μεταρρύθμιση». Εντούτοις ο –ανδρικός– πληθυσμός χωρίς περιουσία ή «αναγνωρισμένο» επάγγελμα, παρέμενε χωρίς εκλογικό δικαίωμα.
6. Ακόμα και ο Ένγκελς, αναφερόμενος το 1895 στο γενικό εκλογικό δικαίωμα, το ονομάζει «ένα νέο όπλο από τα πιο ισχυρά» για την εργατική τάξη και συμπεραίνει: «Η ειρωνεία της παγκόσμιας ιστορίας αναποδογυρίζει τα πάντα […] Τα κόμματα της τάξης […] καταποντίζονται μέσα στο νομικό πλαίσιο που αυτά τα ίδια δημιούργησαν. Αναφωνούν απεγνωσμένα […] η νομιμότητα μας σκοτώνει, ενώ εμείς αποκτάμε με αυτή τη νομιμότητα σφιχτούς μύες και κόκκινα μάγουλα» («Εισαγωγή» στο Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία, ΜΕW τ. 7 σσ. 519, 526).
7. Χαρακτηριστικός στην κατεύθυνση αυτή είναι ο ακόλουθος ορισμός: «Με τον όρον σοσιαλιστική κοινωνία θα εννοούμεν θεσμικόν πλαίσιον, όπου ο έλεγχος των μεσών παραγωγής και αυτής της ιδίας της παραγωγής ανήκει εις κεντρικήν εξουσίαν - ή, όπως ημπορούμεν να είπωμεν, όπου αι οικονομικαί υποθέσεις της κοινωνίας ανήκουν, δία λόγους αρχής, εις την δημοσίαν και όχι την ιδιωτικήν σφαίραν». (J. A. Schumpeter, Καπιταλισμός, σοσιαλισμός και δημοκρατία », ΚΕΠΕ, Αθήναι 1972, σ. 230). Η αντίληψη αυτή επέτρεψε στη συλλογικά οργανωμένη κρατική αστική τάξη («ανώτατη γραφειοκρατία») της Σοβιετικής Ένωσης να ανακηρύξει το τέλος της εκμετάλλευσης και την τελεσίδικη εγκαθίδρυση του «παλλαϊκού κράτους» ήδη το 1936. Προηγουμένως, η σοβιετική ηγεσία είχε φροντίσει να (εξ)αφανίσει όσους υποστήριζαν ότι η διαιώνιση κοινωνικών μορφών όπως το δίκαιο (Ε. Πασουκάνις) και το εμπόρευμα (Ι.Ι. Ρούμπιν) υποδηλώνουν τη διαιώνιση των καπιταλιστικών μορφών εξουσίας άρα και της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, παρά την εξάλειψη των ατομικών καπιταλιστών της προεπαναστατικής περιόδου.
8. Η συνέχιση, όμως, της κρατικής και παρακρατικής τρομοκρατίας εναντίον του ΕΑΜικού πολιτικού χώρου και ιδιαίτερα των κομμουνιστών, κυρίως στην επαρχία, οδήγησε την ηγεσία του ΚΚΕ στην απόφαση να μη συμμετάσχει στις εκλογές του Μαρτίου του 1946, χωρίς παράλληλα να εγκαταλείψει τη γραμμή της νόμιμης ύπαρξης (και της αποδοχής της αστικής-κοινοβουλευτικής τάξης πραγμάτων). Για το πώς η αντιφατική αυτή γραμμή και κυρίως η «πίεση από τα κάτω» οδήγησε τελικά στην εμπλοκή του ΚΚΕ στον εμφύλιο πόλεμο, βλ. Γιώργος Μαργαρίτης, Ιστορία του ελληνικού εμφυλίου πολέμου 1946-1949, τ. 1, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2000, σ. 127 κ.ε.
9. «Η απλή μεταβίβαση της παλιάς κρατικής μηχανής σε νέα χέρια δεν είναι καθόλου κατάκτηση της εξουσίας: Το προλεταριάτο οφείλει να συντρίψει αυτόν το μηχανισμό και να τον αντικαταστήσει με κάτι εντελώς νέο» (Λένιν, Κράτος και Επανάσταση­, νέοι στόχοι, 1971: 111).

Πηγή: Θέσεις

REDNotebook

Τετάρτη, 12 Ιανουαρίου 2011

Δρόμοι για τον κομμουνισμό


Η ομιλία της Γκεζίνε Λοτζ, συμπροέδρου του γερμανικού Die Linke, που προκάλεσε σάλο στη Γερμανία


Στις 8 Ιανουαρίου, οργανώθηκε στη Γερμανία η 16η Διεθνής Διάσκεψη στη μνήμη της Ρόζας Λούξεμπουργκ (δείτε λεπτομέρειες εδώ). Η συμπρόεδρος του γερμανικού κόμματος «Η Αριστερά» (Die Linke), Γκεζίνε Λοτζ, συμμετείχε ως ομιλήτρια σε ένα από τα κεντρικά πάνελ της διοργάνωσης, με τίτλο «Πώς πηγαίνουμε προς τον κομμουνισμό; Αριστερός ρεφορμισμός ή επαναστατική στρατηγική; Κατευθύνσεις πέρα από τον καπιταλισμό». Στο πάνελ θα συμμετείχαν επίσης αγωνίστριες της γερμανικής Αριστεράς και των κινημάτων, από το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας ως τη γερμανική Αntifa και από εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις μέχρι εκπροσώπους από το συνδικάτο των σιδηροδρόμων. Η εισήγηση της Λοτζ προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από πλευράς των κυρίαρχων κομμάτων. Κοινός παρονομαστής σε αυτές, η καταγγελία του κομμουνισμού ως εγκληματικής ιδεολογίας και η ταύτισή του με το ανελεύθερο ανατολικογερμανικό καθεστώς. Την κριτική των κυρίαρχων κομμάτων αναπαρήγαγε και μερίδα του ελληνικού Τύπου (δείτε σχετικά εδώ)· διατηρούμε σοβαρές επιφυλάξεις αν οι συντάκτες είχαν γνώση όσων όντως είπε η ηγέτιδα της γερμανικής Αριστεράς. Το κείμενο που ακολουθεί είναι η επίμαχη ομιλία της Λοτζ, που σε μια εποχή παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης, ανησύχησε ως φαίνεται τους κυρίαρχους κύκλους, ανανεώνοντας το ενδιαφέρον για τη μετάβαση σε μια κοινωνία μετά τον καπιταλισμό. Την ερχόμενη εβδομάδα, θα δημοσιεύσουμε την αποκλειστική συνέντευξη της Γκεζίνε Λοτζ στο Red Notebook.


Red Notebook



Της Γκεζίνε Λοτζ
Ο Τόμας Έντισον φέρεται να είπε: «Δεν είμαι αποτυχημένος. Βρήκα μόνο 10.000 τρόπους που δεν λειτουργούν». Τι μεγάλη αυτογνωσία! Πόσους δρόμους έχουν βρει οι αριστεροί που δεν λειτουργούν; Ήταν 100 ή 1000; Σίγουρα δεν ήταν 10.000! Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα! Είμαστε συχνά στο δρόμο με το δάχτυλό του στο χάρτη. Τους δρόμους προς τον κομμουνισμό, μπορούμε να τους βρούμε μόνο όταν τους δοκιμάζουμε στην πράξη , είτε στην αντιπολίτευση είτε στην κυβέρνηση. Σε κάθε περίπτωση, δεν υπάρχει ένας δρόμος, αλλά πάρα πολλοί διαφορετικοί δρόμοι που οδηγούν στην επίτευξη του στόχου.

Για πάρα πολύ καιρό είμαστε μαζί και μαλώνουμε στο σταυροδρόμι για τη σωστή διαδρομή, αντί να δοκιμάζουμε τους διαφορετικούς δρόμους. Για μεγάλο χρονικό διάστημα περπατάμε σε μονοπάτια, αν και υποψιαζόμαστε ή μάλλον γνωρίζουμε ότι δεν οδηγούν στην επίτευξη του στόχου. Όμως, δεν γυρίζουμε πίσω, επειδή φοβόμαστε αυτούς που εξακολουθούν να συζητούν στη διακλάδωση και θα μπορούσαν να μας υποδεχτούν με περιφρονητικό γέλιο. Πρέπει να μάθουμε να αφήνουμε τα αδιέξοδα και και να μην τα επαινούμε ματαιόδοξα σαν τον Δρομο για τον κομμουνισμό.

