Κυριακή, 20 Μαΐου 2012

Τι σημαίνει αριστερή κυβέρνηση;

Wassily Kandinsky's Composition VII, 1913. The Tretyakov Gallery, Moscow. Painted in 1913 when Kandinsky lived in Munich, Germany.

 














του Νίκου Γιαννόπουλου*, απο τα Ενθέματα της ΑΥΓΗΣ


Το αποτέλεσμα των εκλογών, και ως προς τον αιφνιδιαστικό του χαρακτήρα, αλλά και ως προς τα δεδομένα του, είναι συγκλονιστικό. Την καλύτερη εικόνα τη δίνει η δήλωση του Μελανσόν, όταν του ζήτησαν να σχολιάσει το δικό του αποτέλεσμα. «Είμαι ευτυχής», είπε, και, καθώς ο δημοσιογράφος κοντοστάθηκε, συνέχισε: «Για τα αποτελέσματα των συντρόφων στην Ελλάδα».

Το παιχνίδι έχει ανοίξει. Και είναι πολύ καλό, σε οποιαδήποτε συνθήκη κοινωνικού ανταγωνισμού, το παιχνίδι να ανοίγει, παρά να προσβλέπουμε σε μικρές σωρεύσεις, σε ένα μικρό παιχνίδι. Είναι πολύ προτιμότερη η αμηχανία της νίκης από την αμηχανία της ήττας. Η δεύτερη οδηγεί, στην καλύτερη περίπτωση, στην αναπόληση του ένδοξου παρελθόντος, ενώ η πρώτη είναι δυνατόν να επινοήσει το μέλλον.

Η ψήφος στον ΣΥΡΙΖΑ ήταν, κατά κύριο λόγο, ταξική ψήφος. Ταξική ψήφος, βέβαια, δεν σημαίνει και ταξικά συνειδητοποιημένη· σημαίνει μια ψήφο με βάση τις συνθήκες ζωής των ανθρώπων. Στα νοσοκομεία, στους εργαζόμενους στις δομές τοξικοεξαρτημένων, στους επισφαλείς, στην εφεδρεία, τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ αγγίζουν… τσαουσεσκικά όρια. Ο ΣΥΡΙΖΑ, γενικότερα, τα πήγε πολύ καλά, για τρεις λόγους.

Ο πρώτος είναι ότι ήταν στην ουσία η μόνη δύναμη αντιπολίτευσης, με μια πολύ αξιοπρεπή υποστήριξη στα κινήματα. Ο δεύτερος είναι ότι στοχοποιήθηκε από τον αντίπαλο, και αυτό μπόρεσε να το αξιοποιήσει θετικά. Ο τρίτος λόγος, με όλη την αντιφατικότητα, είναι ότι μίλησε για αριστερή κυβέρνηση· για αριστερή κυβέρνηση της Αριστεράς, όχι της κεντροαριστεράς. Η στάση του ΣΥΡΙΖΑ, μια βδομάδα μετά τις εκλογές, είναι άρτια· υπάρχουν αδυναμίες, παραφωνίες, φοβίες, ας μη στεκόμαστε όμως στη λεπτομέρεια και τη μικρή εικόνα. Στην πορεία προς τις νέες εκλογές, οι εκβιασμοί και η τρομοκρατία που θα ασκηθούν θα κάνουν όσα βλέπουμε τούτες τις μέρες να μοιάζουν με νηπιαγωγείο.

Πριν προχωρήσω, ένα σχόλιο για το ΚΚΕ. Το ΚΚΕ είχε μια στάση εξαιρετικά σεχταριστική και ψοφοδεή. Νομίζω ότι έχει αποφασίσει πως αν ανακατευτεί με οτιδήποτε άλλο θα βάλει σε κίνδυνο την ίδια την κομματική του υπόσταση. Εσωτερικά βράζει, θα έχει και πτώση, αλλά ας είμαστε επιφυλακτικοί: διαθέτει και παραδόσεις και μηχανισμό και εσωτερική συνοχή πολύ βαθιά. Έτσι, όλα αυτά μπορεί να μη βγάλουν σχίσμα, σίγουρα όμως θα βγάλουν στελέχη και δυνάμεις που την επόμενη περίοδο, ανάλογα και με τις συνθήκες, θα παίξουν τον ρόλο τους.

Τώρα, για την κατάσταση που διαμορφώνεται στον ΣΥΡΙΖΑ, στην κοινωνία, στο κίνημα. Ο ΣΥΡΙΖΑ αφενός βρίσκεται σε μια πορεία αριστερόστροφη, ενώ παράλληλα εξακολουθεί να έχει αρκετά από τα προγενέστερα προβλήματα: συγκεκριμένη συνοχή και αντοχές, συγκεκριμένο πολιτικό προσωπικό, συγκεκριμένες φοβίες και αυταπάτες για το εθνικό ακροατήριο κλπ. Έχει όμως αυτή τη στιγμή πολλές προϋποθέσεις να τραβήξει κι άλλο αριστερά — δεν εννοώ να βγάζει κραυγές, αλλά να βρει το σωστό μείγμα μαζικολαϊκής απεύθυνσης και στέρεου πλαισίου που να συγκροτεί τον κόσμο που απευθύνεται σ’ αυτόν, ενώ παράλληλα να φτιάχνει ένα μέτωπο απάντησης στην επίθεση.

Η κατάσταση στην κοινωνία είναι επίσης αντιφατική. Ένα τμήμα της τα τελευταία χρόνια βγήκε στον δρόμο, είχε την εμπειρία των πλατειών, των αγώνων· παρ’ όλα αυτά, είναι μια κοινωνία χωρίς μεγάλες αγωνιστικές εμπειρίες, με αρκετή ιδεολογικοπολιτική σύγχυση, μια κοινωνία που θέλει μια αριστερή κυβέρνηση για να της εξασφαλίσει αξιοπρεπή διαβίωση, παράλληλα όμως δεν είναι έτοιμη να επωμιστεί το κόστος μιας σύγκρουσης. Φυσικά, δεν μπορούμε να εκλέξουμε άλλο λαό ή να λέμε τις ανοησίες του ΚΚΕ. Απέναντι σ’ αυτή την αντιφατική κατάσταση πρέπει να εντείνουμε την ταξική κοινωνική διαίρεση, κι όχι να προσπαθήσουμε να είμαστε «και με τον αστυφύλαξ και με τον χωροφύλαξ».

Σε ό,τι αφορά την κατάσταση του κινήματος, αν και τα τελευταία χρόνια έχουμε ελπιδοφόρες εστίες, το κοινωνικό στην Ελλάδα παραμένει αδύναμο. Όσοι έχουμε μια στοιχειώδη σχέση με την ιστορία του κομμουνιστικού και του αριστερού κινήματος, καταλαβαίνουμε ότι χωρίς αυτοοργάνωση, αυτοσυνείδηση, ενεργοποίηση του λαϊκού παράγοντα, ακόμα και μια Αριστερά με τις καλύτερες προθέσεις δεν μπορεί να αποδώσει· θα μετεωρίζεται, με πιθανότερη κατάληξη την ενσωμάτωση και την ήττα.

