Σάββατο 18 Σεπτεμβρίου 2010

Η υποψηφιότητα του Α. Μητρόπουλου - πραξικόπημα του ΣΥΝ ενάντια στον ΣΥΡΙΖΑ

Ανακοίνωση του «Ξ»

Η απόφαση της ηγεσίας του ΣΥΝ να στηρίξει την υποψηφιότητα του Αλέξη Μητρόπουλου για την περιφέρεια Αττικής προκαλεί τεράστια έκπληξη για την πολιτική μυωπία σε συνδυασμό με την ανευθυνότητα απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ που την χαρακτηρίζει.

Η προσέγγιση του «σοσιαλιστικού» λεγόμενου χώρου είναι ασφαλώς όχι μόνο θεμιτή αλλά απόλυτα σωστή. Το θέμα είναι πώς επιτυγχάνεται αυτή! Και ο τρόπος με τον οποίο σίγουρα δεν επιτυγχάνεται είναι με το να δίνεται εν λευκώ στήριξη σε άτομα του χώρου του ΠΑ.ΣΟ.Κ. τα  οποία πολιτικά και ουσιαστικά δεν έχουν ξεκόψει ποτέ από αυτό τον χώρο!

Ο Α. Μητρόπουλος δεν εκπροσωπεί τίποτα το οποίο να έχει σχέση με την Αριστερά στο επίπεδο του προγράμματος το οποίο παρουσίασε! Και δεν εκπροσωπεί τίποτα σε ότι αφορά δυνάμεις μέσα στο χώρο του ΠΑ.ΣΟ.Κ. οι οποίες είναι διατεθειμένες να έρθουν σε σύγκρουση με την ηγεσία του κόμματος, να αποσπαστούν από αυτό και να κινηθούν οργανωμένα στην κατεύθυνση της συγκρότησης ενός αριστερού σχηματισμού/πόλου.

Είναι μια «προσωπικότητα» στον χώρο του ΠΑ.ΣΟ.Κ. η οποία δεν ελέγχεται από κανέναν και η κίνησή του περιορίζεται αποκλειστικά στο εκλογικό πεδίο. Έτσι δεν υπάρχει καμία εγγύηση τι θα κάνει τα επόμενα χρόνια ή ακόμα και τους επόμενους μήνες. H διαγραφή του από το ΠΑΣΟΚ δεν εξασφαλίζει τίποτα για την περαιτέρω πορεία του. Η πιθανότητα όσοι στηρίξουν τον Α. Μητρόπουλο να βρεθούν πολύ σύντομα σε θέση να «θέλουν να κρυφτούν» είναι απόλυτα υπαρκτή.

Η ψήφος στον Α. Μητρόπουλο δεν είναι ψήφος προς τα αριστερά, από τη στιγμή που ο Αλέξης Μητρόπουλος δεν είναι διατεθειμένος στο πρόγραμμα του να μετακινηθεί προς τα αριστερά, ούτε να ηγηθεί σημαντικών δυνάμεων σε διαδικασία σύγκρουσης - διάσπασης από το ΠΑ.ΣΟ.Κ. Ειδικά όταν δηλώνει δημόσια ότι δεν στρέφεται κατά της κυβέρνησης - δηλαδή βασικά επιδιώκει να την «διορθώσει». Ο ΣΥΝ δεν κερδίζει πόντους στην κοινωνία ψηφίζοντας Α. Μητρόπουλο και δεν κερδίζει τον Α. Μητρόπουλο. Ακριβώς το αντίθετο: ο Αλέξης Μητρόπουλος «κερδίζει» τον ΣΥΝ.

Ο μόνος τρόπος για να κερδηθεί ένα μέρος της λαϊκής βάσης του ΠΑΣΟΚ στις ιδέες της αριστεράς θα ήταν αν ο ΣΥΡΙΖΑ είχε υιοθετήσει ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα με ξεκάθαρες πολιτικές θέσεις γι’ αυτές τις εκλογές, και στην βάση αυτού του προγράμματος έκανε έκκληση σε όλες τις δυνάμεις μέσα στο ΠΑΣΟΚ που είναι διατεθειμένες να έρθουν σε ρήξη με την ηγεσία του, για συνεργασία.

Η πολιτική μυωπία όμως μετατρέπεται και σε πισώπλατη μαχαιριά στον ΣΥΡΙΖΑ, όταν ο ΣΥΝ αποφάσισε να προχωρήσει στην υπερψήφιση του Α. Μητρόπουλου ενάντια σε όλα ανεξαίρετα τα υπόλοιπα μέλη της κεντρικής γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ (ακόμα κι ενάντια σε τμήματα του ίδιου του ΣΥΝ όπως το Αρ Ρεύμα και τη νεολαία του κόμματος). Παρά τις πολλές έντονες συζητήσεις και τις ξεκάθαρες διαφωνίες, ο ΣΥΝ επέμενε μέχρι τέλους, κάνοντας τελικά το δικό του!

Για ποια δημοκρατία, για ποια ισοτιμία, για ποιο σεβασμό στη διαφορετική άποψη για ποιο σεβασμό στο κοινό εγχείρημα μπορεί πια να μιλά ο ΣΥΝ; Ότι και να πει πια δεν έχει κανένα νόημα! Η κίνηση αυτή του ΣΥΝ ανοίγει διάπλατα την πόρτα στη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ!

Είμαστε και εμείς της γνώμης ότι το Μέτωπο του Αλέκου Αλαβάνου, ή τουλάχιστον πολύ σημαντικές δυνάμεις μέσα σε αυτό, επιδίωκαν και μεθόδευαν τη διάσπαση όλη την προηγούμενη περίοδο. Όμως αυτό είναι άλλο θέμα. Αυτό που διευκόλυνε αποφασιστικά αυτή «διάσπαση» (την οποία ψευδώς στο Μέτωπο ονομάζουν «δοκιμασία») αυτό που της άνοιξε τον δρόμο και την έκανε «περίπατο» είναι η απόφαση του ΣΥΝ να στηρίξει Α. Μητρόπουλο. Ο ΣΥΝ δεν μπορεί πια, ξανά, να μιλήσει για την ενότητα του ΣΥΡΙΖΑ γιατί θα είναι εντελώς υποκριτικό.

Τα δύο αντιμαχόμενα μέρη, το Μέτωπο και η ηγεσία του ΣΥΝ, που μέχρι τις ευρωεκλογές αποτελούσαν μια αρραγώς ενιαία ομάδα που έλυνε κι έδενε στον ΣΥΡΙΖΑ (αυτό οφείλουμε να μην το ξεχνάμε) έχουν οδηγήσει τον ΣΥΡΙΖΑ στο βούρκο, μέσα από εντελώς εκφυλιστικές διαδικασίες χωρίς να προβάλλουν μεταξύ τους καμιά πολιτική διαφωνία στο επίπεδο του προγράμματος!

Το «Ξ» δεν πρόκειται να στηρίξει καμία από τις δύο πλευρές σ’ αυτή την εκφυλιστική διαμάχη. Θα παλέψει μαζί με τις υγιείς δυνάμεις που συνεχίζουν να παραμένουν στον ΣΥΡΙΖΑ για την ενότητα του ΣΥΡΙΖΑ, για την ενωτική δράση της αριστεράς γενικά, για τις πολιτικές αντιπαραθέσεις στη βάση πολιτικών επιχειρημάτων κι όχι με προσωπικές συσπειρώσεις. Για ένα αριστερό, ριζοσπαστικό, σοσιαλιστικό πολιτικό πρόγραμμα, που να απαντά στην καπιταλιστική βαρβαρότητα και να συνδέει την πάλη για τα καθημερινά προβλήματα με τον αγώνα για μια εναλλακτική σοσιαλιστική κοινωνία, στην υπηρεσία της κοινωνίας και των ανθρώπινων αναγκών αντί των κερδών των τραπεζιτών, των εφοπλιστών και των βιομηχάνων.
 
Ξεκίνημα
16 Σεπτ. 2010

Παρασκευή 17 Σεπτεμβρίου 2010

Ανακοίνωση του ΚΟΚΚΙΝΟΥ

Ανακοίνωση του ΚΟΚΚΙΝΟΥ

· Να υπονομεύσουμε την κυβέρνηση και το Μνημόνιο, όχι τον ΣΥΡΙΖΑ! Κριτική ψήφος στο ψηφοδέλτιο Α. Μητρόπουλου
· Ανασυγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ σε αντικαπιταλιστική βάση, με μέλη και εκλεγμένα - αποφασιστικά όργανα
1. Η κρίση του ΣΥΡΙΖΑ έχει φτάσει στο ύστατο, διαλυτικό και εκφυλιστικό της στάδιο. Παρ’ όλα αυτά, φτάσαμε στο τέλος χωρίς να αγγίξουμε καν την πολιτική ουσία των προβλημάτων που αντιμετωπίζει ο χώρος μας και χωρίς να μπορεί να τεκμηριωθεί ποιες είναι οι ουσιαστικές -και μάλιστα αγεφύρωτες- διαφορές που κάνουν υποχρεωτική μια διάσπαση και διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ.
2. Στο φόντο αυτής της κρίσης βρίσκεται η αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να προσανατολιστεί πολιτικά στη νέα συγκυρία που ορίζει η κρίση. Οι συντεταγμένες του πολιτικού του συμβολαίου είχαν καθοριστεί πριν την κρίση, σε μια συγκυρία πολύ διαφορετική. Και ενώ τα χαρακτηριστικά της συγκυρίας έχουν αλλάξει δραματικά, η αναγκαία συζήτηση για την αναπροσαρμογή του πολιτικού μας σχεδίου και του τρόπου πολιτικής παρέμβασης δεν έχει γίνει. Αν πριν την κρίση χρειαζόμαστε μια Αριστερά που να είναι συνεπής - κινηματική αντιπολίτευση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, αν χτίζαμε πάνω στο πολιτικό σχέδιο «ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό, τον πόλεμο και το ρατσισμό», με βασική αιχμή την αναδιανομή και εργαλείο τα κινήματα γενικών ευαισθησιών και αν μας αρκούσε η πολιτική οριοθέτηση «Όχι στην κεντροαριστερά», στη συγκυρία της κρίσης και μάλιστα της ελληνικής κρίσης χρέους, αυτά πλέον δεν αρκούν. Χρειαζόμαστε μια Αριστερά που θα συγκρουστεί μετωπικά με το σύστημα, μια Αριστερά με αντικαπιταλιστική στρατηγική, που θα είναι μαχητής στο εργατικό κίνημα, στους κοινωνικούς χώρους και στο δρόμο, που θα δίνει αντικαπιταλιστικές και ταξικές απαντήσεις όπως η παύση πληρωμών, η εθνικοποίηση των τραπεζών, η διάλυση της ευρωζώνης και μια «καταστατική» διαδικασία απ’ τα κάτω συγκρότησης της «άλλης Ευρώπης» κ.λπ., που θα επαναφέρει το σοσιαλισμό όχι σαν απώτατο «όραμα» αλλά σαν το ανταγωνιστικό σχέδιο της Αριστεράς στη συγκυρία της κρίσης.
3. Αντί γι’ αυτή την αναγκαία συζήτηση, εδώ και ενάμιση περίπου χρόνο είμαστε μάρτυρες μιας κλιμακούμενης κρίσης που εστιάζεται και αναζωπυρώνεται στις εκλογικές αναμετρήσεις: ευρωεκλογές, εθνικές εκλογές, αυτοδιοικητικές εκλογές. Αντί για πολιτικές διεργασίες, πολιτικό διάλογο και αντιπαράθεση, έχουμε οξείες αντιπαραθέσεις για τα πρόσωπα που θα ηγηθούν ή θα συνθέσουν τα ψηφοδέλτια, για το ποιος είναι ο «καταλληλότερος για επικεφαλής», για το ποιος «γράφει καλύτερα στο γυαλί» κ.λπ. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο και από ένα σημείο και ύστερα, τα πολιτικά επιχειρήματα είχαν προσχηματική χρησιμότητα σε έναν αγώνα συσχετισμών χωρίς ορατά και πειστικά πολιτικά σημεία αναφοράς. Η άρνηση ουσιαστικής συζήτησης για τα ζητήματα που θέτει η συγκυρία της κρίσης, η αποπολιτικοποίηση και προσωποποίηση των διαφορών έφεραν αναπόφευκτα φαινόμενα πολιτικού εκφυλισμού. Αυτή η αποπολιτικοποίηση οφείλεται σε δύο βασικούς λόγους: Πρώτο, στο γεγονός ότι ο ΣΥΝ από το Δεκέμβρη του 2008 έφτασε στα όρια της αριστερής του στροφής, αδυνατούσε πλέον να ανταποκριθεί στην ανάγκη της συγκυρίας για εμβάθυνση της αριστερής στροφής σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση και έθεσε σε προτεραιότητα τις εσωτερικές ισορροπίες με την Ανανεωτική Πτέρυγα, εις βάρος του ΣΥΡΙΖΑ και της αριστερής στροφής. Δεύτερο, στο γεγονός ότι η συγκρότηση του Μετώπου Αλληλεγγύης και Ανατροπής έγινε σε μη αιτιολογημένη και επαρκή πολιτική και προγραμματική βάση, με αποτέλεσμα να διχάσει εξίσου αναιτιολόγητα την αριστερή πτέρυγα του ΣΥΡΙΖΑ και να αποδυθεί σε μια «μάχη εξουσίας» με τον ΣΥΝ χωρίς ορατά πολιτικά επίδικα.
4. Η κρίση του ΣΥΡΙΖΑ έχει και μια άλλη «πηγή»: τη σταθερή άρνηση του ΣΥΝ, αλλά και του Αλέκου Αλαβάνου και άλλων συνιστωσών (ΔΕΑ, ΚΟΕ) στην πρώτη - ανοδική φάση του εγχειρήματος, να συγκροτηθεί ο ΣΥΡΙΖΑ ως πολιτικός σχηματισμός των μελών, των εκλεγμένων οργάνων και των αποφασιστικών διαδικασιών. Το γεγονός ότι έκλεισε η πόρτα σ’ αυτή τη διαδικασία την περίοδο της ακμής του ΣΥΡΙΖΑ, όταν μαζικά κόσμος της Αριστεράς και των κινημάτων ήθελε να ενταχτεί στις γραμμές του, καθήλωσε το εγχείρημα στο έδαφος μιας εκλογικής συμμαχίας κορυφής (επομένως, μόνο τυχαίο δεν είναι το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ περνάει σοβαρές κρίσεις ακριβώς μέσα από τις εκλογικές αναμετρήσεις και όxι μέσα από αναμετρήσχεις ιδεών, προγράμματος και πολιτικής). Επιπλέον, το εγχείρημα στερήθηκε εργαλείων και διαδικασιών διαχείρισης των διαφωνιών που εκδηλώνονταν σε κεντρικό ή και τοπικό επίπεδο, με αποτέλεσμα αυτές οι διαφωνίες να οδηγούν σε παράλυση, σε προσπάθειες ξεπεράσματος του αδιεξόδου με «παζάρια» και «ανταλλάγματα» ή και σε διαλυτικές καταστάσεις - όπως σήμερα.
5. Η ανακοίνωση από τον Αλέκο Αλαβάνο του συνδυασμού για την Περιφέρεια Αττικής αποδεικνύει το έλλειμμα πολιτικού περιεχομένου στην παρούσα αντιπαράθεση μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ και διαψεύδει πανηγυρικά τους ισχυρισμούς του Μετώπου Αλληλεγγύης και Ανατροπής ότι αποτελεί τη ριζοσπαστική πτέρυγα του ΣΥΡΙΖΑ. Οι θέσεις που παρουσίασε ο Αλέκος Αλαβάνος είναι πίσω από το πολιτικό πλαίσιο που ενέκρινε το Πανελλαδικό Συντονιστικό του ΣΥΡΙΖΑ στις αρχές Ιουλίου. Οι κατηγορίες προς την κυβέρνηση για «παράλυση της οικονομικής δραστηριότητας και κατάλυση της λαϊκής κυριαρχίας» και θέσεις όπως «αναδιάρθρωση του διεθνούς χρέους (προφανώς εννοεί το δημόσιο χρέος – διεθνές χρέος δεν υπάρχει) με εξάλειψη σημαντικού μέρους του, διαπραγμάτευση με την Ε.Ε. για τους ελάχιστους όρους που κάνουν ανεκτή την παραμονή στο ευρώ, δημοσιονομική αποκατάσταση όχι στη βάση της εξαθλίωσης των εργαζομένων αλλά με στοχευμένες παρεμβάσεις σε αντιπαραγωγικούς τομείς, ισχυρό δίκτυο δημοσίων τραπεζών και επιχειρήσεων, αλλαγή του οικονομικού προτύπου με επίκεντρο την αξιοποίηση της δημιουργικής δύναμης της νεολαίας» κινούνται στα δεξιά του κατακτημένου πλαισίου του ΣΥΡΙΖΑ, αν όχι και των θέσεων του τελευταίου συνεδρίου του ΣΥΝ. Τα ίδια ισχύουν και για τις 3 βασικές προτεραιότητες που έθεσε για την περιφέρεια Αττικής: «Θέσεις εργασίας - Κοινωνικές υπηρεσίες από το νήπιο μέχρι την τρίτη ηλικία - Αναβίωση της οικονομικής και εμπορικής δραστηριότητα». Τα ίδια και για τους λεονταρισμούς του τύπου «στα κτήρια της περιφέρειας Αττικής θα είναι απαγορευμένη η είσοδος της τρόικας», «στις δράσεις της περιφέρειας θα εφαρμόζεται το Σύνταγμα της Ελληνικής Δημοκρατίας και όχι η αντισυνταγματική νομοθεσία της κυβέρνησης Παπανδρέου». Η ανυπαρξία περιεχομένου ή μάλλον η πασιφανής έλλειψη ριζοσπαστικού αριστερού περιεχομένου (για αντικαπιταλισμό δεν μπορεί να γίνει καν λόγος...) δεν μπορούν να κρυφτούν πίσω από ανέξοδους λεονταρισμούς. Και να σκεφτεί κανείς ότι αυτό το πλαίσιο το παρήγαγε μια συμμαχία δυνάμεων της άκρας αριστεράς, χωρίς να πιέζεται πραγματικά από αποδεσμευόμενες πασοκικές δυνάμεις ή από τη σκοπιμότητα ενδοσυριζικών ισορροπιών. Τι ακριβώς πίεσε τις αυτοαποκαλούμενες «πιο αριστερές δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ» να καταλήξουν σε ένα τόσο ανεπαρκές πλαίσιο; Μπορούμε δε να φανταστούμε τι θα συνέβαινε αν υπήρχαν και πραγματικές, «ζωντανές» πιέσεις...
6. Δεν είναι παράξενο που υπ’ αυτούς τους όρους η συζήτηση για το «ρήγμα ΠΑΣΟΚ» και το ενδεχόμενο συνεργασίας με δυνάμεις από το χώρο των διαφωνούντων του ΠΑΣΟΚ είναι επίσης σε μεγάλο βαθμό απολίτικη ή προσχηματική. Αντί να συζητιούνται οι πολιτικοί στόχοι και οι πολιτικές προϋποθέσεις μιας τέτοιας συνεργασίας, επικράτησε η «διπλωματία προσώπων», η προσέγγιση παραγόντων του χώρου αυτού με εκλογικίστικα κροιτήρια, το κριτήριο της εκλογικής εμβέλειας του άλφα ή βήτα προσώπου, ο τυφλός ανταγωνισμός και οι προσπάθειες ο ένας να κάψει τα «χαρτιά» του άλλου. Ο Αλέκος Αλαβάνος προσπαθούσε να παρεμβάλει εμπόδια στην προσέγγιση ΣΥΝ και διαφωνούντων του ΠΑΣΟΚ, και η ηγεσία του ΣΥΝ «κοιτούσε» προς την υποψηφιότητα Μητρόπουλου κυρίως με το κριτήριο της εκλογικής υπερίσχυσης έναντι του ψηφοδελτίου με επικεφαλής τον Αλέκο Αλαβάνο. Έτσι, χάθηκε η πολιτική ουσία, τα κριτήρια για μια τέτοια συνεργασία, που θα έπρεπε να είναι τα εξής: α. Πρώτα απ’ όλα, να προκληθεί πολιτική και εκλογική ζημιά στο ΠΑΣΟΚ και άρα στην κυβέρνηση και τη «μηχανή» εφαρμογής του Μνημονίου στη μεγαλύτερη περιφέρεια της χώρας, όπου η εκλογική αναμέτρηση και η πολιτική καταγραφή των αποτελεσμάτων της θα ισοδυναμεί με «μισές» βουλευτικές εκλογές. Δεν μπορούμε να αναστρέψουμε εκλογικά τις συνέπειες της ήττας στον πρώτο γύρο των αγώνων, θα μπορούσαμε όμως και θα έπρεπε να θέσουμε το στόχο να μην εκφραστούν και στο εκλογικό-πολιτικό επίπεδο οι συνέπειες από αυτή την ήττα και ει δυνατόν να καταφέρναμε μια ενοχλητική για το ΠΑΣΟΚ και την κυβέρνηση εκλογική καταγραφή στη μεγαλύτερη Περιφέρεια, στην Αττική. Κάτι τέτοιο θα «παρενοχλούσε» το ΠΑΣΟΚ, θα ενίσχυε το επιχείρημα περί απονομιμοποίησης της πολιτικής που εφαρμόζει η κυβέρνηση, θα αναπτέρωνε το ηθικό των αγωνιζομένων και του κόσμου της Αριστεράς. Αντίθετα, αν η ήττα του κινήματος συμπληρωθεί και από μια πολιτική ήττα στις εκλογές, από την αίσθηση ότι το ΠΑΣΟΚ «καθάρισε» και στην εκλογική αναμέρτρηση, οι συνέπεις θα είναι εξαιρετικά δυσμενείς. β. Να επιδράσει η Αριστερά στο «ρήγμα ΠΑΣΟΚ» με τρόπο που να το διευρύνει. Μεταξύ ψήφισης Μνημονίου και ψήφισης του ασφαλιστικού το «ρήγμα ΠΑΣΟΚ» αντί να διερυνθεί περιορίστηκε, εξαιτίας της ήττας των αντιστάσεων. Πολιτική της Αριστεράς πρέπει να είναι να διευκολύνει τη διεύρυνση του ρήγματος κι όχι να αδιαφορεί γι’ αυτό ή -ακόμη χειρότερα- να λειτουργεί αποθαρρυντικά στη διεύρυνσή του. γ. Να συναντηθεί με πολιτικούς όρους και να επιδράσει στο χώρο των διαφωνούντων του ΠΑΣΟΚ. Η συνάντηση αυτή δεν μπορεί να γίνει μονόπλευρα με όρους διπλωματίας προσώπων ούτε πρέπει να είναι απλώς ένα εκλογικό πρότζεκτ κορυφής χωρίς πολιτικές προϋποθέσεις και πραγματική πολιτική συνάντηση και επηρεασμό. Μιλάμε για συνάντηση πολιτικών χώρων και όχι απλώς για επιλογή κάποιου επικεφαλής. Να κλείσει το «ρήγμα του 1989», που δημιούργησε η συμμετοχή της Αριστεράς στη συγκυβέρνηση με τον Μητσοτάκη, να ενεργοποιηθεί και να διευρυνθεί το «ρήγμα ΠΑΣΟΚ».
7. Δυστυχώς, κανένα από αυτά τα κριτήρια δεν πρυτάνευσε. Αντ’ αυτών, όλη η προσοχή στράφηκε στην «προσωπικότητα» του Αλέξη Μητρόπουλου και στις «σκιές» που τη συνοδεύουν. Η μάταιη αναζήτηση «άμεμπτων» στελεχών του ΠΑΣΟΚ που διαφωνούν αποπολιτικοποίησε τη συζήτηση. Για ιστορικούς λόγους (τρόπος οικοδόμησης του κοινωνικού κράτους στην Ελλάδα, ιδιαιτερότητες της ύστερης σοσιαλδημοκρατίας του ΠΑΣΟΚ, πλήρης διάλυση των οργανωτικών δομών του ΠΑΣΟΚ κ.λπ.), στην Ελλάδα δεν πρόκειται να δούμε ούτε μαζικές, οργανωμένες αριστερές πτέρυγες μέσα στο ΠΑΣΟΚ ούτε Λαφοντέν ή Μελανσόν. Οι διαφοροποιήσεις στο ΠΑΣΟΚ σε κορυφαίο στελεχικό επίπεδο θα έχουν αναγκαστικά ομοιότητες και αναλογίες με όσα γνωρίζουμε μέχρι τώρα. Το ζήτημα για την Αριστερά είναι πώς θα αξιοποιήσει τέτοια ρήγματα για να προκαλέσει ζημιά στην κυβερνητική μηχανή, για να ανοίξει μια ευρύτερη πολιτική διεργασία με στόχο την ανατροπή των ΄πολιτικών συσχετισμών και για να προσεγγίσει τον κόσμο του ΠΑΣΟΚ που διαφωνεί με την πολιτική του. Οι όροι για να τα πετύχει αυτά είναι κυρίως πολιτικοί και όχι αναζήτησης «άμεμπτων» προσώπων. Δυστυχώς, με ευθύνη του ΣΥΝ αλλά και του Μετώπου Αλληλεγγύης και Ανατροπής, οι ουσιαστικοί πολιτικοί όροι είναι εξαιρετικά αποδυναμωμένοι. Η εικόνα αναξιοπιστίας και τυφλών ανταγωνισμών αποθαρρύνει αντί να ενθαρρύνει την πολιτική συνάντηση του χώρου της διαφωνίας ΠΑΣΟΚ με την Αριστερά, η δε διπλωματία των προσώπων αγνοεί ή υποτιμά τις απαραίτητες πολιτικές προϋποθέσεις, εκθέτοντάς την στον κίνδυνο να γίνει αθέλητο όργανο αλλότριων πολιτικών σχεδίων, αντί να επηρεάσει, να συνδιαμορφώσει και να δώσει τη μάχη της ηγεμονίας.
8. Το ΚΟΚΚΙΝΟ και οι υπόλοιπες δυνάμεις της ΑΝΑΣΑ και οι «9» της Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ δώσαμε τη μάχη για την ενωτική παρουσία του ΣΥΡΙΖΑ στις αυτοδιοικητικές εκλογές, ώστε να αποφευχθεί η διάσπαση και η διάλυση και να κερδηθεί χρόνος για να μπει η πολιτική ξανά στο τιμόνι. Ως ΚΟΚΚΙΝΟ έχουμε τη θέση ότι ο στόχος της ενωτικής παρουσίας του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές έπρεπε και μπορούσε να συνδυαστεί με την με πολιτικούς όρους και προϋποθέσεις συνάντηση με το χώρο του «ρήγματος ΠΑΣΟΚ», με το στόχο μιας ενοχλητικής πολιτικής καταγραφής για το ΠΑΣΟΚ και την κυβέρνηση. Δυστυχώς, το Μέτωπο Αλληλεγγύης και Ανατροπής υλοποίησε μια στρατηγικιή διάσπασης του ΣΥΡΙΖΑ (και μάλιστα απ’ τα δεξιά), η δε ηγεσία του ΣΥΝ υπέταξε τόσο την ενότητα του ΣΥΡΙΖΑ όσο και την προσέγγιση με το «ρήγμα ΠΑΣΟΚ» στο στόχο της δικής της εκλογικής επιβίωσης και της εκλογικής αντιμετώπισης του ψηφοδελτίου του Αλέκου Αλαβάνου. Έτσι, αντί για τη μεγαλύτερη δυνατή εκλογική φθορά της κυβέρνησης και του μηχανισμού του Μνημονίου, έχουμε τη μεγαλύτερη δυνατή φθορά του ΣΥΡΙΖΑ! Τρία περίπου χρόνια μετά το Δεκέμβρη του 2008, όταν το σύστημα εγκαινίασε τη λυσσαλέα επίθεση ενάντια στον ΣΥΡΙΖΑ με απόλυτο στόχο τη διάλυσή του και την αποτροπή της μετεξέλιξής του σε μαζική - αντισυστημική Αριστερά, εξαιτίας διαλυτικών και διασπαστικών πολιτικών των αντιμαχόμενων πόλων μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ ο διακαής πόθος του συστήματος φαίνεται να είναι πολύ κοντά στην επίτευξή του. Πραγματικά θλιβερή και εγκληματική κατάληξη αδιέξοδων και εγκληματικών στρατηγικών.
9. Παρ’ όλα αυτά, πιστεύουμε πως δεν πρέπει να υποταχτούμε στο «μοιραίο» της διάλυσης του ΣΥΡΙΖΑ ούτε να παραιτηθούμε από τη δυνατότητα ενεργοποίησης του «ρήγματος ΠΑΣΟΚ» και συνάντησης της Αριστεράς μ’ αυτό. Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να περνάει σοβαρή κρίση, αλλά εξακολουθεί να υπάρχει η «ιδέα» της ενότητας σε μαζική, ριζοσπαστική, αριστερή κατεύθυνση, που στις συνθήκες της κρίσης σημαίνει την ανάγκη οικοδόμησης ενός μαζικού πολιτικού υποκειμένου με αντικαπιταλιστική πολιτική και στρατηγική. Επίσης εξακολουθεί να υπάρχει ο κόσμος, σε όλη την Ελλάδα και σε όλους τους μαζικούς κοινωνικούς χώρους, που πιστεύει σ’ αυτή την «ιδέα» και έχει ανάγκη ένα τέτοιο μαζικό πολιτικό υποκείμενο. Θα παλέψουμε, λοιπόν, για την ανασυγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ σε αντικαπιταλιστική πολιτική κατεύθυνση, ως μαζικό πολιτικό υποκείμενο με μέλη, εκλεγμένα όργανα και αποφασιστικές διαδικασίες. Δηλώνουμε όμως ότι αν οι υπαίτιοι της κρίσης έρθουν μετά τις εκλογές «σαν να μην συνέβη τίποτε» και θελήσουν να συνεχιστεί η παραλυτική και σάπια κατάσταση μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ, θα μας βρουν απέναντί τους. Όχι μόνο το ΚΟΚΚΙΝΟ, φυσικά, αλλά και τις δυνάμεις της ΑΝΑΣΑ και -κυρίως- τις χιλιάδες κόσμου της «βάσης» του ΣΥΡΙΖΑ. Από τώρα, αλλά ακόμη περισσότερο από την επομένη των εκλογών, το αίτημα για την ανασυγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ στο πλαίσιο που αναφέραμε παραπάνω τίθεται πλέον αδιαπραγμάτευτα! Στην προεκλογική περίοδο, αυτό σημαίνει ότι θα συμμετάσχουμε - υποστηρίξουμε, ιδιαίτερα σε δήμους αλλά και σε περιφέρειες, ενωτικά ψηφοδέλτια μάχης, που να συγκροτούνται με έμφαση από τα κάτω και σε «συριζικό» πλαίσιο. Ταυτόχρονα όμως, θα είναι πολιτικά σημαντικό λάθος να αδιαφορήσουμε για το «ρήγμα ΠΑΣΟΚ» και για τη συνάντηση της Αριστεράς μ’ αυτό. Για το γεγονός ότι αυτό το «ρήγμα» μοιάζει αυτή τη στιγμή με ρωγμή και δεν έχει μεγαλύτερη έκταση, ότι εκπροσωπείται από τον Μητρόπουλο (κι όχι από τη Σακοράφα, για παράδειγμα) και ότι η συνάντηση της Αριστεράς μαζί του γίνεται σε εξαιρετικά αποδυναμωμένη βάση, δεν ευθύνονται τα στελέχη από το χώρο της διαφωνίας ΠΑΣΟΚ αλλά η Αριστερά και συγκεκριμένα το Μέτωπο και η ηγεσία του ΣΥΝ. Παρ’ όλα αυτά, θα ήταν έγκλημα να «σιγήσει» αυτό το «ρήγμα» ή να αποτύχει εκλογικά το ψηφοδέλτιο με επικεφαλής τον Αλέξη Μητρόπουλο. Κάτι τέτοιο θα ισχυροποιούσε το ΠΑΣΟΚ και τη «μηχανή» επιβολής του Μνημονίου. Παρ’ όλα όσα έγιναν, είναι το μόνο ψηφοδέλτιο που μπορεί να «πληγώσει» το ΠΑΣΟΚ στην περιφέρεια και να καταγράψει -έστω ασθενικά- τη δυνατότητα μιας εκλογικής και πολιτικής δυναμικής ενάντια στο Μνημόνιο. Μια τέτοια καταγραφή μπορεί να αποδειχτεί πολύτιμη, ιδιαίτερα αν οι εκλογές γίνουν σε κλίμα εντεινόμενης κοινωνικής δυσαρέσκειας και αναταραχής, ακόμη περισσότερο όμως ύστερα από τις εκλογές και ενόψει των νέων μέτρων που θα συνοδεύουον τον προϋπολογισμπό του 2011. Η ψήφος στα ψηφοδέλτια των Οικολόγων (Κ. Διάκος) και της Δημοκρατικής Αριστεράς (Ψαριανός) είναι ψήφος δορυφορική στο ΠΑΣΟΚ. Η ψήφος στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ πριμοδοτεί ένα πολιτικό σχέδιο με περιθωριακή πολιτική δυναμική και με εντελώς αδιάφορη εκλογική επίδραση, η δε ψήφος στο ΚΚΕ πριμοδοτεί ένα εχθρικό πολιτικό σχέδιο νομιμοποίησης της διασπαστικής λογικής και του σεχταρισμού μέσα στην Αριστερά και ισχυροποίησης ενός πόλου διαμαρτυρίας που θα λειτουργεί σαν ανάχωμα στην ανάπτυξη μιας ανατρεπτικής πολιτικής δυναμικής.
10. Παρά τα εγκληματικά λάθη που έχουν γίνει και παρόλο που οι προσπάθειες να βάλουμε την πολιτική στο τιμόνι και να καταλήξουμε σε μια ενωτική υπέρβαση στον ΣΥΡΙΖΑ απέτυχαν, δεν διανοούμαστε να χτίσουμε μια αφήγηση και μια πολιτική στάση με το κριτήριο να βγάζει εμάς καθαρούς, ίσα για να αποδείξουμε το γνωστό «εμείς, εμείς, οι μόνοι συνεπείς». Το ΚΟΚΚΙΝΟ έχει τάξει στον εαυτό του να κάνει πολιτική με βάση τα συμφέροντα των καταπιεσμένων και αγωνιζόμενων δυνάμεων της κοινωνίας, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει να πάει κόντρα στο ρεύμα. Αντίθετα, οι πρωταγωνιστές της κρίσης του ΣΥΡΙΖΑ πολιτεύτηκαν με το ένστικτο πώς θα επιβιώσουν ή θα ηγεμονεύσουν, εκλογικά και πολιτικά. Έτσι, ενώ θέτουν υποκριτικά σαν βασικό εκλογικό στόχο να προκληθεί η μεγαλύτερη δυνατή ζημιά στην κυβέρνηση και το Μνημόνιο, προκαλούν ζημιά κατά κύριο λόγο στον ΣΥΡΙΖΑ και στην υπόθεση απεγκλωβισμού δυνάμεων από το ΠΑΣΟΚ. Σε ό,τι μας αφορά, όταν λέμε ότι ο βασικός εκλογικός στόχος είναι η πρόκληση ζημιάς στο Μνημόνιο και την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, το εννοούμε. Και το μόνο ψηφοδέλτιο που, υπό τις παρούσες συνθήκες, υπηρετεί αυτό το στόχο στην Περιφέρεια Αττικής είναι το ψηφοδέλτιο με επικεφαλής τον Αλέξη Μητρόπουλο. Δεν θεωρούμε καθόλου τυχαίο ότι το βράδυ που οι συγκροτήσεις του «ρήγματος ΠΑΣΟΚ», στην εκδήλωση στο «Τιτάνια», ανακοίνωναν επίσημα την υποψηφιότητα Μητρόπουλου, ανακοινωνόταν από τα δελτία των 8 η υποψηφιότητα του Γιάννη Δημαρά, μια υποψηφιότητα που «υιοθέτησαν» με ενθουσιασμό η «Αυριανή» και ο Χατζηνικολάου. Ο αντίπαλος μάς λέει τι είναι αυτό που τον ενοχλεί. Και προσπαθεί να θολώσει τα νερά για το αν υπάρχει πράγματι ρήγμα στο ΠΑΣΟΚ από θέσεις ενάντια στο Μνημόνιο και να προσπαθήσει να βάλει την υποψηφιότητα Μητρόπουλου στον ίδιο κοινό παρονομαστή με «αντάρτικες» υποψηφιότητες από το χώρο του ΠΑΣΟΚ γενικώς. Και φυσικά να αποφύγει τον κίνδυνο να περάσει αυτό το ψηφοδέλτιο στο δεύτερο γύρο. Δεν βλέπουμε κανένα λόγο να διευκολύνουμε τους χειρισμούς και τη «ζωή» του ΠΑΣΟΚ και της κυβέρνησης! Η μάχη με αντικείμενο τις εξελίξεις γύρω από το «ρήγμα ΠΑΣΟΚ» διεξάγεται με αφοδρότητα, είναι κεντρική πολιτική μάχη, η δε έκβασή της ελάχιστα θα εξαρτηθεί από το πολιτικό προφίλ στελεχών όπως ο Αλέξης Μητρόπουλος. Η αποστασιοποίηση ή -ακόμη χειρότερα- η αδιαφορία γύρω από την έκβαση αυτής της μάχης είναι μια πολιτική στάση που κατά τη γνώμη μας θα ήταν μεγάλο λάθος για την Αριστερά.
11. Ο τρόπος που πολλοί χώροι της Αριστεράς αντιμετώπισαν την υποψηφιότητα Μητρόπουλου και το ενδεχόμενο κοινής καθόδου με την Αριστερά στην Περιφέρεια Αττικής μάς αναγκάζει να κάνουμε ένα γενικότερο σχόλιο. Το ιστορικό βάρος του σταλινισμού στην ελληνική Αριστερά, από τη μια, το γεγονός ότι η ελληνική σοσιαλδημοκρατία (ΠΑΣΟΚ) ήταν ύστερη - ιδόμορφη και όχι ιστορική, αλλά και το πανίσχυρο σύστημα πολιτικών ενοχών που δημιούργησε η εποποπιία αλλά και η ήττα και ο εξανδραποδισμός του κινήματος της Αντίστασης και του εμφυλίου, έχουν δημιουργήσει ισχυρές πολιτικές παραδόσεις σεχταρισμού απέναντι στο χώρο της σοσιαλδημοκρατίας. Η σταλινική παράδοση του τριτοπεριοδισμού, που κρατάει από τον Μεσοπόλεμο (όταν τα σταλινικά Κ.Κ. θεωρούσαν κύριο εχθρό τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα κι όχι το φασισμό, και αρνούνταν το ενιαίο μέτωπο ενάντια στο φασισμό), στην Ελλάδα καλλιερήθηκε πάνω σ’ αυτές τις ιδιομορφίες και παραμένει ισχυρή. Στην πολιτική παράδοση μεγάλων τμημάτων της ελληνικής Αριστεράς οι πολιτικές ενιαίου μετώπου με τη σοσιαλδημοκρατία ή με χώρους διαφωνίας και ρήγματα στη σοσιαλδημοκρατία θεωρούνται περίπου σαν έγκλημα καθοσιώσεως. Ακόμη χειρότερα, χρειάστηκε πολύς κόπος και πολύς δρόμος για να πεισθούν κομμάτια της Αριστεράς να συμμετέχουν στις συγκεντρώσεις των συνδικάτων στις γενικές απεργίες. Στη βάση μιας τέτοιας πολιτικής κουλτούρας, το political correct λέει ότι το να υποστηρίξεις - ψηφίσεις ένα ψηφοδέλτιο στην Περιφέρεια με επικεφαλής τον Αλέξη Μητρόπουλο είναι σχεδόν συνώνυμο της «προδοσίας» των αριστερών ιδεών! Δηλαδή στην εποχή του Μνημονίου, όπου πολλοί χωρίς να το πολυσκέφτονται μιλούν για την ανάγκη νέου ΕΑΜ, «απαγορεύεται» η πολιτική ενιαίου μετώπου με τμήματα που σπάνε από τη σοσιαλδημοκρατία διαφωνώντας με την πολιτική της;.. Η άρνηση αυτή επιχειρηματολογείται με πολλούς τρόπους: α. Ο επικεφαλής (Αλέξης Μητρόπουλος) δεν είναι ο κατάλληλος. Όμως, στην τακτική του ενιαίου μετώπου δεν επιλέγουμε εμείς την ηγεσία των συμμάχων. Ο Αλέξης Μητρόπουλος επελέγη από το χώρο της διαφψνίας ΠΑΣΟΚ. Θα μπορούσαν οι αριστεροί του σύμμαχοι να αντιπροτείνουν κάποιον άλλον, αλλά θα ήταν λάθος να σπάσουν τη συμμαχία γι’ αυτό το λόγο, ιδιαίτερα αν αυτό ήταν όρος για να ενεργοποιηθεί το ρήγμα ΠΑΣΟΚ και να έχει μεγαλύτερη δυναμική. β. Δεν θα προσεγγίσουμε τον κόσμο του ΠΑΣΟΚ με τέτοιες συμμαχίες αλλά «από τα κάτω». Είναι η λεγόμενη «αρχή του διαφωτισμού»: αν έχεις τις σωστές ιδέες και τη σωστή γραμμή, αυτές θα πείσουν και θα ελκύσουν τον κόσμο. Αυτή η προσέγγιση αγνοεί το ρόλο των οργανωμένων και με ιστορικό χαρακτήρα σχέσεων πολιτικής εκπροσώπησης που, αν θεέλεις να προσεγγίσεις και να κερδίσεις κοινωνικά ακροατήρια και δυνάμεις, δεν μπορείς να προσπεράσεις. Αυτός είναι ο λόγος που το ενιαίο μέτωπο είναι μια τακτική που απευθύνεται τόσο στην ηγεσία όσο και στη βάση. Εν προκειμένω, ηγεσία του χώρου της διαφωνίας ΠΑΣΟΚ είναι αυτή που ο ίδιος αναγνωρίζει. γ. Το πολιτικό πλαίσιο. Για πολλές δυνάμεις της Αριστεράς, το περίφημο «πλαίσιο», δηλαδή το «τι λέμε», θεωρείται ύψιστο κριτήριο αριστερής πολιτικής. Προφανώς δεν είναι αδιάφορο τι λες, ούτε τα πλαίσια και οι προγραμματικές συμφωνίες. Αλλά ο μαρξισμός είναι πάνω απ’ όλα η «φιλοσοφία της πράξης» και εμπνέεται από το γνωστό «ένα βήμα του πραγματικού κινήματος ισοδυναμεί με δεκάδες προγράμματα». Τα πλαίσια, λοιπόν, πρέπει να λογοδοτούν στις πραγματικές δυναμικές, στην προώθηση του «πραγματικού κινήματος». Εν προκειμένω, το πραγματικά προωθητικό θα είναι να πληγωθεί εκλογικά και πολιτικά το ΠΑΣΟΚ, γεγονός που θα ενθαρρύνει το πραγματικό κίνημα - ενώ το αντίθετο θα το αποθαρρύνει. Μακάρι αυτή η ανάγκη να πατήσει στο πιο δυνατό ριζοσπαστικό πλαίσιο, αλλά αυτό που έχουμε πραγματικά ανάγκη είναι το ελάχιστα επαρκές: η αντιπαλότητα με το Μνημόνιο (και τον «Καλλικράτη» σαν παρακλάδι του) στη βάση της υπεράσπισης του εισοδήματος, των ασφαλιστικών και εργασιακών δικαιωμάτων των εργαζομένων, του κοινωνικού κράτους και των δημόσιων υπηρεσιών. Η Ιστορία μάς έχει προσφέρει συγκλονιστικά παραδείγματα της «πανουργίας» της: πώς μεγάλες κοινωνικές δυναμικές ξεδιπλώθηκαν τυχαία ή μέσα από «λάθος πρόσωπα». Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι πώς πυροδοτήθηκε η επανάσταση του 1905 στη Ρωσία: με το ματωκύλισμα από τον τσάρο διαδήλωσης που οργάνωσε -μέσα στην αφέλειά του- ο παπα-Γκαμπόν. Δεν θέλουμε προφανώς να πούμε ότι υπερψηφίζοντας το ψηφοδέλτιο με επικεφαλής τον Αλέξη Μητρόπουλο θα κάνουμε καμιά επανάσταση, αλλά δεν πρέπει να αδιαφορήσουμε στις πραγματικές δυναμικές που μπορεί να αναπτυχθούν από το «ρήγμα ΠΑΣΟΚ» και τη συνάντησή του με την Αριστερά. Κατά τη γνώμη μας, η Αριστερά που εξαντλείται σε όρκους πίστης στα «πλαίσια» και στο όνομά τους αγνοεί ή περιφρονεί τη δυνατότητα να δημιουργηθούν ρήγματα και δυναμικές επωφελείς για το κίνημα, πορεύεται με λάθος κριτήρια.
Στο τέλος τέλος, το να επιβάλλουμε στον εαυτό μας το κριτήριο των συμφερόντων των «από κάτω», το κριτήριο του να γινόμαστε όσο πιο ενοχλητικοί μπορούμε στους «από πάνω», το κριτήριο της «διευρυμένης αναπαραγωγής του κινήματος» κι όχι της δικής μας αναπαραγωγής ή της δικής μας «ησυχίας», είναι μια πολύτιμη άσκηση στα αντιγραφειοκρατικά - ταξικά κριτήρια...
Σημείωση: Διάφορα ρεπορτάζ εμφάνισαν το ΚΟΚΚΙΝΟ να «διαλέγει Συνασπισμό» στην εντός του ΣΥΡΙΖΑ αντιπαράθεση και να προσπαθεί να διαμορφώσει συσχετισμούς με το ΣΥΝ και το ΔΗΚΚΙ ενάντια σε ενωτικές υποψηφιότητες για τον ΣΥΡΙΖΑ. Διευκρινίζουμε, λοιπόν, ότι ήμασταν συνεπείς μέχρι τέλους (δηλαδή για όσο διάστημα λειτουργούσαν τα συλλογικά όργανα του ΣΥΡΙΖΑ και δεν είχαν ανακοινωθεί τελεσίδικα οι αντιπαραθετικές υποψηφιότητες από την πλευρά δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ), μαζί με την ΑΝΑΣΑ και τους «8» της Γραμματείας, στην ενωτική υποψηφιότητα του σ. Θ. Δρίτσα, υπό την οποία θέλαμε να «στεγαστεί» και ο πολιτικός χώρος της διαφωνίας του ΠΑΣΟΚ. Τέλος, η υποστήριξη - υπερψήφιση του ψηφοδελτίου Μητρόπουλου είναι φυσικά κριτική, για τους λόγους που αναφέρθηκαν εκτενώς παραπάνω.


Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2010

Ο ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΔΙΧΑΣΜΟΥ ΚΑΙ ΟΙ «ΒΑΣΙΛΙΚΟΙ ΑΝΔΡΕΣ»




Πρέπει να διαφυλάξουμε την ιδέα της ενότητας της Αριστεράς ζωντανή 


Του ΒΑΣΙΛΗ ΠΡΙΜΙΚΗΡΗ * ISKRA


Σ΄ αυτούς τους δύσκολους καιρούς για την εργατική τάξη και γενικότερα για το λαό μας, είναι μεγάλη πολυτέλεια η αριστερά να ζει στον μικρόκοσμό της και μόνο.
Η λογική του μικρομάγαζου, της μικροπαρέας, των προσωπικών αντιπαραθέσεων και των κτυπημάτων κάτω από την ζώνη για την αριστερά είναι εγκληματική, ειδικά σήμερα. Ο κάθε απλός άνθρωπος της αριστεράς, ο κάθε αγωνιστής της ζωής, που χρόνια μάτωσε για μια καλύτερη μέρα γι΄ αυτόν και τα παιδιά του, θλίβεται αφάνταστα όταν διαπιστώνει ότι η αριστερά με όλες τις εκφράσεις της δεν μπορεί να συντονίσει τον βηματισμό της στον δρόμο της κοινής δράσης και της ενότητας, ενάντια στην πολιτική του μνημονίου και του άγριου νεοφιλελευθερισμού, που προωθεί ο δικομματισμός και η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ.

