Κυριακή, 31 Ιουλίου 2011

Τα καλά παιδιά μυρίζουν

(από http://davesfotoworld.blogspot.com/2010/09/more-evil-clowns.html)


ΑΥΓΗ, 31.7.11

Έχει αφηνιάσει όλο αυτό που αποκαλούμε σύστημα εξουσίας ή απλώς είναι η ιδέα μου; Καθόλου δεν νομίζω κάτι τέτοιο. Αντίθετα η εφαρμοσμένη κρατική τρομοκρατία ζει και πάλι ημέρες δόξης λαμπρές. Και από την κρατική αυτή τρομοκρατία φυσικά δεν γίνεται να εξαιρεθεί η παρακρουστική θριαμβολογία περί ενός νέου -ευρωπαϊκού αυτή τη φορά- σχεδίου Μάρσαλ. Όλος αυτός ο ανασκολοπισμός εννοιών και νοημάτων που ξεκινάει από τον πρωθυπουργό και φτάνει πιο κάτω κι από το τελευταίο αλητάριο της (ο Θεός να την κάνει τέτοια) δημοσιογραφίας που εμφανίζει την υποδούλωση και την εθνική απομείωση για εμφατική σώτειρα επιτυχία, αν δεν συνιστά τρομοκρατία, τότε τι άλλο συνιστά; Είναι δε τόσο κραυγαλέα φανερή η συνθήκη που εξανεμίζει την υπόσταση της χώρας στους τέσσερις ανέμους των αγορών, ώστε το κλασικό οπλοστάσιο των υποστηρικτών θεωρήσεων δεν επαρκεί ούτε κατ' ελάχιστον.

Κι έτσι επιστρατεύεται ολόκληρος ο χειραγωγικός μηχανισμός με απίστευτης γελοιότητας επιχειρήματα για να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα. Επιθετικής γελοιότητας επιχειρήματα βγαλμένα από τις καλύτερες εμφυλιακές και μετεμφυλιακές μέρες της θρησκόληπτης και πανάκριβα πληρωμένης εθνοσωτήριας αφήγησης (για να θυμηθούμε και το παλιό σχέδιο Μάρσαλ και ποιοι φάγανε τα λεφτά). Επιχειρήματα, θέλω να πω, που και μόνο η χυδαιότητα, η βαρβαρότητα και η χαμέρπειά τους αρκούν για να καταδείξουν το μέγεθος της ασχημίας που μας περιμένει. Κι όμως οι ταγοί όλης αυτής της κατάστασης νομίζει κανείς ότι ζούνε σε άλλη χώρα, ότι απευθύνονται σε κάποιον άλλο λαό, σε κάποιο παράλληλο χρόνο.

Δεν υπερασπίζονται άποψη, επιτίθενται -θα 'λεγε κανείς- σε κάφρους. Που ουδέν κατενόησαν, ουδέν αντιλήφθηκαν παρά μόνο επιμένουν σε κάποιο γενικό και αόριστο "παλιό". Σε αντίθεση φυσικά με το πολύκλαυστο "καινούργιο" που ήταν ψωμοτύρι στο στόμα του Α. Παπανδρέου, αλλά τώρα δυστυχώς αποκαλύπτεται το τρομακτικό του περιεχόμενο. Όμως δεν καταλαβαίνουν τίποτα. Αντιγράφω ένα ενδεικτικό απόσπασμα από άρθρο του Γιάννη Πρετεντέρη στα "Νέα", χαρακτηριστικό του τρόπου με τον οποίο η καθεστωτική προπαγάνδα τυμπανίζει και επανατυμπανίζει την φρικώδη της αφήγηση. Γράφει λοιπόν... ο ανατροπέας μεγαλοδημοσιογράφος του ΔΟΛ και του Mega στις 28.8.2011: "Νομίζω ότι λάθος χώρα διάλεξε ο Άντερς Μπέρινγκ Μπρέιβικ (σ.σ.: ο μακελάρης της Νορβηγίας) για το δολοφονικό μένος του. Στη Νορβηγία ας πούμε ο πόνος από την κτηνωδία οδήγησε στη γενική κατακραυγή. Ακόμη και ο ίδιος ο πατέρας του τον έστησε στον τοίχο. Στην Ελλάδα θα είχαν βρεθεί εφημερίδες, δημοσιογράφοι και δικηγόροι να του αναγνωρίσουν ένα σωρό ελαφρυντικά ή να ανασύρουν αναρίθμητους συμψηφισμούς. Θα έλεγαν ότι κακώς διώκεται διότι ο άνθρωπος είναι "αντιεξουσιαστής" και ως γνωστόν ο "αντιεξουσιαστής" είναι στη χώρα μας κάτι σαν προστατευόμενο είδος. (...)Ή θα αναρωτιόντουσαν πονηρά γιατί να καταδικαστεί ο φονιάς από τη στιγμή που οι υπαίτιοι της Siemens ή του Χρηματιστηρίου δεν έχουν καταδικαστεί ακόμη (...)".

Δηλαδή τώρα, αυτή η ακραία τρομοκρατική χυδαιότητα, αυτή η φασιστική δίκη προθέσεων, αυτό το βαθύτατα σκοταδιστικό "και ερωτώ και απαντώ" αποτελεί δημοσιογραφικό κείμενο. Αποτελεί άρθρο το οποίο ανήκει στον κόσμο των αντιπαρατιθέμενων ιδεών και προκαλεί σε απάντηση ως εναλλακτική υπόθεση αλήθειας που είναι πάντοτε η διαφορετική άποψη. Δεν είμαστε με τα καλά μας. Εδώ έχουμε να κάνουμε με το δογματικό έκτρωμα της ενοχοποίησης ιδεών, προσώπων, πολιτικών χώρων, εφημερίδων, νομικών, του κάθε αγωνιζόμενου πολίτη τελικά. Το κείμενο αυτό είναι γραμμένο με το αίμα των θυμάτων του Νορβηγού φασίστα, συνιστά προσβολή νεκρών και είναι ανθρωποφαγική σκύλευση πτωμάτων.

Απαραίτητο συμπλήρωμα στην αθλιότητα της δικαστικής εξουσίας που επέβαλε ποινές 130 συνολικά χρόνων σε έξι 20χρονα παιδιά της "Συνωμοσίας των Πυρήνων της Φωτιάς" για κροτίδες μέσα σε κατσαρόλες. "Μνημείο αναλγησίας", "αθλιότητα", "ιαβερική αντίληψη καταδίωξης και καταστολής κοινωνικών προβλημάτων", χαρακτηρίστηκε η απόφαση από τους υπερασπιστές των παιδιών. "Ποινές τρομοκρατικές" τις είπε ο Γιώργος Βότσης στην "Ελευθεροτυπία". Μάλλον όλοι αυτοί ανήκουν στους δικηγόρους και τους δημοσιογράφους που ΘΑ δικαιολογούσαν έναν μακελάρη επειδή ΘΑ ήταν "αντιεξουσιαστής". Σημείωση: Σ' αυτούς τους δικηγόρους βέβαια δεν συγκαταλέγεται ο Μιχ. Δημητρακόπουλος, δικηγόρος των Κεντέρη και Θάνου, που κατά τη διαδικασία ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων, προκειμένου να μεταθέσει τα ρεζιλίκια των πελατών του στο απυρόβλητο, είπε κατόπιν ωρίμου σκέψεως: "(...) Και έχουμε δικαστές που σχολιάζονται επειδή καταδίκασαν τους αληταράδες των 'Πυρήνων' και κάνετε αγώνα (σ.σ.: ο αθλητικογράφος Φίλιππος Συρίγος που εκείνη, την ώρα κατέθετε) γι' αυτούς ('θέλετε να τους σταυρώσετε' είχε πει προηγουμένως) γιατί είναι τα καλά παιδιά".

Μα φυσικά και είναι καλά παιδιά. Όλα τα παιδιά του συστήματος είναι "καλά παιδιά". Και ο Γιάννης Πρετεντέρης "καλό παιδί" είναι. Και οι δικαστές του Αρείου Πάγου που έστειλαν στον βέβαιο υποτροπιασμό ένα πρώην τοξικομανή για κλοπή μιας ζάντας αυτοκινήτου, μετατρέποντας εν τοις πράγμασι μια ποινή τετραετούς φυλάκισης σε θανατική ποινή, "καλά παιδιά" είναι. Και ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ι. Τέντες που ζητάει προηγμένες κάμερες για γρηγορότερες καταδίκες, "καλό παιδί" είναι. Και ο αρχηγός της ΕΛ.ΑΣ. Λ. Οικονόμου που κατέθεσε στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής για το τι τραβάει το ηρωικό μπατσολόι που σε μια μόνο μέρα έστειλε 600 τραυματίες στα νοσοκομεία είναι "καλό παιδί" του λαού, γιατί βέβαια κανείς εξ Εκάλης ορμώμενος δεν πάει να γίνει μπάτσος. Και οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ, της Ν.Δ. και του ΛΑΟΣ που τον άκουσαν και έφριξαν για τα δεινά των μπάτσων, "καλά παιδιά" είναι. Και "εκλεκτά" επίσης.

Κι ο Χ. Καστανίδης που θέλει δημοψηφίσματα τα οποία δεν θα δεσμεύουν τις κυβερνήσεις, "καλό παιδί" είναι. Φυσικά και ο Γ. Παπακωνσταντίνου που θέλει να μας βάλει να πληρώσουμε κάτι δισ. ρεγάλο στον Μυτιληναίο, έτσι, γιατί μας περισσεύουν, κι αυτός "καλό παιδί" είναι. Όλοι τους (δειγματοληπτικές οι περιπτώσεις) καλά παιδιά είναι. "Άνθρωποι που έχουν μέλλον αντί για πρόσωπο" όπως λέει και ο Σουηδός ποιητής Τούμας Τρανστρέμερ. Πάντοτε τα καλά παιδιά, είναι καλά παιδιά. Το έβλεπε και ο Μέγας Πιέρ Πάολο Παζολίνι και έγραφε σ' ένα του ποίημα: "Μέσα από τον φακό της μηχανής, βλέπω τους δήμιους να παρελαύνουν".

Όλοι αυτοί που σύμφωνα με τον ίδιο ποιητή "μυρίζουν ζεστή οικογενειακή απελπισία, που ξεχειλίζει σε χίλιες κατσαρόλες". Που δεν έχουν και εκρηκτικά, ώστε να επισύρουν ποινή 30 ετών. Να τους προσέχουμε. Είναι αδίστακτοι.

Σάββατο, 30 Ιουλίου 2011

Η νέα Πανελλαδική Συντονιστική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ

 
ΑΥΓΗ, 30.7.11

Μέσα από μια ιδιαίτερα πρωτότυπη διαδικασία, με καταλυτική τη διάθεση εκπροσώπησης κάθε πτυχής στην προβληματική, τις ευαισθησίες και την έκφραση του ΣΥΡΙΖΑ, ολοκληρώθηκε η ανάδειξη της νέας Πανελλαδικής Συντονιστικής Επιτροπής του.

Το νέο αυτό όργανο, που έχει αποφασιστικό χαρακτήρα, όπως ψηφίστηκε στη 4η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη, θα κληθεί στην πρώτη του συνεδρίαση αμέσως μετά τις καλοκαιρινές διακοπές, προκειμένου να ορίσει το ίδιο πλέον τα μέλη της Εκτελεστικής Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και να σχεδιάσει το αναγκαίο πρόγραμμα δράσης για το επόμενο, εξαιρετικά κρίσιμο διάστημα.

Αποτέλεσμα συζήτησης και διεργασιών -με βαρύνουσα γνώμη των αντιπροσώπων γεωγραφικών περιφερειών και κλαδικών οργανωτικών πυρήνων-, η Πανελλαδική Συντονιστική Επιτροπή αποτελείται από ανένταχτους, εκπροσώπους των συνιστωσών, εκπροσώπους όλων των περιφερειών της χώρας, των θεματικών επιτροπών, ενώ ουσιαστική είναι η παρουσία της νεολαίας. Επιπλέον, συμμετέχουν τα μέλη της Κοινοβουλευτικής Ομάδας και ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ. Ενδεικτικό του κλίματος δημοκρατικής λειτουργίας με ουσιαστική διαφάνεια και συναινετικές διαδικασίες, είναι το γεγονός ότι στη συγκρότηση αυτού του απολύτως νευραλγικού για τη λειτουργία του ΣΥΡΙΖΑ οργάνου καμία από τις συνιστώσες του δεν διαθέτει την απόλυτη πλειοψηφία.

Η ΠΣΕ αποτελείται από τους:

Αγγελή Ολυμπία, Αγγελόπουλος Βένιος, Αθανασιάδου Μυρσίνη, Aθανασίου Κώστας, Αθανίτη Όλγα, Αλεξανδρής Σαράντος, Αλεξόπουλος Αποστόλης, Αμανατίδου Λίτσα, Αναστασιάδης Νίκος, Ανδρεόπουλος Φώτης, Ανδριτσόπουλος Κώστας, Αντωνιάδης Γιάννης, Αποστολάκη Εύη, Αργυρός Τζίμης,
Βαμβακά Τζένη, Βασιλειάδου Σοφία, Βασιλείου Γιάννης, Βασιλόπουλος Άρης, Βελισσαρίου Σίσσυ, Βεργίτσης Μιχάλης, Βίτσας Δημήτρης, Βούτσης Νίκος, Βωβού Σίσσυ,
Γαβρίλης Γιώργος, Γαλιατσάτος Θόδωρος, Γεραλή Μαργαρίτα, Γεωργά Κωνσταντίνα, Γεωργίου Ζωή, Γεωργόπουλος Τάκης, Γιανούλια Κατερίνα, Γλέζος Μανώλης, Γουδέλη Μαίρη, Γρηγοριάδης Γιώτης, Δασκάλα Χρυσαυγή, Δεμέστιχας Γρηγόρης, Δερμετζόγλου Σοφία, Διώτη Ηρώ, Δούρου Ρένα, Δρίτσας Θοδωρής,
Ζαρέντης Γιώργος, Ζαχαριάδης Αδάμος, Ζαχαριάδης Κώστας, Ζεϊμπέκ Χουσεΐν, Ζούνη Τσίτουρα Δανάη, Ζωγραφάκη Ελένη,
Ηλιόπουλος Νάσος,
Θεοδωράτου Κατερίνα, Θεοδωρόπουλος Γιώργος, Θεοφύλακτος Μάκης, Θεωνάς Γιάννης,
Ιωακειμίδης Κώστας,
Καλαμαρά Έφη, Καλύβης Αλέκος, Καλφακάκου Ρία, Καπράνας Ζήσης, Καραβάς Αντώνης, Καραγιάννη Έφη, Καραγιώργος Βαγγέλης, Καραθανάσης Χρίστος, Καρακώστα Εύη, Καραμπάτσος Θανάσης, Καράμπελας Αντρέας, Καρατζιάς Νίκος, Καρδαράς Γιάννης, Κατσορίδας Δημήτρης, Κεραμιδά Ντία, Κεφαλογιάννη Τερέζα, Κιτσαντά Λίτσα, Κλαυδιανός Παύλος, Κλείτσας Παναγιώτης, Κόγου Λίλα, Κοντονής Σταύρος, Κορωνάκης Τάσος, Κοσμάς Πάνος, Κοτίνης Κώστας, Κουκίδου Σοφία, Κουλουμπή Νάντια, Κουράκης Τάσος, Κούρκουλας Θανάσης, Κριτσωτάκης Μιχάλης, Κυλάκου Καίτη, Κυπριανίδου Ερμίνα, Κύρινας Αντώνης, Κωστόπουλος Ιάσονας,
Λαζαρίδης Λάζαρος, Λάμπρου Βύρωνας, Λάμπρου Πάνος, Λαούρδα Ελένη, Λάππας Γιάννης, Λαφαζάνης Παναγιώτης, Λεουτσάκος Στάθης, Λιοσάτος Αλέξης,
Μαϊκίδης Χρίστος, Μανιός Νίκος, Μανταδάκης Άγγελος, Μαντάς Παναγιώτης, Μαούνης Αντώνης, Μαρματάκης Κώστας, Μάρταλης Σωτήρης, Μαστρογιαννόπουλος Τάκης, Μάτζιος Κ., Μαυρομματάκος Νίκος, Μεσσήνης Κώστας, Μηλιός Γιάννης, Μηταφίδης Τριαντάφυλλος, Μήτσου Τάνια, Μορφίδης Κώστας, Μουλόπουλος Βασίλης, Μπαλαούρας Μάκης, Μπαλάφας Γιάννης, Μπαλτάς Αριστείδης, Μπανιάς Γιάννης, Μπαρσέφσκι Μάνια, Μπασιούκας Μάρκος, Μπασκόζος Γιάννης, Μπένος Αλέξης, Μπόλαρη Μαρία, Μπουζιάνης Νίκος, Μπουλούμπαση Άβα, Μπρέστα Μαρίνα,
Νεοφωτίστου Μαρία, Νικολακάκης Γιώργος, Νικολάου Κώστας, Νικολόπουλος Ηλίας, Νοτοπούλου Κατερίνα, Νταβανέλος Αντώνης,
Ξανθός Αντρέας,
Οικονόμου Μίλτος,
Παγκράτης Σπύρος, Πανταζίδης Τάσος, Πάντζας Γιώργος, Παπαδημητρίου Γιάννης, Παπαδημούλης Δημήτρης, Παπαδογιάννη Σόφη, Παπαδόπουλος Ηλίας, Παπαδόπουλος Ηρακλής, Παπαδόπουλος Χρίστος, Παπαδόπουλος Χριστόφορος, Παπαϊωάνου Γιώργος, Παπακώστας Βασίλης, Παπανικολάου Γιώργος, Παπατζανή Εύα, Παπαχρήστος Δημήτρης, Παρλιάρος Νίκος, Πασχαλίδης Σ., Πεππές Ζώης, Πετράκος Θανάσης, Πιτσιλαδής Ηρακλής, Πορτάλιου Ελένη, Πουλάκης Κώστας, Πουλημένη Σταυρούλα, Πριμικίρης Βασίλης,
Σαμανίδης Νίκος, Σαντορινιός Νεκτάριος, Σαπουνά Αγγέλικα, Σαπουνάς Γιώργος, Σαρρής Μανώλης, Σεργίδου Κατερίνα, Σιαΐλη Δήμητρα, Σκιά Κατερίνα, Σκουρλέτης Πάνος, Σουλτανίδου Χριστίνα, Σπαθής Μάκης, Σπανολιός Αντώνης, Σπανού Δέσποινα, Σπαρτινός Κώστας, Σταθάκης Γιώργος, Σταματάκη Ελένη, Σταμπουλή Αφροδίτη, Σταυροπούλου Πόπη, Στρατούλης Δημήτρης, Συναδινός Τζούλιος, Συρμαλένιος Νίκος, Σχινάς Θόδωρος,
Ταρμπάγκος Ανέστης, Τεντόμας Βασίλης, Τζάρας Νίκος, Τζαφέρης Γιώργος, Τζήκα Δανάη, Τόμπρος Τάσος, Τσακαλώτος Ευκλείδης, Τσακνιάς Δήμος, Τσαμουρά Χριστίνα, Τσαούσογλου Τάσος, Τσιγώνιας Νίκος, Τσίπρας Αλέξης, Τσιρονίδης Γιώργος,
Υδραίος Μιχάλης,
Φέτση Όλγα, Φιλοπούλου Λίνα, Φινάλης Ερρίκος, Φλαμπουράρης Αλέκος, Φραγκιαδάκης Γιάννης, Φράγκου Λία, Φραγκούλη Διονύσης, Φρέντυ Μάδι, Φωτίου Θεανώ,
Χαλάτσης Δημήτρης, Χαλκιαδάκης Γιώργος, Χαλυβίδης Γιώργος, Χανιάς Νίκος, Χαραλαμπίδου Δέσποινα, Χαριτόπουλος Γιάννης, Χαρίτος Τάκης, Χατζηκάκης Βασίλης, Χατζηλάμπρος Βασίλης, Χονδρός Γιώργος, Χουντής Νίκος, Χρηστίδου Νίτσα, Χριστοδουλοπούλου Τασία, Χρονόπουλος Ηλίας, Χρυσάφης Νίκος,
Ψημένου Βάσια, Ψυκάκος Δικαιος

Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2011

Παγιδευμένοι στο χρέος

Poverty, David Lester,  από http://raforum.info/spip.php?article4108&lang=fr
 
του Μήτσου Γκορίτσα

από το περιοδικό Διεθνιστική Αριστερά ,21.07.11 

 
Η γαλλική εφημερίδα «Le Monde» έγραψε απαξιωτικά για τους πολιτικούς ηγέτες της Ε.Ε. και των ΗΠΑ, χαρακτηρίζοντάς τους «τα παιδάκια που μας κυβερνούν». Γιατί η διεθνής οικονομία, με αιχμή την κρίση χρέους, δείχνει ολοένα και περισσότερο εκτός ελέγχου; Η όξυνση της κρίσης είναι θέμα ανικανότητας και κακής διαχείρισης ή υπάρχουν βαθύτεροι λόγοι που επιτείνουν το αδιέξοδο; Και τι συνέπειες έχει αυτό για μια αριστερή απάντηση στην κρίση, με βάση τα εργατικά συμφέροντα;

Στην αρχή το ΔΝΤ αρνήθηκε να χορηγήσει την 5η δόση του δανείου των 110 δισ., αν η Ε.Ε. δεν αποφάσιζε πρώτα και νέο πακέτο δανειοδότησης προς την Ελλάδα για τα επόμενα χρόνια. Η Ε.Ε. από τη μια ανέβαλλε την απόφαση και ήταν διχασμένη για το νέο δάνειο και από την άλλη, ακόμα και αν το αποφάσιζε, έθετε όρο όχι μόνο την ψήφιση του μεσοπρόθεσμου, αλλά και τη συναίνεση κυβέρνησης και αντιπολίτευσης στα νέα μέτρα. Κάτω από αυτές τις πιέσεις, αλλά και κάτω από την πίεση της ογκούμενης λαϊκής αποδοκιμασίας και του κινήματος των «αγανακτισμένων», η κυβερνητική πλειοψηφία άρχισε να αποσυντίθενται, η κυβέρνηση Παπανδρέου έφτασε στα όρια της παραίτησης και μόνες πιθανές «διέξοδοι» εμφανίζονταν ο σχηματισμός κυβέρνησης «εθνικής σωτηρίας» ή οι άμεσες εκλογές. Διεθνώς τα περιβόητα σπρεντ των ομολόγων πήραν την ανηφόρα όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για άλλες χώρες της ευρωζώνης, η χρεοκοπία της Ελλάδας έδειχνε βέβαιη και η απειλή ενός φαινομένου ντόμινο –που θα έπληττε ακόμα και την οικονομία των ΗΠΑ– άρχισε να διαμορφώνεται στον ορίζοντα και να σπέρνει τον πανικό στις λεγόμενες «αγορές». Η ανησυχία ήταν τέτοια, που όχι μόνο αναλυτές και πολιτικοί εκπρόσωποι, αλλά και οι ίδιοι οι καπιταλιστές παρενέβησαν ευθέως –50 γαλλικές και γερμανικές επιχειρήσεις κολοσσοί δημοσίευσαν κείμενο με το οποίο καλούσαν σε σωτηρία του ευρώ με κάθε θυσία.

Ως εκ θαύματος, την τελευταία στιγμή ΔΝΤ και Ε.Ε. εξασφάλισαν τα χρήματα της 5ης δόσης, η θέση του προέδρου της Ευρωπαϊκης Κεντρικής Τράπεζας, Τρισέ, για εθελοντική και μόνο συμμετοχή των ιδιωτών κυριάρχησε προσωρινά, το νέο δάνειο ύψους πάνω από 100 δισ. στην Ελλάδα δρομολογήθηκε και η Μέρκελ συναντήθηκε με τον Ομπάμα, όπου η «σωτηρία» της Ελλάδας επαναβεβαιώθηκε ως ζήτημα καίριας σημασίας όχι μόνο για την οικονομία της ευρωζώνης, αλλά και της παγκόσμιας οικονομίας. Ακόμα και η μακρινή Κίνα έστερξε να δηλώσει διαθέσιμη για αγορά ευρωπαϊκού χρέους, για να στηρίξει την οικονομική σταθερότητα διεθνώς.

Το Μάη και τον Ιούνη του 2011, η παγκόσμια οικονομία έφτασε στα πρόθυρα μιας νέας τεράστιας κρίσης, όπως και το φθινόπωρο του 2008 όταν κατέρρευσε η Λίμαν Μπράδερς, αυτή τη φορά με πιθανό εναρκτήριο κρίκο του νέου ντόμινο την Ελλάδα. Υποτίθεται ότι ο κίνδυνος αυτός πέρασε με την ψήφιση του μεσοπρόθεσμου στην ελληνική βουλή και με τη χορήγηση της 5ης δόσης. Και πριν αλέκτωρ λαλήσει τρεις, νέος πανικός άρχισε να εξαπλώνεται στην ευρωζώνη και διεθνώς: Καταρχήν επειδή το σήριαλ της λεγόμενης «συμμετοχής των ιδιωτών» ξανάρχισε και το νέο δάνειο προς την Ελλάδα ξαναμπήκε σε αμφιβολία και δεύτερον και κυριότερο επειδή η κρίση χρέους άρχισε να χτυπάει οικονομίες-κολοσσούς της ευρωζώνης όπως η Ιταλία και η Ισπανία. 

Ο κίνδυνος για «φαινόμενο του ντόμινο» σε όλη την ευρωζώνη και στην παγκόσμια οικονομία είναι η προβαλλόμενη εξήγηση του πρόσφατου πανικού και των  πίσω-μπρος στην διεθνή πολιτική αντιμετώπιση της κρίσης. Όμως δεν είναι επαρκής εξήγηση, όσο παραμένει αδιευκρίνιστο γιατί εμφανίζεται τώρα και πώς σχετίζεται αυτός ο κίνδυνος με την οικονομική κρίση στην Ελλάδα και διεθνώς.
Καταρχήν και μόνο η πιθανότητα του ντόμινο δείχνει πόσο επιφανειακές και προπαγανδιστικές είναι οι ελληνοκεντρικές εξηγήσεις της κρίσης με βάση τις ελληνικές ιδιαιτερότητες περί δήθεν «σπάταλου κράτους», «έλλειψη ανταγωνιστικότητας», «καταναλώνουμε περισσότερα από όσα παράγουμε» και άλλα παρόμοια «επιχειρήματα». Ακόμα και ο πιο θρασύς προπαγανδιστής της καπιταλιστικής λογικής θα δυσκολευτεί να υποστηρίξει ότι κινδυνεύει να καταρρεύσει η παγκόσμια οικονομία, επειδή σε μια γωνιά του κόσμου, που λέγεται Ελλάδα, ο κυρ-Μήτσος λουφάρει στη δουλειά του και η κυρά-Κατίνα αγόρασε ακριβό αυτοκίνητο με δανεικά.

Προφανώς η αλληλεξάρτηση της ελληνικής κρίσης με τη διεθνή οικονομία έχει άλλες αιτίες. Για να προχωρήσουμε περαιτέρω σε αυτές, είναι απαραίτητο να διευκρινίσουμε καταρχήν σε τι συνίσταται ο κίνδυνος του ντόμινο. Είναι φανερό πια ότι σε περίπτωση αδυναμίας της Ελλάδας ή κάποιας άλλης χώρας να πληρώσει τους δανειστές της, θα ακολουθήσει μια αλυσίδα γεγονότων, όπου τα ομόλογα της μιας χώρας μετά την άλλη θα πάψουν να είναι αξιόπιστα και θα μετατραπούν σε σκουπιδόχαρτα, για τα οποία οι τράπεζες, που τα κατέχουν, θα χάσουν τεράστια ποσά.

Ουσιαστικά υπάρχει ο κίνδυνος το σύνολο του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ευρώπης να βρεθεί στα πρόθυρα της χρεωκοπίας και αυτό θα παρασύρει στην κρίση ακόμα και τις πιο ισχυρές χώρες της Ευρώπης, ενδεχομένως και την ίδια τη Γερμανία, με έναν μηχανισμό παρόμοιο με αυτόν που οδήγησε την Ιρλανδία στην κρίση (η Ιρλανδία είχε γύρω στο 25% του ΑΕΠ χρέος και ξεπέρασε το 100% μέσα σε ελάχιστο χρόνο, επειδή διέσωσε τις χρεοκοπημένες τράπεζες της χώρας, οι οποίες με τη σειρά τους είχαν πρακτικά χρεοκοπήσει, επειδή δεν μπορούσαν να εισπράξουν τα δανεικά που είχαν διοχετεύσει σε οικονομικές φούσκες που κατέρρευσαν.) Το ευρώ είναι απίθανο να αντέξει μια τέτοια αναταραχή, η ευρωζώνη θα διαλυθεί, αφού κάθε χώρα θα κινηθεί με τη λογική ο σώζων εαυτόν σωθήτω και η κρίση θα πλήξει και τις ΗΠΑ και τον υπόλοιπο κόσμο μέσα από την έντονη αλληλεξάρτηση της διεθνούς οικονομίας και ακόμα πιο έντονα του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος, όπως έγινε και το 2008 με την κατάρρευση της Λίμαν Μπράδερς.

Όμως όχι μόνο σε περίπτωση πτώχευσης, αλλά και στην περίπτωση της λεγόμενης «επιλεκτικής χρεοκοπίας», ο κίνδυνος επέκτασης της κρίσης παραμένει. Αυτό γίνεται φανερό, αν δούμε τι κρύβεται πίσω από το σήριαλ για τη συμμετοχή των ιδιωτών στα νέα δάνεια προς την Ελλάδα και την πιθανότητα «αναδιάρθρωσης» του ελληνικού χρέους, ένα σήριαλ που όλα δείχνουν ότι θα συνεχιστεί και μέσα στο καλοκαίρι.

Η κυβέρνηση της Γερμανίας και άλλων χωρών φλερτάρουν με την ιδέα να χάσουν οι ιδιώτες δανειστές του ελληνικού κράτους ένα μέρος των χρημάτων από το χρέος που κατέχουν, καταρχήν «για τα μάτια του κόσμου» –για να μπορούν οι κυβερνήσεις να ισχυρίζονται ότι κάποιο βάρος σηκώνουν και οι τράπεζες– και κατά δεύτερο, και ίσως κυριότερο, γιατί οι βόρειες χώρες δεν θέλουν να αυξήσουν τα δικά τους χρέη, εξαγοράζοντας αδιάκοπα τα χρέη άλλων χωρών. Ο λόγος που οι ευρωπαίοι ηγέτες ταλαντεύονται, δεν είναι απλά οι πιέσεις των τραπεζών, του Τρισέ και των λεγόμενων «οίκων αξιολόγησης». Ο κύριος λόγος είναι ότι υπάρχει όντως πραγματικό ρίσκο και φόβος για το ποιες θα είναι οι συνέπειες, αν οι τράπεζες και οι άλλοι ιδιώτες δανειστές της Ελλάδας χάσουν έστω και ένα ευρώ από μια συμφωνία «αναδιάρθρωσης».

Με μια αναδιάρθρωση οι τράπεζες θα χάσουν σήμερα ένα μέρος της αξίας των ομολόγων που κατέχουν από το ελληνικό χρέος. Όμως το ρίσκο και ο φόβος είναι ότι το πράγμα δεν θα περιοριστεί σε μια μικρή χασούρα στο παρόν. Αν αυτό γίνει για μια φορά, αυτομάτως ο κίνδυνος να χάσουν ακόμα περισσότερα και δεύτερη και τρίτη φορά στο μέλλον θα γίνει σχεδόν βεβαιότητα. Το ίδιο βεβαιότητα θα γίνει και το γεγονός ότι το «κούρεμα» των ομολόγων θα επεκταθεί αργά ή γρήγορα και στην Πορτογαλία και την Ιρλανδία, που βρίσκονται ήδη στη διαδικασία των μνημονίων, αλλά και σε εκείνες που ενδέχεται να αναγκαστούν να μπουν στο μέλλον. Αυτό θα είχε σαν σίγουρη συνέπεια την άνοδο των σπρεντ στο χρέος και άλλων «επικίνδυνων» χωρών της ευρωζώνης (κάτι που ήδη συμβαίνει εν μέρει) και μια διαρκή άνοδο του κινδύνου χρεοκοπιών και των προβλημάτων ρευστότητας των τραπεζών.

Έτσι μια «ελεγχόμενη» αναδιάρθρωση (ή «επιλεκτική χρεοκοπία») είναι πιθανό τελικά να αποδειχτεί όχι και τόσο ελεγχόμενη. Μια αλυσιδωτή αντίδραση, όπου οι τράπεζες θα κατέγραφαν ολοένα και περισσότερες ζημιές, ήταν (και εξακολουθεί να είναι) πιθανόν να ξεκινήσει, αν το «πουλόβερ» του χρέους άρχιζε να ξηλώνεται στην Ελλάδα, έστω και σε ένα μικρό ποσοστό «αναδιάρθρωσης» αρχικά. Το φαινόμενο ντόμινο μπορεί να είναι μικρό στην αρχή, αλλά στη συνέχεια να καταλήξει το ίδιο εκκωφαντικό και επικίνδυνο για το σύστημα όσο και μια άμεση χρεοκοπία της Ελλάδας.

Χρειάζεται μια παρένθεση, για να σημειώσουμε ότι ο κίνδυνος για μια τέτοια επίδραση ντόμινο δεν εξαφανίζεται από τη συνέχεια των δανείων προς την Ελλάδα, για να αποπληρώνονται τα παλιότερα δάνεια των τραπεζών. Ούτε είναι υποχρεωτικό ένα φαινόμενο ντόμινο να ξεκινήσει μόνο από την Ελλάδα. Αν η κρίση χρέους χτυπήσει καθοριστικά την Ισπανία ή την Ιταλία με ανεβασμένα σπρεντ, τότε μια χρεοκοπία αυτών των χωρών είναι πιθανή, αφού είναι μάλλον απίθανο για την υπόλοιπη Ε.Ε. να μπορέσει να καλύψει αυτές τις οικονομίες με τα πολλαπλάσια κεφάλαια που απαιτούνται (π.χ. το ιταλικό χρέος είναι πολύ μεγαλύτερο από το άθροισμα του χρέους Ελλάδας, Πορτογαλίας και Ιρλανδίας μαζί).

Περιγράψαμε σύντομα πώς είναι πιθανόν να εξελιχτεί το φαινόμενο ντόμινο με αφορμή το χρέος στην ευρωζώνη. Όμως μόνο η περιγραφή δεν είναι αρκετή για να κατανοήσουμε το μέγεθος και τις αιτίες της κρίσης. Χρειάζεται να πάμε βαθύτερα. Καταρχήν χρειάζεται να απαντήσουμε αν το φαινόμενο ντόμινο είναι κάτι φυσικό και αναπόφευκτο στη διεθνή οικονομία. Σε αυτό πολύ λίγο διαφωτιστικές είναι οι αναλύσεις του αστικού τύπου και των αστών οικονομολόγων.

Η απάντηση είναι ότι το φαινόμενο ντόμινο δεν είναι ούτε φυσικό ούτε αναπόφευκτο. Ο καπιταλισμός είναι ένα διεθνές σύστημα και οι λεγόμενες «εθνικές» οικονομίες είναι αλληλεξαρτημένες σε παγκόσμιο επίπεδο πιο πολύ από ποτέ στην ιστορία. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μια χρεοκοπία ή μια οικονομική κρίση σε ένα σημείο θα βάλει φωτιά αυτομάτως σε όλο τον πλανήτη. Έχουν συμβεί και παλιότερα χρεοκοπίες, και μεγάλων επιχειρήσεων και κρατών, χωρίς αυτό να έχει τις αλυσιδωτές συνέπειες που είχε η χρεοκοπία της Λίμαν Μπράδερς ή η απειλή χρεοκοπίας της Ελλάδας σήμερα.

Το 1998 χρεοκόπησε, δηλαδή κήρυξε στάση πληρωμών στο χρέος της η Ρωσία και λίγα χρόνια μετά ακολούθησε και η Αργεντινή και στη συνέχεια και οι δυο «κούρεψαν» τα χρέη τους στο μεγαλύτερο ποσοστό. Αυτές οι χρεοκοπίες επηρέασαν τη διεθνή οικονομία, αλλά με σχετικά ήπιο τρόπο και σίγουρα δεν οδήγησαν σε δραματική αλυσιδωτή επέκταση της κρίσης παγκόσμια. Ο λόγος μπορεί να γίνει κατανοητός με ένα παράδειγμα.

Ας υποθέσουμε ότι μια τράπεζα έχει δανείσει σε δέκα πελάτες χρήματα και χρεοκοπεί ο ένας από αυτούς. Τότε αυτή η ζημιά μπορεί να απορροφηθεί πολύ εύκολα (για την ακρίβεια αυτό το ρίσκο έχει προϋπολογιστεί και έχει ενσωματωθεί στα επιτόκια δανεισμού προκαταβολικά) και η τράπεζα να συνεχίσει να είναι κερδοφόρα. Τι θα γινόταν όμως, αν χρεοκοπούσαν και οι δέκα ταυτόχρονα, ή αν (πράγμα που είναι το ίδιο) η χρεοκοπία του ενός σήμαινε ότι ο δεύτερος έχανε τα λεφτά που του χρώσταγε ο πρώτος και οδηγούνταν και αυτός σε χρεοκοπία και έτσι με αυτόν τον τρόπο οδηγούνταν στη χρεοκοπία ο ένας μετά τον άλλον όλοι οι πελάτες της τράπεζας;

Σε ακριβώς μια τέτοια κατάσταση βρίσκεται ο διεθνής καπιταλισμός τα τελευταία χρόνια, μια κατάσταση που απειλεί να μετατρέψει κάθε τοπική επιδημία σε μια παγκόσμια πανδημία. Με άλλα λόγια το πρόβλημα δεν είναι ότι κινδυνεύουν να χαθούν τα λεφτά που χρωστάει η Ελλάδα, αλλά ότι κινδυνεύουν να χαθούν (με αφορμή την Ελλάδα ή κάποια άλλη χώρα) τα τεράστια ποσά που αποτελούν το παγκόσμιο χρέος.


Το κρατικό χρέος των χωρών του πάλαι ποτέ ανεπτυγμένου καπιταλισμού είναι κοντά στο 90% του ΑΕΠ τους κατά μέσο όρο και το ποσοστό αυτό συνεχίζει να αυξάνει. Όχι μόνο γιατί τα προγράμματα λιτότητας είναι αδιέξοδα σε περιβάλλον ασθενικής ανάπτυξης ή και ύφεσης, αλλά και γιατί η κύρια πηγή που τροφοδοτεί αυτά τα χρέη είναι το βουνό των ιδιωτικών χρεών, τα οποία είναι διπλάσια και τριπλάσια από ό,τι τα κρατικά χρέη. Ενδεικτικά σε μερικές από τις μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη, το συνολικό χρέος φτάνει το 471% του ΑΕΠ στην Ιαπωνία, το 466% στη Μεγάλη Βρετανία, το 366% στην Ισπανία, το 322% στη Γαλλία, το 315% στην Ιταλία, το 296% στις ΗΠΑ και το 286% στη Γερμανία.[1]

Η σωτηρία των τραπεζών το 2008 απαίτησε τεράστια ποσά από τα κράτη (με αποτέλεσμα την εκτίναξη των χρεών τους). Όμως τα «τοξικά» χρέη, που εξακολουθούν να κατέχουν τράπεζες και μεγάλες επιχειρήσεις, παραμένουν τεράστια και αργά ή γρήγορα είναι αναπόφευκτα νέα πακέτα διάσωσης από τα κράτη προς τον ιδιωτικό τομέα, που θα εκτινάξουν ξανά τα κρατικά χρέη και θα αυξήσουν τις πιθανότητες χρεοκοπίας κρατών. Για παράδειγμα, ο μεγάλος φόβος για την Ισπανία δεν είναι το σημερινό κρατικό χρέος, που είναι μικρό, αλλά η πιθανή μελλοντική εκτίναξή του, αν οι τράπεζες κινδυνεύσουν με χρεοκοπία και το ισπανικό κράτος ακολουθήσει το δρόμο της Ιρλανδίας και αναλάβει τα χρέη τους.

Συνοψίζοντας, όλη η διεθνής οικονομία βρίσκεται υπό τον κίνδυνο της «ελλαδοποίησης», της πιθανότητας δηλαδή να χάσει τον έλεγχο και να οδηγηθεί σε μια αλματώδη άνοδο των ελλειμμάτων και του χρέους, που έχει στο τέλος του δρόμου τη χρεοκοπία, και αυτό είναι που κάνει το φαινόμενο του ντόμινο πιθανό κίνδυνο.

Το βουνό του χρέους έχει αναδειχτεί σε ένα τεράστιο βάρος για τη διεθνή οικονομία και είναι η κύρια μορφή με την οποία εκφράζεται η καπιταλιστική κρίση. Δεν πρόκειται για μια τυχαία εξέλιξη ούτε για ατύχημα. Όπως ομολογεί και ο «Economist»: «Ο δανεισμός ήταν η απάντηση σε όλα τα οικονομικά προβλήματα τα τελευταία 25 χρόνια. Τώρα το ίδιο το χρέος έχει γίνει το πρόβλημα».[2]

Ο λεγόμενος «θρίαμβος της ελεύθερης αγοράς» στηρίχτηκε σε όλο και μεγαλύτερες δόσεις του «αναβολικού» του χρέους τις τελευταίες δεκαετίες, μια πολιτική ντοπαρίσματος που ακολούθησαν συνειδητά και συστηματικά οι κεντρικές τράπεζες στις ΗΠΑ, στην Ε.Ε. και την Ιαπωνία. Ήταν ο μόνος τρόπος να παραμείνει ψηλά η κερδοφορία και η συνεπακόλουθη επέκταση του συστήματος, μια κερδοφορία που άρχισε να υποχωρεί μετά τη δεκαετία του ’70, με την επανεμφάνιση των οικονομικών κρίσεων στο καπιταλιστικό σύστημα μεταπολεμικά.

Ο «Economist» αποκαλεί το χρέος «ναρκωτικό», δείχνοντας ότι, με την πάροδο του χρόνου, οι «δόσεις» είχαν πολύ μικρότερα αποτελέσματα: η πρόσθεση νέου χρέους στην οικονομία οδηγούσε σε όλο και μικρότερη ποσοστιαία αύξηση του ΑΕΠ. Πράγματι έτσι συνέβαινε αλλά όχι μόνο με το χρέος: είτε με δανεικά, είτε με ίδια κεφάλαια, η απόδοση των επενδύσεων στην πραγματική οικονομία, δηλαδή το ποσοστό κέρδους, έπεσε σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες, επιβεβαιώνοντας την εγγενή τάση της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους στον καπιταλισμό, όπως το έχει περιγράψει ο Μαρξ.

Με άλλα λόγια, το «ναρκωτικό» του συνεχώς ογκούμενου χρέους χορηγήθηκε σε ένα ήδη άρρωστο και γερασμένο σύστημα, γι’ αυτό και η «απεξάρτηση» δεν είναι καθόλου εύκολη: δεν υπάρχει επιστροφή σε μια υγιή προτεραία κατάσταση, γιατί αυτή η «υγιής» κατάσταση για το σύστημα πέρασε προ πολλού.

Το χρέος καθεαυτό δεν οδηγεί υποχρεωτικά σε επώδυνη λιτότητα την κοινωνία, ούτε σε υποχρεωτική κρίση τον καπιταλισμό. Για παράδειγμα, αμέσως μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, οι ΗΠΑ βρέθηκαν με ένα τεράστιο χρέος που προσέγγιζε το 130% του ΑΕΠ. Και σαν να μην έφτανε το παλιό χρέος, οι ΗΠΑ προχώρησαν μεταπολεμικά σε διάφορα σχέδια Μάρσαλ προς τις χώρες της Ευρώπης και την Ιαπωνία, που θεωρητικά θα οδηγούσαν σε ακόμα μεγαλύτερο χρέος το κράτος. Και όμως όλο αυτό το τεράστιο χρέος «εξαφανίστηκε» μέσα στην τεράστια μεταπολεμική ανάπτυξη του συστήματος, για να αρχίσει να ανεβαίνει και πάλι στην αρχή της νέας κρίσης και παρακμής του συστήματος μετά τη δεκαετία του ’70, παρόλο που θεωρητικά η κυριαρχία του Ρηγκανισμού εξασφάλιζε «λιγότερο κράτος».[3]

Η ίδια οικονομική ανάπτυξη χαρακτήριζε και τις άλλες χώρες μεταπολεμικά, γι’ αυτό άλλωστε και τα δάνεια εκείνης της εποχής δεν οδήγησαν σε υπερχρέωση ούτε τις επιχειρήσεις που γιγαντώνονταν είτε γενικότερα τις χώρες που ανασυγκροτούνταν από τα ερείπια του πολέμου. Με λίγα λόγια τα κέρδη από την αλματώδη ανάπτυξη της εποχής ήταν υπεραρκετά για να αποσβένουν το χρέος.

Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συμβεί σήμερα, γιατί ο καπιταλισμός είναι σε παρακμή και δεν είναι σε θέση να οδηγήσει την οικονομία διεθνώς σε μια οικονομική ανάπτυξη ικανή να εξαφανίσει το χρέος. Το χρέος των τελευταίων δεκαετιών –ιδιωτικό και δημόσιο– δεν είχε σαν εγγύηση μια ραγδαία αναπτυσσόμενη πραγματική οικονομία, αλλά μια ραγδαία αναπτυσσόμενη φούσκα των λεγόμενων assets (περιουσιακών στοιχείων) σε μετοχές, σε εμπορεύματα, σε ακίνητα κ.λπ. Όσο οι μετοχές και οι τιμές των ακινήτων ανέβαιναν, το χρέος έδειχνε εγγυημένο. Τώρα που η φούσκα έσκασε, δεν υπάρχει κανένας τρόπος να αποσβεστεί το χρέος.

Θεωρητικά, εκτός από την οικονομική ανάπτυξη το χρέος θα μπορούσε να ελεγχθεί και με ένα γενναίο «κούρεμα» (είτε μέσα από την αύξηση του πληθωρισμού και την απαξίωσή του είτε μέσα από πολιτικές αποφάσεις των κρατών για διαγραφή μέρους του χρέους). Κάτι τέτοιο προσκρούει στην τεράστια ισχύ των συμφερόντων του χρηματοπιστωτικού τομέα, που θα χάσει πάρα πολλά από μια τέτοια εξέλιξη. Προσκρούει επίσης στην ανταγωνιστική και ιμπεριαλιστική φύση του συστήματος, που κάνει ανέφικτη μια διεθνή συμφωνία στηριγμένη στον «αλτρουισμό». Ούτε οι μεμονωμένοι καπιταλιστές ούτε τα μεμονωμένα καπιταλιστικά κράτη δεν συνηθίζουν να «θυσιάζονται για το καλό του συνόλου» και ήδη βρίσκονται σε οξείς ανταγωνισμούς για το ποιος θα πληρώσει περισσότερο την κρίση (με τους νομισματικούς πολέμους, με τις αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό της Ε.Ε. κ.λπ.).

Όμως, για χάρη της συζήτησης, ας υποθέσουμε ότι οι καπιταλιστές πήγαιναν κόντρα στη φύση τους και κόντρα σε κάθε ιστορική εμπειρία και «ενώνονταν μπροστά στον κίνδυνο» τουλάχιστον σε επίπεδο Ε.Ε. (αν όχι σε παγκόσμιο επίπεδο) και κατέληγαν σε μια συμφωνία αμοιβαίας απομείωσης του χρέους, μεταφοράς βαρών στις πιο πλούσιες χώρες, μετατροπής της ευρωζώνης σε ενωμένες πολιτείες της Ευρώπης και σε άλλες τέτοιες… αγγελικές και ηθικές αποφάσεις. Ακόμα και αυτό να συνέβαινε, και πάλι η κρίση της πραγματικής οικονομίας θα τους περίμενε στη γωνία με την πεσμένη κερδοφορία του κεφαλαίου (χωρίς πια το αναβολικό του άφθονου και φτηνού δανεισμού) και την απροθυμία των καπιταλιστών να κάνουν επενδύσεις.

Το ίδιο ακριβώς θα συνέβαινε, αν το κάθε κράτος επιχειρούσε να βγει από την κρίση χρέους μεμονωμένα. Ακόμα κι αν απαλλασσόταν από το βάρος του χρέους προσωρινά, θα είχε να αντιμετωπίσει και πάλι μια θάλασσα διεθνούς οικονομικής κρίσης –καμιά χώρα δεν μπορεί, ειδικά σήμερα, να αναπτύσσεται απροβλημάτιστα, αν το διεθνές περιβάλλον είναι βυθισμένο στην κρίση.
Με άλλα λόγια, ακόμα κι αν με ένα μαγικό τρόπο η διεθνής οικονομία απαλλασσόταν από το τεράστιο χρέος και το γιγαντισμό του χρηματοπιστωτικού τομέα, απλά θα επέστρεφε στο στασιμοπληθωρισμό του ’70 και του ’80. Ο καπιταλισμός, για να ξεπεράσει την κρίση και να μπει σε φάση ανάπτυξης, πρέπει να μπει ταυτόχρονα σε φάση ανοδικής κερδοφορίας, γιατί η φύση του συστήματος είναι να έχει κινητήρα του το κέρδος. Και η ανοδική κερδοφορία δεν μπορεί να γίνει ούτε με κεϊνσιανά ούτε με νεοφιλελεύθερα γιατροσόφια πια. Μπορεί να γίνει μόνο με τεράστια καταστροφή κεφαλαίου, όπως αυτή του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου που επέτρεψε στον καπιταλισμό τότε να ξεπεράσει την κρίση του ’30.

Συνοψίζοντας τα παραπάνω, θα λέγαμε καταρχήν ότι η κρίση δεν περιορίζεται σε κάποιες «τοπικές» αδυναμίες κάποιων χωρών, αλλά είναι κρίση του διεθνούς συστήματος, που εξακολουθεί να υποβόσκει, και «τοπικά» σε κάποιες χώρες εκδηλώνεται με πιο έντονα συμπτώματα. Πρόκειται για μια συστημική διεθνή κρίση που μπορεί να μπαλώνεται και να αντιμετωπίζονται κάπως τα συμπτώματα που είναι πιο έντονα σε κάποιες χώρες και λιγότερο σε κάποιες άλλες, αλλά που δεν μπορεί να λυθεί εντός του καπιταλιστικού συστήματος, τουλάχιστον όχι με βάση τα δεδομένα της στιγμής.

Η αντιμετώπιση του μεγαλύτερου συμπτώματος της κρίσης, που είναι το χρέος, ισοδυναμεί με προσπάθεια τετραγωνισμού του κύκλου. Δεν υπάρχει καμία «συνταγή» οικονομικής πολιτικής που να μπορεί να ξεπεράσει το πρόβλημα του χρέους. Το χρέος σήμερα αποτελεί μια μη αντιστρεπτή ζημιά, που πρέπει κάποιος να το πληρώσει με βαρύ τίμημα (δεν είναι καθόλου αναπόφευκτο να το πληρώνουν οι εργάτες βέβαια).

Ακριβώς εξαιτίας αυτής της οικονομικής πραγματικότητας, οι όποιες «λύσεις» είναι προσωρινές και αβέβαιες. Αυτό σημαίνει ότι οι εναλλαγές πολιτικών, οι λύσεις της τελευταίας στιγμής, η προσωρινότητα της κάθε προσπάθειας σταθεροποίησης δεν οφείλονται σε ανεπάρκειες των πολιτικών ηγετών στην Ελλάδα, στην Ευρώπη και διεθνώς, αλλά έχουν συστημικά αίτια και θα είναι μόνιμο φαινόμενο και για το επόμενο διάστημα. Και ταυτόχρονα, τα όποια μπαλώματα της κρίσης δεν εξασφαλίζουν καμιά βεβαιότητα για τη σταθερότητά τους. Αντίθετα στηρίζονται σε ακροβασίες στην κόψη του ξυραφιού και μπορούν ανά πάσα στιγμή να οδηγήσουν σε κατάρρευση των διεθνών προσπαθειών αντιμετώπισης της κρίσης και σε λογικές ο σώζων εαυτόν σωθήτω για τον κάθε εθνικό καπιταλισμό.

Συνεπώς, το εργατικό κίνημα και η Αριστερά δεν μπορούν να στηρίζονται στην αντικειμενική κατεύθυνση των πραγμάτων, ούτε να ελπίζουν σε εύκολες διεξόδους από την κρίση. Αντιλήψεις όπως των «ευρωπαϊστών» του ΣΥΝ ότι ο ελληνική οικονομία –δηλαδή ο ελληνικός καπιταλισμός– θα ξαναγυρίσει στην ανάπτυξη «αν διαπραγματευτούμε σκληρά εντός του ευρώ» ή των αντιευρωπαϊστών της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ότι αυτό θα συμβεί με τη δραχμή, είναι κεϊνσιανές αυταπάτες εκτός πραγματικότητας. Τέτοιες αντιλήψεις απλά αναπαράγουν τις αποτυχημένες συνταγές του Ανδρέα Παπανδρέου (μια πολιτική διεκδίκησης εντός της ΕΟΚ παραπλήσια των μεσογειακών προγραμμάτων οι ευρωπαϊστές, την πολιτική των υποτιμήσεων του νομίσματος των Αρσένη και Σημίτη το 1983-1985 οι αντιευρωπαϊστές), όταν προσπαθούσε να βγάλει τον ελληνικό καπιταλισμό από την κρίση του ’80.

Ούτε η ελληνική, ούτε η παγκόσμια οικονομία μπορεί να γυρίσει σε βιώσιμη και σταθερή ανάπτυξη, συγκρίσιμη με το παρελθόν, όσο διατηρείται ένας όλο και πιο γερασμένος καπιταλισμός που παρακμάζει και γεννάει από τη φύση του την κρίση.
Δεν υπάρχει λύση που να ωφελεί τους εργάτες και ταυτόχρονα να βγάζει τον καπιταλισμό από την κρίση και να οδηγεί την καπιταλιστική οικονομία στην κερδοφορία και την ανάπτυξη. Υπάρχει μόνο μια διέξοδος από την κρίση προς όφελος των εργατών και αυτή δεν είναι η αλλαγή πολιτικής εντός του καπιταλισμού, αλλά η αλλαγή κοινωνίας. Είναι η ανατροπή του καπιταλισμού και ο σοσιαλισμός.

Μια τέτοια προοπτική δεν οδηγεί σε καμία περίπτωση στην πολιτική αδράνειας του ΚΚΕ, που καταγγέλλει απλά το σύστημα και μαζεύει ψήφους, λες και ο σοσιαλισμός θα έρθει με ψηφοφορίες. Η προοπτική του σοσιαλισμού υπηρετείται μόνο με την πολιτική της σκληρότερης δυνατής σύγκρουσης με τον καπιταλισμό σήμερα, που κατεβάζει τις μάζες στον αγώνα κάτω από συγκεκριμένες διεκδικήσεις και με κλιμακούμενες μορφές πάλης, ώστε να εμποδίσουμε το σύστημα να διαχειρίζεται την κρίση, θυσιάζοντας τις ζωές και τις ανάγκες των εργατών.

Η πολιτική αυτή σύγκρουσης εδώ και τώρα με το σύστημα πρέπει να είναι ταξική και όχι πατριωτική, να στηρίζει τα εργατικά συμφέροντα, έχοντας πλήρη συνείδηση ότι αυτό μπορεί να γίνει μόνο βλάπτοντας άλλες τάξεις της «πατρίδας» και κυρίως τους τραπεζίτες και γενικότερα τους καπιταλιστές. Να είναι διεθνιστική, να έχει χαρακτήρα συνεργασίας και παραδειγματισμού για τους εργάτες όλων των χωρών και όχι να ελπίζει ότι οι εργάτες της Ελλάδας ή οποιασδήποτε άλλης χώρας μπορούν να σωθούν μόνοι τους ή ότι η ταξική πολιτική είναι διαφορετική στην κάθε χώρα. Να είναι ρεαλιστική, δηλαδή να απαντάει στα διλήμματα και τα διακυβεύματα της συγκυρίας και όχι να κρύβει το κεφάλι στην άμμο. Τέλος, μια τέτοια πολιτική έχει αναγκαστικά μεταβατικό χαρακτήρα: υπερασπίζει τους εργάτες προσωρινά, χωρίς να λύνει την κρίση του καπιταλισμού, αλλά αντίθετα στοχεύει στη συσπείρωση δυνάμεων για την ανατροπή του συστήματος.
Αντί για διαχειριστικές προτάσεις «παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας» και ψευτοδιλήμματα του τύπου «ευρώ ή δραχμή», βασικό στοιχείο που οφείλει να διαπερνά μια αριστερή πολιτική είναι η μαχητική διεκδίκηση να πληρώσουν αυτοί που δημιούργησαν την κρίση, να πληρώσουν οι καπιταλιστές και να πληρώσουν όσο σκληρά είναι αναγκαίο, όχι μόνο με φορολογία, αλλά και με δήμευση του κοινωνικού πλούτου που κατέχουν.

Στο ζήτημα του χρέους, αυτό σημαίνει πρακτικά την ανάγκη διεκδίκησης της διαγραφής του χρέους. Σε όλες τις χώρες έχουμε από τη μια πλευρά τις λεγόμενες «αγορές», δηλαδή μια χούφτα ραντιέρηδες που κερδίζουν από τους τόκους και που έχουν συσσωρεύσει ένα βουνό χρεόχαρτα στην κατοχή τους και από την άλλη την παραγωγική δύναμη και τις ανάγκες της κοινωνίας. Η απάντηση σ’ αυτό το δίλημμα πρέπει να είναι σαφής: να ζήσουν οι άνθρωποι και να καταστραφούν τα χρέη. Δεν θα πάθει τίποτα η κοινωνία, αν χρεοκοπήσουν οι τράπεζες ή ακόμα και κάποια ασφαλιστικά ταμεία που τζογάρουν στα ομόλογα, αρκεί να κρατικοποιηθεί πλήρως το τραπεζικό σύστημα και οι κοινωνικές παροχές των ταμείων να εξασφαλιστούν από το κράτος.

Είναι προφανές ότι η σύγκρουση αυτή με τους ραντιέρηδες πρέπει να ξεκινήσει άμεσα και σε κάθε χώρα εδώ και τώρα. «Δεν θα μας δανείζουν οι αγορές, αν δεν κάνουμε λιτότητα», αυτό λέει ο Παπανδρέου, αυτό είπε και ο Μπερλουσκόνι, ανακοινώνοντας πακέτο λιτότητας 80 δισ. στις αρχές Ιουλίου, αυτό λέει ο Ομπάμα στους εργάτες του Ουισκόνσιν και των ΗΠΑ, αυτό λένε οι κυβερνήσεις όλου του κόσμου. Ακόμα και οι χώρες που δεν έχουν υπογράψει μνημόνια τυπικά, έχουν δεσμευτεί με άτυπα μνημόνια με τις «αγορές», τα οποία διαιωνίζουν τη λιτότητα.

Είναι προφανές ότι η κοινωνική ανάγκη επιβάλλει να σπάσει αυτή η διελκυστίνδα, όπου τα κράτη παίρνουν νέα δάνεια για να αποπληρώνουν τα παλιά: Η λιτότητα πρέπει να ανατραπεί και η πληρωμή των χρεών πρέπει να παγώσει, ώστε να μην μπορούν οι δανειστές να εκβιάζουν είτε άμεσα με μνημόνια είτε έμμεσα με άνοδο των σπρεντ κ.λπ.

Προφανώς οι παραπάνω πολιτικές κατευθύνσεις είναι ενδεικτικές. Προφανώς η χάραξη μιας πολιτικής μεταβατικών διεκδικήσεων, με στόχο την υπεράσπιση των εργαζομένων και της κοινωνίας απέναντι στην κρίση και με απώτερο στόχο το σοσιαλισμό, είναι μια επίπονη προσπάθεια και φυσικά δεν περιορίζεται μόνο στο ζήτημα του χρέους. Προϋποθέτει τη συγκρότηση μιας Αριστεράς μαζικής και ικανής να ηγείται των πλατιών μαζών στη σύγκρουση με τον καπιταλισμό. Αλλά αυτό ξεφεύγει από το θέμα αυτού του άρθρου.


Σημειώσεις
1.http://www.economist.com/blogs/buttonwood/2010/06/indebtedness_after_financial_crisis
2.http://www.economist.com/node/16397110?story_id=16397110
3. http://www.usgovernmentspending.com/charts


Τρίτη, 26 Ιουλίου 2011

Σωτήρες - μακελάρηδες

Ashes, 1894. Edvard Munch.  Nasjonalgalleriet at Oslo (via Wikipedia)
http://artchive.com/
 
της Αλκμήνης Ψιλοπούλου

ΑΥΓΗ, 26.7.11

«Η πόλη μου, άλλοτε η πόλη της ελεύθερης σκέψης και της ανεμπόδιστης λατρείας, της αδούλωτης ψυχής, έκτοτε βαριανασαίνει κάτω από το πλάκωμα του τρόμου. Πέρα από μια φαινομενική ηρεμία, τους αμέριμνους διαβάτες... κάπου πάλλεται κρυμένη μια απειλή. Και μόλις κάνουν την εμφάνισή τους οι ομάδες μοναχών που περιφέρονται στους δρόμους, όλοι περιμένουν. Οι μελανείμονες είναι οι προάγγελοι αναταραχής που δεν αργεί να ξεσπάσει. Το πλήθος αποτραβιέται φοβισμένο» (από το βιβλίο «Σχετικά με την Υπατία...» της Άννας Γκέρτσου-Σαρρή).

Όλοι έχουν επιχειρήματα. Λόγια, θεωρίες και ιδεολογίες. Πίστεις. Και κυρίως, το ισχυρότερο επιχείρημα, πως ό,τι κάνουν, το κάνουν στο όνομα της απονομής δικαιοσύνης. Στο όνομα της σωτηρίας του κόσμου, της χώρας, του λαού, ή εν πάση περιπτώσει, κάποιων...

Διαβάζοντας τα επιχειρήματα του μακελάρη του Όσλο, ανατρίχιασα. Όχι επειδή δικαιολογούσε με αυτά την υπέρτατη δόξα της βίας και του φόνου, αλλά επειδή «έχει δίκιο»!!! Μα τι είναι αυτά που λες; Θα μου πείτε. Και όμως! Μέσα σε 1.500 σελίδες, τις οποίες προμηθεύτηκε το γαλλικό πρακτορείο, ο 32χρονος Νορβηγός που έσπειρε τον θάνατο στη Νορβηγία, με αποτέλεσμα 93 άνθρωποι να χάσουν τη ζωή τους, αναφέρει μεταξύ άλλων: "Η τρομοκρατία είναι ένα μέσο να αφυπνιστούν οι μάζες", ενώ πίστευε ότι «θα καταγράφονταν στη συνείδηση του κόσμου ως το χειρότερο τέρας μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο».

O Άντερς Μπέχρινγκ Μπρέιβικ ανάμεσα στα επιχειρήματά του αναφέρεται και στην Ελλάδα: Χαρακτηρίζει γενοκτονία των Ελλήνων την Μικρασιατική Καταστροφή, μιλάει για την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς, ενώ κάνει και μια αναφορά στον Θουκυδίδη, μιλώντας για τη συνεισφορά του στον πολιτισμό.

"Η αντιχριστιανική τζιχάντ κορυφώθηκε το 1922 στη Σμύρνη, στις ακτές της Μεσογείου, όπου 150.000 Έλληνες Χριστιανοί σφαγιάστηκαν από τον τουρκικό στρατό κάτω από το αδιάφορο βλέμμα των συμμαχικών πολεμικών πλοίων", σημειώνει. Στόχος του, όπως λέει, είναι να απαλλάξει την ευρωπαϊκή δύση από τον ισλαμισμό. Το ίδιο δεν έλεγε και ο Μπους; Το ίδιο δεν λένε οι χρυσαυγίτες όταν μακελεύουν τους δικούς μας μετανάστες;

Σήμερα, τώρα, εδώ στην Ελλάδα, μια επίσημη κυβέρνηση ξεπουλάει τα πάντα, καταστρέφει ανθρώπινες ζωές, στο όνομα της σωτηρίας της χώρας. Φυσικά, με τη βία. Παλιότερα, οι άνθρωποι της «αγάπης» και της «σωτηρίας του κόσμου», οι χριστιανοί -μοναχοί και παπάδες- μακέλευαν ολόκληρους πληθυσμούς, έκαιγαν πόλεις και γκρέμιζαν μνημεία της ιστορίας. Το ίδιο δεν έγινε και στο Ιράκ; Το ίδιο δεν γίνεται και τώρα στη Λιβύη; Και αλλού;

Η βία των «σωτήρων» κυριαρχεί. Είναι η μάστιγα των αιώνων. Και το παράδειγμα δίνουν πρώτοι οι κυβερνώντες. Αυτοί γεννούν τους μακελάρηδες, όπου γης. Ο παραλογισμός της βίας κυριαρχεί σε δημόσιους λόγους, δημόσια ψέμματα, στα media, στα δυνατά επικοινωνιακά επιχειρήματα όλων των μεγάλων - οι οποίοι, προς το παρόν, σφάζουν με το βαμβάκι, αναίμακτα. Σιγά-σιγά, αυτός ο ιός της βίας μεταδίδεται και στους μικρούς που μιμούνται τους μεγάλους - αυτοί, με αίμα, γιατί αλλιώς δεν μπορούν...

Οι μελανείμονες-ρασοφόροι του 415 μ.Χ., που έκαψαν την Αλεξάνδρεια και έσφαξαν την Υπατία για να «σώσουν» τα πλήθη από τους «αλλόθρησκους», είναι εδώ. Οι μακελάρηδες-σωτήρες, νεοναζί, ακροδεξιοί, φονταμενταλιστές, ανακατεμένοι μαζί με οικονομικούς δολοφόνους, κερδοσκόπους, χρηματιστές, απατεώνες, κάθε είδους ανθρώπινο κατακάθι που λυμαίνεται τους κόπους μας, είναι εδώ.

Το αυγό του φιδιού έσπασε...

Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2011

Να κατανοήσουμε στην πράξη τη δημοκρατία

De Sportlieden, Kazimir Malevich [Public domain], via Wikimedia Commons

του Άλκη Ρήγου

ΕΠΟΧΗ, 24.7.11



Παρά τις κωλυσιεργίες, τις αμφιταλαντεύσεις και τις προσπάθειες αναβολής, η 4η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο πραγματοποιήθηκε αλλά στέφθηκε και με επιτυχία. Επιτυγχάνοντας ένα πρώτο αλλά αποφασιστικό και μη αναστρέψιμο βήμα πολιτικής όσμωσης και οργανωτικής συγκρότησης του πρωτότυπου ενωτικού μας εγχειρήματος. Επιτυχία που θα μπορούσε να ήταν όμως μεγαλύτερη κυρίως σε ψυχολογικό επίπεδο και σε αντιστοιχία με την ωριμότητα που απέδειξαν οι τοποθετήσεις της συντριπτικής πλειονότητας των αντιπροσώπων σ’ αυτήν.

Δυστυχώς για μια ακόμη φορά οι αγκυλώσεις και παλινδρομήσεις των γραφειοκρατικών μηχανισμών, της μεγαλύτερης συνιστώσας –σε αντίθεση με την εισαγωγική ομιλία του συντονιστή της Γραμματείας σ. Γ. Μπανιά και την τοποθέτηση του Προέδρου της Κοινοβουλευτικής Ομάδας σ. Α. Τσίπρα– επιχείρησαν να τορπιλίσουν το όλο κλίμα. Ο απαράδεκτος τρόπος συνοπτικής επικύρωσης των αποφάσεων της Συνδιάσκεψης και οι κλειστές συσκέψεις που προηγήθηκαν, δυστυχώς τραυμάτισαν χωρίς κανέναν αποχρώντα λόγο τα μέλη.

Επιτέλους οφείλουν να συναισθανθούν όλοι ότι οι ρητορικές αναφορές στη δημοκρατία απαιτούν στοιχειώδη σεβασμό στην ισότητα των μελών, όλων των μελών. Ότι ο κόσμος του ΣΥΡΙΖΑ δεν ανέχεται άλλο «ειδικά μεγέθη» με «ειδική δωσιδικία» ανάμεσά μας. Ανεξάρτητα από το αν κάποιοι πιστέψαμε και επιμένουμε στην ιδρυτική προς την κοινωνία ρητορεία περί ενωτικού εγχειρήματος και αν κάποιοι συνεχίζουν να το αντιμετωπίζουν απλά ως συμμαχικό σχήμα ή και εκλογικίστικο μηχανισμό άνισων συνιστωσών, ο σεβασμός όλων μας στις διαδικασίες λήψης των αποφάσεων, αποτελεί στοιχειώδη υποχρέωση.

