Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012

Από τον Δεκέμβρη στο Σύνταγμα, και ξανά πίσω στον Δεκέμβρη;

Το στοίχημα σ’ αυτή τη φάση δεν είναι να οργιστεί ο κόσμος. Ο κόσμος είναι ήδη αρκετά οργισμένος. Το ζήτημα είναι η πολιτικοποίηση των «παθών», η διάνοιξη ενός νέου «ορατού» πολιτικού πεδίου για τους «από κάτω», που θα τους δείξει ότι υπάρχει ελπίδα και πέραν της κοινοβουλευτικής πραγματικότητας

Του Νικόλα Βαγδούτη

Μετά τη μεγαλειώδη συγκέντρωση της 12ης Φεβρουαρίου και την απίστευτη καταστολή, σκεφτόμουν ποιες δυνατότητες έχει ένα κίνημα να πιέσει την κυβέρνηση σε μια κατάσταση με χαρακτηριστικά έκτακτης ανάγκης και σε τι αυθόρμητες πρακτικές μπορεί να oδηγηθεί, ενώ αντιμετωπίζει μια καταστολή σαν αυτή  που ζήσαμε το τελευταίο διάστημα, και  εν μέσω μιας τέτοιας κρίσης.

Από το ξέσπασμα της κρίσης και μετά, ο φιλελεύθερος, «σχηματικός» διαχωρισμός κοινωνικού-πολιτικού επιπέδου (κίνημα «από τα κάτω», κόμμα που εκπροσωπεί στο Κοινοβούλιο και κράτος που μερικώς ενσωματώνει, εμφανιζόμενο ως ο εκπρόσωπος του γενικού συμφέροντος) έχει εν τοις πράγμασι αρθεί, στο βαθμό που το κράτος δεν ενσωματώνει πλέον κανένα αίτημα των «από κάτω» και δεν μπορεί να εγγυηθεί την συνολική κοινωνική ευημερία.

Οι διεργασίες αυτές αντανακλούν στους νέους κοινωνικούς αγώνες. Ξεσπάει λοιπόν μια νέα μορφή μαζικών κινημάτων που δεν μένουν σε οικονομικά ή μερικά πολιτικά αιτήματα, αλλά είναι πολιτικά με την πιο πλατιά έννοια του όρου: επερωτώντας τα πάντα, ακόμα και βασικές πολιτειακές αρχές της αστικής δημοκρατίας. Αυτό δημιουργεί δυνάμει ευνοϊκές συνθήκες για την Αριστερά, η οποία μπορεί πλέον να μιλήσει για την αστική δημοκρατία, όχι μόνο ως προς το συγκεκριμένο περιεχόμενο που κάθε φορά παίρνει αυτή, αλλά  ως μορφή που δεν εγγυάται ούτε την κοινωνική ευημερία ούτε τη λαϊκή κυριαρχία. Η εξέλιξη αυτή δεν συνεπάγεται κανενός είδους βεβαιότητες, καθώς μπορεί κάλλιστα  να οδηγήσει και  σε άλλου είδους «μεγάλες αφηγήσεις». Η ισχυρή επανεμφάνιση του εθνολαϊκισμού στον δημόσιο λόγο ως απάντηση στους «μειοδότες πολιτικούς» μαρτυρά του λόγου το αληθές.

Πότε όμως αυτή η επερώτηση γίνεται πιο ηγεμονική κοινωνικά και μπορεί να πάρει αριστερό-χειραφετητικό περιεχόμενο; Ο Ζακ Ρανσιέρ μας λέει ότι «το κριτήριο για τον πολιτικό χαρακτήρα ενός κινήματος δεν είναι να προτείνει αυτό διεκδικήσεις ή ένα πρόγραμμα, ούτε να απέχει από τη βία. Είναι να βρίσκει ένα χώρο πράξης, ομιλίας και σκέψης που να υπερβαίνει την απλή επιβεβαίωση μιας δεδομένης ομάδας (ως κριτική στον Δεκέμβρη του 08)… Η ιστορία της χειραφέτησης είναι η ιστορία μορφών υλικής βίας που όμως διανοίγουν ταυτόχρονα χώρους μοιρασμένης ομιλίας. Αυτό είναι που διαχωρίζει την πολιτική βία από την πολεμική βία όπου ζητούμενο είναι μονάχα να χτυπηθεί ο αντίπαλος» [1].

Αυτή η κριτική του Ρανσιέρ είναι νομίζω και η διαφορά μεταξύ του Δεκέμβρη του 2008 και του Συντάγματος. Στην πρώτη  περίπτωση, στο κίνημα κυριάρχησε μια βία που, ενώ άνοιγε ως συμβάν το ερώτημα «μπορούμε να ζήσουμε χωρίς μέλλον;», την ίδια στιγμή το έκλεινε, καθώς δεν υπήρχε ο χώρος για πολιτική συζήτηση. Προφανώς αναφέρομαι στην κυρίαρχη πρακτική, και όχι σε γεγονότα που βοηθούσαν στο άνοιγμα του ερωτήματος, όπως το η κατάληψη στο πάρκο Ναυαρίνου, τη Λυρική Σκηνή κλπ). Στην περίπτωση του Συντάγματος, από την άλλη πλευρά, το κίνημα απάντησε υπόρρητα, ανοίγοντας πολιτικά το ερώτημα που πρώτα έθεσε ο Δεκέμβρης.

Έφτιαξε διαδικασίες συζήτησης (συνέλευση, εκδηλώσεις), χώρους αυτοοργάνωσης, χώρους πολιτιστικής δημιουργίας, ψήγματα μιας μελλοντικής διαφορετικής κοινωνίας. Επρόκειτο για μια διαδικασία που μπορεί να μην ακύρωνε τον ρόλο του κράτους, έδινε όμως την εικόνα  μιας δεύτερης δημόσιας σφαίρας, την εικόνα δηλαδή ότι ο λαός μπορεί να εκφεύγει (έστω και πρόσκαιρα) από την δημοκρατία με τη μορφή που της δίνει ο φιλελευθερισμός, και να αμφισβητεί, οριακά, ακόμη και το ίδιο το μονοπώλιο της πολιτικής απόφασης. Βέβαια το ερώτημα γιατί δεν κέρδισε το Σύνταγμα εξακολουθεί να τίθεται, προς επιβεβαίωση και της πραγματικής  δύναμης του κράτους.

Νομίζω λοιπόν ότι από το Σύνταγμα και μετά, το κύριο μέλημα των «από πάνω» είναι αυτή η κοινωνική  επερώτηση να μη μετατρέπεται σε έναν νέο  συλλογικό χώρο πράξης, ομιλίας και σκέψης που θα αμφισβητεί οργανωμένα και σε  πιο μόνιμη βάση το μονοπώλιο της πολιτικής απόφασης. Γι’ αυτό προσπαθούν να καταστείλουν άμεσα κάθε κινητοποίηση που δεν έχει στόχο να κάνει ένα απλό και γρήγορο πέρασμα από τη Βουλή. Γι’ αυτό «καθαρίζουν» συνεχώς την Πλατεία Συντάγματος από τον Σεπτέμβρη, γι’ αυτό καταστέλλουν με απίστευτη ταχύτητα και βιαιότητα προσπάθειες κατάληψης  κτιρίων του Κέντρου σε αχρησία, τα οποία θα μπορούανν να λειτουργήσουν όχι μόνο ως εστίες αλληλεγγύης (όπως το καφενείο, δίπλα στο Πνευματικό Κέντρο), αλλά  και ως κέντρα αυτο-οργάνωσης των «από κάτω».

