Τρίτη, 19 Ιουλίου 2011

1893: Μια πτώχευση από το παρελθόν

 
του Θανάση Καλαφάτη, ΕΠΟΧΗ, 17.7.11
 
ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ, ΤΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ ΚΑΙ Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ


Η εξωτερική πτώχευση κηρύχθηκε από τον Χ. Τρικούπη με τρεις νόμους στις 9 και 10 Δεκεμβρίου 1893. Με βάση τους νόμους αυτούς κηρύσσεται άκυρο το από 30 Μαΐου 1893 Β. Διάταγμα για την έκδοση δανείου 100 εκ. και επιτρέπεται στην κυβέρνηση να έλθει σε διαπραγματεύσεις με τους ομολογιούχους των εθνικών δανείων σε χρυσό των ετών 1881, 1884, 1887, 1889 και 1890 με σκοπό να μεταρρυθμιστεί η υπηρεσία των δανείων αυτών αναφορικά με τον τόκο, τα χρεολύσια και τις εγγυήσεις. Μέχρι τον οριστικό διακανονισμό ορίζεται ότι τα τοκομερίδια των δανείων αυτών περιορίζονται στο 30%, αναστέλλεται η υπηρεσία της χρεολυσίας και οι υπέγγυοι πρόσοδοι υπάγονται στο δημόσιο ταμείο. Ταυτόχρονα αφήνονται άθικτα τα σε δραχμές εσωτερικά δάνεια και γίνονται ορισμένες ρυθμίσεις για τα υπόλοιπα σε χρυσό δάνεια. Με τους νόμους αυτούς θα ανοίξει μια περίοδος ρευστότητας στις οικονομικές εξελίξεις και θα υπάρξουν σοβαρά άμεσα και έμμεσα αποτελέσματα στην εγχώρια οικονομία, ανάμεσα στα οποία και ο ισχυρός κλονισμός του τραπεζικού συστήματος.

Το παρόν άρθρο δεν φιλοδοξεί να διερευνήσει συστηματικά κεφαλαιώδη θέματα της οικονομικής πολιτικής που συνδέονται με την καταστροφική πορεία της ελληνικής οικονομίας το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, αλλά να περιγράψει σε ένα πρώτο επίπεδο το πολιτικό χρονικό μέσα στο οποίο εκτυλίσσεται η όλη πορεία της οικονομίας από το 1881 προς τη χρεοκοπία, να υπαινιχθεί παρουσιάζοντας τη μορφή και τα αίτια της χρεοκοπίας, μια διαφορετική αφετηρία για την κατανόηση της όλης οικονομικής εξέλιξης, και να επιχειρήσει μια αξιολόγηση του χαρακτήρα του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου. Στη βάση αυτών των στοχεύσεων διαρθρώνονται και οι τρεις υποδιαιρέσεις το άρθρου.

Το πολιτικό παρασκήνιο

Η πτώχευση του 1893 αποτελεί τη νομοτελειακή κατάληξη μιας γενικότερης εθνικής και οικονομικής πολιτικής, που έχει την αφετηρία της στη μεταπολίτευση του 1862 και που συνδέεται με την προσπάθεια του νέου κράτους-έθνους να επιλύσει ταυτόχρονα το πρόβλημα της εθνικής ολοκλήρωσης και της οικονομικής ανάπλασής του μέσα σε δυσμενές διεθνές κλίμα και ενάντια στην πληθώρα των εσωτερικών δομικών δυσχερειών. Τα πάσης φύσεως ελλείμματα, με προεξάρχον το δημόσιο χρέος, εμφανίζονται κατά αισθητό τρόπο και την περίοδο 1861-1879, μια περίοδο που χαρακτηρίζεται από την κυριαρχία του εσωτερικού δανεισμού. Αλλά την περίοδο 1879-1893 η κατάσταση θα επιδεινωθεί κατά δραματικό τρόπο καθώς θα είναι τώρα τα εξωτερικά δάνεια και σε μικρότερο βαθμό η αναγκαστική κυκλοφορία τα κύρια μέσα με τα οποία το κράτος θα καλύπτει τα ολοένα αυξανόμενα ελλείμματα του δημόσιου προϋπολογισμού.