Ιδιαίτερα η δυναμική ύπαρξη ανάμεσά μας μη μελών συνιστωσών –που χωρίς κανένα όφελος αναλώνουν το είναι τους στο εγχείρημα– απαιτεί αλλαγή της κουλτούρας μικρής σέχτας ή παραγοντίστικων νοοτροπιών «ηγετών» τάσεων. Πολύ περισσότερο όταν όλοι συνειδητοποιούμε ότι βρισκόμαστε σε μια τρίτη –ίσως και τελευταία– ευκαιρία που ένα μεγάλο κομμάτι του κοινωνικού βρασμού κοιτά με νέα ελπίδα προς το εγχείρημά μας. Όταν η κοινοβουλευτική και εξωκοινοβουλευτική δράση μας, σε όλους τους αρμούς του κοινωνικό-πολιτικού και πολιτισμικού γίγνεσθαι μας αναδεικνύει και πάλι σε ελπιδοφόρο πολιτικό υποκείμενο.Όταν ενεργοί πολίτες που αποδεσμεύονται από το υπό διάλυση ΠΑΣΟΚ αλλά και κάθε κομματικής προέλευσης στρέφονται προς το εγχείρημα μας.

Ας μη χαθούν αυτές οι σκέψεις, μέσα στους συνήθεις τρόπους αντιμετώπισης της όποιας από τα κάτω κριτικής και στην αυτάρκεια ηγετικών παραγοντισμών. Η άμεση συγκρότηση και σύγκλιση της Πανελλαδικής Συντονιστικής Επιτροπής και η εκλογή της νέας γραμματείας η πραγματική λειτουργία των Τοπικών, Κλαδικών και Θεματικών μας κυττάρων, ας αποτελέσουν ένα βήμα προς την κατανόηση στην πράξη της δημοκρατικής εσωτερικής μας λειτουργίας.

Κυριακή, 24 Ιουλίου 2011

Στον βωμό του αφηρημένου χρήματος

via http://www.artknowledgenews.com/Lucian_Freud_The_Painters_Etchings_At_MoMA.html

του Κώστα Βεργόπουλου

ΑΥΓΗ, 24.7.11
 
Ζούμε σήμερα οδυνηρές ιστορικές στιγμές, που θυμίζουν έντονα εκείνες που η ανθρωπότητα εβίωσε κατά τη δεκαετία του 1920-1930 και είχαν οδηγήσει στη μεγάλη κρίση του 1929, με τις συνέπειες που όλοι γνωρίζουμε. Οι κυβερνήσεις, με τον αυτό πάντα δογματισμό και κυνισμό, μεθοδεύουν την εμβάθυνση της κρίσης προς αποκλειστικό όφελος του χρηματιστικού κεφαλαίου, δηλαδή των τραπεζών, των χρηματιστών, των κερδοσκόπων.

Όπως σημειώνει η βρετανική Γκάρντιαν, το «τραγούδι της κρίσης» είναι γνωστό και σήμερα το άδουν όλοι, χωρίς εξαίρεση, οι Ευρωπαίοι πολιτικοί ιθύνοντες, υπό τον συντονισμό των αρχόντων του μεγάλου χρήματος και με κόστος την αποδιάρθρωση των κοινωνιών και το σάρωμα ακόμη και των πιο αναγκαίων προϋποθέσεων της ανθρώπινης ζωής. Η επίθεση του χρήματος δεν είναι μόνον οικονομική, πολιτική, αλλά επίσης πολιτισμική και ακόμη περισσότερο βιο-πολιτική, δηλαδή κλονίζει ακόμη και τα θεμέλια της ανθρώπινης ύπαρξης. Στον βωμό του αφηρημένου χρήματος θυσιάζονται σήμερα όλα, χωρίς κανέναν περιορισμό και καμιά επιφύλαξη, ούτε την ελάχιστη κόκκινη γραμμή. Η ελληνική κυβέρνηση δεν έχει τίποτε στο οποίο να θεωρεί ότι υστερεί έναντι των Ευρωπαίων ομολόγων της, σε ό,τι αφορά στην ολική επίθεση εναντίον του κόσμου της εργασίας και εναντίον ακόμη και των πιο στοιχειωδών προϋποθέσεων της ανθρώπινης ύπαρξης.

Στη συνάντηση των Ευρωπαίων ηγετών της Πέμπτης 21 Ιουλίου, η Ευρώπη έδειξε όχι μόνον την ανυπαρξία της στη σημερινή κρίσιμη στιγμή, αλλ’ επιπλέον έδειξε την θετική συμβολή της στη δραματική επιδείνωση του διεθνούς οικονομικού και κοινωνικού πεδίου. Η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη παραμένει κάτι το αδιανόητο για τον γερμανικό νεο-εθνικισμό και αντίθετα διατηρείται η χωροφυλακίστικη νοοτροπία της επιτήρησης των αδύναμων εταίρων από τους ισχυρούς. Ωστόσο, είναι γνωστό ότι, σε στιγμές κρίσης, η ανάγκη αλληλεγγύης θα έπρεπε να υπερισχύει της αρχής των κυρώσεων εις βάρος των αδύναμων. Όταν το κόστος της κρίσης επιρρίπτεται στους οφειλέτες και στους αδύναμους, τότε η κρίση μοιραία βαθαίνει και η έξοδος από αυτήν περιπλέκεται ακόμη περισσότερο. Ακόμη και τα προβλήματα εξυγίανσης και ανταγωνιστικότητας τίθενται με απείρως περιπλοκότερους όρους και στην πράξη αποβαίνουν ανεπίλυτα, ενόσω το κόστος επίλυσής τους επιρρίπτεται αποκλειστικά και μόνον στους οφειλέτες. Από την άλλη πλευρά, οι πλεονασματικοί εταίροι, ενώ δυστροπούν στο να φέρουν το κόστος που τους αναλογεί για την έξοδο από την κρίση, δεν διστάζουν παράλληλα να επιβάλλουν εξοντωτική λιτότητα εισοδημάτων και περικοπές δημόσιων δαπανών, εν ονόματι της εδώ και τώρα ανάγκης εξισορρόπησης των δημοσιονομικών ισοζυγίων.

Όλοι γνωρίζουμε ότι οι περικοπές δαπανών και εισοδημάτων σε περίοδο ύφεσης δεν αποφέρουν μείωση των δημόσιων ελλειμμάτων, αλλά περαιτέρω εκτίναξή του. Εάν το ελληνικό χρέος αποβαίνει μη-διαχειρίσιμο, αυτό οφείλεται κατά κύριο λόγο στο Μνημόνιο, που αφ’ ενός σωρεύει αφάνταστα πρόσθετα χρέη και αφ’ ετέρου συρρικνώνει το εθνικό εισόδημα, το οποίο θα έπρεπε να εξυπηρετεί το χρέος. Παράλληλα, το Μνημόνιο διαιωνίζει και επιδεινώνει το δημόσιο έλλειμμα, το οποίο, υποτίθεται, σκοπεύει κατά προτεραιότητα να περιορίσει. Κατά συνέπεια, η ευρωπαϊκή πολιτική παραμένει όχι μόνον αρνητική όσον αφορά τη θετική διαχείριση της κρίσης που έχει σήμερα ενσκήψει, αλλά και ανεπανόρθωτα θετική όσον αφορά τις αρνητικές επιλογές που βαθαίνουν την κρίση, την περιπλέκουν και την καθιστούν κυριολεκτικά ανεπίλυτη.

Για την υπέρβαση και την απεμπλοκή από τη σημερινή κρίση θα έπρεπε να πάψουν να θεωρούνται ταμπού τα προνόμια και δικαιώματα του χρήματος και να δοθεί προτεραιότητα στην επανεκκίνηση της πραγματικής οικονομίας. Απαράκαμπτη προϋπόθεση γι' αυτό θα ήταν μια μεγάλης εκτάσεως αναδιανομή των εισοδημάτων με ενίσχυση των αδύναμων και των αποκλεισμένων από κάθε κατανάλωση, όπως επίσης η καταπολέμηση της ανεργίας και η στήριξη της απασχόλησης, δεδομένου ότι μόνον αυτές οι δαπάνες έχουν το υψηλότερο πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα στην ανάκαμψη της οικονομίας. Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις οπωσδήποτε είναι αναγκαίες, αλλά δυσκολότερα πραγματοποιούνται σε μια οικονομία που καταβυθίζεται στην ύφεση από ό,τι σε μια αναπτυσσόμενη οικονομία, που εξ αυτού ακριβώς του λόγου αποβαίνει ασύγκριτα πιο εύπλαστη και αποδοτική. Κάθε επιλογή που οπισθοδρομεί την οικονομία τροφοδοτεί μοιραία την ισχύ και την αρπακτικότητα του χρήματος, ιδίως με όρους αρπαγής περιουσιακών στοιχείων, ενώ η αντίθετη επιλογή, αυτή που τονώνει την οικονομία, ενισχύει τη θέση του κόσμου της εργασίας έναντι των εισοδηματιών, των κερδοσκόπων και των κοινωνικών κηφήνων του αφηρημένου χρήματος.

kvergo@gmail.com

Τρίτη, 19 Ιουλίου 2011

1893: Μια πτώχευση από το παρελθόν

 
του Θανάση Καλαφάτη, ΕΠΟΧΗ, 17.7.11
 
ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ, ΤΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ ΚΑΙ Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ


Η εξωτερική πτώχευση κηρύχθηκε από τον Χ. Τρικούπη με τρεις νόμους στις 9 και 10 Δεκεμβρίου 1893. Με βάση τους νόμους αυτούς κηρύσσεται άκυρο το από 30 Μαΐου 1893 Β. Διάταγμα για την έκδοση δανείου 100 εκ. και επιτρέπεται στην κυβέρνηση να έλθει σε διαπραγματεύσεις με τους ομολογιούχους των εθνικών δανείων σε χρυσό των ετών 1881, 1884, 1887, 1889 και 1890 με σκοπό να μεταρρυθμιστεί η υπηρεσία των δανείων αυτών αναφορικά με τον τόκο, τα χρεολύσια και τις εγγυήσεις. Μέχρι τον οριστικό διακανονισμό ορίζεται ότι τα τοκομερίδια των δανείων αυτών περιορίζονται στο 30%, αναστέλλεται η υπηρεσία της χρεολυσίας και οι υπέγγυοι πρόσοδοι υπάγονται στο δημόσιο ταμείο. Ταυτόχρονα αφήνονται άθικτα τα σε δραχμές εσωτερικά δάνεια και γίνονται ορισμένες ρυθμίσεις για τα υπόλοιπα σε χρυσό δάνεια. Με τους νόμους αυτούς θα ανοίξει μια περίοδος ρευστότητας στις οικονομικές εξελίξεις και θα υπάρξουν σοβαρά άμεσα και έμμεσα αποτελέσματα στην εγχώρια οικονομία, ανάμεσα στα οποία και ο ισχυρός κλονισμός του τραπεζικού συστήματος.

Το παρόν άρθρο δεν φιλοδοξεί να διερευνήσει συστηματικά κεφαλαιώδη θέματα της οικονομικής πολιτικής που συνδέονται με την καταστροφική πορεία της ελληνικής οικονομίας το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, αλλά να περιγράψει σε ένα πρώτο επίπεδο το πολιτικό χρονικό μέσα στο οποίο εκτυλίσσεται η όλη πορεία της οικονομίας από το 1881 προς τη χρεοκοπία, να υπαινιχθεί παρουσιάζοντας τη μορφή και τα αίτια της χρεοκοπίας, μια διαφορετική αφετηρία για την κατανόηση της όλης οικονομικής εξέλιξης, και να επιχειρήσει μια αξιολόγηση του χαρακτήρα του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου. Στη βάση αυτών των στοχεύσεων διαρθρώνονται και οι τρεις υποδιαιρέσεις το άρθρου.

Το πολιτικό παρασκήνιο

Η πτώχευση του 1893 αποτελεί τη νομοτελειακή κατάληξη μιας γενικότερης εθνικής και οικονομικής πολιτικής, που έχει την αφετηρία της στη μεταπολίτευση του 1862 και που συνδέεται με την προσπάθεια του νέου κράτους-έθνους να επιλύσει ταυτόχρονα το πρόβλημα της εθνικής ολοκλήρωσης και της οικονομικής ανάπλασής του μέσα σε δυσμενές διεθνές κλίμα και ενάντια στην πληθώρα των εσωτερικών δομικών δυσχερειών. Τα πάσης φύσεως ελλείμματα, με προεξάρχον το δημόσιο χρέος, εμφανίζονται κατά αισθητό τρόπο και την περίοδο 1861-1879, μια περίοδο που χαρακτηρίζεται από την κυριαρχία του εσωτερικού δανεισμού. Αλλά την περίοδο 1879-1893 η κατάσταση θα επιδεινωθεί κατά δραματικό τρόπο καθώς θα είναι τώρα τα εξωτερικά δάνεια και σε μικρότερο βαθμό η αναγκαστική κυκλοφορία τα κύρια μέσα με τα οποία το κράτος θα καλύπτει τα ολοένα αυξανόμενα ελλείμματα του δημόσιου προϋπολογισμού.

Στις 20 Δεκεμβρίου 1881 ο Χ. Τρικούπης ανέρχεται για τέταρτη φορά στην πρωθυπουργία και μέσα σε εντεινόμενες συνθήκες οικονομικής κρίσης επιβάλλει στη συνέχεια μια πολιτική αύξησης των φόρων, περιστολής των δαπανών και ανατροπής της αναγκαστικής κυκλοφορίας, όταν για πολλούς πολιτικούς ή οικονομολόγους από το 1882 η πτώχευση ήταν μοιραία, και εφικτή η ανακοπή της πορείας προς το γκρεμό μόνο με την λήψη δραστικών μέτρων.

Το 1885 η κυβέρνηση Χ. Τρικούπη κάτω από το βάρος των πολιτικών και οικονομικών αποτυχιών της θα ανατραπεί και από τις εκλογές της 7ης Απριλίου 1885 θα αναδειχθεί νικητής ο Θ. Δηλιγιάννης, ο οποίος, μη μπορώντας να προωθήσει μια ουσιαστική δημοσιονομική εξυγίανση και αποτυγχάνοντας στα εθνικά ζητήματα, θα παραιτηθεί στις 26 Απριλίου 1886, ενώ η οικονομική κατάσταση θα επιδεινωθεί παραπέρα. Ύστερα από μια μικρή παραμονή της κυβέρνησης Δ. Βάλβη στην εξουσία ο Χ. Τρικούπης θα επανακάμψει στην κυβέρνηση στις 9 Μαΐου 1886 και προκηρύσσοντας εκλογές στις 4 Γενάρη 1887, τις οποίες θα κερδίσει, θα παραμείνει στην εξουσία μέχρι τις 14 Οκτωβρίου 1890, όταν οι κάλπες θα αναδείξουν νικητή τον Θ. Δηλιγιάννη.

Δυο διαφορετικές πολιτικές για το χρέος

Αν το 1882 οι απόψεις ήταν διχασμένες για το μοιραίο της χρεοκοπίας, το 1886 το αδιέξοδο φαινόταν πιο καθαρά. Από την εποχή αυτή αρχίζουν να ξεχωρίζουν με σαφήνεια οι προτεινόμενες για το αδιέξοδο λύσεις. Η δηλιγιαννική αντιπολίτευση προκρίνει την πολιτική: νέοι φόροι – νέες οικονομίες – συμβιβασμός, χωρίς, όπως σημειώνει ο Α. Ανδρεάδης, εγγυήσεις και κάνοντας διάκριση μεταξύ εσωτερικών και εξωτερικών δανείων. Ενώ η πολιτική που υιοθετεί ο Χ. Τρικούπης συνίσταται στην εξοικονόμηση μέσω νέων μικρών δανείων και εν συνεχεία στην ενοποίηση των δανείων μέσω παγιοποίησης και μετατροπών.

Με την επιθετική αυτή πολιτική επιδιωκόταν η κάλυψη των αυξημένων στρατιωτικών δαπανών και η ικανοποίηση ορισμένων αναπτυξιακών αναγκών σε μια από κοινού εθνική και κοινωνική προσπάθεια που δεν καρποφόρησε, ενώ τα ελλείμματα αυξάνονταν παραπέρα καθώς η αύξηση των δαπανών ήταν ταχύτερη των φόρων.

Η πτώση της κυβέρνησης Χ. Τρικούπη, που συνδέεται με τις αντιδράσεις που ξεσήκωσε η προσπάθεια για την επιβολή πρόσθετων φόρων και η στάση της στο «Κρητικό», έφεραν στην εξουσία πάλι τον Θ. Δηλιγιάννη για την περίοδο από 14 Οκτωβρίου 1890 έως 18 Φεβρουαρίου 1892. Η κυβέρνηση Θ. Δηλιγιάννη θα εγκαταλείψει την προηγούμενη θέση της για συμβιβασμό με τους ξένους δανειστές, θα υποστηρίξει «την εις το ακέραιον εκτέλεσιν των υποχρεώσεων του Έθνους» και θα ακολουθήσει ακόμη και πανομοιότυπες με του Χ. Τρικούπη «δημοσιονομικές πρακτικές» χρησιμοποιώντας τα δάνεια για αλλότριους σκοπούς σε σχέση με τη σύναψή τους. Η οικονομική όμως κατάσταση θα επιδεινωθεί γρήγορα καθώς η τιμή του συναλλάγματος θα αρχίσει να ανέρχεται επικίνδυνα. Η κυβέρνηση τελικά θα ωθηθεί σε παραίτηση από το βασιλιά Γεώργιο, καθώς θα έχει εξασθενήσει από τη σύγκρουσή της με την Ε.Τ.Ε. και θα δέχεται τα πλήγματα της ομάδας Συγγρού – Βλαστού και Γάλλων κεφαλαιούχων, που θέλουν να εξασφαλίσουν την οικονομική λύση με τη δημιουργία της «Τράπεζας του Κράτους» και την πολιτική με την ανάδειξη και την κυριαρχία μιας τρίτης πολιτικής δύναμης.

Η διορισμένη από τον βασιλιά Γεώργιο κυβέρνηση του Γ. Κωνσταντόπουλου δεν μπορεί να παίξει το ρόλο της τρίτης δύναμης, η Βουλή διαλύεται.

Η χρεοκοπία στον ορίζοντα

Στις 12 Μαρτίου 1892 και με τις εκλογές της 3ης Μαΐου 1892 επανέρχεται στην εξουσία ο Χ. Τρικούπης. Η νέα κυβέρνηση θα παραμείνει στην εξουσία μέχρι τις 3 Μαΐου1893, όταν θα διοριστεί από τον βασιλιά Γεώργιο η κυβέρνηση Σ. Σωτηρόπουλου. Η νέα κυβέρνηση του Χ. Τρικούπη θα έχει να αντιμετωπίσει τη χειρότερη από τις οικονομικές θύελλες, καθώς η κατάσταση θα χειροτερεύει λόγω της συνεχιζόμενης ύψωσης της τιμής του συναλλάγματος και των παραπέρα επιπλοκών που θα δημιουργούνται από την ογκούμενη δυσπιστία και τη μεγάλη σταφιδική κρίση. Ο Χ. Τρικούπης ακολουθώντας το ίδιο πρόγραμμα, όπως και στην προηγούμενη διακυβέρνησή του, δηλαδή μικροδάνεια – φόροι – μεγάλο δάνειο που παγιοποιεί τα μικρά, επιχειρεί τη σύναψη ενός μεγάλου δανείου από την Αγγλία, που θα επέτρεπε, σύμφωνα με τους στόχους του, την άρση της αναγκαστικής κυκλοφορίας και, μέσα από αυτήν, την επάνοδο στο άρτιο και κατ’ επέκταση τη μείωση του δημόσιου χρέους. Στην ουσία επρόκειτο για το τελευταίο χαρτί του, το οποίο δεν απέδωσε καθώς ο βασιλιάς Γεώργιος με ενέργειές του προκάλεσε την πτώση της αξίας των ελληνικών χρεογράφων στο εξωτερικό και αρνήθηκε την υπογραφή του στη σύμβαση του δανείου, με αποτέλεσμα την παραίτηση της κυβέρνησης Χ. Τρικούπη.

Η νέα κυβέρνηση του Σ. Σωτηρόπουλου υποστήριξε τη θέση ότι η κρίση μπορεί να ξεπεραστεί χωρίς την πτώχευση και τους ελέγχους και πρότεινε τη λύση της κεφαλαιοποίησης. Δηλαδή οι ξένοι δανειστές αντί τόκων θα ελάμβαναν ομολογίες νέου δανείου αξίας 100 εκ. που θα συναπτόταν με τον οίκο Χάμπρο. Στην ουσία επρόκειτο για μια λύση που ισοδυναμούσε με «δολία χρεοκοπία». Κάτω από αυτήν τη διαπίστωση στις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες η αξία των ελληνικών χρεογράφων άρχισε να κατρακυλά εκ νέου, η τιμή του συναλλάγματος έπαιρνε τα ύψη και η χώρα βούλιαζε μέσα σε πρωτοφανή κρίση. Μέσα σε αυτό το κλίμα, στις 28 Οκτωβρίου 1893 ο υποψήφιος του Σ. Σωτηρόπουλου για την προεδρία της Βουλής καταψηφίστηκε και άνοιξε έτσι ο δρόμος για τη νέα και τελευταία κυβέρνηση του Χ. Τρικούπη.

Ο Χ. Τρικούπης στις 8 Νοεμβρίου 1893 με νομοσχέδιο στη Βουλή θα ακυρώσει τη σύμβαση για το δάνειο της «κεφαλαιοποίησης», ενώ με άλλο νομοσχέδιο την 1η Δεκεμβρίου 1893 θα προσπαθήσει να δημιουργήσει ευνοϊκό κλίμα για την εξασφάλιση νέου δανείου. Οι προσπάθειες αυτές δεν θα καρποφορήσουν και στις 10 Δεκεμβρίου με νόμο στη Βουλή θα αναγγείλει την εξωτερική πτώχευση του κράτους.

Το οικονομικό προσκήνιο

Η πορεία της ελληνικής οικονομίας προς την πτώχευση του 1893 απεικονίζεται κατά παραδειγματικό τρόπο με τη βοήθεια της καμπύλης του δημόσιου χρέους την περίοδο 1881-1893. Στο διάγραμμα 1 παρατηρούμε τη συνεχή ανοδική τάση του δημόσιου χρέους από το 1883 και μετά με προεξέχοντα τα έτη 1886, 1888 και 1891. Η εκτίναξη που σημειώνεται μετά το 1889 δεν είναι άσχετη με την επιδείνωση της εξωτερικής αξίας του νομίσματος. Η κρισιμότητα της συγκεκριμένης εξέλιξης της καμπύλης του δημόσιου χρέους για την ελληνική οικονομία εμφανίζεται πιο καθαρά εάν για την ίδια περίοδο υπολογίσουμε το δείκτη δημόσια χρέη προς τα έσοδα (τακτικά έσοδα).

Από τη μελέτη της σχετικής καμπύλης Δημόσιο χρέος / Έσοδα (τακτικά) που εμφανίζεται επίσης στο διάγραμμα 1 εντοπίζονται εύκολα τα δύο κρίσιμα έτη 1881 και 1886, όπου τα μισά κρατικά έσοδα δεν επαρκούν για την κάλυψη του δημόσιου χρέους. Επίσης, εύκολα από το ίδιο διάγραμμα διαπιστώνουμε ότι, παρ’ όλες τις προσπάθειες των κυβερνήσεων και τη «δημοσιονομική εξυγίανση», το ποσοστό του δημόσιου χρέους προς τα έσοδα (τακτικά), για όλη την περίοδο, δεν μπόρεσε να πέσει κάτω από το 35%. Την τελευταία διετία 1891-1893 το ποσοστό φαίνεται να σταθεροποιείται προς τα κάτω εξαιτίας της μεγαλύτερης αύξησης των φορολογικών εσόδων έναντι των δαπανών. Η πτώχευση όμως, η οποία θα επέλθει, συνδέεται με το γεγονός ότι η «δημοσιονομική εξυγίανση» εξαντλεί τα όριά της και ότι το κράτος δεν μπορεί να εξεύρει νέα δάνεια για να πληρώσει τους τόκους και τα χρεολύσια στους δανειστές του από τα παλιότερα δάνεια.

Το ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών

Έξω από το ρόλο που έπαιξαν για τη διόγκωση των δημόσιων δαπανών οι στρατιωτικές δαπάνες, οι δαπάνες οδοποιίας και οι δαπάνες για την κατασκευή σιδηροδρομικών δικτύων σ’ όλη την εξεταζόμενη περίοδο, η πορεία του δημόσιου χρέους, όπως αναφέρεται συχνά στην οικονομική βιβλιογραφία, επηρεάστηκε σοβαρά από τις εμπορικές κρίσεις και την εισαγωγή του συστήματος της αναγκαστικής κυκλοφορίας. Παρά το γεγονός ότι για το βάρος των στρατιωτικών δαπανών και των δαπανών για τα σιδηροδρομικά δίκτυα υπάρχουν παλαιότερες και νεότερες ενστάσεις, αξίζει τον κόπο να σταθούμε ιδιαίτερα στις εμπορικές κρίσεις και την αναγκαστική κυκλοφορία.

Στην εξεταζόμενη περίοδο έχουμε δύο σημαντικές εμπορικές κρίσεις που σημειώνονται τις περιόδους 1884-1885 και 1892-1893 αντίστοιχα. Οι κρίσεις αυτές συνδέονται κυρίως με την κρίση στην εμπορία της σταφίδας, που αντανακλάται στον υποβιβασμό της εξωτερικής αξίας του νομίσματος και επιχειρείται να λυθούν εκτός των άλλων με την αλλαγή του νομισματικού συστήματος (χρυσούς κανόνας ή αναγκαστική κυκλοφορία).

Στο βαθμό που οι κρίσεις αυτές οδηγούν στη μείωση των δημόσιων εσόδων και των συναλλαγματικών εισροών, τα αποτελέσματά τους πάνω στη διαμόρφωση του δημόσιου χρέους είναι αρνητικά. Οι κρίσεις αυτές όμως δεν αντανακλούν απλώς και μόνο τις μεταβολές στην εξωτερική ζήτηση των εξαγώγιμων αγροτικών προϊόντων, αλλά και τις δομικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας. Σε όλο το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και ιδιαίτερα στην εξεταζόμενη περίοδο το εμπορικό ισοζύγιο είναι μονίμως ελλειμματικό αντανακλώντας το συγκεκριμένο πρότυπο παραγωγής και κατανάλωσης. Η σχέση εξαγωγών – εισαγωγών για την περίοδο 1881-1893 διαμορφώνεται όπως στο διάγραμμα 2. Οι επιπτώσεις των δυσμενών εξελίξεων του ισοζυγίου τρεχουσών πληρωμών πάνω στην πορεία της ελληνικής οικονομίας καθώς και η εμβάθυνση στα αίτια που βρίσκονται πίσω απ’ αυτές τις εξελίξεις στην εξεταζόμενη περίοδο φαίνεται να μην τυχαίνουν της δέουσας προσοχής από τους μελετητές που καταπιάνονται με τη διαχρονική εξέταση των προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας.

Κρατικοδίαιτο το ιδιωτικό κεφάλαιο

Η ίδια η υπέρμετρη ανάπτυξη του κρατικού τομέα στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα είναι στενά συνδεδεμένη με τις χρόνιες διαθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας και τη δομική της συγκρότηση. Το κράτος παρεμβαίνει όλο και περισσότερο στην οικονομία, εκτός των άλλων διότι το ιδιωτικό κεφάλαιο δεν μπορεί να παίξει το δικό του ρόλο, παραχωρεί χώρο στο δημόσιο τομέα και ταυτόχρονα έρχεται να στηριχθεί στον ίδιο τομέα απομυζώντας τον. Ο δυισμός που χαρακτηρίζει την ελληνική οικονομία προφανώς γίνεται μεγάλο εμπόδιο στην ανάπτυξη των δημοσίων εσόδων και από την άποψη αυτή η πτώχευση αργά ή γρήγορα λαμβάνει έναν νομοτελειακό χαρακτήρα. Η ίδια η εισαγωγή της αναγκαστικής κυκλοφορίας είναι στενά δεμένη με το μόνιμο διαθρωτικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας, δηλαδή του ελλειμματικού ισοζυγίου πληρωμών.

Η αναγκαστική κυκλοφορία έχει επιχειρηθεί να συνδεθεί με τις αλόγιστες κρατικές δαπάνες και την υπερτίμηση του ξένου συναλλάγματος που με τη σειρά της οδηγεί στη διόγκωση του δημόσιου χρέους. Η αναγκαστική κυκλοφορία όμως δεν εισάγεται αυθαίρετα, τουλάχιστον από το 1877 και μετά, στην Ελλάδα. Το συγκεκριμένο στάδιο ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας φαίνεται να μην επιτρέπει εύκολα την εισαγωγή του χρυσού κανόνα αυτήν την περίοδο. Ενώ από την άλλη πλευρά πρέπει να συντρέξουν ιδιαίτεροι λόγοι, ώστε η αναγκαστική κυκλοφορία να συνδεθεί με το δραματικό εξευτελισμό της εξωτερικής αξίας του νομίσματος, που σημειώνεται από τα τέλη της δεκαετίας του 1880 και μετά. Έτσι η ραγδαία υπερτίμηση του συναλλάγματος από το 1891 και μετά δεν συνδέεται απλώς και μόνο με το βάρος του δανεισμού προς το κράτος (από το τραπεζικό σύστημα) πάνω στο συνολικό ποσό κυκλοφορίας των τραπεζικών γραμματίων. Δηλαδή η θετική συσχέτιση των δύο παραμέτρων (αναγκαστική κυκλοφορία και εξωτερικό συνάλλαγμα) για μια ορισμένη περίοδο δεν αποτελεί και επιβεβαίωση για τη συμβολή της αναγκαστικής κυκλοφορίας στην επέκταση του δημόσιου χρέους.

Οι στρατιωτικές δαπάνες, τα έξοδα οδοποιίας και κατασκευής σιδηροδρομικών δικτύων, οι εμπορικές κρίσεις, οι αντιπαραγωγικές δαπάνες, τα ξένα δάνεια, η κακή χρήση του εσωτερικού και εξωτερικού δανεισμού, η κακή διαχείριση του δημοσιονομικού τομέα, τα λάθη των οικονομικών υπουργών και των υπεύθυνων πρωθυπουργών και η απληστία των ξένων δανειστών έχουν κατά καιρούς αναφερθεί ως βασικές αιτίες που οδήγησαν την ελληνική οικονομία στη χρεοκοπία.

Αξιοπρόσεκτες θεωρήσεις που επιχειρούν μια συνολικότερη ερμηνεία είναι εκείνη των δομικών αδυναμιών της ελληνικής οικονομίας, που παραπέμπει σε μια συνολική αναπτυξιακή πρόταση, και εκείνη της δημοσιονομικής «εξυγίανσης», που στα σημερινά δεδομένα βλέπει τη λύση στην ίδια κατεύθυνση που είναι υπεύθυνη για την ίδια κρίση. Αξιοπρόσεκτες ως προς τα αίτια της πτώχευσης ή της δυνατότητας μιας άλλης λύσης είναι οι απόψεις που διατυπώθηκαν στις αρχές του 20ου αιώνα από δύο εμπειρικούς νομισματολόγους, τον Γ. Κατσελίδη και τον Ι. Βαλαωρίτη. Στο βιβλίο του “Το νόμισμα” ο Γ. Κατσελίδης σημειώνει: «Ή ούτως ή άλλως, το γεγονός της εξωτερικής πτωχεύσεως είναι τρανή απόδειξις της θεωρίας καθ’ ήν: δυνατόν χώρα τις να διατελή επί μακρόν χρόνον εν παθητικότητι προς το εξωτερικόν, και ότι αν μη δια της ενισχύσεως της παραγωγής γίνη ικανή ν’ ανακτήση το διεθνές ισοζύγιον αυτής, μοιραίως θέλει χρωκοπήσει, όταν σημάνει η ώρα καθ’ ήν στειρεύει η πηγή της πίστεως…». Ενώ ο Ι. Βαλαωρίτης σημείωνε: «Θα ήταν αδιαμφισβήτητα προτιμότερο να βαδίζαμε προς την πρόοδο με έναν πιο αργό ρυθμό αποφεύγοντας έτσι την κρίση, την καταισχύνη της αποτυχίας του κράτους και το βάρος της υπηρεσίας των δανείων αυτών, που εμπόδισε την ανάπτυξη και βάρυνε την αγορά…».

Ο χαρακτήρας του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου

Αμέσως μετά την πτώχευση η ελληνική κυβέρνηση άρχισε τις διαπραγματεύσεις με τους ξένους ομολογιούχους. Από το 1893 μέχρι το 1896 υπήρξαν τρεις αποτυχημένες συμφωνίες διευθέτησης του προβλήματος του εξωτερικού χρέους. Σύμφωνα με την πρώτη ο τόκος ορίζεται σε 32% του αρχικού. Η απόσβεση έχει διάρκεια 50 χρόνια και εισάγεται είδος οικονομικού ελέγχου στον οποίο θα υπάγονται ως υπέγγυοι οι εισπράξεις καθώς και η διαχείριση των προσόδων των μονοπωλίων του καπνού και του χαρτοσήμου. Τελικά η συνέλευση των ομολογιούχων απορρίπτει την συμφωνία και στην συνέχεια ο Χ. Τρικούπης χάνει τις εκλογές του 1895.

Στη δεύτερη συμφωνία, με κυβέρνηση του Θ. Δηλιγιάννη, οι όροι του διακανονισμού ήταν βαρύτεροι. Οι ξένοι ομολογιούχοι απαιτούσαν και την επιβολή σκληρού οικονομικού ελέγχου και την υπερικανοποίηση των αξιώσεών τους. Ο τόκος ορίζονταν στο 43% του αρχικού και ως υπέγγυοι πρόσοδοι θα χρησίμευαν εκτός από τις προηγούμενες και οι εισπράξεις από το χαρτόσημο. Θα υπήρχαν εισπράξεις από τα πλεονάσματα για τους ομολογιούχους, στους οποίους επίσης θα περιέρχονταν όλο το κέρδος από την βελτίωση της επικαταλαγής, δηλ. την συναλλαγματική ισοτιμία δραχμής – χρυσού. Ακόμη οι υπέγγυοι πρόσοδοι θα αποτελούσαν αντικείμενο διαχείρισης επιτροπής του μονοπωλίου, η οποία θα απαρτιζόταν από τέσσερις εκπροσώπους των δανειστών, τρεις των ξένων τραπεζών και έναν Έλληνα. Η κυβέρνηση Θ. Δηλιγιάννη απέρριψε την συμφωνία.