Συνεχίζω με μερικά σχόλια για το πώς πρέπει να πολιτευθεί ο ΣΥΡΙΖΑ το επόμενο διάστημα. Πρώτα πρώτα, χρειάζεται ένας μαζικός αγωνιστικός λόγος, μια ανασυγκρότηση ενός διεισδυτικού, επιθετικού ιδεολογικοπολιτικού πλαισίου, ενός πλαισίου εύληπτου και αγωνιστικού μαζί. Είναι προφανές ότι δεν μπορείς να πεις, με τους παρόντες συσχετισμούς στον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό, ότι μέσα σε ένα μήνα θα έχω τελειώσει με το Μνημόνιο, θα έχω εθνικοποιήσει τις τράπεζες, θα έχω κάνει ξανά δημόσιες τις ιδιωτικοποιημένες επιχειρήσεις, θα έχω δημεύσει την εκκλησιαστική περιουσία, θα έχω παγώσει τις στρατιωτικές δαπάνες. Έχει όμως σημασία με ποια στρατηγική πηγαίνεις, για να μπορέσεις λ.χ. να βάλεις στις τράπεζες το ζήτημα του κοινωνικού ελέγχου: Πού πηγαίνουν τα λεφτά, αν παίζουν όλα τα διαθέσιμα στα χρηματιστήρια, τι γίνεται με τις μικρές επιχειρήσεις, γιατί δεν δίνουν δάνεια σε φτωχούς καταθέτες. Το ίδιο ισχύει με την αποκατάσταση των εισοδημάτων στα κατώτερα στρώματα, με ιδιαίτερη έμφαση στα κοινωνικά δικαιώματα, τον κοινωνικό μισθό, την υγεία. Το να έχει ο κόσμος πρόσβαση στα νοσοκομεία, να έχουν τα νοσοκομεία χειρουργεία και φάρμακα, να πληρώνονται οι γιατροί τις υπερωρίες τους είναι ζητήματα που δεν απαιτούν μείζον κόστος, δίνουν σαφές αριστερό πρόσημο και έχουν απήχηση· δεν είναι μια συζήτηση ιδεολογική. Περίθαλψη, προστασία και χαμηλά εισοδήματα αποτελούν αιχμές, οι οποίες πρέπει στην προεκλογική περίοδο να είναι πολύ σαφείς.

Ένα άλλο σημείο είναι η κινητοποίηση του λαϊκού παράγοντα. Πιστεύω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν τα έχει πάει και τόσο καλά εδώ. Έχει σχετικά μικρή δυνατότητα κινητοποίησης, όπως φάνηκε στην προεκλογική συγκέντρωση στην Αθήνα, το βράδυ των εκλογών κλπ. Όταν λέω «κινητοποίηση» μιλάω για μια μεγάλη γκάμα: από τη διοργάνωση ενός μαζικού συλλαλητηρίου ενάντια στους εκβιασμούς της τρόικας μέχρι λαϊκές συνελεύσεις για τη συγκρότηση πλαισίων διεκδίκησης, οργάνωσης της αντίστασης κλπ. Ο ΣΥΡΙΖΑ, για να βρει αυτή την ισορροπία «στρογγυλέματος» και «αιχμηρότητας», μαζικολαϊκής απεύθυνσης και βαθέματος του πλαισίου, πρέπει να είναι καθαρός, να πει: Αυτός είναι ένας δύσκολος δρόμος, αλλά είναι ένας δρόμος που εξαρχής εγγυάται μια ζωή με αξιοπρέπεια και κοινωνική δικαιοσύνη. Μ’ αυτή την έννοια, είμαι αντίθετος σε εκλογικίστικες ανασυνθέσεις. Για να μην παρεξηγηθώ, δεν έχω κανένα πρόβλημα για τεχνικές ρυθμίσεις, προκειμένου να πάρει τις 50 έδρες, αλλά όχι κόμματα «της μιας νύχτας», που δημιουργούν προβλήματα, παράγουν στρεβλές εικόνες.

Σε σχέση τώρα με την υπόλοιπη Αριστερά. Κατ’ εμέ, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αλλά και οι Οικολόγοι θα έπρεπε στις επόμενες εκλογές να αποσυρθούν και να ψηφίσουν κριτικά τον ΣΥΡΙΖΑ. Δεν νομίζω ότι θα το κάνουν. Ανεξάρτητα από αυτό, είναι σημαντικό πρωτοβάθμια σωματεία, κινηματικές συλλογικότητες να παρέμβουν αυτή την περίοδο με τα δικά τους περιεχόμενα.

Tελειώνοντας, τι σημαίνει «κυβέρνηση της Αριστεράς»; Η κυβέρνηση της Αριστεράς είναι μια πολιτικά μεταβατική φάση, μέσα στον καπιταλισμό — δεν μιλάμε για επαναστατική ανατροπή του συστήματος. Πρέπει να ανοίξει τον δρόμο για τη συνειδητοποίηση, τη συμμετοχή, την αυτοοργάνωση και την αντιεξουσία των εργαζομένων. Εάν δεν κάνει τα προηγούμενα, πολύ φοβάμαι ότι θα αντιμετωπίσει είτε το ενδεχόμενο μιας σύντομης συντριβής είτε τη συντηρητικοποίηση, τον εκφυλισμό σε κεντροαριστερή κατεύθυνση (ακόμα κι αν δεν συμμετέχει σε αυτή το Κέντρο). Δηλαδή στην ουσία θα έχει να διαλέξει ανάμεσα σε μια ένδοξη και μια άδοξη ήττα. Το εγχείρημα είναι εξαιρετικά δύσκολο –είμαστε και άμαθοι σ’ αυτά– και ταυτόχρονα εξαιρετικά σημαντικό. Επομένως, έχουν σημασία η αποφασιστικότητα, τα άμεσα μέτρα, η στάση απέναντι στους δανειστές, η απεύθυνση στους εργαζόμενους διεθνώς και ιδιαίτερα στον Μεσογειακό Νότο, η εντιμότητα, η έκθεση των δυσκολιών αλλά και των δυνατοτήτων, ουσιαστικές και συμβολικές πράξεις, όπως η μείωση της ψαλίδας των μισθών: να πει ο ΣΥΡΙΖΑ ότι δεν μπορεί να παίρνει κανείς πάνω από 2.500 τον μήνα, οι δικαστές, οι στρατιωτικοί και οι βουλευτές πρωτίστως – και ακόμα πιο πρωτίστως οι δικοί του. Επίσης, εμπιστοσύνη στον λαϊκό παράγοντα, συστηματική ενίσχυση της οργάνωσής του, μέσα και από θεσμούς όπως οι συμμετοχικοί προϋπολογισμοί, δομές δυαδικής εξουσίας, σε συνδυασμό με την επινοητικότητα, να δούμε τι θέλουμε — είμαστε κι εμείς παλιός κόσμος, και δεν μπορούμε έτσι, με τη μία, να υποδυθούμε τον νέο. Πρωτοβουλίες ενίσχυσης της σχέσης παραγωγών-καταναλωτών, ενθάρρυνση πρακτικών «κοινωνικού νομίσματος», εργατικός κοινωνικός έλεγχος, συνεταιριστικά εγχειρήματα. Όλα αυτά πρέπει να τα βάλει μπροστά ο ΣΥΡΙΖΑ. Είτε βρεθεί στον ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης είτε κληθεί να κυβερνήσει, ο κοινωνικός ανταγωνισμός θα σκληρύνει. Και εκεί πρέπει να φτιάξουμε συσχετισμούς μέσα στην κοινωνία, ώστε οι άνθρωποι να αισθάνονται από τη μία ότι βελτιώνεται η ζωή τους, και, από την άλλη, γίνονται καλύτεροι άνθρωποι, ότι νιώθουν καλά, ότι ακόμα κι αν δεν αποκαθίστανται αμέσως τα εισοδήματά τους, ζουν με αξιοπρέπεια. Αυτό θα είναι ένα μεγάλο επίδικο της περιόδου.

***
Ανάμεσα στον σκεπτικισμό και την απερισκεψία υπάρχει η σκέψη, ανάμεσα στην αισιοδοξία της βούλησης και την απαισιοδοξία της γνώσης υπάρχει η επαναστατική απαισιοδοξία: τα διεκδικούμε όλα, για να αποφύγουμε το χειρότερο, όπως έγραφε ο μεγάλος Μπένγιαμιν. Βρισκόμαστε σε μια τέτοια περίοδο. Είμαστε βέβαιοι για το δίκιο μας, αλλά πρέπει να είμαστε εντελώς αβέβαιοι για τον τρόπο που το διεκδικούμε.

Αν δεν απευθυνθείς σε ευρύτερα στρώματα, το μόνο που κάνεις είναι να αναπαράγεις την ύπαρξή σου. Αν πάλι δεν χτίσεις μια αριστεροσύνη, γίνεσαι ο ίδιος μέσος όρος. Αυτή είναι η μεγάλη αφήγηση και η μεγάλη ιστορία της Αριστεράς. Καλούμαστε λοιπόν, με τα λίγα εργαλεία που έχουμε, να δούμε τι θα κάνουμε. Δεν μπορούμε να λέμε μαξιμαλισμούς, δεν μπορούμε όμως και να λέμε μόνο τα πράγματα που δεν θα ενοχλήσουν. Η ισορροπία δεν είναι θέμα ευφυΐας, είναι ζήτημα πολιτικών και κοινωνικών υποκειμένων. Αυτό δεν είναι εξασφαλισμένο, είναι διεκδικήσιμο — και βρισκόμαστε σε μια περίοδο που είναι αληθινά διεκδικήσιμο.

Τελειώνω με δυο παραδείγματα, για τους μετανάστες και το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης. Δεν περιμένω να βγει αύριο ο ΣΥΡΙΖΑ να πει ότι, όπως κινούνται ελεύθερα τα εμπορεύματα και τα κεφάλαια, έτσι πρέπει να κινούνται ελεύθερα και οι άνθρωποι. Ούτε να πει άμεση νομιμοποίηση όλων των μεταναστών. Μπορεί όμως να λέει ότι τα θέματα ασφάλειας και εγκληματικότητας δεν είναι θέμα αστυνόμευσης, αλλά ζήτημα κοινωνικής πολιτικής; Να λέει ότι τα στρατόπεδα συγκέντρωσης προσβάλλουν τη δημοκρατική παράδοση της χώρας; Να πει ότι όσοι μετανάστες ζουν και δουλεύουν εδώ πρέπει να έχουν χαρτιά;

Πάμε και στην αστυνομία, το βαθύ κράτος. Προφανώς, δεν περιμένω να διαλυθεί η αστυνομία και να φτιαχτούν λαϊκές πολιτοφυλακές. Ούτε περιμένω να αφοπλισμό της αστυνομίας συνολικά. Τι θα περίμενα; Να μπει τέρμα στην αστυνομική αυθαιρεσία και ασυδοσία, να υπάρχει λογοδοσία στην κοινωνία. Πρόκειται για αστική νομιμότητα, αλλά αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα σήμερα: τα βασανιστήρια στα αστυνομικά τμήματα, οι εξευτελισμοί στους δρόμους, η βαρβαρότητα. Επίσης, να απαγορευθούν τα χημικά και η οπλοφορία των αστυνομικών στις διαδηλώσεις. Αυτό είναι κάτι που παλεύεται. Ασφαλώς μας ενδιαφέρει το σύνολο της κοινωνίας, αλλά πρέπει να ξέρουμε ότι η δύναμή μας είναι η ένταση της ταξικότητας, του κοινωνικού· όχι με την έννοια της διάλυσης του κοινωνικού ιστού, αλλά με τη συνειδητοποίηση της διαίρεσης, των στρατοπέδων. Πώς έλεγε ο ΣΥΡΙΖΑ «Ή εμείς ή αυτοί»; Αυτό πρέπει να χτιστεί.

* Ο Νίκος Γιαννόπουλος είναι μέλος του Δικτύου για τα Κοινωνικά και Πολιτικά Δικαιώματα. To άρθρο βασίζεται στην ομιλία του στην εκδήλωση που οργάνωσαν τα «Ενθέματα» και το RedNotebook με θέμα «Οι εκλογές της 6ης Μαΐου και η Αριστερά στο νέο τοπίο», στις 11.5.2012 (ομιλητές: Νίκος Γιαννόπουλος, Παύλος Κλαυδιανός, Δημήτρης Χριστόπουλος)

Παρασκευή, 18 Μαΐου 2012

Τα “talk show” της Χρυσής Αυγής


Της Αντας Ψαρρά

rednotebook

Στη σύντομη μετεκλογική περίοδο, εκτός από τις άκαρπες προσπάθειες να σχηματιστεί κάποιου είδους κυβέρνηση, οι έλληνες πολίτες είχαν την ευκαιρία να …γνωριστούν καλύτερα με τη Χρυσή Αυγή. Η αρχή έγινε με την εκπομπή του φανερά εκνευρισμένου Σρόιτερ μπροστά στις ρατσιστικές και εθνικιστικές παραστρατιωτικές κορώνες των εκπροσώπων της. Στη συνέχεια περάσαμε στην αμήχανη εκπομπή του Ευαγγελάτου και την ακόμα πιο αμήχανη Ελλη Στάη, κατόπιν στην άνετη εμφάνιση του Σταύρου Θεοδωράκη απέναντι στον φύρερ Μιχαλολιάκο και τέλος στην απόλυτη αποδοχή και στο ξέπλυμα των παρακρατικών και βίαιων μεθόδων της οργάνωσης από τον προεκλογικό υποστηρικτή της, Θέμο Αναστασιάδη. Μην ξεχνάμε τα συνθήματα του Αναστασιάδη μέσα από την πρώτη σε κυκλοφορία εφημερίδα Πρώτο Θέμα: «Μπάτσοι παντού», « Έξω όλοι οι λαθρομετανάστες» και άλλα παρόμοια. Στο ίδιο διάστημα, βέβαια, είχαμε μια δολοφονία μετανάστη, πολλούς ξυλοδαρμούς με κατάληξη των θυμάτων στα νοσοκομεία και συστηματική προπαγάνδα εναντίον της αριστεράς που επιμένει σε μια διαφορετική αντιμετώπιση του μεταναστευτικού, μέσα στο πλαίσιο του σεβασμού στα ανθρώπινα δικαιώματα.Κανείς από τους πρωταγωνιστές αυτών των εκπομπών, όποιος κι αν είναι ο βαθμός της ανατριχίλας τους μπροστά στην είσοδο της εγκληματικής αυτής οργάνωσης στη Βουλή, δεν διανοήθηκε να εκθέσει τα στοιχεία της δράσης της. Αντίθετα, μπροστά στα ανιστόρητα επιχειρήματα των μελών της Χρυσής Αυγής, όπως ότι η γενοκτονία των εβραίων ήταν ένα ανάμεσα τόσα «εγκλήματα πολέμου», κανένας από τους δημοσιογράφους δεν άρθρωσε έστω και ένα ερώτημα, όπως ας πούμε τίνος πολέμου αποτέλεσμα ήταν η απόφαση του Χίτλερ να εξοντώσει 6 εκατομμύρια εβραίων. Στις αναφορές στη Χούντα, και στο σκληρό πλην τίμιο προφίλ των στρατιωτικών, δεν κανένας δεν βρήκε έστω και ένα επιχείρημα για τη διαφθορά και την σαπίλα των επικεφαλής της κατάλυσης της δημοκρατίας. Κι αν στον εγκέφαλο του Μιχαλολιάκου, ανάμεσα στα χιτλερικά και τα χουντικά προστάγματα, χώρεσε ακόμα και ο Λένιν προκειμένου να δικαιολογηθεί η αντίθεσή του στο δημοκρατικό πολίτευμα και η δικαιολόγηση της βάρβαρης βίας των χρυσαυγιτών, πού ήταν οι απαντήσεις των δημοκρατικών δημοσιογράφων;

Και καλά, ο Αναστασιάδης ήταν αυτός που τάχτηκε αναφανδόν υπέρ των συλλαλητηρίων του Χριστόδουλου και της εθνικιστικής δεξιάς, λέγοντας μάλιστα ότι εκεί και μόνο παραδέχτηκε το Σαμαρά. Οι άλλοι όμως;

Η επιλογή των ανθρώπων που εξήγησαν το πώς η αριστερά έσπρωξε τους νέους στην ΧΑ στους Πρωταγωνιστές, μέχρι τα χοντροκομμένα κοροϊδευτικά αντιαριστερά συνθήματα σε τρέιλερ στην εκπομπή του Αναστασιάδη, την ώρα που μιλούσε ο Καιάδας, δημιουργούν βάσιμες υπόνοιες για το πόσο χρήσιμη στο σύστημα είναι η ύπαρξη της Χρυσής Αυγής. Επιπλέον, το να μετράει ο αρχηγός της ΧΑ τους ψηφοφόρους του σε μεραρχίες χωρίς να κρύβει την ειλικρινή του πρόθεση να αποκτήσουν κάποτε και στρατιωτική ισχύ, είναι έξω από τον ελεύθερο διάλογο και πέρα από τα όρια της συνταγματικής νομιμότητας. Και τέλος, το να μιλάνε οι χρυσαυγίτες για το πώς θα διώξουν όλους τους μετανάστες, τρομοκρατώντας τους και αφήνοντας και υπαινιγμούς για τις μεθόδους που θα χρησιμοποιήσουν αν…απειληθούν (και μπροσά σε όλα αυτά να παραμένουν όλοι περίπου αδιάφοροι) είναι μια παράμετρος που πρέπει να επισημανθεί τώρα, όσο είναι καιρός.

Γιατί δεν μπήκε κανένας από τους τηλεπαρουσιαστές στον κόπο, εκτός από τη Χρυσή Αυγή, να ρωτήσει και τις κοινωνικές οργανώσεις για το πόσοι μαχαιρωμένοι μετανάστες βρέθηκαν φέτος στα νοσοκομεία, πόσοι ξυλοδαρμένοι χρήστες και μετανάστες παραπέμφθηκαν οι ίδιοι (και όχι οι θύτες τους) στις φυλακές και στα κρατητήρια ή το πόσοι νέοι «εισέπραξαν» στα κεφάλια τους την άγρια βία;

Και μόνο η επίκληση του Αντιρατσιστικού Νόμου θα αρκούσε για να καταστήσει περισσότερο προσεκτικούς, όχι μόνο τους χρυσαυγίτες, αλλά και τους παρουσιαστές. Κι όμως, το νόμο αυτό δεν τον θυμήθηκε κανένας όση ώρα οι νεοναζί εξέφραζαν ανενόχλητοι το μίσος τους στα κανάλια. Μπορεί, λοιπόν, οι ατομικές επιθέσεις και το κυνήγι των χρυσαυγιτών να μην είναι η απάντηση στην εθνικιστική-ρατσιστική βία, δυστυχώς όμως, από τη δικαιοσύνη και τους φορείς της μέχρι τους θεσμούς της δημοκρατίας αλλά και τα ίδια τα κόμματα, προς το παρόν όλοι σχεδόν κάνουν ότι δεν βλέπουν.

Στις εκπομπές του Σρόιτερ, του Ευαγγελάτου, της Στάη, του Σταύρου Θεοδωράκη και  των Αναστασιάδη-Περρή, προέκυψαν τα ίδια ανατριχιαστικά μηνύματα:

-  Η αριστερά είναι ο άλλος πόλος της Χρυσής Αυγής!

Για παράδειγμα, ο Πέτρος Μάρκαρης λέει στους Πρωταγωνιστές: «Το όχι της αριστεράς στα στρατόπεδα στέλνει τους ψηφοφόρους στη Χρυσή Αυγή». Ο νεαρός «φοιτητής» από το Μεταξουργείο με το καλυμμένο (γιατί άραγε;) πρόσωπο λέει ότι προβληματίστηκε μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και Χρυσής Αυγής και τελικά επέλεξε το δεύτερο. Λέει ο Μιχαλολιάκος για την επίθεση στον Ευθυμίου: «Αυτός έβαζε βόμβες λίγο νεράκι τον φόβισε». Κι ενώ ο Θεοδωράκης ψελλίζει εκεί για τη διαφορά του τότε (επί χούντας) με το τώρα εισπράττει την απάντηση ότι με τις βόμβες του Ευθυμίου σκοτώθηκαν αθώοι! Τέλος, μόλις λέει ο Μιχαλολιάκος ότι με τη ΧΑ «σπάει η αριστερή τρομοκρατία» ο Θεοδωράκης απαντάει: «Το ότι θα πείτε εσείς μια αλήθεια για την αριστερά δεν σημαίνει ότι ταυτόχρονα δικαιολογήστε για το ναζισμό».

Όσο για την άλλη εκπομπή του Αναστασιάδη, με τις γνωστές υποθέσεις των DVD, αυτή διεκδικεί ούτως ή άλλως την αντιαριστερή της θέση και φροντίζει μόνο με τα ρατσιστικά τρέιλερ να τονίζει αυτή την άποψη χωρίς να βάζει σε κόπο τον Καιάδα. Είναι ενδεικτική η «χαλαρή» ερώτηση που κάνει στον Καιάδα για το αν έχει βρεθεί σε «τσαμπουκάδες» με το ΠΑΜΕ, το ΣΥΡΙΖΑ και τους αναρχικούς. Για τον κ. Αναστασιάδη, όλα αυτά είναι τσαμπουκάδες ανάμεσα στα άκρα.

- Έξω οι μετανάστες, οι αλλόθρησκοι και οι διαφορετικοί!

Λέει ο Μιχαλολιάκος ότι οι μετανάστες κατουράνε το ιερό της εκκλησίας και δεν απαντάει ο Θεοδωράκης ότι αυτό δεν έχει γίνει ποτέ, ότι οι φασίστες πήγαν να κάψουν τον Αγ. Παντελεήμονα και τον παπά που φρόντιζε τους φτωχούς μετανάστες, ενώ έλληνες αστυνομικοί έσκισαν το κοράνι. Στην διαβεβαίωση του Μιχαλολιάκου για τη μη ύπαρξη στενών σχέσεων ΧΑ και ΕΛΑΣ ούτε ένα φωτογραφικό έστω ντοκουμέντο δεν …βρέθηκε για να διαψεύσει τα άθλια ψέματα. Οι μετανάστες τυφλώνουν παιδάκια και τα βάζουν να ζητιανεύουν, τους κόβουν τα χέρια, λέει ο Μιχαλολιάκος άνευ αντιρρήσεων. Ο ίδιος ο παρουσιαστής ομολογεί με ανατριχιαστική ειλικρίνεια ότι «έχω πιάσει τον κατάλογο του ναζισμού και προσπαθώ να βρω τις διαφορές (εν. από τις απόψεις της ΧΑ)». Το εάν επιτρέπονται ομοφυλόφιλοι  ή αλλόθρησκοι ή αδύνατοι στην ΧΑ σαν ερώτηση ξέπλυμα τέθηκε σε όλες σχεδόν τις εκπομπές σαν κάτι δηλαδή που έχει ειδική σημασία για να αποδεχτούμε έστω μερικά την ιδεολογία της ΧΑ. Γιατί δεν ρώτησε κανείς πόσο καλά πρέπει να χειρίζονται τα μέλη ένα όπλο, μια φαλτσέτα ή μια σιδερογροθιά; Γιατί είναι προϋπόθεση η στρατιωτική θητεία, το ελληνικό αίμα (τρομάρα τους) και τα στιβαρά μπράτσα; Μπράβοι της νύχτας είναι ή πολιτική οργάνωση;

- Είμαστε εκεί όπου δεν είναι η δημοκρατία σας!

