Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2012

Τα Επιφάνια στην επιφάνεια

Σκουλάκης Δήμος (Δημοσθένης), Σταθμός Βικτώρια - Σκάλες, 1977, από εδώ
 
της Μαρίας Μπαλάφα


ΑΥΓΗ, 6.1.12

«Φανέρωσέ μου τη μάσκα που κρύβεις, κάτω απ' τη μάσκα που φοράς». Φαίνομαι, άρα υπάρχω. Βλέπουμε αντικείμενα, που δεν υπάρχουν, ότι βρίσκονται πολύ κοντά μας. Τα στρώματα της ατμόσφαιρας, που βρίσκονται κοντά στο θερμό έδαφος, ζεσταίνονται και λιώνουν σαν ζελατίνη περιτυλίγματος, ο δείκτης διάθλασης αλλάζει. Και οι κόρες των ματιών μας ομοίως γίνονται ένας παράξενος μεγεθυντικός φακός. Μας στριφογυρίζει η ακτίνα, που ξεκινάει από το αντικείμενό μας, το οποίο στην πραγματικότητα βρίσκεται πολύ μακριά μας. Αλλάζει διαρκώς διεύθυνση (πότε πίσω μας και πότε αριστερά μας). Όταν φτάσει στα μάτια μας, πια κατάκοπο, έχει έλθει από αλλού και ο ήχος του παραμένει ασυγχρόνιστος. Βουτάμε στο μπλε χρώμα της εντύπωσης μια λίμνης για να ξεδιψάσουμε. Ακολουθούμε μια διαδρομή σαν καραβάνια στην έρημο (αφήνοντας πίσω κουφάρια). Ό,τι έχουμε δικό μας χωράει σ’ ένα σακίδιο και μέσα μας.

Mirare, που σημαίνει «φανερώσου, εμφανίσου». Θαύμα ή καθρέφτης; Εικόνες θλίψης για την παροδικότητα, το πεπερασμένο, που γεμίζει το μαγικό κενό με ονειρικά οράματα. «Ολοένα και περισσότερο έχανε ο ταξιδιώτης τη γραμμή που χώριζε τον εξωτερικό από τον εσωτερικό του κόσμο, το σύνορο ανάμεσα σ’ αυτά που έβλεπε στ’ αλήθεια μπροστά στα μάτια του και σ’ εκείνα που πρόσθετε ο ίδιος με τη φαντασία του. Στο τέλος δεν μπορούσε πια να κάνει καμιά διάκριση: το μυαλό του του φαινόταν σαν τμήμα του εξωτερικού περιβάλλοντος και τα αντικείμενα σαν πλάσματα της φαντασίας του», γράφει ο Μίκαελ Έντε στο «Καθρέφτης μες στον καθρέφτη». Διάθλαση και διαστολή, λοιπόν, παρά αντανάκλαση. Σε σαχάριες και πολικές θερμοκρασίες (το ίδιο είναι). Αρκεί η μετάβαση από την κατάψυξη στον φούρνο να γίνει ομαλά, σε θερμοκρασία δωματίου, μη σπάσουν τα κομμάτια κι αλλοιωθεί η γεύση μας. Έχουμε μείνει για καιρό αεροστεγώς ανοιχτοί και προσπαθούμε να επέμβουμε διορθωτικά στο μέλλον (μα και στο παρελθόν) με κακής ποιότητας γομολάστιχες. Αγώνες κι αγωνίες, που φωνάζουν μέσα μας κι εντός μας, πως «Κράτησα τη ζωή μου/ταξιδεύοντας ανάμεσα σε κίτρινα δέντρα,/κάτω απ' το πλάγιασμα της βροχής/σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς/καμιά φωτιά/στην κορυφή τους βραδιάζει», σφίγγοντας δόντια και γροθιές. Γράφουμε για να μην (μας) ξεχάσουμε και το μόνο άλφα, που δεν μας μοιάζει στερητικό, είναι το δεύτερο στη σειρά της λέξης αναπνοή.

Και πώς γίνεται να μετρήσεις το σύνολο των σημείων ενός αντικειμένου που βρίσκονται στο εξωτερικό μέρος του και έρχονται σε επαφή με το περιβάλλον; Αυτή η επιφάνεια μας χωρίζει από τον υπόλοιπο χώρο. Σε κυλίνδρους και κύβους, όπως τα χαρτόκουτα των άστεγων στη Σολωμού. Και πώς γίνεται κάποιοι να επιμένουν να χοροπηδάνε σε πανάρχαιες λατρευτικές γιορτές; Νομίζουν πως βρήκαν το σφραγιστικό δαχτυλίδι του Μίνωα. Άλλοτε με περιστέρια τιμίων, ανέστιων κι αστείων κι άλλοτε γονυπετείς, όπως ο Πρίαμος στο Ω της Ιλιάδας.

«Quiero escapar de aqui» κατά κάποιον τρόπο. Αναδυόμενοι. Μιάσματα σε καθαρά νερά. Ανάμεσα στον Τίγρη και τον Ευφράτη.

Η Φάτα Μοργκάνα όμως επιστρέφει με τρένο Ομόνοια - Βικτώρια. Απέναντί της κάθονται ένα σπασμένο ακορντεόν και δυο γυφτάκια, που γελάν σπαρακτικά και μασουλάνε ηλιόσπορους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου