Τρίτη, 25 Μαρτίου 2014

Δημήτρης Μπελαντής | 24.03.2014



Υπάρχει, άραγε, ένας ορίζοντας που ξεπερνά σήμερα το ελληνικό έθνος-κράτος και είναι αντικειμενικά προοδευτικός και ριζοσπαστικός; Ένας ορίζοντας όπου οι αξίες της δημοκρατίας (έστω της αστικής) και του κοινωνικού κράτους βρίσκουν πιο γόνιμο έδαφος από ό,τι στην Ελλάδα και όπου οι ιδέες του Διαφωτισμού έχουν αναλάβει έναν καθοδηγητικό ρόλο; Ναι, βε­βαί­ως, απα­ντά­νε οι ευ­ρω­παϊ­στές αρι­στε­ρής φυ­σιο­γνω­μί­ας και κοπής. Ο ορί­ζο­ντας αυτός δεν είναι γε­νι­κά και αφη­ρη­μέ­να η «κο­σμό­πο­λις». Η Ευ­ρώ­πη και ει­δι­κό­τε­ρα η Ευ­ρω­παϊ­κή Ένωση είναι το αδιαμ­φι­σβή­τη­το ιστο­ρι­κό κα­τα­φύ­γιο των φι­λε­λεύ­θε­ρων και δη­μο­κρα­τι­κών αντι­λή­ψε­ων, αλλά και ένα διε­θνές κα­θο­δη­γη­τι­κό πα­ρά­δειγ­μα για τη δη­μο­κρα­τία, το κοι­νω­νι­κό κρά­τος και τα κοι­νω­νι­κά δι­καιώ­μα­τα. Ο τε­λι­κός στό­χος είναι το ευ­ρω­παϊ­κό ομο­σπον­δια­κό υπερ­κρά­τος. Η τυχόν απο­χώ­ρη­σή μας από αυτήν την ένωση θα σή­μαι­νε μια εθνι­κι­στι­κή και φι­λο­φα­σι­στι­κή τυχόν εκτρο­πή, πα­ράλ­λη­λα προς τις αρ­νη­τι­κές συ­νέ­πειες από την ανα­γκα­στι­κή υπο­τί­μη­ση του νέου εθνι­κού νο­μί­σμα­τος. Κο­ντο­λο­γίς, μόνο άσχη­μα πράγ­μα­τα θα μας συμ­βούν αν απο­χω­ρή­σου­με από την Ευ­ρω­ζώ­νη και εν­δε­χο­μέ­νως και την Ευ­ρω­παϊ­κή Ένωση. Είναι, όμως, έτσι τα πράγ­μα­τα; Μας λένε οι «ευ­ρω­παϊ­στές» την αλή­θεια; Μετά το Μά­α­στρι­χτ και πιο πρό­σφα­τα μετά την Κύπρο το 2013 και την Ου­κρα­νία το 2014, τι έχει απο­μεί­νει από τη δη­μο­κρα­τι­κό­τη­τα ή το φι­λο­κοι­νω­νι­κό προ­σα­να­το­λι­σμό της Ε.Ε. και της Ευ­ρω­ζώ­νης; Μύθος πρώ­τος: Η ιδέα της ενω­μέ­νης οι­κο­νο­μι­κά Ευ­ρώ­πης είναι μια αντι­προ­σω­πευ­τι­κή ιδέα της Αρι­στε­ράς και έχει γνή­σιο διε­θνι­στι­κό προ­σα­να­το­λι­σμό και κα­τα­γω­γή. Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, η ιδέα της οι­κο­νο­μι­κής ευ­ρω­παϊ­κής ένω­σης ανά­γε­ται αρ­χι­κά στη στρα­τη­γι­κή της γερ­μα­νι­κής άρ­χου­σας τάξης και του γερ­μα­νι­κού ιμπε­ρια­λι­σμού σε δύο φά­σεις, την πρώτη του γερ­μα­νι­κού ιμπε­ρια­λι­σμού υπό τον Κάι­ζερ με­τα­ξύ 1900 και 1918 και τη δεύ­τε­ρη του γερ­μα­νι­κού ιμπε­ρια­λι­σμού υπό το να­ζι­σμό. Και στις δύο αυτές πε­ριό­δους, όπως έχω δεί­ξει και αλλού (βλ. το άρθρο μου «Πε­θαί­νο­ντας για την ευ­ρω­ζώ­νη» στο www.​rednotebook.​gr την άνοι­ξη του 2013) η πο­λε­μι­κή πε­ρι­πέ­τεια των πα­γκο­σμί­ων πο­λέ­μων συν­δέ­θη­κε με μια στρα­τη­γι­κή ενο­ποί­η­σης της Ευ­ρώ­πης (όχι μόνο τε­λω­νεια­κής, αλλά και νο­μι­σμα­τι­κής και πα­ρα­γω­γι­κής) υπό τη γερ­μα­νι­κή κα­πι­τα­λι­στι­κή ηγε­μο­νία. Ιδίως ο Γερ­μα­νός κα­γκε­λά­ριος της έκρη­ξης του Α’ Πα­γκο­σμί­ου Πο­λέ­μου Μπέ­τμαν-Χόλ­βεκ είχε δια­κη­ρύ­ξει ένα σχέ­διο εν­σω­μά­τω­σης πε­ριο­χών στο Ράιχ, δη­μιουρ­γί­ας μιας ζώνης οι­κο­νο­μι­κά και πο­λι­τι­κά δο­ρυ­φό­ρων κρα­τών που θα κα­λού­νταν «Με­σευ­ρώ­πη» (Mitteleuropa) με βα­σι­κούς εταί­ρους την Αυ­στρουγ­γα­ρία, το Βέλ­γιο, την Ολ­λαν­δία και ορι­σμέ­νες βαλ­κα­νι­κές χώρες και τέλος νο­μι­σμα­τι­κής ενο­ποί­η­σης όλης της συμ­μα­χι­κής προς τη Γερ­μα­νία Ευ­ρώ­πης με νό­μι­σμα το ευ­ρω­μάρ­κο (βλ. και το πε­ρί­φη­μο βι­βλίο του ιστο­ρι­κού Fritz Fischer «The military aims of Germany at the first world war», 1961). Αντί­στοι­χο σχέ­διο είχαν επε­ξερ­γα­σθεί και οι οι­κο­νο­μο­λό­γοι γύρω από τον Γκέ­ρινγκ και τον Σπέερ κατά τον Β’ Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο αλλά ακόμη και ομά­δες της άρ­χου­σας τάξης που αντι­τί­θε­ντο στο να­ζι­σμό (όπως η ομάδα γύρω από τον Στά­ου­φεν­μπεργκ και τον φον Κα­νά­ρις που ορ­γά­νω­σε το πρα­ξι­κό­πη­μα κατά του Χί­τλερ τον Ιού­λιο του 1944) και οι οποί­ες ήθε­λαν ένα πιο ευ­έ­λι­κτο και πιο ήπιο κα­θε­στώς ηγε­μο­νί­ας της Γερ­μα­νί­ας σε μια συμ­μα­χι­κή προς αυτήν Ευ­ρώ­πη. Όπως επι­ση­μαί­νει ο Βρε­τα­νός ιστο­ρι­κός Νάιαλ Φέρ­γκιου­σον, η τυχόν μη πα­ρέμ­βα­ση της Βρε­τα­νί­ας στον Α’ Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο το 1914 θα οδη­γού­σε σε μια οι­κο­νο­μι­κή «Ευ­ρω­παϊ­κή Ένωση» ήδη από τη δεύ­τε­ρη δε­κα­ε­τία του 20ού αιώνα («The Kaiser’s European Union»). Από την αρχή ήταν προ­φα­νές ότι αυτή η οι­κο­νο­μι­κή δομή δεν θα συμ­βά­δι­ζε με την ύπαρ­ξη μιας μα­ζι­κής δη­μο­κρα­τί­ας, παρά το ότι οι πο­λι­τι­κοί σύμ­βου­λοι του Κάι­ζερ ή του Χί­τλερ τό­νι­ζαν με ρα­τσι­στι­κά επι­χει­ρή­μα­τα τη δια­φο­ρά της πο­λι­τι­σμέ­νης Ευ­ρώ­πης από την απο­λί­τι­στη Ρωσία και τη βάρ­βα­ρη ανα­το­λι­κή Ευ­ρώ­πη. Ο κοι­νο­βου­λευ­τι­κός-απο­λυ­ταρ­χι­κός αυ­ταρ­χι­σμός ή ο να­ζι­σμός θα ήταν οι πο­λι­τι­κές όψεις της οι­κο­νο­μι­κής συσ­σω­μά­τω­σης μέσα από την οποία η Γερ­μα­νία θα κα­τα­πο­λε­μού­σε τη Βρε­τα­νία και τις ΗΠΑ σε διε­θνή κλί­μα­κα. Προ­φα­νώς, το αρ­χι­κό σχέ­διο για την ΕΟΚ και ει­δι­κά για την Ένωση Άν­θρα­κα και Χά­λυ­βα των Ρο­μπέρ Σου­μάν και Ζαν Μονέ καθώς και του Πολ-Αν­ρί Σπάακ ήταν ένα σχέ­διο -ανα­πό­φευ­κτα μετά τη συ­ντρι­βή του να­ζι­σμού-, το οποίο κι­νού­νταν σε μια αστι­κο­δη­μο­κρα­τι­κή και φι­λε­λεύ­θε­ρη πο­λι­τι­κά κα­τεύ­θυν­ση. Όμως, είναι φα­νε­ρό ότι δεν ήταν τα κί­νη­τρά τους βα­σι­κά πο­λι­τι­κά ή έστω αστι­κο­δη­μο­κρα­τι­κά, καθώς κι­νού­νταν γε­ω­πο­λι­τι­κά στο πλαί­σιο του Ψυ­χρού Πο­λέ­μου και οι­κο­νο­μι­κά στην ενί­σχυ­ση των βα­σι­κών ευ­ρω­παϊ­κών κρα­τών (πλην της Βρε­τα­νί­ας) στο πλαί­σιο του διε­θνούς κα­πι­τα­λι­στι­κού αντα­γω­νι­σμού και στη δια­μόρ­φω­ση της Κοι­νής Αγο­ράς. Επί­σης, ήταν ένα σχέ­διο το οποίο επι­χει­ρού­σε τη μο­νι­μό­τε­ρη πο­λι­τι­κο­οι­κο­νο­μι­κή εν­σω­μά­τω­ση της Δυ­τι­κής Γερ­μα­νί­ας στο δυ­τι­κο­ευ­ρω­παϊ­κό χώρο ώστε και να μην απο­τε­λέ­σει ξανά κίν­δυ­νο για την ευ­ρω­παϊ­κή ασφά­λεια αλλά και να συ­στή­σει ένα ισχυ­ρό ανά­χω­μα απέ­να­ντι στην «κομ­μου­νι­στι­κή επι­θε­τι­κό­τη­τα». Δεν είναι τυ­χαίο το γε­γο­νός ότι το σχέ­διο αυτό κα­θό­λου δεν αμ­φι­σβή­τη­σε την τε­λευ­ταία ενα­γώ­νια προ­σπά­θεια των αποι­κιο­κρα­τών (Γαλ­λία, Ολ­λαν­δία, Βρε­τα­νία, Βέλ­γιο, Πορ­το­γα­λία) να δια­τη­ρή­σουν τις αποι­κί­ες τους και να μα­το­κυ­λή­σουν τους λαούς για τα συμ­φέ­ρο­ντά τους. Επί­σης, το σχέ­διο αυτό ου­δό­λως αμ­φι­σβή­τη­σε την ήδη ύπαρ­ξη ή και εγκα­τά­στα­ση δι­κτα­το­ρι­κών κα­θε­στώ­των σε χώρες της δυ­τι­κής Ευ­ρώ­πης όπως στην Ισπα­νία, την Πορ­το­γα­λία και την Ελ­λά­δα, παρά το ότι στην πε­ρί­πτω­ση της Ελ­λά­δας «πά­γω­σε» η σχέση σύν­δε­σης. Tέλος, είναι φα­νε­ρό ότι αυτός ο «οι­κο­νο­μι­κός κο­σμο­πο­λι­τι­σμός» που αφορά τόσο τα αρ­χι­κά γερ­μα­νι­κά σχέ­δια όσο και το σχέ­διο για την ΕΟΚ, κα­θό­λου δεν αμ­φι­σβη­τού­σε τη στα­δια­κή κυ­ριαρ­χία των βα­σι­κών οι­κο­νο­μι­κών και πο­λι­τι­κών εθνι­κι­σμών στο κοινό στε­ρέ­ω­μα, απο­κλει­στι­κά του γερ­μα­νι­κού εθνι­κι­σμού στα αρ­χι­κά γερ­μα­νι­κά σχέ­δια, του γαλ­λι­κού και στα­δια­κά και του γερ­μα­νι­κού στο «σχέ­διο ΕΟΚ». Μήπως, όμως, μπο­ρεί η Ενω­μέ­νη Ευ­ρώ­πη να ανα­χθεί στο πε­ρί­φη­μο αρι­στε­ρό σύν­θη­μα για τις «Ενω­μέ­νες (Σο­σια­λι­στι­κές) Πο­λι­τεί­ες της Ευ­ρώ­πης»; Μήπως η συ­γκρό­τη­ση ενός κοι­νού ομο­σπον­δια­κού ευ­ρω­παϊ­κού κρά­τους έχει υπάρ­ξει και ιστο­ρι­κά το κα­τάλ­λη­λο έδα­φος για τη δη­μο­κρα­τι­κή και σο­σια­λι­στι­κή ανα­γέν­νη­ση στον ευ­ρω­παϊ­κό χώρο; Ήδη από την εποχή του πρώ­του ιμπε­ρια­λι­στι­κού πο­λέ­μου (1915) είχε τεθεί μέσα στο κα­μί­νι της εθνι­κι­στι­κής αλ­λη­λο­σφα­γής από πτέ­ρυ­γες της σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τί­ας των ευ­ρω­παϊ­κών χωρών το σύν­θη­μα των «Ενω­μέ­νων Πο­λι­τειών της Ευ­ρώ­πης» ως άμε­σος στό­χος που θα ήρε τον πό­λε­μο, θα ενί­σχυε τη δη­μο­κρα­τία και θα άνοι­γε το δρόμο προς το σο­σια­λι­σμό. Αυτή η πρό­τα­ση αφο­ρού­σε κυ­ρί­ως όχι ένα σχέ­διο οι­κο­νο­μι­κής ενο­ποί­η­σης, αλλά ένα σχέ­διο πο­λι­τι­κής ενο­ποί­η­σης με δευ­τε­ρεύ­ου­σα την οι­κο­νο­μι­κή συ­νι­στώ­σα. Σε αρ­κε­τά ση­μεία θύ­μι­ζε, από μια πά­ντως πιο προ­ο­δευ­τι­κή σκο­πιά, τη θε­ω­ρία του Κά­ου­τσκι για τον υπε­ρι­μπε­ρια­λι­σμό, δη­λα­δή τη διε­θνή ή έστω πε­ρι­φε­ρεια­κή ιμπε­ρια­λι­στι­κή ενο­ποί­η­ση και ολο­κλή­ρω­ση ως προ­στά­διο και ανα­γκα­στι­κό με­τα­βα­τι­κό βήμα προς το σο­σια­λι­σμό και φαί­νε­ται ότι αντα­να­κλού­σε ένα σχε­τι­κά ισχυ­ρό ρεύμα στη διε­θνή Αρι­στε­ρά. Όμως, ήταν ο Λένιν αυτός που αρ­νή­θη­κε την έν­νοια των «Ε.Π.Ε.». Σε μια ση­μα­ντι­κή το­πο­θέ­τη­σή του στο εσω­τε­ρι­κό της ρώ­σι­κης σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τί­ας ( βλ. και σε http://​www.​iskra.​gr/​index.​php?​option=com_​content&​view=article&​id=11916:​l...​) ο Λένιν υπο­στή­ρι­ξε ότι σε συν­θή­κες όξυν­σης των εν­δο­κα­πι­τα­λι­στι­κών και εν­δοϊ­μπε­ρια­λι­στι­κών αντι­θέ­σε­ων η υλο­ποί­η­ση του συν­θή­μα­τος θα οδη­γού­σε είτε σε μια αντι­δρα­στι­κή κα­τεύ­θυν­ση είτε θα ήταν απο­λύ­τως αδύ­να­τη. Η αντι­δρα­στι­κή κα­τεύ­θυν­ση θα σή­μαι­νε την απε­μπό­λη­ση της σο­σια­λι­στι­κής επα­νά­στα­σης σε κάθε μία χώρα, το να τεθεί ως προ­τε­ραιό­τη­τα ένας στό­χος είτε αδύ­να­τος είτε υπο­κεί­με­νος στον έλεγ­χο του τα­ξι­κού αντι­πά­λου και να απο­δε­χτεί το ερ­γα­τι­κό κί­νη­μα μια προ­σω­ρι­νή συμ­φω­νία των κα­πι­τα­λι­στών για τον αμοι­βαίο έλεγ­χο των πόρων και των αγο­ρών, δη­λα­δή μια προ­σω­ρι­νή συμ­μα­χία των κα­πι­τα­λι­στών με­τα­ξύ τους με κα­θο­ρι­σμό της σφαί­ρας επιρ­ρο­ής του κα­θε­νός. Ήδη η άρ­νη­ση της θε­ω­ρί­ας του «υπε­ρϊ­μπε­ρια­λι­σμού» από τον Λένιν φα­νέ­ρω­σε ότι μια συμ­φω­νία τέ­τοιου τύπου ανα­γκα­στι­κά θα ήταν προ­σω­ρι­νή και θα ήταν μια πα­ρέν­θε­ση έως τον επό­με­νο οι­κο­νο­μι­κό ή και πο­λι­τι­κο­στρα­τιω­τι­κό ιμπε­ρια­λι­στι­κό πό­λε­μο. Από τα πα­ρα­πά­νω προ­κύ­πτει σαφώς ότι η Αρι­στε­ρά δεν υπήρ­ξε ποτέ ο κύ­ριος ή ο έστω ηγε­μο­νι­κός πα­ρά­γων του συν­θή­μα­τος ή του πλαι­σί­ου για την Ενω­μέ­νη Ευ­ρώ­πη και ιδίως για την οι­κο­νο­μι­κά ενω­μέ­νη κα­πι­τα­λι­στι­κή Ευ­ρώ­πη. Το πλαί­σιο αυτό προ­τά­θη­κε κατά και­ρούς από τα επι­τε­λεία των ιμπε­ρια­λι­στι­κών αρ­χου­σών τά­ξε­ων των ισχυ­ρό­τε­ρων ευ­ρω­παϊ­κών κρα­τών (ιδίως από την Γερ­μα­νία) ή από δια­νο­ού­με­νους και πο­λι­τι­κούς των αρ­χου­σών τά­ξε­ων μετά το Δεύ­τε­ρο Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο και στο πλαί­σιο του Ψυ­χρού Πο­λέ­μου. Υπάρ­χει, όμως, ένα ζή­τη­μα όσον αφορά την πο­ρεία με­τα­σχη­μα­τι­σμού της ΕΟΚ σε Ευ­ρω­παϊ­κή Ένωση μέσα από την Ενιαία Ευ­ρω­παϊ­κή Πράξη του 1985: η από­φα­ση του κα­λο­και­ριού 1985 για την πο­ρεία προς μια στε­νό­τε­ρη ευ­ρω­παϊ­κή ενο­ποί­η­ση, την ολο­κλή­ρω­ση της εσω­τε­ρι­κής αγο­ράς και την τε­λι­κή νο­μι­σμα­τι­κή ενο­ποί­η­ση ως το 1992 και η τε­λι­κή υπο­γρα­φή της Ε.Ε.Π. το 1986 έφε­ραν, με­τα­ξύ άλλων, και το στίγ­μα/πα­ρέμ­βα­ση του Ιτα­λού πο­λι­τι­κού Αλ­τιέ­ρο Σπι­νέ­λι, ο οποί­ος υπήρ­ξε από τους πρω­τα­γω­νι­στές του ευ­ρω­παϊ­κού φε­ντε­ρα­λι­σμού, αλλά και ένας πο­λι­τι­κός πολύ κοντά στο Ιτα­λι­κό Κομ­μου­νι­στι­κό Κόμμα. Εδώ φαί­νε­ται όχι μια πρω­τα­γω­νι­στι­κή αρι­στε­ρή τάση στη συ­γκρό­τη­ση της οι­κο­νο­μι­κής Ενω­μέ­νης Ευ­ρώ­πης αλλά, αντί­θε­τα, μια ισχυ­ρή τάση ηγε­μό­νευ­σης ενός τμή­μα­τος της Αρι­στε­ράς (του προ­σκεί­με­νου στον Ιστο­ρι­κό Συμ­βι­βα­σμό) από το σχέ­διο των αρ­χου­σών τά­ξε­ων στην Ευ­ρώ­πη. Όπως και ο Ιστο­ρι­κός Συμ­βι­βα­σμός γε­νι­κό­τε­ρα, αυτή η τάση ηγε­μό­νευ­σης της Αρι­στε­ράς από τον ευ­ρω­παϊ­σμό κα­τέ­τει­νε στην τα­ξι­κή συ­νερ­γα­σία και στην απο­δο­χή ενός σχε­δί­ου με χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά όχι μόνο κα­πι­τα­λι­στι­κά με ταυ­τό­χρο­νη δια­τή­ρη­ση των όποιων δομών του με­τα­πο­λε­μι­κού κοι­νω­νι­κού κρά­τους αλλά όλο και πε­ρισ­σό­τε­ρο και όλο και πιο έντο­να νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρα. Θυ­μί­ζου­με εδώ ότι η πε­ρί­ο­δος σύ­να­ψης της Ενιαί­ας Ευ­ρω­παϊ­κής Πρά­ξης ήταν η πε­ρί­ο­δος των με­γά­λων συ­γκρού­σε­ων της βρε­τα­νι­κής άρ­χου­σας τάξης με τους αν­θρα­κω­ρύ­χους και της γερ­μα­νι­κής άρ­χου­σας τάξης με τους με­ταλ­λω­ρύ­χους (I.G. Metall) ενό­ψει της νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρης απα­ξί­ω­σης κε­φα­λαί­ου και κα­τα­στρο­φής πα­ρα­γω­γι­κών δυ­νά­με­ων από τις δυ­νά­μεις το κε­φα­λαί­ου. Προ­φα­νώς, η φυγή προς τα εμπρός των κα­πι­τα­λι­στι­κών ηγε­σιών στην Ευ­ρώ­πη είχε σχέση και με τα προ­βλή­μα­τα της τα­ξι­κής πάλης σε κάθε μια χώρα, όπου οι κοι­νω­νι­κές αντι­στά­σεις βιώ­νο­νταν ως οι­κο­νο­μι­κές και κοι­νω­νι­κές δυ­σκαμ­ψί­ες. Μύθος Δεύ­τε­ρος: Η ΕΟΚ, και η Ευ­ρω­παϊ­κή Ένωση ως διά­δο­χος της ΕΟΚ, απο­τέ­λε­σαν και απο­τε­λούν έναν τόπο ανά­πτυ­ξης και άν­θη­σης της δη­μο­κρα­τί­ας και ισχυ­ρής προ­στα­σί­ας των αν­θρω­πί­νων δι­καιω­μά­των. Υπο­στη­ρί­ζε­ται ευ­ρέ­ως ότι ο ευ­ρω­παϊ­κός πο­λι­τι­κός και κοι­νω­νι­κός χώρος είναι ο προ­νο­μια­κός για την ανά­πτυ­ξη των δι­καιω­μά­των και της δη­μο­κρα­τί­ας. Αυτό είναι ένα δια­κρι­τό επι­χεί­ρη­μα από το πα­σί­δη­λο γε­γο­νός ότι οι αξίες και οι ιδέες του ρε­που­μπλι­κα­νι­σμού και των αν­θρω­πί­νων δι­καιω­μά­των γεν­νή­θη­καν και ανα­πτύ­χθη­καν πρώτα απ’ όλα (αλλά όχι απο­κλει­στι­κά) στην Ευ­ρώ­πη και στις χώρες που επη­ρε­ά­σθη­καν άμεσα από τον ευ­ρω­παϊ­κό πο­λι­τι­σμό (όπως οι ΗΠΑ). Όμως, αυτό δεν ση­μαί­νει κα­θό­λου ότι η ΕΟΚ και η Ευ­ρω­παϊ­κή Ένωση από την ίδρυ­σή τους και μέχρι σή­με­ρα υπήρ­ξαν φι­λι­κές προς τη δη­μο­κρα­τία και τα αν­θρώ­πι­να δι­καιώ­μα­τα. Εδώ, πά­ντως, υπάρ­χει και μια αντι­νο­μία, η οποία αξί­ζει να προ­σε­χθεί. Η έν­νοια της δη­μο­κρα­τί­ας δυ­τι­κού τύπου πε­ρι­λαμ­βά­νει δύο δια­φο­ρε­τι­κά πράγ­μα­τα: α) τις πο­λι­τι­κές κα­τα­κτή­σεις των ερ­γα­ζο­μέ­νων από την αυγή του κα­πι­τα­λι­σμού και μέχρι σή­με­ρα (πο­λι­τι­κά δι­καιώ­μα­τα και ατο­μι­κά δι­καιώ­μα­τα με πο­λι­τι­κή χρήση, κοι­νω­νι­κά δι­καιώ­μα­τα) και β) το κα­θε­στώς ή μορφή κυ­ριαρ­χί­ας της αστι­κής δη­μο­κρα­τί­ας ως μορφή κυ­ριαρ­χί­ας του κε­φα­λαί­ου, η οποία εν­σω­μα­τώ­νει αλλά και απο­δυ­να­μώ­νει ταυ­τό­χρο­να τις πο­λι­τι­κές κα­τα­κτή­σεις των ερ­γα­ζο­μέ­νων. Η δεύ­τε­ρη διά­στα­ση της δη­μο­κρα­τί­ας υπήρ­ξε πραγ­μα­τι­κά για πολλά χρό­νια η αντι­προ­σω­πευ­τι­κή μορφή αστι­κής κυ­ριαρ­χί­ας στην Δυ­τι­κή Ευ­ρώ­πη και από ένα ση­μείο και πέρα και στην Ανα­το­λι­κή. Όμως, το πόσο έγι­ναν σε­βα­στά τα πο­λι­τι­κά και ατο­μι­κά δι­καιώ­μα­τα στην ΕΟΚ και την Ευ­ρω­παϊ­κή Ένωση δεν είναι αυ­τό­μα­τη συ­νέ­πεια του ότι μέχρι πρό­σφα­τα λει­τουρ­γού­σε ως έναν βαθμό η αστι­κή δη­μο­κρα­τία: είναι απο­τέ­λε­σμα της έκ­βα­σης της τα­ξι­κής πάλης στην Ευ­ρώ­πη, καθώς ιδίως μετά το τέλος της δε­κα­ε­τί­ας του 1980 η αστι­κή δη­μο­κρα­τία είναι τόπος συρ­ρί­κνω­σης των δι­καιω­μά­των της πλειο­ψη­φί­ας αλλά και καθώς τα τε­λευ­ταία χρό­νια η αστι­κή δη­μο­κρα­τία διε­θνώς στο πλαί­σιο της δο­μι­κής κρί­σης του κα­πι­τα­λι­σμού με­τα­τρέ­πε­ται σε μια μορφή κοι­νο­βου­λευ­τι­κού ολο­κλη­ρω­τι­σμού (ιδίως στην Ελ­λά­δα αλλά και αλλού στην Ε.Ε.). Η ΕΟΚ και η Ευ­ρω­παϊ­κή Ένωση έχουν υπάρ­ξει ιστο­ρι­κά δια­κυ­βερ­νη­τι­κές ενώ­σεις χωρίς εσω­τε­ρι­κή δη­μο­κρα­τι­κή ζωή. Όλες οι βα­σι­κές απο­φά­σεις των ορ­γά­νων τους ήταν αυ­θαί­ρε­τες σε σχέση με την πο­λι­τι­κή νο­μι­μο­ποί­η­ση του «λαού των εθνών-κρα­τών» ή του «λαού της Ευ­ρώ­πης» και στη­ρί­ζο­νταν στη δια­κυ­βερ­νη­τι­κή ενο­ποί­η­ση των αστών πο­λι­τι­κών και των ευ­ρω­παϊ­κών αρ­χου­σών τά­ξε­ων. Πρό­κει­ται για το σεμνά λε­γό­με­νο «δη­μο­κρα­τι­κό έλ­λειμ­μα» στην Ε.Ε. Τυ­πι­κά, η Ε.Ε., πέρα από το ζή­τη­μα της απου­σί­ας της δη­μο­κρα­τι­κής νο­μι­μο­ποί­η­σης της ίδιας της δομής της, προ­κρί­νει και θέτει ως όρο για την έντα­ξη σε αυτήν το αστι­κο­δη­μο­κρα­τι­κό και κοι­νο­βου­λευ­τι­κό κα­θε­στώς για κάθε μια χώ­ρα-μέ­λος. Άρα, ένα κρά­τος με αντι­δη­μο­κρα­τι­κή συ­μπε­ρι­φο­ρά θα έπρε­πε είτε να μην μπο­ρεί να εντάσ­σε­ται σε αυτήν ή να εκ­πί­πτει από τη συμ­με­το­χή της σε αυτήν και να διώ­κε­ται από αυτήν. Το γε­γο­νός ότι η ση­με­ρι­νή φι­λο­φα­σι­στι­κή Ου­κρα­νία θε­ω­ρεί­ται πρό­σφο­ρη για να εντα­χθεί στην Ε.Ε. -και μά­λι­στα κατά προ­τε­ραιό­τη­τα- κα­τα­δει­κνύ­ει ότι η Ε.Ε. είναι βα­σι­κά μια ιμπε­ρια­λι­στι­κή δια­κυ­βερ­νη­τι­κή συμ­μα­χία και ένωση, η οποία δεν τρέ­φει καμία αλη­θι­νή πίστη στις αξίες ακόμη και της αστι­κής δη­μο­κρα­τί­ας πα­ρα­δο­σια­κού τύπου. Η γε­ω­πο­λι­τι­κή και οι­κο­νο­μι­κή σκο­πι­μό­τη­τα της Ε.Ε. έχουν πλέον απεκ­δυ­θεί από κάθε δη­μο­κρα­τι­κό και πο­λι­τι­κά φι­λε­λεύ­θε­ρο πέπλο και η αντί­θε­ση με τον «αυ­ταρ­χι­σμό του Πού­τιν» μπο­ρεί να προ­σλά­βει ως σύμ­μα­χο και ακραία ακρο­δε­ξιές και φα­σι­στι­κές ομά­δες. Επι­πλέ­ον, οι αυ­στη­ρά νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρες πο­λι­τι­κές που επι­βλή­θη­καν στην Ε.Ε. ήδη από τις συν­θή­κες του Μά­α­στρι­χτ (1991) και Άμ­στερ­νταμ (1997) με αφε­τη­ρία τις τέσ­σε­ρις βα­σι­κές ελευ­θε­ρί­ες της Ε.Ε.(ελευ­θε­ρία κί­νη­σης εμπο­ρευ­μά­των και υπη­ρε­σιών, ελευ­θε­ρία κί­νη­σης ερ­γα­ζο­μέ­νων, ελευ­θε­ρία κί­νη­σης κε­φα­λαί­ων) σή­μα­ναν και μέσα από ει­δι­κό­τε­ρα νο­μο­θε­τή­μα­τα και δρά­σεις-πλαί­σια (Λευκή Βί­βλος, Πρά­σι­νη Βί­βλος) τόσο την κα­ταρ­ρά­κω­ση των ερ­γα­σια­κών και κοι­νω­νι­κών δι­καιω­μά­των και τη συρ­ρί­κνω­ση της δη­μό­σιας πε­ριου­σί­ας και της κοι­νω­νι­κής ωφε­λι­μό­τη­τας όσο και τη συ­στο­λή των δι­καιω­μά­των πο­λι­τι­κής συμ­με­το­χής, αφού τα εθνι­κά Κοι­νο­βού­λια και απο­στε­ρή­θη­καν τη λήψη αυτών των βα­σι­κών επι­λο­γών αλλά και υπο­χρε­ώ­θη­καν να αντι­στοι­χη­θούν με αυτές τις επι­λο­γές. Την ίδια στιγ­μή η διε­ξα­γω­γή δη­μο­ψη­φι­σμά­των κατά της έντα­ξης στην Ε.Ε. ή κατά βα­σι­κών επι­λο­γών της Ε.Ε. (όπως το Ευ­ρω­σύ­νταγ­μα) μετά από δια­δο­χι­κές αρ­νή­σεις ορι­σμέ­νων λαών (Γαλ­λία, Ιρ­λαν­δία, Ολ­λαν­δία) κα­τέ­λη­ξε σε φιά­σκο, αφού οι απο­φά­σεις αυτές απα­ξιώ­θη­καν και αγνο­ή­θη­καν από τις αστι­κές τά­ξεις και τη γρα­φειο­κρα­τία των Βρυ­ξελ­λών. Ακόμη πιο πρό­σφα­τα, η ει­σα­γω­γή από τα όρ­γα­να της Ε.Ε. ρυθ­μί­σε­ων που επι­τεί­νουν και εν­δυ­να­μώ­νουν τις ρυθ­μί­σεις του Μά­α­στρι­χτ για το δη­μο­σιο­νο­μι­κό έλ­λειμ­μα και χρέος, τον πλη­θω­ρι­σμό κ.λπ. όπως το Δη­μο­σιο­νο­μι­κό Σύμ­φω­νο ή το Σύμ­φω­νο Στα­θε­ρό­τη­τας ή οι ρυθ­μί­σεις για τον έλεγ­χο των εθνι­κών προ­ϋ­πο­λο­γι­σμών απο­δυ­να­μώ­νει πλή­ρως τον έλεγ­χο των εθνι­κών κρα­τών πάνω στην οι­κο­νο­μι­κή και δη­μο­σιο­νο­μι­κή πο­λι­τι­κή τους και, άρα, αίρει βα­σι­κές όψεις της λαϊ­κής κυ­ριαρ­χί­ας στα κρά­τη-μέ­λη της Ε.Ε. Έτσι, οι νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρες και ιμπε­ρια­λι­στι­κές ρυθ­μί­σεις δεν μπο­ρούν να απο­τε­λέ­σουν αντι­κεί­με­νο αντι­πα­ρά­θε­σης και να κα­ταρ­γη­θούν από την πάλη των λαών και των ερ­γα­ζο­μέ­νων σε κάθε κρά­τος, ενώ, ακόμη και αν γίνει κα­τορ­θω­τός ο συ­ντο­νι­σμός των ερ­γα­ζο­μέ­νων σε ευ­ρω­παϊ­κή κλί­μα­κα, οι άρ­χου­σες τά­ξεις θα απα­ντή­σουν με ένα συ­νε­κτι­κό πλαί­σιο κα­τα­στρο­φι­κών αντι­μέ­τρων για τη μι­σθω­τή ερ­γα­σία αλλά και θα απει­λή­σουν με τη διά­λυ­ση της Ε.Ε. και την ανα­δί­πλω­σή της σε μι­κρό­τε­ρη και στε­νό­τε­ρη βάση. Η Ε.Ε. δεν μπο­ρεί στο θέμα της δη­μο­κρα­τί­ας -όπως και στο θέμα της οι­κο­νο­μί­ας- να πάψει να είναι αντι­δρα­στι­κή. Τρεις πι­θα­νό­τη­τες ανοί­γο­νται ιστο­ρι­κά: ή η ανα­δί­πλω­ση της Ε.Ε. σε έναν στε­νό­τε­ρο πυ­ρή­να κάτω από την πάλη των λαών ή η συ­νέ­χι­ση και εμ­βά­θυν­ση/ενο­ποί­η­σή της προς μια αντι­δρα­στι­κό­τε­ρη ακόμη κα­τεύ­θυν­ση ή η στα­δια­κή ή και ταυ­τό­χρο­νη διά­λυ­σή της κάτω από την πάλη των λαών και των ερ­γα­ζο­μέ­νων και η κα­τα­σκευή ενός πραγ­μα­τι­κά δη­μο­κρα­τι­κού και σο­σια­λι­στι­κού κοι­νού ευ­ρω­παϊ­κού οι­κο­δο­μή­μα­τος που δεν θα αίρει, όμως, την το­πι­κό­τη­τα και τις εθνι­κές και πο­λι­τι­στι­κές ιδιο­μορ­φί­ες. Η τέ­ταρ­τη εκ­δο­χή, αυτή του δη­μο­κρα­τι­κού με­τα­σχη­μα­τι­σμού της Ε.Ε., προ­ϋ­πο­θέ­τει μια πο­λι­τι­κή και θε­σμι­κή ευ­ε­λι­ξία και πο­λι­τι­κή «ανοι­χτό­τη­τα» αυτών των δομών, κάτι που δεν έχει επι­βε­βαιω­θεί από κα­νέ­να επει­σό­διο της εξέ­λι­ξής τους και ιδίως έχει δρα­μα­τι­κά δια­ψευ­σθεί μετά την πλήρη νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρη ηγε­μο­νία στην Ε.Ε. (1991). Μήπως, όμως, η ΕΟΚ και η Ε.Ε. υπήρ­ξαν όντως απο­τε­λε­σμα­τι­κά θε­σμι­κά με­τε­ρί­ζια κατά των αντι­δη­μο­κρα­τι­κών ή και ανοι­χτά αυ­ταρ­χι­κών πο­λι­τι­κών στα κράτη της δυ­τι­κής και αρ­γό­τε­ρα και της ανα­το­λι­κής Ευ­ρώ­πης και στη­ρίγ­μα­τα της «κοι­νω­νί­ας των πο­λι­τών»; Ας κά­νου­με εδώ ένα μικρό ιστο­ρι­κό απο­λο­γι­σμό: Η Γαλ­λία, όντας μέλος της ΕΟΚ μετά το 1957, πραγ­μα­το­ποί­η­σε έναν αι­μα­το­βαμ­μέ­νο αποι­κιο­κρα­τι­κό αγώνα στην Αλ­γε­ρία μέχρι το 1961. Στο πλαί­σιο αυτού του αγώνα και πέρα από τα λου­τρά αί­μα­τος και τα βα­σα­νι­στή­ρια στην ίδια τη μαρ­τυ­ρι­κή Αλ­γε­ρία, οι Γάλ­λοι αποι­κιο­κρά­τες δο­λο­φό­νη­σαν το 1961 πε­ρί­που εκατό Αλ­γε­ρι­νούς δια­δη­λω­τές στο Πα­ρί­σι και πέ­τα­ξαν τα πτώ­μα­τά τους στον Ση­κουά­να (βλ. και σε Ντι­ντιέ Ντε­νένξ «Έγκλη­μα και μνήμη»). Η Γαλ­λία, η Βρε­τα­νία και η Γερ­μα­νία στή­ρι­ξαν ολό­πλευ­ρα τον αγώνα των ΗΠΑ στο Βιετ­νάμ (1963-1973). Η Βρε­τα­νία, όντας μέλος της ΕΟΚ από την­δε­κα­ε­τία του 1970, άσκη­σε μια πα­γκό­σμια αποι­κιο­κρα­τι­κή πο­λι­τι­κή αλλά και ει­δι­κό­τε­ρα στο βρε­τα­νι­κό και ιρ­λαν­δι­κό έδα­φος κα­τα­πά­τη­σε ανοι­χτά τα αν­θρώ­πι­να δι­καιώ­μα­τα, οδή­γη­σε απερ­γούς πεί­νας στο θά­να­το και επέ­βα­λε μια στρα­το­κρα­τι­κή κα­τα­πιε­στι­κή πο­λι­τι­κή. Επί­σης, η θα­τσε­ρι­κή πο­λι­τι­κή, χωρίς καμία αντί­δρα­ση από την ελίτ της ΕΟΚ, κα­τέ­στει­λε βάρ­βα­ρα τις απερ­γί­ες με την έφιπ­πη αστυ­νο­μία και τα λοκ άουτ κατά των απερ­γών. Το Βέλ­γιο ως μέλος της ΕΟΚ πα­ρε­νέ­βη στο Κογκό στις αρχές του ’60 υπο­κι­νώ­ντας πρα­ξι­κο­πή­μα­τα, αι­μα­τη­ρές επεμ­βά­σεις και δο­λο­φο­νί­ες των αρι­στε­ρών ηγε­τών της χώρας όπως ο Πα­τρίς Λου­μού­μπα. Η Γαλ­λία και η Βρε­τα­νία μέχρι και σή­με­ρα επεμ­βαί­νουν ανοι­χτά στην Αφρι­κή και αλλού (Μάλι, Κε­ντρο­α­φρι­κα­νι­κή Δη­μο­κρα­τία, Νέα Κα­λη­δο­νία, Σιέρα Λεόνε κ.ά.) επι­βάλ­λο­ντας με το αίμα την κλοπή των πρώ­των υλών και πνί­γο­ντας την ανα­πτυ­ξια­κή και κοι­νω­νι­κή πο­ρεία αυτών των χωρών. Βε­βαί­ως, κάθε αντί­δρα­ση στις πο­λι­τι­κές αυτές των ευ­ρω­παϊ­κών πο­λυ­ε­θνι­κών δια­βά­ζε­ται ως «εθνι­κι­σμός», «φι­λοϊ­σλα­μι­σμός», φο­ντα­με­ντα­λι­σμός και τα λοιπά γνω­στά. Η Γερ­μα­νία, όντας μέλος της ΕΟΚ και αρ­γό­τε­ρα της Ε.Ε., κυ­νή­γη­σε αλύ­πη­τα τους κομ­μου­νι­στές και αρι­στε­ρούς στο εσω­τε­ρι­κό της ως πρά­κτο­ρες του «ανα­το­λι­κού μπλοκ» και στη συ­νέ­χεια κα­τέ­στει­λε άγρια το φοι­τη­τι­κό κί­νη­μα του γερ­μα­νι­κού Μάη 1968 και αντι­με­τώ­πι­σε το φαι­νό­με­νο του αρι­στε­ρού αντάρ­τι­κου πάλης με την υστε­ρι­κή τρο­μο­χει­ρα­γώ­γη­ση των πο­λι­τών, τη βαθιά πε­ρι­στο­λή των δι­καιω­μά­των των κα­τη­γο­ρου­μέ­νων και κρα­του­μέ­νων έως και τη δο­λο­φο­νία με­ρι­κών από αυ­τούς στα πε­ρί­φη­μα «λευκά κελιά»( 1976,1977). Δεν γνω­ρί­ζω να υπήρ­ξε κά­ποια αντί­δρα­ση της ελίτ της ΕΟΚ ή της γρα­φειο­κρα­τί­ας της κατά των αντι­δρα­στι­κών και ανε­λεύ­θε­ρων αυτών πο­λι­τι­κών αλλά ούτε, βε­βαί­ως, και κατά της αντερ­γα­τι­κής και αντια­περ­για­κής πο­λι­τι­κής της Βόν­νης. Ακόμη δε και το Ευ­ρω­παϊ­κό Δι­κα­στή­ριο Δι­καιω­μά­των του Αν­θρώ­που, το οποίο δεν υπά­γε­ται στην ΕΟΚ/Ε.Ε. αλλά στο Συμ­βού­λιο της Ευ­ρώ­πης, δεν δέ­χθη­κε -σε αντί­θε­ση με άλλες φι­λε­λεύ­θε­ρες πο­λι­τι­κά πα­ρεμ­βά­σεις του, όπως κατά της ελ­λη­νι­κής δι­κτα­το­ρί­ας- ότι οι γερ­μα­νι­κές αρχές στο θέμα της αντι­τρο­μο­κρα­τί­ας υπε­ρέ­βη­σαν διε­θνή δι­καιώ­μα­τα και αν­θρω­πι­στι­κές αρχές. Οι βα­σι­κές χώρες της Ε.Ε. όχι μόνο στή­ρι­ξαν τη διά­σπα­ση της Γιου­γκο­σλα­βί­ας και το βομ­βαρ­δι­σμό της από τους Αμε­ρι­κα­νούς (1999) αλλά και με­τεί­χαν σε αυτόν το βομ­βαρ­δι­σμό (βε­βαί­ως, και η Ελ­λά­δα) πραγ­μα­το­ποιώ­ντας εγκλή­μα­τα κατά της αν­θρω­πό­τη­τας. Επί­σης, οι χώρες αυτές (ιδίως η Γερ­μα­νία ως προς την Κρο­α­τία) ενί­σχυ­σαν από τη δε­κα­ε­τία του ’70 ήδη τις απο­σχι­στι­κές τά­σεις στη Γιου­γκο­σλα­βία και την κα­τα­στρο­φή του ομο­σπον­δια­κού κρά­τους για να προ­ω­θή­σουν τα στενά ιμπε­ρια­λι­στι­κά και γε­ω­πο­λι­τι­κά τους συμ­φέ­ρο­ντα, τα οποία συ­νέ­κλι­ναν με εκεί­να των Αμε­ρι­κα­νών. Στη συ­νέ­χεια, ο γαλ­λο-γερ­μα­νι­κός άξο­νας τά­χθη­κε κατά της επέμ­βα­σης των ΗΠΑ στο Ιράκ (2003). Όμως, αυτό έγινε κα­θα­ρά λόγω αντα­γω­νι­στι­κών συμ­φε­ρό­ντων στην πε­ριο­χή και όχι λόγω κά­ποιων αν­θρω­πι­στι­κών ή ει­ρη­νι­στι­κών αρχών. Οι χώρες της Ε.Ε. συ­νέ­χι­σαν να χα­ρα­κτη­ρί­ζουν «τρο­μο­κρά­τες» τα μέλη της ιρα­κι­νής αντί­στα­σης, να προ­σφέ­ρουν πε­ριο­χές τους ως στρα­τό­πε­δα συ­γκέ­ντρω­σης και να συμ­βάλ­λουν στην εκ­παί­δευ­ση και εξο­πλι­σμό των κα­το­χι­κών δυ­νά­με­ων. Επί­σης, τα βα­σι­κά μέλη της Ε.Ε. μετά τους Δί­δυ­μους Πύρ­γους ει­σή­γα­γαν μια νέα γενιά αντι­τρο­μο­κρα­τι­κών νόμων, οι οποί­οι πε­ριέ­στει­λαν τα δι­καιώ­μα­τα των κρα­του­μέ­νων και ιδίως ενί­σχυ­σαν την ποι­νι­κο­ποί­η­ση των κοι­νω­νι­κών αντι­στά­σε­ων. Επί­σης, οι χώρες της Ανα­το­λι­κής Ευ­ρώ­πης που απο­τέ­λε­σαν τη Νέα Ευ­ρώ­πη του Μπους (θυ­μί­ζου­με ότι και οι ναζί χα­ρα­κτή­ρι­ζαν το κα­το­χι­κό οι­κο­δό­μη­μά τους «Νέα Ευ­ρώ­πη») και στή­ρι­ξαν τις απα­γω­γές και τα βα­σα­νι­στή­ρια κατά «τρο­μο­κρα­τών», αντα­μεί­φθη­καν πλου­σιο­πά­ρο­χα με την έντα­ξή τους στην Ε.Ε. των «27» το 2004. Δεν θυ­μά­μαι κάτι για κα­τα­δί­κες του πυ­ρή­να της Ε.Ε. κατά των χωρών της Ανα­το­λι­κής Ευ­ρώ­πης γι’ αυτές τις φι­λο­πό­λε­μες και αντι­δι­καιο­κρα­τι­κές πρα­κτι­κές τους. Η Ιτα­λία, μέλος της ΕΟΚ από το 1957, είναι από μόνη της μια «αντι­δη­μο­κρα­τι­κή ήπει­ρος». Στα τέλη του ’60 και αρχές του ’70 παί­χτη­κε σο­βα­ρά το εν­δε­χό­με­νο ενός ακρο­δε­ξιού στρα­τιω­τι­κού πρα­ξι­κο­πή­μα­τος ενά­ντια στην ερ­γα­τι­κή τάξη και το ιτα­λι­κό «Θερμό φθι­νό­πω­ρο». Οι ΗΠΑ και το ιτα­λι­κό κε­φά­λαιο καθώς και οι μυ­στι­κές υπη­ρε­σί­ες της Ιτα­λί­ας, των ΗΠΑ και της Ελ­λά­δας θα ήταν οι στυ­λο­βά­τες του, αν χρεια­ζό­ταν. Η προ­ε­τοι­μα­σία του εκ­δη­λώ­θη­κε με σειρά δε­ξιών τρο­μο­κρα­τι­κών χτυ­πη­μά­των. Δεν γνω­ρί­ζω καμία πρω­το­βου­λία της τότε ΕΟΚ για να απο­τρέ­ψει ένα τέ­τοιο εν­δε­χό­με­νο καθώς και καμία πρω­το­βου­λία της τότε ΕΟΚ για να απο­τρέ­ψει τα σχέ­δια του Ντε Γκολ για στρα­τιω­τι­κό πρα­ξι­κό­πη­μα το Μάιο και Ιού­νιο του ’68 στη Γαλ­λία (Π. Σί­ηλ-Μ. Μα­κον­βίλ «Η γαλ­λι­κή επα­νά­στα­ση του Μαΐου 1968», εκ­δό­σεις Θε­ω­ρία). Ούτε και πι­στεύω ότι, αν είχαν συμ­βεί αυτές οι μορ­φές εκτρο­πής, η Γαλ­λία ή η Ιτα­λία θα απο­χω­ρού­σαν ή θα εκ­διώ­κο­νταν από την ΕΟΚ. Επί­σης, το 2001 και πά­ντο­τε στους κόλ­πους της Ε.Ε. οι με­γά­λες κι­νη­το­ποι­ή­σεις στη Γέ­νο­βα απο­τέ­λε­σαν στόχο μιας με­γά­λης κα­τα­σταλ­τι­κής επί­θε­σης του ιτα­λι­κού αστι­κού κρά­τους. Οι υπη­ρε­σί­ες και τα όρ­γα­να κρα­τι­κής ασφά­λειας των χωρών της Ε.Ε. σή­με­ρα θε­ω­ρούν ως «τρο­μο­κρα­τι­κές» πο­λι­τι­κο­στρα­τιω­τι­κές ορ­γα­νώ­σεις με έντο­νη αντι­ι­μπε­ρια­λι­στι­κή και αντια­με­ρι­κα­νι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα όπως η Χεζ­μπο­λά στο Λί­βα­νο, η Χαμάς στην Πα­λαι­στί­νη, η DHCP στην Τουρ­κία, κουρ­δι­κές μα­χη­τι­κές ορ­γα­νώ­σεις κ.ά. Είναι προ­φα­νές ότι το κρι­τή­ριο αξιο­λό­γη­σης των ορ­γα­νώ­σε­ων αυτών σαν «τρο­μο­κρα­τι­κών» είναι απο­τέ­λε­σμα αυ­στη­ρά σκό­πι­μης πο­λι­τι­κής αξιο­λό­γη­σης σε σύ­μπνοια με τις πο­λι­τι­κές των ΗΠΑ και του Ισ­ρα­ήλ. Οι δυ­νά­μεις ασφα­λεί­ας και οι αστυ­νο­μί­ες της Ε.Ε. ή θε­σμοί όπως η Frontex αντι­με­τω­πί­ζουν με τη βία και τον αυ­ταρ­χι­σμό τους αν­θρώ­πους των με­γά­λων με­τα­να­στευ­τι­κών ρευ­μά­των, φθά­νο­ντας συχνά στην κρα­τι­κή δο­λο­φο­νία (όπως στο Φαρ­μα­κο­νή­σι). Η Ευ­ρώ­πη αυτή μοιά­ζει άλ­λο­τε με στρα­τό­πε­δο συ­γκέ­ντρω­σης (όπως αυτά που στή­νο­νται στην Ελ­λά­δα) άλ­λο­τε με φυ­λα­κή και άλ­λο­τε με φρού­ριο. Πα­ρα­τη­ρού­με, λοι­πόν, ένα γο­νι­δια­κό και δο­μι­κό αντι­δη­μο­κρα­τι­κό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό των ιμπε­ρια­λι­στι­κών και κα­πι­τα­λι­στι­κών χωρών που συ­γκρο­τούν την ΕΟΚ/Ε.Ε. Το στοι­χείο αυτό, το οποίο συν­δέ­ε­ται και με την πο­ρεία προς την αυ­ταρ­χι­κή αστι­κή δη­μο­κρα­τία στη Δύση ήδη από τη δε­κα­ε­τία του 1960, αλλά και με την πο­ρεία προς τον ανοι­χτό κοι­νο­βου­λευ­τι­κό ολο­κλη­ρω­τι­σμό και «εξαί­ρε­ση» τα τε­λευ­ταία χρό­νια, έχει ενι­σχυ­θεί ιστο­ρι­κά και πο­λι­τι­κά μέσα από το με­τα­σχη­μα­τι­σμό της ΕΟΚ σε Ε.Ε. μετά το 1985 και το 1991. Άλ­λω­στε, η ΕΟΚ είχε υπέρ της τις δομές του ευ­ρω­παϊ­κού κοι­νω­νι­κού κρά­τους χάρη στην πάλη των ερ­γα­ζο­μέ­νων στη Δύση αλλά και στην ύπαρ­ξη του αντα­γω­νι­στι­κού πα­ρα­δείγ­μα­τος του «υπαρ­κτού σο­σια­λι­σμού» (Έρικ Χο­μπ­σμπά­ουμ). Αυτό επερ­ρώ­νυε και ενί­σχυε κάπως το φι­λο­ευ­ρω­παϊ­κό επι­χεί­ρη­μα των Ιτα­λών ευ­ρω­κομ­μου­νι­στών υπέρ της ΕΟΚ. Ακόμη όμως και αν αυτό το επι­χεί­ρη­μα είχε κά­ποια βάση ως το 1989, στη συ­νέ­χεια απλώς χρη­σι­μο­ποιού­νταν μια πραγ­μα­τι­κό­τη­τα του πα­ρελ­θό­ντος ώστε να νο­μι­μο­ποι­ή­σει το ζο­φε­ρό παρόν. Συ­νε­πώς, η θέση ότι οι θε­σμοί της Ε.Ε. απο­τε­λούν πεδίο αγώνα με στόχο τον τα­ξι­κό με­τα­σχη­μα­τι­σμό τους και με­τα­βαλ­λό­με­νη σχέση δύ­να­μης δεν απο­δει­κνύ­ε­ται ούτε ιστο­ρι­κά αλλά ούτε και με βάση την κρι­τι­κή πο­λι­τι­κή θε­ω­ρία. Αυτό δεν ση­μαί­νει ότι απο­κλεί­ε­ται μια θε­τι­κή έκ­βα­ση της τα­ξι­κής πάλης να απο­τυ­πω­θεί συ­γκυ­ρια­κά σε ένα σχε­τι­κά θε­τι­κό­τε­ρο πλαί­σιο επι­λο­γών όμως αυτή δεν θα είναι η κύρια επι­λο­γή/εκ­δο­χή εντός αυτών των δομών σε στρα­τη­γι­κή κλί­μα­κα. Στην κλί­μα­κα αυτή, η υπάρ­χου­σα εξου­σία θα με­τα­το­πι­σθεί προς μια αυ­ταρ­χι­κό­τε­ρη και αντι­δρα­στι­κό­τε­ρη τα­ξι­κή επι­λο­γή και πι­θα­νόν προς μια άλλη γε­ω­γρα­φι­κή και πο­λι­τι­κο-οι­κο­νο­μι­κή ολό­τη­τα. Τρί­τος μύθος : H E.E. είναι βα­σι­κός πυ­λώ­νας και επι­τε­λείο αντί­στα­σης των κοι­νω­νιών στο φα­σι­σμό και το να­ζι­σμό. Παρά τα εγ­χει­ρή­μα­τα ορι­σμέ­νων τε­χνο­κρα­τών της Ε.Ε. να κα­τα­δεί­ξουν τους κιν­δύ­νους από την επέ­κτα­ση του να­ζι­σμού και του φα­σι­σμού σε χώρες όπως η Ελ­λά­δα (βλ. Έκ­θε­ση του Μούζ­νιεκς το 2013, η οποία έθετε εν­δια­φέ­ρο­ντα ζη­τή­μα­τα ως προς την ασυ­λία της Χρυ­σής Αυγής και των ρα­τσι­στι­κών επι­θέ­σε­ων στην Ελ­λά­δα), η βα­σι­κή λο­γι­κή των κρα­τών-με­λών της Ε.Ε. αλλά και των πο­λι­τι­κών που προ­ω­θού­νται στην Ευ­ρώ­πη από την Ε.Ε. και τα ΔΝΤ ενι­σχύ­ει κα­θη­με­ρι­νά την ανά­πτυ­ξη του φα­σι­σμού και της Ακρο­δε­ξιάς στην Ευ­ρώ­πη. Η άνο­δος του συ­ντη­ρη­τι­κού ή και ακρο­δε­ξιού σκέ­λους ή συ­νι­στώ­σας του ευ­ρω­σκε­πτι­κι­σμού είναι το άμεσο απο­τέ­λε­σμα της αδυ­να­μί­ας της ευ­ρω­παϊ­κής Αρι­στε­ράς (και ιδίως του ΚΕΑ) να απα­ντή­σει στον κα­θε­στω­τι­κό ευ­ρω­παϊ­σμό και στις ακραία νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρες, ιμπε­ρια­λι­στι­κές και κα­πι­τα­λι­στι­κές πο­λι­τι­κές προ­τά­σεις του. Η απο­χώ­ρη­ση της Αρι­στε­ράς από το μα­χη­τι­κό και αγω­νι­στι­κό προ­σκή­νιο και η ωραιο­ποί­η­ση της Ε.Ε. μέσα από πλα­στά κο­σμο­πο­λι­τι­κά και δήθεν «διε­θνι­στι­κά» ιδε­ώ­δη και αξίες, ση­κώ­νει όλο το δυ­να­τό αέρα στα πανιά του δε­ξιού και ακρο­δε­ξιού ευ­ρω­σκε­πτι­κι­σμού, την ίδια στιγ­μή που η Αρι­στε­ρά θα έπρε­πε να ηγη­θεί στο ευ­ρω­σκε­πτι­κι­στι­κό ρεύμα και να το με­τα­σχη­μα­τί­σει σε αρι­στε­ρή ρι­ζο­σπα­στι­κή κα­τεύ­θυν­ση. Επι­πλέ­ον, η νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρη πο­λι­τι­κή της Ε.Ε. στην ανα­το­λι­κή Ευ­ρώ­πη πάει χέρι - χέρι με τις πιο αντι­δρα­στι­κές και συχνά φα­σι­στι­κές πο­λι­τι­κές στις χώρες αυτές. Ανα­βί­ω­ση των Ές Ές στα βαλ­τι­κά κράτη, ακραί­ος κα­θο­λι­κι­σμός στην Πο­λω­νία, επέ­κτα­ση των δομών του ΝΑΤΟ προς την Ανα­το­λή και συ­μπί­ε­ση του ρώ­σι­κου κα­πι­τα­λι­στι­κού άξονα, ενί­σχυ­ση του φα­σι­σμού στην Ουγ­γα­ρία, τη Ρου­μα­νία, την Ου­κρα­νία (στην τε­λευ­ταία, ανοι­χτά φι­λο­φα­σι­στι­κή «αλ­λα­γή κα­θε­στώ­τος»). Ποια πο­λι­τι­κά φι­λε­λεύ­θε­ρα ή δη­μο­κρα­τι­κά ή πολύ πε­ρισ­σό­τε­ρο κοι­νω­νιο­κε­ντρι­κά στοι­χεία έχει ενι­σχύ­σει η Ε.Ε. στην Ανα­το­λι­κή Ευ­ρώ­πη; Απο­λύ­τως κα­νέ­να, τα ακρι­βώς αντί­θε­τα ιδα­νι­κά και αξίες είναι τα credo των φι­λο-Ε.Ε. και φι­λο­α­με­ρι­κα­νι­κών ηγε­τών στην Ανα­το­λι­κή Ευ­ρώ­πη. Τα ίδια ακρι­βώς συμ­βαί­νουν και στην Ελ­λά­δα, όπου ακόμη και ανοι­χτά πρα­ξι­κο­πή­μα­τα όπως αυτό του Ιου­νί­ου 2013 στην ΕΡΤ έτυ­χαν της επι­δο­κι­μα­σί­ας των ηγε­τών της Ε.Ε. και της ευ­ρω­ζώ­νης ως φι­λι­κά προς τον ανα­γκαίο πε­ριο­ρι­σμό του δη­μό­σιου τομέα και της δη­μο­σιο­ϋ­παλ­λη­λί­ας... -

See more at: http://rproject.gr/article/eyropi-kai-aristeros-eyropaismos#sthash.wH5MxFw2.vJqlbmRU.dpuf

Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2014

Κυβέρνηση της αριστεράς ή μόνο κυβέρνηση;

Καθώς πλησιάζουν οι αυτοδιοικητικές εκλογές, ο ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει να απομακρύνεται από όσα επί χρόνια αποτελούσαν κοινό τόπο για το μεγαλύτερο μέρος του, και να προσεγγίζει τη γνωστή και δοκιμασμένη συνταγή των κομμάτων εξουσίας να μετατρέπουν τις αυτοδιοικητικές εκλογές σε δημοσκόπηση της εκλογικής τους επιρροής. Ενδεικτικό είναι το κεντρικό σύνθημα: «Τρεις κάλπες, μια επιλογή: να νικήσουμε!»

Είναι λοιπόν πολιτικές οι αυτοδιοικητικές εκλογές;

Η «επίσημη γραμμή» εξηγεί ότι τόσο μέσα από τις αυτοδιοικητικές κάλπες  -όσο και από τις ευρωκάλπες, θα εξαχθούν «πολιτικά συμπεράσματα» που ενδεχομένως θα κρίνουν την επιβίωση της κυβέρνησης. Όμως η μονομερής αυτή οπτική παράγει προβληματικά αποτελέσματα. Η επίκληση της κρίσιμης συγκυρίας και η ανάγκη για «διεύρυνση» και «συμμαχίες», χρησιμοποιούνται ως άλλοθι για την αναπαραγωγή μιας παθολογίας που αποτελεί βασικό παράγοντα ενσωμάτωσης στο «σύστημα». Πρόκειται για τη μετατόπιση του κέντρου βάρους από την κοινωνική παρέμβαση, στην κατάκτηση της εξουσίας. Το κόμμα υποκαθιστά την κοινωνία και ο μηχανισμός φαντάζει ως ο καταλύτης των εξελίξεων. Στον αντίποδα αυτής της λογικής, η αυτοδιοίκηση είναι το πεδίο όπου οι πολίτες έχουν τη δυνατότητα να κάνουν πολιτική οι ίδιοι. Και τα ερωτήματα που θα έπρεπε να μας απασχολούν, ειδικά σήμερα που για πολλούς η πολιτική ακούγεται σαν κακόφημη έννοια, είναι το πώς μπορούν να εμπνευστούν οι «από κάτω»; Πώς μπορούν να ξεφύγουν από τη λογική της ανάθεσης; Πώς γίνεται να ενισχυθεί η αυτοοοργάνωση, η χειραφέτηση και η αξιοπρέπειά τους; Πώς η πολιτική θα πάψει να είναι υπόθεση των πάσης φύσεως ειδικών; Οι αυτοδιοικητικές εκλογές θεωρούμε ότι είναι πολιτικές γιατί μπορούν να οδηγήσουν σε κοινωνικό άνοιγμα, να σπάσουν τις γραφειοκρατίες, να ραγίσουν τις εξουσιαστικές δομές, να εμπλουτίσουν το συλλογικό «εμείς», που ανοίγει δρόμους. Και, κυρίως, να δώσουν άμεσα παραδείγματα μιας άλλης κοινωνίας, του άλλου κόσμου του εφικτού που οραματιζόμαστε.

Από την πολιτική των δρόμων στην απολιτική των διαδρόμων


Ανεδαφικές φαντασιώσεις; Και όμως. Μόλις πριν από λίγους μήνες, ψηφιζόταν στο ιδρυτικό συνέδριο το σχετικό άρθρο 25 στο καταστατικό (οι υπογραμμίσεις δικές μας):  «Ο ΣΥΡΙΖΑ παλεύει για μια αυτοδιοίκηση που θα αποτελεί βασικό κύτταρο της δημοκρατίας και πυλώνα της κρατικής/διοικητικής λειτουργίας ισότιμο με το κεντρικό κράτος. Έναν γνήσιο λαϊκό θεσμό που θα συναρθρώνεται με τα κοινωνικά κινήματα των πολιτών για τα ζητήματα της περιοχής και της καθημερινότητάς τους. Δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην παρέμβαση και δραστηριοποίηση των δυνάμεών του στην τοπική και περιφερειακή αυτοδιοίκηση, ο ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκει να διαμορφώνει και να στηρίζει αυτοδιοικητικά σχήματα αυτόνομα, αντιγραφειοκρατικά, που να λειτουργούν με διαφάνεια, συλλογικότητα, ισότητα και αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες, χωρίς καμία διάκριση λόγω φύλου, φυλής, εθνικότητας, θρησκείας ή άλλου λόγου». Η συγκρότηση τέτοιων σχημάτων δεν ευδοκίμησε σχεδόν καθόλου στις περιφέρειες. Οι περιφερειάρχες πέρασαν με μια διαδικασία που μας προσβάλει, ενώ σε πολλές περιοχές δεν έγιναν προτάσεις ούτε μέσω των νομαρχιακών επιτροπών, ούτε πολύ περισσότερο μέσω των ομάδων μελών. Ελάχιστες ήταν οι προσκλήσεις και οι προσπάθειες για την συγκρότηση περιφερειακών παρατάξεων που θα συνομιλήσουν και θα κινητοποιήσουν κοινωνικές δυνάμεις. Που θα στηρίξουν και θα στηριχθούν από σωματεία, συλλόγους, κινήματα και δίκτυα πολιτών που θα δώσουν στον ΣΥΡΙΖΑ κοινωνικό οξυγόνο. Οι υποψηφιότητες, σε πολλές περιπτώσεις προέκυψαν με διαδικασίες απολιτικές: προσωπικές συνεννοήσεις, συμφωνίες εσωκομματικών ισορροπιών, αναζήτηση υποψηφίων που εξυπηρετούν ανάγκες μιντιακές. Σε ό,τι αφορά τους δήμους, πολύ λίγες είναι οι περιπτώσεις που παρατάξεις κατάφεραν να αποφασίσουν αυτόνομα, π.χ. Θεσσαλονίκη, και ακόμη λιγότερες οι περιπτώσεις που δεν επιχειρήθηκαν ευθείες κομματικές παρεμβάσεις. Και έτσι φτάνουμε στο σημείο σήμερα ακόμα και εκπρόσωποι του απαξιωμένου πολιτικού κατεστημένου να βγαίνουν από αριστερά στον ΣΥΡΙΖΑ, εξυμνώντας την ανεξαρτησία της αυτοδιοίκησης από τον κομματικό εναγκαλισμό.

Η εποχή της αθωότητας φαίνεται ότι τελειώνει

Το άγχος να «κοκκινίσει» η Ελλάδα την νύχτα των αυτοδιοικητικών εκλογών καθηλώνει και εγκλωβίζει, γιατί παραβλέπει το ερώτημα τι θα μείνει για την επόμενη μέρα. Γιατί πέρα από την τεράστια δυσκολία που συνεπάγεται ο συνδυασμός της κρίσης με την αδρανοποίηση της κοινωνίας, η επομένη των εκλογών θα βρει τον ΣΥΡΙΖΑ με ένα νέο, πολυπληθές στελεχιακό δυναμικό, που θα αποτελέσει την σύνδεσή του με τις τοπικές κοινωνίες. Όμως πώς μπορεί να υποτυπωθεί σε αυτή τη σύνδεση η νέα κοινωνική συνείδηση που δημιουργήθηκε από τις τοπικές/κοινωνικές αντιστάσεις των τελευταίων ετών, όταν υιοθετείς την καθεστωτική πρακτική των αντιπάλων σου, με τα χρίσματα, τις επιλογές άνωθεν και τους παραγοντισμούς; Πώς γίνεται να δοθεί ουσία και περιεχόμενο στις γενικές και αφηρημένες μορφές της πολιτικής δραστηριότητας και συμμετοχής, όταν το κόμμα των μελών ολοένα και περισσότερο μετατρέπεται σε κόμμα των στελεχών; Δεν μπορείς όταν αυτοσκοπός γίνεται η συγκρότηση «ψηφοδελτίων νίκης» με τα ίδια ή παρόμοια υλικά, να φαντασιώνεσαι ότι όταν θα έρθεις στην εξουσία θα κάνεις ρήξεις και ανατροπές. Και σήμερα που η εποχή της αθωότητας φαίνεται ότι τελειώνει, θα πούμε και πάλι το παλιό αυτονόητο. Για την αριστερά η εξουσία αποτελεί μόνο μέσο για την αλλαγή της κοινωνίας, δεν είναι αυτοσκοπός. Όσο ο στόχος περιορίζεται γύρω από την λέξη κυβέρνηση, τόσο απομακρύνεται η πιθανότητα να υλοποιηθεί το όραμα της κυβέρνησης της Αριστεράς.

Βάσω Λέβα, Δέσποινα Σπανούδη, Δημήτρης Γκιβίσης, Νίκος Αρβανίτης

Δευτέρα, 17 Μαρτίου 2014

 
 
του Στρατή Μπουρνάζου
 
Για κάμποσες μέρες, η Ελλάδα έζησε στον αστερισμό του βιβλίου Κουφοντίνα. Η κουβέντα έγινε με τον συνήθη τηλεοπτικό τρόπο των τελευταίων χρόνων. Περίσσεψαν οι κραυγές και οι εγκλήσεις για «καταδίκη» άνευ όρων, για αποκήρυξη της τρομοκρατίας με αποδέκτη, βέβαια, τον μόνιμο «συνήθη ύποπτο»: τον ΣΥΡΙΖΑ. Μ’ αυτό τον τρόπο πολλά μπορεί να επιτυγχάνονται: να δημιουργούνται εντυπώσεις, να πιέζεται ο ΣΥΡΙΖΑ, να μετατοπίζεται η ατζέντα σε θέματα που προτιμάνε, για τους λόγους τους, και η κυβέρνηση και τα κυρίαρχα media, σίγουρα όμως δεν μπορεί να γίνει ουσιαστική κουβέντα για το υποτιθέμενο επίδικο: τη δράση της 17Ν, τις ένοπλες οργανώσεις, την τρομοκρατία, τα αδιέξοδά της, την αξία της ανθρώπινης ζωής, τον πόνο (πράγματα ωστόσο, που, από το λίγο που διάβασα, εύκολα ξεπερνά και το βιβλίο).

Kι αυτό είναι το καταστατικό πρόβλημα της συζήτησης όπως οργανώθηκε από τα κανάλια και τη Ν.Δ.: ότι είναι προσχηματική, καθώς το πραγματικό, ίσως και μοναδικό, αντικείμενό της, είναι πώς (με «χρυσή ευκαιρία» τον Κουφοντίνα, το βιβλίο, τον επιμελητή του) θα στριμώξουμε τον ΣΥΡΙΖΑ. Και, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, είμαι βέβαιος ότι όταν η Άννα-Μισέλ Ασημακοπούλου εγκαλεί «τον κ. Τσίπρα», καλώντας τον «να σεβαστεί το αίμα των θυμάτων», η μέριμνά της δεν είναι ούτε το αίμα ούτε τα θύματα. Δυστυχώς. Είναι το πώς θα κουνήσει το δάχτυλο στον ΣΥΡΙΖΑ. Μ’ αυτή την έννοια –παρόλο που εδώ έχουμε την τραγική εκδοχή, εκεί είχαμε την εκδοχή της φαρσοκωμωδίας– δεν διαφέρει ουσιαστικά από παλιότερες ανακοινώσεις της, όπως εκείνη που κατηγορούσε τον «κ. Τσίπρα» ότι «τραγούδησε τον ύμνο στον κομμουνισμό “παντιέρα ρόσα”», ο οποίος (ύμνος) «για να γνωρίζουν οι Έλληνες, καλεί σε ανύψωση της κόκκινης (κομμουνιστικής) σημαίας, και κλείνει με το περίφημο “Ζήτω ο κομμουνισμός!”».

 Αν συμφωνήσουμε στα παραπάνω, τότε προκύπτουν ορισμένα πολιτικά διά ταύτα. Με λίγα λόγια, οι αριστεροί δεν χρειάζεται, επειδή η Άννα Μισέλ λέει αυτά που λέει, να δίνουν διαπιστευτήρια. Ούτε και το αντίθετο βέβαια: επειδή η Άννα Μισέλ λέει αυτά που λέει, να οδηγούνται σε μια –συναισθηματική κυρίως– συμπάθεια για τη 17Ν (έχω δει και αυτή στη στάση, αν και σαφώς πιο μειοψηφικά από την πρώτη). Το ότι κομμάτια της Αριστεράς –αλλά και της Δεξιάς, ας μην το ξεχνάμε– έχουν ιστορικά προσφύγει στην ένοπλη βία, ως κομμάτι του πολιτικού ανταγωνισμού, δεν σημαίνει ότι διαρκώς θα πρέπει η Αριστερά να «αποτάσσεται τον “Σατανά”». Γιατί έτσι δεν μπορεί να υπάρξει δημόσιος διάλογος. Όπως η Δεξιά πλέον δεν τσιμπάει στο ζήτημα αυτό –ενώ τσιμπούσε, ακόμη και στη δεκαετία του 1980–, έτσι και η Αριστερά δεν χρειάζεται να αγωνίζεται για να λάβει πιστοποιητικά νομιμοφροσύνης, ούτε όμως να καμώνεται την ανήξερη.

Ο ΣΥΡΙΖΑ (πέραν του ότι έχει λυμένο το ζήτημα με την ατομική τρομοκρατική βία τύπου 17Ν), αν αρχίσει να δίνει «διαπιστευτήρια» αυτό δεν θάχει τελειωμό: θα πρέπει άλλοτε να αποκηρύσσει την τρομοκρατία, άλλοτε να αποδεικνύει ότι δεν είναι «εθνικός μειοδότης» άλλοτε ότι δεν είναι «αρχικουκουλοφόρος» και πάντοτε ότι δεν είναι ελέφαντας. Κι αυτό δεν πρέπει να γίνει. Όχι, βέβαια, επειδή αυτά τα θέματα (εκτός του τελευταίου) είναι απλά. Αντιθέτως, η Αριστερά πρέπει να τα συζητήσει σε όλο τους το πολιτικό βάθος (εκτός του τελευταίου, και πάλι). Αλλά όταν η συζήτηση γίνεται με όρους έγκλησης, «αποκηρύσσετε, ειδάλλως ταυτίζεστε» δεν είναι συζήτηση. Και δεν χρειάζεται να υιοθετήσουμε καμιά από τις εκδοχές του διπόλου: ούτε να αποκηρύξουμε έντρομοι την τρομοκρατία (και κάμποσα άλλα μαζί, όπως την ελευθερία της έκφρασης) ούτε να την υπερασπιστούμε φλογερά (υιοθετώντας κάμποσα που δεν πιστεύουμε, απεμπολώντας τη συλλογική κινηματική δράση, την οποία η ατομική βία αντιστρατεύεται). Με δυο λόγια: να μην πετάξουμε και το μωρό μαζί με τα απόνερα του μπάνιου, αλλά ούτε να λουστούμε τα απόνερα αυτά.

Υπάρχει, τέλος, κάτι ακόμα, εξαιρετικά σημαντικό κατά τη γνώμη μου. Η Αριστερά πρέπει όχι μόνο να στηρίζει τους ανθρώπους της, αλλά και να αισθάνεται υπερηφάνεια γι’ αυτούς, όταν μπορεί και όταν πρέπει. Στην περίπτωση του Νίκου Γιαννόπουλου ισχύουν και τα δύο. Ο Γιαννόπουλος έσπευσε –και αυτό τον τιμάει– να διευκρινίσει ότι δεν είναι μέλος του ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά πρέπει κι εμείς να σπεύσουμε –για να τιμήσουμε την ιστορία και τον λόγο μας ή, πιο απλά, για να μη φτύνουμε τα μούτρα μας– να πούμε ότι, παρότι δεν είναι μέλος του ΣΥΡΙΖΑ, ούτε εμείς ούτε το αριστερό κίνημα θα ήμασταν αυτοί που είμαστε σήμερα χωρίς τη δράση του Δικτύου για τα Πολιτικά και Κοινωνικά και Δικαιώματα, και προσωπικά του Νίκου Γιαννόπουλου. Σε μια πολύ μεγάλα γκάμα κρίσιμων θεμάτων, όπως το μεταναστευτικό, τα δικαιώματα, ο διεθνισμός, η αλληλεγγύη, ο διεθνισμός, η αντίσταση στον εθνικισμό, η αντιφασιστική πάλη, η συνεισφορά του Δικτύου, σαν σκέψη και σαν πράξη, ήταν παραπάνω από καθοριστική: διαμόρφωσε συνειδήσεις, διαμόρφωσε το τοπίο. Επιτρέψτε μου και κάτι πιο προσωπικό: την αριστεροσύνη, την ευαισθησία, την έμπνευση, τη μαχητικότητα, ό,τι και όσο καλό τέλος πάντων κατάφερα να έχω πολιτικά, το οφείλω εν πολλοίς στον Γιαννόπουλο. Και ξέρω ότι αυτό ισχύει και για αρκετούς άλλους.

Πρέπει να τα πούμε όλα αυτά, όχι μόνο χάριν της ηθικής, αλλά και της αλήθειας. Και ταυτόχρονα μπορούμε να διαφωνούμε, ακόμα και στο έπακρον, με τον Ν. Γιαννόπουλο στην άποψή του για τους «συντρόφους που κάνουν λάθος». Δεν βλάπτει η διαφωνία, αντιθέτως. Πολιτική διαδικασία κάνουμε, όχι μνημόσυνο· σύντροφος και φίλος είναι, όχι μουσείο ή σεβάσμιος γέρων που του φιλάμε σεβαστικά το χέρι. Αλλά η διαφωνία και η συμφωνία ας διατυπώνεται στη βάση των αξιών μας και της πραγματικότητας· όχι υπό το κράτος του φόβου.

Πέμπτη, 13 Μαρτίου 2014

Πέρα απ’ το θολό «Ποτάμι»



Μετά τους «58» σε αναζήτηση μιας δυσώνυμα εκσυγχρονιστικής γνησιότητας του νεοφιλελευθερισμού, φύτρωσε η «Ελιά», που επιζητεί να αντλήσει δυνάμεις από την καθεστωτική της γλάστρα, για να ακολουθήσει η αντιπολιτική συγχορδία του κιτς.
 
Του Νίκου Σκοπλάκη

 Η αερόλογη δημαγωγία εμπορευματικού τύπου, η κονιορτοποίηση της πολιτικής σε ιδεολογικοποιημένες συνάψεις με τους ανομοιογενείς κορπορατισμούς της «υγιούς επιχειρηματικότητας», η βουλιμική επιδίωξη να αξιοποιηθούν εκλογικά η επί χρόνια εκπαιδευμένη απόγνωση της εξατομίκευσης, ο πολιτικός αποκλεισμός που με επικοινωνιακές τεχνικές βαυκαλίζει τη στέρηση σε ψευδεπίγραφη αυτάρκεια, η φλύαρη αμηχανία του πολιτικού παροπλισμού που συσπειρώνεται στον θαυμασμό της ιδιωτικής (και τηλεοπτικής) καταξίωσης-όλα τούτα καθίστανται οι θεμέλιοι φθόγγοι της.

Περσόνες που καυγάδισαν για το μερίδιό τους στο κοινό πάπλωμα, αλλά υπήρξαν δραστήριοι συναυτουργοί σε κάθε εκδοχή καθήλωσης της πολιτοφροσύνης και έκαναν την παλιά τους τέχνη κόσκινο για να θεμελιωθούν τα ερείσματα της δημόσιας αλαλίας, σπεύδουν να ηχήσουν μαζί, τάχαμου σαν κελάρυσμα καθολικού ενδιαφέροντος, στην πραγματικότητα όμως σαν φάλτσο πλατσούρισμα από κάδο πλυντηρίου. Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο που ονοματοδότησαν το κοινό τους melting-pot ανατρέχοντας στο υγρό στοιχείο. Η διαφημιστική μετωνυμία, ως (νεο)φιλελεύθερο μέσο της αντιπολιτικής επικοινωνίας, προσαγορεύει σε «Ποτάμι» την παροχή για το ξέβγαλμα και το στύψιμο στον κάδο, την ύστατη εστία εξομοιωτικής συγχώνευσης των πάντων και αποκάθαρσης συσσωρευμένων αδιεξόδων, με απορρυπαντικά την ψυχοσυμβουλευτική των «public relations» και την ψευδόμενη ειρωνεία του τρέντυ κομφορμισμού. Ο επιθυμητός τρόπος πρόσληψης αυτού του κάδου στο εμπειρικό επίπεδο καλεί τις εκπραγματισμένες συνειδήσεις να γίνουν το νερό της παροχής. Και η επίκληση γίνεται με την ελπίδα ότι οι εκπραγματισμένες συνειδήσεις θα αποδεχτούν σπασμωδικά σαν υποκατάστατο συμμετοχής τον αντιπολιτικό φενακισμό που ήδη μαντεύουν, θα κλείσουν τα μάτια και-μπλουμ! Όπως, όμως, έχει επισημάνει και ο Αντόρνο, η σκέψη να πέσει κανείς στο melting-pot δεν ανακαλεί στη μνήμη τη δημοκρατία, αλλά τον θάνατο της δημοκρατίας.

Κανένα αντιπολιτικό σύνθεμα δεν βελτιώνεται παρουσιάζοντας ανοιχτά αυτό που είναι, αλλά αποσκοπεί στο να δελεάσει το υποπολιτικό αισθητήριο, καθηλώνοντάς το σε χτυπητά χαρακτηριστικά της εσωτερικής του διάρθρωσης. Διότι είναι δελεαστικό για μια εκπραγματισμένη συνείδηση να αντιλαμβάνεται την ιστορία ως γουέστερν, ως μελόδραμα ή ως οδηγό μαγειρικής και όχι ως συγκυρία στην οποία η φορά της κοινωνικής κίνησης είτε πολλαπλασιάζει τις δυνατότητες ελευθερίας είτε συντηρεί τους παράγοντες της καταπίεσης. Το θολερό που σηματοδοτεί το «Ποτάμι», διατίθεται ως πλασματικός ορίζοντας για την καθήλωση ευρύτερων μαζών μακριά από την πολιτική δράση και από τις πραγματικές κοινωνικές και οικονομικές διεργασίες, ώστε να διατηρηθούν και να διευρυνθούν τα κέρδη και οι λείες από ένα τετραετές μνημονιακό πλαίσιο ταξικής λιτότητας και κοινωνικής καταστροφής. Αυτό το πλαίσιο δεν κατονομάζεται με σαφήνεια, διότι οι συνένοχες περσόνες της επικοινωνιακής ψυχοσυμβουλευτικής και του τρέντυ κομφορμισμού επιδιώκουν να αναχθούν σε κλιμάκιο τετραπέρατων ειδικών, που με «προστασία, βοήθεια και συμβουλές» θα συντηρούν για τους εξαθλιωμένους τον παθητικό μηχανισμό της αδράνειας ως αναγκαίο συμπλήρωμα, εφόσον μάλιστα η αλχημική ανάμειξη καινοφανών και παραδοσιακών συστημικών συμπεριφορών εστιάζει στη «μετά το Μνημόνιο εποχή», με τη φυσικοποίηση όλων των συνεπειών του σε αδήριτο αυτοματισμό.

Οι έξαλλα μνημονιακές περσόνες στο «Ποτάμι» αναδιατάσσουν τα ίδια μέσα για την αναπαραγωγή της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης: ευτελίζουν την πραγματικότητα, αποσιωπούν τις αιτιώδεις σχέσεις, θολώνουν τα αποτελέσματά τους. Τώρα που οι καιροί είναι διαλυτικοί για τα συστημικά παρεάκια, αλλά η κοινωνική συμπεριφορά τους είναι χρήσιμη, υπερμεγεθύνουν τον μικρόκοσμό τους σε πασαρέλα εκλογικής συσπείρωσης, μεταμφιέζοντας τον «αυτοδημιούργητο» καθεστωτισμό σε πρωτοβουλία αγαπησιάρικης καλοσύνης. Η αρχή της ακλόνητης ανισότητας στην κατανομή του πλούτου δοκιμάζει την αντιπολιτική της επινοητικότητα, κατασκευάζοντας τεχνητές όχθες με το «Ποτάμι». Ο μπαρόκ επαρχιωτισμός του ιδεολογήματος «οι καλύτεροι Έλληνες» φορά τα ευρωπαϊστικά του και εφορμά ως δίκυκλος κένταυρος, βρουμ-βρουμ! Το βαρυφορτωμένο, κακοσυντηρημένο και σμπαραλιασμένο σαράβαλο, ο αυταρχικός νεοφιλελευθερισμός της «ισχυρής Ελλάδας» με τους διεφθαρμένους αρχαϊσμούς, του εργοληπτικού θεάματος με τις ολυμπιακές εξακτινώσεις και των μνημονιακών τεχνικών της αιώνιας λιτότητας, συμβολοποιεί τον πλασματικό «ανθρωπομορφισμό» του σε μια περσόνα από plasma τηλεοπτικής ιδιωτείας. Άλλωστε, επικοινωνιακά αποτυπώματα του νεοφιλελεύθερου life-style είναι η ημιμόρφωση που νουθετεί τις καταπιεζόμενες τάξεις, η σκηνοθετημένη ατημέλεια των αναλύσεων, η φορτικά επιτηδευμένη τηλεοπτική οικειότητα, η φιλανθρωπία των φικτίβ πριγκίπων απέναντι στους «ταπεινούς και καταφρονεμένους». Ας μην ξεχνάμε, επίσης, ότι στην πίσω όψη των αξιωμάτων του Χάγιεκ συγκροτούνται οι τροπισμοί της Νταϊάνα Σπένσερ.

Αν αυτά και άλλα εννοηθούν ως δομικά χαρακτηριστικά της νεοφιλελεύθερης αντιπολιτικής, τότε μπορούμε να κατανοήσουμε γιατί επιστρατεύεται και πάλι το ιδεολόγημα «ούτε αριστερά ούτε δεξιά». Αυτό το «ούτε...ούτε» αποτελεί το σχήμα ισοζυγίου που περιστέλλει και ζυγίζει το πραγματικό σε βολικά ανάλογα, μια μαγική διάταξη της νεοφιλελεύθερης αντιπολιτικής για να κρύψει το πρόσωπό της στην προοπτική συμψηφισμού. Απαιτεί να μην την ορίζουμε ως δεξιά, παρά τις πρακτικές, τις οποίες πραγματοποίησε ή πραγματοποιεί στα πλαίσια που ο ιδεολογικός ρόλος και λόγος της ορίζει, αλλά να αναδεχτούμε την κρυπτογράφηση και τη μυστικοποίησή της σε κάτι «φιλελεύθερα καινοτόμο», για να μην επιλέξουμε την Αριστερά. Η αναγωγή  της πολιτικής ταυτότητας στο «ούτε...ούτε» προσφέρεται στην εκπραγματισμένη συνείδηση ως ένα «ωραίο αντικείμενο» που πρέπει να το καρπωθεί, δίχως να αναρωτιέται από πού έρχεται. Αυτή η θαυματουργή εξάχνωση είναι κύρια σταθερά της νεοφιλελεύθερης αντιπολιτικής, απολύτως διαπερατή από τα ιδεολογήματα της σύγχρονης ακροδεξιάς. Το ακραίο ισοζύγιο που διαλύει την κοινωνία σε υπεραγορά, απευθύνει τον τηλεοπτικά προβεβλημένο «οδηγό» ως «σούπερ προσφορά» προς αντιπολιτική κατανάλωση. Παράλληλα, προσφέρει βορά στα ακονισμένα δόντια της καταστολής τους πολίτες που θέτουν με όρους αγωνιστικής διεκδίκησης τα ζητήματα (ταξικής) αιχμής. Ξέρουν από τέτοια πολλές περσόνες στο «Ποτάμι».

Η Αριστερά συνιστά τη μοναδική πολιτική δύναμη που μπορεί να συρρικνώνει αποτελεσματικά τον χώρο της μεταμορφωσιγενούς νεοφιλελεύθερης αντιπολιτικής και να ενδυναμώσει τη σύνδεση των πολιτών με την αξία της πολιτικής συμμετοχής ως μέσου για ριζοσπαστικές, δημοκρατικές κοινωνικές αλλαγές. Γι’ αυτό πρέπει να γκρεμίζει συστηματικά κάθε γέφυρα με μια κούφια πολιτικολογία που παρατείνει τη σύγχυση της ανάθεσης, αλλά και να αφίσταται συνεκτικά από κάθε πολιτικά αποστειρωμένο και τεχνοκρατικό σχολαστικισμό, ο οποίος ανακυκλώνει τις ζητήσεις του παραγοντισμού, με πρόσχημα έναν κάκιστα εννοούμενο ρεαλισμό. Από την άλλη, η πολιτική και ριζοσπαστική ενεργοποίηση κρίσιμων κοινωνικών μαζών δεν είναι συμβατή με μια ρηχή και συνθηματολογική φρασεολογία, η οποία αδιαφορεί για τις πραγματικές συμμαχίες με υπαρκτές δυνάμεις της ευρωπαϊκής Αριστεράς, αφήνοντας τον δύσκολο, αλλά αναγκαίο δρόμο της σύνθεσης του τοπικού και του ευρωπαϊκού εκτεθειμένο σε χειραγωγήσιμους φορμαλισμούς εθνικής αναδίπλωσης.

Τα σιγανά ποταμάκια, τα ρυάκια και τα ξεβράσματα της νεοφιλελεύθερης αντιπολιτικής αντιμετωπίζονται επαρκώς όσο δεν αφήνουν στο διάβα τους γλοιώδεις, μονοσήμαντες, ακινητοποιητικές προσχώσεις και καθιζήσεις στην κοινωνία για να εκτρέφουν επιβιώσεις και αναβιώσεις του κρατούντος. Το αντιπολιτικό έθος ως σύγχρονο συστημικό habitus αντιμετωπίζεται με πολιτική. Με αριστερή πολιτική.  

Ο Νίκος Σκοπλάκης, όπως κάθε Τετάρτη στο Rednotebook                   

 

Ο τρόμος του αναστοχασμού


Ξεχείλισε η υποκρισία τις τελευταίες μέρες, με την κατακραυγή για την έκδοση της αυτοβιογραφίας του Κουφοντίνα. Οχι για το περιεχόμενο του βιβλίου, που κανείς δεν είχε ακόμη προλάβει να διαβάσει, αλλά για αυτό καθαυτό το γεγονός της κυκλοφορίας του, και δη από μεγάλο εκδοτικό οίκο.
 
Του Τάσου Κωστόπουλου

Ακόμη και φιλελεύθεροι διανοητές διέρρηξαν τα ιμάτιά τους, αναζητώντας τον αποτελεσματικότερο δυνατό τρόπο λογοκρισίας κι ανακαλύπτοντας με φρίκη ότι κινητήρια δύναμη (και) της εκδοτικής επιχειρηματικότητας αποτελεί η επιδίωξη του κέρδους.

Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη σκέψη για να διαπιστώσει κανείς πόσο έωλες είναι, για ακόμη μια φορά, οι κραυγές των επίδοξων λογοκριτών. Είναι ανεπίτρεπτο, υποστηρίζουν, ένας εκδοτικός οίκος να «νομιμοποιεί» τις αναμνήσεις ενός ανθρώπου τα χέρια του οποίου βάφτηκαν με αίμα. Αν ισχύει όμως κάτι τέτοιο, πρέπει να πεταχτούν στα σκουπίδια τα μισά ράφια ιστορίας των βιβλιοπωλείων: απομνημονεύματα και ημερολόγια επαγγελματιών στρατιωτικών, απλών φαντάρων, ανταρτών και καπεταναίων, γεμάτα με αφηγήσεις της συμμετοχής των (συνήθως «αμετανόητων») συγγραφέων τους σε φονικά απείρως μαζικότερα από τα αραιά χτυπήματα της 17Ν. Η βία δεν είναι εξ ορισμού καταδικαστέα από το κυρίαρχο αξιακό σύστημα· σε ουκ ολίγες περιπτώσεις, τόσο η άσκηση όσο και η εξιστόρησή της αξιολογούνται απεναντίας θετικά. Επιπλέον, κάθε τέτοια αξιολόγηση επιδέχεται αναθεωρήσεις στο πέρασμα του χρόνου. Το διαπιστώνουμε, μεταξύ άλλων, από το πώς τα σχετικά μνημονικά κενά αναπαράγονται ή καλύπτονται ανάλογα με τη συγκυρία της συγγραφής, ακόμη και σε κείμενα που αφορούν καθαγιασμένες -εθνικά ή πολιτικά- ένοπλες δραστηριότητες του παρελθόντος.

Εξίσου προβληματική είναι η δεύτερη δέσμη επιχειρημάτων που επιστρατεύθηκε: ότι, εφόσον η δραστηριότητα που περιγράφει ο συγγραφέας έχει αμετάκλητα καταδικαστεί από τη Δικαιοσύνη ως εγκληματική, κάθε θετική αναπαράστασή της θα έπρεπε να εξοβελιστεί ή και να ποινικοποιηθεί. Στην ελληνική βιβλιαγορά κυκλοφορούν εδώ και καιρό βιβλία με τις αναμνήσεις ηγετικών στελεχών του αντίθετου «άκρου», όπως ο Παττακός, ο Μακαρέζος ή ο Λαδάς, καταδικασμένων για πολύ σοβαρότερα εγκλήματα από εκείνα της 17Ν (εσχάτη προδοσία, κατάλυση των δημοκρατικών θεσμών, σφαγή του Πολυτεχνείου), δίχως κανείς να διανοηθεί -και πολύ σωστά- να καταδικάσει την έκδοσή τους. Για να μη θυμίσουμε τα βιβλία καθαρά ποινικών ισοβιτών, με τα οποία κανένα κόμμα και κανείς διανοούμενος δεν θεώρησε σκόπιμο να ασχοληθεί.



Είναι προφανές ότι το πρόβλημα βρίσκεται αλλού: στον ενδόμυχο φόβο κάποιων ότι, στις συνθήκες της μνημονιακής λαίλαπας και της κατάρρευσης των υφιστάμενων σχέσεων πολιτικής εκπροσώπησης, η αυτοβιογραφία του Κουφοντίνα μπορεί να γεννήσει αισθήματα ταύτισης μάλλον παρά αποστροφής σε σημαντική μερίδα του αναγνωστικού κοινού. Ακυρώνοντας αναδρομικά το ιδεολογικό σκέλος της αστυνομικής επιτυχίας του 2002, την κατασυκοφάντηση δηλαδή κάθε αντικαπιταλιστικής φωνής μέσα από την ηθική και πολιτική απαξίωση μιας πολλαπλά ηττημένης ένοπλης ομάδας -στόχευση που είχαν επισημάνει από τότε όσοι αντιτάχθηκαν στην καθεστωτική τρομολαγνεία (1). Ο,τι συνιστούσε περιθωριακή κραυγή επί «ισχυρής Ελλάδας», το 2002 (2) ή το 2004 (3), σήμερα αποτελεί κοινή παραδοχή· επιπλέον, μια ρημαγμένη κοινωνία που ονειρεύεται κρεμάλες στο Γουδή (4), μάλλον δεν νιώθει και τόση φρίκη για τα σαρανταπεντάρια της 17Ν. Με τις σπασμωδικές αντιδράσεις τους, οι «αντιτρομοκράτες» μας αναγνωρίζουν έτσι πανηγυρικά αυτό που αρνούνται πανηγυρικά εδώ και μια δωδεκαετία: τον πολιτικό χαρακτήρα των ποινικών αδικημάτων που σχετίζονται με την «ένοπλη προπαγάνδα» ή «τρομοκρατία».

Υγιών κοινωνικών φρονημάτων




Βάθεια Μάνης, Μάρτιος 1999. «Stop. Κουμουνιστή γύρνα πίσω». Λίγο πριν το χωριό, το γαλάζιο σύνθημα διαλαλεί πως η πολιτικοϊδεολογική εθνική καθαρότητα που κερδήθηκε manu militari το 1945-49 δεν είναι διαπραγματεύσιμη –στο φαντασιακό βέβαια επίπεδο, αφού στα τοπικά μαγαζιά κανείς δεν μας ζήτησε πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων προτού μας σερβίρει. Πιο άχρωμη, η επίσημη συμβολή της Ν.Δ. στο όλο σύμπλεγμα φέρνει στον νου το έμβλημα της εμφυλιοπολεμικής «Χ», της οργάνωσης που πρωτοστάτησε το 1945-46 στη «λευκή τρομοκρατία» κατά των εαμικών της περιοχής. Στην άκρη του καφενείου, ένα στέμμα σκαλισμένο στην πέτρα, φιλοτεχνημένο την επαύριο του δημοψηφίσματος της 8ης Δεκεμβρίου 1974, υπενθυμίζει διακριτικά πως η νομιμοφροσύνη του τόπου στον έκπτωτο μονάρχη δεν είναι καθόλου εφήμερη. Ενδεχομένως και τις αρχικές προσδοκίες του δημιουργού, ότι το «λάθος» της λαϊκής βούλησης δεν θ’ αργούσε να «διορθωθεί» με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

 

Τάσος Κωστόπουλος
RED
Notebook

Τρίτη, 11 Μαρτίου 2014

Ο ΣΥΡΙΖΑ και το Κυπριακό: Ένα κείμενο θέσεων και προτάσεων


Μια προσπάθεια συμβολής στην πολιτική της Αριστεράς, στη νέα φάση του κυπριακού προβλήματος
 
Των Σπύρου Απέργη και Νάσου Θεοδωρίδη

1. Εισαγωγή  

To κυπριακό πρόβλημα εισέρχεται σε μια νέα φάση. Πρόσφατα υπογράφτηκε κοινό ανακοινωθέν για την εκ νέου έναρξη διακοινοτικών συνομιλιών μεταξύ ελληνοκυπρίων (ε/κ) και τουρκοκυπρίων (τ/κ). Από την πλευρά μας χαιρετίζουμε την αρχική συμφωνία στο κοινό ανακοινωθέν που δίνει επιτέλους τη δυνατότητα επανασυζήτησης του κυπριακού προβλήματος και επαναπροσέγγισης των δύο κοινοτήτων.

Καταρχήν πιστεύουμε βαθιά στη δυνατότητα επαναπροσσέγγισης και αρμονικής συμβίωσης των δύο κοινοτήτων (όπως συνέβαινε επί αιώνες και μέχρι τη δεκαετία του 1950) χωρίς ξένους "προστάτες", χωρίς ξένα στρατεύματα στο έδαφος της Κύπρου, και χωρίς μεταφερμένους πληθυσμούς και εποίκους, αλλά και χωρίς την ολέθρια ηγεμονία της ελληνοκυπριακής πλευράς που, επί πολλές δεκαετίες δεν ήθελε να κατανοήσει ότι η ύπαρξη μιας συστατικής εθνότητας, και όχι απλώς μειονότητας, όπως αυτή των τ/κ, πρέπει να οδηγεί εκ των πραγμάτων σε χορήγηση αυξημένων δικαιωμάτων χάριν της εμπέδωσης του αισθήματος ασφάλειας και, σε τελική ανάλυση, χάριν της ειρηνικής συνύπαρξης.

2. Ιστορικές επισημάνσεις

Εξάλλου, ρίχνοντας μία ματιά στο ιστορικό παρελθόν, διαπιστώνει κάποιος ότι η παρουσία του τουρκικού στοιχείου στην Κύπρο χρονολογείται από την εποχή της κατάληψης της νήσου από τους Οθωμανούς το 1571. Το τουρκικό στοιχείο κυμαινόταν λίγο πάνω από το ένα πέμπτο του πληθυσμού (π.χ. 24% στην πρώτη απογραφή του 1881) κατά τη διάρκεια της βρετανικής κατοχής της Κύπρου (1878-1960). Το 1960, έτος ίδρυσης της σύγχρονης κυπριακής δημοκρατίας, οι τ/κ αποτελούσαν το 18% του συνολικού πληθυσμού. Οι Κύπριοι, ανεξάρτητα από θρήσκευμα και εθνικότητα, ήταν στενά συνδεδεμένοι στο νησί τους και μοιράζονταν πολλά κοινά κυπριακά πολιτιστικά χαρακτηριστικά, παραδόσεις, ήθη και έθιμα. Στον οικονομικό και εργασιακό τομέα η συνεργασία ήταν στενή και σε καθημερινή βάση. Τουλάχιστον μέχρι το 1963, ε/κ και τ/κ στελέχωναν από κοινού τα συνδικαλιστικά όργανα του νησιού με το ΑΚΕΛ να ασκεί σημαντική επιρροή επί των τ/κ εργατών και παρά την υπαρκτή εθνοθρησκευτική διαφοροποίηση μεταξύ των χριστιανών ε/κ και των μουσουλμάνων τ/κ. Δυστυχώς οι δύο κοινότητες ιδίως μετά το 1955 παρασύρθηκαν στη δίνη των εθνικιστικών ανταγωνισμών Ελλάδας και Τουρκίας και των ε/κ και τ/κ ηγεσιών, με αποτέλεσμα να οδηγηθούν σταδιακά στον οδυνηρό χωρισμό, σε εγκληματικές πρακτικές και σε ένοπλες συγκρούσεις (ήδη από το 1958, αλλά κυρίως μετά το 1963). Όμως η ελλαδική και η ελληνοκυπριακή πλευρά έχει το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης στην καλλιέργεια αυτών των ανταγωνισμών. Θυμίζουμε ενδεικτικά τους υπερεθνικιστικούς εξτρεμισμούς του Γρίβα και της ΕΟΚΑ που, πέρα από τις αντικατοχικές ενέργειές τους, προέβησαν και σε δολοφονίες ε/κ αριστερών και τη ρατσιστική (στα όρια της εθνοκάθαρσης, καθώς 25000 τ/κ αναγκάστηκαν να φύγουν από τα σπίτια τους) και απάνθρωπη πολιτική των Μακαρίου, Γιωρκάτζη, Κληρίδη σε βάρος των τ/κ την περίοδο 1964-1974. Εφημερίδες της εποχής αποκαλύπτουν τον περιορισμό των τ/κ σε θύλακες-γκέτο που αποτελούσαν το 3-4% του εδάφους του νησιού, τις σφαγές γυναικοπαίδων και τις λεηλασίες περιουσιών. Επίσης οι θύλακες αυτοί ήταν υπό στρατιωτική επιτήρηση και υπό σοβαρό περιορισμό του εμπορίου και της ελεύθερης διακίνησης των τ/κ με το πρόσχημα της ασφάλειας. Τέλος οι ε/κ πραγματοποιούσαν συχνά και διακοπές νερού και ρεύματος καθώς έλεγχαν τα δίκτυα!

Οι δύο εθνικισμοί, ε/κ και τ/κ, χωρίς να εξισώνουμε το μέγεθος της ευθύνης τους, αφού η ευθύνη της ελλαδικής και ε/κ πλευράς είναι σαφώς μεγαλύτερη σε ό,τι αφορά τα γενεσιουργά αίτια του προβλήματος, καθώς και ο ρόλος της ιμπεριαλιστικής Βρετανίας, ιδίως τη δεκαετία του ΄50 που αξιοποίησε τους εθνικισμούς αυτούς για να υποδαυλίσει τον τουρκικό και τουρκοκυπριακό εθνικισμό, οδήγησαν τελικά σε μια παρατεταμένη περίοδο ταραχών και συγκρούσεων και στο πραξικόπημα Σαμψών, που  αξιοποίησε κατάλληλα η Τουρκία για να εισβάλει στην Κύπρο το 1974. Η στρατιωτική αυτή εισβολή, παρόλο που δεν προέκυψε ξαφνικά και αναπάντεχα, όπως αφήνει να εννοηθεί η ελληνική προπαγάνδα, αλλά αντιθέτως ήταν απόρροια της προγενέστερης ελληνοκυπριακής εθνοκαθαρτικής πολιτικής σε βάρος των τουρκοκυπρίων, αποτέλεσε σαφώς μια μιλιταριστική πράξη όξυνσης του κυπριακού προβλήματος εκ μέρους της τουρκικής πολιτικοστρατιωτικής ελίτ που επιδίωκε, με την βοήθεια των ΗΠΑ και της Βρετανίας, την εγκαθίδρυση «προγεφυρώματος» οικονομικών συμφερόντων και στρατιωτικών πλεονεκτημάτων στην Κύπρο. Η επιθετική αυτή τουρκική ενέργεια δεν μας οδηγεί, όμως, στο κοινότοπο συμπέρασμα ότι η Τουρκία είναι εκείνη που ήρξατο χειρών αδίκων στο συνολικό ζήτημα της κυπριακής υπόθεσης, καθώς είναι ξεκάθαρο ότι τα πολλαπλά εγκλήματα που είχαν λάβει χώρα κατά των Τουρκοκυπρίων της έδωσαν, στην πράξη, την ευκαιρία αυτή, κάτι που επιμελώς αποκρύπτεται επί δεκαετίες από τα ελλαδικά κι ελληνοκυπριακά ΜΜΕ και, δυστυχώς, κι από μεγάλη μερίδα της Αριστεράς.

Ως γνωστό, το σχέδιο Ανάν, η πιο σημαντική πρωτοβουλία του ΟΗΕ για την επίλυση του Κυπριακού από το 1974, εγκρίθηκε από τους τουρκοκύπριους που μάλιστα προς τιμήν τους επέδειξαν μεγάλη πολιτική ωριμότητα και γενναιότητα ώστε να ξεσηκωθούν και με μαζικές κινητοποιήσεις να ανατρέψουν από τα κάτω το εθνικιστικό καθεστώς Ντενκτάς, παρά την παρουσία τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων κατοχής. Το σχέδιο απορρίφθηκε, όμως, από τους ελληνοκύπριους και, ως εκ τούτου, δεν τέθηκε ποτέ σε ισχύ και αποσύρθηκε από το πολιτικό και διπλωματικό προσκήνιο.

3. Αρχές επίλυσης του προβλήματος

Σε επίπεδο αρχών η λύση, κατά την άποψή μας, πρέπει να αναζητηθεί στα πλαίσια:

α) της διζωνικής - δικοινοτικής ομοσπονδίας,
β) της λαϊκής κυριαρχίας των Κυπρίων,
γ) της πολιτικής δημοκρατίας,
δ) της πλήρους εφαρμογής όλων των  ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της αποκατάστασής τους σε περίπτωση προσβολής τους
ε) της ανεξαρτησίας του κυπριακού κράτους,
στ) του πλήρους και αποτελεσματικού σεβασμού των δικαιωμάτων της τουρκοκυπριακής (τ/κ) κοινότητας, με την αντιμετώπισή της όχι ως μιας απλής μειονότητας ή μιας αριθμητικής μειοψηφίας αλλά ως βασικής και ισότιμης συστατικής εθνότητας του κυπριακού κράτους,
ζ) της άμεσης επαναπροσέγγισης των δύο κοινοτήτων στο πλαίσιο της πολυπολιτισμικότητας και της διαμόρφωσης ενός κατάλληλου ενιαίου πεδίου για κοινούς ταξικούς αγώνες ε/κ και τ/κ εργαζομένων.
η) της απόκρουσης των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών και των πάσης φύσεως ξένων εξαρτήσεων τόσο από ΗΠΑ και Ευρωπαική Ένωση όσο και από τη Ρωσία,
θ) της καταρχήν υπεράσπισης των μέχρι τώρα ψηφισμάτων αλλά και των όποιων επικείμενων πρωτοβουλιών του ΟΗΕ και
ι) της αξιολόγησης του Κυπριακού όχι αποκλειστικά και μόνο υπό το μονομερές πρίσμα του διεθνούς προβλήματος εισβολής και κατοχής της Τουρκίας αλλά και υπό το πρίσμα του ως προβλήματος που ανέκυψε με ευθύνη των δύο εθνικισμών, προεξάρχοντος του ελληνικού και ε/κ,
κ) της εκ νέου ανάδειξης και ενίσχυσης της κυπριακότητας, δηλαδή της ενιαίας κυπριακής ταυτότητας που, παράλληλα, με τις επιμέρους εθνικές και πολιτισμικές τους ταυτότητες διέθεταν οι ελληνοκύπριοι και οι τουρκοκύπριοι επί σειρά αιώνων προτού αναδυθούν οι συγκρουόμενοι εθνικισμοί.

Γενικά, σε όλες τις κωλυσιεργίες για την επίτευξη λύσης στο Κυπριακό δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται ο αρνητικός ρόλος αδιάλλακτων εθνικιστών ηγετών όπως ο Τάσσος Παπαδόπουλος και ο Ραούφ Ντενκτάς, της μεγαλύτερης μερίδας της τουρκικής πολιτικοστρατιωτικής ελίτ (κεμαλιστές), καθώς και θεσμικών παραγόντων, όπως η ελληνοκυπριακή Εκκλησία, που θεωρεί ότι αποτελεί τη “γνήσια φωνή της συνείδησης του έθνους”.

4. Σύγχρονο εσωτερικό και διεθνές περιβάλλον

Επίσης, υπό το φως των πρόσφατων οικονομικών και πολιτικών εξελίξεων στην Κύπρο, θα θέλαμε να τονίσουμε ότι το διεθνές γεωπολιτικό πλαίσιο σήμερα έχει διαφοροποιηθεί σημαντικά σε σχέση με το παρελθόν. Η Κύπρος το 2013 και η Ελλάδα από το 2010 έχουν εισέλθει στον αστερισμό των μνημονίων που επέβαλαν το ντόπιο και το ευρωπαικό χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο μέσω των ευρωπαικών, της ελληνικής και της κυπριακής πολιτικής ελίτ με κατεξοχήν εκφραστές τις κυβερνήσεις Παπανδρέου, Παπαδήμου και Σαμαρά στην Ελλάδα και την κυβέρνηση Αναστασιάδη στην Κύπρο, χωρίς να απεμπολούνται οι ευθύνες του ΑΚΕΛ στις διαπραγματεύσεις του, ως προηγούμενη κυπριακή κυβέρνηση, με την Ευρωπαική Ένωση για την υιοθέτηση του μνημονίου.

Η βίαιη και καταστροφική, για τα συμφέροντα του κυπριακού λαού, είσοδος της Κύπρου στο μνημόνιο υπό τις εκβιαστικές συνθήκες που επιβλήθηκε με την πλήρη συναίνεση της κυβέρνησης Αναστασιάδη, δημιουργεί αφενός συνθήκες ακρωτηριασμού της κυπριακής κυριαρχίας και, αφετέρου, βίαιης υποβάθμισης του βιοτικού επιπέδου μεγάλων λαϊκών στρωμάτων. Όμως η ανεύρευση ευρέων κοιτασμάτων φυσικού αερίου και πετρελαίου αναμένεται να μετατρέψει την Κύπρο σε κόμβο καθώς και «διάδρομο» ενέργειας και, συνεπώς, στόχο του μεγάλου πετρελαικού κεφαλαίου, ιδίως του δυτικού, που ήδη λαμβάνει θέσεις στην εκμετάλλευση των κοιτασμάτων αυτών.

Από την άλλη, η βίαιη απαλλοτρίωση σημαντικού μέρους των ρωσικών κεφαλαίων, που είχαν βρει καταφύγιο στις κυπριακές τράπεζες λόγω οικονομικών προνομίων και της πολιτικής εύνοιας της ελληνοκυπριακής ελίτ προς το ρωσικό χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, καθώς και η συνακόλουθη «ψυχρή» αντιμετώπιση του Πούτιν προς την κυβέρνηση Αναστασιάδη, διαφοροποιούν σε γεωπολιτικό επίπεδο τους διεθνείς διπλωματικούς και πολιτικούς συσχετισμούς. Κι αυτό καθώς η Κύπρος, με την αποδοχή του μνημονίου, την εφαρμογή των ευρωπαϊκής έμπνευσης σκληρών νεοφιλελεύθερων πολιτικών και τη διείσδυση του πετρελαικού κεφαλαίου στην κυπριακή οικονομία, «δένεται» στο «άρμα» των ευρωπαικών ελίτ και απομακρύνεται από τη Ρωσία, η οποία είχε εξασφαλίσει μέχρι πρόσφατα καθεστώς προνομιακού οικονομικού εταίρου και πολιτικού παράγοντα.

5. Προτάσεις επίλυσης του προβλήματος

Συνεπώς, σήμερα, λόγω και των νέων αυτών δυσμενών εξελίξεων, είναι απαραίτητο και υπερώριμο να αναληφθούν άμεσα οι κατάλληλες πρωτοβουλίες για την επίλυση του Κυπριακού καθώς η στασιμότητα παγιώνει όλο και περισσότερο τη κατάσταση της διχοτόμησης του νησιού, θέτει τον τουρκοκυπριακό λαό κάτω από τη διαρκή και άδικη ομηρία της ελληνοκυπριακής πλευράς που πέτυχε να εισέλθει μονομερώς στην Ε.Ε. χωρίς να έχει προηγηθεί δίκαιη, οριστική και βιώσιμη λύση για όλους, και απομακρύνει τις πιθανότητες να ξαναζήσουν μαζί οι δύο κοινότητες. Στην κατεύθυνση της επίλυσης του Κυπριακού και της διαβίωσης των κοινοτήτων μαζί και όχι δίπλα, όπως προέβλεπαν αρκετές χωριστικές ρυθμίσεις του σχεδίου Ανάν, συνεισφέρουμε με τις ακόλουθες προτάσεις που εδράζονται στις προαναφερθείσες αρχές:
 
α) Πλήρης απομάκρυνση των ξένων στρατευμάτων (ελληνικών και τουρκικών) μέσα σε πέντε, το πολύ, χρόνια (αντί των 18  που προβλέπονταν στο σχέδιο Ανάν και με παραμονή 650 στρατιωτών από Ελλάδα και Τουρκία), καθώς και άμεση κατάργηση της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας με δημιουργία ενός ολιγάριθμου κι ευέλικτου σώματος μικτής εθνοφυλακής. Καθορισμός πρακτικών και εφαρμόσιμων εγγυήσεων υπό την εποπτεία του ΟΗΕ και τις Ευρωπαικής Ένωσης με μηχανισμό επιβολής συγκεκριμένων κυρώσεων που θα εξασφαλίζουν την απρόσκοπτη απομάκρυνση των τουρκικών στρατευμάτων.

β) Κατάργηση του αναχρονιστικού και αποικιοκρατικού καθεστώτος των εγγυητριών δυνάμεων που αφορούν Ελλάδα, Τουρκία και Βρετανία. Αποκλεισμός κάθε τρίτου μέρους (Ελλάδας, Τουρκίας, άλλης χώρας) από τις διαπραγματεύσεις για την επίτευξη λύσης.

γ) Πλήρης και άμεση απομάκρυνση των βρετανικών βάσεων από το νησί. Αυτή τη στιγμή, οι βάσεις με την τεχνολογική αναβάθμιση των τελευταίων ετών, χρησιμεύουν ως προκεχωρημένο στρατιωτικό και ηλεκτρονικό «φυλάκιο» των βρετανικών και των αμερικάνικων συμφερόντων στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.

δ) Διασφάλιση ότι η λύση θα περιλαμβάνει τη μία κυριαρχία, τη μία ιθαγένεια, τη μία διεθνή προσωπικότητα, ένα νόμισμα, μία κεντρική τράπεζα, την επιστροφή εδαφών στο ε/κ κομμάτι και την αποκατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των ελευθεριών, σύμφωνα με το κοινοτικό κεκτημένο με τις λιγότερες δυνατές παρεκκλίσεις απ’ αυτό.

ε)
Ίδρυση Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου, το οποίο θα περιορίζεται στην κρίση δικαστικών αποφάσεων των κατώτερων δικαστηρίων ή και σε ερμηνεία του Συντάγματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο θα αποτελείται από ίσο αριθμό ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων δικαστών. Σε περίπτωση οποιασδήποτε ισοψηφίας, προτείνουμε να υπάρξει πρόνοια για προσθήκη ενός ακόμα δικαστή που θα προκύπτει από κλήρωση ανάμεσα σε ίσους αριθμητικά ελληνοκύπριους και τουρκοκύπριους αναπληρωματικούς δικαστές.

στ) Όλες οι πολιτικές αποφάσεις προτείνουμε να λαμβάνονται αποκλειστικά από αμιγώς πολιτειακά όργανα του κράτους (Βουλή, Γερουσία, Κυβέρνηση των συνιστώντων κρατιδίων και του Ομοσπονδιακού κράτους) σε αναλογία που θα συμφωνηθεί και να διασφαλίζει τη λειτουργικότητα και τη βιωσιμότητα της κατανομής εξουσίας μεταξύ ομοσπονδιακής κυβέρνησης και κυβερνήσεων συνιστώντων κρατιδίων καθώς και την άσκηση αποτελεσματικής ομοσπονδιακής κυβερνητικής πολιτικής. Συμφωνούμε με τη δημιουργία συνιστώντων κρατιδίων που θα συναποτελούν τη νέα Κυπριακή Δημοκρατία και θα έχουν ιθαγένειες με αποκλειστικά εσωτερική ισχύ καθώς οι συστατικές εθνότητες του κυπριακού κράτους ήταν και είναι οι ε/κ και οι τ/κ.Τα συνιστώντα αυτά κρατίδια θα δημιουργηθούν πολιτειακά με την έναρξη υλοποίησης της συμφωνίας μεταξύ ε/κ και τ/κ μεν αλλά η  Κυπριακή Δημοκρατία θα αποτελεί συνέχεια του σημερινού κυπριακού κράτους. Η εκ περιτροπής προεδρία μεταξύ ε/κ και τ/κ καθώς και η στάθμιση ψήφου μόνο για τους τ/κ σε κοινές ψηφοφορίες για τις πολιτειακές εκλογές (πρόεδρος, αντιπρόεδρος, Βουλή και Γερουσία), έτσι που οι ε/κύπριοι να έχουν την ίδια ποσοστιαία επιρροή στην εκλογή που θα έχουν οι τ/κύπριοι στην εκλογή του ε/κύπριου, είναι ρυθμίσεις που μπορούν να διασφαλίσουν τα πολιτειακά δικαιώματα των τ/κ σ’ ένα νέο ενωμένο κράτος. Οι υπόλοιπες εκλογικές διαδικασίες (τοπικές εκλογές, ευρωεκλογές) μπορούν να διεξάγονται με βάση το κοινοτικό κεκτημένο.

ζ) Ως προς το ζήτημα της άσκησης του δικαιώματος αρνησικυρίας σε ορισμένα  συμφωνημένα ζητήματα μείζονος σημασίας, η  θέσπισή της υπέρ των τουρκοκυπρίων θα διασφαλίζει αυξημένες εγγυήσεις που, για όσο καιρό κρίνουν σκόπιμο οι δύο κοινότητες από κοινού, θα συμβάλλει στην άμβλυνση του εύλογου και δικαιολογημένου αισθήματος ανασφάλειας που νιώθουν οι τουρκοκύπριοι ως μειοψηφούσα οντότητα / ισότιμη συνιστώσα του νέου κράτους,  με δεδομένη και την ιστορική πείρα της πολιτικής του Μακαρίου της δεκαετίας του 1960 που προναφέρουμε.

η) Απομάκρυνση της πλειοψηφίας μόνο των νεωτέρων σε ηλικία και σε διαμονή στο νησί εποίκων, με κλιμακωτές ρυθμίσεις, δηλαδή όλων όσοι δεν  έχουν συμπληρώσει δεκαετία συνεχούς παραμονής ή δωδεκαετία με παραμονή τουλάχιστο δέκα ετών στο νησί και που έχουν ισχυρούς και σταθερούς κοινωνικούς, οικονομικούς και εργασιακούς δεσμούς με τον τόπο διαμονής τους, με παράλληλη πλήρη προστασία των τέκνων της δεύτερης και τρίτης γενεάς καθώς δεν φέρουν ευθύνη για τα γεγονότα του παρελθόντος. Από την άλλη, ενώ πρέπει ασφαλώς να ληφθεί υπόψη ότι ο εποικισμός είναι έγκλημα κατά της ανθρωποτητας, σύμφωνα με το καταστατικό του μόνιμου Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου και ότι κάθε ενδεχόμενη προσπάθεια της Τουρκίας για αλλοίωση του τοπικού κυπριακού πληθυσμού με Τούρκους που δεν έχουν ρίζες στο νησί δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, πιστεύουμε ότι δεν είναι δυνατόν να αγνοηθούν οι κοινωνικές πραγματικότητες που έχουν διαμορφωθεί στην Κύπρο τα τελευταία σαράντα χρόνια. Τέλος, προτείνουμε να υπάρχει πρόβλεψη κονδυλίων που θα αφορούν πλήρεις αποζημιώσεις  από την Τουρκία  επιστροφής των εποίκων στην χώρα καταγωγής τους. Ως προς τη ροή ειδικά Τούρκων μεταναστών στην Κύπρο μετά την επανένωση (ως αλλοδαποί μη κράτους μέλους της Ευρωπαικής Ένωσης) προτείνουμε τη σχετική πρόβλεψη του σχεδίου Ανάν, δηλαδή να περιορίζεται αυτή η ροή σε ποσοστό 5% του πληθυσμού που θα έχει την εσωτερική ιθαγένεια της τ/κ συνιστώσας πολιτείας, για περίοδο 19 χρόνων ή μέχρι την ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. Στη συνέχεια θα εφαρμόζεται ο ειδικός νόμος για την ιθαγένεια που απαγορεύει την αλλοίωση της δημογραφικής σύνθεσης του νησιού.

θ) Επιστροφή του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού ε/κ και τ/κ προσφύγων στις εστίες τους στο συντομότερο δυνατό διάστημα και πλήρης αποκατάσταση των δικαιωμάτων τους, με πρότυπο την απόφαση του Ευρωπαικού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για την υπόθεση Λοιζίδου. Πλήρης αποζημίωση για τους υπολοίπους από Επιτροπές Αποζημίωσης του νέου κράτους. Σε περίπτωση μη συμφωνίας για τις επιτροπές αυτές και μόνο τότε,να δίνεται το δικαίωμα στους πρόσφυγες να προσφεύγουν στο Ευρωπαικό Δικαστήριο.Πρόβλεψη για οικονομική συμβολή της Τουρκίας στις αποζημιώσεις. Ειδικότερα,ως προς το δικαίωμα επιστροφής των ε/κ στις εστίες τους, να υπάρξει η πρόβλεψη ότι όσοι ε/κύπριοι κι αν ασκήσουν το δικαίωμα της επιστροφής (το οποίο,βεβαίως, πρέπει να είναι ελεύθεροι να κάνουν), η πλειοψηφία στο τ/κ συνιστόν κρατίδιο να παραμένει στους τ/κ. Μπορεί να προβλεφθεί ρύθμιση οι ε/κύπριοι, που θα ζουν υπό τ/κυπριακή διοίκηση, να μπορούν να ψηφίζουν έως το 30% με βάση τον τόπο κατοικίας και οι υπόλοιποι να λογίζονται ως ψήφοι της ε/κυπριακού συνιστώντος κρατιδίου.

ι)
Διευρεύνηση των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε βάρος ε/κ και τ/κ από μικτή επιτροπή συμφιλίωσης (κατά τα πρότυπα της Χιλής, της Αργεντινής κλπ μετά την επιστροφή στη δημοκρατία). Οι ελληνοκύπριοι και οι τουρκοκύπριοι να καθορίσουν το χρονικό βάθος της έρευνας της επιτροπής (προτείνεται από την ανεξαρτησία του νησιού το 1960).

κ) Στο μεσοδιάστημα έως την οριστική επίλυση του Κυπριακού, λήψη  άμεσων, πρακτικών και ουσιαστικών μέτρων από τους ε/κ και την Ευρωπαική Ένωση για την ολόπλευρη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των τ/κ με άρση των δυσμενών συνεπειών που έχει προκαλέσει το εμπάργκο σε βάρος τους.

Οι ελληνοκύπριοι και τουρκοκύπριοι εργαζόμενοι δεν έχουν να χωρίσουν τίποτε αναμεταξύ τους!


Σπύρος Απέργης, Νάσος Θεοδωρίδης
RED
Notebook
8 Μαρτίου 2014 - 11:24 pm | Σπύρος Απέργης, Νάσος Θεοδωρίδης

Δευτέρα, 10 Μαρτίου 2014

Ένας ΣΥΡΙΖΑ δύο ταχυτήτων



Η φιλολογία γύρω από το φαινομενικά παράδοξο ο μεν ΣΥΡΙΖΑ δημοσκοπικά να προηγείται, οι δε παρατάξεις που υποστηρίζει στις επαγγελματικές οργανώσεις να μην πρωτεύουν, είναι ήδη πλούσια. Κατά κανόνα, όμως, δεν εισφέρει πειστικές απαντήσεις στο ερώτημα τι σημαίνει και πού οφείλεται αυτή η αναντιστοιχία.
Οι πρόχειρες απαντήσεις που δίνουν τα κομματικά επικοινωνιακά γραφεία της Χαριλάου Τρικούπη και της Συγγρού ή οι μιντιακές εκφράσεις τους, είναι γνωστές: η υστέρηση των παρατάξεων που υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί απόδειξη της αδυναμίας του να ξεφύγει από μια στασιμότητα που χαρακτηρίζει τα δημοσκοπικά ποσοστά του και προοιωνίζεται το πέρασμά του, τελικά, στη δεύτερη θέση.
Ειδικότερα από τους φίλα προσκείμενους στο βενιζελικό ΠΑΣΟΚ προπαγανδιστές προτείνεται μετ’ επιτάσεως η ακόλουθη ερμηνεία: η κεντροαριστερά, παρά τα χαμηλά δημοσκοπικά ποσοστά της, αντέχει μέσα στην κοινωνία, η οποία απαιτεί την ανασυγκρότησή της.
Από επικοινωνιακή άποψη δεν είναι κακές αυτές οι προσπάθειες χειραγώγησης της κοινής γνώμης. Δυστυχώς, όμως, δυσκολεύονται να εξηγήσουν γιατί το 40% ή το 50% στους μηχανικούς ή τους δικηγόρους μετατρέπεται με τη μέγιστη ευκολία σε 4% ή 5% όταν πρόκειται για τα δημοσκοπικά ποσοστά του ΠΑΣΟΚ ή ακόμα και της ΔΗΜΑΡ (παρότι δεν είναι το ίδιο πράγμα ούτε μπορούν να αθροιστούν τα ποσοστά τους).