Το 1896 με παρέμβαση του Σ. Στρέιτ διαμορφώνεται μια καινούργια συμφωνία. Ο τόκος ορίζεται στα 40% και εξαλείφονταν οι πρόσοδοι από το χαρτόσημο. Τα πλεονάσματα και η βελτίωση της επικαταλαγής μοιράζονται μισό με μισό, ενώ η διαχείριση είναι έργο της Εταιρείας του Ελληνικού Μονοπωλίου. Το ξέσπασμα του ελληνοτουρκικού πολέμου το 1897 και η ατυχής έκβασή του συντελούν στη μη πραγματοποίηση της τρίτης συμφωνίας.

Η μεσολάβηση των μεγάλων δυνάμεων

Η Ελλάδα ζητεί τη μεσολάβηση των εξ Μεγάλων Δυνάμεων, Γερμανία, Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία, Ιταλία και Αυστρία, για να εξασφαλίσει την Ειρήνη. Ανοίγει έτσι ο δρόμος της εισαγωγής του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου του 1898 (Νόμος ΒΦΙΔ της 26 Φεβρουαρίου 1898) μέσω της προσθήκης του άρθρου 2 της προκαταρκτικής πράξεως περί ειρήνης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Στο άρθρο 2 της Διεθνούς Συνθήκης Ειρήνης προβλέπεται πληρωμή πολεμικής αποζημίωσης στην Τουρκία και ίδρυση Διεθνούς Επιτροπής, που απαρτίζεται από τους αντιπροσώπους των έξι Μεγάλων Δυνάμεων. Η Επιτροπή θα έχει τον απόλυτο έλεγχο της είσπραξης και διαχείρισης επαρκών προσόδων της Ελλάδος για την εξυπηρέτηση του νέου δανείου, το οποίο ήταν απαραίτητο για την πληρωμή αποζημίωσης στην Τουρκία καθώς και των έξι παλαιών δανείων. Η μείωση του τόκου τελικά οριζόταν μεταξύ 32% και 43% του αρχικού.

Μια προσεκτική μελέτη του Νόμου ΒΦΙΔ (1898), όροι σύστασης και λειτουργίας του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου και δανειακής σύμβασης, έρχεται να επιβεβαιώσει την εκτίμηση παλαιότερων μελετητών24 ότι ο έλεγχος αυτός ήταν επαχθέστερος παρόμοιων ελέγχων που επιβλήθηκαν διεθνώς την ίδια περίοδο, Τουρκία, Σερβία, Βουλγαρία που είχαν ιδιωτικό χαρακτήρα. Ακόμη ο έλεγχος αυτός ήταν βαρύτερος από συμφωνίες που είχαν γίνει και δεν τελεσφόρησαν μεταξύ ελληνικής κυβέρνησης και ξένων ομολογιούχων την προηγούμενη περίοδο. Ο περιορισμός της νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής ήταν επίσης αρκετά βαρύς.

Αν μπορούμε να έχουμε μια σαφή συγκριτική εικόνα για το χαρακτήρα του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου του 1898 σε σχέση με παρόμοιες συμφωνίες ή ελέγχους στα τέλη του 19ου αιώνα, σίγουρα δεν είναι εύκολες οι συσχετίσεις με το καθεστώς οικονομικής επιτήρησης, που έχει επιβληθεί σήμερα στη χώρα μας από μεγάλα διεθνή οικονομικά διευθυντήρια και οικονομικές ενώσεις. Υπάρχουν τεράστιες διαφορές στο οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό διεθνές πλαίσιο και στην ίδια την ανάπτυξη της χώρας μας.

Οι προτεινόμενες λύσεις για την αποσόβηση της επερχόμενης χρεοκοπίας του 1893 και οι ανεπιτυχείς διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν, χρωματίζονταν από μια σοβούσα κρίση ανάμεσα στις δυο βασικές πτέρυγες της αστικής τάξης, τη φιλελεύθερη και τη συντηρητική. Η επερχόμενη, όμως, ευνοϊκή εξωτερική οικονομική συγκυρία για την Ελλάδα βοήθησε στη γρήγορη ανάκαμψη της οικονομίας της και στο ξεπέρασμα των αρνητικών συνεπειών του Οικονομικού Ελέγχου. Σήμερα οι αρνητικές επιπτώσεις της επιτήρησης και του ελέγχου της ελληνικής οικονομίας από τα ξένα οικονομικά κέντρα και το μεγάλο βάρος των εγγυήσεων διαγράφουν ένα πολύ σκοτεινό μέλλον, δεδομένου και του διεθνούς χαρακτήρα της κρίσης. Η ανάγκη νέων κοινωνικών και πολιτικών παικτών, δηλαδή η παρέμβαση της ίδιας της κοινωνίας είναι πρόδηλη.


διάγραμμα 1


διάγραμμα 2

Κυριακή, 17 Ιουλίου 2011

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ 4ης ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗΣ ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗΣ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ



Η 4η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ συνήλθε σε συνθήκες που χαρακτηρίζονται από την δραματική ένταση της κρίσης που βιώνει η χώρα μας, αλλά και ολόκληρη σχεδόν η ευρωζώνη. Κρίση που τείνει να πάρει ευρύτερες ακόμη διαστάσεις με την εμπλοκή και άλλων ευρωπαϊκών χωρών, όπως η Ιταλία και η Γαλλία, αλλά και των ΗΠΑ.

Ταυτόχρονα, οι δύο βασικότεροι θεσμοί της ευρωπαϊκής οικοδόμησης, η Ενιαία Εσωτερική Αγορά και η Ευρωζώνη, αντιμετωπίζουν σοβαρή κρίση, γεγονός που υποχρεώνει, αλλά δίνει και τη δυνατότητα στις δυνάμεις της Αριστεράς, σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, να παρέμβουν ακόμα πιο αποφασιστικά με δράση και αγώνες για την υπεράσπιση των λαϊκών κατακτήσεων και δικαιωμάτων από τις νεοφιλελεύθερες επιλογές.

Στη χώρα μας, η συνειδητή προσχώρηση της κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου στη στρατηγική του νεοφιλελευθερισμού και η πλήρης υποταγή της στις επιταγές των κυρίαρχων εκφραστών του ελληνικού και διεθνούς κεφαλαίου, την αναδεικνύουν ως τη χειρότερη και εξαιρετικά επικίνδυνη κυβέρνηση των τελευταίων δεκαετιών. Η κυβέρνηση αυτή πρέπει να ανατραπεί, να φύγει το ταχύτερο δυνατό. Η διενέργεια εκλογών, με απλή αναλογική, γίνεται πλέον ευρύτερη λαϊκή απαίτηση.

Η 4η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΣΥΡΙΖΑ, υπογραμμίζει την ανάγκη της ευρύτερης δυνατής συσπείρωσης των δυνάμεων της Αριστεράς, των δυνάμεων της ριζοσπαστικής οικολογίας και των δυνάμεων που απομακρύνονται οριστικά από τις επιλογές της κυβέρνησης, από την πολιτική και τα κόμματα του δικομματισμού. Την ανάγκη συγκρότηση μιας νέας λαϊκής πλειοψηφίας, ενός νέου συνασπισμού εξουσίας, με πυρήνα την Αριστερά και άμεσο πολιτικό στόχο έναν ανυποχώρητο αγώνα για την απομάκρυνση της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, για την ήττα όλων των δυνάμεων που στηρίζουν τις νεοφιλελεύθερες και αντιδραστικές πολιτικές, για να φύγει η τρόικα του ΔΝΤ-ΕΚΤ-Ε.Ε. από την Ελλάδα, για την αποκατάσταση και υπεράσπιση της δημοκρατίας, για την αναγέννηση της ελληνικής κοινωνίας.

Στις συνθήκες αυτές η 4η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΣΥΡΙΖΑ, υπογραμμίζει, επίσης, την ανάγκη, το πολιτικό πλαίσιο αυτής της ευρύτερης συσπείρωσης, να περιλαμβάνει τα ζητήματα της συγκυρίας, με θέσεις σαφείς, συγκεκριμένες και αποφασιστικές.

Στη βάση αυτή, υποστηρίζουμε και παλεύουμε για την υλοποίηση των παρακάτω στόχων:

•    Την άμεση ανατροπή και κατάργηση του «μνημόνιου», του «μεσοπρόθεσμου» και του εφαρμοστικού του νόμου, καθώς και την απόκρουση των ετήσιων «ευρωπαϊκών μνημονίων», που συνεπάγεται το σύμφωνο για το ευρώ και οδηγούν σε πλήρη αποδόμηση την απασχόληση και το κοινωνικό κράτος στην Ευρώπη. Αυτό το σύμφωνο,  σε συνδυασμό  με την λεγόμενη οικονομική διακυβέρνηση, κάνει ακόμη πιο συντηρητικό και αδιέξοδο τον μηχανισμό του ΕΥΡΩ. Η επιλογή για ένα  προοδευτικό εναλλακτικό σχέδιο ανάπτυξης έρχεται, εκ των πραγμάτων, σε ρήξη   με την σημερινή δομή της Ευρωζώνης και απαιτεί την ανατροπή της .

•    Το δημόσιο χρέος της χώρας έχει ταξικό χαρακτήρα, είναι προϊόν τοκογλυφικών πρακτικών και δεν είναι διαχειρίσιμο. Τα δημοσιονομικά μέτρα αντιμετώπισής του οδηγούν τη χώρα και την οικονομία σε ουσιαστική διάλυση, με παραπέρα βάθεμα της ύφεσης, γιγαντιαία άνοδο της ανεργίας και γενίκευση της φτώχειας και της καταστροφής του λαού και του τόπου. Ο ΣΥΡΙΖΑ, με κριτήριο την υπεράσπιση των λαϊκών συμφερόντων, τονίζει πως η εξυπηρέτηση των κοινωνικών αναγκών (μισθοί, συντάξεις, κοινωνικά δικαιώματα κλπ) είναι το πρώτο καθήκον μιας προοδευτικής διακυβέρνησης και όχι η εξυπηρέτηση των τοκογλύφων.

•    Μόνη λύση είναι η  διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, χωρίς μνημόνια, μεσοπρόθεσμα και αντικοινωνικούς όρους, αξιοποιώντας όλα τα όλα τα όπλα αποφασιστικής και σκληρής διαπραγμάτευσης (λογιστικό έλεγχο, αμφισβήτηση, αθέτηση πληρωμών κ .α.).

•    Την Εθνικοποίηση-Κοινωνικοποίηση ολόκληρου του Τραπεζικού συστήματος, με εργατικό και κοινωνικό έλεγχο, που θα αποτελέσει βασικό μοχλό, για την παραγωγική ανασυγκρότηση της οικονομίας και τη στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

•    Την άμεση επαναφορά στην ιδιοκτησία του Δημοσίου, με εργατικό και κοινωνικό έλεγχο, των Δημόσιων Επιχειρήσεων και Οργανισμών, που ξεπουλήθηκαν ή βρίσκονται στη διαδικασία να ξεπουληθούν.

•    Επιχειρήσεις όπως η ΔΕΗ, ο ΟΤΕ, οι Σιδηρόδρομοι, τα Πιστωτικά Ιδρύματα, οι επιχειρήσεις Ύδρευσης Αποχέτευσης, φορείς όπως Λιμάνια, Αεροδρόμια, Συγκοινωνιακές υποδομές, καθώς όλες οι  άλλες πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας, δεν μπορούν παρά να υπηρετούν τις ανάγκες του λαού και την πολιτική ανάπτυξης που χρειάζεται η οικονομία και ο λαός.

•    Την άμεση αποκατάσταση των σοβαρών πληγμάτων που έχουν δεχθεί οι μισθοί οι συντάξεις, οι εργασιακές σχέσεις και η ίδια η εργασία. Χορήγηση ταυτόχρονα αυξήσεων, που θα υπερβαίνουν τα πλήγματα και θα καταπολεμούν την φτώχεια και την ανεργία στην οποία, με τον ένα ή άλλο τρόπο, έχει καταδικαστεί η πλειοψηφία του λαού και ιδιαίτερα η νεολαία.

•    Την ριζοσπαστική φορολογική μεταρρύθμιση με φορολόγηση των μεγάλων επιχειρήσεων με συντελεστή 45%.  Φορολόγηση της μεγάλης ακίνητης περιουσίας και της εκκλησιαστικής και μοναστηριακής περιουσίας.

•    Τη στήριξη με όλα τα μέσα της Δημόσιας Υγείας, της Δημόσιας Παιδείας και της Κοινωνικής Ασφάλισης.

•    Την διεκδίκηση των Γερμανικών επανορθώσεων, του κατοχικού δανείου και των αποζημιώσεων των θυμάτων.

•    Την αποκατάσταση, την υπεράσπιση και διεύρυνση της δημοκρατίας.

Η πάλη για την προώθηση αυτών των στόχων θα επιταχύνει τη δημιουργία του νέου συνασπισμού εξουσίας που θα μπορέσει να τα επιβάλει, όταν αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας.
Το πολιτικό σύστημα του δικομματισμού βρίσκεται σε βαθειά κρίση. Η κυβέρνηση δεν έχει καμία απολύτως δημοκρατική λαϊκή νομιμοποίηση για να εφαρμόσει το αντιλαϊκό πρόγραμμά της. Γι’ αυτό το λόγο προχωράει σε αυταρχικοποίηση της μορφής διακυβέρνησης, σε μεθόδους συκοφάντησης του κινήματος και του ΣΥΡΙΖΑ, σε ένα κρεσέντο αντιδημοκρατικών μεθοδεύσεων. Κραυγαλέο δείγμα η πρωτοφανής επίθεση στους πολίτες που διαδήλωναν ειρηνικά στο Σύνταγμα, που συνιστά μνημείο αθλιότητας.

Βασικός παράγοντας προώθησης των πολιτικών που επιβάλλουν οι ανάγκες και οι απαιτήσεις των εργαζομένων, είναι η ανάληψη της ευθύνης και του ρόλου που έχει η πολιτική Αριστερά, για τη στήριξη των αγώνων και της δράσης του μαζικού λαϊκού κινήματος, του εργατικού – αγροτικού και του κινήματος των επαγγελματιοβιοτεχνών, καθώς και των νέων κοινωνικών κινημάτων, που αναπτύσσονται γύρω από συγκεκριμένα προβλήματα και διεκδικήσεις (περιβαλλοντικά, απορρίμματα, διόδια, ακρίβεια κλπ).

Το νέο σημαντικό στοιχείο που εισέβαλε ορμητικά στην πολιτική ζωή του τόπου είναι η άνοδος του μαζικού κινήματος με τη νέα μορφή των πολύ μεγάλων συγκεντρώσεων στις πλατείες των μεγάλων πόλεων, που ακολούθησαν τις μεγάλες απεργίες και συγκεντρώσεις της προηγούμενης περιόδου. Η μαζικότητα, η μεγάλη συμμετοχή νέων, οι πολύ θετικές μορφές δημοκρατίας, συλλογικότητας και αλληλεγγύης, η ένταση και η επιμονή των συγκεντρωμένων-αγανακτισμένων, δημιούργησαν μεγάλα γεγονότα και αφόρητη πίεση στο σύστημα εξουσίας. Οι πλατείες είναι ο χώρος και ο δεσμός συνάρθρωσης πολλών ετεροτήτων, πολλών επί μέρους κινημάτων που αναζητούν ένα νέο δρόμο κοινωνικοποίησης και πολιτικοποίησης, και συγκροτούν μια μεγάλη δύναμη αμφισβήτησης, αντίστασης και ανατροπής. Το κίνημα αυτό μέσα από τις δικές του αμεσοδημοκρατικές λειτουργίες διατύπωσε τους στόχους του, επέλεξε τις μορφές πάλης του και πρέπει να συνεχίσει τον αγώνα του και να συμβάλει να δημιουργηθούν προϋποθέσεις ανατροπής της κυβερνητικής πολιτικής. Το σύνθημα: ΔΕΝ ΧΡΩΣΤΑΜΕ - ΔΕΝ ΠΟΥΛΑΜΕ - ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ - ΝΑ ΠΛΗΡΩΣΟΥΝ ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΠΡΟΚΑΛΕΣΑΝ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ, που κέρδισε την πλατεία αποδεικνύει τον ριζοσπαστισμό που μπορεί να αποκτήσει αυτό το κίνημα. Ιδιαίτερο καθήκον όλων των δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ, αποτελεί η στήριξη και ο συντονισμός δράσης του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος από κάτω προς τα πάνω και η δημιουργική συνάντησή του με το «κίνημα των αγανακτισμένων της πλατείας».

Τέλος, για μας, κεντρικά ζητήματα της  επόμενης περιόδου, είναι η ενιαία δράση του ΣΥΡΙΖΑ,  η συγκρότηση και ανάπτυξη δράσης, όλων των κυττάρων του σε ολόκληρη την Ελλάδα, η ανάληψη πολιτικών πρωτοβουλιών  με βάση το συμφωνημένο πολιτικό πλαίσιο, η ανάκτηση πολιτικής και οργανωτικής ετοιμότητας για κάθε μεγάλη μάχη που θα προκύψει.

Στην παρούσα φάση έχει ιδιαίτερη σημασία και αξία να κατακτήσουμε την οργανωτική λειτουργία του ΣΥΡΙΖΑ, διασφαλίζοντας τη δημοκρατία, τη συμμετοχή των Συνιστωσών, των ανένταχτων, των γυναικών και της νέας γενιάς.

Η Συνδιάσκεψη, συγκροτεί  με συναίνεση, την νέα Πανελλαδική Συντονιστική Επιτροπή, η οποία  είναι το αποφασιστικό όργανο του ΣΥΡΙΖΑ και  θα λειτουργεί επίσης με την αρχή της συναίνεσης  και  θα ορίσει  την Εκτελεστική Γραμματεία. Από τα άμεσα ζητήματα είναι η υλοποίηση αποφάσεων που δεν έχουν εφαρμοστεί.

Οι αποφάσεις σε όλη την κλίμακα του ΣΥΡΙΖΑ, επιδιώκεται να λαμβάνονται συναινετικά και με ομοφωνία και όταν αυτό δεν επιτυγχάνεται, με αυξημένη πλειοψηφία τουλάχιστον των 2/3. Για σημαντικά θέματα μπορεί να ζητείται, από την ΠΣΕ, η γνώμη του κόσμου του ΣΥΡΙΖΑ.

Η επόμενη Πανελλαδική Συνδιάσκεψη θα πραγματοποιηθεί μέχρι το τέλος του 2011.

Αθήνα 17 -7-2011
 
Το Προεδρείο της 4ης Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης

Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2011

Μπορεί η 4η πανελλαδική συνδιάσκεψη του ΣΥΡΙΖΑ να αποτελέσει τομή

London metal street trees along Dundas Streets and Wellington and King Street. London Ontario Canada, by WayneRay Wayne Ray (Own work) [Public domain], via Wikimedia Commons
 
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΜΠΑΝΙΑ
 
Η βία προέρχεται από την κυβέρνηση και την πολιτική της
 
Λίγες ημέρες πριν την 4η πανελλαδική συνδιάσκεψη ο Γιάννης Μπανιάς, συντονιστής της Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ, μιλά στην “Εποχή” για τις επιθέσεις που δέχεται το σχήμα από την πλευρά της κυβέρνησης, αλλά και για τους στόχους της συνδιάσκεψης. Τα ζητήματα του κινήματος, της δημοκρατίας, της ουσιαστικής συμμετοχής του κόσμου της ριζοσπαστικής αριστεράς είναι στο επίκεντρο της συζήτησης μας. Ο Γιάννης Μπανιάς, σημειώνει επίσης, ότι όλο αυτό το διάστημα έγιναν ουσιαστικά βήματα, αλλά χρειάζεται να υπάρξουν τομές και στα ζητήματα της δημοκρατικής του λειτουργίας.
 
Τη συνέντευξη πήρε ο Πάνος Λάμπρου,  ΕΠΟΧΗ, 10.7.11

Τις τελευταίες ημέρες ζούμε μια πρωτοφανή επίθεση εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί επιλέγουν τον ΣΥΡΙΖΑ;

Η επίθεση αυτή γίνεται βάση σχεδίου. Επέλεξαν τον ΣΥΡΙΖΑ γιατί τον θεωρούν την πιο ζωηρή, την πιο επικίνδυνη πολιτική δύναμη. Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ αντιπαλεύει με συγκεκριμένο τρόπο την πολιτική της κυβέρνησης. Με όλα του τα προβλήματα, αποτελεί τη βασική πολιτική δύναμη αμφισβήτησης, αλλά και αντίστασης σε αυτή την πολιτική, που οδηγεί στη φτώχεια και την ανέχεια. Ταυτόχρονα, επιχειρούν να αποπροσανατολίσουν το λαό από τα πραγματικά προβλήματα. Γίνονται επεξεργασίες από δυνάμεις του οικονομικού και πολιτικού κατεστημένου στην Ελλάδα και το διεθνή χώρο για συναίνεση στα μνημόνια και την πολιτική της κυβέρνησης. Προετοιμάζουν το έδαφος για κυβέρνηση ευρύτερου πολιτικού φάσματος. Ο ΣΥΡΙΖΑ, λοιπόν, σε αυτή την πορεία ενοχλεί. Ενοχλεί γιατί μπορεί να συνομιλεί δημιουργικά με το κίνημα των πλατειών. Να πιάνει τα νέα μηνύματα συμμετέχοντας με τη φυσική παρουσία μελών του, ιδιαίτερα νέων ανθρώπων. Μια παρουσία ανιδιοτελή που εύκολα ανταποκρίνεται και κατανοεί αυτή τη νέα κινηματική παιδεία της αλληλεγγύης, της ενότητας, της άμεσης δημοκρατίας, της αυταπάρνησης, του πνεύματος αντίστασης στην κρατική τρομοκρατία και στην ωμή βία των κατασταλτικών μηχανισμών.   

Αποδίδει η επιλογή της κυβέρνησης να στοχοποιήσει τον ΣΥΡΙΖΑ;

Ο Γκέμπελς έλεγε “πες χίλιες φορές ένα ψέμα, κάτι θα μείνει”. Μέσα στην απελπισία τους, επιλέγουν τέτοιες μεθόδους. Αλλά και εμείς είμαστε ευάλωτοι. Δεν έχουμε επεξεργαστεί μια επιθετική απάντηση.

Ποια πρέπει να είναι;

Δεν χρειάζεται να απολογούμαστε για αυτονόητα πράγματα. Όλοι γνωρίζουν ότι δεν είναι μέσα στην πολιτική μας κουλτούρα να προπηλακίζουμε, να χτυπάμε... Η βία προέρχεται από την κυβέρνηση με την πολιτική της. Βία είναι να χάνει κάποιος τη δουλειά του, να μην έχει να φάει, να μην μπορεί να ζήσει. Βία είναι αυτό που όλοι και όλες μας ζήσαμε με τα χημικά. Ποιος χτύπησε τον κόσμο αν όχι οι δυνάμεις καταστολής; Η εκστρατεία εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ δεν πείθει. Ίσως, να συσπειρώνει ένα τμήμα του μηχανισμού του ΠΑΣΟΚ, το οποίο, όμως, έχει συνεχείς και μεγάλες διαρροές.

Η στάση του ΚΚΕ απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ

Είδαμε και το ΚΚΕ να επιτίθεται στον ΣΥΡΙΖΑ, έστω και με διαφορετικό τρόπο. Σε προβληματίζει;

Είναι σύμπτωμα της κατάστασης που επικρατεί σήμερα στο ΚΚΕ. Ο κόσμος του αντιλαμβάνεται ποιος είναι ο εχθρός. Καταλαβαίνει ότι δεν είναι ο ΣΥΡΙΖΑ απέναντί του, αλλά η κυβέρνηση, η τρόικα, το μεγάλο κεφάλαιο. Η ηγεσία του ΚΚΕ έχει πέσει στην παγίδα. Έχει συνηθίσει τον κόσμο του να στοχοποιεί για όλα τον ΣΥΡΙΖΑ και δύσκολα θα βγει από αυτό. Έχει σοβαρές ευθύνες, όχι μόνο για τη στάση του απέναντι σε μας, αλλά και για τη στάση του απέναντι στο κίνημα της πλατείας. Η επιλογή περιχαράκωσης των δυνάμεων του, στη σημερινή συγκυρία, είναι ακόμα μεγαλύτερο λάθος.

Ο Αλέξης Τσίπρας είπε ότι ενδέχεται να υπάρξει μεγαλύτερη προβοκάτσια κατά του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι πραγματικό ενδεχόμενο;

Από τη στιγμή που τολμούν να λένε ότι λόγω της αντίδρασης των πολιτών ενδέχεται να υπάρξει αντιδημοκρατική εκτροπή, όλα είναι πιθανά. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι θα υποστείλουμε τους αγώνες και την αντιπαράθεσή μας με την πολιτική της κυβέρνησης. Δεν απολογούμαστε και δεν έχουμε κανένα λόγο να πάρουμε μέρος στη φίμωση του λαού. Και ο Αλέξης Τσίπρας, στις επιθέσεις που κάνουν εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και προσωπικά στον ίδιο, απαντά -και σωστά- ότι η βία ασκείται από την κυβέρνηση με την πολιτική της.

Η συνδιάσκεψη του ΣΥΡΙΖΑ

Ο ΣΥΡΙΖΑ προχωρά στην 4η συνδιάσκεψή του. Μέχρι και πριν λίγες ημέρες ήταν, όμως, στον αέρα.

Πρέπει να δούμε τις συνθήκες μέσα στις οποίες συζητάμε. Οι πολιτικές εξελίξεις είναι πυκνές και κρίσιμες. Οι πλατείες δεν ήταν έξω από μας. Οι δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ, σεβόμενες την αυτονομία του κινήματος, έχουν ενεργή συμμετοχή. Ο κόσμος του, οι νέες και οι νέοι του ΣΥΡΙΖΑ είναι κάθε μέρα στις πλατείες. Ταυτόχρονα έχουμε τη στοχοποίηση. Αντιλαμβάνεσαι, λοιπόν, ότι δεν είχαμε άνεση χρόνου. Δεν πρέπει, όμως, να κρύβουμε τα δομικά μας προβλήματα. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει καταφέρει να ολοκληρώσει τη δημοκρατική του συγκρότηση. Λειτουργεί, σε επίπεδο ηγεσίας γραφειοκρατικά, καθώς συναντάμε συνεχώς εμπόδια στο να εμπλακεί ο κόσμος του στις συζητήσεις και κυρίως στη λήψη των αποφάσεων. Τον ΣΥΡΙΖΑ τον παρακολουθεί πολύς κόσμος, δεν είναι μόνο τα μέλη του. Εμείς πρέπει να είμαστε ανοιχτοί, να δημιουργήσουμε χώρους υποδοχής, να συνομιλήσουμε ισότιμα με όλο αυτόν τον κόσμο. Αν αξιοποιήσουμε αυτή την πραγματικότητα, θα είναι στοιχείο δυναμικής. Χρειάζεται μια δημοκρατική τομή, το οποίο είναι είναι και το ζητούμενο.

Τίθεται ακόμα ως ερώτημα η δημοκρατία μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ;

Αν δεν κάνουμε ουσιαστικά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση δεν θα έχουμε πετυχημένη συνδιάσκεψη.  
 
Υπήρχε πρόταση για αναβολή της συνδιάσκεψης... 

Αναβολή της συνδιάσκεψης, κατά πάσα πιθανότητα θα σήμαινε παραπομπή στις καλένδες.

Το προτείνουν για να προετοιμαστεί καλύτερα, όπως λένε.

Οι ίδιοι που προτείνουν αναβολή, εκτιμούν ότι το φθινόπωρο ενδέχεται να είμαστε σε προεκλογική περίοδο. Μέσα σε προεκλογικό κλίμα, πιστεύει κανείς ότι μπορεί να πάμε σε ουσιαστική συνδιάσκεψη;

Η συνδιάσκεψη αυτή θα είναι ουσιαστική; 

Ναι. Ο κόσμος του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος μετέχει στα κινήματα, στις πλατείες, πρέπει να έχει φωνή. Σήμερα καθορίζονται στρατηγικές, γίνονται πολιτικές επιλογές σε βάθος χρόνου. Πότε, λοιπόν, θα μιλήσουν τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ; Πως θα διαμορφώσουμε την πολιτική μας αν δεν συζητήσουμε συλλογικά; Ποιος θα καθορίσει την ταυτότητα, τη φυσιογνωμία του; Δέκα άνθρωποι; Όχι βέβαια. Γι αυτό θεωρούμε ότι η συνδιάσκεψη μπορεί να είναι απολύτως χρήσιμη, να αποτελέσει τομή. Μετά το περασμένο καλοκαίρι, που είχαμε τις διχαστικές επιλογές, είπαμε να προχωρήσουμε σε ουσιαστική επανεκκίνηση. Έγιναν βήματα. Μην ξεχνάμε ότι υπάρχει ευρεία συμφωνία για το πολιτικό πλαίσιο. Χρειάζεται, όμως, να γίνουν ουσιαστικά βήματα και στα ζητήματα της δημοκρατίας, της συμμετοχής και του πλουραλισμού. Χωρίς αυτά τα ποιοτικά στοιχεία ο ΣΥΡΙΖΑ απλώς θα επιβιώνει εκλογικά. Αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν είναι εκλογική συμμαχία. Είναι μαχητική, δημιουργική συνάντηση διαφορετικών ρευμάτων της ριζοσπαστικής, της ανανεωτικής, της ανατρεπτικής, της αντικαπιταλιστικής αριστεράς.

Είναι ευχή, προσδοκία ή πραγματικότητα;  

Είναι συνείδηση της πλειοψηφίας του κόσμου του ΣΥΡΙΖΑ. Δυστυχώς δεν έχει περάσει, όσο θα θέλαμε, στις συνειδήσεις των συνιστωσών, κυρίως στο ηγετικό επίπεδο. Φυσικά η κριτική αυτή δεν αφορά όλους το ίδιο. Γι αυτό βλέπουμε αγκυλώσεις, καθυστερήσεις, ακόμα και υπονομεύσεις. Η συνδιάσκεψη θα έχει νόημα εάν προσχωρήσει σε αποφάσεις και τομές για ζητήματα, που και στο παρελθόν είχαμε πάρει αποφάσεις, αλλά δεν υλοποιήθηκαν. 

Ποιος είναι ο λόγος που δεν έχουν υλοποιηθεί; 

Δεν προχωράμε όλοι με τους ίδιους βηματισμούς. Υπάρχουν συνιστώσες που δεν βλέπουν με τον ίδιο τρόπο το ζήτημα της ανασύνθεσης ή προσώρας δεν το βλέπουν καθόλου. Δεν βλέπουν, για παράδειγμα, να προχωράμε σε ένα σχήμα, που δεν θα είναι ενιαίο κόμμα, αλλά ένας πρωτότυπος πολιτικός φορέας, που θα έχει τον κόσμο του στην πρώτη γραμμή. Στις μέχρι τώρα συνελεύσεις, ενόψει της συνδιάσκεψης, ο κόσμος του ΣΥΡΙΖΑ δείχνει να έχει συνειδητοποιήσει αυτή την ανάγκη. Και είναι κόσμος και του Συνασπισμού και αυτό είναι σημαντικό. Αυτός ο κόσμος έχει αντιληφθεί ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι χώρος και ανασύνθεσης της αριστεράς, χωρίς να αποτελεί ενιαίο κόμμα. Κάποιοι πιστεύουν ότι έπρεπε να προχωράγαμε σε επανίδρυση με όσες δυνάμεις το επιθυμούν. Εμείς, ως ΑΚΟΑ, το έχουμε διατυπώσει δημόσια. Δεν είπαμε, όμως, ποτέ, επανίδρυση με όλους όσους μετέχουν στον ΣΥΡΙΖΑ...

Το Μέτωπο, η ΑΝΑΣΑ

Προηγουμένως, μίλησες για το διχαστικό καλοκαίρι του 2010. Το κουβαλάει ο ΣΥΡΙΖΑ ακόμα ή είναι παρελθόν;
 
Το κλίμα είναι σαφώς καλύτερο, αλλά ναι, το κουβαλάμε. Ευθύνες υπάρχουν και σε άλλες πλευρές, αλλά στο μεταξύ υπάρχει το Μέτωπο, στο οποίο μετέχουν τρεις από τις συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ. 

Αναφέρεσαι στη μορφοποίηση του Μετώπου, ως πρόβλημα για τη λειτουργία του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν αφορά αυτό και τη συγκρότηση της ΑΝΑΣΑ; 

 Όχι, γιατί το dna, της δημιουργίας της ΑΝΑΣΑ, είναι η συμβολή στη συγκρότηση και στην ανάπτυξη του ΣΥΡΙΖΑ. Η δική μας ματιά εκεί είναι. Το Μέτωπο, δεν έχει αυτή τη ματιά ή δεν έχει μόνο αυτή τη ματιά. Υπάρχουν στελέχη του που δεν κρύβουν ότι προτιμούν συμμαχία με κάποιες άλλες δυνάμεις της αριστεράς. Σεβαστό, να το συζητήσουμε, αλλά σε κάθε περίπτωση δεν έχει οποιαδήποτε σχέση η λειτουργία της ΑΝΑΣΑ με αυτή του Μετώπου. Η ΑΝΑΣΑ επιδιώκει να γίνουν πράξη όσα κατά περιόδους αποφασίζουμε στον ΣΥΡΙΖΑ. Εμείς, θα δώσουμε αυτή τη μάχη. Με ειλικρίνεια και συντροφικότητα θα θέσουμε αυτά τα ζητήματα. Αλλά και με αποφασιστικότητα θα αντιταχθούμε σε τυχόν προσπάθεια υποβάθμισης των διαδικασιών της. Δεν πρόκειται να δεχτούμε η συνδιάσκεψη να μετεξελιχθεί σε μια πολιτική συζήτηση και τίποτα άλλο. Θα συζητήσουμε για τη φυσιογνωμία του ΣΥΡΙΖΑ, για λειτουργίες που θα κάνουν περήφανο τον κόσμο του. Σε αυτά τα ζητήματα θα είμαστε επίμονοι. Αν τώρα, χρειαστεί να κάνουμε την 5η συνδιάσκεψη πολύ νωρίτερα από τον προβλεπόμενο χρόνο, γα να ολοκληρώσουμε αυτή τη συζήτηση και να κατοχυρώσουμε τις ρυθμίσεις, είμαστε σύμφωνοι. Από αυτή τη συνδιάσκεψη, όμως, τα στοιχεία αυτά πρέπει να συζητηθούν. Είναι στοιχεία που για την ΑΚΟΑ, αλλά και για το σύνολο των δυνάμεων της ΑΝΑΣΑ αποτελούν κόκκινη γραμμή.