Με βάση λοιπόν αυτά, και με αφορμή  την πρωτοφανή καταστολή της 12ης Φεβρουαρίου, τίθενται ένα πρόβλημα και ένα βασικό ερώτημα. Το πρόβλημα είναι ότι η καταστολή αντικειμενικά διαλύει τις προσπάθειες δημιουργίας ενός τέτοιου χώρου, διαλύοντας και τις ίδιες τις συγκεντρώσεις. Όμως αυτό δεν μπορεί να κρατήσει παρά για λίγο, καθώς η πραγματικότητα της φτώχειας και της ανεργίας είναι πια αμείλικτη: από σήμερα, 489 ευρώ καθαρά. Εδώ λοιπόν έρχεται το ερώτημα: πώς διαχειριζόμαστε την δικαιολογημένη οργή του κόσμου, που είναι και δική μας οργή; Εδώ είναι που ανοίγει και η κουβέντα περί των «επεισοδίων». Μπορούμε  εύκολα να αποδώσουμε αυτά τα τελευταία σε σχέδια παρακρατικών, αλλά δεν νομίζω ότι χρειάζονται παρακρατικοί για ξαναθυμηθούμε τι ζήσαμε τον Δεκέμβρη ή ακόμα και με τη Marfin. Η έννοια του παρακράτους είναι σαν το «άσυλο της άγνοιας» του Σπινόζα: χωρίς να  εξηγούμε τίποτα, φανταζόμαστε ότι εξηγούμε τα πάντα και ξεμπερδεύουμε εύκολα μ’ αυτά. Αν η δήθεν εξήγηση ντύνεται και με έναν εθνικό  λόγο, ακόμα καλύτερα, αφού φτιάχνει και μια σχέση του ερμηνευτή με το «εθνικό ακροατήριο».

Η πραγματικότητα όμως, ακόμη και με όρους «εθνικού ακροατηρίου», είναι άλλη. Κι όσο πιο γρήγορα την καταλάβουμε, τόσο πιο γρήγορα θα μετασχηματίσουμε και τη δική μας δράση. Η  εικόνα στις 12/2 ήταν απλά η εικόνα ανθρώπων οργισμένων από την κρίση, χούλιγκανς, νέων που δεν βλέπουν μέλλον και άλλη λύση πέρα από την αδιάκριτη βία. Μπορεί και προβοκατόρων που παρεισφρέουν, αλλά το θέμα είναι όλοι οι άλλοι. Πέρα από αυτούς δε, η εικόνα είναι και προϊόν της γενικευμένης βίας του κράτους, η οποία νομιμοποιεί  ουσιαστικά ως απάντηση κάθε μορφή βίας, και όχι μόνο αυτή που λειτουργεί αυτοπροστατευτικά  για το κίνημα.

Ενώ όμως ισχύουν τα παραπάνω, πέρα από τον διαχωρισμό από την απλή προβοκατορολογία χρειάζεται να προχωρήσουμε και  πέρα από την κατανόηση της οργής. Ναι, η αστυνομία προσπάθησε με απίστευτη βιαιότητα να διαλύσει τη διαδήλωση, από το πρώτο μισάωρο. Ναι, δεν έγινε και κάτι τόσο σπουδαίο αν καούν και 10 κτίρια (που τελικά δεν κάηκαν), όταν υποθηκεύεται το μέλλον μας σε τέτοιο βαθμό. Αλλά, χρειάζεται να πούμε και ότι αυτή η βία αφ’ ενός γενικεύει το κλίμα εξατομικευμένου φόβου και τρομοκρατίας (ειδικά σε όσους δεν είναι ντυμένοι με πολεμική αρματωσιά), άρα υπονομεύει την μαζικότητα, αφ΄ ετέρου δε, και κατά κύριο λόγο (αν υποθέσουμε ότι ξεπερνιέται το πρώτο), δεν μετατρέπει την οργή του κόσμου σε μια νέα συλλογική-πολιτική πρακτική. Στην πραγματικότητα, κάνει ακριβώς το ανάποδο: εξατομικεύει την αντίδραση απέναντι στο κράτος και στις δυνάμεις καταστολής και δεν πολιτικοποιεί την οργή προς μια χειραφετητική κατεύθυνση. Δεν είναι τυχαίο ότι στις 12/2 ακόμη και στο πεδίο των συγκρούσεων ήταν έντονο το εθνικό στοιχείο, με χαρακτηριστικό  παράδειγμα τις βρισιές στους «προδότες γερμανοτσολιάδες ή τούρκους» αστυνομικούς, που «θα έπρεπε να είναι μαζί μας και όχι εναντίον μας» [2].

Όσοι το Δεκέμβρη δεν βλέπαμε εύκολα τον τρόπο πολιτικής άρθρωσης της οργής, από το Σύνταγμα και μετά αρχίσαμε να βλέπουμε ότι γίνεται κι αλλιώς. Είδαμε ότι η υλική απάντηση στην αστυνομική καταστολή, μπορεί να συνδυάζεται (με επιμονή βέβαια) με τη δημιουργία διαδικασιών που να οργανώνουν την οργή σε μια νέα συλλογική πολιτική –και όχι μόνο– πρακτική και να της δίνουν ένα αριστερό και ένα νέο «ηθικό» περιεχόμενο. Όμως, το τωρινό ερώτημα  είναι πιο δύσκολο. Τόσο γιατί η κρίση είναι πιο έντονη, όσο και γιατί η εμπειρία του Συντάγματος έχει διδάξει και το Κράτος. Πώς απαντάμε  στην προσπάθεια του κράτους να καταστέλλει εν τη γενέσει της κάθε εστία κοινωνικής αντίστασης που αποκτά πιο μόνιμα και  πολιτικά χαρακτηριστικά, και πώς ταυτόχρονα αντιμετωπίζουμε την ολοένα και πιο ανεξέλεγκτη οργή του κόσμου; Μήπως θα ήταν βολικό για το κράτος να  γυρίσουμε πίσω σε πρακτικές (δικαιολογημένης, κατά τα άλλα) μητροπολιτικής βίας;

Νομίζω ότι όσο γραμμικό είναι να λέμε ότι δεν πρέπει «να ραγίσει ούτε τζάμι» , άλλο τόσο γραμμικό είναι να θεωρούμε ότι η βίαιη οργή του κόσμου θα οδηγήσει a priori σε μια επαναστατική-χειραφετητική κατεύθυνση.  Μ’ αυτή την έννοια, το στοίχημα σ’ αυτή τη φάση δεν είναι να οργιστεί ο κόσμος. Ο κόσμος είναι ήδη αρκετά οργισμένος. Το ζήτημα είναι η πολιτικοποίηση των «παθών», η διάνοιξη ενός νέου «ορατού»  πολιτικού πεδίου για τους «από κάτω», που θα τους δείξει ότι υπάρχει ελπίδα και πέραν της κοινοβουλευτικής πραγματικότητας. Σ’ αυτή την κατεύθυνση δεν μπορούμε ούτε  απλά να αναμένουμε πότε θα εισακουστεί το αίτημα για εκλογές (που ορθά τίθεται), ούτε να εξαντλούμε τη δράση μας στις ημέρες-σταθμούς των κινητοποιήσεων, που μπορεί να υπονομεύονται πλέον εντονότερα από την καταστολή. Το ζήτημα είναι η οργάνωση της οργής σε όλη την έκταση της κοινωνικής ζωής στην καθημερινότητα και η επανα-πολιτικοποίηση της κοινωνικής ζωής. Είναι τελικά η ίδια η προσπάθεια άρσης του διαχωρισμού μεταξύ κοινωνικού και πολιτικού από τη μεριά μας. Ένα τέτοιο πρώτο βήμα είναι οι δομές αλληλεγγύης και οι λαϊκές συνελεύσεις που ήδη συγκροτούνται στις γειτονιές. Πρέπει όμως  αφ’ ενός να γενικευτούν και να γίνουν καθημερινή πρακτική των «από κάτω»  και αφ’ ετέρου να συντονιστούν σε μια πιο κεντρική μορφή  που θα τους καθιστά, από απλούς αποδέκτες αλληλεγγύης, ένα πιο μόνιμο και πλατύ υποκείμενο αγώνα. Η δημιουργία θεσμών αλληλεγγύης, δημοκρατίας και συλλογικής ζωής στην καθημερινότητα είναι κομβικής σημασίας ούτως ώστε η οργή να μην εκδηλώνεται ούτε ως μια βίαιη κραυγή ατομικής απελπισίας, ούτε ως μια αναζήτηση ενός νέου εθνικού ηγέτη-αφέντη που θα απευθύνεται στην κοινωνία, χωρίς τις διαμεσολαβήσεις του «παρηκμασμένου» πολιτικού επιπέδου.

Η τρομακτική έκταση που παίρνει η κρίση και η καταστολή μπορούν εύκολα να οδηγήσουν σε γενικευμένα φαινόμενα απελπισμένης μητροπολιτικής βίας, στο βαθμό που δε φαίνεται να υπάρχει ένα ορατό πολιτικό μέλλον. Όμως, τώρα τα πράγματα δεν είναι όπως παλιά. Κι αυτό γιατί στην γενικευμένη  οργή, έρχεται να προστεθεί και η έντονη έξαρση του εθνικού στοιχείου και ο γενικευμένος αντικοινοβουλευτισμός. Συνεπώς, αν αφήσουμε το κοινωνικό πεδίο στις ορέξεις των «από πάνω», η δικαιολογημένη οργή μπορεί να αποκτήσει  ακόμα και εθνικιστικό προσανατολισμό. Ας ρίξουμε μια ματιά στη Γερμανία του ‘30 και θα πεισθούμε γι’ αυτό.

___________________

Σημειώσεις

[1]   Ζακ Ρανσιέρ, Το μίσος για τη Δημοκρατία (μτφρ. Βίκυ Ιακώβου), εκδ.  Πεδίο 2011, σ. 156-157
[2] «Η ανάδυση του (μη-)υποκειμένου», Blaumachen (τελευταία ανάκτηση: 18.2.2012) Διαθέσιμο εδώ


Μοιράσου το

Νικόλας Βαγδούτης
REDNotebook

Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2012

«Κάνε πράξη την αλληλεγγύη»

Της Κυριακής Κλοκίτη



«Βγες έξω, σύντροφε! Ρίσκαρε
Τη δεκάρα, που ούτε δεκάρα πια δεν είναι…
 Να περιμένεις πια δε γίνεται, είναι αργά πολύ!
Βοήθα τον εαυτό σου βοηθώντας μας:
Κάνε πράξη την αλληλεγγύη!»
Μ. Μπρέχτ

Πριν μερικές μέρες το υπουργείο Υγείας εξέδωσε την γνωστή εγκύκλιο απαγόρευσης συσσιτίων από μη αρμόδιους φορείς. Όπου αρμόδιοι κατά τη γνώμη του Υπουργείου είναι Δήμοι, εκκλησίες και Μ.Κ.Ο. Η δικαιολογία για την απαγόρευση είναι οι λόγοι …υγιεινής (!).

Φυσικά το Υπουργείο Υγείας, Κυνισμού και Αναλγησίας δεν νοιάζεται αν οι άνθρωποι δεν έχουν να φάνε ή ψάχνουν στα σκουπίδια, νοιάζεται όμως για το ποιοι θα χειριστούν την παροχή τροφής. Και οι λόγοι είναι προφανείς. Είναι λόγοι ελέγχου του πληθυσμού -που οφείλει να ευγνωμονεί το χέρι που τον ταΐζει-,  και  των φορέων που το ίδιο το υπουργείο αναγνωρίζει και χρηματοδοτεί, με ό,τι σημαίνει όλο αυτό το αλισβερίσι. Από την άλλη, η εγκύκλιος σημαίνει απαγόρευση της έμπρακτης κοινωνικής αλληλεγγύης. Το υπουργείο και η κυβέρνηση γνωρίζουν καλά ότι απέναντι στην κρίση δημιουργείται ένα μεγάλο δίκτυο αλληλεγγύης, που περιλαμβάνει συλλογικές κουζίνες και κοινωνικά μαγειρέματα, περιλαμβάνει κοινωνικά ιατρεία, χαριστικά παζάρια, έμπρακτη στήριξη σε απεργούς, ανέργους, αστέγους κ.λ.π. Το δίκτυο αυτό ενισχύει τη συλλογική δράση και τη συμμετοχή σε μια ριζοσπαστική κατεύθυνση, βγάζει τους ανθρώπους από την λογική της φιλανθρωπίας και της ελεημοσύνης, δεν μοιρολατρεί θεωρώντας την φτώχεια φυσικό φαινόμενο, δείχνει τους υπαίτιους της κρίσης και τους έχοντες και κατέχοντες, αυτοοργανώνεται και δεν παίρνει χρήματα από πουθενά. Το στηρίζουν αυτοί και αυτές που συμμετέχουν σε αυτό.  Όλα αυτά, λοιπόν, σε μια κυβέρνηση παράνομη και αυταρχική δεν είναι αρεστά. Η ίδια λοιπόν επιλέγει ουσιαστικά τον δρόμο της ποινικοποίησης …της φτώχειας και της αλληλεγγύης, εκδίδοντας γελοίες εγκυκλίους και βασιλικά διατάγματα. Λες και μπορεί να αντιμετωπίσει την οργή με νόμους.

Βεβαίως πάντα υπάρχουν οι πρόθυμοι σύμμαχοι κάθε εξουσίας, όπως ο Δήμαρχος Αθήνας που ξηλώνει τα παγκάκια στην πλατεία Κλαυθμώνος για να μην κάθονται οι άστεγοι και διατάζει αυτοί να συλλαμβάνοται όταν διεκδικούν κτίρια του Δήμου για να κοιμηθούν στα μεγάλα κρύα. Ή οι Γκαίμπελς των Μίντια (…ΜΟΥ), που συνδράμουν στο θεάρεστο έργο εξολόθρευσης της κοινωνίας.

Υπάρχει όμως και η απέναντι όχθη. Υπάρχουν οι νεόπτωχοι εργαζόμενοι/ες, οι άνεργοι/ες, οι άστεγοι/ες, οι φτωχοί/ες, όλοι οι  πολίτες που απειλούνται από τη χούντα του τρικομματικού μαύρου μετώπου. Υπάρχουν οι συλλογικότητες και τα κινήματα, που έχουν καταδικάσει ξανά και ξανά την κυβερνητική πολιτική και αυτούς που την ασκούν, όπως πρόσφατα, στη μεγαλειώδη συγκέντρωση της Κυριακής. Όλες και όλοι  αυτοί μαζί  δείχνουν πως μπορούν με τον δικό τους τρόπο και την δική τους δράση να οργανώσουν τις δικιές τους δομές για να απαντήσουν στην κρίση. Η αλληλεγγύη είναι μια τέτοια δομή. Είναι το όπλο των φτωχών και των ονειροπόλων.

Κάνοντας πράξη, λοιπόν, την αλληλεγγύη και ταυτόχρονα την αντίσταση, Συλλογικές και Κοινωνικές Κουζίνες και Στέκια καλούν το Σάββατο στις 18 Φλεβάρη όλους τους συμπολίτες μας να κοπιάσουν στην πλατεία Κλαυθμώνος, από τις 12 το μεσημέρι, σ’ ένα μαγείρεμα και ένα γλέντι - απάντηση στη λογική του υπουργείου και της κυβέρνησης.

Στη βία της πείνας και την ποινικοποίηση της φτώχειας απαντάμε με αντίσταση, συλλογικότητα και αυτοοργάνωση.

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2012

ΝΑ ΦΥΓΟΥΝ!