    «Αίμα, τιμή, Χρυσή Αυγή».
    «Εχω κάνει στη φυλακή εξαιρετικές φιλίες με δολοφόνους, ισοβίτες, είναι ψυχούλες».
    «Είναι η αδυναμία της δημοκρατίας που μας έφερε στη Βουλή, όπως λέει και ο Λένιν».
    «Δεν ήταν δημοκράτης ο Καραμανλής».
    «Δεν θα πετύχουμε δια της βίας στην πολιτική. Αν είχαμε όπλα και μεραρχίες θα το σκεφτόμασταν»
    «Όταν η ΧΑ αναλάβει τη δημόσια τάξη δεν θα υπάρχει πουθενά βία. Το εγγυώμαι!».
    «Δεν έχουμε δυνατότητα για πογκρόμ».
    «Πρωτίστως θα τους ραπίσουμε (στη Βουλή) με το λόγο μας. Αν όμως προκληθούμε…».
    «Εμείς θα αδειάσουμε το σπίτι του παππού με τους 15 πακιστανούς όχι με τη βία αλλά θα το αδειάσουμε».

Αυτά είναι μερικά από όσα ακούστηκαν στις εκπομπές, είτε αυτές έγιναν για να αναδείξουν το αυγό του φιδιού που έσκασε, είτε για να το τηγανίσουν και να το φάνε αμάσητο. Δυστυχώς, μόνη η εκπληκτική αναφορά του Μάνου Χατζιδάκη στο φασισμό και η υπενθύμιση των εγκλημάτων του Μπρέιβικ και άλλων τέτοιων νεοναζιστών δεν φτάνουν για να καλύψουν τα δημοσιογραφικά κενά της άγνοιας ή και της επί χρόνια αδιαφορίας για την εξέλιξη του ναζιστικού λόγου και «έργου» στη σύγχρονη Ελλάδα. Από την άλλη μεριά, οι φιλορατσιστικές κορώνες των εκπομπών και των εφημερίδων θα πρέπει να δώσουν τουλάχιστον το μήνυμα στους δημοκράτες πολίτες και πολιτικούς να αρχίσουν την σταδιακή τους απομάκρυνση, όχι μόνο από το απεχθές μνημόνιο, αλλά από την ακόμα απεχθέστερη κλίκα των ΜΜΕ που χαϊδεύουν τις ρατσιστικές ακρότητες των χρυσαυγιτών. Οσο κι αν άρχισαν στα πρωινάδικα να βρίσκουν «γλυκούλη» τον Καιάδα της ΧΑ, αυτό δεν κάνει ελαφρύτερες τις κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις που τέτοιοι γλυκούληδες προξενούν στα κεφάλια των μεταναστών.

Αλήθεια, την καταδίκη των μελών της ΧΑ σαν «εγκληματική συμμορία που έδρασε από κοινού με σκοπό την δολοφονία τριών φοιτητών», με τελεσίδικη απόφαση του Άρειου Πάγου, δεν τη θυμήθηκε κανένας παρουσιαστής στην εκπομπή του μπροστά στην αγωνία της τηλεθέασης;

Παρασκευή, 11 Μαΐου 2012

Η "ανεύθυνη" Αριστερά, η συνυπεύθυνη Αριστερά και οι άλλοι



Με την παράδοση της διερευνητικής εντολής από τον Αλ. Τσίπρα και τη σφοδρή επίθεση από τον Φ. Κουβέλη στον ΣΥΡΙΖΑ άρχισε να ξεκαθαρίζει η παράδοξη εικόνα που δημιουργήθηκε μετά τις εκλογές της 6ης Μαΐου σε ό,τι αφορά τις σχέσεις των κομμάτων του Μνημονίου, αλλά και της ΔΗΜ.ΑΡ., σε ό,τι αφορά τον ΣΥΡΙΖΑ.
Πριν αναφερθούμε σε αυτή την εικόνα όμως, να πούμε δυο λόγια για τις θέσεις του ΠΑΣΟΚ, της Ν.Δ. και της ΔΗΜ.ΑΡ. πριν την 6η Μαϊου. Όπως θα θυμάστε, τόσο ο κ. Σαμαράς όσο και ο κ. Βενιζέλος τόνιζαν σε όλους τους τόνους ότι το Μνημόνιο δεν μπορεί να αλλάξει και οποιαδήποτε προσπάθεια αλλαγής θα οδηγούσε την Ελλάδα εκτός Ευρωζώνης και Ε.Ε. Μάλιστα, εκκινώντας από θέση αυτή καθόριζαν υπεύθυνα τα κόμματα που δεν παιζουν με την πορεία της χώρας μέσα στο ευρώ. Στα κόμματα αυτά βρίσκονταν όσοι ψήφισαν τα Μνημόνια ένα και δύο, αλλά και η ΔΗΜ.ΑΡ., η οποία ως "υπεύθυνη Αριστερά" έλεγε, πριν τις εκλογές, ότι η δανειακή σύμβαση δεν μπορεί να καταγγελθεί. Επιχειρηματολογούσε δε ο Φ. Κουβέλης πάνω σε αυτή τη γραμμή, τονίζοντας ότι το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να αλλάξουμε ή να βελτιώσουμε κάποιες πλευρές του Μνημονίου. Όλα αυτά πριν τις εκλογές, αν εξαιρέσουμε το σύντομο διάστημα των δύο-τριών προεκλογικών εβδομάδων, όταν η ΔΗΜ.ΑΡ. δήλωνε ότι δεν θα δώσει αριστερό μνημονιακό άλλοθι σε ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ.
Μετά το αποτέλεσμα της 6ης Μαΐου, άλλαξε το τροπάρι. Σαμαράς, Βενιζέλος, αλλά και ο Φ. Κουβέλης "ανακάλυψαν" αίφνης ότι ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται στο ευρωπαϊκό τόξο. Ότι δεν ανήκει στα κόμματα της δραχμής και ότι δεν αποτελεί πολιτικό άκρο, όπως έλεγαν πριν τις εκλογές, τσουβαλιάζοντάς τον μαζί με τη Χρυσή Αυγή. Αυτή ήταν η εικόνα που είχαμε μετά το αποτέλεσμα της κάλπης από Ν.Δ., ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜ.ΑΡ. για τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και σε όλη τη διάρκεια των διερευνητικών εντολών. Μάλιστα εν λευκώ ζητούσαν από τον Αλ. Τσίπρα ακόμη και να ηγηθεί σε μια κυβέρνηση, αν και δεύτερος στις εκλογές, και αυτοί να τον στηρίξουν είτε με ψήφο εμπιστοσύνης είτε με ψήφο ανοχής. Μόλις ο Αλ. Τσίπρας πήρε τη διερευνητική εντολή από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και ανακοίνωσε το πλαίσιο 5 άμεσων μέτρων, το τοπίο άρχισε πάλι να αλλάζει, η προεκλογική φρασεολογία κατά του ΣΥΡΙΖΑ και οι απειλές εντός και εκτός Ελλάδας ξεκίνησαν σαν να μη πέρασε μια μέρα.
Το ζήτημα είναι όμως ότι ο λαός γνωρίζει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ και προεκλογικά υπογράμμιζε και μετεκλογικά τονίζει ότι στόχος του ήταν ο σχηματισμός κυβέρνησης της Αριστεράς για να καταγγείλλει το Μνημόνιο και να διώξει την τρόικα. Δεν άλλαξε θέση σε αυτό. Ούτε όμως οι Σαμαράς, Βενιζέλος και Κουβέλης, είναι αλήθεια, άλλαξαν θέση, εκτός από το ολιγοήμερο διάστημα της διερευνητικής εντολής του Αλ. Τσίπρα, όπως αναλύσαμε παραπάνω. Η ΔΗΜ.ΑΡ. μάλιστα ήταν αυτή που έλεγε ότι πρέπει να βελτιώσουμε το Μνημόνιο με "ισοδύναμα και αντίρροπα" μέτρα. Αυτό, εν τέλει, λέει και τώρα με την προθυμία της να συμμετάσχει σε κυβέρνηση. Σαμαράς και Βενιζέλος τα ίδια έλεγαν πριν, τα ίδια λένε και τώρα, με τη διαφορά ότι τώρα ψελλίζουν και κάποια πράγματα για αλλαγές στο Μνημόνιο. Ας κάνουν λοιπόν κυβέρνηση του Μνημονίου και ας μην κατηγορούν τον ΣΥΡΙΖΑ που τα ίδια έλεγε πριν την κάλπη, τα ίδια λέει και τώρα.
Και κάτι τελευταίο για το μήνυμα των εκλογών. Ο λαός ψήφισε κατά του Μνημονίου και των κομμάτων που το επέβαλαν και το στήριξαν. Σε καμία περίπτωση δεν ζήτησε κυβερνητική συνεργασία γενικώς και αορίστως, όπως διατείνονται τα κόμματα του Μνημονίου. Η αδυναμία συγκρότησης κυβέρνησης στην κατευθυνση που λεει ο ΣΥΡΙΖΑ προέκυψε από το εκλογικό σύστημα που έφτιαξαν τα κόμματα τα οποία μας έφεραν εδώ και μας έβαλαν στο Μνημόνιο. Από τα κόμματα του δικομματισμού, που νόμιζαν ότι θα κυβερνάνε 500 χρόνια και γι' αυτό νόθευαν την ψήφο του ελληνικού λαού με τα εκλογικά συστήματα τύπου "ο πρώτος τα παίρνει όλα"!

Χρ.Κ.

Παρασκευή, 4 Μαΐου 2012

Ευτυχώς δεν είμαστε Βολιβιάνοι

13 October 2008: Supporters of Evo Morales march near Caracollo town on their way to La Paz, 118 miles away Photograph: David Mercado/Reuters, via http://www.guardian.co.uk/world/gallery/2009/jan/23/bolivia-referendum-indigenous-rights
 του Θανάση Καρτερού

από την ΑΥΓΗ, 3.5.12

Την Πρωτομαγιά ο Έβο Μοράλες, πρόεδρος της Βολιβίας, αποφάσισε να εθνικοποιήσει το δίκτυο διανομής ηλεκτρικού ρεύματος, που είχε παραχωρηθεί σε μεγάλη ισπανική εταιρεία. Είχε προηγηθεί η εθνικοποίηση των μονάδων παραγωγής ηλεκτρισμού, η εθνικοποίηση της παραγωγής υδρογονανθράκων, η εθνικοποίηση των τηλεπικοινωνιών, η διανομή γης στους ακτήμονες. Μια προσπάθεια δηλαδή να ανασυγκροτηθεί η Βολιβία σε εντελώς αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που έχει επιβληθεί ως μονόδρομος σε όλο σχεδόν τον κόσμο.

Κι αυτό μέσα σε έναν περίγυρο όχι απλώς εχθρικό, αλλά και αποφασισμένο να φτάσει στα άκρα, στον εμφύλιο, ακόμα και στη διάλυση της χώρας, αρκεί να διασφαλίσει τα συμφέροντα των ελίτ. Έχουμε να αντιμετωπίσουμε την εσωτερική Δεξιά, τη μεγάλη αστική τάξη, αλλά και την εξωτερική, που εδρεύει στην πρεσβεία των ΗΠΑ, έχει πει ο Μοράλες. Ο οποίος πάντως επιμένει στον δρόμο εκσυγχρονισμού της χώρας του με όρους ανεξαρτησίας και εξυπηρέτησης των λαϊκών συμφερόντων. Και κερδίζει μικρές και μεγάλες νίκες, με τη στήριξη του λαού του.

Αν ήμασταν Βολιβιάνοι -αριστεροί, κομμουνιστές, ριζοσπάστες, προοδευτικοί-, τρεις δρόμους θα είχαμε μπροστά μας:

Ο πρώτος, να σταθούμε εχθρικά και απέναντι σε ένα οπορτουνιστικό πολιτικό κίνημα που δεν εννοεί να καταλάβει ότι χωρίς λαϊκή εξουσία και λαϊκή οικονομία, χωρίς εθνικοποίηση όλων των μονοπωλίων και συνεπή σοσιαλισμό, θα οδηγηθεί μοιραία στην ήττα και θα οδηγήσει τον λαό στη συντριβή και στην απογοήτευση. Διότι σπέρνει αυταπάτες.

Ο δεύτερος να σταθούμε επιφυλακτικοί απέναντι σε μια τόσο φανερή παρέκκλιση από τις κλασικές επαναστατικές νόρμες. Αριστερή κυβέρνηση εκλεγμένη με το αστικό Σύνταγμα και τους αστικούς νόμους, διατήρηση της ατομικής ιδιοκτησίας σε βασικά μέσα παραγωγής, επιμονή σε μια δημοκρατία που δίνει στους εχθρούς των αλλαγών τη δυνατότητα να τις υπονομεύουν. Κουνάμε το κεφάλι, αποφαινόμαστε ότι είναι λίγα τα ψωμιά τους και περιμένουμε το τέλος τους.

Ο τρίτος -αυτόν επέλεξε και ο Φιντέλ παρεμπιπτόντως, αν και δεν είναι Βολιβιάνος- θα ήταν να στηρίξουμε με νύχια και με δόντια την προσπάθεια, να σταθούμε πλάι στις δυνάμεις που μάχονται να αλλάξουν τη Βολιβία, προσπαθώντας να συμβάλουμε στη συνέπεια του εγχειρήματος. Να είμαστε μέρος των αλλαγών και όχι αντίπαλοί τους, εν ονόματι της λειψής επαναστατικής συνέπειας των πρωταγωνιστών τους.

Ευτυχώς όμως είμαστε Έλληνες και δεν έχουμε τέτοια διλήμματα...

Τετάρτη, 2 Μαΐου 2012

Από το νεοφιλελευθερισμό στο φασισμό

Magritte,Antifascism poster, via http://www.c-21.co.uk/blog/2011/09/ceci-nest-pas-un-blog-this-is-not-a-blog/

του Ηλία Ιωακείμογλου

(περιοδικό Κόκκινο, τεύχος 52)

Η απόφαση των καθεστωτικών πολιτικών δυνάμεων να ιδρύσουν στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών στην Ελλάδα σηματοδότησε την είσοδο της χώρας σε μια νέα πολιτική περίοδο. Αποτελεί πλέον κοινό τόπο στους χώρους της κριτικής αντιπολίτευσης ότι βρισκόμαστε ήδη σε διαδικασία επέκτασης της φαιάς πανούκλας. Ο όρος του «εκφασισμού» και οι αναφορές στη δημοκρατία της Βαϊμάρης έχουν εγκατασταθεί πλέον στο λεξιλόγιο και τις αναλύσεις της Αριστεράς.

Ωστόσο, ο εκφασισμός εμφανίζεται, στις αναφορές της Αριστεράς, ως μια ιστορία παράλληλη προς την ιστορία της οικονομικής κρίσης, χωρίς οργανική σχέση με αυτήν. Παραδείγματος χάρη, η ανάδειξη του ζητήματος των στρατοπέδων συγκέντρωσης εμφανίστηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ ως προεκλογικός ελιγμός των κομμάτων εξουσίας, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για την ιδρυτική πράξη προσχώρησης όλων των καθεστωτικών δυνάμεων σε μια νέα δυναμική πρόταση πολιτικής ηγεμονίας, την πρόταση του φασισμού. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή, δηλαδή από τα χρόνια της «ισχυρής Ελλάδας» του Κώστα Σημίτη.

Η μοριακή αντεπανάσταση των ηττημένων της Αγοράς

Στη διάρκεια των ετών 1995-2008 -τα οποία, σε αντίθεση με όσα λέγονται, ήταν περίοδος οικονομικής ανόδου του ελληνικού καπιταλισμού (βλ. στις ετήσιες εκθέσεις του ΙΝΕ ΓΣΕΕ)- πραγματοποιήθηκε μια «μοριακή» αντεπανάσταση του ελληνικού συντηρητισμού. «Μοριακή», επειδή συντελέστηκε στην κλίμακα των ατόμων και των οικογενειών, σιωπηλά και υπόγεια, πριν τα αποτελέσματά της να εμφανιστούν στην πολιτική σκηνή.

Η ανάπτυξη της μοριακής αντεπανάστασης σχετίζεται με την πορεία του νεοφιλελευθερισμού στην Ελλάδα: Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, ο νεοφιλελευθερισμός κυριάρχησε και εγκατέστησε το γυμνό συμφέρον του χρήματος, τον ανταγωνισμό και το ατομικό συμφέρον ως προϋπόθεση της συλλογικής ευημερίας, στη θέση της ιδεολογίας της κοινωνικής αλληλεγγύης και του κοινωνικού κράτους. Ως αποτέλεσμα, στην εποχή της ακμής του νεοφιλελευθερισμού, η κοινωνικοποίηση των ατόμων πραγματοποιόταν μέσα από την Αγορά: Κάθε άτομο, με τα εφόδια που απέκτησε ριχνόταν στην αρένα των αγορών για να αξιοποιήσει το προσωπικό του «κεφάλαιο» (την ατομική του περιουσία και το «ανθρώπινο κεφάλαιό» του, τις προσωπικές του ικανότητες και φιλοδοξίες). Τα άτομα εντάσσονταν στην κοινωνία με βασική αναφορά στην ιδιότητα του κατόχου κεφαλαίου, σε έναν κόσμο όπου όλοι εμφανίζονται ως επενδυτές που πρέπει να αξιοποιήσουν το κεφάλαιό τους: άλλοι πρέπει να αξιοποιήσουν το υλικό κεφάλαιό τους, άλλοι το «ανθρώπινο κεφάλαιό» τους που συνίσταται στις ικανότητές τους προς εργασία, τις γνώσεις και τις δεξιότητες στις οποίες «επένδυσαν».

Μάλιστα, ο νεοφιλελευθερισμός ισχυρίστηκε ότι από την επιδίωξη του μερικού, ατομικού, ιδιαίτερου συμφέροντος θα προκύψει η γενική ευημερία. Με άλλα λόγια, ήταν μια ηγεμονική πολιτική πρόταση αφού κατόρθωνε να πείθει ότι το ιδιοτελές συμφέρον της επιχειρηματικής τάξης μετουσιώνεται τελικά σε γενικό συμφέρον.

Αυτό ήταν το ισχυρό σημείο του στα πρώτα έτη της κυριαρχίας του, αλλά και το αδύναμο σημείο του όταν οι οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες που αναπτύχθηκαν εξαιτίας του, κατέστησαν φανερό ότι δεν ήταν μια πολιτική γενικής ευημερίας αλλά μια πολιτική ευημερίας για την άρχουσα τάξη, τους συμμάχους της στη μικροαστική τάξη και κάποια στηρίγματά της στις εργαζόμενες τάξεις.

Η συντηρητική μοριακή αντεπανάσταση στα χρόνια της «ισχυρής Ελλάδας» είχε ως σταθερή υλική βάση τη μόνιμη διάψευση της υπόσχεσης του νεοφιλελευθερισμού ότι θα οδηγούσε σε γενική άνοδο της ευημερίας: Είναι δυσβάσταχτο να σε συνδέει με τους άλλους μόνο η αγορά, δηλαδή το γυμνό ατομικό συμφέρον, όταν είσαι ένας από αυτούς που έχασαν στο παιχνίδι της. Η κυριαρχία του απόλυτου ατομικισμού έγινε αφόρητη για τους «ηττημένους της αγοράς». Από αυτή την τραυματική κοινωνικοποίηση απορρέει η επιστροφή «σε παλιούς χάρτες που καθοδηγούσαν τα άτομα στην ατομική και συλλογική τους ζωή» (κατά την έκφραση του Hobsbawm). Αφού οι ιδεολογίες αλληλεγγύης της Αριστεράς είχαν απαξιωθεί, δεν απέμεναν πολλές επιλογές πέρα από τα γνώριμα και ασφαλή τοπία της θρησκείας που προσφέρει παρηγοριά, του Εέθνους και του αθλητισμού που προσφέρουν ταυτότητα, της οικογένειας, του στρατού και της αστυνομίας που προσφέρουν ασφάλεια. Μοιραία αναβίωσαν τότε οι πιο αντιδραστικές συλλογικές ιδεολογίες.

Η Νέα Δημοκρατία εκπροσώπησε προνομιακά αυτό τον κόσμο, τους «ηττημένους της αγοράς» - και μεμιάς απέκτησε λαϊκή συντηρητική βάση που την οδήγησε στην κυβέρνηση το 2004. Αν όμως η ΝΔ ήταν ο κυριότερος εκπρόσωπος του νέου ελληνικού συντηρητισμού, ο αυθεντικός εκφραστής του ήταν το ΛΑΟΣ.

Ο φιλελευθερισμός των νικητών της αγοράς

Ο όρος του φιλελευθερισμού, στη θεωρία τουλάχιστον, δεν περιορίζεται στο πεδίο της οικονομίας, αλλά προσδιορίζει και μια πολιτική κατεύθυνση που ευνοεί την αλλαγή και τη μεταρρύθμιση, την προστασία των πολιτικών ελευθεριών, την ισότητα και την ανοχή των αντίθετων απόψεων, την αποδέσμευση από τον ακραίο εθνικισμό και το ρατσισμό.

Από τη στιγμή που η οικονομική πολιτική του νεοφιλελευθερισμού μπήκε σε ηγεμονική κρίση, ο πολιτικός φιλελευθερισμός επιχείρησε να αποτελέσει την εναλλακτική λύση στον ανερχόμενο νέο ελληνικό συντηρητισμό αντιπαραθέτοντας τις δικές του αξίες (αγορά, ατομικά δικαιώματα, ισότητα ευκαιριών, ενεργοποίηση της κοινωνίας των πολιτών).

Η υλική βάση για τον πολιτικό φιλελευθερισμό στην Ελλάδα ήταν οι ίδιες οι επιδόσεις του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού: Διότι, εκτός από αυτούς που αναγνώριζαν εαυτούς ως «ηττημένους της αγοράς», υπάρχουν και αυτοί που αναγνώριζαν τον εαυτό τους ως «νικητές της αγοράς». Ήταν αυτοί που ρίχτηκαν στο παιχνίδι του ανταγωνισμού και κέρδισαν μια άνετη, εύπορη ή έστω ανεκτή, από υλική άποψη, ζωή, στην οποία η διακινδύνευση και η ανασφάλεια επιβραβεύονται με την επαγγελματική επιτυχία και την κοινωνική άνοδο. Μοιραία, ευρέα μικροαστικά στρώματα έτειναν αυθόρμητα στην υιοθέτηση της ιδεολογίας και των αξιών του νεοφιλελευθερισμού, διότι αυτές αντιστοιχούσαν πλέον στην υλική υπόσταση της ύπαρξής τους. Αναπαραγόταν έτσι η υλική βάση της κοινωνικής συμμαχίας μεταξύ των σύγχρονων επιχειρηματικών μερίδων με μεσαία και ανώτερα μικροαστικά στρώματα που αναγνώριζαν τον εαυτό τους ως «νικητές της αγοράς».

Η διάδοση της φαιάς πανούκλας

Μετά τη διάψευση των υποσχέσεων της εσωτερικής υποτίμησης, που βρίσκεται σε απόλυτη αποτυχία, αυξανόμενα τμήματα των μικροαστικών μερίδων που προηγουμένως αναγνώριζαν τον εαυτό τους ως νικητές της αγοράς, διαπιστώνουν ότι «στο τέλος της ημέρας» βρίσκονται στην πλευρά των χαμένων.

Για το λόγο αυτό, η πολιτική των Mνημονίων και της εσωτερικής υποτίμησης οδηγεί σε διάρρηξη των κοινωνικών συμμαχιών της προηγούμενης περιόδου και απαξιώνει την ηγεμονική, μέχρι πρότινος, πρόταση του νεοφιλελευθερισμού. Οι μόνοι νικητές της αγοράς που απομένουν πια είναι το σύμπλεγμα του μεγάλου κεφαλαίου με τις τράπεζες.

Προκύπτει από αυτά μια κρίση πολιτικής ηγεμονίας της άρχουσας τάξης, η οποία δεν κατορθώνει πια να διασώσει την συμμαχία της με μεγάλες μερίδες της μικροαστικής τάξης στη βάση του νεοφιλελεύθερου σχεδίου. Η αστική τάξη δεν φαίνεται ικανή να επιβάλει την ηγεμονία της και να συνενώσει υπό την αιγίδα της ούτε τις συμμαχικές προς αυτήν μερίδες της μικροαστικής τάξης ούτε τις μερίδες των εργαζόμενων τάξεων που τη στήριζαν, κάνοντας χρήση της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, της νεοφιλελεύθερης υπόσχεσης περί γενικής ευημερίας υπό την προϋπόθεση της απελευθέρωσης της αγοράς εργασίας, της ενίσχυσης της επιχειρηματικότητας κ.λπ. Πρόκειται για μια κρίση της άρχουσας ιδεολογίας, η οποία έχει εκπέσει στη συνείδηση των υποτελών κοινωνικών τάξεων. Η λειτουργία, όμως, αυτής της ιδεολογίας είναι να αναπαράγει την υποτέλεια των υποτελών τάξεων. Στο σημείο αυτό ανοίγεται μια διπλή δυνατότητα: της διεκδίκησης της εξουσίας από τις υποτελείς τάξεις ή της υπαγωγής τους σε έναν νέο ηγεμονικό σχέδιο της άρχουσας τάξης.

Η ηγεμονική αδυναμία παίρνει, επιπλέον, τη μορφή της ρήξης του δεσμού εκπροσωπούντες-εκπροσωπούμενοι, δηλαδή τη μορφή μιας κρίσης κομματικής εκπροσώπησης.

Τι απομένει, λοιπόν, στο άρχον συγκρότημα; Ποιο ηγεμονικό σχέδιο; Αυτή τη στιγμή ο ανερχόμενος φασισμός είναι η μοναδική ηγεμονική πρόταση στον ορίζοντα της εξουσίας. Είναι ήδη φανερό ότι η φασιστική πρόταση μπορεί να συνενώσει σε μια νέα ταξική συμμαχία που θα στηρίζεται στο μίσος για το μετανάστη, στον εθνικισμό και την επιστροφή στις παραδοσιακές αξίες της αστυνομίας, του στρατού, της πατρίδας, της θρησκείας και της οικογένειας, της μηδενικής ανοχής και της καταδίωξης των αδυνάμων, μια σειρά κοινωνικών τάξεων, μερίδων τάξεων και κοινωνικών ομάδων: από το τραπεζικό κεφάλαιο, τους μεγάλους και μικρούς κεφαλαιοκράτες, τους επαγγελματίες της ιδεολογίας, τους οικονομολόγους, δημοσιογράφους, έως τους άνεργους και τους εξαθλιωμένους συνταξιούχους, τα φασίζοντα στελέχη των μεγάλων ιδιωτικών επιχειρήσεων, τους θρησκόληπτους και τους μπράβους, και τόσους άλλους.

Η πορεία του άρχοντος συγκροτήματος προς το φασισμό έχει ήδη αρχίσει: Η απόφαση των καθεστωτικών πολιτικών δυνάμεων να ιδρύσουν στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών είναι η ιδρυτική πράξη προσχώρησης όλων των καθεστωτικών πολιτικών δυνάμεων σε μια διαδικασία γενικευμένου εκφασισμού. Είναι η προσχώρηση σε ένα ηγεμονικό πολιτικό σχέδιο που φαίνεται, σήμερα, ως το μόνο αποτελεσματικό για την άρχουσα τάξη και τους συμμάχους της. Η προσχώρηση αυτή συνοδεύεται με την εγκατάλειψη του πολιτικού φιλελευθερισμού. Οι πρώην φιλελεύθεροι «διανοούμενοι» και δημοσιογράφοι, το ιδεολογικό προσωπικό της ισχυρής Ελλάδας του νεοφιλελευθερισμού, συντάσσονται στις γραμμές του φασισμού και ως νέοι Γκέμπελς ασκούν την τέχνη της αντιστροφής: Για να αποκρύψουν τον φασισμό που οι ίδιοι έχουν αφομοιώσει, οι νεοφιλελεύθεροι που έγιναν φασίστες, καταγγέλλουν την Αριστερά σαν αντιδημοκρατική δύναμη.

Εάν ισχύουν αυτά, μοιραία, το μοναδικό εμπόδιο που μπορεί να συναντήσει στο δρόμο της η διαδικασία του εκφασισμού θα είναι στο εξής η Αριστερά και οι άλλες αντικαθεστωτικές δυνάμεις. Με ποιο ηγεμονικό σχέδιο, άραγε, θα μπορέσουμε να τους σταματήσουμε; Με ποιες συμμαχίες; Με τι μέσα; Αυτό δεν μπορούμε να το δούμε με ευκρίνεια προς το παρόν. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, ο δρόμος του φασισμού προς την εξουσία δεν θα είναι βασιλικός.