Προοδευτική κατάληψη της εξουσίας

Όποιο μονοπάτι και να οδηγεί στον κομμουνισμό, όλοι συμφωνούν ότι θα είναι μακρύ και δύσκολο. Γιατί; Ας υποθέσουμε ότι το ευρώ πέφτει σα νόμισμα μέσα στα επόμενα δύο χρόνια, η Ευρωπαϊκή Ένωση διαλύεται, οι ΗΠΑ δεν βγαίνουν από την οικονομική κρίση και πέφτουν στις επόμενες προεδρικές εκλογές στα χέρια των ριζοσπαστών χριστιανών φονταμενταλιστών. Το κλίμα αλλάζει δραματικά, το Ρεύμα του Κόλπου σβήνει, τα ρεύματα προσφύγων διαβαίνουν την «Ευρώπη-φρούριο» και εμείς αντιμετωπίζουμε το ερώτημα αν έχουμε λύσεις γι΄ αυτή τη σωρεία προβλημάτων. Όποιος ισχυρίζεται ότι έχει μια στρατηγική για το σενάριο αυτό στο συρτάρι είναι μεγάλος απατεώνας. Αυτό που πρέπει να μπορούμε να προσφέρουμε είναι μια μέθοδος για την αντιμετώπιση όλων αυτών των προβλήματων. Δεν γνωρίζουμε αν ο μηχανισμός της κατανομής του πλούτου και της δημοκρατίας στη Δύση είναι κατάλληλος να λύσει τέτοες πολύπλοκες ασκήσεις με ειρηνικό τρόπο. Έχω τις αμφιβολίες μου. Η κυβέρνηση διαχέει πλέον μόνο ψευδαισθήσεις για τις αρμοδιότητές της. Βλέπω, ωστόσο, ότι ούτε η Αριστερά έχει προετοιμαστεί καλά για την αντιμετώπιση κοινωνικών κρίσεων. Αντίθετα, αναλωνόμαστε σε σκιαμαχίες, και είμαστε σε θέση να προκαλέσουμε σοβαρή ζημιά στους ίδιους μας τους φίλους. Μερικές φορές - όχι πάντα – βοηθά μια ματιά στην ιστορία, προκειμένου να ρωτήσουμε τον εαυτό μας: «πώς θα αντιδρούσες υπό τις δεδομένες συνθήκες;». Είμαστε τώρα πραγματικά πιο έξυπνοι; Έχουμε πραγματικά μάθει από τα λάθη μας;

Η επανάσταση του Νοέμβρη του 1918 προδόθηκε και διχάστηκε σε συζητήσεις μεταξύ της πλειοψηφικής σοσιαλδημοκρατίας και του αυτοκρατορικού στρατου, προτού να μπορέσει να δείξει και να αναπτύξει την πλήρη δυναμική της. Στις λίγες εβδομάδες, στους σύντομους τρεις μηνες μεταξύ της αποφυλάκισης και της δολοφονίας της, η Ρόζα Λούξεμπουργκ έδωσε όλη της τη δύναμη, το πάθος, την εμπειρία και τις γνώσεις  για να μην κλείσει το παράθυρο προς μια ριζοσπαστική, κοινωνική και δημοκρατική επανάσταση. Στο βαθμό που γινόταν σαφές ότι μια σοσιαλιστική Γερμανία δεν ήταν άμεσα δυνατή, η Ρόζα αναζητούσε τρόπους για να κρατήσει ανοικτές τουλάχιστον μερικές εκδοχές αριστερής πολιτικής. Μαζί με τον Καρλ Λίμπκνεχτ και την επαναστατική αριστερά αγωνίστηκαν εναντίον της ανίερης συμμαχίας του δεξιού ηγέτη της σοσιαλδημοκρατίας με τους υποστηρικτές της αυτοκρατορίας,  εναντίον δηλαδή των κύριων υπεύθυνων για τον πόλεμο και τη γενοκτονία. Ταυτόχρονα απευθύνθηκαν, απεγνωσμένα σχεδόν, σε όσους στράφηκαν προς τον αριστερισμό - αυτή την παιδική αρρώστια του κομμουνισμού» (Λένιν) - , ώστε να μην αφήσουν τις ευκαιρίες που εξακολουθούσαν να υπάρχουν να πετάξουν, ακόμα κι αν ήταν σε θέση άμυνας ή ήττας.

Η Λουξεμπουργκ και ο Λίμπκνεχτ εκάναν έκκληση για τη συμμετοχή στις εκλογές της Εθνοσυνέλευσης και, πάνω απ ΄όλα, ανέπτυξαν στη διακήρυξή τους, με τίτλο «Τι λέει η Ομοσπονδία Σπάρτακος», ένα πρόγραμμα άμεσης εφαρμογής που πρότεινε εργασία έξι ωρών το μέγιστο, κοινωνικοποίηση των τραπεζών και των μεγάλων βιομηχανιών, απαλλοτρίωση των μεγάλων κτημάτων και δημιουργία συνεταιρισμών, δημιουργία συμβουλίων που θα αναλάμβαναν τη διαχείριση των εγκαταστάσεων. Στην ομιλία της στο ιδρυτικό συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος για το πρόγραμμα και την πολιτική κατάσταση, όταν έχει γίνει πια σαφές ότι είναι αδύνατο να κατακτηθεί άμεσα η εξουσία, η Ρόζα Λούκεμπουργκ θα διατυπώσει τα κύρια σημεία της σοσιαλιστικής πολιτικής: «Η κατάκτηση της εξουσίας δεν θα είναι στιγμιαία, αλλά προοδευτική, ώστε να έχουμε συμπιέσει και κατακτήσει το αστικό κράτος, έως ότου να έχουμε καταλάβει όλες τις θέσεις και να είμαστε σε θέση να τις υπερασπιστούμε με νύχια και με δόντια. Ο δε οικονομικός αγώνας πρέπει να καθοδηγείται από τα εργατικά συμβούλια, τόσο κατά τη γνώμη μου, όσο και κατά την άποψη των στενότερων φίλων μου στο κόμμα».

Επαναστατική ρεαλπολιτίκ

Αυτό που διατυπώθηκε από την Ρόζα Λούξεμπουργκ στη συγκεκριμένη κατάσταση μιας ατελούς επανάστασης και μιας προβλέψιμης άμυνας [από πλευράς του καθεστώτος] είναι μια πολιτική που η ίδια αποκαλεσε «επαναστατικη ρεαλπολιτίκ»: μια πολιτική με βάση τις επείγουσες ανάγκες των εργαζομένων και πολλών ανθρώπων, η οποία θέλει να επεξεργαστεί λύσεις που βελτιώνουν σημαντικά την κατάσταση των ανθρώπων αυτών και, την ίδια στιγμή, οδηγούν σε διαρθρωτική μεταβολή των σχέσεων ιδιοκτησίας και εξουσίας. Η επαναστατική ρεαλπολιτίκ απαντά σε καθημερινά προβλήματα, αλλά και στην υπέρβαση του καπιταλισμού και του μιλιταρισμού, μέχρι την τελική τους κατάργηση. Ο Δρόμος θα πρέπει να ορίζεται από τις δημοκρατικές πράξεις των εργαζόμενων, του λαού: από μια διαδικασία μάθησης μέσα από την πράξη. Θα πρέπει να είναι μια πολιτική όχι για τους εργάτες, αλλά με τους εργάτες. Αυτή την απαιτητική κληρονομιά της κοινωνικής αλλαγής και της ριζοσπαστικης ρεαλπολιτίκ  άφησε η Ρόζα, τόσο στην πολιτική συνολικά όσο και στην πολιτική του Die Linke.

Γνωρίζω βέβαια ότι μια τέτοια ριζοσπαστική πολιτική περιλαμβάνει πλήθος αντιφάσεων και συγκρούσεων και απαιτεί αλλαγές - αλλαγές και του εαυτού μας. Αυτό δεν είναι εύκολο. Ένα διλημματικό «είτε-είτε», ανάμεσα στη ριζική κοινωνική αλλαγή αφενός, και τα συγκεκριμένα μεταρρυθμιστικά βήματα αφετέρου, δεν οδηγεί στην επιτυχία. Αντίθετα, η οργανική, ζωντανή σύνδεση μεταξύ των πρωτοβουλιών των πολιτών και των κοινωνικών κινημάτων αφενός, και των πρωτοβουλιών και των εργασιών των αριστερών κομμάτων στα κοινοβούλια ή τις κυβερνήσεις αφετέρου - η σύνδεση, σε τελική ανάλυση, της διαμαρτυρίας και του σχεδιασμού - είναι αυτό που κάνει τη διαφορά.

Το Die Linke έχει προκύψει από την αντίσταση της πρώην PDS σε μια αγοραία προσέγγιση για την επανένωση  [σ.σ.: μια προσέγγιση στηριγμένη στην οικονομία της αγοράς], τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία, το ΝΑΤΟ και τέλος τη μάχη κατά των μεταρρυθμίσεων Hartz IV, κατά την οποία προέκυψε, κυρίως στην Ανατολική Γερμανία, ένα κύμα διαδηλώσεων της Δευτέρας. Αυτό ήρθε ως αποτέλεσμα της αποσύνδεσης των αριστερών συνδικαλιστικών και ακαδημαϊκών δυνάμεων από την κυβέρνηση του SPD και των Πρασίνων, η δε αποσύνδεση αυτή οδήγησε στην ίδρυση της Εκλογικής Εναλλακτικής για Εργασία και την Κοινωνική Δικαιοσύνη (WASG). Στις εκλογές του 2005 τοποθετήσαμε μαζί το κοινωνικό ζήτημα και το ζήτημα της ειρήνης και πάλι στο κέντρο της πολιτικής και το 2009 ενισχύθηκαμε κοινοβουλευτικά, διατυπώνοντας νέες, συγκεκριμένες απαντήσεις στην κρίση του χρηματιστικού καπιταλισμού της αγοράς.

Το Die Linke ήταν το μόνο που κατέθεσε, από κοινού με τα συνδικάτα και τα κοινωνικά κινήματα της αριστεράς, θέσεις για το θέμα της ιδιοκτησίας και της περιουσίας. Ενώ η κυβέρνηση των CDU / CSU και SPD, και στη συνέχεια η μαύρο-κίτρινη κυβέρνηση χρησιμοποίησαν το κράτος μόνο για την πλουτισμό μιας μικρής μειοψηφίας, εμείς έχουμε παρουσιάσει ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα για μια εντελώς νέα πολιτική στον οικονομικό τομέα. Στο επίκεντρο θα είναι οι δημόσιες τράπεζες και οι ασφαλιστικές εταιρίες, που δεν ασκούν κερδοσκοπία και δεν επιδιώκουν τη συσσώρευση κεφαλαίων, αλλά πραγματικές επενδύσεις, ασφαλείς καταθέσεις και μακροπρόθεσμη κοινωνική ασφάλιση. Έχουμε ζητήσει την μετατροπή όλων των κρατικών πηγών χρηματοδότησης για τον ιδιωτικό τομέα σε μετοχές του δημοσίου ή των εργαζομένων στις εταιρείες αυτές, ώστε τα συμφέροντα του δημοσίου και των εργαζομένων να συμπιέσουν την αστική ιδιοκτησία. Εξετάζουμε και εντός των συνδικαλιστικών οργανώσεων, που αναπτύσσουν τις δικές τους ιδέες, πώς μπορεί να θεσπιστεί μέσα στην κρίση ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα επενδύσεων για μια επερχόμενη κοινωνική και οικολογική ανασυγκρότηση. Ο κοινωνικός προγραμματισμος των επενδύσεων είναι για εμάς μία από αυτές τις ιδέες.

Θέλουμε απο την μια πλευρά να επιλύσουμε τα κοινωνικά προβλήματα αλλά με τρόπο που να αντιμετώπιζονται και τα περιβαλλοντικα ζητημάτα. Σ΄ αυτό περιλαμβάνεται η μετάβαση σε μια αποκεντρωμένη παραγωγή ενέργειας και εφοδιασμού, μια ευρεία μετατόπιση του τομέα μεταφορών προς τις σιδηροδρομικές συγκοινωνίες και την επέκταση των δημόσιων συγκοινωνιών μέχρι και την προσφορά δωρεάν υπηρεσιών. Θέλουμε να δημιουργήσουμε μια γρήγορη βελτίωση σε σχεση με την ενεργειακή απόδοση των κατοικιών και των κτιρίων, που τις επόμενες δεκαετίες θα οδηγήσει σε πόλεις χωρίς διοξίδειο του άνθρακα. Και θέλουμε την επίλυση των περιβαλλοντικών θεμάτων, μαζί με την αντιμετώπιση των κοινωνικών: καλή δουλειά και καλή ζωή βρίσκονται μαζί στο επίκεντρο, με τους κατώτατους μισθούς, την κοινωνική ασφάλιση, την ανάπτυξη των υπηρεσιών, ιδίως στον δημόσιο τομέα (παιδεία, υγεία, πολιτισμός) να αποτελούν τις κύριες μηχανές του μέλλοντος για την απασχόληση και βάση για τη σύγχρονη, λαϊκή οικονομία. Γι’ αυτό και πρέπει να πετύχουμε η αναδιανομή από πάνω προς τα κάτω, τόσο στον τον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα, να συνδέεται με την κοινωνικο-οικολογική μετατροπή και το αντίστροφο. Σε αυτή τη βάση, μια πραγματική ειρήνη, στηριγμένη σε μια αλληλέγγυα αναπτυξιακή πολιτική, είναι εφικτή.

Για μια αλλαγή κατεύθυνσης

Ακόμα δεν έχει κατορθωθεί τα στοιχεία να μετατραπούν σε μια πραγματική ομοσπονδιακή πολιτική. Η πολιτική εξακολουθεί να κυριαρχείται από μεγάλα εταιρικά συμφέροντα και τους πάμπλουτους. Αλλά μια συνέχιση του δόγματος προχωράμε όπως μεχρι σήμερα με την υπεροχή των συμφερόντων των λίγων έχει συνέπειες. Μια νέα και βαθύτερη χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση που ήδη αναδύεται. Η Ευρωπαϊκή Ένωση απειλείται να διαλυθεί από άλυτες αντιφάσεις και μια αντικοινωνική πορεία. Η παγκόσμια πείνα έχει αυξηθεί δραματικά, η υπερθέρμανση του πλανήτη επιταχύνεται ολοένα και περισσότερο.

Σε εθνικό επίπεδο, και ειδικά στις υπανάπτυκτες περιοχές της ανατολικής Γερμανίας, το Die Linke έχει αναπτύξει εδώ και καιρό το έργο του τομέα της κοινωνικής οικονομίας για την αντιμετώπιση της επίμονης μαζικής ανεργίας (OBS). Η παρούσα πρόταση συνδυάζει δύο προσεγγίσεις συχνά αμφιλεγόμενες – το αίτημα για ένα βασικό εισόδημα και την στήριξη του δικαιώματος στην εργασία και τη σύνταξη. Στόχος της πρότασης είναι, πρώτον, να ενοποιήσουμε την κοινωνική ασφάλιση και τη δυνατότητα για υψηλό βαθμό αυτοδιάθεσης. Πόσα σχέδια στον πολιτιστικό και κοινωνικό τομέα και στην ανάπτυξη των νέων προσφορών λογισμικού έχουν αποδείξει ότι νέοι και μορφωμένοι άνθρωποι επιλέγουν συχνά δραστηριότητες, όπου είναι πολύ ανεξάρτητοι, αλληλέγγυοι και συνεργαζονται για άλλες μορφές αυτοδιεύθυνσης; Δεν είναι σπάνια η δημιουργία νέων ενώσεων ή συνεταιρισμων. Με την πρόταση, δεύτερον, θα ικανοποιηθεί η κοινωνική ανάγκη για ευρέα κοινωνικά οφέλη που δεν μπορούν να αναπτυχθούν τόσο εύκολα ουτε ιδιωτικα είτε δημόσια. Και τρίτον, πολλοί άνθρωποι δεν βρίσκουν χωρίς έναν τέτοιο τομέα οποιοδήποτε τρόπο για μια αξιοπρεπή ζωή. Σήμερα στο Βερολίνο και στο Βραδεμβούργο, περιοχές στις οποίες το κόμμα μας συγκυβερνά, δημιουργούνται χιλιάδες θέσεις σε φορείς στον τομέα αυτό. Επειδή τόσες πολλές από τις κληρονομημένες μορφές της κοινωνικής ένταξης είναι αδύναμες, χρειαζόμαστε ένα αλληλέγγυο τομέα, όπου η ύπαρξη για τους άλλους και η πρόοδος του ίδιου του εαυτού είναι στενά συνδεδεμένες, και ταυτόχρονα δίνεται βοήθεια σε όσους δυσκολεύονται στα πρώτα τους βήματα στην αγορά εργασίας. Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την προσπάθεια της ομοσπονδιακής κυβέρνησης να καταστρέψει αυτή τη ριζοσπαστική προσέγγιση με νέους περιοριστικούς κανόνες. Αυτός είναι ένας επιπλέον λόγος για να αγωνιστούμε για μια αλλαγή της ομοσπονδιακής πολιτικής.

Στο επίκεντρο της πολιτικής μας είναι το ζήτημα της ειρήνης. Ειδικά η εθνική αμυνα, μακράν του να αποτελεί δύναμη υπεράσπισης, βασίζεται στη στρατολογία σε έναν επαγγελματικό στρατό με ευρεία δυνατότητα παρέμβασης. Αυτή η ίδια οργανώνει αλλαγές στο ΝΑΤΟ και την ευρωπαϊκή πολιτική ασφάλειας. Η παλιά πολιτική των κανονιοφόρων, με την οιποία έχουν ασχοληθεί η Λουξεμμπουργκ και ο Λίμπκνεχτ, είναι παρελθόν. Επειδή απορρίπτουμε μια τέτοια πολιτική, το Die Linke έχει κατηγορηθεί ξανά και ξανά ότι είναι ανεύθυνο. Εγώ το βλέπω με διαφορετικό τρόπο: Τα βασικά προβλήματα σήμερα δεν μπορούν να επιλυθούν με στρατιωτικά μέσα. Ως εκ τούτου, θέλουμε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία να επικεντρώνεται σε πολιτικές για την επίλυση των συγκρούσεων και να δημιουργούνται ισχυρά περιφερειακά συστήματα κοινής ασφάλειας και ανάπτυξης.

«Νέο έδαφος, χίλια προβλήματα»
Αν διαβάσει κανείς τα γραπτά και ομιλίες της Λούξεμπουργκ στους ταραχώδεις μήνες της επανάστασης του Νοεμβρίου, για το πως να παρέμβει περισότερο αποτελεσματικά και σοσιαλιστικά, καθίσταται σαφές: δεν είχε κανένα κεντρικό σχέδιο ούτε εύκολες απαντήσεις. Ήταν σε αναζησεις, σε διάλογο με τους άλλους, ταυτόχονα ανυπόμονους και προειδοποίησε, να παρασυρόμαστε να μην αφεθούμε σε τρομοκρατίες και σεκταρισμούς, και όμως να είμαστε αποφάσισμενοι να δράσουμε. Ο σοσιαλισμός δεν ήταν για αυτήν ένα έτοιμο ιδανικό, δεν ήταν ιδιοφυώς σχεδιασμένο πρόγραμμα, αλλά κάτι που θα αναπτυχθεί μέσα από πραγματικές μάχες. Έγραψε κατά τις συνομιλίες με Λένιν και Τρότσκι: «Το αρνητικό, η κατάργηση, μπορούν να κηρύσσονται, η δομή, το θετικό όχι. Νέο έδαφος. Χίλια προβλήματα. Μόνο η εμπειρία [είναι] σε θέση να διορθώνει και το άνοιγμα νέων διαδρομών. Μόνο η ανεμπόδιστη, αφρίζουσα ζωή παράγει χίλιες νέες μορφές ...».

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ προσπάθησε, οπως καμιά άλλη σοσιαλίστρια της εποχής της, να συνδυάσει δύο στόχους: πρώτον, το στόχο της παραγωγής του κοινού ελέγχου των εργαζομένων, του λαού, τις κοινές συνθήκες παραγωγής του κοινωνικού πλούτου και, δεύτερον, το στόχος της μέγιστης δυνατής ελευθερίας, της δημοσίας διαφάνειας και της δημοκρατίας. Το μέλλον της κοινωνίας ήταν για εκείνη όπως ο έμβιος κόσμος: καταπληκτική πολυπλοκότητα και αυτο-οργάνωση, που παρατηρήσε στις σπουδές και τα ταξίδια της εξαρχής. Οι άνθρωποι δεν ήταν ποτέ γρανάζι στο κιβώτιο ταχυτήτων ενός νέου, τέλειου κόσμου. Η Ρόζα σεβόταν τη ζωή και τις ιδιαιτερότητές της. Η «πραγματική ανάσα του σοσιαλισμού» ήταν για εκείνη η ενότητα της «πιο αταλάντευτης επαναστατικής ενέργειας με την πιο ανοιχτόμυαλη ανθρωπότητα».

Αν ο κομμουνισμός τονίζει την κοινότητα και ο φιλελευθερισμός την ατομικότητα, η Ρόζα ήθελε ταυτόχρονα και τα δύο: τη μέγιστη δυνατή κοινοκτημοσύνη, τον έλεγχο ότι η περιουσία και η εξουσία χρησιμοποιούνται προς το συμφέρον όλων, αλλά και τη μεγαλύτερη δυνατή ελευθερία της ατομικής ανάπτυξης, τη ριζοσπαστική κριτική και τη διαφάνεια. Μια κοινωνία χωρίς ελευθερία ήταν για εκείνη μόνο μια νέα φυλακή, όπως και μια κοινωνία χωρίς την ισότητα, ήταν μόνο μια εκμεταλλευτική κοινωνία. Επιθυμούσε την εξουσία του λαού για την οικονομία και την κοινωνία, καθώς και την ελευθερία για τους διαφωνούντες. Ήταν μια ριζοσπαστική, δημοκρατική σοσιαλίστρια και μια συνεπής σοσιαλίστρια δημοκράτισσα. Γι΄ αυτό στο τέλος η Σοβιετική Ένωση του Κομμουνιστικού Κόμματος ήταν τόσο λίγο συμβατή με τις αρχές της, όσο και ο αστικός φιλελευθερισμός. Προκάλεσε και τα δύο και εν τέλει απέρριψε και τα δύο. Και γι ΄αυτό είναι για το Die Linke ένας από τους πιο σημαντικούς ανθρώπους στην ιστορία του εργατικού κινήματος.

Ελευθερία και Σοσιαλισμός
Ο εικοστός αιώνας σημαδεύτηκε από περιόδους εκτράχυνσης του καπιταλισμού και μετάβασής του σε ανοιχτή βαρβαροτητα, αλλά και περιόδους εξημέρωσης, με την εμφάνιση αντιθέτων σχεδίων. Τώρα, σήμερα, ολοκληρώνεται η επέκταση του καπιταλισμού. Ο πλανήτης ωθείται στα όριά του. Η οικονομία των φυσικών πόρων πρέπει να επικρατήσει της συσσώρευσης κεφαλαίου, αν θέλουμε να αποφευχθεί η οικολογική καταστροφή. Την ίδια στιγμή, όμως, πρέπει να κυριαρχήσουν και τα κοινωνικά δικαιώματα των περίπου 7 έως 8 δισεκατομμυρίων άνθρωπων επί των συμφερόντων των πολυεθνικών. Ένας κόσμος όπου αναδύονται κέντρα προνομιούχων, ένας κόσμος που περιτειχίζεται απο φρούρια και προκαλεί παγκόσμια αβεβαιότητα, θα αποφευχθεί μόνο αν θα επιβάλουμε τη συνεργασία και την κοινή ανάπτυξη. Για το σκοπό αυτό, στο σχέδιο του προγραμματος του Die Linke έχουν αναπτυχθεί πολλές προτάσεις. Οι περισσότερες είναι υπό συζήτηση. Υπάρχουν πολλές αιχμές, με βάση τις οποίες αγωνιζόμαστε να υπερβούμε τη σημερινή αστική-καπιταλιστική κοινωνία: για να ξεπεραστεί η κυριαρχία του κέρδους πάνω στην οικονομία και την κοινωνία, για την απαρχή μιας νέας κοινωνίας, για να συμπιέσουμε το παλιό και να αποδείξουμε ότι το το μέλλον ανήκει στο δημοκρατικό σοσιαλισμό.

Πηγή: Junge Welt
Mετάφραση: Γιάννης Μπρούζος