 
ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ – ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ – ΑΝΑΤΡΟΠΗ
ΣΥΜΠΑΡΑΤΑΞΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ!
Η συγκυβέρνηση των μνημονίων και ο δοτός πρωθυπουργός συνεχίζουν το έργο της κατεδάφισης της χώρας. Νέα μέτρα σχεδιάζονται και υλοποιούνται συνεχώς. Σε ελάχιστο χρόνο ακύρωσαν κατακτήσεις δεκαετιών, ο λαός μας καταδικάζεται στη φτώχεια και την ανεργία, η οικονομία οδηγείται στην κατάρρευση, η χώρα υποθηκεύεται στους δανειστές. Οι άνεργοι ξεπερνούν το ένα εκατομμύριο, η νεολαία σπρώχνεται στη μετανάστευση, οι άστεγοι μόνο στην Αθήνα έφτασαν τους 25.000. Όσο περισσότερα είναι τα μέτρα, τόσο μεγαλύτερη η κινδυνολογία για τα χειρότερα.
Και συνεχίζουν…
Αντί να φορολογούν τον πλούτο, φορολογούν την φτώχεια.Τα χαράτσια δεν έχουν τέλος.
Αντί να παγώσουν τα κέρδη και τις τιμές, παγώνουν και μειώνουν τους μισθούς των φτωχών εργαζομένων.
Αντί να παίρνουν μέτρα για την ανάπτυξη, σκοτώνουν κάθε οικονομική δραστηριότητα.
Τέτοια «βοήθεια» δεν τη θέλουμε. Το φάρμακό τους είναι χειρότερο από την αρρώστια.
PSI: συμφωνία υποτέλειας, ομηρίας
και κοινωνικής καταστροφής
Το λεγόμενο PSI και το κούρεμα των ομολόγων, συνοδεύονται με νέα επαχθή δάνεια 130 δις, τα οποία θα πάνε αποκλειστικά στις τσέπες των τραπεζών και των τοκογλύφων.
Oι μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις θα είναι καταστροφικές για την χώρα. Το χρέος θα παραμείνει θεόρατο και δεν θα μπορεί να πληρωθεί.
Και μαζί με την δανειακή σύμβαση και το PSI δεν θα έρθουν απλά και κάποια νέα μέτρα, αλλά ακόμα ένα σχέδιο λεηλασίας της χώρας και εκχώρησης της κυριαρχίας της στην ευρωπαϊκή τραπεζοκρατία και στη διεθνή τοκογλυφία.
Η επιλογή τους ειδικά, για κούρεμα των αποθεματικών των ταμείων χωρίς καμία πρόβλεψη για αποκατάστασή τους, σημαίνει διάλυση του ασφαλιστικού συστήματος, σημαίνει λεηλασία του μόχθου μιας ολόκληρης ζωής εκατομμυρίων εργαζομένων στη χώρα και αυτό είναι εγκληματικό.
Να τους διώξουμε
Μαζί μπορούμε να χαράξουμε έναν νέο δρόμο
Οι τρεις πολιτικοί αρχηγοί και ο πρωθυπουργός περιορισμένης θητείας που επέλεξαν προ διμήνου να παρακάμψουν τη λαϊκή κατακραυγή, δεν έχουν καμιά νομιμοποίηση να υπογράψουν στο όνομα όλων των Ελλήνων, την καταδίκη της χώρας.
Το δίλημμα πια είναι ξεκάθαρο: Ή εμείς ή αυτοί
Μαζί μπορούμε να τους ανατρέψουμε!
Ο μόνος δημοκρατικός δρόμος είναι εκλογές τώρα!
Η ασκούμενη πολιτική πρέπει να ανατραπεί, μαζί με όποια κυβέρνηση την εφαρμόζει. Η τρόικα να απομακρυνθεί από τη χώρα. Όσοι μας οδήγησαν ως εδώ να λογοδοτήσουν στον ελληνικό λαό.
Να επιβάλλει ο λαός με την ψήφο του μια ριζική αλλαγή με στόχο να καταργηθούν τα μνημόνια, να ληφθούν άμεσα μέτρα ανακούφισης του λαού, να διαγραφεί το μεγαλύτερο μέρος του χρέους χωρίς επαχθείς όρους,να εθνικοποιηθούν οι τράπεζες,να περάσει παντού η δημοκρατία,η συμμετοχή και ο έλεγχος του λαού, να προχωρήσει με σχέδιο μίας μεγάλης κλίμακας αναδιανομή εισοδημάτων, μια νέα πορεία ανάπτυξης, και η κοινωνική και παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας.
Όλες και όλοι να ξεσηκωθούμε
Όλο το προηγούμενο διάστημα ο μόνος που έβαλε κόκκινες γραμμές ήταν ο ίδιος ο λαός με τους αγώνες του. Μαζί ζήσαμε μικρούς ή μεγάλους συγκλονιστικούς αγώνες. Τώρα πρέπει να ενώσουμε τις δυνάμεις μας ξανά και να κάνουμε το επόμενο καθοριστικό βήμα. Ένα μεγάλο κίνημα αντίστασης που θα καταφέρει με τον αγώνα του να τους διώξει. Ούτε η προπαγάνδα, τα ψέματα και η λάσπη των κυρίαρχων ΜΜΕ, ούτε η καταστολή και οι προβοκάτσιες μπορούν να κατευνάσουν την λαϊκή οργή.
Κάθε εργασιακός χώρος εστία αγώνα
κάθε γειτονιά μια κυψέλη αλληλεγγύης
Σωματεία, συνδικάτα, ενώσεις και σύλλογοι, γειτονιές, δρόμοι και πλατείες, πρέπει να είναι για όλους και όλες μας ο φυσικός μας χώρος, εκεί που θα συζητάμε τα προβλήματα μας, θα συγκροτούμε τα αιτήματα μας, θα οργανώνουμε την αντίσταση. Ήδη σε όλη την χώρα γεννιούνται κινήσεις αντίστασης, ανυπακοής και αλληλεγγύης με στόχο να υπερασπιστούμε καθένα και καθεμιά που δεν έχει να πληρώσει τα χαράτσια, τα δάνεια και τους λογαριασμούς του, που δεν έχει να ταΐσει τα παιδιά του, που δεν μπορεί να ζήσει την ζωή που του ρήμαξαν.
Στην ενότητα η δύναμη, στην αριστερά η ελπίδα
Σε αυτή τη βάση σήμερα για τον ΣΥΡΙΖΑ επείγει η ευρύτερη δυνατή συσπείρωση των δυνάμεων της Αριστεράς, των δυνάμεων της ριζοσπαστικής οικολογίας και των δυνάμεων που απομακρύνονται οριστικά από τις επιλογές της κυβέρνησης, από την πολιτική και τα κόμματα του δικομματισμού για την συγκρότηση μιας νέας λαϊκής πλειοψηφίας, ενός νέου συνασπισμού εξουσίας.
Καλούμε όλες τις αριστερές δυνάμεις να ανταποκριθούν με αίσθημα ευθύνης απέναντι στην κοινωνία, τους εργαζόμενους, την ίδια την ιστορία.
Τώρα είναι η ώρα της αντίστασης και της αλληλεγγύης.
Η ώρα του λαϊκού ξεσηκωμού.
Η ώρα για την πλατιά συσπείρωση και την μεγάλη ανατροπή.

ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ
ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ Ι ΑΝΥΠΑΚΟΗ Ι ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ

Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2012

Εκσυγχρονισμός της ακροδεξιάς και τεχνοκρατικός λαϊκισμός: η εξέγερση των ελίτ



Του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου
RedNotebook

«Όσοι συμβιβάζονται με τις χαμηλές προσδοκίες της φιλελεύθερης δημοκρατίας», γράφει ο Κόλιν Κράουτς, «θα βλέπουν μάλλον συγκαταβατικά την ανάδυση της μεταδημοκρατίας». Πρόκειται για μια μορφή που, όπως εξηγεί ο ίδιος, ενώ διατηρεί «ίχνη» της ακμάζουσας μεταπολεμικής δημοκρατίας, μέρος δηλαδή των τυπικών της διαδικασιών, ταυτόχρονα εμφανίζει σημάδια έκπτωσής της, και μαζί με αυτά, στοιχεία προ-δημοκρατικά.

Καθώς λοιπόν ο πολυκομματισμός, το εκλογικό δικαίωμα και η ελευθερία του Τύπου είναι στις μέρες μας εξασφαλισμένα, καθώς δηλαδή ο πήχυς είναι από δεκαετίες πολύ χαμηλά, ώστε ο στόχος να επιτυγχάνεται ευκολότερα, σημαντική μερίδα των καθ’ ημάς φιλελεύθερων μάλλον εύλογα απορρίπτει ως λαϊκιστικό το αίτημα για «πραγματική δημοκρατία», και πιο γενικά, αδυνατεί να κατανοήσει προς τι η συζήτηση που αναπτύσσεται στις μέρες μας για τα όρια της συμβίωσης καπιταλισμού και δημοκρατίας· οι επιφυλλίδες της Καθημερινής ή η αρθρογραφία του book’s journal, που στις κινητοποιήσεις της πλατείας Συντάγματος, για παράδειγμα, δεν είδαν άλλο από τη σύμπραξη ακροδεξιών και ακροαριστερών –δηλαδή λαϊκιστών της δεξιάς και της αριστεράς– είναι απολύτως ενδεικτικές. Την τελευταία τριετία, από την άλλη πλευρά, ο δημόσιος διάλογος κατακλύζεται από τη ρητορική της έκτακτης ανάγκης, η προέλευση της οποίας δεν είναι ακριβώς φιλελεύθερη· η ρητορική αυτή, ωστόσο, υιοθετείται χωρίς αντιστάσεις από φιλελεύθερους της αριστεράς και της δεξιάς – μάλλον εύλογα, έτσι, η εκ μέρους τους υποστήριξη ενός κυβερνητικού σχήματος με τη συμμετοχή της ακροδεξιάς, εξέλιξη αδιανόητη μέχρι πρότινος, μοιάζει να μην δημιουργεί καμία γνωστική ασυμφωνία.

Όπως θα επιχειρήσω να εξηγήσω, ωστόσο, οι εξελίξεις αυτές έχουν ιστορικό βάθος και, κυρίως, ισχυρή κοινωνική αγκύρωση. Αυτό που θα προσπαθήσω λοιπόν να δείξω σε ό,τι ακολουθεί είναι ότι ο εκσυγχρονισμός της ακροδεξιάς από τη μία πλευρά, και η ανάδυση ενός αντιλαϊκιστικού λόγου, που για να γίνει ηγεμονικός δεν μπορεί παρά να καταφεύγει στη γραμματική και το συντακτικό του λαϊκισμού –με άλλα λόγια: ενός τεχνοκρατικού λαϊκισμού ως μορφής νομιμοποίησης της κρατικής πολιτικής–, αποτελούν δύο συμπληρωματικές όψεις μιας εν εξελίξει εξέγερσης των ελίτ. Δανείζομαι τη φράση αυτή από τον αμερικανό κοινωνιολόγο Κρίστοφερ Λας, παρά τις διαφωνίες μου με πολλές από τις προκείμενές του, θεωρώντας ότι ακριβώς ο όρος «εξέγερση», με όλη τη βία που μεταξύ άλλων υπαινίσσεται, αντιστοιχεί σε αυτό που θα ονομάζαμε σήμερα «μνημονιακή διαχείριση της οικονομικής κρίσης».

***

Αναφέρθηκα στο ιστορικό βάθος αυτής της «εξέγερσης». Η αφετηρία της θα πρέπει να εντοπιστεί στη δεκαετία του ’90, σε μια περίοδο δηλαδή κατά την οποία εκδηλώνονται –ως αντιθετικές τότε– δύο διακριτές διαδικασίες:

Η πρώτη αφορά την εκπόνηση μιας κρατικής πολιτικής μονεταριστικής συναίνεσης, προσανατολισμένης βεβαίως προς την ευρωπαϊκή ενοποίηση και σε ρήξη με τον «λαϊκισμό» της πασοκικής οκταετίας ’81-‘89.

Η δεύτερη αφορά την ανασυγκρότηση της άκρας δεξιάς εντός και εκτός Νέας Δημοκρατίας, με όρους λαϊκού κινήματος, στο έδαφος μιας αντιεκσυγχρονιστικής πολιτικής ατζέντας (όχι δηλαδή πια επί τη βάσει του πολιτειακού), σε αντιπαράθεση με τον τεχνοκρατικό οικονομισμό, και σε κάθε περίπτωση, εντός του μεταδημοκρατικού παραδείγματος όπου κινείται πανευρωπαϊκά η ακροδεξιά. Η διεργασία αυτή σηματοδοτεί τον πρώτο εκσυγχρονισμό της ελληνικής ακροδεξιάς. Πρόκειται για εκσυγχρονισμό, με την έννοια της –αντιφατικής– αποστασιοποίησης από μια ορισμένη παράδοση. Η ακροδεξιά παύει να συγκροτείται αποκλειστικά ως χώρος υποδοχής των νοσταλγών της δικτατορίας, της μοναρχίας ή του ιστορικού φασισμού, και μένοντας στην ελληνική περίπτωση, η μετατόπιση αυτή διευκολύνει το δεύτερο εκσυγχρονισμό της, που πραγματοποιείται στα χρόνια της οικονομικής κρίσης· η δεύτερη αυτή φάση, όπως θα εξηγήσω αργότερα, αντιστοιχεί στην «κεντρώα» υποτίθεται στροφή της ακροδεξιάς κατά την τελευταία τετραετία.

Ο πρώτος εκσυγχρονισμός της ακροδεξιάς, στον οποίο θα σταθώ αμέσως πιο αναλυτικά, συντελείται στο έδαφος ενός δεξιού αντιεκσυγχρονιστικού λαϊκισμού. Ο λαϊκισμός αυτός καταγγέλλει τη σύγκλιση στο μεσαίο χώρο και βεβαίως επωφελείται από αυτήν, διαθέτει δηλαδή έντονα αντικαθεστωτικά στοιχεία, μολονότι μηχανισμοί που βρίσκονται στο στρατηγικό πεδίο του κράτους (υπουργεία, Εκκλησία και ΜΜΕ) είναι παρόντες, ήδη από την πρώτη στιγμή, σε αυτή την ανασυγκρότηση.

***

Από τις απόπειρες, λοιπόν, υπέρβασης της πολιτικής κρίσης των αρχών του ’90, μέχρι τις προσπάθειες να αντιμετωπιστεί η κρίση της συντηρητικής παράταξης, κρίση που κορυφώνεται το 2000 με τη συγκρότηση του ΛΑΟΣ, και από τα συλλαλητήρια του ’92-’93 για το Μακεδονικό μέχρι τις λαοσυνάξεις του 2001 για τις ταυτότητες, η Εκκλησία που επαναπολιτικοποιείται, και η ελληνική ακροδεξιά, που μέχρι τότε αδυνατεί να παρακολουθήσει την ανοδική τροχιά των ομόλογών της ευρωπαϊκών σχηματισμών, προτάσσουν από κοινού τη διάσωση της εθνικής ιδιοπροσωπίας, ως αντίβαρο στην εθνοκτόνο παγκοσμιοποίηση, και βέβαια στο αντίστοιχό της στα καθ’ ημας -- στο εκσυγχρονιστικό πρόγραμμα της κυβέρνησης Σημίτη.

Αυτό το τελευταίο, από την άλλη, εκπροσωπεί έναν κοσμοπολίτικο εθνικισμό, υλοποιείται δηλαδή θέτοντας «πρώτα την Ελλάδα» και στο όνομα της «ισχυρής Ελλάδας» μέσα στην Ευρώπη, ενώ παρουσιάζει κάθε πολιτική του ως αναπόφευκτη, καθώς αυτή επιβάλλεται από τον εθνικό στόχο της ΟΝΕ· η ανελαστική πραγματικότητα που υπαινίσσεται ο στόχος αυτός δεν μπορεί παρά να αποτελεί αντικείμενο διαχείρισης τεχνοκρατών, δηλαδή των «ειδημόνων».

Στα χρόνια αυτά, λοιπόν, η ακαδημαϊκή ιδιότητα των οικονομικών και πολιτικών εμπειρογνωμόνων (και πρώτου απ’ όλους του ίδιου πρωθυπουργού) αποτελεί εχέγγυο κοινωνικής αμεροληψίας και «ουδετερότητας», της υποτιθέμενης δηλαδή δυνατότητάς τους να στέκονται πέραν των κοινωνικών, πολιτικών και ιδεολογικών διαιρέσεων, άρα να ερμηνεύουν αυθεντικά το εθνικό συμφέρον. Η αμεροληψία, η ουδετερότητα και η αποτελεσματικότητα αντιστοιχούν στη θεώρηση της κατά Γκίντενς νέας σοσιαλδημοκρατίας για το κράτος· ένα κράτος που οφείλει να αποκεντρωθεί και να «αποκομματικοποιηθεί», εξ ου και ο πολλαπλασιασμός των «Ανεξάρτητων» (από κοινωνικό έλεγχο…) Αρχών, και βεβαίως η διάχυση ενός αντικομματισμού, χάρη στον οποίο ήδη από τις αρχές της δεκαετίας, η Εκκλησία και τα ιδιωτικά Μέσα Ενημέρωσης, συνεπικουρούμενα από το κράτος, κερδίζουν πολιτικό κεφάλαιο έναντι των κομμάτων. Είναι η περίοδος που μια ρητορική ενάντια στην «κομματικοποίηση του κράτους» χρησιμοποιείται από τα ΜΜΕ και τους εκσυγχρονιστές του ΠΑΣΟΚ για να δηλωθεί η ρήξη με το «λαϊκιστικό» πρότυπο της δεκαετίας του ’80, με αποτέλεσμα, όπως δείχνουν μεταξύ άλλων οι Ελευθερίου και Τάσσης, το ΠΑΣΟΚ να μεταβληθεί σταδιακά σε ένα κόμμα-μη κόμμα, ταυτισμένο πολιτικά με την κρατική διαχείριση, και εξαρτημένο οικονομικά από τον τραπεζικό δανεισμό και τις ιδιωτικές επιχειρήσεις.

Στα χρόνια αυτά, η νέα σοσιαλδημοκρατία ανιχνεύει έναν Τρίτο Δρόμο «πέραν της Αριστεράς και της Δεξιάς». Ζητούμενο, ήδη από τότε, από τα χρόνια δηλαδή της οικονομικής μεγέθυνσης, είναι «λύσεις που να δουλεύουν» –η πολιτική δηλαδή νομιμοποιείται στη βάση της «αποτελεσματικότητας»–, και οι λύσεις αυτές δεν νοείται να εμποδίζονται από «κατεστημένες νοοτροπίες» και «αναχρονιστικές συντεχνίες». Σε βάρος αυτών των τελευταίων θριαμβεύει ένας θεσμοποιημένος ατομισμός, για τον οποίο τα δικαιώματα δεν είναι πλέον κοινωνικά, αλλά αφορούν άτομα: άτομα υπεύθυνα για τις πράξεις τους, έτοιμα να αναλάβουν τους κινδύνους των επιλογών τους, κινητικά· άτομα που ρισκάρουν και διαμορφώνουν τα ίδια την προσωπικότητά τους μέσα από πολλαπλούς δρόμους, άσχετα αν το κόστος της διακινδύνευσης δεν είναι το ίδιο για όλους και άσχετα αν δεν είναι όλοι σε θέση να το επωμιστούν.

Στα συμφραζόμενα αυτού του κοινωνικού κατακερματισμού, ήδη δηλαδή από τη δεκαετία του ’90, η δημοκρατία θα παρουσιάζεται ως ανταγωνιστική προς την οικονομική ανάπτυξη. Με τους όρους του Γράβαρη, αν «κατά το χρονικό διάστημα ‘80-‘89 οι χαμηλές τιμές στο δείκτη οικονομικής σταθερότητας και μεγέθυνσης συνοδεύονται από υψηλές τιμές στο δείκτη εκδημοκρατισμού του πολιτικού συστήματος», την περίοδο ‘90-2001 η τάση αυτή θα αντιστραφεί· στο εξής, όσο λιγότερο πολιτικοποιημένη (δηλαδή εθνικοποιημένη) είναι η ατζέντα της κρατικής πολιτικής, τόσο αποτελεσματικότερες είναι οι επιλογές σε σχέση με τους στόχους της οικονομίας. Οι τελευταίοι τίθενται, βεβαίως, στο όνομα μιας «ισχυρής Ελλάδας» και μιας «ισχυρής κοινωνίας»· όλως παραδόξως, όμως, σημαίνουν την εμπλοκή στα κοινά ολοένα και λιγότερων Ελλήνων.

Είναι ακριβώς στο σημείο αυτό, και παρά τις σημαντικές διαφορές εκσυγχρονισμού και ακροδεξιού αντιεκσυγχρονισμού (κυρίως στην εξωτερική πολιτική και την ατζέντα του «πολιτισμικού φιλελευθερισμού»), που αναδεικνύεται μια εντυπωσιακή συμπληρωματικότητα των δύο, κατά τα άλλα αντιτιθέμενων, λόγων. Η μάχη με τον εκσυγχρονισμό στο πεδίο της «εθνικής ιδιοπροσωπίας», που δίνει από τα χρόνια εκείνα η ακροδεξιά, δεν αμφισβητεί τους κεντρικούς στόχους του εκσυγχρονισμού· μολονότι δε, η μάχη αυτή προϋποθέτει την απεύθυνση στο λαό και ταυτίζεται επανειλημμένα με τη μαζική κινητοποίηση –«για την ταυτότητα, που είναι η ψυχή μας»–, εντούτοις αποδεικνύεται καθ’ όλα συμβατή με την αποπολιτικοποίηση των κεντρικών επιλογών της κυβέρνησης Σημίτη, και ασφαλώς ταυτόσημη με τον αντικομματισμό που η τελευταία  επαγγέλλεται και υλοποιεί. Από αυτή την άποψη, η ακροδεξιά μοιάζει ο προνομιακός αντίπαλος-συμπαίκτης του ΠΑΣΟΚ – όπως κατά μία έννοια συμβαίνει και σήμερα, με το μειοψηφικό και εύκολα απαξιώσιμο «μπλοκ της δραχμής».

Η ακροδεξιά πολιτεύεται ως «κόμμα του αντικομματισμού», και όπως σε όλη την Ευρώπη, έτσι και στην Ελλάδα, επιχειρεί να επωφεληθεί της κρίσης των ιδεολογιών, αυτοπαρουσιαζόμενη επίσης «πέραν της Αριστεράς και της Δεξιάς», προπαγανδίζοντας το δικό της Τρίτο Δρόμο. Γράφει σχετικά ο Μάκης Βορίδης, νυν υπουργός της εθνοσωτήριας κυβέρνησης: «Από το γαλλικό ΄ni gauche ni droite΄ (oύτε αριστερά ούτε δεξιά) στην ιταλική ‘terza via’ (τρίτος δρόμος), είναι φανερό ότι τουλάχιστον μία ορισμένη πλευρά της εθνικής πολιτικής σκέψης υπερβαίνει το δίλημμα αυτό, παρουσιάζοντας την εθνική θέση ως ικανή να ξεπεράσει τη διχαστική για τον λαό διάκριση ανάμεσα σε ΄δεξιούς΄ και ΄αριστερούς΄».

***

Θα αντέτεινε εδώ κάποιος ότι η πρόταση να υπερβούμε την πόλωση «Αριστερά/Δεξιά», που διατυπώνει από δεκαετίες το μεταφασιστικό ΜSI, δεν μπορεί να συσχετίζεται με το μπλερικό Νέο Κέντρο της δεκαετίας του ’90 – ακόμα κι αν και τα δύο προγράμματα αμφισβητούν από κοινού τη δυνατότητα έκφρασης, στο πολιτικό επίπεδο, των ταξικών ανταγωνισμών. Θα μπορούσε επίσης να πει κανείς ότι αυτός ο ριζοσπαστικός κεντρισμός, που εισηγείται τότε η νέα σοσιαλδημοκρατία, είχε την ευγενή φιλοδοξία να εκφράσει την προσπάθεια μιας (αποτελεσματικής/κυβερνώσας) Αριστεράς να αντιμετωπίσει έναν «πολύπλοκο κόσμο» -- να λάβει δηλαδή υπ’ όψιν της τις νέες, «υβριδικές» πολιτικές ταυτότητες και την περίφημη πολυσθένεια των κοινωνικών υποκειμένων (για την οποία, εξάλλου, έγινε αρκετός λόγος και στη χώρα μας, στα συμφραζόμενα μιας συζήτησης περί της στρεβλής, υποτίθεται, καπιταλιστικής ανάπτυξης…). Αρκετά έγκαιρα, ωστόσο, στις ενστάσεις αυτές διατυπώθηκε μια εύλογη αντίρρηση, και μάλιστα από διανοούμενους κάθε άλλο παρά ύποπτους για λαϊκισμό: η «πολυπλοκότητα του κόσμου» και η πολυσθένεια των κοινωνικών υποκειμένων, γράφει ο Αντώνης Λιάκος, δεν υπαγορεύουν αναγκαστικά την υιοθέτηση ενός λόγου ασαφούς και χωρίς ταξικές συνδηλώσεις, αλλά ενός λόγου που συνδυάζει διαφορετικές ταξικές θέσεις σε διαφορετικές συνθέσεις. Αντίθετα, θα συμπληρώναμε εμείς, αν κάτι υπαγορεύει την υιοθέτηση ενός λόγου εθνικού, δηλαδή κοινωνικά πανσυλλεκτικού, αυτό δεν είναι παρά η ταύτιση του εκάστοτε φορέα του λόγου αυτού με το κράτος.

Το καπιταλιστικό κράτος, μας λέει ο Πουλαντζάς, ποτέ δεν αυτοπαρουσιάστηκε ως ταξικό κράτος. Μιλά παντού, ως κράτος εθνικό, φροντίζοντας ο λόγος του να μην αποτελεί απλά και μόνο αντανάκλαση του καταμερισμού εργασίας στην καπιταλιστική κοινωνία. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, το ίδιο αυτό κράτος αποτελεί έναν ουσιαστικό παράγοντα για την οργάνωση του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, στο βαθμό που αναπαράγει τον κοινωνικό «κατακερματισμό-ατομικισμό», που είναι εγγενής στον καταμερισμό αυτό.