Στις 20 Δεκεμβρίου 1881 ο Χ. Τρικούπης ανέρχεται για τέταρτη φορά στην πρωθυπουργία και μέσα σε εντεινόμενες συνθήκες οικονομικής κρίσης επιβάλλει στη συνέχεια μια πολιτική αύξησης των φόρων, περιστολής των δαπανών και ανατροπής της αναγκαστικής κυκλοφορίας, όταν για πολλούς πολιτικούς ή οικονομολόγους από το 1882 η πτώχευση ήταν μοιραία, και εφικτή η ανακοπή της πορείας προς το γκρεμό μόνο με την λήψη δραστικών μέτρων.

Το 1885 η κυβέρνηση Χ. Τρικούπη κάτω από το βάρος των πολιτικών και οικονομικών αποτυχιών της θα ανατραπεί και από τις εκλογές της 7ης Απριλίου 1885 θα αναδειχθεί νικητής ο Θ. Δηλιγιάννης, ο οποίος, μη μπορώντας να προωθήσει μια ουσιαστική δημοσιονομική εξυγίανση και αποτυγχάνοντας στα εθνικά ζητήματα, θα παραιτηθεί στις 26 Απριλίου 1886, ενώ η οικονομική κατάσταση θα επιδεινωθεί παραπέρα. Ύστερα από μια μικρή παραμονή της κυβέρνησης Δ. Βάλβη στην εξουσία ο Χ. Τρικούπης θα επανακάμψει στην κυβέρνηση στις 9 Μαΐου 1886 και προκηρύσσοντας εκλογές στις 4 Γενάρη 1887, τις οποίες θα κερδίσει, θα παραμείνει στην εξουσία μέχρι τις 14 Οκτωβρίου 1890, όταν οι κάλπες θα αναδείξουν νικητή τον Θ. Δηλιγιάννη.

Δυο διαφορετικές πολιτικές για το χρέος

Αν το 1882 οι απόψεις ήταν διχασμένες για το μοιραίο της χρεοκοπίας, το 1886 το αδιέξοδο φαινόταν πιο καθαρά. Από την εποχή αυτή αρχίζουν να ξεχωρίζουν με σαφήνεια οι προτεινόμενες για το αδιέξοδο λύσεις. Η δηλιγιαννική αντιπολίτευση προκρίνει την πολιτική: νέοι φόροι – νέες οικονομίες – συμβιβασμός, χωρίς, όπως σημειώνει ο Α. Ανδρεάδης, εγγυήσεις και κάνοντας διάκριση μεταξύ εσωτερικών και εξωτερικών δανείων. Ενώ η πολιτική που υιοθετεί ο Χ. Τρικούπης συνίσταται στην εξοικονόμηση μέσω νέων μικρών δανείων και εν συνεχεία στην ενοποίηση των δανείων μέσω παγιοποίησης και μετατροπών.

Με την επιθετική αυτή πολιτική επιδιωκόταν η κάλυψη των αυξημένων στρατιωτικών δαπανών και η ικανοποίηση ορισμένων αναπτυξιακών αναγκών σε μια από κοινού εθνική και κοινωνική προσπάθεια που δεν καρποφόρησε, ενώ τα ελλείμματα αυξάνονταν παραπέρα καθώς η αύξηση των δαπανών ήταν ταχύτερη των φόρων.

Η πτώση της κυβέρνησης Χ. Τρικούπη, που συνδέεται με τις αντιδράσεις που ξεσήκωσε η προσπάθεια για την επιβολή πρόσθετων φόρων και η στάση της στο «Κρητικό», έφεραν στην εξουσία πάλι τον Θ. Δηλιγιάννη για την περίοδο από 14 Οκτωβρίου 1890 έως 18 Φεβρουαρίου 1892. Η κυβέρνηση Θ. Δηλιγιάννη θα εγκαταλείψει την προηγούμενη θέση της για συμβιβασμό με τους ξένους δανειστές, θα υποστηρίξει «την εις το ακέραιον εκτέλεσιν των υποχρεώσεων του Έθνους» και θα ακολουθήσει ακόμη και πανομοιότυπες με του Χ. Τρικούπη «δημοσιονομικές πρακτικές» χρησιμοποιώντας τα δάνεια για αλλότριους σκοπούς σε σχέση με τη σύναψή τους. Η οικονομική όμως κατάσταση θα επιδεινωθεί γρήγορα καθώς η τιμή του συναλλάγματος θα αρχίσει να ανέρχεται επικίνδυνα. Η κυβέρνηση τελικά θα ωθηθεί σε παραίτηση από το βασιλιά Γεώργιο, καθώς θα έχει εξασθενήσει από τη σύγκρουσή της με την Ε.Τ.Ε. και θα δέχεται τα πλήγματα της ομάδας Συγγρού – Βλαστού και Γάλλων κεφαλαιούχων, που θέλουν να εξασφαλίσουν την οικονομική λύση με τη δημιουργία της «Τράπεζας του Κράτους» και την πολιτική με την ανάδειξη και την κυριαρχία μιας τρίτης πολιτικής δύναμης.

Η διορισμένη από τον βασιλιά Γεώργιο κυβέρνηση του Γ. Κωνσταντόπουλου δεν μπορεί να παίξει το ρόλο της τρίτης δύναμης, η Βουλή διαλύεται.

Η χρεοκοπία στον ορίζοντα

Στις 12 Μαρτίου 1892 και με τις εκλογές της 3ης Μαΐου 1892 επανέρχεται στην εξουσία ο Χ. Τρικούπης. Η νέα κυβέρνηση θα παραμείνει στην εξουσία μέχρι τις 3 Μαΐου1893, όταν θα διοριστεί από τον βασιλιά Γεώργιο η κυβέρνηση Σ. Σωτηρόπουλου. Η νέα κυβέρνηση του Χ. Τρικούπη θα έχει να αντιμετωπίσει τη χειρότερη από τις οικονομικές θύελλες, καθώς η κατάσταση θα χειροτερεύει λόγω της συνεχιζόμενης ύψωσης της τιμής του συναλλάγματος και των παραπέρα επιπλοκών που θα δημιουργούνται από την ογκούμενη δυσπιστία και τη μεγάλη σταφιδική κρίση. Ο Χ. Τρικούπης ακολουθώντας το ίδιο πρόγραμμα, όπως και στην προηγούμενη διακυβέρνησή του, δηλαδή μικροδάνεια – φόροι – μεγάλο δάνειο που παγιοποιεί τα μικρά, επιχειρεί τη σύναψη ενός μεγάλου δανείου από την Αγγλία, που θα επέτρεπε, σύμφωνα με τους στόχους του, την άρση της αναγκαστικής κυκλοφορίας και, μέσα από αυτήν, την επάνοδο στο άρτιο και κατ’ επέκταση τη μείωση του δημόσιου χρέους. Στην ουσία επρόκειτο για το τελευταίο χαρτί του, το οποίο δεν απέδωσε καθώς ο βασιλιάς Γεώργιος με ενέργειές του προκάλεσε την πτώση της αξίας των ελληνικών χρεογράφων στο εξωτερικό και αρνήθηκε την υπογραφή του στη σύμβαση του δανείου, με αποτέλεσμα την παραίτηση της κυβέρνησης Χ. Τρικούπη.

Η νέα κυβέρνηση του Σ. Σωτηρόπουλου υποστήριξε τη θέση ότι η κρίση μπορεί να ξεπεραστεί χωρίς την πτώχευση και τους ελέγχους και πρότεινε τη λύση της κεφαλαιοποίησης. Δηλαδή οι ξένοι δανειστές αντί τόκων θα ελάμβαναν ομολογίες νέου δανείου αξίας 100 εκ. που θα συναπτόταν με τον οίκο Χάμπρο. Στην ουσία επρόκειτο για μια λύση που ισοδυναμούσε με «δολία χρεοκοπία». Κάτω από αυτήν τη διαπίστωση στις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες η αξία των ελληνικών χρεογράφων άρχισε να κατρακυλά εκ νέου, η τιμή του συναλλάγματος έπαιρνε τα ύψη και η χώρα βούλιαζε μέσα σε πρωτοφανή κρίση. Μέσα σε αυτό το κλίμα, στις 28 Οκτωβρίου 1893 ο υποψήφιος του Σ. Σωτηρόπουλου για την προεδρία της Βουλής καταψηφίστηκε και άνοιξε έτσι ο δρόμος για τη νέα και τελευταία κυβέρνηση του Χ. Τρικούπη.

Ο Χ. Τρικούπης στις 8 Νοεμβρίου 1893 με νομοσχέδιο στη Βουλή θα ακυρώσει τη σύμβαση για το δάνειο της «κεφαλαιοποίησης», ενώ με άλλο νομοσχέδιο την 1η Δεκεμβρίου 1893 θα προσπαθήσει να δημιουργήσει ευνοϊκό κλίμα για την εξασφάλιση νέου δανείου. Οι προσπάθειες αυτές δεν θα καρποφορήσουν και στις 10 Δεκεμβρίου με νόμο στη Βουλή θα αναγγείλει την εξωτερική πτώχευση του κράτους.

Το οικονομικό προσκήνιο

Η πορεία της ελληνικής οικονομίας προς την πτώχευση του 1893 απεικονίζεται κατά παραδειγματικό τρόπο με τη βοήθεια της καμπύλης του δημόσιου χρέους την περίοδο 1881-1893. Στο διάγραμμα 1 παρατηρούμε τη συνεχή ανοδική τάση του δημόσιου χρέους από το 1883 και μετά με προεξέχοντα τα έτη 1886, 1888 και 1891. Η εκτίναξη που σημειώνεται μετά το 1889 δεν είναι άσχετη με την επιδείνωση της εξωτερικής αξίας του νομίσματος. Η κρισιμότητα της συγκεκριμένης εξέλιξης της καμπύλης του δημόσιου χρέους για την ελληνική οικονομία εμφανίζεται πιο καθαρά εάν για την ίδια περίοδο υπολογίσουμε το δείκτη δημόσια χρέη προς τα έσοδα (τακτικά έσοδα).

Από τη μελέτη της σχετικής καμπύλης Δημόσιο χρέος / Έσοδα (τακτικά) που εμφανίζεται επίσης στο διάγραμμα 1 εντοπίζονται εύκολα τα δύο κρίσιμα έτη 1881 και 1886, όπου τα μισά κρατικά έσοδα δεν επαρκούν για την κάλυψη του δημόσιου χρέους. Επίσης, εύκολα από το ίδιο διάγραμμα διαπιστώνουμε ότι, παρ’ όλες τις προσπάθειες των κυβερνήσεων και τη «δημοσιονομική εξυγίανση», το ποσοστό του δημόσιου χρέους προς τα έσοδα (τακτικά), για όλη την περίοδο, δεν μπόρεσε να πέσει κάτω από το 35%. Την τελευταία διετία 1891-1893 το ποσοστό φαίνεται να σταθεροποιείται προς τα κάτω εξαιτίας της μεγαλύτερης αύξησης των φορολογικών εσόδων έναντι των δαπανών. Η πτώχευση όμως, η οποία θα επέλθει, συνδέεται με το γεγονός ότι η «δημοσιονομική εξυγίανση» εξαντλεί τα όριά της και ότι το κράτος δεν μπορεί να εξεύρει νέα δάνεια για να πληρώσει τους τόκους και τα χρεολύσια στους δανειστές του από τα παλιότερα δάνεια.

Το ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών

Έξω από το ρόλο που έπαιξαν για τη διόγκωση των δημόσιων δαπανών οι στρατιωτικές δαπάνες, οι δαπάνες οδοποιίας και οι δαπάνες για την κατασκευή σιδηροδρομικών δικτύων σ’ όλη την εξεταζόμενη περίοδο, η πορεία του δημόσιου χρέους, όπως αναφέρεται συχνά στην οικονομική βιβλιογραφία, επηρεάστηκε σοβαρά από τις εμπορικές κρίσεις και την εισαγωγή του συστήματος της αναγκαστικής κυκλοφορίας. Παρά το γεγονός ότι για το βάρος των στρατιωτικών δαπανών και των δαπανών για τα σιδηροδρομικά δίκτυα υπάρχουν παλαιότερες και νεότερες ενστάσεις, αξίζει τον κόπο να σταθούμε ιδιαίτερα στις εμπορικές κρίσεις και την αναγκαστική κυκλοφορία.

Στην εξεταζόμενη περίοδο έχουμε δύο σημαντικές εμπορικές κρίσεις που σημειώνονται τις περιόδους 1884-1885 και 1892-1893 αντίστοιχα. Οι κρίσεις αυτές συνδέονται κυρίως με την κρίση στην εμπορία της σταφίδας, που αντανακλάται στον υποβιβασμό της εξωτερικής αξίας του νομίσματος και επιχειρείται να λυθούν εκτός των άλλων με την αλλαγή του νομισματικού συστήματος (χρυσούς κανόνας ή αναγκαστική κυκλοφορία).

Στο βαθμό που οι κρίσεις αυτές οδηγούν στη μείωση των δημόσιων εσόδων και των συναλλαγματικών εισροών, τα αποτελέσματά τους πάνω στη διαμόρφωση του δημόσιου χρέους είναι αρνητικά. Οι κρίσεις αυτές όμως δεν αντανακλούν απλώς και μόνο τις μεταβολές στην εξωτερική ζήτηση των εξαγώγιμων αγροτικών προϊόντων, αλλά και τις δομικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας. Σε όλο το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και ιδιαίτερα στην εξεταζόμενη περίοδο το εμπορικό ισοζύγιο είναι μονίμως ελλειμματικό αντανακλώντας το συγκεκριμένο πρότυπο παραγωγής και κατανάλωσης. Η σχέση εξαγωγών – εισαγωγών για την περίοδο 1881-1893 διαμορφώνεται όπως στο διάγραμμα 2. Οι επιπτώσεις των δυσμενών εξελίξεων του ισοζυγίου τρεχουσών πληρωμών πάνω στην πορεία της ελληνικής οικονομίας καθώς και η εμβάθυνση στα αίτια που βρίσκονται πίσω απ’ αυτές τις εξελίξεις στην εξεταζόμενη περίοδο φαίνεται να μην τυχαίνουν της δέουσας προσοχής από τους μελετητές που καταπιάνονται με τη διαχρονική εξέταση των προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας.

Κρατικοδίαιτο το ιδιωτικό κεφάλαιο

Η ίδια η υπέρμετρη ανάπτυξη του κρατικού τομέα στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα είναι στενά συνδεδεμένη με τις χρόνιες διαθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας και τη δομική της συγκρότηση. Το κράτος παρεμβαίνει όλο και περισσότερο στην οικονομία, εκτός των άλλων διότι το ιδιωτικό κεφάλαιο δεν μπορεί να παίξει το δικό του ρόλο, παραχωρεί χώρο στο δημόσιο τομέα και ταυτόχρονα έρχεται να στηριχθεί στον ίδιο τομέα απομυζώντας τον. Ο δυισμός που χαρακτηρίζει την ελληνική οικονομία προφανώς γίνεται μεγάλο εμπόδιο στην ανάπτυξη των δημοσίων εσόδων και από την άποψη αυτή η πτώχευση αργά ή γρήγορα λαμβάνει έναν νομοτελειακό χαρακτήρα. Η ίδια η εισαγωγή της αναγκαστικής κυκλοφορίας είναι στενά δεμένη με το μόνιμο διαθρωτικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας, δηλαδή του ελλειμματικού ισοζυγίου πληρωμών.

Η αναγκαστική κυκλοφορία έχει επιχειρηθεί να συνδεθεί με τις αλόγιστες κρατικές δαπάνες και την υπερτίμηση του ξένου συναλλάγματος που με τη σειρά της οδηγεί στη διόγκωση του δημόσιου χρέους. Η αναγκαστική κυκλοφορία όμως δεν εισάγεται αυθαίρετα, τουλάχιστον από το 1877 και μετά, στην Ελλάδα. Το συγκεκριμένο στάδιο ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας φαίνεται να μην επιτρέπει εύκολα την εισαγωγή του χρυσού κανόνα αυτήν την περίοδο. Ενώ από την άλλη πλευρά πρέπει να συντρέξουν ιδιαίτεροι λόγοι, ώστε η αναγκαστική κυκλοφορία να συνδεθεί με το δραματικό εξευτελισμό της εξωτερικής αξίας του νομίσματος, που σημειώνεται από τα τέλη της δεκαετίας του 1880 και μετά. Έτσι η ραγδαία υπερτίμηση του συναλλάγματος από το 1891 και μετά δεν συνδέεται απλώς και μόνο με το βάρος του δανεισμού προς το κράτος (από το τραπεζικό σύστημα) πάνω στο συνολικό ποσό κυκλοφορίας των τραπεζικών γραμματίων. Δηλαδή η θετική συσχέτιση των δύο παραμέτρων (αναγκαστική κυκλοφορία και εξωτερικό συνάλλαγμα) για μια ορισμένη περίοδο δεν αποτελεί και επιβεβαίωση για τη συμβολή της αναγκαστικής κυκλοφορίας στην επέκταση του δημόσιου χρέους.

Οι στρατιωτικές δαπάνες, τα έξοδα οδοποιίας και κατασκευής σιδηροδρομικών δικτύων, οι εμπορικές κρίσεις, οι αντιπαραγωγικές δαπάνες, τα ξένα δάνεια, η κακή χρήση του εσωτερικού και εξωτερικού δανεισμού, η κακή διαχείριση του δημοσιονομικού τομέα, τα λάθη των οικονομικών υπουργών και των υπεύθυνων πρωθυπουργών και η απληστία των ξένων δανειστών έχουν κατά καιρούς αναφερθεί ως βασικές αιτίες που οδήγησαν την ελληνική οικονομία στη χρεοκοπία.

Αξιοπρόσεκτες θεωρήσεις που επιχειρούν μια συνολικότερη ερμηνεία είναι εκείνη των δομικών αδυναμιών της ελληνικής οικονομίας, που παραπέμπει σε μια συνολική αναπτυξιακή πρόταση, και εκείνη της δημοσιονομικής «εξυγίανσης», που στα σημερινά δεδομένα βλέπει τη λύση στην ίδια κατεύθυνση που είναι υπεύθυνη για την ίδια κρίση. Αξιοπρόσεκτες ως προς τα αίτια της πτώχευσης ή της δυνατότητας μιας άλλης λύσης είναι οι απόψεις που διατυπώθηκαν στις αρχές του 20ου αιώνα από δύο εμπειρικούς νομισματολόγους, τον Γ. Κατσελίδη και τον Ι. Βαλαωρίτη. Στο βιβλίο του “Το νόμισμα” ο Γ. Κατσελίδης σημειώνει: «Ή ούτως ή άλλως, το γεγονός της εξωτερικής πτωχεύσεως είναι τρανή απόδειξις της θεωρίας καθ’ ήν: δυνατόν χώρα τις να διατελή επί μακρόν χρόνον εν παθητικότητι προς το εξωτερικόν, και ότι αν μη δια της ενισχύσεως της παραγωγής γίνη ικανή ν’ ανακτήση το διεθνές ισοζύγιον αυτής, μοιραίως θέλει χρωκοπήσει, όταν σημάνει η ώρα καθ’ ήν στειρεύει η πηγή της πίστεως…». Ενώ ο Ι. Βαλαωρίτης σημείωνε: «Θα ήταν αδιαμφισβήτητα προτιμότερο να βαδίζαμε προς την πρόοδο με έναν πιο αργό ρυθμό αποφεύγοντας έτσι την κρίση, την καταισχύνη της αποτυχίας του κράτους και το βάρος της υπηρεσίας των δανείων αυτών, που εμπόδισε την ανάπτυξη και βάρυνε την αγορά…».

Ο χαρακτήρας του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου

Αμέσως μετά την πτώχευση η ελληνική κυβέρνηση άρχισε τις διαπραγματεύσεις με τους ξένους ομολογιούχους. Από το 1893 μέχρι το 1896 υπήρξαν τρεις αποτυχημένες συμφωνίες διευθέτησης του προβλήματος του εξωτερικού χρέους. Σύμφωνα με την πρώτη ο τόκος ορίζεται σε 32% του αρχικού. Η απόσβεση έχει διάρκεια 50 χρόνια και εισάγεται είδος οικονομικού ελέγχου στον οποίο θα υπάγονται ως υπέγγυοι οι εισπράξεις καθώς και η διαχείριση των προσόδων των μονοπωλίων του καπνού και του χαρτοσήμου. Τελικά η συνέλευση των ομολογιούχων απορρίπτει την συμφωνία και στην συνέχεια ο Χ. Τρικούπης χάνει τις εκλογές του 1895.

Στη δεύτερη συμφωνία, με κυβέρνηση του Θ. Δηλιγιάννη, οι όροι του διακανονισμού ήταν βαρύτεροι. Οι ξένοι ομολογιούχοι απαιτούσαν και την επιβολή σκληρού οικονομικού ελέγχου και την υπερικανοποίηση των αξιώσεών τους. Ο τόκος ορίζονταν στο 43% του αρχικού και ως υπέγγυοι πρόσοδοι θα χρησίμευαν εκτός από τις προηγούμενες και οι εισπράξεις από το χαρτόσημο. Θα υπήρχαν εισπράξεις από τα πλεονάσματα για τους ομολογιούχους, στους οποίους επίσης θα περιέρχονταν όλο το κέρδος από την βελτίωση της επικαταλαγής, δηλ. την συναλλαγματική ισοτιμία δραχμής – χρυσού. Ακόμη οι υπέγγυοι πρόσοδοι θα αποτελούσαν αντικείμενο διαχείρισης επιτροπής του μονοπωλίου, η οποία θα απαρτιζόταν από τέσσερις εκπροσώπους των δανειστών, τρεις των ξένων τραπεζών και έναν Έλληνα. Η κυβέρνηση Θ. Δηλιγιάννη απέρριψε την συμφωνία.

Το 1896 με παρέμβαση του Σ. Στρέιτ διαμορφώνεται μια καινούργια συμφωνία. Ο τόκος ορίζεται στα 40% και εξαλείφονταν οι πρόσοδοι από το χαρτόσημο. Τα πλεονάσματα και η βελτίωση της επικαταλαγής μοιράζονται μισό με μισό, ενώ η διαχείριση είναι έργο της Εταιρείας του Ελληνικού Μονοπωλίου. Το ξέσπασμα του ελληνοτουρκικού πολέμου το 1897 και η ατυχής έκβασή του συντελούν στη μη πραγματοποίηση της τρίτης συμφωνίας.

Η μεσολάβηση των μεγάλων δυνάμεων

Η Ελλάδα ζητεί τη μεσολάβηση των εξ Μεγάλων Δυνάμεων, Γερμανία, Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία, Ιταλία και Αυστρία, για να εξασφαλίσει την Ειρήνη. Ανοίγει έτσι ο δρόμος της εισαγωγής του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου του 1898 (Νόμος ΒΦΙΔ της 26 Φεβρουαρίου 1898) μέσω της προσθήκης του άρθρου 2 της προκαταρκτικής πράξεως περί ειρήνης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Στο άρθρο 2 της Διεθνούς Συνθήκης Ειρήνης προβλέπεται πληρωμή πολεμικής αποζημίωσης στην Τουρκία και ίδρυση Διεθνούς Επιτροπής, που απαρτίζεται από τους αντιπροσώπους των έξι Μεγάλων Δυνάμεων. Η Επιτροπή θα έχει τον απόλυτο έλεγχο της είσπραξης και διαχείρισης επαρκών προσόδων της Ελλάδος για την εξυπηρέτηση του νέου δανείου, το οποίο ήταν απαραίτητο για την πληρωμή αποζημίωσης στην Τουρκία καθώς και των έξι παλαιών δανείων. Η μείωση του τόκου τελικά οριζόταν μεταξύ 32% και 43% του αρχικού.

Μια προσεκτική μελέτη του Νόμου ΒΦΙΔ (1898), όροι σύστασης και λειτουργίας του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου και δανειακής σύμβασης, έρχεται να επιβεβαιώσει την εκτίμηση παλαιότερων μελετητών24 ότι ο έλεγχος αυτός ήταν επαχθέστερος παρόμοιων ελέγχων που επιβλήθηκαν διεθνώς την ίδια περίοδο, Τουρκία, Σερβία, Βουλγαρία που είχαν ιδιωτικό χαρακτήρα. Ακόμη ο έλεγχος αυτός ήταν βαρύτερος από συμφωνίες που είχαν γίνει και δεν τελεσφόρησαν μεταξύ ελληνικής κυβέρνησης και ξένων ομολογιούχων την προηγούμενη περίοδο. Ο περιορισμός της νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής ήταν επίσης αρκετά βαρύς.

Αν μπορούμε να έχουμε μια σαφή συγκριτική εικόνα για το χαρακτήρα του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου του 1898 σε σχέση με παρόμοιες συμφωνίες ή ελέγχους στα τέλη του 19ου αιώνα, σίγουρα δεν είναι εύκολες οι συσχετίσεις με το καθεστώς οικονομικής επιτήρησης, που έχει επιβληθεί σήμερα στη χώρα μας από μεγάλα διεθνή οικονομικά διευθυντήρια και οικονομικές ενώσεις. Υπάρχουν τεράστιες διαφορές στο οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό διεθνές πλαίσιο και στην ίδια την ανάπτυξη της χώρας μας.

Οι προτεινόμενες λύσεις για την αποσόβηση της επερχόμενης χρεοκοπίας του 1893 και οι ανεπιτυχείς διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν, χρωματίζονταν από μια σοβούσα κρίση ανάμεσα στις δυο βασικές πτέρυγες της αστικής τάξης, τη φιλελεύθερη και τη συντηρητική. Η επερχόμενη, όμως, ευνοϊκή εξωτερική οικονομική συγκυρία για την Ελλάδα βοήθησε στη γρήγορη ανάκαμψη της οικονομίας της και στο ξεπέρασμα των αρνητικών συνεπειών του Οικονομικού Ελέγχου. Σήμερα οι αρνητικές επιπτώσεις της επιτήρησης και του ελέγχου της ελληνικής οικονομίας από τα ξένα οικονομικά κέντρα και το μεγάλο βάρος των εγγυήσεων διαγράφουν ένα πολύ σκοτεινό μέλλον, δεδομένου και του διεθνούς χαρακτήρα της κρίσης. Η ανάγκη νέων κοινωνικών και πολιτικών παικτών, δηλαδή η παρέμβαση της ίδιας της κοινωνίας είναι πρόδηλη.


διάγραμμα 1


διάγραμμα 2

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου