Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2011

Γιούργκεν Χάμπερμας: "Να σώσουμε τον βιότοπο της γηραιάς Ευρώπης"

El presuntuoso o Superhombre, Georges Rouault, via http://pintura.aut.org/SearchProducto?Produnum=62022
 
ΑΥΓΗ, 29.11.11

"Η Ευρώπη είναι ένα πρόγραμμα πολιτισμού, που δεν πρέπει να του επιτραπεί να αποτύχει" τόνισε ο διάσημος Γερμανός φιλόσοφος Γιούργκεν Χάμπερμας σε εκδήλωση που έλαβε χώρα στο Ινστιτούτο Γκαίτε στο Παρίσι. Στη σχετική ανταπόκριση του "Spiegel", ο Γερμανός φιλόσοφος υπογράμμισε πως γι΄αυτό τον λόγο "δεν είναι απλώς εφικτή η ύπαρξη της παγκόσμιας κοινότητας, είναι απαραίτητη - για να συμφιλιώνει τη δημοκρατία με τον καπιταλισμό. Πρέπει σήμερα να θεσπίσουμε τη συνεργασία ανάμεσα στους πολίτες και τα κράτη, για να δημιουργήσουμε την παγκόσμια κοινότητα των πολιτών" λέει και συμπληρώνει πως "αλλιώς διατρέχουμε τον κίνδυνο να βρεθούμε σε μια κατάστασης μόνιμης έκτακτης ανάγκης και τα κράτη να καθοδηγούνται από τις αγορές" παραπέμποντας σχετικά στον τίτλο των "Financial Times" που συνόψισε τις ιταλικές εξελίξεις ως εξής: "Ο αγώνας της Ιταλίας να εγκαταστήσει τον Μόντι". Ο Χάμπερμας είναι θυμωμένος, εκνευρισμένος και σημαίνει συναγερμό: "Σήμερα στην Ευρώπη, τα κράτη καθοδηγούνται από τις αγορές" λέει, "η Ε.Ε. ασκεί μαζική επιρροή στη συγκρότηση νέων κυβερνήσεων στην Ιταλία και την Ελλάδα και η Ε.Ε. γυρνά το κεφάλι της σε οτιδήποτε αγαπώ και με κάνει να παθιάζομαι".

"Κάποια στιγμή μετά το 2008, κατάλαβα ότι το πρόγραμμα της επέκτασης, της ενοποίησης και του εκδημοκρατισμού δεν προχωρούσαν αυτόματα" παρατήρησε, "ότι είναι αναστρέψιμα, ότι για πρώτη φορά στην ιστορία της Ε.Ε. ζούμε την αποσυναρμολόγηση της δημοκρατίας. Πριν, δεν πίστευα ότι μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο. Κι όμως φτάσαμε σε ένα σταυροδρόμι" σημειώνει.

"Σε τούτη την κρίση", υποστηρίζει ο Χάμπερμας, "οι λειτουργικές και συστημικές επιταγές βρίσκονται σε σύγκρουση" και σημειώνει πως "όσο περισσότερο διαρκεί η κρίση τόσο μεγαλύτερη σύγχυση προκαλείται". Χαρακτηρίζοντας "τελείως απαράδεκτη" τη γερμανική στάση έναντι της Ελλάδας, ο Χάμπερμας δηλώνει την απογοήτευσή του από τους Γερμανούς πολιτικούς - "δεν έχουν πολιτική ουσία, ούτε καν πεποιθήσεις" λέει.

Δυο μέρες πριν, σε μιαν εκδήλωση στο Πανεπιστήμιο Descartes, o Xάμπερμας είχε ανατρέξει στα "λάθη που έγιναν στην οικοδόμηση της Ε.Ε. Υπήρξε έλλειψη πολιτικής ενοποίησης κι ένας ενσωματωμένος στο σύστημα καπιταλισμός". Κατά την ανάλυσή του, "δεν είναι τα κράτη που έχουν δικαιώματα. Μόνον οι πολίτες έχουν δικαιώματα, αυτοί είναι οι ιστορικοί πρωταγωνιστές" λέει και προσθέτει πως "η Ευρώπη δεν δεν είναι μια κοινοπολιτεία κρατών, αλλά κάτι νέο. Πρόκειται για μια νομική κατασκευή την οποία συμφώνησαν οι λαοί της Ευρώπης σε συνεννόηση με τους πολίτες της Ευρώπης, με εμάς δηλαδή" λέει και ζητά από το κοινό του "να σώσουμε τον βιότοπο της γηραιάς Ευρώπης".

Ο Χάμπερμας πιστεύει ότι αυτό θα γίνει αν "τα ΜΜΕ βοηθήσουν τον κόσμο να αντιληφθεί την τεράστια επιρροή που δέχεται η ζωή τους από την Ε.Ε. και αν οι πολιτικοί αντιληφθούν την τεράστια πίεση που θα υποστούν, αν η Ε.Ε. αποτύχει και δεν προχωρήσει ο εκδημοκρατισμός της".

Αναφερόμενος στη συμφωνία της 21ης Ιουλίου, ο Γερμανός φιλόσοφος θεωρεί πως αυτή ήταν "ένας αόριστος συμβιβασμός ανάμεσα στον γερμανικό οικονομικό φιλευθερισμό και τον γαλλικό κρατισμό. Όλες οι ενδείξεις οδηγούν στο συμπέρασμα πως και οι δύο πλευρές θέλησαν να μετατρέψουν την ενοποίηση (όπως ορίζεται στη Συνθήκη της Λισσαβώνας) σε μια διακυβερνητική υπεροχή του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, κόντρα στο πνεύμα των συνθηκών και χωρίς νομική βάση".

Μολονότι δηλώνει "αισιόδοξος", αντικρούει τις ρητορείες της "πολιτικής ηττοπάθειας" και σημειώνει πως "ακόμη και στην κρίση μπορούμε να βγούμε με μιαν Ένωση που θα είναι πιο δημοκρατική και πολιτικά αποτελεσματική", στην κατακλείδα της ομιλίας του, ο Γερμανός φιλόσοφος είναι δηλητηριώδης. Προειδοποιώντας για τον κίνδυνο εκτροχιασμού της Ε.Ε., παρέπεμψε στη γερμανική ιστορία: "αν αποτύχει τούτο το ευρωπαϊκό εγχείρημα" είπε, "τότε το ερώτημα θα είναι ένα: πόσο καιρό θα χρειαστούμε για να επανέλθουμε στο status quo. Θυμηθείτε τη Γερμανική Επανάσταση του 1848 - όταν απέτυχε, χρειαστήκαμε 100 χρόνια για να ξανακερδίσουμε το επίπεδο δημοκρατίας που είχαμε τότε"...

διαβάστε ακόμα

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

Ελπίδα της Ευρώπης οι αντιεξουσίες

The Burning of the Houses of Parliament,1835, Joseph Mallord William Turner [Public domain], via Wikimedia Commons
 
ΜΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΦΙΛΟΣΟΦΟ ΕΤΙΕΝ ΜΠΑΛΙΜΠΑΡ

από την ΕΠΟΧΗ, 27.11.11

Δημοσιεύτηκε στο «Μανιφέστο» (19-11-2011)
Μετάφραση: Τόνια Τσίτσοβιτς

«Αυτό που συμβαίνει στην Ευρώπη, μπορεί να θεωρηθεί ως η μορφοποίηση ενός νέου μοντέλου πολιτικής διακυβέρνησης. Δηλαδή παρακολουθούμε την εκ νέου προώθηση της διαδικασίας πολιτικής ενοποίησης, έπειτα από τη διακοπή που ακολούθησε το γαλλικό, ολλανδικό και ιρλανδικό δημοψήφισμα, που έκαναν φανερή τη διάχυτη αποδοκιμασία της διαδικασίας που προωθούσαν οι τεχνοκράτες των Βρυξελών. Η νέα προώθηση της πολιτικής ενοποίησης πραγματοποιείται, όμως, υπό τη σημαία ενός νεοφιλελευθερισμού ο οποίος, παρά την κρίση του, είναι ακόμη ικανός να ασκεί ηγεμονία στη γηραιά ήπειρο». Είναι λόγια του Ετιέν Μπαλιμπάρ που είναι πεπεισμένος ευρωπαϊστής. Παρόλα αυτά δε σταμάτησε ποτέ να κριτικάρει την Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με τα όσα έκανε κατά την παγίωση της ίδρυσής της. Μια κριτική συνήθεια που δεν εκλείπει ούτε αυτόν τον καιρό, με τη δημιουργία των κυβερνήσεων τεχνοκρατών στην Ελλάδα και στην Ιταλία.

Ο γάλλος φιλόσοφος μας προσκαλεί να δούμε με προσοχή τις μεταλλάξεις που πραγματοποιούνται στα εθνικά και, κυρίως, υπερεθνικά πολιτικά συστήματα. «Στη Γαλλία, αλλά και στην Ιταλία, στη Γερμανία, στην Αγγλία, υπάρχει μια σημαντική πολιτική και διανοητική συνιστώσα, που θέλει να κλείσει την ευρωπαϊκή συζήτηση για να επιστρέψει στην εθνική κυριαρχία, που τη θεωρεί ως το απαραίτητο ανάχωμα για την αντιμετώπιση της χρηματοοικονομικής εξουσίας. Πρόκειται για μια θέση που δεν αντιλαμβάνεται ένα δεδομένο που για μένα είναι θεμελιώδες: την αλληλεξάρτηση μεταξύ των κρατών και το σχηματισμό μιας παγκόσμιας αγοράς που δε ανέχεται σύνορα. Και κυρίως μια αλλαγή της υλικής σύστασης της κοινωνίας».

Η κυριαρχία της τεχνοκρατικής δομής

Η ανάγνωση του Μπαλιμπάρ ασφαλώς δεν έχει το ελάττωμα της αφέλειας. Έβλεπε πάντοτε ευνοϊκά το σχηματισμό του νέου υπερεθνικού πολιτικού υποκειμένου που λέγεται Ευρώπη. Μια θέση που ερχόταν σε αντίθεση με όσα υποστήριζε η γαλλική «αριστερά της αριστεράς», και όχι μόνο αυτή. Μια ευρωπαϊκή στράτευση που δεν απέκρυψε όμως το γεγονός ότι αυτό που διαδραματιζόταν ήταν μια διαδικασία συνταγματοποίησης που δεν είχε καμία λαϊκή νομιμοποίηση. (...) Η διατύπωση που χρησιμοποιεί – αυτό που οι Βρυξέλες επιβάλλουν είναι μια δικτατορία των κοινοτικής τεχνοκρατικής δομής- πρέπει να αρθρωθεί σε σχέση με το καθεστώς καπιταλιστικής συσσώρευσης. Η μοναδική νύξη που κάνει γι’ αυτό το θέμα είναι μια παραπομπή στις θεωρίες του μαρξιστή γεωγράφου Ντέιβιντ Χάρβεϊ, που ισχυρίζεται ότι τα δημόσια οικονομικά είναι το μέσο το οποίο ρυθμίζει και εγγυάται τη συσσώρευση κεφαλαίου μέσα από την απαλλοτρίωση του κοινωνικού πλούτου.

Κράτος έκτακτης ανάγκης

«Πρόσφατα, στη «Figaro», εφημερίδα της γαλλικής αστικής τάξης, δημοσιεύτηκε ένα ενδιαφέρον σχόλιο που φωτογραφίζει με ακρίβεια αυτό που συμβαίνει στην Ευρώπη. Η απόφαση του Νικολά Σαρκοζί και της Άνγκελα Μέρκελ να επιβάλουν στην Ελλάδα και στην Ιταλία πολιτικές λιτότητας, ευνόησε τη λύση της κυβέρνησης τεχνοκρατών. Στην Αθήνα και στη Ρώμη εγκαταστάθηκαν δύο γνωστοί οικονομολόγοι όπως ο Μάριο Μόντι και ο Λουκάς Δημήτριος Παπαδήμος, άνθρωποι ανέκαθεν ενταγμένοι εντός του δικτύου εξουσίας που έχει ως κομβικό σημείο την Goldman Sachs. Απ’ αυτή την άποψη, η κατάσταση που δημιουργήθηκε ήταν μια πραγματική επανάσταση από τα πάνω. Για χρόνια πίστευα ότι ο πρώτος που την χρησιμοποίησε ήταν ο Φρίντριχ Ένγκελς στην εισαγωγή της έκδοσης του 1895 του βιβλίου του Μαρξ Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία. (...) Έπειτα ανακάλυψα ότι ο Ένγκελς την είχε «αντιγράψει» από τον Μπίσμαρκ. Μ’ όλα αυτά θέλω να πω ότι οι επαναστάσεις από τα πάνω υπήρχαν πάντα και χρησίμευαν στο να δίνουν μορφή σε μοντέλα και μηχανισμούς διακυβέρνησης που δεν προβλέπονταν από την παράδοση. (...) Η επανάσταση από τα πάνω εγκαθιδρύει πάντοτε ένα κράτος έκτακτης ανάγκης, που είναι ακριβώς αναγκαίο για να δοθεί μορφή σε ένα νέο μοντέλο διακυβέρνησης των κοινωνικών σχέσεων. Αυτό που συμβαίνει στην Ευρώπη, με τη ρητορική των κυβερνήσεων τεχνοκρατών, είναι ακριβώς αυτό: μια αναστολή των ισχυόντων κανόνων του παιχνιδιού, για να επιβληθούν λύσεις για την κρίση.
Ο Καρλ Σμιτ μίλησε, σε περασμένες εποχές, για δικτατορία κατ’ ανάθεση, που δεν είναι όμως απολυταρχικού χαρακτήρα, αλλά μάλλον θυμίζει τις μορφές κυριαρχίας που υπήρχαν στην αρχαία Ρώμη. Οι κυβερνήσεις τεχνοκρατών είναι η σύγχρονη μορφή μιας δικτατορίας κατ’ ανάθεση για να επιβληθεί μια νεοφιλελεύθερη απάντηση στην κρίση του καπιταλισμού».

Επανάσταση από τα πάνω

Η «επανάσταση από τα πάνω» συνδέεται επομένως με την εγκαθίδρυση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης σε εθνικό επίπεδο και είναι μια περιγραφή που πιάνει το νόημα ισχυρών τάσεων που χαρακτήρισαν την κρίση του νεοφιλελευθερισμού και του δίδυμου αδελφού του, του λεγόμενου μεταμοντέρνου λαϊκισμού. Πολλοί, μολαταύτα, υπέδειξαν συχνά την τεχνοκρατική δομή ως μια από τις ισχυρές εξουσίες που δρουν στην Ευρώπη εδώ και πολλά χρόνια. Μια τεχνοκρατική δομή που συμμετέχει, όμως, σε ένα ευρύτερο δίκτυο, όπου δρουν χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις, διεθνικές επιχειρήσεις. Εν ολίγοις πρόκειται για μια μορφή διακυβέρνησης που διαχειρίζεται το σύγχρονο καθεστώς καπιταλιστικής συσσώρευσης. Απ’ αυτή την άποψη, η τεχνοκρατική δομή εγγυάται, στην Ευρώπη, τόσο την πολιτική λειτουργία όσο την εκ νέου ανάληψη του ελέγχου ενός «ξετρελαμένου» οικονομικού κύκλου. Με άλλα λόγια, ο νεοφιλελευθερισμός επιβάλλει την κατάσταση έκτακτης ανάγκης, για να δώσει ώθηση στο ηπειρωτικό πολιτικό του σχέδιο. Με κάποιες αντιφάσεις, εννοείται, όπως για παράδειγμα η νομιμοποίηση των κυβερνήσεων τεχνοκρατών από τα κοινοβούλια που έχουν εκλεγεί από το λαό.

Η προαναγγελθείσα καταστροφή

Η Ευρώπη κατορθώνει βέβαια να προτείνει μια μορφή διακυβέρνησης της ηπείρου, διατρέχει όμως τον κίνδυνο να δημιουργήσει τις συνθήκες ενός νέου διαζυγίου μεταξύ δημοκρατίας και καπιταλισμού. Ο Ετιέν Μπαλιμπάρ υποδεικνύει τον κίνδυνο και προειδοποιεί ότι κάθε κατάσταση έκτακτης ανάγκης έχει πάντοτε αβέβαια αποτελέσματα. «Αυτή η διαδικασία είναι συγκρουσιακή. Δεν είναι δεδομένο ότι η δικτατορία κατ’ ανάθεση θα κατορθώσει να λειτουργήσει σ’ αυτή την κατάσταση. Οι τεχνοκράτες, οι ελίτ έχουν μια ισχυρή εξουσία πειθούς με το μέρος τους, γιατί ξεκινούν από έναν εκβιασμό: ή θα γίνει έτσι ή θα έρθει το χάος. Ο φόβος μιας καταστροφής κατορθώνει έτσι να υπερνικήσει τις αντιστάσεις και τις αμφιβολίες. Κι όμως, εδώ και μερικούς μήνες στις εφημερίδες της αστικής τάξης, αλλά και στις προοδευτικές, είναι πολλοί αυτοί που ζητούν να εκφραστεί η λαϊκή κυριαρχία ακριβώς για το ζήτημα των πολιτικών μορφών και για ένα ενδεχόμενο ευρωσύνταγμα. Ο Γιούργκεν Χάμπερμας γράφει εδώ και πολύ καιρό για την αναγκαιότητα μιας λαϊκής νομιμοποίησης των όσων συμβαίνουν στην Ευρώπη. Ο στόχος του είναι ο εκδημοκρατισμός των ευρωπαϊκών θεσμών, κλείνοντας έτσι τη φάση που είδε τις αγορές να υφαρπάζουν ουσιαστικά την καθολική ψήφο. Συμφωνώ βέβαια με τον Χάμπερμας, αλλά νομίζω παρόλα αυτά ότι πρέπει να δημιουργηθούν πραγματικές εξεγερσιακές αντιεξουσίες, που να έρθουν σε αντίθεση μ’ αυτή τη μορφή διακυβέρνησης που εγκαθιδρύεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Δεν εννοώ την λαϊκή εξέγερση, μα τη δημιουργία θεσμών εκ μέρους των κοινωνικών κινημάτων για να αντισταθούν στην τεχνοκρατική δομή».

Προς το παρόν, όμως, τα κοινωνικά κινήματα δρουν συχνά με εθνική προοπτική. Οι μόνοι που έθεσαν το πρόβλημα της δημιουργίας ενός ευρωπαϊκού δημόσιου χώρου, ήταν οι ισπανοί αγανακτισμένοι, που ζητούν τόσο να δοθεί ένα τέλος στη «δικτατορία των αγορών» όσο και έναν εκδημοκρατισμό του δημόσιου βίου.

Εξεγέρσεις και κοινωνικά κινήματα

Εκτός των άλλων, η εθνική επιλογή μοιάζει περισσότερο με υποχώρηση, με ένα σημάδι αδυναμίας και όχι σημάδι ισχύος. «Μου φαίνεται χρήσιμο να αναφέρω τον διαχωρισμό που έκανε ο αμερικανός φιλόσοφος Ρίτσαρντ Ρότρι μεταξύ campaign και mouvement. Οι ισπανοί αγανακτισμένοι είναι σίγουρα ένα κοινωνικό κίνημα. Ρίζωσαν στη χώρα, ανέπτυξαν δικούς τους θεσμούς, όρισαν κανόνες για να παίρνονται οι αποφάσεις, έθεσαν, τέλος, δυναμικά το κομβικό ζήτημα των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής. Μπορεί να το έκαναν με ένα λεξιλόγιο που ένας μαρξιστής ίσως το βρίσκει περίεργο, όμως το σημείο της δύναμής τους είναι η κριτική στο καθεστώς συσσώρευσης που επικεντρώνεται στην απαλλοτρίωση. Το Occupy Wall Street έχει, αντίθετα, όλα τα χαρακτηριστικά μιας εκστρατείας ευαισθητοποίησης γύρω από κάποια θέματα – τη φτώχια, την αντίθεση μεταξύ του 99% του πληθυσμού και του 1% των πλουσίων – όμως μέχρι σήμερα δεν έκαναν το μεγάλο άλμα στην πολιτική δράση.  Όταν σκέφτομαι τις εξεγερσιακές αντιεξουσίες, επομένως, έχω στο νου μου τα κοινωνικά κινήματα και την ικανότητά τους να αναπτύσσουν δικούς τους θεσμούς. Μόνο αν υπάρχουν αυτές οι αντιεξουσίες μπορούμε να θέσουμε όρους και να προκαλέσουμε την κρίση της δικτατορίας κατ’ ανάθεση, που είναι εύθραυστη αφού η οικονομική κρίση φτώχυνε την κοινωνία. Το παιχνίδι επομένως είναι ανοιχτό. Και το τελικό αποτέλεσμα δεν είναι προδιαγεγραμμένο».

 
ΚΑΙ

Τα διλήμματα της γηραιάς ηπείρου
 
του Ετιέν Μπαλιμπάρ



Δημοσιεύτηκε στη «Λιμπερασιόν»  (21-11-2011).
Μετάφραση: Χ. Γ.

Τι συνέβη, λοιπόν, στην Ευρώπη στο μεσοδιάστημα ανάμεσα στην πτώση των κυβερνήσεων στην Ελλάδα και την Ιταλία και τη μεγάλη ήττα της ισπανικής αριστεράς στις εκλογές της περασμένης Κυριακής; Ήταν μια περιπέτεια στη μικρή ιστορία των πολιτικών χειρισμών, που εξαντλούνται στο να τρέχουν πίσω από τη χρηματοπιστωτική κρίση; Ή μήπως διαβήκαμε ένα κατώφλι στην ανάπτυξη αυτής της κρίσης, γεγονός που παράγει ανεπίστρεπτα αποτελέσματα στο επίπεδο των θεσμών και του τρόπου νομιμοποίησής τους; Αν και οι γνώσεις μας σχετικά με όλα αυτά δεν είναι πλήρεις, οφείλουμε να αναλάβουμε τον κίνδυνο μιας εκτίμησης.

Για τις εκλογικές περιπέτειες (όπως αυτή που θα έχουμε στη Γαλλία σε έξι μήνες) δεν έχουμε να κάνουμε πολλά σχόλια. Έγινε κατανοητό ότι οι εκλογείς θεωρούν τις κυβερνήσεις υπεύθυνες για την αυξανόμενη ανασφάλεια μέσα στην οποία ζει σήμερα η πλειονότητα των πολιτών στις χώρες της Ευρώπης και δεν τρέφουν πολλές αυταπάτες γι’ αυτούς που τις διαδέχονται (μετά τον Μπερλουσκόνι, μπορεί κάποιος να καταλάβει γατί ο Μόντι σπάει όλα τα ρεκόρ λαϊκισμού). Το πιο σοβαρό ζήτημα που τίθεται αφορά τη θεσμική στροφή. Η συγκυρία της παραίτησης κυβερνήσεων υπό την πίεση των αγορών που ανεβάζουν και κατεβάζουν τα επιτόκια δανεισμού, της αποδοχής ενός γαλλο-γερμανικού «διευθυντηρίου» στους κόλπους της ΕΕ, και της ενθρόνισης των «τεχνικών» που συνδέονται με το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, οι οποίοι επιτηρούνται ή δέχονται συμβουλές από το ΔΝΤ, είναι αδύνατο να μην προκαλεί συζητήσεις και ανησυχία.

Η δημοκρατία σε αναστολή

Ένα από τα θέματα που συναντούμε πιο συχνά, είναι το ζήτημα της «δικτατορίας των επιτρόπων», που αναστέλλει τη δημοκρατία, για να αναδημιουργήσει τη δυνατότητα –έννοια που ορίζει ο Μποντέν στις απαρχές του σύγχρονου κράτους και αργότερα θεωρητικοποιεί ο Καρλ Σμιτ. Οι «επίτροποι» δεν μπορεί να είναι στρατιωτικοί ή δικαστές, χρειάζονται οικονομολόγοι. Αυτό ακριβώς επισημαίνει ο αρθρογράφος της «Φιγκαρό» στις 15 Νοεμβρίου: «Η περίμετρος και η διάρκεια της εντολής [των κυρίων Μόντι και Παπαδήμου] χρειάζεται να είναι αρκετά εκτεταμένες, ώστε να είναι αποτελεσματικοί. Όμως οφείλουν, και ο ένας και ο άλλος, να έχουν συγκεκριμένα όρια, ώστε να εξασφαλιστεί, με τους καλύτερους όρους, η επιστροφή στη δημοκρατική νομιμότητα. Δεν πρέπει να επιτραπεί σε κανέναν να πει ότι η Ευρώπη οικοδομείται στην πλάτη των λαών».

Από αυτή την εκδοχή προτιμότερη μου φαίνεται μια άλλη: η εκδοχή της «επανάστασης από τα πάνω», που, υπό την πίεση της ανάγκης (αναγγελία της κατάρρευσης του ενιαίου νομίσματος), επιχειρούν οι ηγέτες των κρατών με κυρίαρχη θέση στην Ευρώπη και η «τεχνοδομή» των Βρυξελλών και της Φραγκφούρτης. Ξέρουμε ότι αυτή η έννοια, που επινοήθηκε από τον Μπίσμαρκ, ορίζει μια δομική αλλαγή του «υλικού συντάγματος», δηλαδή των ισορροπιών ισχύος ανάμεσα στην κοινωνία και το κράτος, την οικονομία και την πολιτική, που προκύπτουν από μια «προληπτική στρατηγική» από την πλευρά των ηγέτιδων τάξεων. Αυτό ακριβώς δεν γίνεται τώρα με την εξουδετέρωση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, τη θεσμοποίησης του ελέγχου των προϋπολογισμών και των δημοσιονομικών των κρατών-μελών από την ΕΕ, τη θεοποίηση των τραπεζικών συμφερόντων στο όνομα της νεοφιλελεύθερης ορθοδοξίας; Χωρίς αμφιβολία αυτοί οι μετασχηματισμοί υπάρχουν εν σπέρματι εδώ και πολύ καιρό, αλλά ποτέ δεν διεκδικήθηκαν εν ονόματι μιας νέας μορφοποίησης της πολιτικής εξουσίας. Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε δεν έκανε λάθος, όταν παρουσίαζε σαν «πραγματική επανάσταση» την εκλογή του προέδρου της Κομισιόν με καθολική ψηφοφορία, που θα προσέδιδε στο νέο οικοδόμημα ένα δημοκρατικό φωτοστέφανο. Η ανατροπή είναι εν εξελίξει ή, τουλάχιστον, σκιαγραφείται.

Επανάσταση ή το τέλος της Ευρώπης;

Ωστόσο, ας μην το κρύβουμε, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι αυτή η απόπειρα θα είναι επιτυχής. Στο δρόμο της ορθώνονται τρία εμπόδια και ο συνδυασμός τους μπορεί να οδηγήσει σε μια επιδείνωση της κρίσης και στο «τέλος» της Ευρώπης ως συλλογικού σχεδίου.

Το πρώτο εμπόδιο σχετίζεται με το γεγονός ότι κανένα θεσμικό μόρφωμα δεν μπορεί, εξ ορισμού, να καθησυχάσει τις αγορές –ώστε να σταματήσουν την κερδοσκοπία– γιατί αυτή τροφοδοτείται από τον κίνδυνο χρεοκοπίας και από την προσδοκία βραχυπρόθεσμων κερδών. Είναι η αρχή πάνω στην οποία βασίζεται η δημιουργία παραγώγων «προϊόντων» και η διαμόρφωση των σπρεντ πάνω στα επιτόκια δανεισμού. Οι επενδυτικοί οίκοι που τροφοδοτούν το shadowbanking, τις μισονόμιμες συναλλαγές, έχουν ανάγκη να οδηγήσουν τους εθνικούς προϋπολογισμούς στο χείλος του γκρεμού, ενώ οι τράπεζες έχουν ανάγκη να στηρίζονται στα κράτη (και τους φορολογούμενους) όταν υπάρχει κρίση ρευστότητας. Όμως και οι μεν και οι δε συνιστούν ένα ενιαίο οικονομικό κύκλωμα. Όσο δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση η «οικονομία του χρέους», που κυριαρχεί από πάνω ως κάτω στις κοινωνίες μας, καμία «λύση» δεν θα είναι βιώσιμη. Η σημερινή «διακυβέρνηση» το αποκλείει αυτό εκ των προτέρων, και για να το κατορθώσει θυσιάζει οποιαδήποτε ανάπτυξη επ’ αόριστον.

Διαλυτικές αντιθέσεις

Το δεύτερο εμπόδιο είναι η ένταση των ενδο-ευρωπαϊκών αντιθέσεων. Όχι μόνο υπάρχει εκ των πραγμάτων η «Ευρώπη των δύο ταχυτήτων», αλλά θα μετασχηματιστεί σε Ευρώπη των τριών ή τεσσάρων ταχυτήτων, και θα απειλείται διαρκώς από τη διάλυση. Από τις χώρες που δεν είναι μέλη της ευρωζώνης, άλλες μεν (οι παραγγελιοδόχοι της γερμανικής βιομηχανίας στην Ανατολική Ευρώπη) θα αναζητήσουν μεγαλύτερο βαθμό ολοκλήρωσης, κι άλλες (πρώτα απ’ όλα το Ενωμένο Βασίλειο), παρά την εξάρτησή τους από την ενιαία αγορά, θα οδηγηθούν στη ρήξη ή στην αναστολή της σχέσης που τις συνδέει μ’ αυτήν.

Όσο για το μηχανισμό «κυρώσεων» για τους κακούς μαθητές, που αναγγέλθηκε για την επιβολή της δημοσιονομικής αυστηρότητας, θα ήταν απίθανο να περιοριστεί μόνο σε κάποια κράτη της «περιφέρειας». Και αρκεί να δει κάποιος πού οδήγησε αυτή η λογική την αναιμική Ελλάδα, στα πρόθυρα της εξέγερσης, για να φανταστεί ποια θα είναι τα αποτελέσματα μιας γενίκευσης των ίδιων «συνταγών» σ’ ολόκληρη της Ευρώπη. Και τελευταίο αλλά όχι ασήμαντο: το γαλλογερμανικό «διευθυντήριο», που ήδη σείεται εξαιτίας της διαφωνίας για το ρόλο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, έχει πολύ λίγες πιθανότητες να ενισχυθεί μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, παρά το κοινό, εκλογικό, συμφέρον που έχουν και τα δύο μέρη, και κυρίως η γαλλική πλευρά εν όψει των προεδρικών εκλογών.

Η Ευρώπη χωρίς τους λαούς

Αλλά το εμπόδιο που είναι πιο δύσκολο να υπερπηδηθεί είναι η κοινή γνώμη των χωρών. Χωρίς αμφιβολία ο εκβιασμός με την απειλή του χάους, η διαρκής απειλή υποβάθμισης της πιστοληπτικής ικανότητας, είναι δυνατόν να παγώσουν τα δημοκρατικά αντανακλαστικά. Δεν γίνεται, όμως, οι πολιτικές ηγεσίες να αδιαφορούν επ’ άπειρον για την ανάγκη να υπάρξει λαϊκή επικύρωση των αλλαγών που θα γίνουν με την αναθεώρηση των συνθηκών, όσο «περιορισμένη» κι αν είναι αυτή. Και κάθε προσφυγή στο εκλογικό σώμα περικλείει την πιθανότητα να στραφεί αυτό εναντίον τού υπό επικύρωση σχεδίου, όπως συνέβη ήδη το 2004. Τότε, στην κρίση στρατηγικής θα προστεθεί και η κρίση αντιπροσώπευσης, που κι αυτή ήδη έχει προχωρήσει.

Σ’ αυτές τις συνθήκες, δεν θα έπρεπε να προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ακούγονται επικριτικές φωνές. Και μάλιστα από αντιτιθέμενες πλευρές. Οι μεν (όπως ο Γιούργκεν Χάμπερμας) υποστηρίζουν μια «ενίσχυση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης», αλλά προσθέτουν ότι θα είναι βιώσιμη μόνο με τον όρο ότι θα εμπεριέχει ένα τριπλό «επανεκδημοκρατισμό»: ανάκτηση της ισχύος της πολιτικής έναντι της οικονομίας, έλεγχος των κεντρικών αποφάσεων με την ενίσχυση της κοινοβουλευτικής αντιπροσώπευσης, επιστροφή στον αντικειμενικό στόχο της αλληλεγγύης και της άμβλυνσης των ανισοτήτων μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών. Οι δε (όπως οι γάλλοι θεωρητικοί της αποπαγκοσμιοποίησης) βλέπουν στη νέα αυτή διακυβέρνηση την κατάληξη μιας διαδικασίας υποταγής των «κυρίαρχων» λαών στην οικοδόμηση ενός υπερεθνικού οργανισμού, ο οποίος δεν μπορεί παρά να υπηρετεί το νεοφιλελευθερισμό και τη στρατηγική της «συσσώρευσης μέσω της στέρησης». Οι μεν είναι σαφώς ανεπαρκείς, οι δε επικίνδυνα εκτεθειμένοι στη σύγκλιση με δυνάμει ξενοφοβικούς εθνικισμούς.

Πέρα απ’ τη δικτατορία των αγορών

Το κύριο ζήτημα είναι να δούμε πώς θα προσανατολιστεί η «εξέγερση των πολιτών», για την οποία ο Ζαν Πιερ Ζουαγιέ, πριν από μερικές μέρες, δεν δίστασε να πει ότι ορθώνεται απέναντι στη «δικτατορία των αγορών» που όργανά της έχει τις κυβερνήσεις .Θα στραφεί, άραγε, «εναντίον της εργαλειοποίησης του χρέους» που υπερβαίνει τα σύνορα, ή θα αποτελέσει «μέσα στην ίδια την ευρωπαϊκή οικοδόμηση» ένα φάρμακο χειρότερο από την ασθένεια; Θα τείνει, παντού όπου η διαχείριση της κρίσης συγκεντρώνει ντε γιούρε ή ντε φάκτο τις εξουσίες, να οικοδομήσει εξουσίες –αντίβαρα όχι μόνο στο συνταγματικό πεδίο, αλλά αυτόνομες και, αν χρειαστεί, επαναστατικές; Θα αρκεστεί να επικαλείται την ανοικοδόμηση του παλιού εθνικού και κοινωνικού κράτους, που σήμερα υπονομεύει η οικονομία του χρέους, ή θα αναζητήσει σοσιαλιστικές και διεθνιστικές εναλλακτικές λύσεις, θεμέλια μιας οικονομίας των αναγκών και της δράσης, στην κλίμακα της παγκοσμιοποίησης, στο πλαίσιο της οποίας η Ευρώπη δεν αποτελεί παρά μια επαρχία; Ο καθοριστικός παράγοντας για την άρση αυτών των αβεβαιοτήτων είναι η επέκταση και διάχυση των ανισοτήτων και των αποτελεσμάτων της ύφεσης (ιδιαίτερα της ανεργίας) σ’ όλη την έκταση της Ευρώπης. Όμως αυτό που θα παράσχει ή δεν θα παράσχει τα συμβολικά μέσα, είναι η ικανότητα ανάλυσης και αγανάκτησης των «διανοουμένων» και των «αγωνιστών».