Η ιδεολογία του ατομικισμού, από την άλλη πλευρά, δεν εξυπηρετεί μονάχα την κάλυψη και την απόκρυψη των σχέσεων μεταξύ των τάξεων, όπως εξηγούν οι Καστέλς και Καρνόυ. Η ίδια ιδεολογία παίζει και ενεργό ρόλο στη διαίρεση και απομόνωση των λαϊκών μαζών.

Στα χρόνια λοιπόν της ουδετεροποίησης του κράτους και της εξατομίκευσης των κοινωνικών δικαιωμάτων, χάριν βεβαίως του εξορθολογισμού και για λόγους οικονομικής αποτελεσματικότητας, η αποτελεσματικότητα αυτή, με τον τρόπο που τουλάχιστον εννοείται, κάθε άλλο παρά επιτυγχάνεται. Το 2001, η Ελλάδα βρίσκεται στις τελευταίες μόλις θέσεις όσον αφορά την αποτελεσματικότητα του κοινωνικού κράτους. Κατά την ίδια περίοδο, όμως, το υποτιθέμενο κοινωνικά ουδέτερο κράτος οργανώνει, μέσω του ΠΑΣΟΚ και στο όνομα της «απελευθέρωσης της οικονομίας», μία κλειστή σχέση με εταιρείες (τράπεζες, κατασκευαστικές, εξοπλιστικές, εταιρείες μεταφορών και τηλεπικοινωνιών, κλάδους της πληροφορικής, της ενέργειας, της παιδείας, της υγείας και των ΜΜΕ…), ενώ το ίδιο το ΠΑΣΟΚ οικοδομεί σχέσεις αλληλοϋποστήριξης με μεγάλες επιχειρηματικές οικογένειες, ιδιωτικοποιώντας παράλληλα πλήθος κερδοφόρων επιχειρήσεων, όπως συνοπτικά δείχνει ο Βερναρδάκης στο τελευταίο βιβλίο του. Πρόκειται, αν μη τι άλλο, για έναν ιδιότυπο, και πάντως διόλου αμερόληπτο αντικρατισμό, ενδεδυμένο ασφαλώς το μανδύα του εθνικού συμφέροντος…

***

Είναι εντυπωσιακό ότι στις ερμηνείες της κρίσης που κυριαρχούν στα Μέσα Ενημέρωσης, και που μεταξύ άλλων υποστηρίζονται από τακτικά δημοσιολογούντες ακαδημαϊκούς, αυτό το τμήμα της εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσης Μεταπολίτευσης που ξεκινά από τη δεκαετία του ’90, λάμπει διά της απουσίας του. Εξίσου απούσα, όμως, είναι και η αναφορά στις πολιτικές συνθήκες υπό τις οποίες επιτεύχθηκε ο εκσυγχρονισμός της άκρας δεξιάς και στις δύο φάσεις του. Σπάνια αναφέρεται, για παράδειγμα, το γεγονός ότι ο Κώστας Σημίτης, ήδη από την «αντιεκσυγχρονιστική» φάση της ακροδεξιάς, θεωρούσε έλλειμμα τη μη αυτόνομη παρουσία της στην εγχώρια πολιτική σκηνή. Σπάνια, επίσης, γίνεται λόγος και για την εύνοια που είχε η ακροδεξιά από όλα τα φίλα προσκείμενα στο ΠΑΣΟΚ μέσα ενημέρωσης, όπως συνέβαινε άλλωστε επί Μιτεράν και στη Γαλλία, στην περίπτωση του Λεπέν. Μάλλον απαρατήρητο, τέλος, έχει περάσει και το γεγονός ότι η σημερινή Νέα Δημοκρατία μοιάζει να μην έχει κανένα πρόβλημα όταν ο ΛΑΟΣ ζητά από το κράτος να κάνει επίσημα περίπου ό,τι η Χρυσή Αυγή εν είδει ακτιβισμού – το μόνο πρόβλημα είναι κατά πόσο ο ΛΑΟΣ είναι ή όχι υποστήλωμα του «αιώνιου αντιπάλου», του ΠΑΣΟΚ.

Παρέθεσα ορισμένα παραδείγματα που, ειδικά στην παρούσα συγκυρία, μας υποχρεώνουνν να ερμηνεύσουμε την πολιτική αναβάθμιση της –λογιζόμενης ως γραφικής μέχρι πρότινος– ακροδεξιάς υπό το πρίσμα αυτού που ο Νέγκρι ονομάζει εξτρεμισμό του κέντρου: της θωράκισης του πολιτικού επιπέδου απέναντι στα λαϊκά αιτήματα και συμφέροντα, της επίτασης της στρατηγικής επιλεκτικότητας του κράτους, της ασφυκτικής συρρίκνωσης της αντιπροσωπευτικότητας συνολικά του πολιτικού συστήματος και, τέλος, της εγγραφής των διεργασιών αυτών στο νομικό σύστημα και τους κατασταλτικούς μηχανισμούς. Το νομιμοποιητικό λόγο αυτού του «εξτρεμισμού» μπορούμε να αποκαλέσουμε τεχνοκρατικό λαϊκισμό.

Πρόκειται για έναν λαϊκισμό που συνομιλεί με τον κατακερματισμό του κοινωνικού, τον οποίο περιέγραψα προηγουμένως, αν και ίχνη του βρίσκουμε αρκετά πίσω, στα 1982. Είναι η χρονιά που η απεργία της ΟΤΟΕ θα χαρακτηριστεί άκαιρη, συντεχνιακή και αντικοινωνική, και σε συνέχεια αυτού του διαβήματος, το ΠΑΣΟΚ θα ψηφίσει το περίφημο άρθρο 4, με το οποίο επιχειρείται ο περιορισμός των απεργιών στις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας. Έκτοτε, οι κοινωνικές οργανώσεις που δεν λειτουργούν με κριτήρια «συνυπευθυνότητας υπέρ της οικονομίας» θα στιγματίζονται ως «συντεχνιακές», καθώς «στερούν το κοινωνικό σύνολο από τις δημόσιες υπηρεσίες» και «προκαλούν κινδύνους βλάβης στο καταναλωτικό κοινό». Στο ίδιο πρότυπο, οι «προνομιούχοι» εργαζόμενοι της Ολυμπιακής, τα «ρετιρέ», δεν δικαιούνται να απεργούν, διότι παίρνουν υψηλές αμοιβές, έστω κι αν η απαγόρευση κάθε άλλο παρά θα σημάνει τη μισθολογική αναβάθμιση άλλων κατηγοριών. Στα 1988, και για λόγους υγείας του κοινωνικού συνόλου, θα πρέπει να διακόψουν την απεργία τους και οι εργαζόμενοι στη ΔΕΗ το 1988, ενώ το 1990 και η ΟΛΜΕ οφείλει να μεταθέσει τη δική της απεργία την περίοδο των εξετάσεων, για να μην παραταθεί η αγωνία των μαθητών. Στη δεκαετία του ’90, και με τη συνδρομή πια και των ιδιωτικών ΜΜΕ, κάθε αντίσταση στην ιδιωτικοποίηση θα είναι «αντιαναπτυξιακή» και υποκινούμενη από «άνομα συμφέροντα», κάθε καταγγελία της αποδόμησης των κοινωνικών παροχών «εγωιστική» και «αντιεξισωτική», ενώ μαζί με το συντεχνιασμό των μισθωτών, θα στηλιτεύεται και αυτός των μεσαίων στρωμάτων (γιατρών, δικηγόρων κ.ο.κ.). Στα ίδιο κλίμα, την περίοδο ’91-’92 η μαχητική απεργία της ΕΑΣ θα χαρακτηριστεί «κοινωνική τρομοκρατία», και μερικά χρόνια αργότερα, η διαδήλωση κατά της επίσκεψης Κλίντον θα στιγματιστεί, από κυβέρνηση και ΜΜΕ, ως ενέργεια που εκθέτει τη χώρα.