Είναι παράλογο λοιπόν ότι ενώ όλοι μας διαπιστώνουμε την ανυπαρξία ουσιαστικών βασικών πολιτικών διαφορών μέσα στην αριστερά ως προς την αντίθεση στην κυρίαρχη σήμερα πολιτική που προωθούν η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ η Ε.Ε και το Δ.Ν.Τ,  να συνεχίζεται ο πόλεμος χαρακωμάτων μέσα στις γραμμές της. Βέβαια, διαφορετικές προσεγγίσεις σε πολλά ιδεολογικά και πολιτικά ζητήματα πάντα υπήρξαν και θα υπάρχουν, αυτός άλλωστε ήταν και είναι ο πλούτος της σύγχρονης αριστεράς που έχει ξεφύγει από τα δόκανα του δογματισμού και της μοναδικής αλήθειας, σε όλα όμως υπάρχει και ένα μέτρο.... Η ανάδειξη της διαφορετικότητας δεν μπορεί να εμποδίζει τον καθένα μας να διακρίνει ποια είναι η πρωτεύουσα και ποια η δευτερεύουσα αντίθεση. Σήμερα εκ των πραγμάτων πάνω απ΄ όλα είναι η ενότητα ως βασική προϋπόθεση για την λαϊκή αντεπίθεση ενάντια στην κυβερνητική πολιτική το Δ.Ν.Τ και την Ε.Ε
Η τριχοτόμηση της ριζοσπαστικής αριστεράς και η πολυδιάσπαση γενικότερα της αριστεράς, εκ των πραγμάτων, γίνεται αρωγός εκείνων των πολιτικών που προωθούν την ανεργία, την φτώχεια και την εξαθλίωση του ελληνικού λαού.
Το πρόβλημα δεν ήταν και δεν μπορεί να είναι ,για τη διαφορετικότητα της αριστεράς, η αντίθεση στα πρόσωπα. Για την αριστερά οι «βασιλικοί άνδρες» έχουν τη σημασία τους ειδικά στις δημοτικές εκλογές, δεν είναι όμως το κυρίαρχο στοιχείο της πολιτικής της οντότητας. Η συλλογικότητα, το «εμείς» και όχι το «εγώ», τα κοινωνικά κινήματα οι οργανωμένες μαζικές εκφράσεις του λαού είναι το παν για την αριστερά.
Δυστυχώς, όμως, αυτές τις μέρες στην αριστερά διαπιστώνουμε ότι η αξία της συλλογικότητας και του «εμείς» χάθηκε από τη σκέψη πολλών μέσα στο χώρο της.

Παράλληλα, μέσα σ΄ αυτή την πολιτική παραζάλη, μέσα στον ΣΥΝ και τον ΣΥΡΙΖΑ για την εύρεση κατάλληλων προσώπων ανοίχτηκε μια άκρως ενδιαφέρουσα συζήτηση για το πώς πρέπει να γίνει η «συνάντηση» με τον χώρο του ΠΑΣΟΚ που αντιδρά στον άλφα ή βήτα βαθμό στο μνημόνιο και την κυβερνητική πολιτική.
Τελείως λαθεμένα και έξω από την αριστερή αντίληψη και πείρα, ορισμένοι θεωρούν ότι προσεγγίζοντας και τοποθετώντας ως επικεφαλής κάποιου συνδυασμού ακόμα και στην περιφέρεια Αττικής που ψηφίζει το 40% του ελληνικού λαού ένα πρόσωπο που προέρχεται από το χώρο του ΠΑΣΟΚ νομίζουν ότι θα εξυπηρετηθεί καλύτερα η πολιτική της συνάντησης με τον χώρο αυτό .
Αυτή η αντίληψη των συγκλήσεων από τις κορυφές είναι πέρα για πέρα λάθος .
Αυτήν την αυταπάτη την πλήρωσε ακριβά η αριστερά στο παρελθόν. Η υποτίμηση των δυνάμεών σου, των στελεχών που βγήκαν μέσα από την μήτρα σου και η ανάδειξη παραγόντων και παραγοντίσκων έξω από τα σπλάχνα σου είναι σοβαρό πολιτικό ατόπημα.
  • Γιατί, δηλαδή, να είναι κάποιος προερχόμενος από το ΠΑΣΟΚ καταλληλότερος να εκπροσωπήσει την αριστερά ενάντια στην πολιτική του μνημονίου και όχι κάποιος που προέρχεται από την ίδια την αριστερά με τον δικό της πολιτικό λόγο και πολιτική κουλτούρα; 
  • Γιατί να φθάνεις στον πολιτικό παραλογισμό να διασπάς τον ΣΥΡΙΖΑ, την πολιτική σου συμμαχία, για κάποιο πρόσωπο που επίσημα δεν εκπροσωπεί στην πραγματικότητα καμιά συλλογικότητα και να μην σκέφτεσαι πως θα συναντηθείς με τον κόσμο του ΠΑΣΟΚ και όχι μόνο, μέσα από τους κοινωνικούς αγώνες όπως και έγινε πριν από λίγα χρόνια;
Ερωτήματα που αν απαντηθούν μπορούν να δώσουν λύσεις ακόμα και τώρα.

Τέλος,  οι δίκες σε προθέσεις, γιατί παρουσιάσθηκαν και τέτοια φαινόμενα, το να βλέπουμε παντού σκοτεινά σχέδια, το να αλληλοϋπονομευόμαστε ο ένας με τον άλλον, το να κυριαρχεί η λογική των αποκλεισμών και του ιδιότυπου πολιτικού ρατσισμού σε πρόσωπα που έχουν μεγάλη ιστορική διαδρομή μέσα στην αριστερά και που μέχρι χθες ήταν στην ίδια συλλογικότητα με σένα, είναι καταστροφή και πρέπει να σταματήσει. Αυτές οι λογικές, όχι δύο, αλλά εκατόν δύο ψηφοδέλτια ξεχωριστά μέσα στην αριστερά θα δημιουργήσουν.
 
Οι επιλογές των διασπάσεων είναι καταστροφή πρώτα και κύρια για την ίδια την αριστερά.

Όλα τα πρόσωπα έχουν και τα ελλείμματά τους, για το λόγο αυτό υπάρχουν οι συλλογικότητες που μπορούν να πνίξουν τις λογικές βοναπαρτισμού, άκρατου παραγοντισμού και προσωπικού πολιτικού ναρκισσισμού μέσα από την προώθηση της συντροφικότητας και της αλληλεγγύης.
Σ΄ αυτές τις δύσκολες μέρες, ο κόσμος της αριστεράς από τα κάτω πρέπει να πιέσει για να κτυπηθούν οι διασπαστικές λογικές και να υπάρξει ακόμα και τώρα ενωτική διέξοδος.
Πρέπει να διαφυλάξουμε την ιδέα της ενότητας της Αριστεράς ζωντανή και το ΣΥΡΙΖΑ ενεργό και ενωμένο. Να αποφύγουμε διαχωριστικές επιλογές σ' όλη τη χώρα για να διατηρηθούν τα κοινά αυτοδιοικητικά σχήματα του ΣΥΡΙΖΑ.
 
Να προσέξουμε πολύ όλοι να μην δημιουργήσουμε με άγονες αντιπαραθέσεις μεγάλα πολιτικά τραύματα μεταξύ μας, που δεν μπορούν μετά εύκολα να επουλωθούν. Κι' αυτό γιατί πρέπει να συνεχίσουμε μαζί να παλεύουμε για την ανατροπή του επαίσχυντου μνημονίου και το γκρέμισμα αυτής της κυβέρνησης.
Οι αυτοδιοικητικές εκλογές του Νοέμβρη δίνουν μια μοναδική ευκαιρία στον ελληνικό λαό να τοποθετηθεί ενάντια στο μνημόνιο και σε μια κυβέρνηση που πρέπει να ηττηθεί και να φύγει το συντομότερο δυνατόν.

*Ο Βασίλης Πριμικήρης είναι μέλος της Εκτελεστικής Γραμματείας της Κ.Π.Ε του ΣΥΝ

Τρίτη 14 Σεπτεμβρίου 2010

Το ζην ή το ευ ζην είναι ο στόχος μας;

South America, via Wikipedia

ΤΟ ΠΙΟ ΚΡΙΣΙΜΟ, ΙΣΩΣ, ΕΡΩΤΗΜΑ ΤΟΥ 21ου ΑΙΩΝΑ

του Ιμανουέλ Βαλερστάιν

από την ΕΠΟΧΗ, 12.09.10

Η Λατινική Αμερική υπήρξε το καύχημα του κόσμου της αριστεράς κατά την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα. Αυτό για δύο λόγους. Ο πρώτος και πιο ευρέως γνωστός είναι ότι η αριστερά ή τα κεντροαριστερά κόμματα κέρδισαν μια σειρά εκλογών εκείνη τη δεκαετία. Και οι κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής είχαν πάρει, για πρώτη φορά σε σημαντικό βαθμό, απόσταση απο τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Λατινική Αμερική έχει καταστεί μια σχετικά αυτόνομη γεωπολιτική δύναμη στην παγκόσμια σκηνή.

Αλλά υπάρχει και ένας δεύτερος λόγος: τα κινήματα των αυτόχθονων πληθυσμών της Λατινικής Αμερικής αναμείχθηκαν πολιτικά σχεδόν παντού και απαίτησαν να αυτονομηθούν πολιτικά και κοινωνικά. Κέρδισαν την παγκόσμια προσοχή σε συνδυασμό με τη εξέργεση του κινήματος των νεο-Ζαπατίστας, στην πολιτεία Τσιάπας του Μεξικού, το 1994. Σε αυτό που δεν δόθηκε μεγάλη σημασία, ήταν η ανάδειξη παρόμοιων κινημάτων σε ολόκληρη την Λατινική Αμερική και ο βαθμός στον οποίο είχε προχωρήσει η δημιουργία ενός διαμερικανικού δικτύου των τοπικών οργανωτικών δομών τους.

Κόμματα και κινήματα

Το πρόβλημα ήταν ότι τα δυο είδη αριστεράς, από τη μια τα κόμματα που κατάφεραν να αποκτήσουν ισχύ σε διάφορες περιοχές και από την άλλη τα κινήματα των αυτοχθόνων λαών, δεν έχουν τους ίδιους σκοπούς και χρησιμοποιούν διαφορετική ιδεολογική γλώσσα.

Τα κόμματα έθεσαν ως πρωταρχικό τους στόχο την οικονομική ανάπτυξη, με μεγαλύτερο έλεγχο στους πόρους τους, καλύτερες συμφωνίες με το εξωτερικό επιχειρήσεις, κυβερνήσεις και διακυβερνητικούς οργανισμούς. Αναζητούν οικονομική άνοδο, υποστηρίζοντας οτι μόνο με αυτό τον τρόπο θα ενισχυθεί το βιοτικό επίπεδο των πολιτών και θα επιτευχθεί μεγαλύτερη ισότητα παγκοσμίως.

Τα κινήματα των γηγενών πληθυσμών επεδίωξαν να αποκτήσουν μεγαλύτερο έλεγχο των δικών τους πόρων και καλύτερες συμφωνίες όχι μόνο με μη εθνικούς φορείς αλλά και με τις δικές τους κυβερνήσεις. Γενικά, υποστηρίζουν ότι κύριο μέλημα τους δεν είναι η οικονομική ανάπτυξη, αλλά το να έρθουν πιο κοντά με την PachaMama, οπως την αποκαλούν την μητέρα φύση. Λένε, επίσης, οτι δεν αναζητούν την ευρεία αξιοποίηση των πόρων της γης, αλλά μια πιο φρόνιμη λύση που θα σεβαστεί την οικολογική ισορροπία. Επιζητούν το buen vivir, την καλή διαβίωση.

Μια αντίθεση σε εξέλιξη

Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι τα κινήματα αυτά έχουν έρθει σε σύγκρουση με τις πιο συντηρητικές κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής όπως το Μεξικό, Κολομβία και το Περού. Όλο και περισσότερο, αυτά τα κινήματα αντιπαρατίθενται και με κυβερνήσεις της κεντροαριστεράς όπως στη Βραζιλία, τη Βενεζουέλα, το Εκουαδόρ ακόμα και στη Βολιβία. Λέω ακόμα και στη Βολιβία, γιατί είναι μια χώρα που είχε εκλέξει πρόεδρο, ο οποίος προέρχεται από ένα απο τα αυτόχθονα έθνη, με μαζική υποστήριξη απο τους ψηφοφόρους, και παρόλα αυτά υπάρχει διαμάχη. Το θέμα εδώ όπως και αλλού είναι το κατά πόσο αναπτύσσονται φυσικά οι πόροι, ποιος παίρνει τις αποφάσεις και ποιος ελέγχει το εισόδημα.

Τα αριστερά κόμματα έχουν την τάση να κατηγορούν τα κινήματα των αυτόχθονων πληθυσμών που έρχονται σε σύγκρουση μαζί τους, ότι είναι, συνειδητά ή όχι, πιόνια (ή πράκτορες) των εθνικών δεξιών κομμάτων ή εξωγενών δυνάμεων και συγκεκριμένα των ΗΠΑ. Ωστόσο, τα κινήματα αυτά δηλώνουν ότι δρουν για το δικό τους μόνο συμφέρον και κατηγορούν τα αριστερά κόμματα ότι ενεργούν όπως οι συντηρητικές κυβερνήσεις του παρελθόντος, χωρίς πραγματική μέριμνα για τις οικολογικές συνέπειες των δικών τους αναπτυξιακών δραστηριοτήτων.

Κάτι ενδιαφέρον συνέβη πρόσφατα στο Εκουαδόρ. Εκεί η αριστερή κυβέρνηση του Ραφαέλ Κορέα, η οποία κέρδισε ισχύ αρχικά με την υποστήριξη των κινημάτων των γηγενών πληθυσμών, στη συνέχεια ήρθε σε σύγκρουση με αυτά. Η ρήξη επήλθε λόγω της επιθυμίας της κυβέρνησης να αναπτύξει πετρελαϊκές δραστηριότητες σε μια προστατευόμενη περιοχή του Αμαζονίου, την περιοχή Γιασούνι.

Η τρίτη λύση

Αρχικά, η κυβέρνηση αγνόησε τις διαμαρτυρίες των ιθαγενών κατοίκων της περιοχής. Αλλά, ο πρόεδρος Κορέα αποφάσισε να προασπίσει μια εναλλακτική πρόταση. Πρότεινε στις πλούσιες κυβερνήσεις του Βορρά ότι αν το Εκουαδόρ αποποιηθεί κάθε είδους ανάπτυξη στην περιοχή αυτή, αυτές θα πρέπει να αποζημιώσουν το Εκουαδόρ γι’ αυτή την επιλογή με το επιχείρημα ότι αυτό θα ήταν μια συμβολή στην παγκόσμια μάχη κατά της κλιματικής αλλαγής.

Όταν αυτό προτάθηκε για πρώτη φορά στην Σύνοδο Κορυφής για την κλιματική αλλαγή στην Κοπεγχάγη το 2009, αντιμετωπίστηκε ως μια φαντασίωση. Αλλά έξι μήνες αργότερα μετά από πολλές διαπραγματεύσεις πέντε ευρωπαϊκά κράτη (Γερμανία, Ισπανία, Γαλλία,Βέλγιο και Σουηδία) συμφώνησαν να δημιουργήσουν ένα ταμείο το οποίο θα διαχειρίζεται το Πρόγραμμα Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών (UNDP), για να πληρώσουν το Εκουαδόρ να μην επέμβει στην περιοχή Γιασούνι, με το επιχείρημα ότι αυτή τους η κίνηση θα συμβάλει στην μείωση της εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα.

Αλλά πόσες τέτοιες συμφωνίες μπορεί να κάνει κάποιος; Υπάρχει ένα πιο θεμελιώδες ζήτημα που διακυβεύεται. «Ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός;» -για να χρησιμοποιήσω το σλόγκαν του Παγκόσμιου Κοινωνικού Φορουμ. Το να βασίζεται σε μια συνεχή οικονομική ανάπτυξη, ακόμα και αν αυτή είναι «σοσιαλιστική» και θα μπορούσε να αυξήσει το πραγματικό εισόδημα των ανθρώπων του Νότου είναι μία ορθή επιλογή; Ή το ζητούμενο είναι αυτό που μερικοί αποκαλούν μεταβολή στις πολιτισμικές αξίες, ένας κόσμος buen vivir;

Αυτό δεν είναι μια εύκολη συζήτηση. Είναι ένα θέμα μεταξύ Λατινικής Αμερικής και των αριστερών δυνάμεων. Αλλά ανάλογες ανησυχίες παρατηρούμε και στα στελέχη των αριστερών δυνάμεων της Ασίας, της Αφρικής ακόμα και της Ευρώπης. Μπορεί να αποδειχθεί το μεγάλο ζήτημα του 21ου αιώνα.

Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου 2010

ΠΕΡΙ ΕΝΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ, ΣΥΜΜΑΧΙΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΤΙΝΩΝ - Ούτε οχυρό, ούτε φτερό στον άνεμο

ο καναπές του Freud (με άδεια  GNU Free Documentation License, Version 1.2 ,Creative Commons Attribution-Share Alike 3.0 Unported)

της Ελένης Πορτάλιου, από την ΕΠΟΧΗ, 12.9.10

Οι συμμαχίες και οι συνεργασίες ταλάνισαν από τη μεταπολίτευση την αριστερά. Θα έλεγα ιστορικά, αλλά ας αφήσουμε προσωρινά την κατάδυση στην ιστορία, αν και η ιστορία μας δεν είναι για τα χρονοντούλαπα και ο αγώνας των ανθρώπων ενάντια στην εξουσία εξακολουθεί να είναι συνώνυμος με τον αγώνα της μνήμης ενάντια στη λήθη.

Μεταπολίτευση: ΚΚΕ και ανανεωτική αριστερά
Το ΚΚΕ, αφού περιπλανήθηκε από τη συνεργασία των δημοκρατικών δυνάμεων στη συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία, ύψωσε γύρω του τείχη και αναπαράγεται διαφυλάσσοντας τη συνοχή του, στο όνομα μιας αντίληψης για την κοινωνία που οδήγησε σε αιματοβαμμένα καθεστώτα ανελευθερίας, στα οποία ναυάγησαν τα μεγάλα οράματα εκατομμυρίων ανθρώπων. Η πρόσδεση του ΚΚΕ σ’ αυτό το παρελθόν και η εξάλειψη των αντιφάσεων ως εγγενών χαρακτηριστικών ενός ζωντανού οργανισμού, παραπέμπει στην εξάλειψη των υπαρκτών αντιφάσεων κάθε κοινωνίας και των ίδιων των λαϊκών τάξεων και στην κατάπνιξη των εξεγέρσεών τους, όταν διακόπτουν τη μηχανική της εξουσίας, όπως έγινε στην Ουγγαρία, την Τσεχοσλοβακία, την Πολωνία και όπου αλλού η κοινωνία επιδίωξε την αυτοθέσμισή της απέναντι στο κράτος.
Η κατάργηση, λοιπόν, του προβλήματος των συμμαχιών και των συνεργασιών, κατ’ αρχήν στην αριστερά, δεν αποτελεί για το ΚΚΕ έκφραση μιας ιδιότυπα σεχταριστικής εμμονής στα λαϊκά αιτήματα, τα οποία οι άλλοι αδιακρίτως προδίδουν. Είναι πρωτίστως απαξίωση των ίδιων των λαϊκών τάξεων και των αντιφάσεών τους και κατ’ επέκταση αποστασιοποίηση από τους όρους πραγματοποίησης της σοσιαλιστικής αλλαγής ως δικής τους υπόθεσης. Το κόμμα-οχυρό αντιστοιχεί στο κόμμα-κράτος και στην κομματική ηγετική ομάδα-κράτος, η οποία συνθλίβει την κοινωνία.
Στο χώρο της λεγόμενης ανανεωτικής αριστεράς, οι συμμαχίες και οι συνεργασίες αποτέλεσαν λαμπρό πεδίο δόξης. Αν και το ΚΚΕ εσωτερικού είχε κάθε λόγο να αποδεσμευτεί από το σύνδρομο της περιχαράκωσης, περιέπεσε αμέσως σε μια νέα εξάρτηση, αυτή της ενότητας χωρίς τον σοσιαλιστικό σκοπό, που οδήγησε στην ΕΑΔΕ, στην πρόσδεση στο ΠΑΣΟΚ, τέλος στην αυτοδιάλυση και την περιθωριοποίηση των πιο ζωντανών και μάχιμων δυνάμεών του για να συναντήσει –σύμφωνα με την ηγετική ομάδα– στην κεντρική πολιτική σκηνή την κοινωνία των ατόμων-ψηφοφόρων.
Αυτή η καταστροφική περί πλατιών συμμαχιών θέση οδήγησε στη δημιουργία της ΕΑΡ και στη συμμαχία ΕΑΡ-ΚΚΕ, σβήνοντας από τον χάρτη της αριστεράς τα μείζονα επίδικα της διάσπασης του 1968, μετά την εισβολή των σοβιετικών τανκς στην Τσεχοσλοβακία και κατέληξε, μέσω του ενιαίου Συνασπισμού, στη συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία. Στο όνομα της οποιασδήποτε ενότητας, η ανανεωτική αριστερά της ΕΑΡ έγινε μια εύπλαστη μάζα, αποστασιοποιούμενη οριστικά από τις λαϊκές τάξεις υπέρ μιας κεντρικής πολιτικής σκηνής, φωτιζόμενης από τα ανερχόμενα ΜΜΕ και τους συστημικούς προβολείς.

Ο ΣΥΡΙΖΑ στη δίνη της ενότητας
Οι προσπάθειες για την ενότητα και την ανασύνθεση της κατακερματισμένης αριστεράς, επανέφεραν το θέμα της συνεργασίας, κατ’ αρχήν στο εσωτερικό της, ως προϋπόθεσης εκ των ων ουκ άνευ για να εγκατασταθεί με μαζικούς όρους στην κοινωνία και ν’ αποκτήσει, μέσα απ’ αυτή τη γείωση, πολιτική οντότητα και δυναμική. Στην εποχή της αθωότητας των κοινωνικών φόρουμ και καθώς οι κοινωνίες έβγαιναν από τα πέτρινα χρόνια του νεοφιλελευθερισμού, ο στόχος μιας αναγεννημένης αριστεράς –ισχυρής λαϊκής δύναμης, ήταν μπροστά μας και νοηματοδοτούσε τις πράξεις μας. Η ενότητά μας είχε σκοπό. Μέσα από τις δικές μας αντιφάσεις μπορούσαμε τα επόμενα χρόνια, πολλοί και πολλές, να συμβάλλουμε στη διατύπωση των λαϊκών αιτημάτων και να αποτελούμε μέρος των κοινωνικών διαδικασιών για την κατάκτησή τους. Αυτή την ειλικρινή επιδίωξη, η κοινωνία μάς την προσμέτρησε θετικά και αναγνώρισε στην υβριδική μορφή του ΣΥΡΙΖΑ μια δυνατότητα απαγκίστρωσης από το διεφθαρμένο αστικό πολιτικό σύστημα και ταυτόχρονα ένα πεδίο δικής της συμμετοχής. Γιατί οι άνθρωποι, αριστεροί και μη, μπορούν σπρωγμένοι από την ανάγκη και την ενδιάθετη χειραφετητική τους επιθυμία, να εντάσσουν τις ατομικές τους υποθέσεις στο συλλογικό εμείς, να εξεγείρονται και να επιδιώκουν την αλλαγή του σημερινού άδικου και βάναυσου κόσμου.
Απέναντι στην κοινωνία δώσαμε εξετάσεις και απορριφθήκαμε. Η άνοιξη του ΣΥΡΙΖΑ κράτησε λίγο, γιατί τελικά, όπως αποδείχθηκε, δεν μπορούμε να σπρώξουμε στα έγκατα του πολιτικού ασυνείδητου το πολιτικό παρελθόν και τις ιδέες που έθρεψαν τις διάφορες αριστερές μέχρι σήμερα και να στηρίξουμε μια νέα αρχή, χωρίς ν’ αναμετρηθούμε μ’ αυτό το παρελθόν και αυτές τις ιδέες. Μ’ άλλα λόγια, χωρίς ν’ αναμετρηθούμε με τα σύνδρομα της συστημικής αναγνώρισης, της πρωτοπορίας, του παραγοντισμού, του θεσμοθετημένου αρχηγισμού, της διαμεσολάβησης, των τακτικισμών, της ανειλικρίνειας, εν τέλει της πολιτικής ως παιγνίων μικροεξουσίας. Όλα αυτά εμπόδισαν τους αριστερούς του ΣΥΡΙΖΑ να αποκτήσουν ξεχωριστή υπόσταση και ταυτότητα ο καθένας, δική του κρίση και ελευθερία συνείδησης μέσα σε μια ταραγμένη θάλασσα ίδιων και διαφορετικών συντρόφων, ανδρών και γυναικών, που συγκλίνουν και αποκλίνουν, διαμορφώνουν ρεύματα ιδεών και πρακτικών, πάντοτε, όμως, χωρίς να παραβιάζουν τη βασική αρχή της ισότιμης συμμετοχής όλων στην εκπόνηση του κοινού σχεδίου και τις συλλογικές αποφάσεις που το στηρίζουν. Η αποποίηση της αρχής του κυρίαρχου μέλους στο σώμα ενός αριστερού οργανισμού παραπέμπει στις πιο ανηλεείς συστημικές αντιλήψεις διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού και στις ανάλογες, σταλινικού χαρακτήρα, προσεγγίσεις περί εκπροσώπησης μιας νεκρής κοινωνίας, τελικά παραπέμπει, ηθελημένα ή αθέλητα, στη σύγκρουση με τη θεμελιώδη αριστερή αρχή ότι η χειραφέτηση των λαϊκών τάξεων αποτελεί δικό τους έργο. Οι τακτικές που ακολουθούνται στις αυτοδιοικητικές εκλογές προκύπτουν και από την απαξίωση των μελών του ΣΥΡΙΖΑ και κατ’ επέκταση της κοινωνίας ως ζωντανού και αντιφατικού σώματος, που διαθέτει εσωτερικές δυνάμεις ανατροπής.
Με όλα αυτά, ο ΣΥΡΙΖΑ μεταβλήθηκε σε μια βαβέλ γλωσσών και πεδίο εμφύλιου σπαραγμού, πράγματα ακατανόητα για τους μη μυημένους. Η επίπονη διαδικασία της ενότητας παρακάμπτεται από δύο δρόμους. Ο πρώτος δρόμος περιλαμβάνει την αποστασιοποίηση από τα κοινωνικά πεδία στα οποία δημιουργούνται με υλικούς όρους και λαϊκή αυτενέργεια τα λαϊκά μέτωπα και την επιβίβαση στο όχημα των πλατιών συγκυριακών συνεργασιών και των «επωνύμων», με τίμημα τα πολλαπλά τραύματα στην ίδια την αριστερά και την  πλήρη απαξίωση των ανθρώπων της των οποίων αποτελεί δημιούργημα. Αυτή η τακτική δοκιμάστηκε στο παρελθόν και απέτυχε. Ο δεύτερος δρόμος εκλαμβάνει την «αριστερή γραμμή», που εκφωνεί μια αυτοπροσδιοριζόμενη πρωτοπορία, ως μοναδικό προαπαιτούμενο της αποδέσμευσης των λαϊκών τάξεων από το σύστημα, υπεκφεύγοντας την ανάγκη να εργαστεί πρωτίστως συστηματικά, σταθερά και σε διάρκεια μαζί με τον λαϊκό κόσμο ώστε να συμβάλλει στην εκδήλωση της δικής του πρωτοβουλίας. Η σπουδή αυτή οδηγεί σε διαρκείς μεταβολές τακτικής, που κυμαίνονται από τα πιο ασπόνδυλα ανοίγματα στο σεχταρισμό, επιφέρει νέες διασπάσεις στην αριστερά και αχρήστευση αυτών που από κοινού δημιουργήσαμε. Η αντιπαράθεση σε μια λανθασμένη αντίληψη της αριστεράς ακυρώνεται όταν μετέρχεται τα δικά της λανθασμένα μέσα.
Με αυτά και τα άλλα αλλοπρόσαλλα κερδίσαμε επάξια τον τίτλο του αφερέγγυου πολιτικού χώρου και, το κυριότερο, διασπαθίσαμε αρκετά από εκείνα που οικοδομούμε δέκα χρόνια τώρα, πολλοί και πολλές, αθόρυβα και συστηματικά, χτίζοντας δεσμούς με τις τοπικές κοινωνίες, τους εργατικούς χώρους και τον κόσμο των χωρίς φωνή. Όλοι αυτοί, επώνυμοι και ανώνυμοι, αριστεροί και πασοκογενείς, λαός χωρίς πολιτικά προαπαιτούμενα, έπρεπε να υψώσουν, με τη δική τους συμμετοχή, φωνή κατά του μνημονίου και στις αυτοδιοικητικές εκλογές, όπως ακριβώς είχαμε προδιαγράψει στο σχετικό κείμενο του ΣΥΡΙΖΑ, που σχεδόν ομόφωνα αποφασίσαμε και από το οποίο δεν τηρήθηκε ούτε ένα γιώτα. Τα διακεκριμένα πρόσωπα, ακόμα και όταν αφορούν φυσικούς ηγέτες, πρέπει να είναι προεκτάσεις ενός «εμείς», χωρίς το οποίο ουδέν εστί γενέσθαι των δεόντων.
Έτσι, αισθανόμαστε, αρκετοί από εμάς, ματαιωμένοι. Τι μπορούμε να κάνουμε; Ειλικρινά δεν ξέρω.

Παρασκευή 10 Σεπτεμβρίου 2010

Είναι γραμμή το ουστ;

Του Θανάση Καρτερού

Ημερομηνία δημοσίευσης: 10/09/2010 ΑΥΓΗ

Μόνο να υποθέσει μπορεί κανείς ποια ενόραση οδήγησε το χτεσινό κύριο άρθρο της "Αυγής" να κηρύξει τον πόλεμο εναντίον ακατονόμαστων εσωτερικών εχθρών με τρόπο εντελώς ασυνήθιστο για την εφημερίδα. Αφού τέτοιο λούσιμο με άρθρο γραμμής (;) και σαμπουάν Μαΐλη δεν υπήρξε τα τελευταία τουλάχιστον χρόνια ούτε σε περιπτώσεις εσωκομματικών διαφορών, ούτε και σε περιπτώσεις διασπάσεων ακόμα, όπως η πιο πρόσφατη.

Μετράτε χαρακτηρισμούς: λαϊκισμός, αρχηγισμός, τυφλός αντιευρωπαϊσμός, νεοαριστερισμός, νεοδογματισμός. Δεν είναι ανεξήγητα πολλοί για ένα άρθρο τριακοσίων λέξεων; Και δεν είναι βαριά κι ασήκωτη η καταγγελία κάποιων που έχουν ενοράσεις σύμφωνα με τις οποίες οι διασπάσεις είναι αναγκαίες και προωθητικές και μάλιστα θέλγονται από την επιλογή του Ανδρέα Παπανδρέου να διασπάσει τον χώρο του Κέντρου το 1974;

Και γιατί αλήθεια ένα τόσο ασυνήθιστο άρθρο, που φέρει μάλιστα τον τίτλο ενότητα, αλλά με ανοιχτά χαρτιά, κρατάει κλειστά τα δικά του χαρτιά; Γιατί βολεύεται με αντωνυμίες και μετοχές, όπως κάποιοι και ορισμένοι, αφήνοντας τις βαρύτατες καταγγελίες του ορφανές; Ποιοι ανασύρουν από τη Μεταπολίτευση τη χειρότερη κληρονομιά; Ποιοι είναι οι αυτουργοί του πολιτικού σχεδίου με το οποίο η ριζοσπαστική - ανανεωτική αριστερά αποδομείται; Ποιοι προωθούν το σχέδιο που υπονομεύει τον ΣΥΡΙΖΑ και σπρώχνει το συμμαχικό σχήμα στην "ασφάλεια" των βεβαιοτήτων, στη γωνιά του νεοαριστερισμού και του νεοδογματισμού; Ποιους μας προειδοποιεί να προσέχουμε; Ποιοι προειδοποιούνται να προσέχουν; Και τελικώς, όπως έλεγε ο Λαζόπουλος, ο Παναγιώτης πέρασε;

Έχουν στις σημερινές συνθήκες κάποια σημασία όλα αυτά και ο αντίλογος που πιθανόν να προκαλέσουν. Γιατί αν αυτή είναι η «γραμμή», αν δηλαδή το ουστ που συνόδευσε την αποχώρηση των ανανεωτικών αναχθεί τώρα σε επίσημη -κατόπιν και των σχετικών δηλώσεων- στάση απέναντι στους νεοαριστεριστές, τότε δικαιούται κανείς να αναρωτηθεί: Κατάλαβαν οι γραμμίτες τίποτε από τις προηγούμενες κρίσεις και διασπάσεις; Ξέρουν ότι η πολεμική απογυμνώνει απόψεις ενώ οι χαρακτηρισμοί εξοντώνουν ανθρώπους; Ότι ο φανατισμός των βίαιων εκφράσεων δημιουργεί εξίσου βίαιες αντιδράσεις, διαχωρίζει ψυχικά τους χτεσινούς συντρόφους και πολλαπλασιάζει τις καχυποψίες; Ότι αυτή ακριβώς είναι η σχολή που ανασύρει τη χειρότερη κληρονομιά όχι της μεταπολίτευσης αλλά της αριστεράς; Και ότι οι κρίσεις πάντα περνούν, αλλά το κόστος και η διάρκειά τους είναι τόσο μεγαλύτερα, όσο μεγαλύτερη είναι η αγριότητα των πρωταγωνιστών;

Τρίτη 7 Σεπτεμβρίου 2010

Eτεροκαθορισμός

La reproduction interdite, René Magritte (από τη Wikipedia)

του ΘΟΔΩΡΗ ΔΡΙΤΣΑ*

ΑΥΓΗ, 07/09/2010

Προσπαθώ κι εγώ μαζί με πολλές συντρόφισσες και πολλούς συντρόφους του ΣΥΡΙΖΑ να καταλάβω... τι αλήθεια συμβαίνει εδώ. Ποιο είναι αυτό το... «κάτι μυστικό» που φταίει και μας κάνει να μην μπορούμε να κάνουμε την πολυφωνία πλεονέκτημα. Να ακυρώνουμε  τόσο σημαντικές επεξεργασίες, να αποδυναμώνουμε τόσο σημαντικές πρωτοβουλίες και παρεμβάσεις σε όλη την Ελλάδα, να μετατρεπόμαστε σε μέρος της κρίσης, ενώ στοχεύουμε και επιθυμούμε να είμαστε μέρος της λύσης.

Είναι αλήθεια πως ισχυρή αριστερά με αδύναμη κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει. Είναι επίσης αλήθεια ότι ο δικός μας χώρος «μειονεκτεί», γιατί δεν μπορεί να κάνει συνθέσεις ούτε με τη μέθοδο της συγκεντρωτικής μονολιθικότητας ούτε με αυτήν του συγκεντρωτικού αρχηγισμού. Μας μένει μόνο ο δρόμος της δημοκρατίας, της ανοικτής διαβούλευσης και της κοινής δράσης, δηλαδή ο πιο δύσκολος δρόμος.

Αληθινή είναι βέβαια και η διαπίστωση της έλλειψης σταθερής οργανικής σύνδεσης με ενεργά ή εν δυνάμει ενεργά και διαθέσιμα τμήματα της κοινωνίας, αν και η διαπίστωση αυτή συχνά χρησιμοποιείται με αυτοεπιβεβαιωτική και ιδιοτελή επιλεκτικότητα μόνο εναντίον των αντίθετων απόψεων και γι’ αυτό διογκώνεται υπέρμετρα και μηδενιστικά και καταλήγει να αδικείται ως διαπίστωση και να ακυρώνεται η χρησιμότητά της.

Κι είναι τέλος, αλήθεια -χωρίς να υπάρχει «τελική» αλήθεια- ότι ενώ κάναμε πολλές συμφωνίες στον ΣΥΡΙΖΑ, ποτέ δεν μπορέσαμε να συμφωνήσουμε για τον τρόπο δημοκρατικής νομιμοποίησης των αποφάσεων ώστε αυτές να μην αμφισβητούνται και να μην ακυρώνονται την επομένη. Αυτά και κάμποσα άλλα ισχύουν νομίζω, αλλά ούτε σ’ εμένα δίνουν επαρκή απάντηση στο... «τι στ’ αλήθεια συμβαίνει εδώ», αφού ούτε γι’ αυτά δρομολογούνται λύσεις. Το κουβάρι παραμένει κουβάρι.
Αυτό όμως που δεν μπορώ να δεχτώ είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να συνθέσει μη συνθέσιμες πολιτικές διαφορές, και γι’ αυτό αναπαράγει την κρίση του. Αν και δεν τολμά κανείς να προβάλλει έναν τέτοιο ισχυρισμό, πάρα πολλές από τις δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ συμπεριφέρονται ως αυτό να είναι δεδομένο, και νομιμοποιούν κεντρόφυγες, υπερβατικές, μοναχικές και τελικά διχαστικές αναζητήσεις του «νέου». Ειδικά μετά το μνημόνιο και το ΔΝΤ ξετυλίγεται ένας παροξυσμός έως και υβριστικών αντιπαραθέσεων -που καμιά σχέση δεν έχουν με πολιτική κριτική, όταν μάλιστα υποτίθεται ότι αυτή γίνεται μεταξύ συνεργαζόμενων συντρόφων- ένας «ιερός πόλεμος». Αλλά μόνο για τακτικές επιλογές και για το «ύφος», αφού η πολιτική απόφαση και η απόφαση για τις αυτοδιοικητικές εκλογές ψηφίστηκαν σχεδόν ομόφωνα στην πρόσφατη «Πανελλαδική Συνάντηση»! Γιατί, λοιπόν, είναι μη συνθέσιμες οι πολιτικές διαφορές;

Όταν δημοσιευτεί αυτό το σημείωμα στις «Συναντήσεις», μπορεί να έχουν ανακοινωθεί δύο ξεχωριστά ψηφοδέλτια από τον χώρο του ΣΥΡΙΖΑ στην περιφέρεια Αττικής, μπορεί -ελπίζω- και όχι. Κι αν συμβεί αυτό μπορεί να έχουμε την αρχή του τέλους του ΣΥΡΙΖΑ ή -ελπίζω - την αρχή της ανασύνθεσής του.

Όπως όμως κι αν εξελιχθούν τα πράγματα, ένα κρίσιμο από τα πολλά, που θεωρώ απολύτως αναγκαίο επιτέλους να «κρατήσει» η ριζοσπαστική-ανανεωτική αριστερά, είναι να σταματήσουμε τις επιλογές που μας οδηγούν σε ετεροκαθορισμό. Έχουμε δώσει πολλές νέες ιδέες, έχουμε ανοίξει πολλούς νέους δρόμους, έχουμε πρωτοστατήσει σε τόσο σημαντικούς αγώνες. Όσο δεν εμπιστευόμαστε και δεν καταξιώνουμε την πολιτική μας και την αγωνιστική μας ταυτότητα, όσο την εκχωρούμε στην αναζήτηση ετεροκαθοριζόμενων «συνεργασιών» ή «διεμβολισμών» ή «συναινέσεων» τόσο... τα έρμα θα ψοφάνε!

Κατά την ταπεινή μου γνώμη, η κλειστή πρόταση συνεργασίας με κέντρο την υποψηφιότητα του Αλέξη Μητρόπουλου, η απαξιωτική για το πολιτικό και το κοινωνικό «σώμα» της αριστεράς «φυγή προς τα μπρος» του Αλέκου Αλαβάνου και πιο καθαρά η επιλογή των «συναινέσεων» (με το ΠΑΣΟΚ φυσικά) της Δημοκρατικής Αριστεράς, έχουν μια πολιτικά κοινή -ίσως και ιστορικά κοινή- αφετηριακή βάση: τον επιλεκτικό και συγκυριακό ηττοπαθή τακτικισμό, που οδηγεί στον ετεροκαθορισμό και -μέσω αυτού- στην απαξίωση της κατακτημένης ταυτότητάς μας.

Μήπως οι πολλαπλής προέλευσης διακηρύξεις ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι εγχείρημα με στρατηγικό χαρακτήρα πρέπει να βαθύνουν και προς αυτήν την κατεύθυνση;

* Ο Θοδωρής Δρίτσας είναι βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Α' Πειραιά και Νησιών.

Δευτέρα 6 Σεπτεμβρίου 2010

«Πρώτος γύρος» ή «χαμένη άνοιξη»;

Giuseppe Arcimboldo: Spring, 1573, Musée du Louvre (από τη Wikipedia)
 
Για τη μορφή και τη στρατηγική της παρούσας κοινωνικής και πολιτικής σύγκρουσης

του Στάθη Κουβελάκη, από την ΕΠΟΧΗ, 5.09.10

«΄Οποιος διαλέγει την άρνηση και τον πεσιμισμό βγαίνει κερδισμένος στις προβλέψεις και χαμένος στη ζωή του»
Στρατής Τσίρκας[1]

 Ο απολογισμός της πρώτης φάσης την κινητοποιήσεων εναντίον της κυβερνητικής πολιτικής και του Μνημονίου είναι το αντικείμενο μιας συζήτησης που έχει ξεκινήσει στο εσωτερικό της Αριστεράς από την αρχή του καλοκαιριού. Σχηματοποιώντας τα επιχειρήματα, μπορούμε να διακρίνουμε δύο θέσεις: σύμφωνα με την πρώτη, οι κινητοποιήσεις μπορεί να μην κατάφεραν να ανέτρεψουν τα μέτρα, σηματοδοτούν όμως την επανεμφάνιση στο προσκήνιο του λαϊκού παράγοντα και την ευρύτατη απόρριψη των κυβερνητικών επιλογών από την κοινωνική πλειοψηφία. Η επιτυχία της κυβέρνησης είναι στην ουσία πύρρειος νίκη, και η κατάσταση θα ήταν πολύ διαφορετική αν οι ηγεσίες του συνδικαλιστικού κινήματος είχαν δείξει μια πιο μαχητική στάση. Αυτή η φάση ήταν ένας «πρώτος γύρος» προθέρμανσης, το θερμό φθινόπωρο που προμυνήεται θα δώσει μια καινούργια, και καλύτερη, ευκαιρία για τη διαμόρφωση ευνοϊκότερων συσχετισμών για το λαϊκό κίνημα. Σύμφωνα με τη δεύτερη άποψη, η προηγούμενη φάση ισοδυναμεί με καθαρή ήττα, που αναδυκνύει βαθύτερες και μονιμότερες αδυναμίες των λαϊκών δυνάμεων: γραφειοκρατικοίηση του συνδικαλιστικού κινήματος (σ. κ.) και περιορισμένη εμβέλειά του εκτός του δημόσιου τομέα, καθυστέρηση στην κατανόηση των δεδομένων της κρίσης από την πλευρά της Αριστεράς, ιδεολογική ανεπάρκεια και ανυπαρξία αξίοπιστης εναλλακτικής πρότασης.

Κοινωνική σύγκρουση εν μέσω αριστερής αφασίας;

Μέχρις ενός σημείου, οι δύο αυτές θέσεις είναι συμπληρωματικές: σίγουρα η κυβέρνηση πέτυχε την απρόσκοπτη ψήφιση των μέτρων αλλά τα στηρίγματα της πολιτικής της στην κοινωνία είναι ισχνά. Οι κινητοποιήσεις δεν έφεραν μέχρι τώρα αποτέλεσμα, είναι όμως απίθανο να σταματήσουν εδώ. Από την άλλη πλευρά, θα ήταν τουλάχιστον ανεύθυνο να μην επισημάνουμε τα ανοιχτά ερώτηματα που προέκυψαν από την έκβαση της πρώτης φάσης. Ζαλισμένοι από τη σφοδρότητα και το συνολικό χαρακτήρα της επιθεσης, οι οργανωμένες λαϊκες δυνάμεις, και πρώτα απ’όλα τα συνδικάτα, φάνηκαν αμήχανα, χωρίς στρατηγική και ικανότητα σχεδιασμού των κινήσεων τους. Το πρόβλημα είναι πολύ ευρύτερο από την αναμφισβήτητη, και απαράδεκτη, υποχωρητικότητα και ηττοπάθεια των ηγεσιών, προπαντός της ΓΣΕΕ. Οσοι περίμεναν την επανάληψη του σενάριου του 2001, όταν ένα μεγάλο λαϊκό ξέσπασμα, ξεπερνώντας τα όρια των συνδικαλιστικών χειρισμών, ανάγκασε την κυβέρνηση Σημίτη σε αναδίπλωση στο ασφαλιστικό, διαψεύστηκαν. Μετά την κορυφαία στιγμή της 5ης Μάη, η πορεία των διαδοχικών 24ωρων κινητοποιήσεων ήταν σταθερά φθίνουσα. Και όμως, παρά το προφανές αδιέξοδο αυτής της τακτικής, κανένας κλάδος δεν φάνηκε σε θέση να μπεί σε μια τροχιά παρατεταμένης κινητοποίησης ικανής να δημιουργήσει μια άλλη δυναμική. Ούτε μπορούμε να πούμε ότι, παρά την έντονη δυσαρέσκεια, συχνά και οργή, σημειώθηκε μια αγωνιστική διάθεση στους εργασιακούς χώρους, την οποία να χρειάστηκε να αναχαιτήσουν οι συνδικαλιστικές ηγεσίες.

Είναι επίσης αδύνατο να μη συσχετίσουμε αυτή δυστοκία των αντιστάσεων «από τα κάτω» με την αδυναμία παρέμβασης της πολιτικής Αριστεράς «από τα πάνω». Είναι βέβαια θετικό ότι οι δύο βασικές δυνάμεις της ελληνικής Αριστεράς απορρίπτουν κατηγορηματικά την κυβερνητική πολιτική, αλλά είναι μάλλον προφανές ότι, σε μια τέτοια έκτακτη συγκυρία, η κατεγγελία δεν αρκεί. Και ενώ χρειάζονται προτάσεις και πρακτικές νέου τύπου, που να απαντούν στα πιεστικά ερωτήματα της κοινωνίας, ο λόγος της Αριστεράς μοιάζει μάλλον με... αφωνία. Με χαρακτηριστικό τρόπο, το ΚΚΕ έσπευσε να αποσύρει από τη γραμμή του κάθε στοιχείο που θα μπορούσε να αποτελέσει μεταβατικό στόχο (γύρω από «αντι-μονωπωλιακά» και αντι-ΕΕ αιτήματα) και προβάλλει ως «λύση» την ίδια του την ενίσχυση και τη χιλιαστική επαγγελία της «λαϊκής εξουσίας» και του «σοσιαλισμού». Καταγγέλει μάλιστα με ιδιαίτερη σφοδρότητα τα αιτήματα για στάση πληρωμών, έξοδο από την ευρωζώνη και εθνικοποίηση τραπεζών ως «κεϋνσιανά» και «διαχειριστικά». Στον Συνασπισμό και τον ΣΥΡΙΖΑ, πέρα από την πολυγλωσσία, φαίνεται να κυριαρχεί η ταλάντευση ανάμεσα σε συνδικαλιστικού τύπου αιτήματα (υπεράσπιση μισθών και συντάξεων και αυξημένη φορολογία του κεφαλαίου) και σε παραπομπή της συνολικότερης λύσης σε «ευρωπαϊκό επίπεδο», δηλαδή σε κάτι αντίστοιχο με τη Δευτέρα Παρουσία της «λαϊκής εξουσίας και οικονομίας» του ΚΚΕ. Χωρίς να λείπουν από τις προτάσεις αυτού του χώρου και στοιχεία όντως διαχειριστικής λογικής όπως ο στόχος της αναδιαπραγμάτευσης του χρέους μέσα στα υπάρχοντα πλαίσια και χωρίς τις μονομερείς κινήσεις (όπως η άρνηση αποπληρωμής του) που θα μπορούσαν να ανατρέψουν τους σημερινούς συσχετισμούς.

Για αυτούς τους λόγους, και αρκετούς άλλους που δεν έχουμε το χώρο να αναπτύξουμε (όπως η πολύπλευρη αδυναμία του σ. κ., οι δυσκολίες υπέρβασης των τάσεων κατακερματισμού του κοινωνικού ιστού που εντείνει η κρίση) δεν μπορεί να αποκλειστεί η κατάληξη αυτού του πρώτου γύρου της κοινωνικής αντιπαράθεσης σε μια ακόμη «χαμένη άνοιξη» του λαϊκού κινήματος. Χωρίς καθοδήγηση και ένταξη σε πολιτικό σχέδιο, η εξέγερση των Ιουλιανών του 1965, που κανένας οργανωμένος φορέας δεν προκάλεσε ή θέλησε, παρ’ότι σημάδεψε βαθειά την λαϊκή συνείδηση, στάθηκε ανίκανη να αποτρέψει την πορεία προς την δικτατορία. Ακόμη και το «θερμό φθινόπωρο» που πολλοί προεξοφλούν μπορεί λοιπόν να αποτύχει όχι μόνο στους στόχους του (κάτι τέτοιο είναι ούτως ή άλλως ένα ανοιχτό ενδεχόμενο οποιασδήποτε αντιπαράθεσης) αλλά ακόμη στην δυνατότητα σύνδεσης με υπολογίσιμες αριστερόστροφες πολιτικές δυναμικές. Δεν λείπουν εξ’άλλου πρόσφατα αντίστοιχα παραδείγματα αποσύνδεσης του «πολιτικού» από το «κοινωνικό», από τον ελληνικό Δεκέμβρη του 2008 μέχρι το αργεντίνικο «κασερολάζο» του 2001 ή τη πλούσια εμπειρία αγώνων στη Γαλλλία από το 1995 εως το 2006.

Οποια απ’τις δύο εκδοχές που αναφέραμε κι αν αποδειχθεί σωστή, φαίνεται πάντως βέβαιο ότι χωρίς σοβαρή προσπάθεια ανάλυσης των αδυναμιών του κινήματος δεν υπάρχει περίπτωση  υπέρβασής τους. Ως συμβολή στο προχώρημα της συζήτησης, και κυρίως στη διατύπωση εναλλακτικών προτάσεων, θα διατυπώσουμε στη συνέχεια μερικές παρατηρήσεις εστιασμένες σε ορισμένες βαθύτερες συνισταμένες της συγκυρίας, και πιό συγκεκριμένα στη μορφή και τη στρατηγική της πολιτικο-κοινωνικής σύγκρουσης που τη διαπερνά.


Η πολιτική κεντρικότητα της σύγκρουσης

Επισημάναμε προηγουμένως ότι η αδυναμία απάντησης του σ. κ. και το γενικότερο κλίμα στους εργασιακούς χώρους παραπέμπουν σε κάτι βαθύτερο από την ηττοπάθεια των ηγεσιών και της γραφειοκρατικοποιημένης στελέχωσης. Υπήρξε από την αρχή μια δυσπιστία σε ότι αφορά την ικανότητα του σ.κ. να ανατρέψει την κυβερνητική επίθεση, μια δυσπιστία κυρίαρχη σε όλα τα στρώματα των εργαζομένων και που εξηγεί την απουσία ριζοσπαστικότερων πρωτοβουλιών (όπως απεργίες διαρκείας, διακοπές λειτουργίας υπηρεσιών στην Κοινή Ωφέλεια, καταλήψεις κλπ), όπως εξηγεί με μια έννοια και την μαζική, και ανοδική, συμμετοχή στις πρώτες 24ωρες κινητοποιήσεις (ο συσχετισμός δύναμης δεν επέτρεπε κάτι διαφορετικό). Αυτή η στάση δεν αποτελεί, κατά τη γνώμη μας, δείγμα «ψευδούς», ή ανεπαρκώς ριζοσπαστικής, συνείδησης και τούτο γιατι απορρέει από βασικά χαρακτηριστικά που αφορούν την ίδια τη μορφή της αντιπαράθεσης. Με το Μνημόνιο δεν έχουμε να κάνουμε με μια συνηθισμένη αντιλαϊκή κυβερνητική πολιτική (όπως ο νόμος Γιαννίτση για το ασφαλιστικό), ή, πολύ περισσότερο, με κάποια επιμέρους σύγκρουση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας (σε θέματα π.χ. μισθών, απολύσεων, συνθηκών εργασίας) αλλά με μια συνολική και βίαιη τομή στα θεμέλια του «κοινωνικού συμβολαίου». Εξ’ου και οι όψεις «κράτους εξαίρεσης» και «κατάστασης έκτακτης ανάγκης», με αιχμή την ανατροπή των βασικών όρων διαπραγμάτευσης της εργατικής δύναμης, που εμπεριέχει, ακόμη και από νομική/ συνταγματική άποψη, η ψήφιση και εφαρμογή του πακέτου των οικονομικών μέτρων[2].

Με άλλα λόγια πρόκειται για μια ολομέτωπη αντιπαράθεση μεταξύ της πολιτικής εξουσίας (καθώς και των εγχώριων και διεθνών στηριγμάτων της) και του σύνολου σχεδόν της κοινωνίας, με το κύριο βάρος να πέφτει βέβαια στον κόσμο της μισθωτής εργασίας (και των συνταξιούχων), αλλά που επεκτείνεται σε πολύ ευρύτερα «ενδιάμεσα» στρώματα, συμπεριλαμβανομένου του πυρήνα των παραδοσιακών στηριγμάτων του κυρίαρχου μπλοκ, ακόμη και σε τμήματα του κεφαλαίου. Οι πολιτικές και ιδεολογικές προεκτάσεις αυτής της ανατροπής είναι τερράστιας εμβέλειας, αυτό που θέλαμε ωστόσο να υπογραμμίσουμε αφορά την ίδια τη μορφή της σύγκρουσης, από την οποία απορρέει και ο εξ’αρχής πολιτικός χαρακτήρας των κοινωνικών αγώνων που τη χαρακτηρίζουν. Δεν υπάρχει, με άλλα λόγια, περιθώριο για την ανάπτυξη, σε μια πρώτη φάση, ενός κλασσικού διεκδικητικού αγώνα, συνδικαλιστικού τύπου, ο οποίος κατόπιν διευρύνεται, αποκτά ενδεχομένως πολιτικές εκφράσεις και αντίκτυπο στην κεντρική πολιτική σκηνή. Στη σημερινή φάση, κάθε κινητοποίηση, μερικού έστω χαρακτήρα (π.χ. η διαμαρτυρία ενάντια στις ελλείψεις προσωπικού και υλικών μέσων στα σχολεία και τα νοσοκομεία), θέτει άμεσα υπό αίρεση το γενικότερο πλαίσιο που ορίζει η πολιτική του Μνημονίου. Οπως έλεγε ο Νίκος Πουλαντζάς για τα δικτατορικά καθεστώτα, λόγω «της μορφής τους ακριβώς, κάθε οικονομικός αγώνας (...) έπαιρνε ολοφάνερη πολιτική χροιά: από την ύπαρξη του και μόνο, αποτελούσε πράξη αντίστασης στο καθεστώς»[3].

Η άλλη όψη όμως αυτής της άμεσης πολιτικοποίησης των κοινωνικών κινητοποιήσεων είναι ότι κάθε επιμέρους αγώνας εξαρτάται καθοριστικά από τον κεντρικό πολιτικό συσχετισμό, σε ότι αφορά τον τρόπο διεξαγωγής του, την έκβασή του, ακόμη και την έναρξη του. Αυτή η όψη είναι βέβαια που θέτει σήμερα και τα μεγαλύτερα προβλήματα στην Αριστερά: γιατί η απουσία ενεργούς παρέμβασης, η εσωστρέφεια και η ροπή στην ρουτίνα του κλασικού εκλογικο-πολιτικού παιχνιδιού από την πλευρά της Αριστεράς έχει άμεσα, και παραλυτικά, αποτελέσματα στην ίδια την ύπαρξη και την ποιότητα των κοινωνικών κινητοποιήσεων. Για να το πούμε πιο απλά, ο πύχης είναι τόσο ψηλά ώστε να είναι εξ’αρχής αντιληπτό ότι χωρίς κατάλληλο πολιτικό «κοντάρι» η απόπειρα άλματος μοιάζει μάταιη. Ενώ όλα δείχνουν ότι όσοι θεωρούν τα μέτρα δίκαια ή ευεγερτικά αποτελούν μειοψηφία, για να ξεσπάσει μια συλλογική αντίδραση είναι απαραίτητη η πεποίθηση, έστω θολή και αντιφατική, ότι το Μνημόνιο δεν είναι μονόδρομος, ότι υπάρχει άλλη προοπτική, που να είναι ταυτόχρονα «άλλη», και όχι παραλλαγή της υπάρχουσας, και «προ-οπτική», στόχος υλοποιήσιμος και συγκεκριμένος (με αυτή την έννοια ορατός), και όχι απλό σύνθημα για ζύμωση ή αφηρημένη υπόσχεση επίγειου Παράδεισου.

Αυτό σημαίνει και η πολιτική κεντρικότητα της τρέχουσας αναμέτρησης: ο καθένας περίπου καταλαβαίνει ότι η ανατροπή των μέτρων δεν είναι συμβατή η παραμονή αυτής της κυβέρνησης στην εξουσία. Με αυτή την έννοια, η σύγκρουση θέτει άμεσα θέμα εξουσίας, κατ’αρχήν κυβερνητικής, και, δεδομένου του συνολικού χαρακτήρα των επίδικων, κοινωνικής, με την έννοια της βαθειάς αλλαγής των ταξικών συσχετισμών. Η σημερινή κρίση θέτει, για πρώτη ίσως φορά μετά την μεταπολίτευση, θέμα αλλαγής κοινωνίας αλλά αυτή ακριβώς είναι και ταυτόχρονα και η τερράστια δυσκολία που έχουν να αντιμετωπίσουν σε όλες τις δυνάμεις που είναι στρατευμένες σε μια τέτοια αλλαγή. Γιατί η εκδίωξη αυτής επικίνδυνης κυβέρνησης από ένα επαρκώς ισχυρό κίνημα σημαίνει ότι υπάρχει ένα πρόπλασμα έστω εναλλακτικής λύσης, με όρους στόχων, μίνιμουμ συνεκτικής ατζέντας και, τέλος, φορέων διατεθειμένων να αναλάβουν την υλοποίησή τους. Η πρόκληση είναι κυριολεκτικά ιστορική, και, ας μην το κρύβουμε, είναι βαρύ το φορτίο που καλείται να επωμιστεί αυτή την στιγμή η ελληνική αριστερά.


Η στρατηγική διάσταση της σύγκρουσης

Οπως επισημάναμε προηγουμένως, από την πλευρά της κυβέρνησης, της ΕΕ και του ΔΝΤ, η συντελούμενη ανατροπή έχει στοιχεία «κράτους εξαίρεσης», «καθεστωτικής» σκλήρυνσης με απρόβλεπτες θεσμικές επιπτώσεις. Αυτό σημαίνει διεξαγωγή ενός «πολέμου θέσεων», με γρήγορες, θεαματικές κινήσεις, που αποσκοπούν στον εντυπωσιασμό των αντιπάλων, τη δημιουργία αισθημάτων δέους, ματαιότητας κάθε αντίστασης, με στόχο μια σχετικά γρήγορη και κατά κράτος επικράτηση. Σε αυτό τον πόλεμο ο αυστηρός έλεγχος του χρόνου και των πεδίων που διεξάγεται κάθε φορά η κύρια σύγκρουση είναι καθοριστικής σημασίας. Μπορούμε να πούμε ότι, μέχρι τώρα, η κυβερνητική πλευρά πέτυχε τους στόχους της, με λιγοστές απώλειες (η κατάσταση στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ παραμένει υπό έλεγχο) και διατηρώντας διαρκώς την πρωτοβουλία των κινήσεων. Καθοριστικό στοιχείο των υπολογισμών της είναι ότι οι κοινωνικές αντιδράσεις θα έχουν έναν αποσπασματικό χαρακτήρα, είτε κινούνται εντός των καθιερωμένων, και γραφειοκρατικά χειραγωγούμενων, πλαισίων που θέτουν οι κεντρικές επιλογές του σ.κ., είτε ξεφεύγουν απ’αυτές, παίρνοντας πιο άμεσα συγκρουσιακό, έως και βίαιο, χαρακτήρα, στερούμενες όμως διάρκειας, πλειοψηφικής δυναμικής και οργανωτικής συγκρότησης. Θα πρέπει να μας προβληματίσει η έκβαση της 5ης Μάη, τόσο για το πρωτοφανές για τέτοια κοινωνική σύνθεση εξεγερσιακό δυναμικό που ανέδειξε όσο και για την κατάληξη της: η αυτο-ακύρωση της δυναμικής από τα αποτελέσματα της (ακραία μειοψηφικής) βίας και το ενδεχόμενο εγκλωβισμού στο γνωστό δίπολο αστυνομική καταστολή/ κλεφτοπόλεμος θερμόαιμων ομάδων.

Με δύο λόγια, η κυβέρνηση ξέρει ότι, παρά τα ισχνά στηρίγματα που διαθέτει (και, πολύ περισσότερο: που δημιουργεί) η πολιτική της, με βάση το συνολικότερο σημερινό συσχετισμό, οι κοινωνικές δυνάμεις που συγκρούονται μ’αυτήν δεν έχουν (τουλάχιστον άμεσα) τη δυνατότητα να απαντήσουν με τον δικό τους «πόλεμο θέσεων» σ’αυτόν που έχει εξαπολύσει η ίδια. Εχοντας διδαχθεί από τον Δεκέμβρη του 2008, ξέρει επιπλέον ότι δεν έχει τίποτε το ιδιαίτερο να φοβηθεί από στιγμιαία ξεσπάσματα, έστω μεγάλων διαστάσεων, όταν αυτά δεν έχουν συνέχεια και πολιτικο-οργανωτική συγκρότηση. Αντίθετα μάλιστα, μπορεί να αποβούν χρήσιμα στην περαιτέρω ενεργοποίηση των ούτως ή άλλως εξέχουσας σημασίας στην τρέχουσα συγκυρία κατασταλτικών μηχανισμών, και, κυρίως, στη νομιμοποίηση της δράσης τους μέσω πρόκλησης αντανακλαστικών «αποκατάστασης του νόμου και της τάξης» στα πιο συντηρητικά τμήματα της κοινωνίας.

Πώς μπορεί λοιπόν το λαϊκό κίνημα να αντιπαρατεθεί με όρους νίκης σε έναν αντίπαλο που ελέγχει τις βασικές στρατηγικές παράμετρους και εξαπολύει διαρκώς καινούργιες επιθέσεις; Είναι κατ’αρχήν προφανές τι δεν μπορεί να κάνει: ο «πόλεμος κινήσεων» που διεξάγει ο αντίπαλος δεν του αφήνει περιθώριο για στρατηγική αργών κινήσεων, συσσώρευσης δυνάμεων, πρόταξης γραμμών άμυνας κλπ. Δεν υπάρχει λοιπόν δυνατότητα καθαρού αμυντικού «πολέμου θέσεων» αλλά ούτε και άμεσης μετωπικής επίθεσης. Το σημείο εκκίνησης παραμένει αμυντικό, και αυτό πρέπει να υπογραμμιστεί στο βαθμό που, όπως τονίζει και πάλι ο Πουλαντζάς, οι κλασικοί του μαρξισμού «στηρίζουν τις πολιτικές και στρατιωτικές αναλύσεις τους πάνω στην ασυμμετρία σχέσης μεταξύ επίθεσης και άμυνας: ολόκληρη η στρατηγική τους εκτίμηση βασίζεται πάνω σ’αυτή τη διαφορά»[4]. Η μορφή όμως της σύγκρουσης, που ορίσαμε με όρους πολιτικής κεντρικότητας, επιτάσσει τη διεύρυνση και μετατροπή της άμυνας σε αυτό που ο Μάο ονομάζει «επιθετική άμυνα», την γρήγορη εναλλαγή φάσεων άμυνας και επίθεσης, ικανές να σπάσουν τον κλοιό ενός ισχυρότερου και χωρο-χρονικά κυρίαρχου αντιπάλου και να τον οδηγήσουν σε δυσμενή για αυτόν πεδία αναμέτρησης, όπου ενδέχεται να υποστεί επιμέρους (αλλά καθοριστικής σημασίας για την ανατροπή του συσχετισμού) ήττες.

Στην τρέχουσα αναμέτρηση ξέρουμε για παράδειγμα ότι η κυβέρνηση είναι καταδικασμένη σε μια τακτική «διαρκούς επίθεσης». Και τούτο γιατί αν υποστεί ένα πλήγμα, σε ένα επιμέρους έστω μέτωπο (π.χ. στα μέτρα για την παιδεία, στο ξεπούλημα κάποιων τμημάτων της δημόσιας περιουσίας), οι συνέπειες θα είναι συνολικότερες: θα έχει υποστεί πλήγμα η ιδέα της πολιτικής της ως αναπότρεπτου οδοστρωτήρα, που απορρέει από την κατηγορηματική προσταγή της αποδοχής των μέτρων ως μονόδρομου, ως ένα είδος φυσικής αναγκαιότητας, πέρα από τους κανόνες της πολιτικής, δηλαδή της δυνατότητας επιλογής και εναλλακτικών λύσεων. Γι αυτό και μια στρατηγική «παρατεταμένου λαϊκού πολέμου», για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του Μάο, φαίνεται, στις παρούσες συνθήκες, η ενδεδειγμένη για την ανατροπή των σχεδιασμών και, τελικά, της ίδιας της εξουσίας της.

Πέντε προϋποθέσεις ενός νικηφόρου «παρατεταμένου λαϊκού πολέμου»

Η επιτυχία αυτής της στρατηγικής επιλογής εξαρτάται από ορισμένους όρους, τους οποίους πρέπει τώρα, συνοπτικά έστω, να αποσαφηνίσουμε.

1) Η πολιτική κεντρικότητα της σύγκρουσης επιτάσσει κατ’αρχήν τη διαμόρφωση εναλλακτικής προγραμματικής πρότασης, με πυρήνα προτάσεις οικονομικής πολιτικής, που τοποθετείται με ηγεμονική στόχευση στα επίδικα της συγκυρίας, δηλαδή στα θέματα του χρέους, της ενσωμάτωσης στους μηχανισμούς της ΕΕ, του ρόλου των τραπεζών, της δημοκρατικής λειτουργίας και του κράτους κλπ. Σε αυτό αποσκοπούν, κατά τη γνώμη μας, οι προτάσεις με αιχμή την μονομερή άρνηση αποπληρωμής του χρέους («στάση πληρωμών» για λόγους συντομίας και μόνο), την ανοιχτή δημόσια εξέταση της σύνθεσης και δομής του και στόχο την παραγραφή του μεγαλύτερου μέρους του, την έξοδο από την ευρωζώνη, την εθνικοποίηση των τραπεζών, τη φορολογία του κεφαλαίου και την προστασία του λαϊκού εισοδήματος.

Μια τέτοια αντιπρόταση συνολικού χαρακτήρα μπορεί να λειτουργήσει ως «θερμοκοιτίδα» για την ανάπτυξη των αγώνων, δίνοντας τους μια αίσθηση προοπτικής και καθιστώντας συγκεκριμένη και αξιόπιστη (και όχι απλά καταγγελτική) την αμφισβήτηση των κυρίαρχων απόψεων.

2) Μια τέτοια πρόταση προσφέρει επίσης τη βάση για τη συγκρότηση του ευρύτατου μετώπου πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων που είναι αναγκαίο για την ανατροπή του κεντρικού συσχετισμού δύναμης. Το μέτωπο αυτό μπορεί να λειτουργήσει ως πρόπλασμα για τη δημιουργία ενός εναλλακτικού κοινωνικού μπλοκ, ικανού να υλοποιήσει την προαναφερθείσα πρόταση, να χαράξει μια διαφορετική πορεία για τη χώρα και να οικοδομήσει τις απαραίτητες διεθνείς συμμαχίες, τόσο με κοινωνικο-πολιτικά υποκείμενα (που παρακολουθούν ήδη με προσοχή, και ελπίδα, τον αγώνα του ελληνικού λαϊκού κινήματος) όσο και με κράτη.

3) Η ικανότητα επίτευξης νικών εξαρτάται σε καθοριστικό βαθμό από την ικανότητα του κινήματος να διευρύνει το πεδίο της αντιπαράθεσης στους καινούργιους χώρους που ανοίγει ο ολοκληρωτικός χαρακτήρας της συντελούμενης επίθεσης και που άρχισαν ήδη να διαφαίνονται στις αναδυόμενες κινηματικές εμπειρίες: τοπικές πρωτοβουλίες στις γειτονιές που συνδυάζουν πρακτική αλληλεγγύη και διεκδίκηση, άμεση δράση κατά της ακρίβειας και του ξεχαρβαλώματος των δημόσιων υπηρεσιών, κίνημα διοδίων και αντιστάσεις στην ιδιωτικοποίηση και την καταστροφή του δημόσιου χώρου σε πόλη και ύπαιθρο, χωρίς να ξεχνάμε τα καίρια μέτωπα της δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας παιδείας. Αυτή η διεύρυνση δεν πρέπει βέβαια να λειτουργεί αντιπαραθετικά με τον πρωταγωνιστικό ρόλο που καλείται να παίξει ο κόσμος της εργασίας και το σ.κ., από τους οποίους εξαρτάται τελικά η δυνατότητα αλλαγής του κεντρικού συσχετισμού.

4) Η επιτυχία της «επιθετικής άμυνας» εξαρτάται εξ’ίσου και από την ικανότητα των λαϊκών δυνάμεων να απορρυθμίσουν τον χειρισμό του χρόνου από την κυβέρνηση, να την οδηγήσουν σε αλλαγή των σχεδίων της και, σε τελευταία ανάλυση, να επιβάλλουν την δική τους χρονικότητα: ένα χρονοδιάγραμμα κινητοιήσεων  που εντάσσει τους επιμέρους αγώνες σε μια διάρκεια, που συνδυάζει στιγμές κορύφωσης («επίθεσης») με φάσεις όσο το δυνατό πιο συντεταγμένης αναδίπλωσης, που είναι σε θέση να συγκεντρώνει σε μια συγκεκριμένη στιγμή τις δυνάμεις στο πιο αδύνατο σημείο του αντιπάλου (π.χ. σε ένα μέτρο ακόμη πιο επαχθές από τα υπόλοιπα). Μόνο μια τέτοια χρονική στρατηγική μπορεί να απομακρύνει το ενδεχόμενο εγκλωβισμού της κοινωνικής διαμαρτυρίας σε ξεσπάσματα χωρίς προοπτική, που ξεθυμαίνουν αφού έχουν διανύσει τον κύκλο τους χωρίς να έχουν επιφέρει τα επιδιωκώμενα αποτελέσματα και χωρίς να έχουν αφήσει πίσω τους μορφές οργανωτικής αποκρυστάλλωσης της αγωνιστικής εμπειρίας.

5) Τέλος, ο «παρατεταμένος» χαρακτήρας του λαϊκού αγώνα προϋποθέτει και μια αντίστοιχη οργανωτική υποδομή: ως γνωστόν κανένα κίνημα δεν μπορεί να αντέξει και, πολύ περισσότερο, να νικήσει χωρίς οργάνωση. Το θέμα είναι βέβαια αχανές και δεν έχουμε χώρο να το αναπτύξουμε. Θα περιοριστούμε σε μερικές μόνο επισημάνσεις: η ιδέα του μετώπου που τονίσαμε προηγούμενα εμπεριέχει την διπλή ιδέα μιας μορφής ενωτικής σύγκλισης σε αγωνιστική κατεύθυνση οργανωμένων δυνάμεων διαφορετικού χαρακτήρα και, ως ένα βαθμό, προσανατολισμού μαζί με αυτήν της άρθρωσης της «από τα πάνω» μετωπικής συγκρότησης με τον «από τα κάτω» συντονισμό των πρωτοβουλιών. Για να το πούμε διαφορετικά, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να καταπολεμηθεί τόσο η αυταπάτη μιας λαϊκής αυτενέργειας χωρίς διαμεσολαβήσεις και έξω από κάθε υπάρχουσα μορφή κοινωνικο-πολιτικής συγκρότησης όσο και ο πειρασμός της αυτάρκειας ενός καρτέλ οργανώσεων και φορέων, έστω και στη βάση ενός ικανοποιητικού προγράμματος.

Με δεδομένη την κατάσταση των κοινωνικών και πολιτικών οργανώσεων πρέπει επίσης να τονισθεί η επιτακτική ανάγκη πειραματισμού και ανανέωσης των οργανωτικών μορφών και πρακτικών με στόχο την αναζωογώνηση των υπαρκτών αλλά και τη δημιουργία καινούργιων, ικανών να διεισδύσουν σε χώρους (και είναι πάμπολοι) που στερούνται κάθε οργανωτικής παρουσίας: ας σκεφτούμε την κατάσταση του σ.κ. στο μεγαλύτερο μέρος του ιδιωτικού τομέα, τη νεολαία έξω από τα πανεπιστήμια, τους μετανάστες, τον κόσμο της γειτονιάς.

 Ολα αυτά μπορεί να μοιάζουν εξαιρετικά φιλόδοξα και δύσκολα. Αλλά κανείς δεν ισχυρίστηκε ότι, μετά τα όσα συνέβησαν στον προηγούμενο αιώνα, η επιστροφή της Αριστεράς σε μια λογική νικηφόρου αγώνα θα ήταν μια εύκολη υπόθεση. Αρκεί να είμαστε τουλάχιστον σε θέση να βλέπουμε κι εμείς, από τη δική μας πλευρά, μέσα στη συγκυρία της επερχόμενης καταστροφής τα ψήγματα του καινούργιου, την αίσθηση της κρισιμότητας των στιγμών, τη δυνατότητα μιας υπέρβασης. Ωστε να πάψει επιτέλους, για να γυρίσουμε στα αρχικά λόγια του Τσίρκα, η επιβεβαίωση της απαισιοδοξίας του νου να αποτελεί τη μόνη αντιστάθμιση των χαμένων στοιχημάτων ζωής.

Αθήνα, 30 Αυγούστου 2010


[1]     Σ. Τσίρκας, Η χαμένη άνοιξη, Κέδρος, 1976, σελ. 227.

[2]     Βλέπε το σημαντικό άρθρο του Δημήτρη Μπελαντή «Η κατάλυση του Συντάγματος», Εποχή, 16/5/2010.

[3]     Ν. Πουλαντζάς, Η κρίση των δικτατοριών, Παπαζήσης, 1976, σελ. 106.

[4]     Ν. Πουλαντζάς, Φασισμός και δικτατορία, Ολκός, 1975, σελ. 103.

Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2010

Γιατί όχι τον Αλαβάνο;

Ημερομηνία δημοσίευσης: 02/09/2010 ΑΥΓΗ

Του Θανάση Καρτερού

Υπάρχει ένα το κρατούμενο στη σκέψη των ιθυνόντων του ΣΥΝ, όπως προκύπτει τουλάχιστον από τις κινήσεις για τις επικείμενες εκλογές. Αποκλείεται ο Αλαβάνος! Μπορούμε να το συζητήσουμε για όλους τους πιθανούς και απίθανους, αλλά όχι γι’ αυτόν.
Γιατί αλήθεια να μην το συζητήσουμε;. Δεν μιλάμε για τον ίδιο Αλαβάνο που βοήθησε όσο λίγοι την αριστερά να ξεφύγει από το γκέτο της; Που κουβαλάει ιστορία δεκαετιών, από τα μπουντρούμια της Ασφάλειας ως το δύσκολο σήμερα; Που είχε μόλις χτες αξιολογότατη διείσδυση τόσο στον χώρο του ΠΑΣΟΚ, όσο και σε άλλους όμορους χώρους; Που έστρεψε από τους πρώτους τα πυρά του κατά του Μνημονίου; Που διαθέτει την πολιτική πείρα και το επικοινωνιακό ταλέντο για τέτοιες μάχες; Που οι μεγαλύτερες συνιστώσες -πλην Συν εννοείται- του ΣΥΡΙΖΑ θα έβλεπαν θετικά την υποψηφιότητά του; Που ανένταχτοι αριστεροί, απλοί αγωνιστές και προσωπικότητες του χώρου, θα χειροκροτούσαν; Που η καθόλου ευκαταφρόνητη μειοψηφία του Συνασπισμού θα δεχόταν, έστω κι αν διαφωνεί σε πολλά μαζί του; Που θα μπορούσε να ανοίξει ένα παράθυρο ενότητας σε μια στιγμή που άλλοι κλείνουν κατάμουτρα πόρτες;
Απέναντι σε όλα αυτά διατυπώνονται και διαρρέουν επιχειρήματα για την πρόσφατη στάση του, τις αποκλίνουσες κινήσεις του, την αντιπαλότητά του με την ηγεσία του ΣΥΝ, το Μέτωπο που επιχειρεί να συγκροτήσει, τον διχασμό του κόσμου της αριστεράς κ.λπ. Επιχειρήματα λογικά, που όλα όμως συγκλίνουν σε ένα και μόνο ζήτημα: στην από ένα σημείο και πέρα δημόσια και εξοργιστική για ορισμένους στάση του -αντιηγετική, αντικομματική, διασπαστική και βάλε. Που ωθεί, καθώς οι κομματικές πλειοψηφίες έχουν πάντα ένστικτο αυτοσυντήρησης, στον αποκλεισμό του. Ασυζητητί!
Καταργούν όμως όλα αυτά το γεγονός ότι ο Αλαβάνος παραμένει αμετανόητος αριστερός, κινείται στο μετωπικό σχήμα έστω και ως απλό μέλος του, δεν κηρύσσει το μνημονιακό συμβιβασμό όπως άλλοι, με τους οποίους εντούτοις η συνεργασία δεν αποκλείεται; Ότι μιλάμε για ενωτικό ψηφοδέλτιο τοπικής αυτοδιοίκησης και όχι κομματικής διοίκησης; Ότι ακόμα και η κομματική ενότητα απαιτεί αυτοπεποίθηση και όχι φοβίες και εξασφαλίζεται με ανοιχτόκαρδες κινήσεις και όχι με οχυρωματικά έργα; Ότι η συσπείρωση απαιτεί ταπείνωση των εγωισμών; Ότι τελικώς άλλο πράγμα το πολιτικά αιτιολογημένο όχι στην υποψηφιότητα Αλαβάνου και άλλο η αντιμετώπισή της με όρους κομματικής συνωμοσίας;