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

Μια μικρή ψηφίδα σε μια μεγάλη εικόνα

Paul Klee, Ad Marginem. 1930

του Χριστόφορου Παπαδόπουλου

από το RedNotebook

Το ευρώ όπως το ξέραμε, χαροπαλεύει, και η ευρωζώνη τρίζει συθέμελα. Αυτή   είναι η κοινή διαπίστωση πολιτικών αναλυτών και πρωτοσέλιδων άρθρων μεγάλων εφημερίδων. Η κρίση χρέους δεν αγκαλιάζει, πλέον, μόνο τον ευρωπαϊκό Νότο, αλλά εγκαθίσταται και στις ηγέτιδες δυνάμεις του Βορρά, ενώ  οι μηχανισμοί αντιμετώπισης της κρίσης απαξιώνονται, πριν ακόμα τεθούν σε εφαρμογή. Κανένα θεσμικό σχήμα δεν μπορεί να «καθησυχάσει» τις αγορές, πόσο μάλλον όταν οι πολιτικές ελίτ είναι εντελώς απρόθυμες να περιορίσουν την κερδοσκοπία, να αμφισβητήσουν δηλαδή την «οικονομία του χρέους» και οι ενδοευρωπαϊκές διαφορές κάνουν αβέβαιη οποιανδήποτε ενδιάμεση λύση βραχυπρόθεσμης διαχείρισης της.

Οι αντιθέσεις για το ρόλο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, τα ευρωομόλογα, το ευρώ των δύο ταχυτήτων κλπ, εικονογραφούν περισσότερο αντιθέσεις μερίδων του κεφαλαίου και λιγότερο κρατικές ιδεοληψίες.

Οι διαφωνίες στη διαχείριση της οικονομικής κρίσης δεν στέκουν εμπόδιο στις συμφωνίες για τη διαχείριση της κρίσης της πολιτικής. Με σύμπνοια, χωρίς εξαιρέσεις, οι πολιτικές ελίτ συνομολογούν την αναστολή της δημοκρατίας στο θεσμικό οικοδόμημα της Ε.Ε., με την ενίσχυση της διακυβερνητικής έναντι της αντιπροσώπευσης –την αρχιτεκτονική που ο Χάμπερμας ονομάζει πλέον πολιτικό δεσποτισμό– τη θεσμοθέτηση των δημοσιονομικών ελέγχων από το «Διοικητικό Συμβούλιο» των Βρυξελών και της Φραγκφούρτης, με την τροποποίηση των ιδρυτικών συμφωνιών της Ένωσης.

Ο Ετιέν Μπαλιμπάρ, αναφερόμενος στην ολιγαρχική σκλήρυνση των ευρωπαϊκών θεσμών, κάνει λόγο για την «προληπτική στρατηγική» από τις άρχουσες τάξεις, για μια «επανάσταση από τα πάνω» που συντελείται κάτω από το μαστίγιο της «αναγκαιότητας», υπό τον φόβο του χάους από την κατάρρευση του ενιαίου νομίσματος. Εκτιμά όμως, ότι αυτή η στρατηγική δε λαμβάνει υπόψη της σημαντικές παραμέτρους, που υπό όρους μπορούν να την ακυρώσουν: μερικές από αυτές είναι η παγκοσμιοποίηση της καπιταλιστικής κρίσης και οι ενδοευρωπαϊκοί ανταγωνισμοί. Η πιο σημαντική όμως είναι η επιστροφή των μαζών στην πολιτική, η ειρηνική «επανάσταση των πολιτών» που ξεδιπλώνεται, όχι μόνο στα όρια της γηραιάς Ηπείρου, αλλά και στις μητροπόλεις του καπιταλισμού, και, βεβαίως, στην Αφρική και την Ασία.

Κρίση νομιμοποίησης

Αν η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση, η κρίση του ευρώ και της ευρωζώνης, στο έδαφος της αναστολής της δημοκρατίας είναι η μεγάλη εικόνα, τότε οι ψηφίδες της, στην προκειμένη η ελληνική περίπτωση, δεν αποτελούν την εξαίρεση αλλά τον κανόνα.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να διαβαστούν οι πολιτικές εξελίξεις: η αποχώρηση Παπανδρέου, η μπλόφα του δημοψηφίσματος, η συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ με τον Παπαδήμο και την ακροδεξιά, οι εκλογές που απομακρύνονται ως αχρείαστες. Με όποιο τρόπο και να διαβαστούν όμως, το συμπέρασμα πως το μεταπολιτευτικό πολιτικό σύστημα καταρρέει, και μάλιστα σε μια στιγμή που η αναπαραγωγή του είναι περισσότερο παρά ποτέ αναγκαία για το σύστημα εξουσίας, αποτελεί κοινό τόπο. Σε περιόδους πολιτικής κρίσης, εν μέσω μιας παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, τα πρόσωπα –ακόμα και οι πολιτικές οικογένειες- είναι αναλώσιμα. Το ζητούμενο είναι η αναπαραγωγή της αστικής κυριαρχίας. Και βέβαια, το ζητούμενο αυτό δεν είναι απαραίτητο ότι θα εκπληρωθεί με τους τρόπους που ήδη γνωρίζουμε: η αποκλειστικότητα του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ στη διαχείριση της κρατικής εξουσίας δεν θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Υπάρχουν κι άλλοι παίκτες  πρόθυμοι να αναλάβουν ρόλους και μερίδια: Το ΛΑΟΣ, η  Μπακογιάννη, ο Φλωρίδης, οι τεχνοκράτες, ακόμα και η ΔΗΜΑΡ, υπό όρους. Η πολιτική ταυτότητα που οικοδομεί η τελευταία στοχεύει στο να γίνει αποδεκτή από το σύστημα, να ενσωματώσει το πολιτικό προσωπικό που ανήκει στο λεγόμενο "εκσυγχρονιστικό μπλοκ" και να προσελκύσει τους ψηφοφόρους εκείνους που γοητεύονται από το συγκεκριμένο ιδεολόγημα.

Εξ άλλου οι δημοσκοπήσεις, αλλά και οι δρόμοι και οι πλατείες, δείχνουν ότι η αναπαραγωγή του πολιτικού συστήματος δεν μπορεί να στηριχτεί στα παλιά υλικά. Ο δικομματισμός μάλλον τελεύτησε, και ο διπολισμός –το τριφασικό κόμμα του Μνημόνιου- δεν ξετρελαίνει.

Στην πραγματικότητα, οι παλαιοί τρόποι άσκησης της ηγεμονίας τελείωσαν, στο βαθμό που τα μεσαία και λαϊκά στρώματα εξορίστηκαν από το άρχον συγκρότημα και ουδεμία μελλοντική υπόσχεση ευημερίας δεν μπορεί να τα καθησυχάσει από την προλεταριοποίηση που βιώνουν.

Τα μέσα για την ανασύνθεση του πολιτικού συστήματος (χωρίς οικονομική ανάκαμψη) δεν είναι απεριόριστα. Αντιθέτως, είναι τα γνωστά μέσα του κράτους έκτακτης ανάγκης: η καταστολή, η επιτήρηση, ο μιντιακός ολοκληρωτισμός, τα μονοφωνικά αγοραία πανεπιστήμια, οι κρατικοί διανοούμενοι –οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους που λέγαμε παλιά- και βεβαίως η αδιαφορία των μαζών για την πολιτική διαδικασία. Η γενίκευση, δηλαδή, του παραδείγματος των ΗΠΑ, σε αντιδιαστολή με τον «εκλογικισμό» που επικράτησε ως βασικό ιδεολογικό εργαλείο μετά το 1989. Ενδεχομένως ο καπιταλισμός στη φάση της κρίσης του, να φλερτάρει με ένα διαζύγιο με τη δημοκρατία και ο κινέζικος  καπιταλισμός να αποτελεί το εν δυνάμει πρότυπο, όπως γράφει ο Zizek. Όμως, οι μνήμες του ναζισμού είναι ακόμα νωπές, κι αυτό καθιστά δύσκολη την αναβίωσή του. Εξάλλου, οι διαιρέσεις στο πλαίσιο του λαού, με όχημα τους μετανάστες ή τις εθνοφυλετικές αντιθέσεις, δεν είναι επαρκείς για να συσκοτίσουν τις ταξικές αντιθέσεις από την εξαθλίωση της μισθωτής εργασίας και των ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων.

Αν η επινοητικότητα της ιστορίας δεν μας ξαφνιάσει, όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι πάμε σε μια μακρά περίοδο πολιτικών ανακατατάξεων και απανωτών εκλογικών αναμετρήσεων, μέχρις ότου το πολιτικό σύστημα ανασυνταχθεί και ανασυστήσει την κυριαρχία του, αν κι αυτό το τελευταίο δεν θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο.

Το πολιτικό σύστημα κερδίζει χρόνο με τον Παπαδήμο και τη συγκυβέρνηση, επενδύει στην άμπωτη των κινημάτων αντίστασης και αλληλεγγύης, θεωρεί τις πλατείες εφήμερες και τα συνδικάτα καθεστωτικά και ανυπόληπτα.

Φοβάται βεβαίως την Αριστερά, ακούει με προσοχή τον Καρατζαφέρη, που ισχυρίζεται στα κανάλια ότι αυτη δεν είναι σαν την ευρωπαϊκή αριστερά –υπονοώντας ότι δεν συνεργάζεται για τη μακροημέρευση του συστήματος- και ότι αν ενωθεί θα είναι το πρώτο κόμμα. Ποντάρει στη μισαλλοδοξία του ΚΚΕ, στη δυσανεξία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, στη συστημικότητα της ΔΗΜΑΡ και στην αντιαριστερή  χειραγώγηση των Οικολόγων από τους Ευρωπαίους ομόλογους τους. Μόνο που το αίτημα για την ενότητα της Αριστεράς έρχεται από τα κάτω, συναντιέται με τον κοινωνικό ανταγωνισμό και την απόγνωση, γονιμοποιείται πολιτικά και προγραμματικά στο κοινωνικό ζήτημα: στους μισθούς και τις συντάξεις, στα χαράτσια, στην ανεργία, τις απολύσεις και την εφεδρεία, στη δημόσια υγεία και παιδεία, στην έκπτωση των περιβαλλοντικών κριτηρίων στο όνομα του κέρδους και της καπιταλιστικής ανάπτυξης, στη φορολογική ασυλία του πλούτου και στο «Δίκαιο» των πιστωτών. Φτιάχνει με δύο λόγια, το πολιτικό πλαίσιο στο οποίο κάθε άρνηση ακούγεται αδικαιολόγητη και παράταιρη.

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

Ημέρα κατά της Βίας εναντίον των Γυναικών: Αν θα γινόταν ένα μεγάλο αφιέρωμα...

από εδώ

 της Ελένης Καρασαββίδου

από την ΑΥΓΗ, 25.11.11

«Για να είσαι ελεύθερος πρέπει να μάθεις να είσαι φτωχός» έγραψε ο Ουγκώ, όχι για να δικαιολογήσει, αυτός ο βαθύτατα κοινωνικός ακτιβιστής, τη φτώχεια, αλλά για να καταγγείλει την ανομία της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, που το πρώτο που σκλαβώνει είναι η ανθρωπιά των εκμεταλλευτών αλλά καταστρέφει τη ζωή των υποχειρίων τους. Σήμερα, που είναι η παγκόσμια ημέρα κατά της βίας που υφίστανται οι γυναίκες, είναι υποχρέωσή μας να θυμηθούμε κάποιες από τις παραμέτρους μιας από τις πιο αποτρόπαιες μορφές εκμετάλλευσης. Του trafficking και (εποχή άκρατης αγοράς) της σύνδεσής του με τη βιομηχανία της πορνογραφίας. Κάθε ομοιότητα με ευρύτερες στρατηγικές δεν είναι τυχαία...

Στα τέλη της δεκαετίας του 1977, σύμφωνα με τις αναμνήσεις της D. Leidholdt (διευθύντριας στο Κέντρο για την Προστασία Κακοποιημένων Γυναικών της Νέας Υόρκης), μια νεαρή γυναίκα δολοφονήθηκε βάναυσα, καθώς προαγωγός και πελάτης την πέταξαν σαν σακί από το παράθυρο. Η ιδιότητα αυτής της γυναίκας (πόρνη) έκανε τον Τύπο να μην ενδιαφερθεί ιδιαίτερα. Άλλωστε, «ήταν μια πουτάνα». Στο κοινωνικό κίνημα που αναπτύχθηκε γύρω από αυτήν τη βαθιά σεξιστική αντίδραση που στερούσε την ανθρώπινη ιδιότητα από ένα πλάσμα που του είχαν ήδη στερήσει τη ζωή, εμφανίστηκε και μια «καινούργια ομάδα» που τιτλοφορούνταν «Μισθοί για την Οικιακή Εργασία». Πίσω από αυτόν τον ουδέτερο, εύηχο τίτλο, υπήρξαν άτομα που προσπαθούσαν να πείσουν ότι η πορνεία είναι μια ακόμη οικιακή εργασία, όπου νοικοκυρές, εργαζόμενες και πόρνες μοιράζονταν την ίδια εκμετάλλευση και τους ίδιους κινδύνους. Κι αυτό παρ' όλο που σε επίσημες έρευνες η θνησιμότητα των εκδιδόμενων γυναικών ήταν 40% πάνω του μέσου όρου!

Όπως το περιοδικό Τελέσιλλα (τεύχος 54, σελ. 26) σημειώνει: «Οι συνήγοροι αυτής της ομάδας είχαν δανειστεί τη φιλοσοφία τους από μια οργάνωση που είχε έδρα το San Fransisco, την COYOTE, αρκτικόλεκτο που σημαίνει 'Ξεφορτώσου την παλιά και ξεπερασμένη σου ηθική' και στηριζόταν 'από φιλελεύθερους ακτιβιστές και κερδοσκόπους της βιομηχανίας του sex'".

Στα χρόνια που ακολούθησαν, τόσο στην Αμερική όσο και στην Ευρώπη (Άμστερνταμ, πού αλλού;) διοργανώθηκαν συνέδρια πορνών με χορηγούς τη βιομηχανία του sex και οργανώσεις του είδους, που νομιμοποιούσαν ως σημάδι «προοδευτικότητας» τη μορφή αυτή «σεξουαλικής εργασίας». Όταν το περιοδικό Hustler κυκλοφόρησε με το γνωστό εξώφυλλο μιας γυμνής γυναίκας που την άλεθε μια μηχανή του κιμά, το φεμινιστικό κίνημα και κινήσεις αλληλεγγύης αναγκάστηκαν να αντιμετωπίσουν τις διασυνδέσεις μεταξύ της πορνογραφίας και της βιομηχανίας του sex.

Γιατί ενώ πολλοί υποπτεύονταν, και όχι δίχως σοβαρούς λόγους, την «παλιά μικροαστική ηθική» για υποκρισία κι αντικοινωνική μόνωση που καθρεφτιζόταν και στον τρόπο που αντιμετώπιζε το sex (ώστε να εξουσιάζει τις επιλογές και οπτικές των ανθρώπων), η διαχείριση αυτού του κινηματικού αιτήματος κοινωνικής αλλαγής από τη βιομηχανία του sex το μετέφερε από τον χώρο της κοινωνικής συμμετοχής στον χώρο της αγοράς, χρησιμοποιώντας τα σώματα γυναικών που (στις συντριπτικά περισσότερες περιπτώσεις) δεν το είχαν επιλέξει. Βλέπετε η διασύνδεση μεταξύ της πορνογραφίας και της σχετικής βιομηχανίας οδήγησε εύκολα και στη διασύνδεσή τους με το trafficking...

Συχνά «εκπρόσωποι» της βιομηχανίας του sex στα μίντια υπήρξαν «απελευθερωμένες γυναίκες», όπως η περίφημη πορνοσταρ Linda Marchiano («η Linda με τις δαντέλες»), που όχι μόνο όταν η κουβέντα με φεμινίστριες έπαιρνε πολιτική ρότα ρίχνονταν με έμφαση σε καυγάδες που ο φθηνός Τύπος αποκαλούσε με απολιτίκ σεξισμό «καυγάδες γυναικών», αλλά και που υπερασπιζόταν τις «επιλογές τους» προς αποενοχοποίηση παραγωγών και καταναλωτών. «Δεν σε ενοχλεί που κάνεις στοματικό έρωτα μπροστά σε τόσο κόσμο; Όχι! Το λατρεύω! Είμαι αυτό που λένε επιδειξιομανής!», ερωταπόκριση που έχει «λατρευτεί» κι αναπαραχθεί σε χιλιάδες φεστιβάλ και site που απευθύνονται σε ανάλογο κοινό.

Η τόσο «σκανδαλιάρικη» απάντηση δεν ήταν βέβαια της Marchiano, αφού ανήκε στο «σενάριο ερωταποκρίσεων» που ο άγριος Chunk Traynor της είχε «γράψει» και που η ίδια, απειλούμενη κατά ζωής και ξυλοδαρμένη, το ακολουθούσε «χαμογελαστά» στον υπέροχο κόσμο της κάμερας.

Ενώ, για να αναφέρουμε ένα π.χ. από τα πολλά, και η Anneka DiLorenzo, κουνελάκι του Penthouse, όπως αποδείχτηκε σε δίκη, δεν επέλεξε, μα εξαναγκάστηκε από τον περίφημο Guccione να γυρίζει πορνό με αμοιβές στο όνομά της που τις κρατούσε σε σημαντικό βαθμό ο ίδιος, επαναεπενδύοντάς τα στην περίφημη βιομηχανία... Βιομηχανία που δεν μπορεί να ταυτίζεται με την πολύ θεμιτή επιλογή κάθε ανθρώπου τόσο να διαθέσει το κορμί του/της με όποιον τρόπο επιλέξει όσο και να αναζητήσει (ακόμη και επί χρήμασι, δυστυχώς στον κόσμο μας) ένα άλλο κορμί σε ένα «παιχνίδι» ισότιμων ενηλίκων.

Η απολιτίκ (αν και βαθιά πολιτική στο βάθος) εμπορευματοποίηση των κοινωνικών κινημάτων τις τελευταίες δεκαετίες (από τα χίπστερ αιτηματάκια μέχρι τα πόστερ του Τσε και τα σκυλάδικα στα οποία η γυναίκα κάθε 8η Μάρτη αποδομείται ως πολιτικό υποκείμενο και επαναεφευρίσκεται στον δημόσιο χώρο μόνο ως καταναλώτρια), ξεφουσκώνει την κοινωνικοπολιτική δυναμική τους και οδηγεί σε μια «κουλτουροποίηση της πολιτικής» με πολιτικές κορώνες (απλουστευτικά συνθήματα δίχως κοινωνική βάση) δίχως πολιτική ουσία. Η Ariel Levy μάλιστα στο σημαντικό βιβλίο της «Θηλυκές Φαλλοκράτισσες: Οι γυναίκες και η ανερχόμενη κουλτούρα του ξέκωλου» δείχνει πολύ καθαρά πόσο η συγκεκριμένη κουλτούρα δεν μπορεί να είναι προοδευτική, αφού είναι χυδαία εμπορική. Και κάνει ανθρώπους να πωλούν το ίδιο τους το κορμί σε light εκδοχές στα «κωλάδικα» όπου οι πρωτομαγιές γίνονται γιορτές, ή (απείρως χειρότερα) να τους το πουλούν άλλοι με το ζόρι.
«Τυχαία» στο Συνέδριο του Άμστερνταμ, πρωτεύουσα βορειοευρωπαϊκής χώρας που κερδίζει πολλά λεφτά (Άρη!) από τον σεξοτουρισμό εκθέτοντας πόρνες από το προλεταριάτο της αλλά και από όλο τον Τρίτο Κόσμο, η ατζέντα της κυβέρνησης, ενώ μιλούσε για σεξουαλική απελευθέρωση, απέφευγε επιμελώς (παρά τις εκκλήσεις φεμινιστριών και αλληλέγγυων) να θέσει το ζήτημα των παραμέτρων της διακίνησης αυτών των γυναικών, που σε περίπτωση εξαναγκασμού αυτήν την απελευθέρωση κτηνωδώς την ακυρώνει.

Σε μελέτες βάσης (π.χ. στις Φιλιππίνες, στην Ινδία, τη Νιγηρία, σε χώρες του Ανατολικού μπλοκ, στις ίδιες τις ΗΠΑ) που έγιναν σε όλον τον κόσμο αποδείχθηκε ότι θεσμοί που υποστήριζαν και επωφελούνταν από την πορνεία, με το αζημίωτο, είναι off shore εταιρείες, στρατός, Σώματα Ασφαλείας, κυβερνήσεις και σωματεία διακίνησης που συχνά δρουν υπό τον μανδύα διεθνιστικών, «αντισυνοριακών» οργανώσεων, άλλο αν συχνά μαζεύουν ρομαντικούς ιδεολόγους-χρήσιμους ηλίθιους, «δίπλα» (στην πραγματικότητα εναντίον) σε γνήσιες διεθνιστικές οργανώσεις. Ενώ σε περιόδους συγκρούσεων η μαζικοποίηση της πορνείας αποτελεί επιλογή των ανταγωνιζόμενων εθνικισμών. Τα κινήματα βάσης γυναικών όχι μόνο ίδρυσαν το Coalition (μια διεθνή ομπρέλα γυναικείων οργανώσεων κατά του trafficking), αλλά και έχουν με συντριπτικά στατιστικά μιλήσει για «θηλυκοποίηση του χαρακτήρα της ανθρωποκτονίας» (βλ. Femicide, Radford Russell, και Gendercide, Warren 1985), καθώς η βία κατά των γυναικών (που εκδηλώνεται προνομιακά στον χώρο του trafficking αλλά και απλώνεται ως γενοκτονία του φύλου με μαζικές θανατώσεις θηλυκών μωρών) στοιχίζει, και είναι συγκλονιστικό, περισσότερους θανάτους από όσους η ελονοσία (που σαρώνει στον Τρίτο Κόσμο!) τα τροχαία, ο καρκίνος και οι ετήσιες πολεμικές συγκρούσεις μαζί!

Χρόνια πριν, ο υπέροχος Παπαδιαμάντης έγραψε τη «Φόνισσα» για να χαρακώσει με σπαραγμό τη βουκολική εικόνα της ελληνικής επαρχίας και οικογένειας. Όχι τυχαία χρησιμοποιεί τη «γυναίκα», όπως έχει επισημανθεί, ως μέγιστο σύμβολο γι' αυτήν την «αντι-κοινωνική» κριτική.

Χρόνια μετά, τίποτε δεν έχει ουσιαστικά αλλάξει προς το καλύτερο, καθώς η κρίση (συσκοτίζοντας και παθητικοποιώντας) επιδεινώνει και δεν επιλύει (και αυτό) το μέγιστο πρόβλημα. Η Γυναίκα, η μήτρα, παραμένει σύμβολο στο κοφτερό μεταίχμιο που θέτει το ερώτημα τι είδους άνθρωποι είμαστε, σε τι κόσμο θέλουμε επιτέλους να ζούμε. “Όποιος υποτιμάει όποιον άλλον εμένα υποτιμάει / κι ό,τι κι αν γίνει, ό,τι κι αν ειπωθεί, στερνά σε μένα στρέφεται”, έγραψε στα "Φύλλα της Χλόης" ο Walt Whitman. Το σχεδόν άλυτο πρόβλημα της «ανθρώπινης κατάστασης» παραμένει να μην αφήνουμε ούτε τη δύναμη των άλλων ούτε την αδυναμία τη δική μας να μας αποκτηνώνουν.

* Κάποια από αυτά τα στοιχεία παρουσιάστηκαν στο σεμινάριο για το Millenium Project 2015 που πραγματοποιήθηκε στο Παρίσι τον φετινό Ιανουάριο υπό την αιγίδα της UNESCO.

Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2011

Με δογματική λιτότητα, εσωτερικές έριδες, αλλά χωρίς διέξοδο ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός

Flower Carrier, 1935, Diego Rivera

του Πέτρου Τσάγκαρη

από την εφ. Εργατική Αριστερά

Η ευρωζώνη μοιάζει να μπαίνει σε ένα στάδιο διαλυτικής κρίσης. Όλες οι συμφωνίες του παρελθόντος, ακόμη και οι πιο πρόσφατες είτε τινάζονται στον αέρα είτε χάνουν την επικαιρότητά τους, καθώς τα οικονομικά και πολιτικά δεδομένα αλλάζουν ραγδαία. Τα πετυχημένα παραδείγματα του παρελθόντος επίσης τινάζονται στον αέρα. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Ιρλανδίας –την οποία μας παρουσίαζαν ως επιτυχημένο υπόδειγμα των νεοφιλελεύθερων μέτρων αντιμετώπισης του δημόσιου χρέους. Τώρα αποδεικνύεται ότι οι θυσίες πήγαν –και εκεί– χαμένες, καθώς ο ιρλανδικός λαός πληροφορείται ότι η δεξιά κυβέρνησή του συμφώνησε να προχωρήσει σε μείωση των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα κατά 12%, δηλ. σε 40.000 «αποχωρήσεις» μέχρι το 2015, σε αύξηση του ΦΠΑ κατά 2 μονάδες (στο 23%) και στην επιβολή άλλων 200 μέτρων λιτότητας προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι του εκεί μνημονίου.

Αλλά τα προβλήματα του ευρωπαϊκού καπιταλισμού δεν περιορίζονται πια μόνον στην λεγόμενη περιφέρεια. Τώρα στο μάτι του κυκλώνα μπαίνει η καρδιά της ηπείρου. Πρώτα η Ιταλία, η οποία γνωρίζει και αυτή τοκογλυφικά επιτόκια στις διεθνείς αγορές και οδηγείται σταδιακά σε λύσεις τύπου τρόικας. Μετά και η Γαλλία, η πιστοληπτική ικανότητα της οποίας απειλείται από τους διεθνείς «οίκους αξιολόγησης». Η εξέλιξη αυτή υπονομεύει ραγδαία τη μοναδική στενή συμμαχία που υπήρχε εντός Ε.Ε., τον πολιτικο-οικονομικό άξονα που προσπάθησε να οικοδομήσει ο Σαρκοζί με το Βερολίνο, καθώς πλέον τα συμφέροντα γίνονται όλο και περισσότερο αντιτιθέμενα.

Στο μόνο που συμφωνούν οι εκπρόσωποι των Ευρωπαίων καπιταλιστών είναι ότι για την κρίση πρέπει να πληρώσουν οι εργαζόμενοι και τα άλλα φτωχά στρώματα. Για να περισωθούν τα κέρδη των λίγων πρέπει να καταβάλλει φόρο αίματος η τεράστια πλειονότητα του ευρωπαϊκού πληθυσμού.

Σε αυτή τη βάση δεν απεμπολούνται μόνον οι οικονομικές κατακτήσεις του ευρωπαϊκού εργατικού κινήματος, αλλά και οι στοιχειώδεις δημοκρατικές κατακτήσεις (στο όνομα των οποίων ένα μέρος της Αριστεράς επέμενε στη συμμετοχή στην Ε.Ε.). Η Κομισιόν βάζει ως απαρέγκλιτη προϋπόθεση για την έκδοση ευρωομολόγων (τα οποία πολλοί αγάπησαν και στην Ελλάδα) το καθεστώς «επιτροπείας» των δημοσιονομικά «άτακτων» χωρών. Παράλληλα τα συνταγματικά πραξικοπήματα των τραπεζιτών σε Ελλάδα και Ιταλία, έχουν τη στήριξη όλου του φάσματος των αστικών κομμάτων σε κάθε χώρα και  είναι ίσως μόνον η αρχή, μιας αντιδημοκρατικής στροφής στην ήπειρο όπου γεννήθηκε η δημοκρατία.

 Σε διαρκή και διαλυτική κρίση η ευρωζώνη

Ο γνωστός Αμερικανός σχολιαστής Πολ Κρούγκμαν έγραφε στα τέλη Οκτώβρη: «Αν δεν ήταν τόσο τραγική, η τρέχουσα ευρωπαϊκή κρίση θα ήταν αστεία, με μια αίσθηση μαύρου χιούμορ. Καθώς το ένα σχέδιο διάσωσης καταρρέει μετά το άλλο, οι πολύ σοβαροί άνθρωποι της Ευρώπης –που είναι, αν αυτό είναι δυνατό, πιο πομπώδεις και αυτάρεσκοι και από τους Αμερικανούς ομολόγους τους– συνεχίζουν να εμφανίζονται ολοένα και πιο γελοίοι».
 
Χρέος

Ο Κρούγκμαν εξηγούσε στη συνέχεια πώς οι διάφοροι μηχανισμοί στήριξης (ο EFSF και οι πιθανοί διάδοχοί του) είναι καταδικασμένοι να αποτύχουν εξαιτίας του γεγονότος ότι σε αυτούς συμμετέχουν ως δανειστές οι χώρες (όπως η Ιταλία και η Γαλλία πλέον) που πιθανόν θα χρειαστεί να προσφύγουν οι ίδιες σε δανεισμό για να «σωθούν». Εξ ου και το «γελοίοι». Ο Αμερικανός σχολιαστής επέμεινε, όπως κάνουν πολλοί άλλοι αναλυτές, ότι το πρόβλημα στην ευρωζώνη είναι η έλλειψη κεντρικής διακυβέρνησης και συνεπώς η αδυναμία (ή η ιδεολογική αγκύλωση) να παρέμβει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) δανείζοντας τις χώρες, ουσιαστικά δηλ. τυπώνοντας νέο νόμισμα. Ο Κρούγκμαν αντιπαραβάλλει τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία, οι οποίες, παρά το τεράστιο δημόσιο χρέος τους, μπορούν να δανείζονται σε χαμηλά επιτόκια. Ωστόσο δεν απαντά σε τρία πράγματα: Πρώτον, γιατί αυτοί οι δύο οικονομικοί γίγαντες δεν κατόρθωσαν να σταματήσουν την παγκόσμια κρίση και γιατί, ειδικά η Ιαπωνία παραμένει εδώ και δεκαετίες σε ύφεση. Δεύτερον, γιατί πλέον οι «οίκοι αξιολόγησης» άρχισαν να βάζουν στο στόχαστρό τους την πιστοληπτική ικανότητα των ΗΠΑ. Τρίτον, γιατί ενώ πολύ σωστά λοιδορεί τις διαρκείς διχογνωμίες των Ευρωπαίων εκπροσώπων των καπιταλιστών (δηλ. των κυβερνήσεων), μοιάζει να αγνοεί τις διαρκείς εσωτερικές διενέξεις των εκπροσώπων των Αμερικανών καπιταλιστών, κυρίως όπως αυτές εκφράζονται μέσα από τη σύγκρουση Δημοκρατικών-Ρεπουμπλικάνων για το χρέος.

Στην πραγματικότητα η κρίση δημόσιου χρέους στην Ελλάδα και την Ευρώπη αποτελεί μόνον σύμπτωμα της βαθιάς συστημικής κρίσης που πλήττει από το 2008 όλες τις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού (δηλ. της κρίσης υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου). Την εξήγηση του γιατί η κρίση γνωρίζει τέτοια όξυνση στη «Γηραιά Ήπειρο» δίνει πολύ περιεκτικά ο καθηγητής Γ. Μηλιός λέγοντας: «Η κρίση έπληξε εκείνες τις περιοχές και εκείνες τις χώρες στις οποίες η προσήλωση στον “ρυθμιστικό ρόλο” των χρηματαγορών και στη σκανδαλώδη φοροασυλία του κεφαλαίου και του πλούτου ήταν εντονότερη και δογματικότερη».

Οι άρχουσες τάξεις συμφωνούν στο ότι όλο το κόστος της κρίσης πρέπει να φορτωθεί στις κυριαρχούμενες τάξεις. Και σε αυτή την πολιτική η Ευρώπη έχει γίνει εδώ και χρόνια πρωτοπόρα. Όμως οι εκπρόσωποι των αφεντικών δεν φαίνεται έχουν καμία συναινετική λύση και στα τέσσερα σημεία αντιπαράθεσης: Χρειάζεται ενιαία Ευρώπη ή Ευρώπη δύο ταχυτήτων; Χρειάζεται ή όχι ενιαία διακυβέρνηση; Πρέπει ή όχι να προχωρήσει η έκδοση ευρωομολόγων; Αρκούν ή όχι οι πολιτικές δημοσιονομικής πειθαρχίας, δηλ. οι περικοπές και οι σφιχτοί προϋπολογισμοί;
 
Διαφωνίες

Η μέχρι σήμερα ακολουθούμενη πολιτική έχει οδηγήσει σε αποτυχία. Και αυτό το παραδέχεται ο κατ’ εξοχήν αρμόδιος, ο πρόεδρος της Κομισιόν, Μ. Μπαρόζο, ο οποίος δήλωσε στο Ευρωκοινοβούλιο: «Δυστυχώς δεν υπάρχει η οικονομική ανάπτυξη που επιδιώξαμε, η ύφεση επιδεινώνεται, η κατανάλωση μειώνεται, οι δείκτες της ανεργίας σ’ όλη την Ευρώπη θα επιδεινωθούν». Ταυτόχρονα ο Μπαρόζο επιτέθηκε στα κράτη που υιοθετούν «ακραίες οικονομικές συμπεριφορές», φωτογραφίζοντας τη Γερμανία και δηλώνοντας: «Δεν είναι δυνατόν να επιμένεις μόνο στη δημοσιονομική πειθαρχία και να παραβλέπεις την αλληλεγγύη». Ο Μπαρόζο πρότεινε, ως εναλλακτική πρόταση εξόδου από την κρίση χρέους, την επιβολή δικαιότερης φορολογίας στους Ευρωπαίους πολίτες, τη φορολόγηση των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών και την έκδοση ευρωομολόγων –ειδικά το τελευταία σε άμεση σύγκρουση με το Βερολίνο.

Η Μέρκελ επιμένει στην αναγκαιότητα αλλαγής των συνθηκών, ώστε να προβλέπονται αυστηρές ποινές στις δημοσιονομικά «ασύνετες» χώρες, που να φτάνουν έως και την παραπομπή τους στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, εφόσον δεν καταφέρνουν να περιορίσουν τα ελλείμματα και το χρέος τους. Η Μέρκελ υποστηρίζει την προοπτική μιας οικονομικής διακυβέρνησης στην ευρωζώνη η οποία θα έχει λόγο στη διαμόρφωση των εθνικών προϋπολογισμών προκειμένου να «φρενάρει» τις δημόσιες δαπάνες, αλλά και να υλοποιεί «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις», π.χ., αρπαγή δημόσιου πλούτου μέσω ιδιωτικοποιήσεων. «Η Γερμανία θα ήταν έτοιμη να εκχωρήσει μέρος της κυριαρχίας της προκειμένου να ενισχυθεί το ευρώ και η αξιοπιστία του σε διεθνές επίπεδο», είπε σε συνέντευξη Τύπου στο Βερολίνο. Μπορεί να πρόκειται για δημαγωγική δήλωση, αφού δεν έχει σε ποιον να παραχωρήσει κυριαρχία το Βερολίνο, ωστόσο δείχνει τη δογματική νεοφιλελεύθερη εμμονή στη δημοσιονομική και νομισματική σταθερότητα με κάθε κόστος. Ωστόσο, ακριβώς επειδή, όπως λέει και ο Μπαρόζο, οι μέχρι σήμερα πολιτικές έχουν αποτύχει, οι εκπρόσωποι του γερμανικού κεφαλαίου δεν συμφωνούν ούτε μεταξύ τους. Δεν είναι μόνον οι διαφωνίες των σοσιαλδημοκρατών. Τώρα στους αμφισβητίες της πολιτικής Μέρκελ έχει προστεθεί και η Deutsche Bank, η οποία, συμφωνώντας με τον Ομπάμα, ζητά να υλοποιηθούν δύο πράγματα: η έκδοση ευρωομολόγου και η μαζική επαναγορά κρατικών χρεών από την ΕΚΤ.

Φυσικά τώρα, με την προοπτική υποβάθμισης της φερεγγυότητας της Γαλλίας ρηγματώνεται επικίνδυνα και ο άξονας Βερολίνου-Παρισιού. Η Γερμανία επιμένει ότι δεν θα επιτρέψει να γίνει η ΕΚΤ μια τεράστια «κακή τράπεζα», ωστόσο  η Γαλλία έχει άλλα σχέδια. «Εμπιστευόμαστε την ΕΚΤ ότι θα πάρει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλίσει τη σταθερότητα στην ευρωζώνη», είπε η εκπρόσωπος της γαλλικής κυβέρνησης και προσέθεσε εμφατικά: «Εκτιμούμε ότι η διαφορά απόδοσης μεταξύ γαλλικών και γερμανικών ομολόγων δεν δικαιολογείται». Με άλλα λόγια, το Παρίσι ζητεί εμμέσως από την ΕΚΤ να αγοράσει και γαλλικά ομόλογα για να μειωθούν τα spread.
 
Αδιέξοδο

Ο ιταλικός και ιδιαίτερα ο γαλλικός κρίκος της κρίσης χρέους στην ευρωζώνη αποδεικνύει για άλλη μια φορά ότι η αιτία του προβλήματος δεν ήταν οι «τεμπέληδες» Έλληνες ούτε τα διαρθρωτικά προβλήματα και η κακοδιαχείριση στο νότο. Η απειλή υποβάθμισης της πιστοληπτικής ικανότητας του Παρισιού από τη Moody’s υποδεικνύει ότι το πρόβλημα είναι τουλάχιστον πανευρωπαϊκό και αφορά την ίδια τη λειτουργία του καπιταλισμού. Ταυτόχρονα θέτει βραδυφλεγή βόμβα στα θεμέλια όλων των μελλοντικών πολιτικών διάσωσης των χρηματοπιστωτικών θεσμών της ευρωζώνης. Ο λόγος είναι ότι αν η Γαλλία χάσει τον υψηλό βαθμό πιστοληπτικής ικανότητας, τότε το ίδιο θα συμβεί αυτόματα και στον ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης (EFSF), δηλ. δεν θα μπορεί να δανείζεται φτηνά ούτε ο υποτιθέμενος «διασώστης». Θα επαληθευτεί δηλ. η πρόβλεψη του Κρούγκμαν.

Το αδιέξοδο βρίσκεται στο γεγονός ότι, ακόμη κι αν βρεθούν τα ποσά που όλοι απαιτούν από τη Γερμανία, προκειμένου να στηριχτούν οι πληττόμενες από τους κερδοσκόπους χώρες, τα επιτόκια που χρεώνουν αυτοί οι κερδοσκόποι δεν πρόκειται να μειωθούν. Γιατί τα χρήματα που θα διατεθούν μπορεί να διασώσουν προς στιγμήν τη ρευστότητα των χωρών (βλ. έκτη δόση στην Ελλάδα), αλλά δεν θα μπορέσουν ποτέ να αποκαταστήσουν τη φερεγγυότητα, καθώς –ακριβώς εξαιτίας των πολιτικών λιτότητας που επιβάλλονται– η ύφεση θα βαθαίνει, τα ΑΕΠ των χωρών θα συρρικνώνονται και το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ θα παραμένει πάντα υψηλό (π.χ. στο πρόγραμμα για την Ελλάδα προβλέπεται ότι, αν όλα πάνε τέλεια, τότε το 2020 το χρέος θα είναι στο 120% του ΑΕΠ, έναντι 115% όταν ανέλαβε το ΠΑΣΟΚ στο τέλος του 2009!).

Είναι η ανταγωνιστικότητα το πρόβλημα;

Η Ιταλία έχει ανάγκη να δανειστεί 200 δισ. ευρώ έως τα τέλη Μάρτη. Από τις αρχές Νοέμβρη αντιμετώπισε δυσκολία να δανειστεί φτηνά καθώς οι «αγορές» τής ζητούσαν επιτόκια πάνω από 7% για τα δεκαετή ομόλογά της. Αμέσως άρχισαν να ενεργοποιούνται παρόμοιοι οικονομικοί μηχανισμοί με αυτούς που ίσχυσαν και στην περίπτωση άλλων «άτακτων» χωρών της ευρωζώνης. Σε πολιτικό επίπεδο κινητοποιήθηκαν άμεσα οι πραξικοπηματικές διαδικασίες που λειτούργησαν και στην Ελλάδα με το τραπεζικό κεφάλαιο να επιβάλει τον άνθρωπό του, στη θέση του πρωθυπουργού, χωρίς βέβαια να ερωτηθεί ο λαός. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην 11μελή κυβέρνηση του Μόντι δεν συμμετέχουν καν πολιτικοί. Θα πει κανείς ότι για την απομάκρυνση Μπερλουσκόνι δεν λυπήθηκε κανείς. Όμως στις περισσότερες περιπτώσεις πραξικοπημάτων, φασισμών και δικτατοριών στην Ευρώπη, το μέχρι τότε ενεργό πολιτικό προσωπικό είχε ήδη απαξιωθεί στα μάτια των μαζών, ώστε οι ακόμη πιο αντιδραστικές δυνάμεις να εγκαθιδρυθούν «φυσιολογικά». Και επίσης αξίζει να σημειωθεί ότι ο Μόντι εξήγγειλε ότι θα επαναφέρει χαράτσια που είχε καταργήσει ακόμη και ο Μπερλουσκόνι!

Η ιταλική περίπτωση αποδεικνύει και πάλι ότι το πρόβλημα δεν το δημιουργεί το σπάταλο κράτος ή οι υψηλοί μισθοί. Ναι, το χρέος έχει αυξηθεί και έχει φτάσει τα τελευταία χρόνια στο 120% του ΑΕΠ. Όμως το πρόβλημα για τις αγορές (η λεγόμενη φερεγγυότητα του κράτους) είναι ο παρονομαστής του κλάσματος, δηλ. το ΑΕΠ, το οποίο από τα μέσα της δεκαετίας του ’90, αναπτύσσεται με ρυθμούς κοντά στο 1% ετησίως. Τώρα πια στην Ιταλία δεν υπάρχουν επενδύσεις και η κατανάλωση έχει κυριολεκτικά καταρρεύσει. Μία από τις βασικές αιτίες δεν είναι οι υψηλοί μισθοί, αλλά ακριβώς το ανάποδο: οι αυξήσεις στο πραγματικό λαϊκό εισόδημα είναι από τις χαμηλότερες στην Ευρώπη, χαμηλότερες και από αυτές της Γερμανίας. Για να διατηρήσουν το βιοτικό τους επίπεδο τα ιταλικά νοικοκυριά έχουν αυξήσει το δανεισμό τους φτάνοντάς τον στο 45% του ΑΕΠ. Κι όμως, η Ευρωπαϊκή Ένωση και η ιταλική άρχουσα τάξη απαντά στο πρόβλημα με μεγαλύτερες δόσεις του… προβλήματος, δηλ. με επιβολή προγράμματος επιπλέον λιτότητας. Όμως στην οικονομία και την πολιτική δεν λειτουργεί η ομοιοπαθητική. Όπως γνωρίζουμε καλά και από την περίπτωση της Ελλάδας, η λιτότητα θα σπρώξει την Ιταλία σε ύφεση και αυξήσει το ποσοστό του χρέους επί του ΑΕΠ.
 
«Ψωροκώσταινα»;

Η Ιταλία έχει πολύ μεγάλη και πολύ βαριά βιομηχανία όλων των ειδών. Η οικονομική και πολιτική ισχύς του ιταλικού καπιταλισμού αντανακλάται στη συμμετοχή στην ομάδα των 8 ισχυρότερων του πλανήτη, στη διαβόητη G8. Το πρόβλημα δεν είναι συνεπώς η έλλειψη παραγωγικής βάσης τα οποία ακούγονται και για την Ελλάδα (θεωρίες τύπου «δεν παράγουμε τίποτε»), αλλά είναι πολύ πιο βαθύ. Πρόκειται, όπως είπαμε και παραπάνω, για συστημική κρίση που χτυπάει τις χώρες όχι επειδή έχουν, δήθεν, στρεβλή ανάπτυξη και διαρθρωτικά προβλήματα, αλλά επειδή είναι καπιταλιστικές.

Παρεμπιπτόντως η θεωρία του «δεν παράγουμε τίποτε», «είμαστε ψωροκώσταινα», δεν ισχύουν ούτε για την Ελλάδα. Η Ελλάδα παράγει ετησίως προϊόντα και υπηρεσίες αξίας 28.500 δολ. κατά κεφαλή (στοιχεία του ΔΝΤ ακόμη και το 2010), δηλ. 305 δισ. το χρόνο κατέχοντας τη 32η θέση στη λίστα των πλουσιότερων κρατών του κόσμου. Ο καταμερισμός εργασίας στον οποίο συναίνεσαν οι Έλληνες καπιταλιστές οδήγησε βέβαια σε επικέντρωση σε τομείς που η Ελλάδα είχε «συγκριτικό πλεονέκτημα», όπως λένε οι αστοί οικονομολόγοι (εννοώντας τομείς όπου οι καπιταλιστές μπορούν να αποκομίσουν περισσότερα κέρδη). Τα 3/4 του προϊόντος που παράγεται στην Ελλάδα είναι αλήθεια ότι προέρχεται από τον τριτογενή τομέα, τις υπηρεσίες. Η βιομηχανική παραγωγή αποτελεί μόνο το 21% του ΑΕΠ. Είναι λίγο αυτό; Κάθε άλλο: στη Γερμανία την «καρδιά» της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, η βιομηχανική παραγωγή αποτελεί μόλις το 27% του ΑΕΠ. Στη Βρετανία το 24%. Βέβαια υπάρχει μία χώρα της ευρωζώνης που παράγει πολλά στα εργοστάσιά της, καθώς η βιομηχανική παραγωγή αποτελεί το 46% (!) του ΑΕΠ. Ποια είναι αυτή; Η Ιρλανδία. Αλλά αυτό, όπως ξέρουμε, δεν έσωσε ούτε  την ίδια από την κρίση, αλλά ούτε και τους εργαζόμενους από τις βάρβαρες πολιτικές περικοπών.

Η στροφή στις υπηρεσίες δεν ήταν ελληνική ιδιαιτερότητα. Την είχε εισάγει η Θάτσερ, η οποία περιορίζοντας τη βαριά βιομηχανία, μετέτρεψε το Λονδίνο στην καρδιά του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Στην Ελλάδα οι κυβερνήσεις Μητσοτάκη και Σημίτη κατάφεραν να μετατρέψουν την Αθήνα στον χρηματοπιστωτικό κόμβο των Βαλκανίων. Οι τράπεζες, η ενέργεια, οι τηλεπικοινωνίες, τα τυχερά παιχνίδια, τα σούπερ μάρκετ, οι ασφαλιστικές εταιρείες των Βαλκανίων πέρασαν σε πολύ μεγάλο βαθμό στα χέρια Ελλήνων καπιταλιστών. Και το ευρώ έπαιξε καθοριστικό ρόλο σε αυτή την επιτυχία.

Εξάλλου αν το ευρώ ήταν το κύριο μέρος του προβλήματος, τότε η κρίση θα περιοριζόταν στην ευρωζώνη. Η επαναλαμβανόμενη κρίση στην Ουγγαρία –που δεν συμμετέχει στο ευρώ– και η εκ νέου προσφυγή της δεξιάς κυβέρνησης της χώρας στο ΔΝΤ, δείχνουν ότι το πρόβλημα είναι πολύ πιο ευρύ και δεν περιορίζεται στο ενιαίο νόμισμα. Η ανθρώπινη τραγωδία που έχει εγκατασταθεί μόνιμα σε χώρες όπως η Ρουμανία, η Βουλγαρία κ.α. με τις τερατώδεις πολιτικές λιτότητας, περικοπών και απολύσεων, καταδεικνύει επίσης ότι και εκτός ευρώ ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός βρίσκεται σε βαθιά κρίση, ακριβώς γιατί είναι καπιταλισμός.

Όμως, τώρα που ο κυκλώνας έκανε απειλητική την εμφάνισή του στα γαλλικά παράλια, είναι σαφές ότι η κρίση πλέον θα αγκαλιάσει ολόκληρη τη «γηραιά ήπειρο» χτυπώντας και τον πυρήνα της. Είναι παράλογο, συνεπώς, όλα αυτά που συμβαίνουν να αποτελούν σχέδιο του Βερολίνου (όπως ισχυρίζονται πολλοί) προκειμένου να καταστραφεί η ανταγωνιστικότητα, και συνακόλουθα ολόκληρη η οικονομία, των υπόλοιπων Ευρωπαίων, δηλ. των άμεσων συμμάχων του, αλλά και των κύριων πελατών της βιομηχανίας του.

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2011

Ο δημοσιογράφος Καρλ Μαρξ και οι τεχνοκράτες

A strada entra nella casa, (The street enters the house), 1911, Umberto Boccioni
 
του Μαρτσέλο Μούστο
Μετάφραση: Τόνια Τσίτσοβιτς

από το Red NoteBook

Ο Μαρξ, ο οποίος ξανάρχισε να διαβάζεται εδώ και μερικά χρόνια και να συζητείται στο διεθνή τύπο, λόγω της ανάλυσης και της πρόβλεψης του κυκλικού και δομικού χαρακτήρα των καπιταλιστικών κρίσεων, θα έπρεπε να ξαναδιαβαστεί σήμερα στην Ελλάδα και στην Ιταλία για έναν ακόμα λόγο: λόγω της επανεμφάνισης της «κυβέρνησης τεχνοκρατών».

Με την ιδιότητα του δημοσιογράφου της New York Tribune, μιας από τις πιο διαδεδομένες εφημερίδες του καιρού του, ο Μαρξ παρατήρησε τα πολιτικά γεγονότα που οδήγησαν, στην Αγγλία του 1852, στη γέννηση της πρώτης «κυβέρνησης τεχνοκρατών» στην ιστορία, της κυβέρνησης Άμπερντιν (Δεκέμβριος 1852 – Ιανουάριος 1855).

Η ανάλυση του Μαρξ ξεχωρίζει για την οξυδέρκεια και το σαρκασμό της. Ενώ οι Times υμνούν την εξέλιξη σαν ένα σημάδι εισόδου «στην πολιτική χιλιετία, σε μια εποχή όπου το κομματικό πνεύμα μοιραία θα χαθεί και μόνο η ιδιοφυία, η εμπειρία, η φιλοπονία και ο πατριωτισμός θα δίνουν δικαίωμα σε δημόσια αξιώματα», ενώ επικαλούνται γι’ αυτή την κυβέρνηση τη στήριξη των «ανθρώπων κάθε τάσης», εφόσον «οι αρχές τους απαιτούσαν τη γενική συναίνεση και στήριξη», ο Μαρξ περιγελά την κατάσταση στο άρθρο του Μια θνησιγενής κυβέρνηση. Προοπτικές της κυβέρνησης συνασπισμού (Ιανουάριος 1853). Αυτό που οι Times θεωρούσαν τόσο μοντέρνο και συναρπαστικό αποτελούσε για κείνον μια φάρσα. Όταν ο τύπος του Λονδίνου ανακοίνωσε ένα «υπουργείο αποτελούμενο από καινούριους ανθρώπους», ο Μαρξ δήλωσε ότι «ο κόσμος θα εκπλαγεί σίγουρα ελάχιστα όταν μάθει ότι η νέα εποχή της ιστορίας πρόκειται να εγκαινιαστεί από φθαρμένους και υπέργηρους ογδοντάρηδες (…) από γραφειοκράτες που συμμετείχαν σχεδόν σε κάθε κυβέρνηση από τα τέλη του περασμένου αιώνα ως μέλη του υπουργικού συμβουλίου, άτομα διπλά νεκρά, λόγω ηλικίας και φθοράς, που ανακλήθηκαν στη ζωή μόνο τεχνητά».