Οι θεωρίες περί πολιτικής υποκίνησης συνοδεύουν διαχρονικά κάθε μομφή προς κοινωνικές κινητοποιήσεις που, υποτίθεται, στρέφονται εναντίον της χώρας, της κοινωνικής πλειοψηφίας, του φορολογούμενου πολίτη κ.ο.κ.  Όσο δε το ΠΑΣΟΚ ταυτίζεται με τη νεοφιλελεύθερη διαχείριση, ο αντισυντεχνιακός και αντιλαϊκιστικός λόγος θα έχει ως αποκλειστικό αποδέκτη την Αριστερά, αναγόμενος έτσι σε ένα είδος εκσυγχρονισμένου αντικομμουνισμού, που βλέπει στην Αριστερά εκείνο το χώρο που «ξεπλένει» τη βία. Το είδαμε το 2006-2007 και 2008 με τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και στις απεργίες των λιμενεργατών το 2010· σύμφωνα με τον πρωθυπουργό,  το ΚΚΕ προκαλεί συνειδητά επεισόδια, οι απεργίες συνιστούν αντιδημοκρατικές κινητοποιήσεις, αφαιρούν εθνικό εισόδημα και εμποδίζουν τη δημιουργία θέσεων εργασίας, δυσχεραίνοντας την εθνική προσπάθεια και διαιωνίζοντας την οικονομική εξάρτηση από τον ξένο δανεισμό.

Κάπως έτσι, μάλλον λογικά η Καθημερινή θα σημειώσει πως «με τη στάση που τηρεί, το ΚΚΕ επιβεβαιώνει πόσο εσφαλμένη ήταν η άνευ όρων νομιμοποίησή του το 1974» · και μάλλον λογικά ο διευθυντής της θα εξάρει, αντιστικτικά, τη σοβαρότητα του ΛΑΟΣ, όπως θα κάνουν κατ’ επανάληψη στελέχη της κυβέρνησης, και όπως νωρίτερα έχει κάνει ο Γιάννης Πρετεντέρης, για τον οποίο «η ατζέντα Καρατζαφέρη είναι η αυτονόητη ατζέντα της καθημερινότητας του πολίτη».

***

Στη συγκυρία της οικονομικής κρίσης, λοιπόν, αυτό που εκτυλίσσεται δεν είναι μια στροφή του ΛΑΟΣ προς το μεσαίο χώρο, που θα δήλωνε την επιτυχία μιας στρατηγικής συμπερίληψης του κόμματος αυτού από το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ. Αυτό που στην πραγματικότητα συμβαίνει είναι η τοποθέτηση του ΛΑΟΣ στην ακροδεξιά, στην κλίμακα πλέον και του οικονομικού φιλελευθερισμού, και μάλιστα την ίδια στιγμή που η ατζέντα του στα ζητήματα νόμου-τάξης και το μεταναστευτικό, όχι μόνο δεν έγινε μετριοπαθέστερη, αλλά αντίθετα, έχει καταστεί ηγεμονική. Αυτό που συμβαίνει είναι η ανάγνωση, εκ μέρους του ΛΑΟΣ, της πολιτικής κρίσης ως ευκαιρίας για τον αποστιγματισμό και την πολιτική του αναβάθμιση, κι αυτό που συμβαίνει, τέλος, είναι η εργαλειοποίηση του ΛΑΟΣ εκ μέρους των κυρίαρχων κομμάτων, προκειμένου, αφ’ ενός να επιμεριστεί το πολιτικό κόστος που επιφέρει η διαχείριση της κρίσης, και αφ’ ετέρου, να συρρικνωθεί κατά το δυνατό ο ορίζοντας των διαθέσιμων εναλλακτικών δυνατοτήτων, σε βάρος της Αριστεράς, και κυρίως κάθε κοινωνικής ομάδας που, κινητοποιούμενη, θα μπορούσε να προσφέρει ένα παράδειγμα ότι τα πράγματα μπορούν σήμερα να γίνουν και αλλιώς.

Το πιο ενδιαφέρον, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι οι μέχρι πρότινος ερμηνείες της κρίσης, ακόμα και από κατά τεκμήριο σοβαρούς ακαδημαϊκούς, δεν ασχολούνται με τις εξελίξεις αυτές ή τις θεωρούν ήσσονος σημασίας. Μοιάζει, ως μη όφειλε, αυτονόητο το γεγονός ότι επιστρατεύονται εθνικιστές για να σωθεί η ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας, και μοιάζει μάλλον λογικό η εθνική προσπάθεια να περνά, μεταξύ άλλων, από ένα κόμμα με δεδηλωμένο χρηματοδότη του έναν κατασκευαστή, που σήμερα ευνοείται σκανδαλωδώς από φωτογραφικές διατάξεις· πρόκειται για το ίδιο κόμμα, στελέχη του οποίου ανατρέχουν στον Γκράμσι για να εξηγήσουν πώς η αστική τάξη θα ξεμπερδέψει με την ηγεμονία της Αριστεράς στο Πανεπιστήμιο, μένοντας βέβαια συνεπείς σε αυτό που μας είχαν από χρόνια προειδοποιήσει: η ριζοσπαστική δεξιά, έγραφε το 2005 ο Χρήστος Χαρίτος, αμφισβητεί τη δειλία της αστικής τάξης απέναντι στην Αριστερά και διεκδικεί την ηγεμονία. Έχει ενδιαφέρον να δούμε αν οι μέχρι χτες δεδηλωμένοι πολέμιοί της, εμπιστευόμενοι τον πολυαναμενόμενο statesman, θα ανεχτούν την αναβάθμιση της ακροδεξιάς, ευθυγραμμιζόμενοι, αν και αντικρατιστές, με ένα όλο και πιο αυταρχικό κράτος.

_________________

Αναφορές

Carnoy, Martin / Castells, Μanuel (2001), «Η Παγκοσμιοποίηση, η Κοινωνία της Γνώσης και το Κράτος: Ο Πουλαντζάς στα τέλη της χιλιετίας», σε: Ρήγος, Άλκης / Τσουκαλάς, Κωνσταντίνος (επιμ.), Η πολιτική σήμερα. Ο Νίκος Πουλαντζάς και η επικαιρότητα του έργου του, Θεμέλιο

Βερναρδάκης, Χριστόφορος (2011), Πολιτικά κόμματα, εκλογές & κομματικό σύστημα. Οι μετασχηματισμοί της πολιτικής αντιπροσώπευσης 1990-2010, Σάκκουλα

Γεωργιάδου, Βασιλική (2008), «Ψηφίζοντας την άκρα δεξιά. Η εκλογική επιλογή του ΛΑ.Ο.Σ.», Επιστήμη και Κοινωνία, τεύχος 19

Γκίντενς, Άντονι (2009), Ο Τρίτος Δρόμος. Η ανανέωση της σοσιαλδημοκρατίας (μετάφραση: Ανδρέας Τάκης), Πόλις

Γράβαρης, Δημήτρης (2004), «Η πολιτική οικονομία των μορφών νομιμοποίησης. Από τον λαϊκισμό στον τεχνοκρατικό εκσυγχρονισμό», σε: Κοινωνική αλλαγή στη σύγχρονη Ελλάδα, Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα: Αθήνα

Ελευθερίου, Κώστας /Τάσσης, Χρύσανθος (2011), «Εσωκομματική πολιτική και στρατηγική του κράτους: το ‘συμμετοχικό’ εγχείρημα του ΠΑΣΟΚ (2004-2009)», Επιστήμη και Κοινωνία, τεύχος 27

Κράουτς, Κόλιν (2006), Μεταδημοκρατία (εισαγωγή-μετάφραση: Αλέξανδρος Κιουπκιολής), Εκκρεμές: Αθήνα

Λιάκος, Αντώνης (1989), «Περί Λαϊκισμού), Ιστορικά, τεύχος 10 [http://www.democritics.net/anti-pop/images/pdf/ta_istorika_laikismos.pdf]

Μπελαντής, Δημήτρης (1996),  «Η ΄μαχητικότητα΄ της ελληνικής Δημοκρατίας: Ο κρατικός λόγος για τον ΄εσωτερικό εχθρό΄ στη ΄Μεταπολίτευση΄», μέρος β’ Θέσεις, τεύχος 54 [http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=526&Itemid=29]

Νέγκρι, Αντόνιο (2009), Goodbye Mr Socialism. Μια συζήτηση με τον Raf “Valvola” Selsi (μετάφραση: Παναγιώτης Καλαμαράς), Ελευθεριακή Κουλτούρα

Σακελλαρόπουλος, Σπύρος/Σωτήρης, Παναγιώτης (2004), «Μεταλλαγές του κομματικού φαινομένου και θωράκιση του πολιτικού επιπέδου απέναντι στα λαϊκά συμφέροντα, σε: Κοινωνική αλλαγή στη σύγχρονη Ελλάδα, Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα