Τρίτη, 31 Μαΐου 2011

Η επανεκκίνηση του ΣΥΡΙΖΑ μήπως είναι προβοκάτσια;

Four Darks in Red, Mark Rothko, http://www.tate.org.uk/modern/exhibitions/markrothko/interactive/room-2.shtm, via Wikipedia


ΕΠΟΧΗ, 29.05.11

Για να έχει προοπτική η επανεκκίνηση του ΣΥΡΙΖΑ, χρειάζεται να απαντηθούν μια σειρά ερωτήματα. Για παράδειγμα, πως θα μπορέσουν οι δυνάμεις που συγκροτούν τον ΣΥΡΙΖΑ να ανακτήσουν εκ νέου τη χαμένη φερεγγυότητα και την εμπιστοσύνη ενός ολόκληρου κόσμου, που πίστεψε στο ενωτικό εγχείρημα της αριστεράς; Επίσης, πως θα πείσει τον κόσμο της αριστεράς ότι η επανεκκίνηση δεν γίνεται απλώς για εκλογικές σκοπιμότητες, αλλά ότι ο βασικός λόγος είναι η επιθυμία όλων να παλέψουν για μια κοινωνία με ανθρώπινο πρόσωπο. Ότι είναι οι ιδέες, τα οράματα και η προοπτική που οδηγούν στη νέα αρχή και όχι οι εκλογές και οι έδρες.

Δύσκολο, γιατί χρειάζεται να επαναπροσδιορίσει τη σχέση του με τον κόσμο της αριστεράς, να πάρει σαφείς αποστάσεις από αρνητικές συμπεριφορές, τον υπαρκτό σοσιαλισμό και κυρίως να έρθει σε επαφή με τα κοινωνικά κινήματα, να αποκαταστήσει δηλαδή τη σχέση του με τον κόσμο της εργασίας και τις ανάγκες του. Διαφορετικά δεν θα μπορέσει να αποκτήσει την πολιτική ηγεμονία και να ανταποκριθεί στην ιστορική του αποστολή.

Διπλό καθήκον

Σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε, οι απελευθερωτικές ιδέες της αριστεράς είναι επιτακτική αναγκαιότητα. Και όχι μόνο για να υπερασπίσουμε τις κατακτήσεις αιώνων που προέκυψαν με ποτάμι από αίμα, όχι μόνο για τα δικαιώματα και την απελευθέρωση κοινωνικών δυνάμεων, που οι αδίστακτοι διαχειριστές του καπιταλιστικού συστήματος καταδυναστεύουν, αλλά και για τον ίδιο τον πλανήτη γη. Γιατί ο πλανήτης μας κινδυνεύει από ολοκληρωτική οικολογική καταστροφή. Και ίσως είναι η ώρα να γυρίσουμε το χρόνο πίσω και να θυμηθούμε τη δράση του ΚΚΕ Εσωτερικού όταν πάλευε κατά της δημιουργίας πυρηνικών εργοστασίων για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στην Κάρυστο. Σήμερα, μετά τα «ατυχήματα» στα πυρηνικά εργοστάσια στην Ιαπωνία, αποδείχτηκε ότι η πυρηνική ενέργεια είναι και πανάκριβη, κυρίως όμως είναι καταστροφική. Συνεπώς, είναι χρέος της αριστεράς να καθορίσει ως βασική προτεραιότητα την πάλη κατά των πυρηνικών.

Μια μεγάλη ευθύνη

Μετά το τέλος της πολύς, μετά από πολλά χρόνια, πετυχημένης συγκέντρωσης του ΣΥΡΙΖΑ στον Πειραιά, πλησίασα τον Αλέξη Τσίπρα και τον ρώτησα: «Σύντροφε Αλέξη, μήπως η απόφαση για την επανεκκίνηση είναι μια καλοστημένη προβοκάτσια;» Και καθώς ο σ. Τσίπρας δεν με γνώριζε, ίσως ακόμα και σήμερα να αναρωτιέται τι ήθελα να πω.

Θέλω να πω ότι η απόφαση για την επανεκκίνηση του ΣΥΡΙΖΑ είναι τεράστια ευθύνη. Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ ως ενωτικός πολιτικός σχηματισμός της αριστεράς, είναι μοναδική κατάκτηση και μια νέα απογοήτευση θα ήταν καταστροφική. Υπό αυτή την έννοια, αν η επανεκκίνηση καταλήξει σε αποτυχία, δεν θα είναι τίποτα άλλο από μια καλοστημένη προβοκάτσια.

Η επανεκκίνηση του ΣΥΡΙΖΑ είναι, πράγματι, αναγκαιότητα για την κινηματική αριστερά και γενικότερα για το σύνολο της αριστεράς. Άλλη προοπτική δεν υπάρχει. Η αριστερά γεννήθηκε ως κοινωνική αναγκαιότητα για να υπερασπίσει τα συμφέροντα των κοινωνικών δυνάμεων που απευθύνεται. Να ηγεμονεύσει στη σημερινή πραγματικότητα της παγκοσμιοποίησης και να κερδίσει την εμπιστοσύνη όχι μόνο της εργατικής τάξης, αλλά και όσων καταδυναστεύονται από την αδίστακτη οικονομική και κοινωνική πολιτική, που εφαρμόζεται σήμερα.

Δεν είναι μόνο οι εκλογές

Δεν αρκεί η αλλαγή συσχετισμών αποκλειστικά μέσω του εκλογικού συστήματος. Και μάλιστα όταν το σύστημα αυτό είναι αντιδημοκρατικό με τις πλειοψηφίες να διαμορφώνονται ανεξάρτητα της ελεύθερης βούλησης του λαού. Συνήθως, έχουμε την κατευθυνόμενη πληροφόρηση από τα κυρίαρχα ΜΜΕ και την επιλογή προσώπων και πολιτικών σχηματισμών, που εξυπηρετούν τα κυρίαρχα συμφέροντα. Για την αντιδημοκρατικότητα αυτού του συστήματος, φέρει ευθύνες και η αριστερά, η οποία δεν φρόντισε στο βαθμό που έπρεπε να συνδεθεί με τα κοινωνικά κινήματα και να διαμορφώσει συνειδήσεις, που θα υπερβαίνουν τις αυταπάτες. Αν δεν υπάρξει αλλαγή συσχετισμών και σε κοινωνικό επίπεδο, αν δεν αλλάξουν οι συνειδήσεις, δεν θα είναι δυνατή και η αλλαγή σε πολιτικό επίπεδο.

Οι διεκδικήσεις και τα δικαιώματα δεν θα πρέπει να καθορίζονται με συντεχνιακά κριτήρια, αλλά με κοινωνικά. Είναι λάθος να υπερασπιζόμαστε άκριτα τις διεκδικήσεις των συντεχνιών. Γιατί ορισμένες φορές οι συντεχνίες εκμεταλλεύονται τη δύναμη του συνδικάτου, επιβάλουν τα συμφέροντά τους σε βάρος του κοινωνικού συνόλου. Η αριστερά, όπως είπαμε, γεννήθηκε ως κοινωνική αναγκαιότητα για να υπηρετήσει τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, για να απελευθερώσει την ίδια και κατ΄ επέκταση όλη την κοινωνία. Αυτή, όμως, την επαναστατική ανατρεπτική δύναμη, κάποιοι, την μετέβαλαν σε κόμμα, αυτό το κόμμα το έκαναν εξουσία και αυτή την εξουσία από απελευθερωτική δύναμη της τάξης που την ανέδειξε, τη χρησιμοποίησε η νομενκλατούρα για τα δικά της συμφέροντα. Αυτή την ιστορική πραγματικότητα δεν πρέπει να την ξεχνάμε ποτέ.

Νίκος Αρβανίτης

Δευτέρα, 30 Μαΐου 2011

Είμαστε παντού και πάντα



Maria Red Mamba Mpalafa

Έναν ολόκληρο χρόνο με το Μνημόνιο στο σβέρκο μας φαίνεται, πως η αντίδραση, που ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας επιζητούσε  εναγωνίως από την πρώτη στιγμή, μπορεί και να έρθει. Αρκεί να είμαστε εκεί.
Έναν ολόκληρο χρόνο με το Μνημόνιο στο σβέρκο μας ένα σημαντικό  τμήμα της κοινωνίας  με πολιτική και ταξική συνείδηση βρέθηκε στους δρόμους  με τη μαχητικότητά του. Λέγοντας τα πράγματα, όπως τα ξέρει νέτα – σκέτα. Και απορούσε και σιχτίριζε, μα πού είναι οι άλλοι, μα πότε θα το καταλάβουν. Και ενώ παρατηρούσε την κοινωνική κατάθλιψη, δεν μπορούσε να βρει τον τρόπο να την σπάσει. Χωρίς να σημαίνει σώνει και καλά, πως τα εργαλεία της ταξικής πάλης χάλασαν. Ζητάμε (πολλοί και πολλές) έναν χρόνο τώρα, ο λαός να βγει στον δρόμο να δηλώσει την οργή, την αγανάκτησή του. Και τώρα, που φαίνεται, πως ο λαός μπορεί να εκφράσει την οργή και την αγανάκτησή του τι κάνουμε; Τον χλευάζουμε;  Τον υποτιμούμε; Του λέμε εμείς τα λέγαμε, εσύ που ήσουν; Τον βαφτίζουμε τρέντυ, απολίτικο, εκτόνωση ενσωμάτωσης, φασιστική απειλή;  Φυσικά όχι. Όσο κι αν διαφωνεί κανείς, το μόνο, που δεν μπορεί να αγνοήσει είναι η μαζικότητα. Και τη μαζικότητα ή την παρατηρείς από απόσταση, αντικοινωνικά, αγοραφοβικά ή εντάσσεσαι σ’ αυτή και παρεμβαίνεις με τις ιδέες, τις απόψεις, τις θέσεις, τις αρχές και τις αξίες σου για να μη γίνει τίποτα από τα παραπάνω.  Προσπαθώντας να μπολιάσεις αυτό, που ξεκίνησε, να προχωρήσει τα αιτήματά του, να πάρει ριζοσπαστική κατεύθυνση. Αυτό σαφώς δεν μπορεί κανείς να το πετύχει με ντιρεκτίβες από τα πάνω, αλλά μόνο μέσα από τη ζύμωση. Ακούγοντας και μιλώντας. Έτσι γίνονται αυτά, δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Προσπαθώ να κατανοήσω εκείνους, που ακόμα και σήμερα στέκονται σθεναρά απέναντι σε ό,τι συμβαίνει στην πλατεία Συντάγματος μόνο, που η μπολσεβίκικη θεώρησή μου δεν μου επιτρέπει να επιλέγω το μαζικό χώρο με βάση το αν μου ταιριάζει η αισθητική του ή αν σε αυτό έχω εξ αρχής την ηγεμονία.
Αυτή η μπολσεβίκικη αντίληψη πολλών από εμάς μας οδηγεί στο Σύνταγμα. Όπως μας οδηγεί στους δρόμους των πανεργατικών απεργιών, όπως μας οδηγεί στη Νομική, στην Υπατία, στα Νοσοκομεία, στα αντιφασιστικά συλλαλητήρια, στα αντιρατσιστικά φεστιβάλ.  Είμαστε οι ίδιοι, που έχουμε μάθει να δίνουμε τις μάχες και στο συνδικάτο, και στο αμφιθέατρο και στον δρόμο.
Εκείνο, που σίγουρα ξέρουμε καλά είναι πως ο μαρξισμός ή οι επαναστατικές ιδέες δεν προηγούνται του κινήματος, αλλά παρεμβαίνουν σε αυτό με στόχο να ριζοσπαστικοποιήσουν την καθημερινότητα, να φτιάξουν ταξική συνείδηση, να οδηγήσουν στη ρήξη και την ανατροπή.
Αν θα νικήσουμε; Ποιος ξέρει; Άλλωστε πόλεμος είναι…
Όλοι και όλες στις πλατείες μαζί με το λαό.

Σάββατο, 28 Μαΐου 2011

Τσάι και συμπάθεια για αγανακτισμένους

 
 
του Θανάση Καρτερού, ΑΥΓΗ, 28/05/2011

Η Ντόρα Μπακογιάννη θα ήταν στο Σύνταγμα αν ήταν 18 ετών. Ο εκπρόσωπος της Ν.Δ. εκφράζει την ευαρέσκειά του για την κινητοποίηση των αγανακτισμένων, και τους συμβουλεύει να παραμείνουν ακηδεμόνευτοι. Η εκείθεν Παπαρήγα διατείνεται ότι ο αυθορμητισμός τους «δεν είναι κακός», και εν συνεχεία παραθέτει τα διάφορα "αλλά". Ο εντεύθεν ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει διακριτικά την ειρηνική εξέγερση. Και ο Παπανδρέου, αν δεν είχε τόσες δουλειές, θα δήλωνε ασφαλώς Πρώτος Αγανακτισμένος. Το έχει ξανακάνει.

Τσάι και συμπάθεια γενικώς για τα παιδιά -αλλά και τους μεγάλους- του Συντάγματος, του Λευκού Πύργου και των δεκάδων πόλεων που ζουν μια εντελώς ασυνήθιστη διέγερση. Χτυπήματα στην πλάτη, τρυφερές συμβουλές και παροτρύνσεις, συνεχίστε να ονειρεύεστε κι ας μη μας αφήνετε να κοιμηθούμε. Και αναλύσεις κάθε είδους για τον χαρακτήρα του φαινομένου, τα ρηχά ή βαθύτερα κρυμμένα πολιτικά χαρακτηριστικά του, τις δυνατότητες και τις αδυναμίες του, την προοπτική του. Μπορεί να πετύχει ό,τι δεν πέτυχαν η πείρα και η αναμφισβήτητη μαχητικότητα της αριστεράς, τα συνδικάτα, οι οργανωμένοι αγώνες;

Ποιος ξέρει; Και ποιος μπορεί αυτή τη στιγμή, να κρίνει ένα τόσο νέο φαινόμενο με τα παλιά εργαλεία; Και γιατί στο κάτω-κάτω να βιαστούμε; Οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές συναντιούνται με την πολιτική από τον δικό τους δρόμο. Ξέρουν, έχουν δει και έχουν κρίνει τους πάντες. Κι αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, έχουν απορρίψει πολλά από εκείνα που εμείς θεωρούμε το άλφα και το ωμέγα του πολιτικού ριζοσπαστισμού. Ας μην κάνουμε συνεπώς ότι δεν καταλαβαίνουμε -ένα μέρος της αγανάκτησής τους στρέφεται και εναντίον μας.

Ως εκ τούτου καλό είναι να παραμείνουμε στο τσάι και στη συμπάθεια. Να υπο-στηρίξουμε (με έμφαση στο υπό…) ένα κίνημα που έχει τη σφραγίδα των νέων, αλλά δεν είναι αποκομμένο από τους αγώνες των παλιών. Να συμμετάσχουμε σ’ αυτό σεμνά και ταπεινά, χωρίς πολλές συμβουλές και πολύ περισσότερο χωρίς αυστηρές συνταγές για την ωρίμανσή του. Ας ωριμάσει με τις δικές του διαδικασίες -δεν είναι κίνημα χαζών. Ακόμα και το ερώτημα αν μπορεί να έχει αποτελέσματα δεν έχει κανένα νόημα -έχει ήδη αποτελέσματα. Σήκωσε χιλιάδες από τον καναπέ κι έδειξε όλο τον κόσμο ότι ο Παπανδρέου και η τρόικα θέλουν, αλλά εμείς όχι, όχι, όχι…

Παρασκευή, 27 Μαΐου 2011

Τα τελετουργικά της φυλής

Photo by George Loverdos


της Ντίνας Τζουβάλα, από το Red NoteBook
 

Είναι τουλάχιστον ανησυχητική η επιθυμία της Αριστεράς για μια «κανονικότητα», έστω κι αν αυτή είναι η μεταπολιτευτική κανονικότητα των αγώνων. Όλα αυτά θυμίζουν έντονα τελετουργικά κάποιας φυλής. Όχι μόνο για τη σταθερή επαναληψιμότητά τους. Κυρίως, επειδή είναι ακριβώς αυτά τα τελετουργικά που μας συγκροτούν ως φυλή, διαχωρίζοντάς μας από τους «άλλους», οι οποίοι αυτόματα ταυτίζονται με το εγγενώς κατώτερο.
Σίγουρα, δεν ανήκω σε αυτούς που ενθουσιάστηκαν με το facebook-ικό κάλεσμα για την ακομμάτιστη και «μη-ιδεολογική» (!) διαμαρτυρία στο Σύνταγμα. Αν κάτι όμως κατάλαβα πριν αποκτήσω γνώμη για όσα γίνονται στο Σύνταγμα είναι ότι από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησαν  οι αντεγκλήσεις.

Εντελώς σχηματικά, δύο είναι οι αντιτιθέμενες αντιλήψεις για τους «αγανακτισμένους»:  Από τη μία «το να κατεβαίνει ο κόσμος στο δρόμο- άνευ ετέρου- είναι καλό»». Από την άλλη, «τέτοιου είδους γεγονότα είναι εγγενώς επικίνδυνα».  Νομίζω πως αξίζει να εξετάσουμε αυτές τις δύο οπτικές. Όχι για να καταλήξουμε σε τελικά συμπεράσματα πάνω σε κάτι που ακόμα εξελίσσεται, αλλά για να προσπαθήσουμε να αποκτήσουμε τα αναλυτικά εργαλεία με τα οποία θα το αντιμετωπίζουμε.

Η πρώτη αντίληψη πατάει στο υπαρκτό δεδομένο ότι τουλάχιστον μέχρι σήμερα δεν υπάρχει στην Ελλάδα  μαζικός (ακρο)δεξιός ριζοσπαστισμός. Ως εκ τούτου, οι επιλογές μέχρι τώρα ήταν δύο. Η μία, η «δεξιά», ήταν να κάθεσαι σπίτι σου, στον καναπέ και την τηλεόρασή σου. Η άλλη, η «αριστερή», ήταν να βρίσκεσαι στο δρόμο. Και απ’ τη στιγμή που έβγαινες στο δρόμο γινόσουν κομμάτι ενός τουλάχιστον προοδευτικού αγώνα.  Με βάση αυτό το σχήμα, όντως, το ότι άνθρωποι οι οποίοι μέχρι πρότινος δεν συμμετείχαν σε διαμαρτυρίες αποφάσισαν να κινητοποιηθούν είναι μια θετική εξέλιξη. Παραμένει όμως μια επιφύλαξη. Θεωρώ υπαρκτό και άξιο μελέτης  το ενδεχόμενο να βρισκόμαστε μπροστά στις απαρχές της συγκρότησης ενός (ακρο)δεξιού ριζοσπαστικού κινήματος. Δεν ισχυρίζομαι ότι στο Σύνταγμα συμβαίνει ήδη αυτό. Ισχυρίζομαι όμως ότι ίσως είναι λίγο αφελές πλέον να αντιμετωπίζουμε το τρίπτυχο «δρόμος-συνέλευση-πορεία» ως εγγυήσεις αριστερής ή, έστω, «προοδευτικής» δυναμικής.

Η δεύτερη αντίληψη δεν έχει την αφέλεια της πρώτης. Έχει όμως έντονα στοιχεία «αριστερού τοτεμισμού». Εξηγούμαι. Το να μετράμε ελληνικές σημαίες και εθνικο-λαϊκά συνθήματα έχει το ενδιαφέρον του, ειδικά αν θέλουμε να διαπιστώσουμε έμπρακτα αν υλοποιείται ο κίνδυνος που περιέγραψα παραπάνω. Δεν καταλαβαίνω όμως γιατί αυτό πρέπει να το κάνουμε μόνο ως προς τα γεγονότα του Συντάγματος. Όποια και όποιος μπαίνει στον κόπο να κάνει μια βόλτα στις πορείες (ναι, στις «κανονικές» πορείες, εκεί που υπάρχουν κόμματα και πανό) θά΄ χει δει πολύ περισσότερες ελληνικές σημαίες και θά’χει ακούσει πολύ περισσότερα συνθήματα «υπόπτου» περιεχομένου. Στις «κανονικές» πορείες, όμως, δεν υπάρχει τόσο μεγάλο ενδιαφέρον καταγραφής. Ο λόγος γενικά είναι απλός: Εκεί, όλα συμβαίνουν όπως τα έχουμε συνηθίσει, όπως επιτάσσει η αριστερή μας θρησκεία. Είναι τουλάχιστον ανησυχητική η επιθυμία της Αριστεράς για μια «κανονικότητα», έστω κι αν αυτή είναι η μεταπολιτευτική κανονικότητα των αγώνων. Όλα αυτά θυμίζουν έντονα τελετουργικά κάποιας φυλής. Όχι μόνο για τη σταθερή επαναληψιμότητά τους, ακόμα και όταν δεν έχουν κανένα πρακτικό αποτέλεσμα. Κυρίως, επειδή είναι ακριβώς αυτά τα τελετουργικά που μας συγκροτούν ως φυλή, διαχωρίζοντάς μας από τους «άλλους», οι οποίοι αυτόματα ταυτίζονται με το εγγενώς κατώτερο.

 Σε τελική ανάλυση, αναρωτιέμαι γιατί ο Δεκέμβρης του 2008 ήταν λιγότερο «επικίνδυνος» από τους αγανακτισμένους στο Σύνταγμα. Εκτός αν έχουμε ξεχάσει πόση εχθρότητα υπήρχε προς κάθε οργανωμένη συλλογικότητα εκείνες τις μέρες, εκτός αν δεν θυμόμαστε πόσες βαθιά αντικοινωνικές  πράξεις έλαβαν χώρα εκείνο το δεκαπενθήμερο. Τότε όμως η στήριξη της εξέγερσης ήταν μονόδρομος, τουλάχιστον για ένα κομμάτι της Αριστεράς.

Το παράδειγμα του Δεκέμβρη δεν μου ήρθε στο νου μόνο εξαιτίας της όποιας ομοιότητας.  Έχω την έντονη αίσθηση πως ακριβώς στο Δεκέμβρη του 2008 βρίσκονται οι αιτίες του σημερινού μας φόβου για το Σύνταγμα.  Όσα ακολούθησαν εκείνες τις μέρες μας έχουν πείσει ότι είναι σχεδόν βέβαιο πως κάθε εξέγερση θα ηττάται, και σαν μόνη συνέπεια θα έχει το «πολιτικό κόστος» των δυνάμεων που τη στήριξαν. Αν όμως φτάσουμε, έστω και υπόρρητα, σ’ αυτή την παραδοχή, απλά θέτουμε εαυτούς εκτός πολιτικής. Κάνουμε, δηλαδή, ακριβώς αυτό για το οποίο «κατηγορούμε» τους «απολίτικους αγανακτισμένους». Ή θεωρούμε ότι (μόνη) πολιτική είναι η πιστή επανάληψη όσων μάθαμε μέχρι τώρα, μέχρι να φωτιστεί ο λαός και να καταλάβει την τύφλωση που δεν του επέτρεπε να δει πόσο σωστές είναι οι προτάσεις και οι πρακτικές μας.

Δεν έχω ιδέα τι συμβαίνει στο Σύνταγμα, όπως δεν είχα ιδέα τι συνέβαινε το Δεκέμβρη. Κυρίως, δεν έχω ιδέα τι θα συμβεί. Είμαι όμως πεισμένη ότι καλύτερα να είμαστε κομμάτι αυτού που θα συμβεί. Αλλιώς, υπάρχει πάντα η παρηγορητική αγκαλιά του Περισσού.

Τρίτη, 24 Μαΐου 2011

Το επίφοβο κενό

El sueño de la razón produce monstruos, 1799 (ο ύπνος της λογικής παράγει τέρατα). Η εικόνα #43 από τα Caprichos του Γκόγια (via Wikipedia)
 
του Νικόλα Σεβαστάκη, από τα Ενθέματα της Αυγής

Μια απεργιακή πορεία χιλιάδων ανθρώπων αντιμετωπίζει τη βαναυσότητα των ΜΑΤ με αποτέλεσμα πολλούς σοβαρά τραυματίες και έναν άνθρωπο τριάντα χρόνων, τον Γιάννη Καυκά, σε κρίσιμη κατάσταση στην εντατική. Στη συνέχεια οργανώνεται πορεία εναντίον της αστυνομικής βίας και των ρατσιστικών επιθέσεων στο κέντρο της Αθήνας. Και, κάποια στιγμή, μια ομάδα κρετίνων αποφασίζει να παίξει πόλεμο με την αστυνομία περνώντας μέσα από τον κόσμο μιας λαϊκής αγοράς. Αποτέλεσμα; Τραυματίες με σοβαρά εγκαύματα και ένας άνθρωπος στα πρόθυρα του θανάτου από εισπνοή τοξικών αερίων. Πώς να χωρέσουν άραγε όλες αυτές οι στιγμές σε μια αφήγηση της παρούσας κατάστασης; Πώς να χωρέσουν τόσα συντρίμμια το νόημα που θα ήθελε να τους δώσει ο καθένας μας;

Αυτό τον καιρό καταλαβαίνω κάπως περισσότερο όλους εκείνους που τηρούν επιφυλακτική στάση απέναντι στον δημόσιο σχολιασμό και στην έκφραση θέσης. Ακόμα και εκείνους που ισχυρίζονται ότι σε αυτούς τους καιρούς ο πρώτος λόγος «πρέπει να ανήκει στους ειδικούς» και όλοι εμείς οι υπόλοιποι καλό θα ήταν «να κάνουμε απλώς τη δουλειά μας».

Καταλαβαίνω, δίχως βεβαίως να συμφωνώ. Είναι σίγουρα πιο ανακουφιστικό να γράφεις μια επιφυλλίδα για τις μεταφορές στον Σεφέρη ή ένα άρθρο για τις υποθετικές κρίσεις στον Καντ, από το να αγγίζεις μια πραγματικότητα που μοιάζει συχνά με παραλήρημα. Και μάλλον λέμε ψέματα στον εαυτό μας ότι ετούτη η πραγματικότητα μπορεί να πιαστεί από κάπου, ότι μπορούμε να εξηγήσουμε την τάση ή το γενικό πλάνο των εξελίξεων. Τα ίδια τα γεγονότα έρχονται να στραπατσάρουν με αναίδεια θεωρήματα και διανοητικές κατασκευές. Τα γεγονότα ως πολλαπλασιαστές απορίας και επιταχυντές της διάλυσης των όποιων βεβαιοτήτων χτίστηκαν την προηγουμένη.

Μια τέτοια όλο και πιο αγριεμένη πολυπλοκότητα δημιουργεί εκνευρισμό και αμήχανες αποσιωπήσεις. Σα να έχουμε πλέον διαβεί το κατώφλι όπου «όλα είναι δυνατά». Και πάντως δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε. Βρισκόμαστε και πάλι μπροστά σε μεταβολές για τις οποίες είμαστε απροετοίμαστοι. Τα όσα, ας πούμε, κυοφορούνται εδώ και καιρό στην αθηναϊκή μητρόπολη προαναγγέλλουν ένα παρόμοιο αινιγματικό κακό, για το οποίο μάλλον δεν διαθέτουμε το κατάλληλο όνομα. Θα μπορούσαμε να το αποκαλέσουμε άνοδο της απανθρωπιάς. Ή, αλλιώς, μια συνθήκη πανικόβλητης εχθροπάθειας. Η επένδυση αυτής της εχθροπάθειας στον ρατσισμό του μαχαιροβγάλτη ή στους φετιχισμούς της αντεκδίκησης μπορεί να συνιστά απλώς την εξωτερική περίμετρο που αποκρύπτει μια ολόκληρη «τοπογραφία του φόβου», για να δανειστώ την εύστοχη έκφραση της Λίλας Λεοντίδου.

Ποια σχέση έχει άραγε αυτή η διογκωμένη εχθροπάθεια με την αίσθηση αδυναμίας και ταπείνωσης των ανθρώπων; Να ίσως το πιο άβολο ερώτημα για το άμεσο μέλλον. Και είναι το πιο δύσκολο ερώτημα, διότι μέρα τη μέρα αποκαλύπτεται ότι υπάρχει αδυναμία να αναπαραστήσουμε τον αντίπαλο και τη σχέση μας μαζί του. Όσο μάλιστα περισσότερο ακατανόητη γίνεται η σύσταση των παθών και των συναισθημάτων που κυκλοφορούν στον αέρα, τόσο μεγαλώνει και ο πειρασμός της παραγνώρισής τους.

Η εχθροπάθεια, το φάντασμα της συνωμοσίας, η αφελής προσωποποίηση του πολιτικού κακού, όλα αυτά δείχνουν ότι δεν λειτουργεί πλέον (μια ή άλλη) κοινωνική αναπαράσταση των κινδύνων και των δυνατοτήτων αλλά μια σειρά κρότων, απότομων σιωπών και αιφνιδιασμών. Αυτή η ακολουθία σπασμών στο κενό κοινωνικής αντιπροσώπευσης και συμβολικής αναπαράστασης της «εξόδου από την κρίση» φτιάχνει κάτι βουβό και επίφοβο. Από τη βουβαμάρα της ξεκούρδιστης ζωής προκύπτει και το κραυγαλέο, η μετατροπή δηλαδή της κοινωνικής κρίσης σε σκηνικό ενός μακάβριου χάπενινγκ όπου όλα πια μπορείς να τα περιμένεις.

Τι κυοφορεί άραγε αυτό το σκοτεινό χάπενινγκ; Θεωρητικά, πάντοτε, όλα είναι ανοιχτά για το καλύτερο ή για το χειρότερο. Μέχρις στιγμής ωστόσο η παρτίδα τείνει προς το χειρότερο. Εννοώ συγκεκριμένα την εκκόλαψη ενός (αντι)πολιτικού πρωτογονισμού με ακροδεξιά χαρακτηριστικά. Η ιδιομορφία της συγκυρίας ευνοεί εμφανώς την εδραίωση ενός χώρου μνησίκακης εκκαθάρισης, ενός χώρου ο οποίος ήδη λειτουργεί ως το αρνητικό είδωλο της αντισυστημικής δυσαρέσκειας.

Προσοχή όμως: αυτό το αρνητικό είδωλο δεν είναι απλώς η παρωδία και η ιδεολογική φενάκη που προορίζεται να διαλυθεί με το «βάθεμα της κρίσης» και την αποτίναξη κάποιων ψευδαισθήσεων. Ήδη έχει γίνει φανερό ότι οι φορείς του μπορεί να ιδιοποιούνται τα πάντα και να «γίνονται τα πάντα» διαστρέφοντας νοήματα και σημασίες. Τα λεξιλόγια της άμεσης δημοκρατίας, της αυτοοργάνωσης του απλού πολίτη, της ρήξης με τον ελιτίστικο καθεστωτισμό, όλα αυτά μπορεί να γίνονται εργαλεία της ίδιας της «ριζοσπαστικοποιημένης» ακροδεξιάς. Και μάλιστα αυτή η τελευταία επιδιώκει να καθορίσει το πεδίο της σύγκρουσης με τους δικούς της κυνικούς όρους. Επειδή κινείται με άνεση εντός της «τοπογραφίας του φόβου» μπορεί να εμφανίζεται συγχρόνως ως κορύφωση του ηθικού αναβρασμού και ως άσβεστη επιθυμία για αστυνομία, ως εξέγερση του πολίτη και ως λαχτάρα για εκείνη την «ακλόνητη» τάξη που θα τερματίσει το χάος από το οποίο και η ίδια τρέφεται. Ξεκινώντας από την ιδέα της γενικής παλιανθρωπιάς και της καθολικής απάτης, τούτη η ακροδεξιά «ριζοσπαστικοποίηση» γνωρίζει να κολυμπά καλύτερα από όλους τους αριστερούς στα βαλτώδη της κρίσης.

Ίσως λοιπόν βρισκόμαστε μπροστά σε μια ακροδεξιά αντιστροφή των αξιών, σε εκδοχές οργής οι οποίες μεταφράζουν τον πιο παράδοξο από όλους τους εξτρεμισμούς: τον εξτρεμισμό του νοικοκύρη, την έκτακτη πολεμική κινητοποίηση των ίδιων των «κοινών τόπων» τους οποίους ακούει κανείς στα λεωφορεία και στα ταξί.

Δεν έχουμε φτάσει, ακόμα, σε ένα τέτοιο σημείο. Τίποτα όμως δεν εγγυάται ότι δεν θα πλησιάσουμε, και ίσως σύντομα, προς τα εκεί. Όσες απαντήσεις για το χρέος και το Μνημόνιο και αν κατατεθούν στις ημερίδες της Αριστεράς.

Ο Νικόλας Σεβαστάκης διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ

Δευτέρα, 23 Μαΐου 2011

"Αν δεν μπορείς να είσαι σοσιαλιστής σε περίοδο κρίσης, δεν μπορείς ποτέ"

Αφίσα των Τόρις από το 1909 όπου ο σοσιαλισμός ως τέρας πνίγει τη Βρετανία, By Conservative Party (DailyMail.co.uk) [Public domain], via Wikimedia Commons

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΒΟΥΛΕΥΤΗ ΣΟΦΙΑ ΣΑΚΟΡΑΦΑ

Αν δεν μπορείς να είσαι σοσιαλιστής σε περίοδο κρίσης, δεν μπορείς ποτέ
•Το χρέος έχει ταξική ταυτότητα και είναι σύμφυτο με το σύστημα

τη συνέντευξη πήρε ο Στάθης Κουτρουβίδης, από την ΕΠΟΧΗ, 22.05.11

Η κυβέρνηση τελικά, βρίσκεται μπροστά σε «κόμπο» ή σοβεί μια ανοιχτή κρίση μέσα στους κόλπους του ΠΑΣΟΚ;

Το ΠΑΣΟΚ είναι η ηγεσία του, το πολιτικό του προσωπικό και η βάση του. Πραγματική κρίση για οποιοδήποτε πολιτικό σχηματισμό είναι να τον εγκαταλείπει η βάση του, γεγονός που καταγράφεται μέσα στην κοινωνία, αλλά και στις μετρήσεις. Και ακόμη χειρότερη κρίση είναι αυτό που καταγράφεται στην κοινωνία να μην αποκτά κανένα σημείο σύνδεσης με τους σχηματισμούς εντός των πολιτών, όπως συμβαίνει αυτή την ώρα που μιλάμε στο ΠΑΣΟΚ.
Αυτό εν μέρει έχει ερμηνεία. Κάποιοι συνειδητά εδώ και καιρό έχουν επιλέξει ποιους θα υπερασπισθούν και ποιους θα αφήσουν πίσω. Αυτό είναι μια πολιτική επιλογή, κακή, προσχεδιασμένη και πολιτικά ανήθικη, αλλά παραμένει μια πολιτική επιλογή.
Οι υπόλοιποι που συντάσσονται πίσω από αυτή την επιλογή, όταν είναι πλέον ξεκάθαρο και με μαθηματική ακρίβεια αποδεδειγμένο ότι αυτή η επιλογή οδηγεί στο γκρεμό, είναι ερωτηματικό. Η ερμηνεία, είτε εδρεύει στο φόβο, είτε στην υποταγή σε μια κυρίαρχη, αλλά αδιέξοδη λογική, είτε  αποτελεί μοιραία επένδυση σε μια θολή επόμενη ημέρα, δεν ανήκει σε σοσιαλιστές.

Καταψηφίσατε το Μνημόνιο. Τι είχατε δει έγκαιρα για να οδηγηθείτε σε αυτήν την επιλογή; Τι από αυτά επιβεβαιώθηκε;


Έχω ξαναπεί ότι δεν ανήκω σε πολιτικά μαντεία που διαβλέπουν καταστροφές, λοιμούς, καταποντισμούς και συνωμοσίες. Έχω όμως διατυπώσει εξαρχής την άποψη ότι η ελληνική κυβέρνηση χρησιμοποίησε την κρίση για να καταφέρει στρατηγικού τύπου επιλογές. Η προσφυγή στο ΔΝΤ δεν υπήρξε το αποτέλεσμα μιας δύσκολης συγκυρίας, αλλά ο μελετημένος σχεδιασμός μιας πολιτικής επιλογής.
Και αυτή η άποψη, σήμερα πια επιβεβαιώνεται με το χειρότερο τρόπο. Υπήρξε προφανές ότι αυτό που έφερνε το μνημόνιο ήταν μια συνταγή που παντού παρήγαγε τα ίδια αποτελέσματα. Όπως και στην Ελλάδα. Η οικονομία έχει μπει σε μεγάλη ύφεση και πληθωρισμό, το χρέος διογκώνεται, η παραγωγική βάση συρρικνώνεται, ο κοινωνικός ιστός διαλύεται, η εθνική κυριαρχία αποδυναμώνεται, η δημόσια περιουσία ξεπουλιέται ή καλύτερα χαρίζεται. Ο ελληνικός λαός εξοντώνεται.
Μιλάμε για κοινωνική και πολιτική χρεωκοπία. Ο περσινός Μάης υπήρξε το χρονικό ενός προαναγγελθέντος εγκλήματος.

Δεν νομίζετε ότι οι αντιδράσεις του κόσμου είναι αναντίστοιχες με το μέγεθος του προβλήματος που έχει τεθεί;


Απολύτως αναντίστοιχες. Την επόμενη ημέρα από τη δολοφονική επίθεση εναντίον του διαδηλωτή Γιάννη Καυκά, μια πράξη ακραίας τρομοκρατίας, στο κέντρο της Αθήνας διαδηλώναμε 3500 κόσμος. Αυτό είναι άκρως ενδεικτικό.
Κοιτάξτε η όξυνση της κρίσης συνεπάγεται και όξυνση της προπαγάνδας, αλλά και της καταστολής. Έχει καλλιεργηθεί με επιτυχία ο φόβος και η συνενοχή στον ελληνικό λαό. Λαός φοβισμένος και συνένοχος είναι λαός υποταγμένος. Βέβαια, αυτή η τεκμηρίωση δε δικαιολογεί από μόνη της, πώς σήμερα στην πλέον επιθετική φάση του καπιταλισμού, η αριστερά να μην προκρίνεται ως απάντηση. Προφανώς υπάρχει και μια άλλη τεκμηρίωση που μας ενοχοποιεί όλους. Η αδυναμία συνεργασίας, ο ηγεμονισμός, η περιχαράκωση, η μη διατύπωση μιας πειστικής πρότασης για το σήμερα και το αύριο, δεν απελευθερώνουν δυνάμεις, από το δόγμα του μονόδρομου, δεν απελευθερώνουν δυνάμεις από σύνδρομα φόβου και αδιεξόδου.

Η σοσιαλδημοκρατία πανευρωπαϊκά, ειδικά την περίοδο της κρίσης επιβεβαίωσε ότι αποδέχεται το νεοφιλελευθερισμό ως το πλαίσιο που ασκεί την οικονομική και κοινωνική πολιτική. Πολλοί σε αυτό είδαν μια ιδεολογική μετάλλαξη και άρα, μόνιμη μετατόπιση, και κατέληξαν ότι η μάχη ενάντια σε αυτήν την πολιτική πρέπει να δοθεί με δυνάμεις εκτός σοσιαλδημοκρατίας και μάλιστα, με δυνάμεις της αριστεράς. Πχ. Λαφονταίν, Μελανσόν.


Σε περιόδους κρίσης υπάρχει πάντα μια τεράστια δυνατότητα, αυτή του κοινωνικού μετασχηματισμού. Πράγματι η σοσιαλδημοκρατία αντί να αξιοποιήσει αυτή τη δυνατότητα, ανέδειξε ως τη μόνη λύση εξόδου από την κρίση το σκληρό νεοφιλελευθερισμό. Θαρρώ ότι αυτή είναι η ιστορική φάση του τέλους της. Πολύ απλά εάν σε περίοδο κρίσης δεν μπορείς να είσαι σοσιαλιστής, δεν μπορείς να είσαι ποτέ.
Είναι σαφές ότι η μάχη ήδη δίνεται με τις δυνάμεις της ευρύτερης αριστεράς, όπως ακριβώς συμβαίνει και στην Ελλάδα. Αυτή η μάχη όμως πρέπει να αποκτήσει πιο ισχυρά μετωπικά χαρακτηριστικά, πρέπει να ανοίξει δρόμους συνεργασίας, γιατί αυτοί είναι και οι κρίσιμοι όροι ώστε να απελευθερωθούν δυνάμεις.

Ωστόσο, στην Ελλάδα υπάρχουν διάσπαρτες, ορατές όμως, δυνάμεις, από το χώρο του ΠΑΣΟΚ που διαφοροποιούνται σαφώς. Δεν διακρίνουμε όμως το συντονισμό τους, πολύ περισσότερο τη δημιουργία ενός διακριτού ρεύματος. Πού οφείλεται; Είναι μια δυνατότητα;


Η Ελλάδα είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση. Το ΠΑΣΟΚ ενσωμάτωσε στους κόλπους του τη γενιά της αντίστασης, του 114, του Πολυτεχνείου, ευρύτερες δηλαδή αριστερές δυνάμεις.
Η βάση διαθέτει αυτά τα αντανακλαστικά και σε πολλούς είναι ήδη ενεργοποιημένα και ώριμα. Εάν επιδιώκουμε τη δημιουργία ενός ισχυρού μετώπου, οπωσδήποτε αυτό το μέτωπο οφείλει να συμπεριλάβει και αυτή την εκτεταμένη βάση.
Η πολιτική έκφραση αυτού του κόσμου δε θα γίνει από τα πάνω, ούτε από ομάδες και μηχανισμούς. Αυτός ο κόσμος θα βρει την έκφρασή του μόνο μέσα από κινηματικές διαδικασίες.
Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε στο και πέντε όσον αφορά θεωρητικές αναλύσεις και φιλοσοφικές προσεγγίσεις. Η θεωρία είναι οδηγός δράσης και ακριβώς στη δράση και στους δρόμους, αυτό το ρεύμα που εσείς αναφέρεται θα ανακαλύψει διαδικασίες συντονισμού και θα θέσει τις διαχωριστικές του γραμμές σε σχέση με την επίσημη κυβερνητική πολιτική. Σχηματικά και από τα πάνω δεν υπάρχει διέξοδος.

Συμμετέχετε ενεργά στην ΕΛΕ. Το τριήμερο ήταν πετυχημένο και με μεγάλη συμμετοχή του κόσμου. Που το αποδίδετε;


Πράγματι το τριήμερο διεθνές συνέδριο είχε μεγάλη επιτυχία τόσο όσον αφορά στην ποιότητα των συζητήσεων, όσο και στην μεγάλη προσέλευση του κόσμου.
Θαρρώ ότι αυτή η επιτυχία συνίσταται σε ένα λόγο. Πιστεύω ότι σήμερα η απόγνωση  ταυτόχρονα όμως με την αναζήτηση ενός άλλου δρόμους, κάνουν τον κόσμο να επιζητά μια απόδειξη.
Μια απόδειξη απτή, κατανοητή, εύληπτη, που να λέει ότι κάπου στον πλανήτη, σε μια πολιτική συγκυρία που έχει πολλές ομοιότητες με τη δική μας, τα πράγματα έγιναν αλλιώς. Σήμερα η επιβεβαίωση της ισχύος, η τεκμηρίωση της ορθότητας μιας πρότασης  μέσω ενός γεγονότος που έχει ήδη συμβεί, που αποτελεί ήδη μια ιστορική και πολιτική πρακτική είναι η μεγαλύτερη ανάγκη του ελληνικού λαού.
Αυτή ακριβώς είναι η δύναμη και η δυναμική της ΕΛΕ. Φέρει και μεταφέρει στην Ελλάδα όλη την εμπειρία, όλη τη μεθοδολογία και όλα τα αποτελέσματα που αναπτύχθηκαν σε διάφορες χώρες, με σημαντικότερο παράδειγμα αυτό του Ισημερινού.

Ποιο θα είναι το επόμενο βήμα;


Ήδη έχουμε περάσει στο επόμενο βήμα, το οποίο έχει δύο παράλληλα στάδια. Το πρώτο συνεχίζουμε την ενημέρωση σε όλη την Ελλάδα. Μόλις γύρισα από Θεσσαλονίκη και ετοιμαζόμαστε για Πάτρα, Γύθειο, Πρέβεζα, Λάρισα, για πολλές γειτονιές της Αθήνας. Η ΕΛΕ δεν έχει ημερομηνία λήξης, αντίθετα έχει μια σταθερή διογκούμενη δυναμική. Όσο ο κόσμος ενημερώνεται, τόσο συντάσσεται στην άποψη για άνοιγμα των λογαριασμών.
Από την άλλη ήδη έχει δημιουργηθεί μια ισχυρή ομάδα με πολύ αξιόλογους οικονομολόγους, νομικούς, λογιστές του χρέους, καθηγητές, με φορείς, σωματεία και συλλόγους που επιχειρούν πρόσβαση σε στοιχεία και λογιστικό έλεγχο.
Επιδιώκουμε με ό,τι εμπόδια συναντήσουμε μπροστά μας να αποδείξουμε ότι το χρέος δεν είναι μόνο νούμερα. Το χρέος έχει ταξική ταυτότητα και αυτή η ταυτότητα είναι σύμφυτο συστατικό του συστήματος.

Ένα ειδεχθές έγκλημα


Πώς τοποθετείστε στα νέα μέτρα που σχεδιάζει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ;


Ό,τι όρθιο έχει απομείνει από τη λαίλαπα του μνημονίου, γκρεμίζεται με διαδικασίες fast track. Νέος κύκλος περικοπών, διόγκωση της ανεργίας, πραγματική εξόντωση του ελληνικού λαού. Αυτή είναι η πραγματική χρεωκοπία την ίδια στιγμή που οι θύτες, εγχώριοι και ξένοι, καραδοκούν να αγοράσουν σε τιμή ευκαιρίας τη δημόσια περιουσία, να ιδιοποιηθούν μέσω κρίσιμων ιδιωτικοποιήσεων τους στρατηγικούς πυλώνες της πατρίδας μας. Η συναίνεση απέναντι στο νέο οικονομικό πρόγραμμα  ισοδυναμεί με ειδεχθές  έγκλημα. Ο καθένας ας αναλάβει τις ευθύνες του, εντός και εκτός κοινοβουλίου.

**Η αφίσα προστέθηκε από το μπλογκ

Κυριακή, 22 Μαΐου 2011

“ο Λαμπράκης δεν δολοφονήθηκε” *

* ΟΜΟΦΩΝΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΩΝ ΕΝΟΡΚΩΝ 27 Δεκεμβρίου 1966
Ανακοινώνεται η ομόφωνη ετυμηγορία των ενόρκων σύμφωνα με τη οποία
“ο Λαμπράκης δεν δολοφονήθηκε”
Ο εισαγγελέας ΠΑΥΛΟΣ ΔΕΛΑΠΟΡΤΑΣ σχολιάζοντας την απόφαση:
“Η απόφαση μοιάζει με φως εξαντλημένης ηλεκτρικής στήλης”
(από:  http://arcadia.ceid.upatras.gr/arkadia/culture/personalities/Lambrakis/dikiapofasi.html)


του Μποστ από http://giusurum.blogspot.com/2010/05/blog-post.html

100 ΩΡΕΣ ΤΟΥ ΜΑΗ
Τα τεκμήρια μιας πολιτικής δολοφονίας

Η ταινία – δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ “100 ώρες του Μάη” αναφέρεται στη δολοφονία του βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη στη Θεσσαλονίκη τον Μάη του 1963. Αποκαλύπτει τη σύνθεση των μηχανισμών του παρακράτους της εποχής, το οποίο και τότε – όπως και τώρα – αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι του επίσημου αστικού κράτους. Φωτίζει την ιεραρχία των παρακρατικών οργανώσεων, στην κορυφή της οποίας βρίσκονται επίσημα όργανα του κράτους και κυβερνητικά στελέχη.

Ακολούθως, αποδεικνύει ότι η δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη δεν ήταν μια αυθαίρετη ενέργεια του “παρακράτους” αλλά εντάσσεται στα πλαίσια των τρομοκρατικών επιθέσεων του νεοφασιστικού καθεστώτος της εποχής εναντίον των αντιφρονούντων.

Ο Δήμος Θέος, ένας από τους δύο σκηνοθέτες, γράφει για την ταινία: «Μέσα στην αλαμπουρνέζικη κοινωνία, όπως εκείνη στις δεκαετίες 1950-1970, περίοδος κατά την οποία ο χαζοχαρούμενος κινηματογράφος της Φίνος Φιλμ βρισκόταν στο ζενίθ του, το φιλμ 100 ώρες του Μάη συνιστά μια εξέγερση. Ερχόταν να θέσει τα δάχτυλα επί των τύπων των ήλων. Φυσικά η ταινία απαγορεύτηκε. Χρειάστηκε να περάσουν κάπου δεκαπέντε χρόνια για να μπορέσει, μετά την Μεταπολίτευση να προβληθεί στην Ελλάδα».

Πράγματι η προβολή της ταινίας απαγορέυτηκε από το τμήμα λογοκρισίας του τότε υπουργείου Προεδρίας. Και είναι λογικό, αφού σχεδόν 40 χρόνια μετά, η επίσημη ιστορία ακόμα γράφει ότι η δολοφονία έγινε από παρακρατικούς, “χωρίς άμεση ή έμμεση ανάμειξη της κυβέρνησης”**.
**Ιστορία του νεότερου και του σύγχρονου κόσμου, 'Γ Γενικού Λυκείου, σελ. 158

Σκηνοθεσία:    Φώτος Λαμπρινός, Δήμος Θέος
Σενάριο:    Δήμος Θέος, Φώτος Λαμπρινός
Διεύθυνση Φωτογραφίας:    Τάκης Καλατζής, Γιάννης Καλοβυρνάς
Μοντάζ:    Δήμος Θέος
Μουσική:    Νικηφόρος Ρώτας
Παραγωγός:    Δήμος Θέος
Αφήγηση:    Θόδωρος Μαλικιώσης
Τύπος:    35mm Ασπρόμαυρο
Χώρα Παραγωγής:    Ελλάδα
Διάρκεια:    28'
Έτος Παραγωγής:    1964




Αυτόπτης: Η δική μου μαρτυρία για τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη

του ΘΑΝΑΣΗ ΓΡΕΒΙΑ, από την ΑΥΓΗ, 22.05.11

Τη νύχτα της 22ας προς την 23η Μαΐου 1963 έλαχε σε μένα η τιμή να κρατήσω στα χέρια μου, για τέσσερις και πλέον ώρες, στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ της Θεσσαλονίκης, το σώμα -την κεφαλή- του βαρύτατα τραυματισμένου Γρηγόρη Λαμπράκη, χωρίς -δυστυχώς για εκείνον- να συμβεί, ανυποψίαστος όπως ήμουν, να ψαύσω την πίσω πλευρά του κρανίου του, ώστε να εντοπίσω την κρανιακή κάκωση που, όπως αργότερα έγινε γνωστό, είχε υποστεί από τον σιδερολοστό με τον οποίο ο -εκ των δολοφόνων του, επιβαίνων στην καρότσα του τρικύκλου- Εμμανουηλίδης, του είχε καταφέρει συντριπτικό χτύπημα στο πίσω μέρος του κρανίου του.

Μέλος από τις πρώτες μέρες του 1960 της οργάνωσης σπουδάζουσας της νεολαίας της ΕΔΑ, συμμετείχα στη συγκέντρωση, σε μια μικρή αίθουσα του 1ου ορόφου ενός παλαιού κτίσματος, που προσήλθε, τραυματισμένος στο μέτωπο από τους παρακρατικούς τραμπούκους, που είχαν, με την ανοχή και τη συνεργασία της Χωροφυλακής, κατακλύσει τη διασταύρωση των οδών Βενιζέλου και Ερμού, όπου μίλησε ο Γρηγόρης Λαμπράκης.

Με το τέλος της ομιλίας του, συνοδευόμενος μόνον από δυο-τρεις συνεργάτες του (εξαίρετους μεν αγωνιστές, αλλά εντελώς άπειρους σχετικά με τις μεθόδους που χρησιμοποιούσαν οι τότε διωκτικοί μηχανισμοί για να τρομοκρατουν τους αριστερούς πολίτες) από την Επιτροπή Ειρήνης και Αφοπλισμού της Θεσσαλονίκης, αποχώρησε από το κτήριο, και οι αξιωματικοί της Χωροφυλακής που -προφανώς βάσει σχεδίου- έλεγχαν απ’ έξω την είσοδο-έξοδο, έκλεισαν την πόρτα, και, έτσι, εμάς μεν μας εγκλώβισαν στο εσωτερικό του κτηρίου, τον Λαμπράκη δε και τους δυο-τρεις συνοδούς του τους υποχρέωσαν να κινηθούν, μόνοι και απροστάτευτοι, ανάμεσα σε 250 - 300 παρακρατικούς τραμπούκους, δήθεν «αγανακτισμένους πολίτες», που η Χωροφυλακή και διάφορες παρακρατικές οργανώσεις, όπως η «Καρφίτσα» του γερμανοντυμένου στην Κατοχή «φον» Γιοσμά, είχαν επιστρατεύσει για να συγκροτήσουν «αντισυγκέντρωση», και, με ύβρεις και επιθέσεις, να δυσκολέψουν, ή και να ματαιώσουν, την προσέλευση και συμμετοχή των πολιτών της Θεσσαλονίκης στη συγκέντρωση.

Όταν, ύστερα από περίπου 15' που άνοιξε ξανά η πόρτα του κτηρίου και επιτράπηκε σε μερικούς από εμάς να βγούμε απ’ αυτό, και, μαζί με άλλους (θυμάμαι καλά τον Σπύρο Σακκέτα) βρέθηκα ανάμεσα στους χωροφύλακες και τους αλαλάζοντες τραμπούκους, η επίθεση κατά του Λαμπράκη, με το τρίκυκλο του Κοτζαμάνη, και -κυρίως, αν όχι αποκλειστικώς- τον σιδερολοστό του επιβαίνοντος στην καρότσα του Εμμανουηλίδη, είχε ολοκληρωθεί, το τρίκυκλο είχε απομακρυνθεί, και το σώμα του βαρύτατα τραυματισμένου Λαμπράκη είχε στριμωχθεί σε ένα μικρό Ι.Χ. επιβατηγό αυτοκίνητο, με το οποίο και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ.

Συμπτωματικά, η ματιά μου έπεσε στη γωνία της οδού Σπανδωνή -εκεί, δηλαδή, όπου, σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά τις επόμενες μέρες, ελλόχευαν, με το τρίκυκλό τους, οι Κοτζαμάνης και Εμμανουηλίδης, και, απ’ όπου, καθώς επλησίασε ο Λαμπράκης, εφόρμησαν εναντίον του- και όπου διέκρινα όλη την ομάδα των ασφαλιτών (Μητρομάρα, «ξανθό», Μπαμπουξίδη κ.λπ.) που ήταν επιφορτισμένοι με την παρακολούθηση της δράσης μας στις πανεπιστημιακές σχολές, και, μεταξύ τους, τον -τότε-μοίραρχο Κατσούλη, που, σύμφωνα με βάσιμες πληροφορίες που περιήλθαν σε δημοσιογράφους που ερευνούσαν την υπόθεση της δολοφονίας, ήταν αυτός που υπέδειξε στους Κοτζαμάνη και Εμμανουηλίδη τον Λαμπράκη και έδωσε την εντολή της εφόρμησης.
Έφθασα στο νοσοκομείο περίπου τα μεσάνυχτα, και με μια μικρή ομάδα μελών της ΝΕΔΑ (θυμάμαι καλά τον Λαοκράτη Χαλβατζή και τον Μιχάλη Σπυριδάκη) στεκόμασταν ακριβώς στην είσοδο και ανταλλάσσαμε πληροφορίες σχετικά με την επίθεση κατά του Λαμπράκη, όταν, περίπου μισή ώρα μετά τα μεσάνυχτα, εμφανίσθηκε κάποιος με ιατρική μπλούζα, απευθύνθηκε σε εμάς, μας είπε ότι είναι γιατρός του νοσοκομείου, μας ερώτησε αν είμαστε εκεί για τον Λαμπράκη, του απαντήσαμε ναι, και ζήτησε έναν από εμάς να βοηθήσει, γιατί το νοσοκομείο δεν είχε διαθέσιμο νοσοκόμο.

Προσφερθήκαμε όλοι, βρέθηκα εγώ πιο κοντά του, τον ακολούθησα στο εσωτερικό του νοσοκομείου, πολύ πιθανόν κατεβήκαμε στο υπόγειο και μπήκαμε σε ένα κακοφωτισμένο και περίκλειστο θάλαμο, όπου πρώτα διέκρινα τον -επίσης βαρύτατα τραυματισμένο από τους παρακρατικούς τραμπούκους Γιώργη Τσαρουχά, βουλευτή της ΕΔΑ, και την κόρη του Καίτη Τσαρουχά, γραμματέα, τότε, της οργάνωσης της σπουδάζουσας- να στέκεται κοντά του και να τον φροντίζει, και, αμέσως μετά, το σώμα του Γρηγόρη Λαμπράκη επάνω σε ένα -όπως αμέσως μετά ανακάλυψα- ξύλινο κρεββάτι, από τρεις μακρόστενες σανίδες στηριζόμενες πάνω σε δύο ή τρία μεταλλικά «Π».

Ο γιατρός μου είπε να καθίσω σε μια μεταλλική καρέκλα πίσω από την κεφαλή του Λαμπράκη και μου έδειξε πώς, με τα χέρια μου, να κρατώ την κεφαλή του, στην κάτω σιαγόνα, συνέχεια και σταθερά προς τα πίσω, για να διευκολύνεται, έτσι, η εισπνοή-εκπνοή, και να μην πέφτει η κεφαλή του μπροστά, και αποχώρησε. Αμέσως μετά παρατήρησα ότι του είχαν κάνει τραχειοτομή (ή τραχειοστομία) και του είχαν τοποθετήσει τραχειοσωλήνα.

Καθώς το σώμα του Λαμπράκη ήταν γυμνό από τη μέση και πάνω παρατήρησα ότι στιν θώρακα, το στομάχι, την κοιλιά, και τα πλευρά του δεν έφερε καμμία -εξωτερική τουλάχιστον, και εμφανή- σωματική βλάβη. Ωστόσο, ο Λαμπράκης βρισκόταν σε κατάσταση που -γενικά είχα ακούσει ότι- ονομάζεται κωματώδης, ανέπνεε με μεγάλη δυσκολία, είχε απώλεια όλων των αισθήσεών του, και, για μένα (φοιτητή της Νομικής και εντελώς άσχετο με τα ιατρικά), η κατάστασή του αυτή ήταν -σύμφωνα με όσα γνώριζα μέχρι εκείνες τις ώρες για τις συνθήκες του τραυματισμού του-ανεξήγητη.

Πολύ περισσότερο μάλιστα αφού διαπίστωσα ότι ούτε καν ορό δεν του είχαν τοποθετήσει, ούτε καν ένα «τσιρότο» στην ανοιχτή πληγή του μετώπου του δεν του είχαν επιθέσει, αλλά και ότι αυτός ο θάλαμος αποκλειόταν να είναι θάλαμος νοσηλείας (για «μονάδα εντατικής θεραπείας» ούτε λόγος) και μάλιστα ενός νεόδμητου, τότε, νοσοκομείου, όπως ήταν το ΑΧΕΠΑ. Από τότε έχω την υποψία ότι επρόκειτο για τον συνήθη στα νοσοκομεία και τις κλινικές νεκροθάλαμο.

Μέχρι τις τρεις το πρωί δεν εμφανίσθηκε στον θάλαμο ούτε γιατρός ούτε νοσοκόμος, η εισπνοή-εκπνοή του Λαμπράκη γινόταν όλο και πιο δυσχερής, δυνατότητα εσωτερικής επικοινωνίας εμένα (και της Καίτης) με γιατρό ή νοσοκόμο δεν υπήρχε, όπως βέβαια δεν υπήρχε και δυνατότητα επικοινωνίας μας με την οργάνωση της Επιτροπής Πόλης της ΕΔΑ, κανένα από τα μέλη της οποίας -ή, έστω, κάποιος γιατρός, ή δικηγόρος, από τους πολλούς που γνωρίζαμε ως μέλη και στελέχη της ΕΔΑ, ούτε καν ο αεικίνητος και πανταχού παρών, όταν τον χρειαζόμασταν, αγωνιστής δικηγόρος Σύλλας Παπαδημητρίου δεν είχε εμφανισθεί στον θάλαμο.

Και, ξαφνικά, άνοιξε η πόρτα του θαλάμου, εμφανίσθηκε ο γιατρός, και τον ακολουθούσαν οι -γνωστοί στην Καίτη και εμένα, από σειρά δικών πού είχαμε μέχρι τότε ως κατηγορούμενοι για τη δράση μας ως αριστερών φοιτητών- Μήτσου (διοικητής Μακεδονίας της Χωροφυλακής), Καμουτσής (διοικητής Θεσσαλονίκης της Χωροφυλακής, και -τι σύμπτωση- διοικητής του Ε' τμήματος, στην αρμοδιότητα του οποίου υπαγόταν, το 1947, το σημείο όπου δολοφονήθηκε ο Γιάννης Ζεύγος), Δόλκας (διοικητής της «εθνικής ασφάλειας» Θεσσαλονίκης), και ο -επίσης γνωστός σε εμάς- αντεισαγγελέας Εφετών Παύλος Δελλαπόρτας, και πλησίασαν στο κρεββάτι όπου κείτονταν ο Λαμπράκης.

Ο Δόλκας -που, την Καίτη και εμένα, μάς εγνώριζε καλά, και κατά τα επώνυμά μας, από -πολύκροτη, τότε- δίκη μας στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο και Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπου κατέθεσε ως μάρτυρας κατηγορίας, και, μαζί με τους συντρόφους μας Ειρήνη Παπατσαρούχα-Μίσσιου, Κώστα Νταϊλιάνα, Αλέκο Γρίμπα, Κώστα Παπακωνσταντίνου, και Νίκο Μυρσίνη, ήμασταν κατηγορούμενοι για «περιύβριση αρχής» (της «εθνικής ασφάλειας» Θεσσαλονίκης) «διά του τύπου»- απευθύνθηκε σε εμένα ρωτώντας με επιτιμητικά και -όπως εκείνος φαντάζονταν-καταφρονητικά: «τι κάνεις εδώ εσύ, ρε παλιοκομμουνιστή;», του έδειξα τον γιατρό, και εκείνος τους εξήγησε τον λόγο της εκεί παρουσίας μου.

Πλησίασαν, περίπου ερευνητικά, το σώμα του Λαμπράκη, και, με κινήσεις και μορφασμούς απορίας, έδειχναν να μη γνωρίζουν (όπως βέβαια δε ν εγνώριζα και εγώ) την κρανιοεγκεφαλική κάκωση στο -τριχωτό μάλιστα- πίσω (αθέατο, έτσι όπως ήταν, ανάσκελα, ξαπλωμένος ο Λαμπράκης), μέρος της κεφαλής του, ο δε γιατρός, μπροστά μου τουλάχιστον, δεν τους παρέσχε καμία πληροφορία, έμμεσα ή άμεσα σχετική με την πραγματική αιτία της -κωματώδους-καταστάσεως του Λαμπράκη.

Αμέσως μετά ο Δόλκας άρχισε να τους λέει ότι η εκεί παρουσία μου ήταν επικίνδυνη, επειδή «οι κομμουνιστές μπορεί να μου δώσουν εντολή να σκοτώσω» τον Λαμπράκη για να «αποδώσουν τον θάνατό του στην εθνικόφρονα παράταξη», αλλά ο Παύλος Δελλαπόρτας του απάντησε ότι «γνωρίζει καλά» την Καίτη και εμένα, ότι είμαστε «έντιμοι νέοι», και ότι «αποκλείει» κάθε τέτοιο «κίνδυνο». Έφυγαν από τον θάλαμο, αλλά ο Π. Δελλαπόρτας έμεινε τελευταίος, στράφηκε προς την Καίτη και εμένα, σήκωσε τα χεράκια του (ήταν πολύ βραχύσωμος), ένωσε τα δάκτυλά του σε γροθιές, και -ψιθυριστά, αλλά εμφανώς- μάς προέτρεψε και μας ενθάρρυνε, ή, τουλάχιστον, εγώ αυτό κατάλαβα- «να κρατήσουμε καλά».

Έμεινα εκεί, κρατώντας στα χέρια μου την κεφαλή του Λαμπράκη, σχεδόν μέχρι τις πέντε το πρωί, όπου εμφανίσθηκε ο γιατρός, μου είπε ότι δεν χρειάζεται πλέον η βοήθειά μου, βγήκα στο προαύλιο του νοσοκομείου, όπου ήταν ακόμη -πολλοί- φοιτητές, μέλη της οργάνωσης οι περισσότεροι, και τους αφηγήθηκα όσα είχαν συμβεί κατά τη διάρκεια των τεσσάρων-πέντε ωρών που κράτησα στα χέρια μου την κεφαλή του Λαμπράκη.
Από τις επόμενες μέρες, και επί σαρανταοκτώ χρόνια από τότε, διερωτώμαι:
Καλά, εγώ, ούτε υποψιασμένος ήμουν ως προς την πιθανότητα να ήταν τραυματισμένος ο Λαμπράκης στην πίσω πλευρά της κεφαλής του (όλες οι, μέχρι τη χρονική στιγμή που μπήκα με τον γιατρό στο νοσοκομείο, πληροφορίες μου έλεγαν ότι το τρίκυκλο τον χτύπησε στο κορμί του), ούτε είχα, στοιχειώδεις έστω, ιατρικές γνώσεις για να αντιληφθώ την ύπαρξη της κρανιακής κάκωσης.

Αλλά, ήταν δυνατόν, από επιστημονική-ιατρική άποψη, οι γιατροί του νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ να μην έψαυσαν, αμέσως μόλις εκείνος διακομίσθηκε και τον παρέλαβαν, και επί πέντε, τουλάχιστον, ώρες μετά, το οπίσθιο τμήμα της κεφαλής του Λαμπράκη, όπου υπήρχε το συντριπτικό κάταγμα; Αν όχι, γιατί; Αν ναι, γιατί δεν (;) εντόπισαν και δεν (;) διέγνωσαν το συντριπτικό κάταγμα; Και, σε κάθε περίπτωση, γιατί, αυτές τις κρισιμότατες πρώτες πέντε-έξι ώρες, που κρίθηκε, αμετάκλητα, σύμφωνα με όσα τότε ειπώθηκαν από τους Έλληνες και ξένους επιστήμονες που ήρθαν στη Θεσσαλονίκη, η πορεία της υγείας του, απόθεσαν -για να μη χρησιμοποιήσω καμιά βαρύτερη λέξη- το σώμα του Λαμπράκη σε ένα νεκροκρέββατο του νοσοκομείου, χωρίς καμμία -έστω και στοιχειώδη για τις δυνατότητες εκείνης της εποχής- ιατροφαρμακευτική και νοσοκομειακή φροντίδα και περίθαλψη;

Αθήνα, 20/5/2011

Σάββατο, 21 Μαΐου 2011

Το όνομά του «λαός της Αριστεράς».

Η κατάληψη της Βαστίλλης, Henri Paul Perrault (1867–1932), via Wikipedia


του Ρούσσου Βρανά

Γεννήθηκε...
... στις 10 Μαΐου 1981, στην Πλατεία Βαστίλλης, µε θυελλώδεις πανηγυρισµούς. Το όνοµά του «λαός της Αριστεράς». Ετσι είχε βαφτίσει ο Πιερ Μορουά τα εκατοµµύρια των ανδρών και των γυναικών που τότε είχαν ρίξει στις κάλπες το ψηφοδέλτιο που έγραφε «Μιτεράν». Τριάντα χρόνια ύστερα από εκείνη την ευφορία, η φωνή της Αριστεράς έχει χαµηλώσει. Αποκοµµένη από τη βάση, δεν συγκεντρώνει πια εκείνον τον λαό που την είχε φέρει στην εξουσία.

Ενα πολιτικό...
... κοκτέιλ από σοσιαλιστές, αριστεριστές και κοµµουνιστές (µέχρι την αποχώρησή τους από την κυβέρνηση Μιτεράν, όταν αυτή έγινε νεοφιλελεύθερη), ύστερα από ένα τέταρτο του αιώνα, έφερνε τότε στην εξουσία τον «λαό της Αριστεράς». Οµως, αυτή η έκφραση µάλλον απλουστεύει την πραγµατικότητα. «Ακόµη και η λέξη “λαός” δεν είναι παρά µια απλούστευση», λέει ο Ρεµί Λεφέβρ, καθηγητής των Πολιτικών Επιστηµών στο Πανεπιστήµιο της Λίλης. «Στην πραγµατική ζωή βλέπουµε διάφορες κοινωνικές κατηγορίες. Ο “λαός της Αριστεράς” δεν είναι λοιπόν παρά µια πολιτική διατύπωση που αναφέρεται σε µια συγκεκριµένη στιγµή, όταν διάφορες κοινωνικές κατηγορίες έκαναν την υπέρβαση µε ένα κοινό ξέσπασµα». Τριάντα χρόνια αργότερα, υπάρχει ακόµη ο «λαός της Αριστεράς»; Μετά τον Μιτεράν, ένας στους τρεις εργάτες ψήφιζαν Λεπέν και µόλις ένας στους οκτώ Ζοσπέν, γράφει ο Ολιβιέ Πασκάλ-Μουσελάρ. Σήµερα, οι εργαζόµενοι κοιτάζουν µε δυσπιστία την αριστοκρατία του Σοσιαλιστικού Κόµµατος και τους διανοούµενούς του, που ένα µέρος του πέρασε στη δούλεψη του Σαρκοζί. Πόσοι ηγέτες του και πόσοι βουλευτές του είναι εργάτες; Το 1981 το συντηρούσε η λαϊκή βάση του. Σήµερα µοιάζει πιο πολύ µε ένα κόµµα προυχόντων και προεστών. Και όπως έδειξε η περίπτωση Στρος-Καν, ανάλογη είναι και η συµπεριφορά τους. «Πώς οι λαϊκές τάξεις θα αισθανθούν ότι ανήκουν στον “λαό της Αριστεράς”, λέει ο Ρεµί Λεφέβρ, «όταν το µεγαλύτερο κόµµα της δεν µιλάει ποτέ γι’ αυτές;».

Τα αίτια...
... ωστόσο για να υπάρξει µια µεγάλη κινητοποίηση του λαού υπάρχουν, και όχι µόνο στη Γαλλία: το κραχ του 2008, οι κραυγαλέες ανισότητες, οι επιθέσεις που δέχεται η παιδεία, οι κίνδυνοι που απειλούν τον δηµόσιο τοµέα της οικονοµίας. Τον δέκατο ένατο αιώνα η Αριστερά διεκδικούσε τις βασικές ελευθερίες. Τον εικοστό την ισότητα. Τι διεκδικεί η Αριστερά του εικοστού πρώτου αιώνα; Προδοµένη από τα σοσιαλιστικά κόµµατα, δυσκολεύεται να ανταποκριθεί ταυτόχρονα στις προσδοκίες των εργατών που θέλουν να κλείσουν τα σύνορα για να σωθούν οι δουλειές τους, των υπαλλήλων που θέλουν να διατηρήσουν τα κεκτηµένα τους, των µικροµεσαίων επιχειρηµατιών που ελπίζουν κι αυτοί σε µια ευκαιρία. Γι’ αυτό ακριβώς είναι κατακερµατισµένη. Οµως, όλοι αυτοί µαζί αποτελούν το 99% του λαού που σήµερα αποδεκατίζεται από την ολιγαρχία του χρήµατος. Και γι’ αυτό, λέει ο Πασκάλ-Μουσελάρ, είναι όλοι τους απαραίτητοι για εκείνο το κοινό ξέσπασµα που θα ξανακατακτήσει τη Βαστίλλη.  

Με ποιο κόµµα;...
... ∆εν γνωρίζουµε. Ας το ονοµάσουµε προσωρινά «Κόµµα της Βαστίλλης».

από ΤΑ ΝΕΑ, 20.05.11

Παρασκευή, 20 Μαΐου 2011

«Πολέμα και μην πεθάνεις από πείνα»

Poster for League for Industrial Democracy, designed by Anita Willcox during the Great Depression, showing solidarity with struggles of workers and poor in America, By photo by judy seidman, CC-BY-3.0, via Wikimedia Commons

 του Παναγιώτη Λίλλη, από τη «Διεθνιστική Αριστερά», 25.02.11


Σ’ αυτό το άρθρο αναφερόμαστε σε μια από τις κορυφαίες στιγμές του αμερικάνικου εργατικού κινήματος, το κίνημα των ανέργων στη δεκαετία του ’30, για την ακρίβεια απ’ το 1929 μέχρι το 1935. Με την ανεργία στη χώρα μας να καλπάζει –ήδη ξεπέρασε το 13,5% και τους 600 χιλ. ανθρώπους– τα μαθήματα απ’ αυτή τη μαζική πολιτική εμπειρία μπορεί να μας φανούν χρήσιμα, πολύ σύντομα.

Στις 29 Οκτωβρίου, την επονομαζόμενη «Μαύρη Τρίτη», το χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης είχε μια απότομη και κατακόρυφη πτώση. Τους μήνες και τα χρόνια που ακολούθησαν, το χρηματιστήριο είχε μια κίνηση-σπιράλ προς τα κάτω, που διακοπτόταν από στιγμιαίες ανόδους, μέχρι την τελική κατάρρευση του 1932. Μέσα σε τρία χρόνια οι μετοχές έχασαν το 89% της αξίας τους.
Η πτώση στο χρηματιστήριο δεν ήταν η αιτία της κρίσης, αλλά το πρώτο κτύπημα στο όργιο της κερδοσκοπίας, που είχε ανθίσει τα προηγούμενα χρόνια. Η φούσκα της πίστωσης είχε ξεπεράσει κατά πολύ τα φυσικά όρια της οικονομίας.

Οι συνέπειες ήταν καταστροφικές. Η κρίση επεκτάθηκε διεθνώς και αγκάλιασε όλο τον κόσμο. Το παγκόσμιο εμπόριο έπεσε κατά 60-70%, λόγω των προστατευτικών μέτρων που έπαιρναν τα διάφορα κράτη για να αποκλείσουν τις ανταγωνιστικές δυνάμεις να διεισδύσουν στις αγορές που ήλεγχαν. Οι 11 χιλ., από τις 25 χιλ. αμερικάνικες τράπεζες, χρεοκόπησαν. Τα κέρδη των επιχειρήσεων από 10 δισ. το 1929 έπεσαν στο 1 δισ. το 1932. Ο στασιμοπληθωρισμός (το ράλι πτώσης τιμών και μισθών) οδήγησε στο μαζικό κλείσιμο εργοστασίων. Το 1933, η ανεργία  έφτασε στο 25%, με 13 εκατ. άνεργους. Αυτή τη χρονιά υπήρχαν επίσης 2 εκατ. άστεγοι και περίπου 35 εκατ. Αμερικανοί πολίτες (απ’ τα 130 εκατ. πληθυσμό), ζούσαν χωρίς σταθερό μισθό.
 
Οι επιπτώσεις στην καθημερινή ζωή των εργαζομένων ήταν δραματικές. Μια ζωή οργανωμένη γύρω απ’ τη δουλειά και την οικογένεια διαλύθηκε. Το φαινόμενο του υποσιτισμού των παιδιών των ανέργων πήρε μαζικές διαστάσεις. Το 1931 καταγράφηκαν ακόμη και περιπτώσεις πείνας στην πλουσιότερη χώρα του κόσμου. Οι αρρώστιες εξαπλώθηκαν με την επιστροφή των παλιών επιδημιών. Τα ποσοστά γάμων και γεννήσεων έπεσαν θεαματικά. Οι χωρισμοί των ζευγαριών και οι αυτοκτονίες εκτοξεύτηκαν στα ύψη. Οι νέοι άντρες και οι νέες γυναίκες αρκεί εγκατέλειπαν μαζικά τις οικογενειακές τους εστίες και μετατρέπονταν σε περιπλανώμενους της υπαίθρου και των μεγάλων πόλεων[1].

Η κυβέρνηση του Χούβερ όχι μόνο δεν μπόρεσε να προλάβει τα γεγονότα, αλλά ούτε να τα προβλέψει. Ο αμερικάνος πρόεδρος λίγες μέρες πριν τη «Μαύρη Τρίτη» δήλωνε: «Σήμερα στην Αμερική βρισκόμαστε πιο κοντά στο να πετύχουμε την ολοκληρωτική νίκη έναντι της φτώχειας από κάθε άλλη στιγμή στην ιστορία οποιασδήποτε χώρας». Αλλά και μετά το ξέσπασμα της κρίσης δεν προσπάθησε να προωθήσει κάποια πρακτική πολιτική λύση. Ο αμερικάνος πρόεδρος συνήθιζε να λέει ότι για τη φτώχεια και την ανεργία αρκούσε η φιλανθρωπία στο κοινοτικό επίπεδο και δεν χρειαζόταν κάποια κρατική παρέμβαση.

Όμως οι ιδέες του Χούβερ δεν ήταν μια προσωπική ιδιομορφία ή εξαίρεση. Για την κοινή γνώμη του αμερικάνικου κατεστημένου «οι φτωχοί ήταν άξιοι της μοίρας τους»[2]. Ο Κάλβιν Κούλιτζ, προηγούμενος πρόεδρος των ΗΠΑ, σχολίαζε εκείνα τα χρόνια για την ανεργία με μια σοφία εφάμιλλη του Ρήγκαν και του Μπους: «Όταν ολοένα περισσότεροι άνθρωποι χάνουν τις δουλειές τους, τότε εμφανίζεται ανεργία». Ο δε Χένρι Φορντ, ο Πάπας της αμερικάνικης βιομηχανίας, δήλωνε το 1931: «Η κρίση οφείλεται στο ότι ο μέσος άνθρωπος αρνείται να εργαστεί ευσυνείδητα… υπάρχει πολλή δουλειά… αρκεί οι εργάτες να θέλουν να δουλέψουν…». Λίγες βδομάδες αργότερα απέλυε 75.000 εργάτες[3].

Ο Χούβερ όμως έθαψε εντελώς το πολιτικό του μέλλον, όταν διέταξε το στρατό (ούτε καν την αστυνομία) να χτυπήσει βετεράνους του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Οι βετεράνοι διαδήλωναν με τις οικογένειές τους στην Ουάσιγκτον για να πληρωθούν «πατριωτικά επιδόματα» που τους είχαν υποσχεθεί μετά τη λήξη του πολέμου. Την επιχείρηση καταστολής ανέλαβαν να υλοποιήσουν αξιωματικοί που αργότερα έγιναν διάσημοι στρατηγοί στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: Μακ Άρθρουρ, Αϊζενχάουερ, Πάτον. Από τότε άρχισαν να μαζεύουν παράσημα ανδρείας και να χτίζουν τη στρατιωτική τους καριέρα.

Στις προεδρικές εκλογές του 1932, νικητής με θριαμβευτικό τρόπο αναδείχτηκε ο Φράνγκλιν Ντελεάνο Ρούσβελτ, που επίκεντρο της προεκλογικής του εκστρατείας ήταν ο «μικρός άνθρωπος»…

Από τη διαμαρτυρία, στο ριζοσπαστισμό 

Αυτή η νέα μαζική κοινωνική εμπειρία της φτώχειας και της ανεργίας σκόρπισε την παλιά κυρίαρχη ιδεολογία, που έπνιγε στις ενοχές και τη ντροπή τους φτωχούς και τους άνεργους και τους έσπρωχνε στην απομόνωση και τη μοιρολατρία. Αυτή τη φορά τα ερωτήματα «γιατί» και «ποιος φταίει» έψαχναν άλλες απαντήσεις και τις έβρισκαν έξω από τον κόσμο του «αμερικάνικου ονείρου».

Οι πρώτες εκδηλώσεις της αλλαγής στη συνείδηση των φτωχών και των ανέργων ήταν οι λεηλασίες τροφίμων. Ομάδες των 30-40 μελών λεηλατούσαν αποθήκες τροφίμων, αλλά οι ιδιοκτήτες των αποθηκών απέφευγαν να καταγγείλουν τα γεγονότα, για να μη δημοσιοποιηθούν σε όλη τη χώρα. Το 1930, πάνω από 1.000 άνδρες, που περίμεναν στην ουρά για συσσίτιο (bread line) του Στρατού της Σωτηρίας, επιτέθηκαν σε δύο φορτηγά, που μετέφεραν τρόφιμα και γλυκά σε ένα ξενοδοχείο… Ήταν η πιο αυθόρμητη, μαζική και δημόσια λεηλασία που είχε γίνει μέχρι τότε.

Το πνεύμα εξέγερσης εξαπλωνόταν συνέχεια. Οι πριν λίγο απελπισμένοι άνθρωποι δεν περίμεναν πια να τους βοηθήσει η κυβέρνηση, αλλά βοηθούσαν οι ίδιοι τους εαυτούς τους, δρώντας άμεσα. Να ένα παράδειγμα χαρακτηριστικό των καιρών: «…Η Μόλι Τζάκσον μπήκε στο τοπικό παντοπωλείο, ζήτησε ένα σακί αλεύρι… γέμισε μια σακούλα με ζάχαρη… και είπε στον παντοπώλη: “Θα σε δω σε 90 μέρες. Έχω να ταΐσω κάμποσα παιδιά… Μη φοβάσαι, θα σε πληρώσω”. Κι όταν εκείνος διαμαρτυρήθηκε, η Μόλι έβγαλε το πιστόλι της και είπε: “Μάρτιν, αν προσπαθήσεις να μου πάρεις πίσω το  φαΐ, ορκίζομαι ότι θα αδειάσω το πιστόλι μου πάνω σου, ακόμα και αν πρόκειται να με εκτελέσουν αύριο το πρωί”…»[4].

Μετά τις λεηλασίες, οι ανταλλαγές προϊόντων ήταν επίσης μια εναλλακτική πρακτική επιβίωσης, ιδιαίτερα σε περιοχές με αγροτικές εργασίες. Τα διάφορα δίκτυα αλληλεγγύης μεταξύ των φτωχών (και όχι φιλανθρωπία της «καλής κοινωνίας» προς τους «πάσχοντες και ανάγκη έχοντες») κέρδιζαν συνέχεια έδαφος. Το 1933 όμως, όταν η κρίση έφτασε στο κορυφαίο σημείο της, ο δρόμος για την επιβίωση έπρεπε να περάσει σε μορφές δράσης πιο οργανωμένες και πολιτικές.

Ακτιβισμός και αιτήματα

Οι διαδηλώσεις των ανέργων και των φτωχών, ακόμη και στο πρώτο τους στάδιο το χαοτικό και αυθόρμητο, ήταν έντονα πολιτικές. Κυριαρχούσαν τα συνθήματα: «Πολέμα και μην πεθάνεις από πείνα», «Δουλειά ή μισθούς». Και όσο σταθεροποιούνταν πολιτικά οι διαδηλώσεις, έπαιρναν όλο  και περισσότερο χαρακτήρα ανταρσίας και κατευθύνονταν στα δημαρχεία των πόλεων, απαιτώντας τρόφιμα, επιδόματα και δουλειές. Ακόμα και όταν η αστυνομία διέλυε εύκολα τις «διαδηλώσεις της πείνας», οι δήμαρχοι και η κατώτερη κρατική γραφειοκρατία δεν μπορούσαν να αγνοήσουν το πρόβλημα και αργά ή γρήγορα υπέκυπταν στις πιέσεις των δημοτών τους.

Καταλυτικό ρόλο σ’ αυτή την εξέλιξη έπαιξε η παρέμβαση των αριστερών οργανώσεων, αλλά ιδιαίτερα ο ακτιβισμός της βάσης του Κομουνιστικού Κόμματος, που συσπείρωνε εξάλλου την πλειοψηφία της εργατικής πρωτοπορίας. Τα μέλη και τα στελέχη του ΚΚ είχαν διαπαιδαγωγηθεί όλα αυτά τα χρόνια στις σκληρότερες συνθήκες της ταξικής πάλης (συγκρούσεις με την αστυνομία, τους φασίστες και τους μπράβους των βιομηχάνων, φυλακές και βασανιστήρια, δουλειά στην παρανομία, διωγμοί των αριστερών συνδικαλιστών από τη γραφειοκρατία, ρατσιστική βία και εθνοτικοί διαχωρισμοί, κτίσιμο σωματείων σε χώρους που ο συνδικαλισμός ήταν παράνομος κ.λπ.). Αυτή ήταν η δύναμη που σε τοπικό επίπεδο ξεπέρασε τα φράγματα της σταλινικής σεχταριστικής πολιτικής της ηγεσίας του κόμματος.

Παράλληλα, στο επίπεδο των διεκδικήσεων, το κίνημα προχωρούσε από τα άμεσα στα μεταβατικά αιτήματα. Σ’ αυτό τον τομέα, η συμβολή της τροτσκιστικής Αριστεράς στις ζυμώσεις και τα ξεκαθαρίσματα ήταν η πιο σοβαρή[5]. Από τα τρόφιμα (ιδιαίτερα το απλό και ταπεινό «γάλα για τα παιδιά») στο πέρασμα για τη χορήγηση επιδομάτων ήταν εύκολο. Από κει  και πέρα όμως, κάθε νέο προχώρημα έπρεπε να περάσει από τη δοκιμασία μεγάλων αντιπαραθέσεων. Από τα γενικά επιδόματα (που είχαν άρωμα φιλανθρωπίας) μέχρι το επίδομα ανεργίας που ήταν ταξική απαίτηση και από κει μέχρι το «δουλειά ή μισθοί», κάθε βήμα αντιστοιχούσε σε ανάλογα πολιτικά ανεβάσματα.
Έτσι η προπαγάνδα για το σοσιαλισμό έβγαινε σαν το αποτέλεσμα της κρίσης και του αδιεξόδου του καπιταλισμού. Αφού αυτή η κοινωνία δεν μπορεί να προσφέρει στα μέλη της δουλειά για μια αξιοπρεπή ζωή, τότε γιατί δεν την αλλάζουμε;  Εκείνη την εποχή αυτό το συμπέρασμα και ερώτημα μαζί δεν απασχολούσε μόνο τους στρατευμένους επαναστάτες, αλλά όλο και περισσότερους ακτιβιστές.

Στις 6 Μαρτίου το 1930, στα πλαίσια της παγκόσμιας μέρας κατά της ανεργίας και ενώ η ανεργία δεν είχε ακόμη ξεπεράσει το 9%, το ΚΚ οργάνωσε διαδηλώσεις σ’ όλη τη χώρα. Για το κόμμα, η ανεργία ήταν ο «βασικός κρίκος της αλυσίδας» για να συγκεντρώσει γύρω του πλατιές μάζες και να τις ριζοσπαστικοποιήσει. Εκείνη τη μέρα μαζεύτηκαν στη Νέα Υόρκη  100 χιλ. διαδηλωτές και παναμερικανικά πάνω από 500 χιλ. Ήταν μια απρόσμενη επιτυχία ακόμη και για τους ίδιους τους οργανωτές.

Τίποτα όμως δεν μπορούσε να ξεπεράσει τη συγκεκριμένη τοπική δουλειά οργάνωσης και αντίστασης στις εργατικές συνοικίες. Στην κορυφαία της στιγμή η μαζική διαμαρτυρία έφτασε με τις κινητοποιήσεις ενάντια στις εξώσεις. Το 1931, το κίνημα των ανέργων είχε ακυρώσει 75χιλ. εξώσεις μόνο στην περιοχή της Νέας Υόρκης.

Σ’ αυτό το σημείο αξίζει να αναφέρουμε, σε γενικές γραμμές και ελεύθερη μετάφραση, την εμπειρία των ακτιβιστών και ακτιβιστριών του ΚΚ ΗΠΑ:

«…Και λοιπόν τι θα κάναμε για όλα αυτά; Πώς μπορούσε μια μικροκαμωμένη γυναίκα να αλλάξει τον κόσμο; Θα σας το πω. Είναι μια καλή ιστορία, γιατί εκείνες τις μέρες ξεκινήσαμε τη δράση μας. Συγκροτήσαμε τα Συμβούλια Ανέργων… Ανοίξαμε ένα γραφείο στο κέντρο της γειτονιάς. Πηγαίναμε το πρωί, κάναμε καφέ και ετοιμαζόμασταν… Ξαφνικά όλο και κάποιος άνοιγε την πόρτα και έμπαινε στο γραφείο. Ακολουθούσε λίγο-πολύ η ίδια συζήτηση:  “Καλημέρα. Ποιος είστε; Μόλις έχω απολυθεί”. Και τότε ξεσπούσαμε σε κραυγές: “Ζήτω, ακόμη ένας απολύθηκε. Θαυμάσια!” Ο άνθρωπος μας κοιτούσε κατάπληκτος και μας έπαιρνε για τρελές. Απόλυση γι’ αυτόν σήμαινε όχι μισθό, όχι λεφτά για νοίκι, πουθενά μέρος για να κοιμηθεί, τίποτα για να φάει… Του εξηγούσαμε αμέσως ότι για μας σήμαινε ακόμη έναν σύντροφο για να μοιράζει προκηρύξεις… Έτσι προσπαθούσαμε να αλλάξουμε την ψυχολογία του, που είχε καταρρεύσει, και να μετατρέψουμε τη δυστυχία του σε δράση… Είχαμε πάρει την απόφαση ότι θα ελέγχαμε τις ζωές μας. Είχαμε πάψει να είμαστε τα θύματα… Κανένας μόνος του… Όλοι μαζί μπορούσαμε να νικήσουμε…»[6].

Αλλά αν η προηγούμενη μαρτυρία αφορούσε τη «δουλειά γραφείου», η επαναστατική αγκιτάτσια γινόταν φοβερό όπλο τη στιγμή της έξωσης:

«…Στο μεταξύ βγαίναμε στο μπαλκόνι και φωνάζαμε στο πλήθος που μαζευόταν από κάτω, στο δρόμο: “Γείτονες, αδέλφια εργάτες. Είμαστε γυναίκες άνεργων εργατών και η αστυνομία μας κάνει έξωση. Σήμερα κάνουν έξωση σ’ εμάς, αύριο θα είναι η σειρά σας. Ό,τι θα συμβεί σ’ εμάς, θα συμβεί και σ’ εσάς. Δεν έχουμε δουλειά. Δεν έχουμε φαγητό. Τα νοίκια είναι πολύ ψηλά. Έχει έρθει η αστυνομία για να μας πετάξει έξω. Θα το επιτρέψετε;” Το κλασικό μοτίβο στη συνέχεια ήταν το εξής: σε λίγη ώρα ο δρόμος γέμιζε όχι μόνο με περίεργους, αλλά με άνεργους και εργαζόμενους της συνοικίας, που ήταν εξαγριωμένοι και είχαν απειλητική διάθεση απέναντι στην αστυνομία και στους φορτοεκφορτωτές. Ήδη στο σπίτι επάνω διεξαγόταν μια άγρια και άνιση σωματική πάλη. Απ’ τη μια οι άνθρωποι της εταιρείας μεταφορών τραβούσαν τα έπιπλα και απ’ την άλλη οι γυναίκες τα κρατούσαν με πείσμα. Όταν τελικά οι φορτοεκφορτωτές έβγαζαν τα έπιπλα στο δρόμο, κάνοντας όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, έφευγαν τρέχοντας. Σε λίγο, δεκάδες και εκατοντάδες χέρια μετέφεραν ξανά τα έπιπλα πάνω στο σπίτι και στη θέση που ήταν προηγουμένως, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα…»[7].

Να ακόμη ένα παράδειγμα άμεσης δράσης από τοπικούς οργανωτές του κόμματος στο Σικάγο:

«…Μιλούσαμε απλά και εξηγούσαμε την πλατφόρμα, τα αιτήματα και τις δράσεις του Συμβουλίου Ανέργων… φτάνοντας στο τέλος είπαμε : “Υπάρχει καμιά ερώτηση;”… Ξαφνικά ένας γέρος μαύρος άντρας σηκώθηκε και ρώτησε: “Τι θα κάνετε για τη μαύρη οικογένεια που της έκαναν έξωση σήμερα; Είναι έξω στο δρόμο με τα έπιπλά τους…”. Ο πρόεδρος κι εγώ απαντήσαμε σχεδόν αμέσως: “Πολύ απλό! Σταματάμε εδώ τη συζήτηση, πάμε και ξαναβάζουμε τα έπιπλα πίσω στο σπίτι… Και μετά συνεχίζουμε…”. Έτσι και έγινε… Πήγαμε, μεταφέραμε τα έπιπλα και τα ξαναβάλαμε στη θέση τους, όπως ήταν πριν. Μετά ξαναγυρίσαμε στην αίθουσα που είχαμε τη συνάντηση. Αυτή τη φορά η αίθουσα ξεχείλιζε από κόσμο»[8].

Δύο ήταν τα άμεσα αποτελέσματα της τοπικής δουλειάς του κόμματος στο μέτωπο της ανεργίας. Καταρχήν η μάζα των ανέργων στράφηκε αριστερά και αποτέλεσε μια πολύτιμη συμμαχία στους συνδικαλιστικούς αγώνες των επόμενων χρόνων. Και ύστερα το ΚΚ γνώρισε μια πρωτοφανή ανάπτυξη της οργανωμένης δύναμής του. Από 7.000 μέλη στα τέλη της δεκαετίας του ’20, έφτασε στα 75.000 μέλη στα μέσα της δεκαετίας του ’30.

Η κρίσιμη χρονιά του 1934

Το 1933 η ανεργία υποχώρησε λίγο (απ’ το 25% έπεσε στο 21,5%). Αυτή η μικρή ανάσα έδωσε στο εργατικό κίνημα την ευκαιρία να περάσει στην αντεπίθεση του 1934. Είχαν ήδη περάσει 15 χρόνια από την τελευταία μεγάλη ταξική αναμέτρηση του 1919. Σε τρεις μεγάλες απεργιακές μάχες (αυτοκινητοβιομηχανία του Τολέδο, οδηγοί φορτηγών της Μινεάπολης και «εργάτες του νερού» στη Δυτική Ακτή-Σαν Φρανσίσκο) αναμετρήθηκαν συνδικάτα της βάσης με τα καπιταλιστικά μονοπώλια και νίκησαν. Και στις τρεις περιπτώσεις οι απεργίες είχαν πολιτική ηγεσία κόμματα και οργανώσεις της Αριστεράς. Στο Τολέδο ήταν το Σοσιαλιστικό Κόμμα που καθοδηγούσε την απεργία, στη Μινεάπολη ο τροτσκιστικός Κομμουνιστικός Σύνδεσμος και στο Σαν Φρανσίσκο το Κομμουνιστικό Κόμμα.

Οι μάχες αυτές ξέφυγαν απ’ το στενό τοπικό χαρακτήρα τους και έγιναν κέντρο της προσοχής όλης της χώρας. Πρώτος λόγος γι’ αυτό ήταν τα αιτήματα των απεργών: αναγνώριση των συνδικάτων, αυξήσεις μισθών και επαναπρόσληψη των απολυμένων. Ήταν αιτήματα που αγκάλιαζαν όλη την εργατική τάξη, ξεκόβοντας από την παλιά συνδικαλιστική παράδοση των στενών συντεχνιακών διεκδικήσεων. Δεύτερος λόγος ήταν η σκληρότητα της αναμέτρησης. Οι επιχειρηματίες, αφού απέτυχαν να μπλοκάρουν το ξέσπασμα των απεργιών με διάφορα «εργοδοτικά σωματεία», προσπάθησαν στη συνέχεια να τις διαλύσουν με απεργοσπάστες υπό την προστασία ιδιωτικής αστυνομίας και της Εθνικής Φρουράς. Στις συγκρούσεις που επακολούθησαν, οι απεργιακές φρουρές (από εργαζόμενους και άνεργους) δεν διαλύθηκαν, παρά τις δολοφονίες και τους τραυματισμούς αγωνιστών…
Μετά από μήνες απεργιών, οι επιχειρηματίες και η κυβέρνηση αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Πέρα από τις επιμέρους συνδικαλιστικές συμφωνίες, η κυβέρνηση του Ρούσβελτ αναγκάστηκε να ψηφίσει, το 1935, τον πρώτο νόμο κοινωνικής ασφάλισης που συμπλήρωσε και με ένα πρόγραμμα δημοσίων έργων, προσφέροντας δουλειά σε εκατομμύρια άνεργους[9]. Αλλά αν αυτό ήταν το άμεσο αποτέλεσμα των απεργιακών μαχών, η πιο σοβαρή επίπτωση ήταν η ραγδαία εξάπλωση του συνδικαλισμού και η συγκρότηση της CIO (Κογκρέσο Βιομηχανικών Συνδικάτων).

Σ ’αυτές τις μεγάλες ταξικές μάχες το αποτέλεσμα κρίθηκε από κάποιες στρατηγικές προϋποθέσεις:

1. Από την ενότητα ανέργων και εργαζόμενων. Το κίνημα των ανέργων μεταμόρφωσε τους ανέργους από μια άβουλη μάζα, που τροφοδοτούσε τους απεργοσπαστικούς μηχανισμούς, σε μαχητική δύναμη κρούσης ενάντια στη βία των ιδιωτικών και πολιτειακών αστυνομιών και της εθνοφρουράς. Και στις τρεις μάχες που αναφερόμαστε, οι άνεργοι ήταν στην πρώτη γραμμή άμυνας των απεργών.
2. Από το σπάσιμο των φυλετικών διαχωρισμών, που τη δεκαετία του ’20 ήταν το βασικό εργαλείο της αντίδρασης ενάντια σε κάθε κίνημα. Αυτή τη φορά, ακόμη και συντηρητικοί συνδικαλιστές κατάλαβαν ότι, για να νικήσουν οι απεργίες, οι λευκοί εργάτες είχαν ανάγκη το «μαύρο αδελφό».
3. Η πρωτοβουλία για τις απεργίες είχε αφετηρία τη βάση των συνδικάτων στους χώρους δουλειάς και όχι την υψηλή ιεραρχία των συντεχνιακών συνδικάτων της AFL. Οι τοπικές ηγεσίες των συνδικάτων δεν βρίσκονταν μόνο κάτω από τον ασφυκτικό έλεγχο των μελών τους, αλλά και των εργατικών κοινοτήτων (με τις οικογένειες τους, τους ανέργους και τα πληβειακά μεσοστρώματα της περιοχής) γύρω από τα εργοστάσια.

Επίλογος

Το 1935, η κοινωνική νομοθεσία της κυβέρνησης του Ρούσβελτ σημάδεψε το τέλος του πρώτου κύκλου του κινήματος των ανέργων. Η κυρίαρχη μυθολογία θέλει να μας λέει ότι η ευαισθησία του προέδρου ήταν που έκρινε αυτές τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις στον καιρό της μεγαλύτερης οικονομικής κρίσης… Η αλήθεια όμως ήταν διαφορετική. Η αλήθεια ήταν ότι η νέα πολιτική πραγματικότητα, οι νέοι συσχετισμοί που διαμορφώθηκαν μέσα απ’ την ταξική πάλη της πρώτης περιόδου της κρίσης (1929-1935), απέδειξαν ότι και σε περίοδο κρίσης, σαν και αυτή που περνάμε σήμερα, το εργατικό κίνημα έχει και μπορεί να επιβάλλει λύσεις στα προβλήματα της φτώχειας και της ανεργίας. Και αυτό έγινε δυνατό γιατί οι ιδέες, που καθοδηγούσαν το κίνημα, ήταν οι ιδέες της ριζοσπαστικής Αριστεράς.


Σημειώσεις
1. F.F.Piven, R.Cloward, «Poor peoples’ movements», 1977.
2. Alberto Alesina, Edward L. Claeser, «Η καταπολέμηση της φτώχειας στις ΗΠΑ και την Ευρώπη», 2009.
3. Χάουαρντ Ζιν, «Ιστορία του λαού των ΗΠΑ», εκδόσεις Αιώρα, 2009.
4. Χάουαρντ Ζιν, «Ιστορία του λαού των ΗΠΑ», εκδόσεις Αιώρα, 2009.                               
5. Albert Weisbord, «A concrete program for the uneployed», 1930.
6. Rose Cherin, «Organising the uneployed in the Bronx in the 1930s», 1949.
7. Rose Cherin, «Organising the uneployed in the Bronx in thw 1930s», 1949.
8. F.F.Piven, R.Cloward, «Poor peoples movements», 1977.
9. Danny Lucia, «The uneployed movement of the 1930s», ISR, 2010.

Πέμπτη, 19 Μαΐου 2011

Το μάθημα της καμαριέρας

Porträt einer Zofe, 1916, Amedeo Modigliani [Public domain], via Wikimedia Commons

της Σίσσυς Βωβού, ΑΥΓΗ, 19.05.11


Έχουμε μπροστά μας ένα πολύ συνηθισμένο, αλλά σπάνια τιμωρούμενο παράπτωμα ή κακούργημα, αυτό της σεξουαλικής παρενόχλησης στον χώρο της εργασίας ή και του βιασμού. Μια καμαριέρα καταγγέλλει έναν πελάτη ξενοδοχείου για απόπειρα βιασμού, σεξουαλική παρενόχληση και ομηρία. Όταν πάει να καθαρίσει το δωμάτιο, ο πελάτης τη ρίχνει κάτω και προσπαθεί να τη βιάσει, μετά την κλειδώνει στην τουαλέτα. Αυτή φωνάζει, έρχονται άλλοι ταπεινοί εργαζόμενοι και εργαζόμενες, γίνεται θέμα, έρχεται η αστυνομία, το θέμα δεν μπορεί πλέον να κρυφτεί, οδηγούμαστε στη σύλληψη του πελάτη και όλα τα επόμενα.

Αυτό δεν γίνεται για πρώτη φορά στο Σόφιτελ της Νέας Υόρκης, όπως είπε ο εισαγγελέας του δικαστηρίου. Είχαν γίνει πολλές καταγγελίες στο παρελθόν και δεν είχε προχωρήσει η δικαστική διαδικασία, γιατί το πράγμα κουκουλωνόταν. Ο ίδιος πελάτης, κατηγορούμενος σήμερα, έμενε τακτικά σ’ αυτό το ξενοδοχείο. Είτε οι καταγγελίες ήταν γι’ αυτόν ή για κάποιον/κάποιους άλλους, το γεγονός είναι ότι κουκουλωνόντουσαν για να μην χάσει το καλό του όνομα το Σόφιτελ και συνεπώς την πληρότητά του. Όταν ο πελάτης είναι και σε σουίτα 3.000 δολαρίων την ημέρα, μάλλον θα υπήρχε περισσότερη «διακριτικότητα» απέναντι σε τίποτα ατασθαλίες ή καταγγελίες, ενδεχομένως και χρηματισμός των θυμάτων ή της διεύθυνσης του ξενοδοχείου.

Το θέμα ξέφυγε. Και η αμερικανική Δικαιοσύνη αποφάσισε κατ’ εξαίρεσιν να λειτουργήσει με βάση την ισονομία των πολιτών και τους νόμους, που λένε ότι διώκεται ποινικά ο βιασμός και η σεξουαλική επίθεση κατά των γυναικών γενικά και στον χώρο της εργασίας επίσης. Αυτούς τους νόμους δηλαδή που για χρόνια και δεκαετίες έχουν αγωνιστεί οι Αμερικανίδες φεμινίστριες για να ψηφιστούν, ενώ κάθε φορά λοιδορούνταν από την πατριαρχική αντίληψη ότι είναι «υπερβολικοί», ότι «αντιστρατεύονται τη σεξουαλικότητα», ότι είναι στο πνεύμα της «πολιτικής ορθότητας» και γενικά ότι εξυπηρετούν μόνο την υστερία των φεμινιστριών.

Κι ενώ έχουμε μπροστά μας την καταγγελία μιας συνηθισμένης κακουργηματικής πράξης από μια εργαζόμενη, βοά η Γαλλία για σκευωρία, παίρνουν φωτιά τα ΜΜΕ για να ανακαλύψουν ποιος την οργάνωσε, την ίδια ώρα που ελάχιστοι και ελάχιστες αναρωτιούνται για την καμαριέρα ή πιστεύουν την καταγγελία της, ελάχιστοι αναρωτιούνται για την ψυχική της κατάσταση και το σοκ που υπέστη, γιατί δεν τους μένει τηλεοπτικός χρόνος από τους θρήνους τους για το βασανιστήριο και τον διασυρμό που προκαλούν οι χειροπέδες σ’ έναν μεγαλόσχημο εκπρόσωπο του κατεστημένου.

Και όλα τα παραπάνω, όταν ο ίδιος ο μεγαλόσχημος εκπρόσωπος δεν μίλησε για σκευωρία, απλώς κατασκεύασε ένα άλλοθι και όταν δεν του βγήκε κατασκεύασε ένα άλλο. Και επίσης όταν όλοι οι «γνωστοί», οι «φίλοι» και οι «συνεργάτες», για χρόνια προσπαθούσαν να συγκαλύψουν τις ατασθαλίες ή τα κακουργήματά του. Ενώ κάποιες παθούσες, που ήδη εμφανίστηκαν, απλώς λένε ότι δεν τολμούσαν να τον καταγγείλουν γιατί ήταν «μεγάλος». Δηλαδή πολλοί και πολλές γνώριζαν, αλλά τι να κάνουμε, έχει και τις αδυναμίες του, κανείς δεν είναι τέλειος.

Σήμερα έχουμε τη χαρά να γιορτάζουμε μια μεγάλη νίκη του δικαιώματος των εργαζομένων γυναικών για αξιοπρέπεια στην εργασία και εναντίον της σεξουαλικής παρενόχλησης. Μια νίκη παγκοσμίων διαστάσεων, ένα μάθημα για την αξία των φεμινιστικών αγώνων, ένα φόβητρο για την αλαζονεία, έστω και του πιο μεγαλόσχημου εκπρόσωπου αυτού του μικρού πλανητικού χωριού.

Φυσικά τα γυναικεία δικαιώματα εν προκειμένω μπλέκονται με τον θεσμικό ρόλο του θύτη, που τον βλέπουμε να καταρρέει σαν τον Δράκουλα την αυγή, δίνοντας χαρά και αγαλλίαση σε πολλούς και πολλές, για τον αντικοινωνικό θεσμικό του ρόλο, αφού εκπροσωπούσε έναν κτηνώδη εκπρόσωπο ενός κτηνώδους κατεστημένου και οργανισμού.

Όλοι αυτοί αλλά και αυτές, προοδευτικοί και προοδευτικότεροι, πριν προλάβουν να ευχαριστήσουν την καμαριέρα που έσπασε τη σαπουνόφουσκα της αλαζονείας και της αυτοπεποίθησης του μεγάλου διασώστη, αρχίζουν να λοιδορούν τον δικό μας πρωθυπουργό που είναι μεν καμαριέρα, αλλά δεν έχει την τόλμη της νεαρής μιγάδας του Σόφιτελ. Γιατί δεν θα ξεχάσουμε ότι καμαριέρα, πλύστρα, υπηρέτρια, όλα αυτά τα κακά όχι μόνο του τα αποδίδουν απαξιώνοντας σκληρά και τίμια εργαζόμενες γυναίκες, αλλά και ξεδίνουν, ας μην ξεχνάμε, με το γεμάτο αντιδραστικά κλισέ χιούμορ, αφού είναι τόσο απαραίτητο τις σκληρές μέρες που ζούμε. «Χιούμορ» που το βλέπουμε να κυκλοφορεί σε επίσημα ΜΜΕ όσο και σε κάθε είδους διαδικτυακή επικοινωνία. Τι κρίμα κι αυτό!

svovou@otenet.gr

Τετάρτη, 18 Μαΐου 2011

"Το τρίκυκλο ήταν της χούντας!"

Από το Τρίκυκλο στα Τανκς – Εκδηλώσεις Μνήμης για τους Δολοφονημένους Βουλευτές Γιώργη Τσαρουχά και Γρηγόρη Λαμπράκη, από Θεσσαλονίκη Ανοιχτή Πόλη

του Τριαντάφυλλου Μηταφίδη*, από την ΑΥΓΗ, 18.05.11

Την Τετάρτη 22 Μαΐου 1963 θα διαδραματιζόταν στη Θεσσαλονίκη μια από τις κορυφαίες στιγμές της σύγχρονης τραγωδίας, που θα σφράγιζε ανεξίτηλα την ιστορία της χώρας. Ο βουλευτής της ΕΔΑ Γρηγόρης Λαμπράκης, 51 ετών, υφηγητής της Ιατρικής και βαλκανιονίκης, έπεφτε θανάσιμα τραυματισμένος, στη διασταύρωση των οδών Βενιζέλου - Ερμού, από τους παρακρατικούς φονιάδες Σπύρο Γκοτζαμάνη και Εμμανουήλ Εμμανουηλίδη, που εφόρμησαν με «τρίκυκλο» εναντίον του. Κλινικά νεκρός, «ο μαραθωνοδρόμος της ειρήνης» θα αφήσει την τελευταία του πνοή στις 27/5/1963 στο ΑΧΕΠΑ.

Την τύχη του Λαμπράκη λίγο έλειψε να έχει και ο βουλευτής Καβάλας της ΕΔΑ Γιώργης Τσαρουχάς, που λίγο πριν είχε χτυπηθεί από τους παρακρατικούς «αντιφρονούντας», οι οποίοι πολιορκούσαν τα γραφεία του «Δημοκρατικού Συνδικαλιστικού Κινήματος», όπου γινόταν η συγκέντρωση των «Φίλων της Ειρήνης». Ό,τι δεν κατάφερε ο θηριώδης παρακρατικός τραμπούκος «Αντωνάρας» Πιτσώκος, που κακοποίησε άγρια τον Γ. Τσαρουχά, θα το καταφέρουν πέντε χρόνια αργότερα οι δήμιοι της Χούντας. Στις 9/5/1968, στα γραφεία της ΚΥΠ στο Γ' Σ.Σ. θα δολοφονήσουν μετά από βασανιστήρια τον Γιώργη Τσαρουχά.

Η δολοφονία του Λαμπράκη ήταν βασικός κρίκος μιας μακριάς αλυσίδας συνωμοσιών και εγκλημάτων με στρατηγικό στόχο την επιβολή δικτατορίας. Γιατί «το τρίκυκλο ήταν της χούντας», όπως έγραψαν χαρακτηριστικά στο περιοδικό ΕΠΙΚΑΙΡΑ ο Γιώργος Μπέρτσος και ο Γιάννης Βούλτεψης, που, μαζί με τον Γιώργο Ρωμαίο, αποτέλεσαν συμβολικά «το δημοσιογραφικό τρίκυκλο», το οποίο συνέβαλε αποφασιστικά στην αποκάλυψη και διαλεύκανση των συνωμοτικών πτυχών αυτού του στυγερού πολιτικού εγκλήματος.

Ήδη από το 1962, ο Γ. Γεωργαλάς, ο θεωρητικός εγκέφαλος της χούντας, είχε εισηγηθεί στην ΚΥΠ την οργάνωση «αντισυγκεντρώσεων προς εξουδετέρωσιν των κομμουνιστών υπό καταλλήλων προσώπων» - όπως π.χ. ήταν η ψευδεπίγραφη αντικομμουνιστική συμμορία «Σύνδεσμος Αγωνιστών και Θυμάτων Εθνικής Αντιστάσεως Βορείου Ελλάδος» του δωσίλογου φον Ξ. Γιοσμά. Την εκπόνηση των σχεδίων για τις αντισυγκεντρώσεις είχε αναλάβει η λεγόμενη «Αφανής Επιτροπή», που είχε συσταθεί μετά την εκλογική επιτυχία της ΕΔΑ το 1958, με την επίβλεψη-χρηματοδότηση της CIA. Από αυτό το «επιτελείο του εγκλήματος», στο οποίο συμμετείχε και ο κατοπινός αρχιπραξικοπηματίας Παπαδόπουλος, προήλθε το κατεπείγον σήμα του Γενικού Επιτελείου Στρατού προς τις στρατιωτικές μονάδες, στις 24/5/1963, με τίτλο «Ο ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΚΑΛΕΙ», που υπέγραφε ο στρατοδίκης της δίκης του ΑΣΠΙΔΑ συνταγματάρχης Απ. Ζαλαχώρης. Ο ίδιος, βέβαια, αποποιήθηκε κάθε ευθύνη, όταν διέφυγε στο εξωτερικό μετά το βασιλικό «αντιπραξικόπημα» - οπερέτα στις 13/12/1967. Ξεπερνώντας σε κυνισμό την κατάπτυστη ανακοίνωση της Αστυνομίας και τα δημοσιεύματα του φιλοκυβερνητικού Τύπου ότι ο Λαμπράκης έπεσε θύμα «τροχαίου ατυχήματος ενώ ηγείτο διαδηλώσεως κομμουνιστών»(!), ο Ζαλαχώρης θριαμβολογούσε για τη δολοφονία, αφού τάχα «ο λαός της Θεσσαλονίκης, προκληθείς υπό των ερυθρών πρακτόρων, έδωσε την απάντησίν του» (!) Ένας λαός, που με βουρκωμένα μάτια κατευόδωσε στον σιδηροδρομικό σταθμό τον «Σπάρτακο της Ειρήνης και της Δημοκρατίας» με το σύνθημα - έμβλημα μιας ολόκληρης γενιάς «ο Λαμπράκης ζει, σε αγώνες μάς καλεί!»

Γι' αυτό είχαν αποφασίσει ακόμη και την επιβολή στρατιωτικού νόμου την ημέρα της πάνδημης κηδείας του Γρ. Λαμπράκη, για να καταστείλουν «ενδεχόμενες κομμουνιστικές ταραχές» -όπως εξάλλου προέβλεπε και το ψυχροπολεμικό Σύνταγμα του 1952. Γιατί όχι, αφού η δολοφονία του Λαμπράκη ήταν «κομμουνιστική σκευωρία» (!) και, σύμφωνα με την «κυβέρνησιν του αίματος της ΕΡΕ» (Γ. Παπανδρέου), «ο διεθνής κομμουνισμός έχει εξαπολύσει μίαν οργανωμένην επίθεσιν εναντίον της Ελλάδος». Συνιστούσε μάλιστα «πράξιν δημαγωγικήν και αντεθνικήν η πολιτική εκμετάλλευσις των γεγονότων της Θεσσαλονίκης... παρόμοια των οποίων είναι δυνατόν να συμβούν εις όλα τα κράτη, και τα πλέον δημοκρατικά, και δεν δημιουργούν ευθύνας δια την κυβέρνησιν... εφ' όσον δεν δύνανται να ελεγχθούν παρ’ αυτής.» (!)

Χαρακτηριστικές για την αλαζονεία τους είναι οι εξοργιστικές δικαιολογίες του τότε πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή για τον «θάνατον του ασήμαντου και ατυχούς Λαμπράκη» (sic) στα "Απομνημονεύματά" του (5ος τόμος, σελ. 655-6):
«Από της πρώτης ημέρας κατέφθασαν εις την Θεσσαλονίκην πολιτικοί παράγοντες, διακεκριμένοι νομικοί και δημοσιογράφοι της αντιπολιτεύσεως, οι οποίοι ίδρυσαν ειδικόν γραφείον εν Θεσσαλονίκη, με σκοπόν την δημιουργίαν συγχύσεως και την χάλκευσιν μαρτυριών διά την απόδειξιν της ενοχής της κυβερνήσεώς μου.
Εν τούτοις, η πολιτική ευθύνη διά το έγκλημα λογικώς απεκλείετο. Πρώτον, διότι η κυβέρνησίς μου μόνον ζημίαν ηδύνατο να αναμένει εξ αυτού. Δεύτερον, διότι ο Λαμπράκης ως πολιτικός παράγων ήτο ασήμαντος, διά να μην είπω ανύπαρκτος. Και τρίτον και σπουδαιότερον, διότι μόνον ηλίθιοι θα ηδύναντο να οργανώσουν μίαν επισφαλή δολοφονίαν με τρίκυκλον εν μέσω Αγοράς.
Εις την πραγματικότητα, κατά τας πληροφορίας μου, συνέβησαν τα εξής: ο Λαμπράκης (...) είχε οργανώσει μίαν συγκέντρωσιν των 'Φίλων της Ειρήνης' εις την Θεσσαλονίκην, η οποία είχε λάβει χαρακτήρα κομμουνιστικόν. Κατά την διάρκειαν της ομιλίας του συνεκεντρώθησαν εις τον δρόμον εξτρεμιστικά στοιχεία της δεξιάς με πρόθεσιν να τον αποδοκιμάσουν. Φαίνεται ότι μεταξύ αυτών υπήρχαν και μερικοί οργανωμένοι, που είχαν ως σκοπόν όχι να δολοφονήσουν, αλλά να «στραπατσάρουν», όπως έλεγαν, τον Λαμπράκη και να προκαλέσουν σύγχυσιν μεταξύ των κομμουνιστών. Φαίνεται δε επίσης ότι ορισμένα αστυνομικά όργανα ηνέχθησαν τα σχέδια αυτά πιστεύοντας ότι με τον τρόπον αυτόν εκπληρούν την αντικομμουνιστικήν αποστολήν των.
Η αντιπολίτευσις ήτο αποφασισμένη να καπηλευθεί τον θάνατον του ατυχούς Λαμπράκη κα να αντλήσει εξ αυτού πολιτικά οφέλη. Παρεκώλυε το έργον της δικαιοσύνης, κατεσκεύαζε ψευδομάρτυρας και κατήγγειλε ως ύποπτον πάσαν ειλικρινή προσπάθεια της δικαιοσύνης όπως διαλευκάνει το έγκλημα

Η καθεστωτική, βέβαια, εκδοχή της ιστορίας εξαντλεί τη δικτατορία στην «ανταρσία μιας ομάδας επίορκων αξιωματικών», αθωώνοντας το καθεστώς των νικητών του εμφυλίου πολέμου (Παλάτι - Στρατός - «καχεκτικός» κοινοβουλευτισμός) που ζέσταινε στον κόρφο του το «αυγό του φιδιού» και λειτούργησε ως «θερμοκήπιο» της Χούντας. Έτσι, «μετά τα Ιουλιανά του 1965, ο διάχυτος φόβος των κυρίαρχων τάξεων τις έκανε αντικειμενικά πρόθυμες να αποδεχτούν την αντικατάσταση του κοινοβουλευτικού καθεστώτος από ένα καθεστώς έκτακτης ανάγκης», έγραψε ο Αριστόβουλος Μάνεσης.

Το «πράσινο φως» για το πραξικόπημα άναψε στην Ουάσιγκτον τον Φεβρουάριο του 1967, καθώς η χώρα μας αποτέλεσε πειραματικό εργαστήρι του «Ψυχρού Πολέμου» και προγεφύρωμα στρατηγικής σημασίας για τον έλεγχο της Μ. Ανατολής. Γι’ αυτό οι ΗΠΑ δεν τηρούσαν απλώς «μια στάση ανοχής προς τους δικτάτορες», όπως προκλητικά γράφει το εγχειρίδιο Ιστορίας της Γ' Λυκείου - διαψεύδοντας ακόμα και τον τέως πρόεδρο Κλίντον, που με το περιβόητο «Im sorry» προσπάθησε να ξεπλύνει, ετεροχρονισμένα, τις αμαρτίες του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού στην επιβολή - επιβίωση του τυραννικού καθεστώτος των συνταγματαρχών.

Ή μήπως πρέπει να θυμίσουμε την αντίδραση του Έντγκαρ Χούβερ, του διαβόητου αρχηγού του F.B.I., στην προβολή του «Ζ» του Κώστα Γαβρά; Ο Χούβερ καλούσε τους «πιστούς Αμερικανούς» να μη δουν την ταινία γιατί θα διέπρατταν «αντιπατριωτική πράξη»...
 
ΥΓ. Ιδού η επίσημη εκδοχή για τη δολοφονία του Γρ. Λαμπράκη που διδάσκεται στα σχολεία, 47 χρόνια μετά:
..."Οι πληγές του Εμφυλίου Πολέμου δεν είχαν επουλωθεί και συχνές ήταν οι καταγγελίες του κόμματος της ΕΔΑ (Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά) για διακρίσεις σε βάρος της. Μάλιστα, τον Μάιο του 1963, μια παρακρατική οργάνωση*, χωρίς άμεση ή έμμεση ανάμειξη της κυβέρνησης, δολοφόνησε στη Θεσσαλονίκη τον βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη» (Ιστορία του Νεότερου και Σύγχρονου Κόσμου -από το 1815 έως σήμερα, για τη Γ' Τάξη Γενικού Λυκείου και Δ' Τάξη Εσπερινού Λυκείου Γενικής Παιδείας, σελ. 157-8)

* Ιδού και ο, κατά το σχολικό εγχειρίδιο, «ορισμός» τού τι εστί «παρακρατική οργάνωση»: Οργάνωση η οποία χρησιμοποιεί (sic) τον κρατικό μηχανισμό για να δρα παράνομα σε βάρος των πολιτών και με την κάλυψη του επίσημου κράτους (σελ. 245, οπ.π.)


* Ο Τριαντάφυλλος Μηταφίδης είναι δημοτικός σύμβουλος Θεσσαλονίκης, επικεφαλής της δημοτικής κίνησης «Ανοιχτή Πόλη»

Τρίτη, 17 Μαΐου 2011

Η τυραννία του ατόμου

Το ξέσπασμα του φόβου, 1939, του Paul Klee (http://www.abcgallery.com) [Public domain], via Wikimedia Commons

Πώς από τις εμπειρίες του ολοκληρωτισμού φτάσαμε στον αποχαλινωμένο ατομικισμό, που ασκεί τυραννική εξουσία σε βάρος της κοινωνίας.

του Σβετάν Τοντόροφ, από την ΕΠΟΧΗ, 8.05.11


Για να πούμε ότι είναι μια εξουσία νόμιμη, δεν αρκεί να γνωρίζουμε με ποιο τρόπο έχει κατακτηθεί (για παράδειγμα, με ελεύθερες εκλογές ή πραξικόπημα), επιπλέον πρέπει να δούμε με ποιο τρόπο ασκείται. Πριν από 300 χρόνια, ο Μοντεσκιέ είχε διατυπώσει ένα κανόνα για να καθοδηγήσει την κρίση μας: «Κάθε εξουσία που δεν έχει όρια, δεν μπορεί να είναι νόμιμη» έγραφε.

Οι ολοκληρωτικές εμπειρίες του 20ού αιώνα μας έκαναν ιδιαίτερα ευαίσθητους στα κακουργήματα της χωρίς όρια εξουσίας του κράτους, που είναι σε θέση να ελέγξει κάθε πράξη τού κάθε πολίτη. Στην Ευρώπη, αυτά τα καθεστώτα ανήκουν στο παρελθόν, αλλά στις δημοκρατικές χώρες παραμένουμε ευαίσθητοι στις παρεμβάσεις της κυβέρνησης στις δικαστικές υποθέσεις ή στα μέσα ενημέρωσης, επειδή αυτό έχει ως αποτέλεσμα την κατάργηση κάθε ορίου που τίθεται στην εξουσία της. Οι επαναλαμβανόμενες επιθέσεις καθοδηγούμενες από το γάλλο πρόεδρο ή τον ιταλό πρωθυπουργό ενάντια στους δικαστικούς λειτουργούς και τους δημοσιογράφους απεικονίζουν αυτόν τον κίνδυνο.

Συλλογικό και ατομικό συμφέρον

Ωστόσο, το κράτος δεν είναι ο μοναδικός κάτοχος εξουσιών σε μια κοινωνία. Στις αρχές του 21ου αιώνα, στη Δύση το κράτος έχασε μεγάλο μέρος από το κύρος του, ενώ η ευρεία εξουσία που κατέχουν μερικά άτομα ή ομάδες ατόμων, έχει γίνει με τη σειρά της μια απειλή. Περνά εντούτοις απαρατήρητη, επειδή αυτή η εξουσία βαφτίζεται με ένα ωραίο όνομα, που οι πάντες το διεκδικούν, το όνομα της ελευθερίας. Η ατομική ελευθερία είναι αξία ανερχόμενη, οι υπερασπιστές του κοινού καλού μοιάζουν σήμερα απαρχαιωμένοι.

Διαπιστώνουμε εύκολα πώς γίνεται αυτή η ανατροπή στις πρώην κομμουνιστικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Εκεί το συλλογικό συμφέρον έχει πληγεί σήμερα από την καχυποψία: το προηγούμενο καθεστώς για να κρύψει τα αίσχη του είχε επικαλεστεί τόσο συχνά το συλλογικό συμφέρον, που κανείς πια δεν το παίρνει στα σοβαρά. Στο πρόσωπό του βλέπουμε μονάχα μια υποκριτική μάσκα. Εάν το μόνο κίνητρο συμπεριφοράς είναι η επιδίωξη του κέρδους με κάθε τρόπο και η δίψα για δύναμη, εάν η ανελέητη μάχη και η επιβίωση του ισχυρότερου είναι οι σκληροί νόμοι της ύπαρξης, τότε ας σταματήσουμε να προσποιούμαστε και ας αποδεχτούμε ανοιχτά το νόμο της ζούγκλας. Αυτή η παθητικότητα εξηγεί γιατί οι πρώην κομμουνιστές, άνθρωποι των μηχανισμών, ήταν σε θέση να φορούν με ανησυχητική ευκολία το νέο ένδυμα του υπερφιλελευθερισμού.

Χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, στις ΗΠΑ, σε ένα ιστορικό πλαίσιο εντελώς διαφορετικό, αναπτύχθηκε πρόσφατα το κίνημα Tea Party, του οποίου το πρόγραμμα διακηρύσσει την απεριόριστη ελευθερία των ατόμων και απορρίπτει κάθε κυβερνητικό έλεγχο. Απαιτεί να μειώσουμε δραστικά τους φόρους και κάθε άλλη μορφή αναδιανομής του πλούτου. Οι μόνες δημόσιες δαπάνες που βρίσκουν δικαιολογημένες οι υποστηρικτές του, αφορούν το στρατό και την αστυνομία, δηλαδή την ασφάλεια των ατόμων. Όποιος αντιτίθεται σε αυτή τη θεώρηση του κόσμου, αντιμετωπίζεται σαν κρυπτοκομμουνιστής! Το παράδοξο είναι ότι το κίνημα αυτό διεκδικεί τη χριστιανική θρησκεία, ενώ ο χριστιανισμός, όπως και οι άλλες μεγάλες πνευματικές παραδόσεις, συνιστά τη φροντίδα για τους αδύναμους και τους φτωχούς.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, περνάμε από το ένα άκρο στο άλλο, από το ολοκληρωτικό καθεστώς στο νεοφιλελεύθερο άτομο, από ένα ελευθεριοκτόνο καθεστώς σε ένα κοινωνιοκτόνο, εάν μπορούμε να το πούμε έτσι. Όμως η δημοκρατική αρχή θέλει όλες οι εξουσίες να υπόκεινται σε περιορισμούς: όχι μόνο οι εξουσίες των κρατών, αλλά και των ατόμων, ακόμα και όταν εμφανίζονται με προκάλυμμα την ελευθερία.

Η ελευθερία ως δικαίωμα και ως δυνατότητα

Η ελευθερία που έχουν οι κότες να επιτεθούν στις αλεπούδες, είναι αστεία, επειδή οι πρώτες δεν έχουν την ικανότητα να ασκήσουν αυτή την ελευθερία. Η ελευθερία της αλεπούς είναι επικίνδυνη γιατί η αλεπού είναι η πιο δυνατή. Με τους νόμους και τους κανόνες που θεσπίζει ο κυρίαρχος λαός, έχει το δικαίωμα να θέσει περιορισμούς στην ελευθερία όλων μας. Αυτός ο περιορισμός δεν επηρεάζει όλο τον πληθυσμό με τον ίδιο τρόπο, οριοθετεί αυτούς που έχουν ήδη πολλή εξουσία και προστατεύει αυτούς που έχουν πολύ λίγη.

Η οικονομική εξουσία είναι η πρώτη από τις εξουσίες που εναποτίθενται στα χέρια των ατόμων. Η εταιρεία έχει ως στόχο να δημιουργήσει κέρδη για τους μετόχους της χωρίς τα οποία είναι καταδικασμένη να εξαφανιστεί. Αλλά εκτός από τα ιδιαίτερα  συμφέροντά τους, οι κάτοικοι μιας χώρας έχουν κοινά ενδιαφέροντα, στην εξυπηρέτηση των οποίων οι εταιρείες δεν συμβάλλουν αυθόρμητα. Είναι ευθύνη του κράτους να αποδεσμεύσει τους απαραίτητους πόρους για να φροντίσει το στρατό και την αστυνομία, αλλά επίσης για την εκπαίδευση και την υγεία, το δικαστικό σύστημα και τις υποδομές. Ή για την προστασία της φύσης: το διάσημο αόρατο χέρι που αποδίδεται στον Άνταμ Σμιθ δεν εξυπηρετεί πολύ σε αυτή την περίπτωση. Το είδαμε κατά τη διάρκεια της διαρροής πετρελαίου στον Κόλπο του Μεξικού την άνοιξη του 2010: οι εταιρείες πετρελαιοειδών επιλέγουν φθηνά κατασκευαστικά υλικά και ως εκ τούτου ελάχιστα αξιόπιστα.

Η εξουσία του χρήματος

Απέναντι στη δυσανάλογη οικονομική εξουσία που κατέχουν τα άτομα ή οι ομάδες ατόμων, η πολιτική εξουσία αποδεικνύεται συχνά πολύ αδύναμη. Στις ΗΠΑ, στο όνομα της απεριόριστης ελευθερίας της έκφρασης, το Ανώτατο Δικαστήριο επιτρέπει τη χρηματοδότηση των υποψηφίων στις εκλογές από επιχειρήσεις. Αυτό σημαίνει ότι όσοι έχουν περισσότερα χρήματα μπορούν να επιβάλουν τους υποψήφιους της επιλογής τους.

Ο πρόεδρος της χώρας, αναμφισβήτητα ένας από τους πιο ισχυρούς άνδρες του πλανήτη, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την προώθηση μιας μεταρρύθμισης της κοινωνικής ιατρικής περίθαλψης, την επιβολή κανόνων για τη δραστηριότητα των τραπεζών, τη μείωση της οικολογικής ζημιάς που προκαλείται από τον τρόπο ζωής των συμπολιτών του.

Στις ευρωπαϊκές χώρες συμβαίνει συχνά οι κυβερνήσεις να υπηρετούν την εξουσιά του χρήματος, δημιουργώντας χώρο για μια νέα πολιτικο-οικονομική ολιγαρχία, η οποία διαχειρίζεται τις δημόσιες υποθέσεις προς το συμφέρον ορισμένων ατόμων. Ή ακόμα οι υπουργοί να ασκούν τα καθήκοντά τους ως άτομα φιλοχρήματα που δέχονται να πληρώνουν άλλοι τις διακοπές τους.

Ελευθερία και σχέσεις εξουσίας

Η ελευθερία της έκφρασης παρουσιάζεται ως το θεμέλιο της δημοκρατίας και για αυτό το λόγο οφείλει να μην γνωρίζει κανένα εμπόδιο. Μπορούμε, όμως, να πούμε ότι είναι ανεξάρτητη από την εξουσία που αντιπροσωπεύει; Δεν αρκεί να έχουμε το δικαίωμα να εκφραζόμαστε, πρέπει να έχουμε και τη δυνατότητα. Όταν αυτή η δυνατότητα λείπει, η «ελευθερία» αυτή δεν είναι παρά κενός λόγος.
Όλες οι πληροφορίες, όλες οι απόψεις δεν είναι αποδεκτές με την ίδια ευκολία στα μεγάλα μέσα ενημέρωσης. Η ελεύθερη έκφραση, όμως, των ισχυρών μπορεί να έχει ολέθριες συνέπειες για αυτούς που δεν έχουν φωνή: είναι κοινός ο κόσμος στον οποίο ζούμε. Εάν έχουμε την ελευθερία να πούμε ότι όλοι οι Άραβες είναι ισλαμιστές που δεν μπορούν να ενσωματωθούν, εκείνοι δεν θα έχουν πια την ελευθερία ούτε να βρουν δουλειά ούτε να περπατήσουν στους δρόμους χωρίς να τους ελέγχουν.

Η δημόσια διατύπωση των απόψεών μας είναι μια εξουσία ανάμεσα σε άλλες, που πρέπει μερικές φορές να είναι υποστεί περιορισμούς. Πού θα βρούμε το κριτήριο το οποίο επιτρέπει να ξεχωρίσουμε τους καλούς περιορισμούς από τους κακούς; Όπως, για παράδειγμα, αυτοί που συναρτώνται με τη σχέση εξουσίας ανάμεσα σε αυτόν που μιλά και αυτόν για τον οποίο μιλάμε. Δεν είναι το ίδιο να κάνουμε μια επίθεση εναντίον των ισχυρών της ημέρας με το να υποδεικνύουμε στην κοινή γνώμη ένα εξιλαστήριο θύμα. Μια εφημερίδα είναι απείρως πιο αδύναμη από το κράτος και δεν υπάρχει λόγος να περιορίσουμε την ελευθερία της έκφρασής της, όταν ασκεί κριτική, αρκεί να θέτει αυτήν την κριτική στην υπηρεσία της αλήθειας.

Όταν μια ιστοσελίδα αποκαλύπτει μια συμπαιγνία ανάμεσα στις δυνάμεις του χρήματος και τους πολιτικούς, η χειρονομία της δεν έχει τίποτα το “φασιστικό”, ό,τι κι αν λένε αυτοί που αισθάνονται ότι γίνονται στόχος. Οι διαρροές από τα Wikileaks δεν έχουν τίποτα το ολοκληρωτικό: τα κομμουνιστικά καθεστώτα καθιστούσαν διαφανή τη ζωή των αδύναμων ατόμων, όχι του κράτους. Αντίθετα, η εφημερίδα είναι πιο δυνατή από ένα άτομο, και το «μιντιακό λιντσάρισμα» συνιστά κατάχρηση εξουσίας.

Το δίκαιο του ισχυρού και του ανίσχυρου

Οι υποστηρικτές της απεριόριστης ελευθερίας της έκφρασης αγνοούν τη διάκριση ανάμεσα στους ισχυρούς και τους ανίσχυρους, και αυτό τους επιτρέπει να επαναπαύονται στις δάφνες τους. Ο συντάκτης της δανέζικης εφημερίδας “Jyllands-Posten”, που είχε δημοσιεύσει το 2005 το σύνολο των γελοιογραφιών του Μωάμεθ, επιστρέφει 5 χρόνια αργότερα και συγκρίνεται, με μετριοφροσύνη, με τους αιρετικούς του Μεσαίωνα που καίγονταν στην πυρά, με τον Βολταίρο που ήταν σφοδρός αντίπαλος της παντοδύναμης εκκλησίας και με τους διαφωνούντες που διώκονταν από την σοβιετική αστυνομία. Αναμφισβήτητα, η εικόνα του θύματος ασκεί σήμερα ακαταμάχητη έλξη! Ο δημοσιογράφος ξεχνά, με τον τρόπο αυτό, ότι οι θαρραλέοι της ελευθερίας της έκφρασης μάχονται ενάντια στους κατόχους της πνευματικής και εγκόσμιας εξουσίας της εποχής τους, όχι ενάντια στις μειοψηφίες που είναι θύματα διακρίσεων.

Το να θέσεις όρια στην ελευθερία της έκφρασης δεν σημαίνει ότι συνηγορείς υπέρ της λογοκρισίας, αλλά ότι κάνεις έκκληση στην ευθύνη αυτών που κατέχουν τα μέσα. Η τυραννία των ατόμων είναι σίγουρα λιγότερο αιματηρή από αυτή των κρατών. Είναι όμως ένα εμπόδιο για μια ικανοποιητική δημόσια ζωή. Τίποτα δεν μας υποχρεώνει να εγκλωβιστούμε στις δύο ακραίες επιλογές: έχουμε ανάγκη να υπερασπιστούμε και το κράτος και το άτομο, εφόσον το ένα λειτουργεί ως όριο για το άλλο.


Μετάφραση από τη «Μοντ» Ειρήνη Δρόσου