Μαζί με την κριτική των ατόμων, υπάρχει –φυσικά– η πολύ πιο σημαντική κριτική της πολιτικής. Ο Μαρξ αναρωτιέται λοιπόν: «Μας υπόσχονται την ολοκληρωτική εξαφάνιση της πάλης μεταξύ των κομμάτων ή μάλλον την εξαφάνιση των ίδιων των κομμάτων. Τι θέλουν να πουν οι Times;». Το ερώτημα είναι, δυστυχώς, εξαιρετικά επίκαιρο, σ’ έναν κόσμο όπου η κυριαρχία του κεφαλαίου ξανάγινε άγρια, όπως ακριβώς ήταν στα μέσα του Χίλια Οκτακόσια.

Ο διαχωρισμός μεταξύ «οικονομικού» και «πολιτικού», που διαφοροποιεί τον καπιταλισμό από τους προηγούμενους τρόπους παραγωγής, έφθασε σήμερα στο αποκορύφωμα. Η οικονομία όχι μόνο κυριαρχεί επί της πολιτικής, υπαγορεύοντας πρόγραμμα και αποφάσεις, αλλά είναι τώρα πια τοποθετημένη εκτός των αρμοδιοτήτων της και εκτός του δημοκρατικού ελέγχου, σε τέτοιο βαθμό ώστε η αλλαγή κυβερνήσεων να μην τροποποιεί πια τις κατευθύνσεις της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής.

Στα τελευταία τριάντα χρόνια μεταβιβάσαμε την εξουσία από την πολιτική σφαίρα στην οικονομική, πετύχαμε να μετατρέψουμε πιθανές πολιτικές αποφάσεις σε αδιαφιλονίκητες οικονομικές επιταγές, που κάτω από την ιδεολογική μάσκα του απολίτικου έκρυβαν ένα οικοδόμημα κατ’ εξοχήν πολιτικό, και μάλιστα με εντελώς αντιδραστικό περιεχόμενο. Η μετακίνηση ενός τμήματος της πολιτικής σφαίρας στην οικονομία, ως χωριστό και απαράλλαχτο πλαίσιο, η μεταβίβαση εξουσίας από τα κοινοβούλια στην αγορά, τους θεσμούς της και τις ολιγαρχίες της, συνιστά το πιο σοβαρό κώλυμα για τη δημοκρατία στην εποχή μας. Οι αξιολογήσεις της Standard & Poor’s, οι δείκτες της Wall Street – αυτά τα τεράστια φετίχ της σύγχρονης εποχής – έχουν ισχύ μεγαλύτερη από τη λαϊκή βούληση. Στην καλύτερη περίπτωση, η πολιτική εξουσία μπορεί να επέμβει στην οικονομία (οι κυρίαρχες τάξεις έχουν συχνά ανάγκη να μετριάσουν τις καταστροφές που προκαλούνται από την αναρχία του καπιταλισμού και από τις βίαιες κρίσεις του), χωρίς όμως ποτέ να μπορούν να ξαναθέσουν υπό συζήτηση τους κανόνες και τις βασικές επιλογές.

Προφανής απόδειξη των όσων περιγράψαμε είναι τα γεγονότα που συνέβησαν αυτές τις μέρες στην Ελλάδα και την Ιταλία. Πίσω από την απάτη της «κυβέρνησης τεχνοκρατών» –ή, όπως συνηθιζόταν να λέγεται στην εποχή του Μαρξ, «της κυβέρνησης όλων των ταλέντων»– κρύβεται η αναστολή της πολιτικής (δεν επιτρέπεται να παραχωρηθούν ούτε δημοψηφίσματα, ούτε εκλογές) που πρέπει να εκχωρήσει όλο το έδαφος στην οικονομία. Στο άρθρο Κυβερνητικές Πράξεις (Απρίλιος 1853), ο Μαρξ υποστήριξε ότι «ίσως το καλύτερο πράγμα που μπορεί να πει κανείς για την κυβέρνηση συνασπισμού («τεχνοκρατών») είναι ότι αντιπροσωπεύει την αδυναμία της (πολιτικής) εξουσίας σε μια μεταβατική στιγμή». Οι κυβερνήσεις δεν συζητούν πλέον ποιες οικονομικές κατευθύνσεις πρέπει να υιοθετήσουν, αλλά οι οικονομικές κατευθύνσεις προκαλούν τη δημιουργία των κυβερνήσεων.

Στην Ιταλία τα προγραμματικά σημεία αυτής της κυβέρνησης απαριθμήθηκαν σε μια επιστολή (που θα έπρεπε μάλιστα να μείνει απόρρητη) που απηύθυνε, το περασμένο καλοκαίρι, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην κυβέρνηση Μπερλουσκόνι. Για να «επανέλθει η εμπιστοσύνη» των αγορών πρέπει να προχωρήσουμε ολοταχώς στο δρόμο των «δομικών αλλαγών» (έκφραση που έγινε συνώνυμη κοινωνικής σφαγής), δηλαδή: μείωση των μισθών, αναθεώρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων όσον αφορά τους νόμους που ρυθμίζουν την πρόσληψη και την απόλυση, αύξηση της συντάξιμης ηλικίας και ιδιωτικοποιήσεις σε ευρεία κλίμακα. Οι νέες «κυβερνήσεις τεχνοκρατών», με επικεφαλής ανθρώπους που μεγάλωσαν μέσα στους οικονομικούς θεσμούς που είναι περισσότερο υπεύθυνοι για την κρίση (βλέπε τον διορισμό Παπαδήμου στην Ελλάδα και Μόντι στην Ιταλία) θα ακολουθήσουν αυτό το δρόμο. Φυσικά για το «καλό της χώρας» και για το «μέλλον των επόμενων γενεών», στήνεται στον τοίχο κάθε φωνή εκτός χορωδίας.

Στο σκηνικό αυτό, αν η αριστερά δεν θέλει να εξαφανιστεί, πρέπει να ξαναρχίσει να είναι σε θέση να ερμηνεύει τις πραγματικές αιτίες της σημερινής κρίσης και να έχει το θάρρος να προτείνει και να δοκιμάσει τις αναγκαίες ριζοσπαστικές απαντήσεις εξόδου.

Πηγή: Il Manifesto

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2011

Αντισταθείτε στους χαμαιλέοντες του Φασισμού!

Emil Nolde, Masks, 1911, via Art Experts
 του Στέλιου Ελληνιάδη
 
από το Δρόμο, 19.11.11
 
Σήμερα, γίνεται εμπράκτως αντιληπτό ότι ο εκφασισμός αποτελεί ισχυρή σύγχρονη τάση του καπιταλισμού, σε φάσεις όξυνσης του ανταγωνισμού για τις αγορές και τις πρώτες ύλες, αλλά και εκμαυλισμού και χειραγώγησης των λαϊκών στρωμάτων.
Γι’ αυτό, να μην μας εκπλήσσει η επίκληση των δημοκρατικών θεσμών από τον Καρατζαφέρη ούτε η χρήση φασιστικών μεθόδων από τους κυβερνητικούς σοσιαλιστές. Αντιθέτως, πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για τα χειρότερα.
Σε επιφυλακή,
Γκαούρ
(Περίπτερο Ιδεών, 21/5/11, φ. 66)

Η προοδευτική κοινωνία δεν πρέπει να υποτιμήσει τη νομιμοποίηση της Ακροδεξιάς. Αυτή ελίσσεται σαν χέλι. Επειδή δεν έχει ούτε αρχές ούτε ηθικές αναστολές, έχει μεγάλη ευχέρεια προσαρμογής στα δεδομένα κάθε στιγμής. Ο Καρατζαφέρης πριν από την «παραίτηση» Παπανδρέου, δήλωνε παντού ότι «διώχνοντας δύο εκατομμύρια μετανάστες» όλα θα διορθωθούν! Τώρα, που τελείως αναπάντεχα συμμετέχει στην κυβέρνηση, ελέω Παπανδρέου και Σαμαρά, οι μετανάστες υποβαθμίστηκαν και το πρόβλημα της χώρας είναι οι κομμουνιστές! Ταυτόχρονα, με μια άλλη εντυπωσιακή κωλοτούμπα αναγνωρίζει με ξαφνική διάθεση αυτοκριτικής, εξ αποκαλύψεως, ότι το Ολοκαύτωμα έγινε, η απριλιανή δικτατορία δεν ήταν τόσο καλή όσο νόμιζε και ότι ο Παπανδρέου είναι «ιατρός» και όχι «απατεώνας και γομάρι» όπως τον κατονόμαζε μέχρι προχτές ο Ροντούλης του!
 
Αυτά όλα θα φαίνονταν απλώς ως κωμικοτραγικά στοιχεία της προσωπικότητας κάποιων εντόπιων τσαρλατάνων αν δεν αποτελούσαν μέρος μιας πανευρωπαϊκής στρατηγικής επιλογής των ακροδεξιών, που στην κυριολεξία αναρριχώνται στο δέντρο της εξουσίας σαν χαμαιλέοντες αλλάζοντας χρώμα και απόψεις ανάλογα με το περιβάλλον, χωρίς ντροπή και χωρίς δισταγμό.
 
Οι κωλοτούμπες του Καρατζαφέρη είναι απειλητικές όχι επειδή έχει διαφανεί ο νέος Χίτλερ ή ο νέος Μουσολίνι, ούτε επειδή στη γωνία παραφυλάει ο νέος Παπαδόπουλος (αν και τίποτα δεν αποκλείεται). Οι κωλοτούμπες είναι ανησυχητικές, γιατί επιβεβαιώνουν και ενισχύουν πανηγυρικά την πολιτική, ηθική και πολιτισμική κατρακύλα του αστικοδημοκρατικού πολιτικού κόσμου, που προκειμένου να υπερασπιστεί τα συμφέροντα της ολιγαρχίας με την οποία έχει πλήρως και αποκλειστικά ταυτιστεί, προχωράει χωρίς καμία αναστολή όχι μόνο στην εδραίωση και διεύρυνση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων, αλλά και στην ανατροπή κάθε δημοκρατικής κατάκτησης και κάθε εθνικής αυτοτέλειας.
 
Κι αυτή, η ολική καταρράκωση του αστικοδημοκρατικού κόσμου, δεν θα ήταν ανεπιθύμητη εάν η κοινωνία αντιλαμβανόταν τους κινδύνους, ήταν διατεθειμένη να υπερασπιστεί δυναμικά τις κατακτήσεις της, ακόμα και να ανατρέψει την καθεστηκυία τάξη. Αλλά η κοινωνία εμφανίζεται πολιτικά διαβρωμένη, ηθικά διάτρητη, ιδεολογικά σε σύγχυση, πολιτισμικά σε παρακμή. Μέχρι στιγμής, η αντίδρασή της σε εξωφρενικές περικοπές μισθών και συντάξεων, καλπάζουσα ανεργία, μεγάλη ακρίβεια, ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας και υποθήκευση της εθνικής κυριαρχίας, είναι σπασμωδική και χλιαρή. Χορεύοντας, όλα τα προηγούμενα χρόνια, στο ρυθμό που όριζε το σύμπλεγμα ολιγαρχών, κομμάτων εξουσίας και μέσων επικοινωνίας, τώρα, η κοινωνία είναι πολύ απροετοίμαστη για τη δική της εσωτερική κάθαρση και αναγέννηση. Είναι στενάχωρα φανερό ότι χρειάζεται μεγαλύτερος πόνος, μεγαλύτερη καταστροφή και περισσότερος χρόνος ωρίμασης για να αντιδράσει η κοινωνία δυναμικά, θυμωμένα και αποφασιστικά.
 
Βέβαια, έχει σημασία και το πλαίσιο μέσα στο οποίο διαμορφώθηκε η σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Περισσότερο κι απ’ την Ελλάδα, στην Ευρώπη, η κοινωνία πολύ νωρίτερα έχαβε το χάπι της ατελείωτης ευημερίας. Και ακόμα ευκολότερα κατάπινε το σιρόπι της παραπληροφόρησης που έντεχνα συνταγογραφούσε η εξουσία.

Νομιμοποίηση των φασιστών
 
Στην Ευρώπη, η συνεργασία των αστικών δημοκρατικών κομμάτων με την Ακροδεξιά και τη νομιμοποίηση των νεοφασιστών μέσα από τα κοινοβούλια και τις κυβερνήσεις συνεργασίας, έχει αρχίσει πολύ πριν από την τρέχουσα οικονομική κρίση. Γιατί η κάστα εξουσίας, για να συνεχίσει αδιατάρακτα τις πολιτικές που διασφάλιζαν τις ανισότητες στο εσωτερικό και τους πολέμους στο εξωτερικό, είχε από καιρό επιτρέψει και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ενθαρρύνει την άνοδο του νεοφασισμού στην Ευρώπη. Η εφαρμογή της πολιτικής του νεοφιλελευθερισμού, με την κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου, την αποδόμηση του κοινωνικού κράτους και την ιδιωτικοποίηση των δημόσιων και εθνικών περιουσιακών στοιχείων, χρειαζόταν την επιβολή ενός πλέγματος εξαγοράς, φόβου και παραπληροφόρησης των κοινωνιών. Για να το πετύχει αυτό, ευθυγραμμίστηκε πλήρως με τις ΗΠΑ, ενίσχυσε τον μιλιταρισμό και εφηύρε εχθρούς στο εσωτερικό και το εξωτερικό, όπως τον πολυπολιτισμό, την τρομοκρατία, τον ισλαμισμό, τους τσιγγάνους, τους μετανάστες, τους αντιεξουσιαστές, ακόμα και τη νοσταλγία των σοσιαλιστικών καθεστώτων της ανατολικής Ευρώπης.
Σ’ αυτό το σταυροδρόμι, συνέπεσαν τα συμφέροντα των αστικοδημοκρατικών κομμάτων και των νεοφασιστικών, εθνικιστικών και ρατσιστικών οργανώσεων. Η κοινοβουλευτικών αρχών αστική εξουσία χρειαζόταν την προπαγάνδα μίσους, τους χουλιγκανισμούς και τις εγκληματικές ενέργειες (δολοφονίες, εμπρησμοί, λιντσαρίσματα κ.λπ.) των νεοφασιστών που αναλάμβαναν να κατατρομοκρατήσουν τον κόσμο για λογαριασμό της. Και οι νεοφασίστες χρειάζονταν τη νομιμοποίηση που τους παρείχαν οι αστικές εξουσίες για να μπορέσουν να αναπτυχθούν μέσα στο κοινωνικό σώμα (που σε μερικές χώρες είχε ισχυρά, αλλά σε λανθάνουσα κατάσταση, φασιστικά κατάλοιπα) χωρίς τα εμπόδια που τους έβαζε η ταύτισή τους με τους ναζί. Δηλαδή, έγινε μια μεγάλη… αλλαξοκωλιά ανάμεσα στο αστικό κατεστημένο και το νεοφασιστικό συρφετό. Έτσι, μια ελεγχόμενη ανοχή εξελίχτηκε σε συμμαχικές με ακροδεξιούς κυβερνήσεις, τύπου Παπαδήμου. Υπενθυμίζοντας ότι η φασιστική δεξιά ανέκαθεν αποτελούσε το τελευταίο αποκούμπι της αστικής Δεξιάς, όταν κινδύνευαν τα συμφέροντα της ολιγαρχίας.
 
Όπως γράφει ο Ray McGovern, πρώην αξιωματικός της CIA, αναφερόμενος στο ημερολόγιο του αυτόπτη μάρτυρα Sebastian Haffner, «Στις εκλογές της 4ης Μαρτίου 1933, λίγο μετά τον εμπρησμό της γερμανικής Βουλής, το ναζιστικό κόμμα είχε συγκεντρώσει μόνο το 44%. Αλλά εξαιτίας της «δειλής προδοσίας» των σοσιαλδημοκρατών και άλλων κομμάτων που είχαν πάρει το 56% των ψήφων του γερμανικού λαού, μπόρεσαν οι ναζί να καταλάβουν ολοκληρωτικά την εξουσία… Το Μάη τραγουδούσαν το ναζιστικό ύμνο, τον Ιούνιο διαλύθηκε το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Το μεσοαστικό καθολικό κόμμα του κέντρου διαλύθηκε λίγο αργότερα και τελικά, προμήθευσε τις ψήφους που χρειάζονταν για την πλειοψηφία των δύο τρίτων που «νομιμοποίησε» τη δικτατορία του Χίτλερ… Τον Μάρτιο του 1933, εκατομμύρια άνθρωποι ήταν έτοιμοι να πολεμήσουν τους ναζί, αλλά από τη μια στιγμή στην άλλη βρέθηκαν χωρίς ηγέτες.»
 
Οι σοσιαλδημοκράτες υπέκυψαν στις συνέπειες της πολιτικής τους, ενώ η εκκλησία ακολουθώντας τη γραμμή του Βατικανού διαπραγματευόταν με τα αυταρχικά καθεστώτα προκειμένου να διατηρήσει τα προνόμιά της. Έτσι στήριξαν τον Μουσολίνι, τον Χίτλερ, τον Φράνκο και τον Πετέν, διαλύοντας τα κόμματα που ήλεγχαν ή επηρέαζαν, προκειμένου να διευκολυνθεί η κυριαρχία των φασιστών.
 
Δυστυχώς, και σήμερα, ο εκφυλισμός των αστικών θεσμών και κομμάτων, ιδίως της Σοσιαλδημοκρατίας, ανοίγει διάπλατα την πόρτα στην ακροδεξιά. Έτσι, σε πολλές χώρες, η κοινωνία πάει δεξιότερα, αυτοκτονικά. Ο εκφυλισμός της Σοσιαλδημοκρατίας σηματοδοτεί την παρακμή της καλύτερης εκδοχής του καπιταλισμού, και ίσως αποτελεί την τελευταία προέκταση του εκφυλισμού των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού.

Ο φόβος του κομμουνισμού, ξανά!
 
Πίσω απ’ όλ’ αυτά, φαίνεται ότι ο πραγματικός εχθρός των αστικών καθεστώτων παραμένει ο κομμουνισμός. Όσο κι αν αυτό ακούγεται παράδοξο, στην Ευρώπη, φοβούνται πολύ την αναβίωση των κομμουνιστικών ιδεωδών, αν και η κομμουνιστική Αριστερά στην Ευρώπη είναι -σε γενικές γραμμές- σε κακή ή υποτυπώδη κατάσταση. Αλλά, επειδή κανένα άλλο κοινωνικό σύστημα δεν είναι τόσο εμπεδωμένο ως εναλλακτικό μέσα στο δυτικό πολιτισμό όσο το σοσιαλιστικό-κομμουνιστικό, οι μεγαλοαστοί έχουν σοβαρούς λόγους να ανησυχούν. Όχι τόσο γιατί οι κοινωνίες νοσταλγούν το σοβιετικό μοντέλο που είναι θολωμένο και απαξιωμένο (πλην των ανατολικών χωρών που επιβιώνει νοσταλγικά σε σημαντικά κομμάτια του πληθυσμού), όσο γιατί οι δυτικές κοινωνίες έχουν ισχυρές μνήμες και αναφορές στο σοσιαλιστικό μοντέλο του κοινωνικού κράτους το οποίο ταυτίζεται με την καλύτερη, πιο δημοκρατική, ειρηνική και ευημερούσα περίοδο της νεότερης ιστορίας της Ευρώπης. Και μόνη η τάση αναζήτησης και επιστροφής στο σοσιαλδημοκρατικό μοντέλο, που στην κεντρική Ευρώπη εγκαταλείπεται και από τους εκφυλισμένους σοσιαλδημοκράτες, είναι ανατρεπτική για το επιβληθέν νεοφιλελεύθερο μοντέλο της πλήρους ασυδοσίας των τραπεζών και της ολιγαρχίας των αγορών. Τα κέντρα εξουσίας γνωρίζουν ότι ακόμα και αυτή η τάση επιστροφής στο κοινωνικό κράτος μπορεί να εξελιχθεί σε τσουνάμι που μπορεί να συμπαρασύρει οποιοδήποτε αστικοδημοκρατικό εμπόδιο και να οδηγήσει ακόμα και στην πλήρη αμφισβήτηση του καπιταλισμού. Κάτι που ούτε οι ίδιοι οι κομμουνιστές δεν μπορούν να διανοηθούν.
 
Με αυτά τα δεδομένα, ο ρόλος των νεοφασιστών για τη διατήρηση του ολιγαρχικού στάτους κβο, όχι μόνο ως μπαμπούλες και παραπλανητές της πτωχεύουσας κοινωνίας, αλλά, στη χειρότερη περίπτωση, και ως έσχατοι και βίαιοι υπερασπιστές του καπιταλισμού, εξωραΐζεται και αναβαθμίζεται συνεχώς. Η ευρωπαϊκή ολιγαρχία που ταυτίζεται ξανά με την πιο επιθετική μορφή καπιταλισμού, χρειάζεται τους νεοφασίστες σαν ισχυρή εφεδρεία σε εποχή εντεινόμενης κρίσης. Το γεγονός ότι ήδη τους χρησιμοποιεί ως ισότιμους συνομιλητές και συγκυβερνήτες φανερώνει ότι οι ολιγάρχες για να συνεχίσουν να αποκομίζουν τεράστια κέρδη θα γίνονται όλο και πιο επιθετικοί απέναντι στην ίδια τους την κοινωνία. Με τους νεοφασίστες που είναι κατάλληλοι για τις πιο βρώμικες δουλειές, συνεταιρικά, και εν ανάγκη σε ρόλο εμπροσθοφυλακής.
 
Αφού, σε αντίθεση με ό,τι πολλοί νομίζουν, ιστορικά, οι ολιγάρχες, προκειμένου να διασφαλίσουν την ηγεμονία και τα κέρδη τους, δεν έκλαψαν ποτέ για την αχρήστευση ούτε των αστικών κομμάτων ούτε των κοινοβουλευτικών θεσμών. Ο Χίτλερ, ο Μουσολίνι, ο Χιροχίτο, ο Φράνκο και ο Σαλαζάρ για χάρη των τοπικών ολιγαρχιών πολέμησαν και καταπίεσαν τους λαούς. Όπως και ο Πινοσέτ.
 
Η παραδοσιακή πολιτική τάξη της Ευρώπης που μεταπολεμικά έχτισε το προφίλ της σε αντιφασιστική και αντιρατσιστική βάση, δεν διστάζει τώρα να απαρνείται τις «αξίες» της προκειμένου να διασφαλίσει την κυριαρχία της.
 
Στις δεκαετίες ’30 και ’40, τα φασιστικά καθεστώτα συνδέονταν μεταξύ τους με μία συμμαχία οικονομική, πολιτική, ιδεολογική και στρατιωτική περίπου αντίστοιχη με αυτή της ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην Ευρώπη, σχεδόν τα μισά κράτη ανήκαν στο φασιστικό άξονα!
 
Σήμερα, όπως γράφει ο Gary Younge, συνεργάτης της βρετανικής εφημερίδας The Guardian και του αμερικανικού περιοδικού The Nation, στο άρθρο του «Η αληθινή απειλή στην ευρωπαϊκή δημοκρατία», «Στην Αυστρία, το Βέλγιο, τη Δανία, τη Γαλλία και την Ιταλία, σκληροπυρηνικά εθνικιστικά και αντιμεταναστευτικά κόμματα συνήθως παίρνουν πάνω από το 10% των ψήφων. Στη Φινλανδία το 19%, στη Νορβηγία το 22%, στη Σουηδία το 29%. Στην Ιταλία και την Αυστρία συμμετέχουν στις κυβερνήσεις, όπως και στην Ελβετία.» Για να μη μιλήσουμε για τη Ρώμη που έχει εκλεγμένο νεοφασίστα δήμαρχο. Ούτε για το φασισμό στην Ουγγαρία, τη Ρουμανία ή τις βαλτικές χώρες, όπου οι ενταγμένοι στα SS Λετονοί και οι οπαδοί του ναζισμού έχουν επιβάλλει φασιστική τρομοκρατία νομοθετικά κατοχυρωμένη! Χωρίς καμία αντίδραση από τη δημοκρατική Ευρώπη που φρόντισε να αποκτήσει τον πλήρη έλεγχο του τραπεζικού τομέα, να κλείσει όλες τις μεγάλες βιομηχανικές μονάδες και να διαλύσει την αγροτική αυτάρκεια της Λετονίας, μεταφέροντας το εξειδικευμένο προσωπικό στις εταιρίες υψηλής τεχνολογίας στη Δύση και το ανειδίκευτο υπηρέτριες στα σπίτια και χαμάληδες στα λιμάνια της Βρετανίας. Κατά συνέπεια, η (επανα)φασιστικοποίηση της Ενωμένης Ευρώπης δεν είναι ούτε ιστορικά πρωτότυπη ούτε πολιτικο-οικονομικά ανέφικτη.

Τρία ακροδεξιά κόμματα
 
«Τρία ακροδεξιά κόμματα» στην εξουσία, λέει ο Γιώργος Τράγκας. «Τρία κόμματα εναντίον του κομμουνισμού», συμπληρώνει ο Γιώργος Καρατζαφέρης. «Σταγονίδια ακροδεξιών στη Ν.Δ.», επισημαίνει ο Σωτήρης Χατζηγάκης. «Χούντα» αποκαλεί την κυβέρνηση ο Πάνος Καμμένος.
 
Τέσσερις απόψεις, όχι από την Αριστερά, που από μόνες τους περιγράφουν χωρίς μισόλογα την εξέλιξη της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στην Ελλάδα. Ένα συνονθύλευμα από πρώην αριστερίζοντες σοσιαλδημοκράτες, κεντρώους, δεξιούς και νεοφασίστες!
 
Οι κομμουνιστοφάγοι, εβραιοφάγοι, ομοφυλοφιλοφάγοι, τουρκοφάγοι, μεταναστοφάγοι, ισλαμοφάγοι και πολυπολιτισμοφάγοι χουντοφασίστες βαφτίστηκαν υπουργοί από το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ, ορκίστηκαν από τον πρόεδρο της Δημοκρατίας και ευλογήθηκαν από τον αρχιεπίσκοπο!
 
Οι αντιδράσεις μέσα στο ΠΑΣΟΚ είναι κατώτερες των περιστάσεων και δείχνουν το βάθος της αλλοτρίωσης. Ανάμεσα στη Σοφία Σακοράφα που πήγε κόντρα από την αρχή της μνημονιακής κατρακύλας και τον Τσετίν Μαντατζή από την Ξάνθη, που αρνήθηκε να ψηφίσει την κυβέρνηση Παπαδήμου-Παπανδρέου-Σαμαρά-Καρατζαφέρη, υπάρχει ένας φαρδύς ενδιάμεσος χώρος που την έκανε γαργάρα για τους χουντικούς «συνάδελφους» στην κυβέρνηση. Μόνο στα μεσαία και κατώτερα κλιμάκια της ιεραρχίας υπάρχει μουρμούρα, όχι πάντα ανιδιοτελής. Η όψιμη αντίδραση κάποιων πρωτοκλασάτων συνδικαλιστών είναι θετική, αλλά όχι τόσο έγκαιρη που θα διέλυε τις αμφιβολίες για την υστεροβουλία τους.
 
Ο ατομισμός και ο φιλοτομαρισμός λιπαίνουν το φασισμό, ο οποίος έρχεται ύπουλα από διαφορετικούς δρόμους, κομμάτι-κομμάτι. Όχι μόνο με τα ρόπαλα του οσίου δράκουλα Βορίδη και την αρχαιοκαπηλία του αρχισαχλαμάρα Άδωνη, αλλά και με Δούρειους Ίππους, τον ήρεμο κίλερ Παπανδρέου, τον ανθρωποφάγο Πάγκαλο, τον γραφειοκράτη καριέρας Παπαϊωάννου, τους αχυρανθρώπους της Goldman Sachs Παπαδήμο, Παπακωνσταντίνου και Σια, συν τους εθνικιστές και ρατσιστές απ’ όλο το πολιτικό φάσμα που ψαρεύουν στα θολά νερά.
 
Οι 255 ψήφοι στη Βουλή υπέρ της κυβέρνησης Παπαδήμου σαν ρέκβιεμ ακούγονται. Αλλά να μην ξεγελιόμαστε. Το μπλοκ εξουσίας βρίσκεται σε διαδικασία αποσύνθεσης, αλλά είναι εφτάψυχο.
 
Οι κίνδυνοι για το λαό και τη χώρα είναι μεγάλοι, μέγιστοι. Για να μπορέσει η Αριστερά, να τους αντιμετωπίσει σε όλα τα πεδία της μάχης, για άλλη μια φορά μόνη στην υπεράσπιση του λαού και του τόπου, προϋπόθεση είναι να προωθήσουμε τολμηρά την ενότητά μας και να εμβαθύνουμε τη δημοκρατία και την αξιοκρατία στο εσωτερικό μας.

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2011

Έχουμε κρίση. Και η Αριστερά;

Serio-comic war map for the year 1877
    
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΕΥΤΥΧΗ ΜΠΙΤΣΑΚΗ


από την ΕΠΟΧΗ, 20.11.11

Μια νέα κατάσταση διαμορφώνεται μετά τις τελευταίες πολιτικές εξελίξεις, που κάνει ακόμα μεγαλύτερες τις απαιτήσεις της κοινωνίας από την Αριστερά. Την πολυδιασπασμένη κι όμως ανερχόμενη στις συνειδήσεις των λαϊκών στρωμάτων Αριστερά. Θα μπορέσει να ανταποκριθεί στο κάλεσμα της στιγμής; Και με ποιους όρους; Η συζήτηση με το ιστορικό στέλεχος της Αριστεράς, φιλόσοφο και επίμονο αγωνιστή της κοινωνικής απελευθέρωσης, Ευτύχη Μπιτσάκη, ανιχνεύει απαντήσεις σε αυτά τα κρίσιμα ερωτήματα.

Τα κόμματα της αστικής τάξης ενώνονται για να σώσουν το καθεστώς. Και η Αριστερά;

 Η χρεοκοπία του σημερινού καθεστώτος υποτέλειας είναι δεδομένη. Δεδομένη είναι και η χρεοκοπία των δυο αστικών κομμάτων, όπως και η ογκούμενη αγανάκτηση, η περιφρόνηση και η αντίσταση των τάξεων και των στρωμάτων του πληθυσμού που πλήττονται από την κρίση. Ο δικομματισμός έφτασε σε αδιέξοδο. Για να σωθεί το καθεστώς και η πολιτική του εκπροσώπηση, εγχώρια και ξένα επιτελεία έπαιξαν το τελευταίο τους χαρτί: έφτασαν να συγκυβερνήσουν με την άκρα δεξιά. Αλλά η επιδιωκόμενη δήθεν εθνική συναίνεση είναι πλαστή, και δημιούργησε ήδη νέες ρωγμές στο αστικό μπλοκ εξουσίας και νέο κύμα περιφρόνησης από το πολιτικά ώριμο τμήμα του Ελληνικού Λαού. Κάθε φορά που το αστικό καθεστώς και η πολιτική του εκπροσώπηση έφθαναν σε αδιέξοδο, φρόντιζαν να ανακαλύψουν κάποιο σωτήρα του έθνους: Παπάγος, Πλαστήρας, Γέρος της Δημοκρατίας, χούντα, εθνάρχης Καραμανλής. Και τώρα: Λουκάς Παπαδήμος.
 
Ποιες μπορεί να είναι οι προοπτικές της τρικέφαλης κυβέρνησης;

Ο κ. Παπαδήμος είναι σοβαρός (δεν μας κάνει να ντρεπόμαστε), είναι ήπιος, γνωρίζει ελληνικά, υπήρξε διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και, όπως αποκαλύπτει η «Λε Μοντ», ως συνεργάτης της Goldman Sachs «μετείχε στο μαγείρεμα των λογαριασμών» που έκανε η αγαθή τράπεζα. Ο πρωθυπουργός μας, όπως και ο Μάριο Ντράγκι και ο Μόντι ανήκουν «στη λεγόμενη ευρωπαϊκή κυβέρνηση Sachs» («Λε Μοντ», «Ελευθεροτυπία», 15/11). Συνεπώς: ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση!

Τι υπόσχεται λοιπόν ο κ. Παπαδήμος; Τήρηση όλων των δεσμεύσεων της χώρας. Να «μην τεθεί σε κίνδυνο η παραμονή στη ζώνη του ευρώ». Συνεπώς: εκποίηση της κρατικής περιουσίας, νέα μέτρα που θα οδηγούν σε περαιτέρω εξαθλίωση και πείνα, καταστροφή του κράτους πρόνοιας, κ.τ.λ. Όπως λέει ο ίδιος, νέες θυσίες (από ποιους;) που δεν πρέπει να πάνε χαμένες!

Λοιπόν, σε δέκα χρόνια θα φθάσουμε, «ανακάμπτοντας», εκεί που ήμασταν το 2009: στο 120%. Μέγα ψέμα. Επειδή, για να «επανακάμψουμε», πρέπει να εκποιηθεί ο κρατικός τομέας της οικονομίας, συν όλα τα μέτρα κατοχικής πείνας (και χειρότερης, επειδή τώρα θα πεινάσουν και οι αγρότες!) Αλλά, σύμφωνα με μελέτη δημοσιευμένη στην «Ελευθεροτυπία», αν σε δέκα χρόνια ξεπουληθούν τα πάντα, θα χρωστάμε πάλι περίπου 350 δισ. Αν δεν τα καταφέρουν στο ξεπούλημα, το χρέος θα φθάσει στο μισό τρισεκατομμύριο ευρώ! Ελπίδα για σωτηρία του ελληνικού λαού: η αγωνιστική πολιτική πάλη, με ηγετική δύναμη την Αριστερά.
 
Με τη σημερινή πολιτική τους, η αστική τάξη και το πολιτικό προσωπικό της δεν φοβούνται μήπως η αγανάκτηση του κόσμου κατευθυνθεί πια αποκλειστικά στην Αριστερά;

Φοβούνται! Και δεν φοβούνται μόνον οι Έλληνες αστοί και το πολιτικό προσωπικό τους. Φοβάται η αστική τάξη της Ευρώπης, «κοιτίδας της Δημοκρατίας», που βιώνει και αυτή τη δική της κρίση: ανεργία, φτώχεια μέσα στον κοινωνικό πλούτο, καταστροφή των κοινωνικών σχέσεων στις μεγάλες πόλεις της ανθρώπινης ερημιάς, του αναδυόμενου ρατσισμού και νεοφασισμού. Τέλος, φοβούνται οι ιμπεριαλιστές του πλανήτη, που βιώνει την πιο τρομακτική δομική κρίση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και κοινωνικής συμβίωσης. Οι αστοί φοβούνται το ξύπνημα του μισοκοιμισμένου γίγαντα: του παγκόσμιου προλεταριάτου. Σήμερα, λοιπόν, τίθεται ένα ιστορικό καθήκον στην ελληνική Αριστερά.

Υπόσχονται ανάπτυξη. Αλλά η ύφεση θα βαθύνει. Πού θα βρεθεί το πλεόνασμα για να μειωθεί το χρέος; Οι μεσίτες που ξεπούλησαν τη χώρα, πρέπει να διωχτούν. Για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας και την πολιτισμική της αναγέννηση είναι αναγκαία μια σύγχρονη Αριστερά, η οποία, μέσα από τη συγκρότηση διευρυνόμενων συμμαχιών και σε δημιουργική αλληλεπίδραση με τα αυθόρμητα κινήματα, θα κατακτήσει την πολιτική, την ιδεολογική και την πολιτισμική- ηθική ηγεμονία.
 
Υπάρχουν, κατά τη γνώμη σου, συγκλίσεις στο χώρο της Αριστεράς, που να δημιουργούν έδαφος για ευρύτερες μονιμότερες συνεργασίες;
 
Η Ελλάδα είναι μια χώρα σε παρακμή. Η σημερινή κρίση είναι ο παροξυσμός της πάγιας και πολύμορφης κρίσης της κοινωνίας μας. Κρίση του παραγωγικού τομέα, υποβάθμιση της ποιότητας ζωής στις σημερινές τερατουπόλεις, καταστροφή του περιβάλλοντος, συνοπτικά καταστροφή του ομαλού μεταβολισμού ανθρώπου – φύσης. Και ενώ η χώρα έχει ανάγκη από μια συνολική αξιοβίωτη ανασυγκρότηση, εγχώριοι και ξένοι επιβάλλουν μια συνολική καταστροφή.

Και η Αριστερά; Η Αριστερά δεν φαίνεται ότι προσπαθεί να ξεπεράσει τη δική της κρίση, που οι ρίζες τους βρίσκονται στον Λίβανο και στη Βάρκιζα, η οποία συνεχίστηκε στην περίοδο της παρανομίας του ΚΚΕ, ξέσπασε με τη 12η Ολομέλεια το 1968, και συνεχίζεται με τη σημερινή πολυδιάσπαση. Και σήμερα, ενώ η χώρα οδηγείται στην καταστροφή, «ο κόσμος καίγεται και η γρηά χτενίζεται».

Ας μην είμαστε άδικοι. Υπάρχει το ΚΚΕ, η μεγαλύτερη και πιο οργανωμένη δύναμη της Αριστεράς. Το ΚΚΕ αυτοχαρακτηρίζεται μαρξιστικό και λενινιστικό. Φαίνεται όμως ότι «δεν διάβασε» Μαρξ, Λένιν και Γκράμσι για τις σχέσεις στρατηγικής και τακτικής και για το ζήτημα των συμμαχιών. Άσπιλο και αμόλυντο, λοιπόν, πορεύεται τη μοναχική αγωνιστική πορεία του. Υπάρχει ο ΣΥΡΙΖΑ. Οι δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ ξεπέρασαν ήδη τις αυταπάτες του ευρωκομμουνισμού. Θα συνειδητοποιήσουν ότι η ΕΕ δεν μεταρρυθμίζεται, ότι πρέπει να ανατραπεί; Θα υπερβεί τις εσωτερικές του διαμάχες; Να ελπίσουμε ότι θα καταστεί σημαντική δύναμη για την ανατροπή του σημερινού καθεστώτος υποτέλειας; Και οι δυνάμεις της «εξωκοινοβουλευτικής» Αριστεράς, κουκουδογενείς, τροτσκιστικής και μαοϊκής προέλευσης, παρούσες πάντα στους καθημερινούς αγώνες; Είκοσι χρόνια μετά την κατάρρευση του σοσιαλιστικού στρατοπέδου, θα τολμήσουν να «υπερβούν» (με τη διαλεκτική έννοια του όρου) το παρελθόν τους; Η συγκρότηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι ένα πρώτο θετικό βήμα.

Λοιπόν, η Αριστερά επωμίζεται, ιδιαίτερα σήμερα, ένα ιστορικό καθήκον: να γίνει η πρωτοπορία για την ανατροπή του νέου καθεστώτος της υποτέλειας και για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, με στρατηγικό στόχο το σοσιαλισμό. Σαράντα χρόνια μετά το 1968 είναι καταδικαστέος όποιος αρνείται την κοινή δράση, το δημόσιο διάλογο, την κατάκτηση ευρύτερων μορφών συνεργασίας, με τελικό στόχο μια Αριστερά ενιαία, δημοκρατική και επαναστατική.
 
Το μέγεθος των ζητημάτων που κρίνονται σήμερα θα έπρεπε να καθιστά πιο επιτακτική την ανάγκη για συνεργασία των δυνάμεων της αριστεράς. Υπάρχει, άραγε, κάποιο υπαρκτό εμπόδιο, αντίστοιχου μεγέθους, που να κάνει  ανέφικτο ένα τέτοιο στόχο;

Η κοινή δράση και, στην πορεία των κοινωνικών αγώνων, η ενοποίηση της Αριστεράς αποτελεί σήμερα όχι απλώς καθήκον, αλλά όρο για την επιβίωση του ελληνικού λαού. Η Ελλάδα δεν είναι σήμερα μια ανεξάρτητη χώρα. Η σημερινή κυβέρνηση δεν είναι ελληνική: είναι μια κυβέρνηση από Έλληνες, εντολοδόχος του ευρωπαϊκού και αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Μια κυβέρνηση υπό εποπτεία. Τα εμπόδια για μια ευρύτερη και προοπτικά στρατηγικού χαρακτήρα ενότητα της ελληνικής Αριστεράς είναι γνωστά: κρίση που έχει ως αφετηρία την προδοσία της εαμικής επανάστασης, την ήττα του εμφύλιου, τη «δυαδική εξουσία» στην περίοδο της ΕΔΑ, τη διάσπαση του ’68 και τη συνεχιζόμενη εχθρότητα των θραυσμάτων – προϊόντων της κρίσης. Υπόβαθρο: η θεωρητική ανεπάρκεια, η αδυναμία μιας διαλεκτικής ενότητας στρατηγικής και τακτικής, η διαιώνιση του πλέγματος σεχταρισμού- οπορτουνισμού (ΚΚΕ) και οι αντιφάσεις της «ανανεωτικής» Αριστεράς. Όμως το παρελθόν που «βαραίνει ακόμα σαν βραχνάς στα μυαλά των ζωντανών» (Μαρξ) δεν είναι αναγκαστικά αξεπέραστο εμπόδιο. Όλοι και καθένας έχουμε ευθύνη για τη συγκρότηση μιας πολύμορφης έστω, αλλά ενιαίας αριστεράς. Λέγεται από πολλούς ότι η χώρα είναι υπό κατοχή και ότι σήμερα είναι αναγκαίο ένα νέο ΕΑΜ. Όμως σήμερα στην Ελλάδα δεν υπάρχει ξένος κατακτητής. Σήμερα η ιστορικά ξεπερασμένη ελληνική αστική τάξη, από «κοινού συμφέροντος» με την ΕΕ, έχει συγκροτήσει ένα ιστορικά ανέκδοτο καθεστώς υποτέλειας. Σήμερα, λοιπόν, ο αγώνας είναι βασικά ταξικός. Κύρια πλευρά της αντίθεσης είναι η ταξική. Το στοιχείο του πατριωτισμού είναι παράγωγο και δευτερεύον. Υποτάσσεται και υπηρετεί το ταξικό.
 
Οι συνθήκες που διαμορφώνονται σήμερα, μοιάζουν ευνοϊκές για την αριστερά. Υπάρχουν ελπίδες, να ανακάμψει, συμβαδίζοντας με την ανάπτυξη των λαϊκών κινημάτων σε ευρωπαϊκό επίπεδο;

Η κρίση είναι σήμερα παγκόσμια. Συγκεκριμένη περίπτωση, η κρίση της ΕΕ. Συνεπώς η αντίσταση της εργατικής τάξης της Ελλάδας, πρέπει να συντονιστεί με την αντίσταση του προλεταριάτου της ΕΕ. Στην επίθεση του ευρωπαϊκού κεφαλαίου πρέπει να αντιταχθεί η αντεπίθεση της εργατικής τάξης της Ευρώπης. Διεθνοποίηση του κεφαλαίου – διεθνοποίηση του επαναστατικού κινήματος. Ακούμε συχνά: Έξω από την ΕΕ. Ανατροπή, κ.λπ. Ερώτημα: Αν μια χώρα της ΕΕ αποκτήσει πρώτη αριστερή κυβέρνηση, πρέπει να φύγει από την ΕΕ, ή να παραμείνει ώστε να αποτελέσει καταλύτη για την αποσάθρωση του οικοδομήματος του ευρωπαϊκού κεφαλαίου; Στόχος πρέπει να είναι η επιστροφή στο Έθνος – Κράτος, ή η ανάπτυξη ενός επαναστατικού κινήματος με στόχο τις Ενωμένες Σοσιαλιστικές Δημοκρατίες της Ευρώπης; Για τη χώρα μας: Ένας νέος, διεθνιστικός πατριωτισμός, που θα απορρίπτει και τον αντιδραστικό εθνικισμό και την κοσμοπολίτικη άρνηση ενός αυθεντικού πατριωτισμού, ανάγκη της ιστορικής στιγμής.

Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2011

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΔΑΣΟΣ- ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΨΥΧΙΣΜΟ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

Kasimir Malevich, Black Circle (Plane in Rotation) 1915
 του Νικόλα Σεβαστάκη

από τα Ενθέματα

Τεχνοκρατία, κοινωνικός αυταρχισμός και «συναίνεση»

 Στη δεκαετία του ’30, το Γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα, το τότε ονομαζόμενο Sfio (Γαλλικό Τμήμα της Εργατικής Διεθνούς) διασπάστηκε. Μια σειρά στελεχών του, οι αποκαλούμενοι néos (νεοσοσιαλιστές) υιοθέτησαν το σύνθημα της «εποικοδομητικής επανάστασης» θεωρώντας ότι η εποχή των σύνθετων οργανισμών, ο καιρός των « τεχνικών και των μηχανικών» καθιστά παρωχημένη την ταξική κοινωνικοπολιτική οπτική των πραγμάτων. Στον αέρα εκείνων των καιρών βρισκόταν η γοητεία του μεγάλου πλάνου, του Κράτους Σχεδιαστή, της επανάστασης των μάνατζερ για την οποία θα γράψει λίγο πριν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ο Αμερικανός Τζέημς Μπάρναμ. Πολύ γρήγορα, ωστόσο, αυτός ο προδρομικός διαχειριστικός τεχνοκρατισμός συνδέθηκε με την ιδέα του ισχυρού αυταρχικού κράτους. Πολλές από τις προσωπικότητες της γαλλικής και βελγικής σοσιαλτεχνοκρατίας (από τον Γάλλο Marcel Deat ως τον Bέλγο Henri de Man) δεν θα αντισταθούν στη γοητεία της φασιστικής «τάξης» και θα καταλήξουν συνεργάτες του καθεστώτος του στρατηγού Πεταίν στη φιλoγερμανική κυβέρνηση του Βισύ.

Ένα άλλο κομμάτι του «νεοσοσιαλισμού» θα επιλέξει, φυσικά, τον Ντε Γκωλ και την «Ελεύθερη Γαλλία». Από αυτήν τη δεύτερη πτέρυγα θα αναδυθεί ένας τεχνοκρατικός μοντερνισμός του κέντρου ο οποίος μετά τη δεκαετία του ’50 θα επιδιώξει να εκφράσει τα «νέα μεσαία στρώματα» και τις προσδοκίες τους για κοινωνική άνοδο. Εδώ θα κυριαρχήσει ο θαυμασμός για τον αμερικανικό δυναμισμό και η ανακάλυψη της νέας ηπείρου του έξυπνου μάνατζμεντ για την «ανανέωση της πολιτικής».

Παρόμοια ταξίδια σε πτυχές της ευρωπαϊκής πολιτικής ιστορίας μπορεί να είναι χρήσιμα. Γιατί, πέραν των άλλων, μαρτυρούν ότι στις συνθήκες μιας μεγάλης κοινωνικής και πολιτικής κρίσης, η προσφυγή στο τεχνοκρατικό παράδειγμα συνδέεται με διάφορες τάσεις αυτονόμησης των ελίτ από κοινωνικές αναφορές και βασικές πολιτικές αξίες όπως η λαϊκή κυριαρχία. Το τεχνοκρατικό παράδειγμα μπορεί να αλλάζει μέσα στον χρόνο, ανάλογα με τη διεθνή συγκυρία και τις εθνικές περιστάσεις. Στους καιρούς του «σχεδιοποιημένου καπιταλισμού» ο τεχνοκρατισμός ήταν κατά βάση η αναζήτηση ενός μοντέλου αποτελεσματικής κοινωνικής διεύθυνσης με αιχμή τον κρατικό προγραμματισμό. Στις σημερινές συνθήκες της νεοφιλελεύθερης κυριαρχίας, το παράδειγμα δεν είναι φυσικά ο μηχανικός αλλά ο ειδικός της οικονομικής διακυβέρνησης, ο γνώστης του κόσμου των επιχειρήσεων και των χρηματοπιστωτικών δομών.

Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, είτε με τους παλιούς όρους «κρατικού διευθυντισμού», είτε στο πλαίσιο της διεθνικής δικτατορίας των αγορών, η εκσυγχρονιστική τεχνοκρατία έρχεται σε σύγκρουση τόσο με την πολιτική δημοκρατία όσο και με τα κοινωνικά δικαιώματα. Η περιφρόνηση για την πολιτική διαφωνία και η απέχθεια για τους αγώνες που αμφισβητούν τη μονοφωνική «ενότητα» των κορυφών, όλα αυτά αποτελούν βεβαίως στοιχεία μιας δεξιάς αφήγησης του κόσμου. Η πολιτική αντιπαλότητα θεωρείται περίπου ανυπόφορος αναχρονισμός αν όχι συνταγή αναποτελεσματικότητας. Και από αυτή την πρωταρχική απαξίωση μέχρι την αναγόρευση των απεργιών ή της όποιας εκδήλωσης κοινωνικής ανυπακοής ως επικίνδυνων εθνικών παρεκκλίσεων ο δρόμος είναι μικρός.

Το πρόβλημα που θα έχουμε να αντιμετωπίσουμε στο μέλλον –και από μια άποψη ήδη από τώρα– είναι λοιπόν το «ιδεολογικό μίγμα» που αποτελεί όπως φαίνεται κοινή συνισταμένη των ευρωπαϊκών ελίτ και των εγχώριων μνημονιακών θυλάκων. Η κυβέρνηση συμβιβασμών του κ. Παπαδήμου δεν αποκρυσταλλώνει στην καθαρή του μορφή αυτό το μίγμα. Είναι, όντως, μεταβατική, όχι όμως με την έννοια μιας παρένθεσης αλλά με την έννοια του προπλάσματος, της πρώτης, και πολύ ατελούς, «υποτύπωσης» ενός νέου προτύπου. Οι πρόθυμοι υποστηρικτές της στα μήντια και στο πολιτικό προσωπικό εκδηλώνουν ηχηρά τη δυσαρέσκειά τους για αυτή την απόσταση από το ιδεατό πρότυπο, από την καθαρότητα που θα ήθελαν.

Η επιθυμία τους είναι ένα ομογενοποιημένο «κόμμα του κράτους και των αγορών», ένα κόμμα της καθαρής μνημονιακής τάξης δίχως αναστολές και καθυστερήσεις, χωρίς την παρεμβολή παράσιτων στη μετάδοση της μοναδικής αλήθειας.

Η αντίσταση σε αυτή τη νέα «εθνική αφήγηση», για να χρησιμοποιήσω τον όρο του συρμού, δεν είναι εύκολη. Διότι αυτή η συγκεκριμένη αφήγηση επιχειρεί να αποκτήσει μια εσωτερική δυναμική στη βάση των «ευρωπαϊκών εκβιασμών» αναπαράγοντας καθημερινά τα τελεσίγραφα του Ρομπάι, του Μπαρόζο, της Μέρκελ ή του Σαρκοζύ. Αλλά αυτή η αναπαραγωγή έχει τα όριά της. Και το ίδιο επισφαλής και αβέβαιη είναι η κατασκευή χαρίσματος (έστω ενός ισχυρού τεχνοκρατικού προφίλ) όταν προσκρούει στις αθλιότητες της καθημερινής εμπειρίας των πολλών. Η προσπάθεια αγοράς πολιτικού χρόνου μέσα από ένα ελεγχόμενο άνοιγμα του συστήματος σε «προσωπικότητες της κοινωνίας των πολιτών» (κατά τη σχετική ρητορική) δύσκολα μπορεί να εξασφαλίσει την πολυπόθητη νομιμοποίηση. Και ας καταβάλλει τόσες φιλότιμες προσπάθειες ο Αλέξης Παπαχελάς και το Μέγκα για τον νέο αστέρα της «υπευθυνότητας» Γιώργο Καρατζαφέρη…
 
Ο Νικόλας Σεβαστάκης διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