Το «δείγμα» και το κοινωνικό σώμα

Θα μπορούσαμε να αρχίσουμε τη μετά λόγου γνώσεως προσέγγιση των πραγμάτων παραδεχόμενοι την απλή και καθαρή αλήθεια ότι καμία επαγγελματική ένωση επιστημόνων επαγγελματιών δεν μπορεί να αποτελεί κατά οποιοδήποτε τρόπο δειγματοληπτική υποδιαίρεση του εκλογικού σώματος. Αν μια δημοσκοπική εταιρία επιχειρούσε να διαμορφώσει μ’ αυτό τον τρόπο το δείγμα της, θα της αφαιρούσαν δίχως άλλο την άδεια άσκησης του επαγγέλματος.
Οι επαγγελματικές ενώσεις αυτού του είδους, παρά τις μεταξύ τους διαφορές και τις διαστρωματώσεις στο εσωτερικό τους, κατά βάση αποτελούν ενώσεις τμημάτων μιας μεγάλης ειδικής κατηγορίας: των μεσοστρωμάτων. Σε περιόδους κρίσης η συμπεριφορά τους είναι χαρακτηριστική: ενώ εισπράττουν την πίεση προς τα κάτω και βιώνουν την κοινωνική και οικονομική υποβάθμιση, που τους ωθεί συχνά σε μια ιδιόμορφη φτωχοποίηση, η συνείδησή τους δεν συμβαδίζει με την πραγματικότητά τους, παρουσιάζει υστέρηση. Κι αυτό μεταφράζεται σε διατήρηση της ελπίδας ότι, τελικά, υποβιβασμός δεν θα πραγματωθεί ή ότι η αναβάθμιση δεν θα αργήσει.
Η μόνη κατηγορία που τείνει να απεμπλακεί από αυτό το διμορφισμό, είναι η κατηγορία των επαγγελματιών που έχουν ήδη με μονιμότερο τρόπο μετατραπεί σε μισθωτούς ή οιονεί μισθωτούς.
Ένας από τους σκεπτόμενους αναλυτές που ασχολήθηκαν με το «παράδοξο», ο κ. Δ. Μητρόπουλος, παρατηρεί αμέσως μετά την παράθεση των αποτελεσμάτων στο ΤΕΕ και τον ΔΣΑ: «Για να είμαστε σωστοί, οι συριζαίοι πάνε καλά μόνο στους γιατρούς του ΕΟΠΥΥ (εφ. «Τα Νέα» 6/3). Αποδίδει, βέβαια, το γεγονός στον κ. Γεωργιάδη («ας όψεται ο Άδωνις»), αλλά είναι προφανές ότι οι γιατροί του ΕΟΠΥΥ είναι οι μόνοι γιατροί που έχουν συνειδητοποιήσει ότι τους ωθούν βίαια από τα μεσοστρώματα στις τάξεις των «μισθωτών δούλων» και δίνουν τον επαγγελματικό αγώνα τους με διαφορετική ή υπό διαφοροποίηση συνείδηση.

Η αναδίπλωση στην «κοινότητα»

Πιο κάτω, εξηγώντας με ειλικρίνεια τους λόγους της επιτυχίας του κ. Β. Αλεξανδρή στον ΔΣΑ, σημειώνει: «Υπέρ Αλεξανδρή έκαναν διακριτική καμπάνια όλα τα μεγάλα σοβαρά δικηγορικά γραφεία, αστικά και ποινικά (…) Είχε την υποστήριξη των μεγαλοδικηγόρων, χωρίς να απωθεί τους μεσαίους ή τους βιοπαλαιστές των δικαστηρίων». Για να συμπεράνει, τελικά: «Η εκλογή Αλεξανδρή είναι έκφραση του κοινοτισμού (…) Η κοινωνία σπάει σε κοινότητες, κυριολεκτικές ή μεταφορικές όπως των επαγγελματιών, που παίρνουν τα πράγματα στα χέρια τους». Ας μας επιτραπεί να υποθέσουμε βάσιμα ότι, αν επρόκειτο για την εκλογή υποψηφίων με τη στήριξη του ΣΥΡΙΖΑ, τότε τις λέξεις «κοινοτισμός» και «κοινότητες» θα είχαν αντικαταστήσει οι λέξεις «συντεχνιασμός» και «συντεχνίες».

Οι καθυστερήσεις του ΣΥΡΙΖΑ

Όπως και να ‘χει, η λογική της ερμηνείας είναι ορθή. Δυστυχώς ή ευτυχώς, αυτό δεν σημαίνει ότι όλα είναι μοιραία ή ότι οι άνθρωποι του ΣΥΡΙΖΑ τα έχουν κάνει όλα σωστά. Θα μπορούσαν οι παρατάξεις που υποστήριξε να είχαν αισθητά καλύτερα αποτελέσματα υπό ορισμένες προϋποθέσεις.
Πρώτα απ’ όλα, παρότι ο ΣΥΡΙΖΑ και η απρόσμενη εκλογική επιτυχία που υπήρξε σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα κοινωνικών διεργασιών, ως κόμμα ο ΣΥΡΙΖΑ την πολιτική επιτυχία του δεν έτρεξε να την επενδύσει σε κοινωνική οργάνωση. Δεν φρόντισε να ανταποδώσει στην κοινωνική δράση αυτό που εκείνη του πρόσφερε απλόχερα στο πολιτικό επίπεδο. Κι αυτό δεν μπορούσε παρά να του κοστίσει στα επί μέρους μέτωπα (και στην κεντρική πολιτική μάχη πιθανότατα).
Αυτό που τίθεται ως πρόβλημα για τον ΣΥΡΙΖΑ στο «τοπικό» επίπεδο των επαγγελματικών ενώσεων, αποτελεί ταυτόχρονα και ζήτημα σχετικό με τη γενική πολιτική στρατηγική του. Η πρόχειρη προσέγγιση της επίλυσης του προβλήματος προτείνει το πολιτικό άνοιγμα του ΣΥΡΙΖΑ σ’ αυτές τις ομάδες του εκλογικού σώματος, ώστε να νιώσουν ότι τις εκφράζει ικανοποιητικά.
Δυστυχώς, το θέμα είναι αρκετά πιο πολύπλοκο. Κανένα κόμμα, όσο κι αν «ανοίξει», δεν μπορεί να εκφράσει τους πάντες και τα πάντα. Ούτε το ΠΑΣΟΚ το μπόρεσε. Αν για μικρό χρονικό διάστημα ενομίσθη από κάποιους κάτι τέτοιο, η εντύπωση αυτή δεν κράτησε για πολύ. Και τότε, τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και οι υπό την επιρροή του αναγκάστηκαν να επιλέξουν με ποιους θα πάνε και ποιους θ’ αφήσουν…

Σχέσεις εμπιστοσύνης με τα επιμέρους

Αν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θέλει να επαναλάβει την ιστορία, πράγμα αδύνατον, άλλωστε, οφείλει να επεξεργαστεί πειστικές επιμέρους προγραμματικές θέσεις και την αντίστοιχη πολιτική συμμαχιών πάνω σ’ αυτή τη βάση. Έτσι θα μπορέσει να διευρύνει την επιρροή του και την υποστηρικτική βάση του μέσα στην κοινωνία με πιο σταθερό τρόπο, καλλιεργώντας τις απαραίτητες σχέσεις εμπιστοσύνης.
Μπορεί, λοιπόν, η τεχνητή προβολή των εκλογικών αποτελεσμάτων στις επαγγελματικές ενώσεις κυρίως των μεσοστρωμάτων στο σύνολο του εκλογικού σώματος να είναι ουσιαστικά μια λαθροχειρία, ωστόσο αναδεικνύει ένα πρόβλημα για τον ΣΥΡΙΖΑ∙ Η λύση του βρίσκεται στον αντίποδα των υποδείξεων των καλοθελητών: από την ικανότητά του να κερδίσει την ηγεμονία στο μεγάλο κάδρο, ως εκφραστής της μεγάλης πλειοψηφίας των λαϊκών στρωμάτων, θα κριθεί και η δυνατότητά του να συμπαρασύρει και τη μεγαλύτερη μερίδα των διστακτικών στρωμάτων. Και όχι το αντίθετο.

Χ. Γεωργούλας

Σάββατο, 8 Μαρτίου 2014

Για το βιβλίο του Δημήτρη Κουφοντίνα, την τρομοϋστερία και κυρίως την αντίσταση


 
 
Του Νίκου Γιαννόπουλου
 

Είναι κάπως τραγικό, και συνάμα ολίγον αστείο, ότι δώδεκα χρόνια μετά το “τρομοκαλοκαίρι” του 2002 υποχρεωνόμαστε, υποχρεώνομαι, να αντιμετωπίσουμε την ίδια τρομοϋστερία, την ίδια ογκώδη άγνοια, τα ίδια στερεότυπα, την ίδια κακογουστιά. Φυσικά, περίμενα ότι με την έκδοση του βιβλίου του Δημήτρη Κουφοντίνα και τον δικό μου πρόλογο σε αυτό θα δημιουργηθεί ο γνωστός θόρυβος. Η αλήθεια όμως είναι ότι είμαι κάπως έκπληκτος με την ένταση της επίθεσης των πολιτικών και των δημοσιογραφικών επιτελείων, με αυτή τη στημένη οργή, που αν δεν την ξέρεις μπορεί και να σε τρομάξει, αλλά αν την ξέρεις, σίγουρα θα σε αηδιάσει.

Ο Δημήτρης Κουφοντίνας, λοιπόν, σχεδόν δώδεκα χρόνια έγκλειστος στην απομόνωση των φυλακών Κορυδαλλού, από τα οποία τα δύο ολομόναχος, πράγμα που δεν έχει συμβεί ούτε στις διαβόητες φυλακές Σταμχάιμ της Γερμανίας, αποφάσισε να γράψει ένα βιβλίο που με κορμό την προσωπική του διαδρομή, από το 1973, περιγράφει την κατάσταση του κινήματος, ιδιαίτερα του μεταπολιτευτικού, και γενικότερα την πολιτική ζωή του τόπου, αναφέρεται στο ρόλο της Αριστεράς και των ποικίλων “Αριστερών”, προσπαθώντας να εξηγήσει τη δική του διαδρομή, από το ανεξάρτητο ταξικό κίνημα στο πολύμορφο και στη συνέχεια στο ένοπλο.

Είναι από τα ελάχιστα βιβλία πολιτικών κρατουμένων στον κόσμο που αναφέρεται ελάχιστα στη φυλακή και κυρίως στο “έξω”. Είναι ένα κείμενο βιωματικό, πολιτικό, ιδεολογικό, ένα κείμενο στο οποίο ο συγγραφέας, με όση ειλικρίνεια μπορεί να του εξασφαλίσει η θέση στην οποία βρίσκεται, περιγράφει, αναλύει, τέμνει, απολογίζει, κριτικάρει, προτείνει. Βεβαίως αυτοί που ουρλιάζουν, είτε στους διαδρόμους της Βουλής είτε στα κανάλια, είναι ούτως ή άλλως ξένοι και με τον αναστοχασμό, και με τον απολογισμό, και με την αυτοκριτική, και με την πρόταση. Το μόνο που προτείνουν είναι “νόμος και τάξη”· το μόνο που προτάσσουν είναι ότι η κυβέρνηση μπορεί να τα έχει κάνει χάλια, αλλά το κράτος είναι η μόνη αυθεντία· το μόνο που επιδιώκουν είναι αυτή τη συρρικνωμένη “νομιμότητά” τους, που εξευτελίζει κι αυτήν ακόμα την κοινοβουλευτική δημοκρατία, μετατρέποντάς τη σε θέατρο έκδοσης πράξεων νομοθετικού περιεχομένου. Αυτοί λοιπόν, το μόνο που μπορούν να πουν είναι ότι “ο δολοφόνος δεν δικαιούται διά να ομιλεί”, ότι μια οργάνωση που διέπραξε εκτελέσεις δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο παρά μια εγκληματική οργάνωση, ότι εν πάση περιπτώσει, ο φιλήσυχος πολίτης, δεξιός ή αριστερός, όσο κι αν υποφέρει από την κυβερνητική και την κρατική πολιτική, δεν μπορεί παρά να συνταχθεί με την κρατική εξουσία και τους προπαγανδιστές της. Γι΄ αυτό ουρλιάζουν, γι΄ αυτό θυμούνται αυτοί, οι απόγονοι των δωσιλόγων, τον ΕΛΑΣ και τον ΔΣΕ, γι΄ αυτό αναγνωρίζουν μεν το δικαίωμα στην έκφραση, αλλά όπως και το ιερό δικαίωμα στην απεργία, καλό είναι να μην ασκείται όταν δημιουργεί προβλήματα στους κυρίαρχους.

Εμείς λοιπόν, και εγώ προσωπικά, ανέκαθεν θεωρούσαμε τις ένοπλες οργανώσεις που αγωνίζονται κατά του καπιταλισμού πολιτικές οργανώσεις, της Αριστεράς ή του αναρχικού χώρου, και όσους διώκονται για συμμετοχή σε αυτές, είτε την αρνούνται είτε την αποδέχονται, πολιτικούς κρατούμενους. Για να είμαστε ειλικρινείς, και αυτοί που ουρλιάζουν για “στυγνούς δολοφόνους” το ίδιο πιστεύουν. Γιατί πώς αλλιώς εξηγείται ότι, ενώ αρνούνται μετά βδελυγμίας τον όρο “πολιτικοί κρατούμενοι”, τους επιβάλλουν ειδικές συνθήκες κράτησης, ειδικές συνθήκες δίκης, ειδικές καταδίκες; Πώς εξηγείται ότι στην απόφαση του δικαστηρίου για τη δίκη της 17Ν, μια δίκη “απλών εγκληματιών”, το σκεπτικό είναι τόσο πολιτικό, ώστε επιστρατεύει ακόμα και ρητά του Λένιν; Και τέλος πάντων, πολλοί κρατούμενοι έχουν γράψει βιβλία, και πολλοί κρατούμενοι δεν έχουν τηρήσει τους όρους της άδειας εξόδου από τη φυλακή: πώς εξηγείται ότι η φυγή του Χριστόδουλου Ξηρού οδήγησε στην έναρξη του νέου κύκλου τρομοϋστερίας, που τώρα κλιμακώνεται με την έκδοση του βιβλίου του Δημήτρη Κουφοντίνα;

Σε ό,τι μας αφορά, με τον συνοπτικό όρο “σύντροφοι που κάνουν λάθος”, αντιμετωπίσαμε τις ένοπλες αντικαπιταλιστικές οργανώσεις ως τμήμα του κινήματος, και γι΄ αυτό εκφράσαμε και συνεχίζουμε να εκφράζουμε την αλληλεγγύη μας σ΄ αυτές και στους κρατούμενούς τους. Σε ό,τι μας αφορά επίσης, στις δεκαετίες που συμμετέχουμε ενεργά στο κίνημα κατά της κρατικής τρομοκρατίας, και διαβάζοντας για προηγούμενες εποχές, μάθαμε ότι η κάθε εξουσία πάντα αποϊδεολογικοποιεί τον εχθρό της: τον λέει εαμοβούλγαρο, αναρχοσυμμορίτη, τρομοκράτη. Και βεβαίς μάθαμε ότι όσους δεν δέχονται να υποταχτούν στα όρια της αστικής νομιμότητας, όπως αυτή ορίζεται κάθε φορά, τους αποκαλούν πάντα συνοδοιπόρους. Και εδώ το γαϊτανάκι σχοινοβατεί στα όρια του γελοίου. Το Δίκτυο στηλιτεύεται ως συνοδοιπόρος της 17Ν. Και βεβαίως ο ΣΥΡΙΖΑ, αφού στηλιτεύεται ως συνοδοιπόρος του Δικτύου, με τη γνωστή επαγωγική λογική, στηλιτεύεται και ως συνοδοιπόρος της 17Ν. Και ο χορός καλά κρατεί.

Εντάξει, η κυβέρνηση, μην έχοντας τίποτα άλλο να προσφέρει στον πληθυσμό, πέρα από τάξη και ασφάλεια, φυσικά καταφεύγει στο γνωστό εκφοβιστικό εμφυλιοπολεμικό κλίμα. Εξάλλου, αγοραίες προεκλογικές σκοπιμότητες επιβάλλουν τη συκοφάντηση του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και βαθιές καθεστωτικές επιλογές επιβάλλουν την πίεση και την πειθάρχηση του ίδιου κόμματος, την ευθυγράμμισή του με το διαβόητο συνταγματικό τόξο. Είναι δυνατόν να διεκδικείς την πολιτική εξουσία και να μην καταδικάζεις τη βία απ΄ όπου κι αν προέρχεται; Είναι όμως δυνατό να είσαι η Αριστερά του 21ου αιώνα, χωρίς να διεκδικείς την ιστορία της Αριστεράς του τόπου σου και άλλων τόπων, χωρίς να ξεκαθαρίζεις ότι η ιστορία της Αριστεράς έχει κόμματα, διαδηλώσεις, απεργίες, καταλήψεις, συγκρούσεις, αντίσταση, αγώνες, ΕΑΜ, ΕΛΑΣ, ένοπλες αντιδικτατορικές οργανώσεις – χωρίς εν τέλει να είσαι η Αριστερά, που επειδή αγωνίζεται για την ειρήνη και την ευτυχία, είναι διατεθειμένη να δώσει το μόνο δίκαιο πόλεμο στην ιστορία, αυτό των φτωχών κατά των πλουσίων, για να θυμηθούμε και τον Μαρξ;

Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι η τρομοϋστερία των γνωστών κύκλων. Το ζήτημα είναι πώς το ευρύτερο κίνημα, η Αριστερά στο σύνολό της, θα αντισταθούμε στο κράτος έκτακτης ανάγκης, στην εξαίρεση δικαιωμάτων, στα νομοθετικά τερατουργήματα, στις κρατικές δολοφονίες, στα ρατσιστικά εγκλήματα, εν τέλει στο κρατικό μονοπώλιο στη βία, διεκδικώντας εκείνη την πολιτική και κοινωνική συνθήκη που η ισότητα θα εξασφαλίζει την ελευθερία και η ελευθερία θα εγγυάται την ισότητα.



Νίκος Γιαννόπουλος
RED
Notebook