Κυριακή, 18 Ιουλίου 2010

ΟΤΑΝ Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΨΑΧΝΕΙ ΤΟ ΔΡΟΜΟ ΤΗΣ

 Οδικό σήμα σε κόμβο της πόλης Mount Isa στην Αυστραλία (από τη Wikipedia)
 Ποιον βλάπτει και ποιον ωφελεί  η αναζήτηση της ενότητας;

του Χ.Γεωργούλα, από την ΕΠΟΧΗ, 18.07.10

Μια τάση υποτίμησης της ενότητας των πολιτικών δυνάμεων της αριστεράς πλανάται στην ατμόσφαιρα. Η επιμονή στην ευρύτερη δυνατή ενότητα –λένε– καταντάει εμμονή που εμποδίζει μια άλλη ενότητα, «των δυνάμεων του λαού» «ενάντια στον κοινό εχθρό»1.

Το επιστέγασμα μια τέτοιας ανάλυσης: «Η ενότητα δράσης του λαού δεν περνά αναγκαστικά μέσα από την κοινή δράση της αριστεράς, αλλά μέσα από ένα ενιαίο κοινωνικοπολιτικό μέτωπο των ίδιων των εργαζομένων».

Μια πρώτη παρατήρηση θα μπορούσε να είναι ότι ο ισχυρισμός αυτός γειτονεύει επικίνδυνα με την αντίληψη της σημερινής ηγεσίας του ΚΚΕ: δεν χρειάζεται να ασχολούμαστε με τις οργανώσεις και τα κόμματα της αριστεράς, αρκεί να επιχειρήσουμε απ’ ευθείας, χωρίς διαμεσολάβηση, την ενοποίηση των «λαϊκών δυνάμεων», με στόχο τη «λαϊκή εξουσία» και τη «λαϊκή οικονομία».

Στην περίπτωση του Περισσού εννοείται ότι το ρόλο του πολιτικού υποκειμένου της αριστεράς παίζει αποκλειστικά και αναμφισβήτητα το ίδιο το ΚΚΕ. Στη δική μας περίπτωση ποιος υποτίθεται ότι θα παίξει αυτό το ρόλο; «Υπάρχει αριστερά σήμερα, που μπορεί και πρέπει να πρωτοστατήσει σ’ ένα τέτοιο ενιαίο μέτωπο; Ναι υπάρχει. Δεν θα τη βρείτε στις ηγεσίες και τους μηχανισμούς των κομμάτων της (...) Θα τη βρείτε να αναπτύσσεται ραγδαία στους χώρους δουλειάς και τις γειτονιές, εκεί που αρχίζουν να ξεπετάγονται τα έμβρυα μιας αυθεντικής λαϊκής οργάνωσης».

Μια τέτοια απάντηση, όμως, δεν αντιστοιχεί στο ερώτημα «με ποια αριστερά;». Ουσιαστικά το παρακάμπτει. Γι’ αυτό και καταλήγει, χωρίς περιφράσεις, στο συμπέρασμα: είναι «άμεση και επείγουσα ανάγκη το ενιαίο μέτωπο των ίδιων των εργαζομένων». Δεν μας χρειάζεται, δηλαδή, πολιτικός διαμεσολαβητής.

Το συμπέρασμα αυτό μπορεί να κατανοηθεί μόνο ως προϊόν απογοήτευσης από τις πολιτικές δυνάμεις της αριστεράς. Δεν μπορεί, όμως, να αποτελέσει βάση για ερμηνεία της πραγματικότητας της αριστεράς ούτε οδηγό για την υπέρβασή της.

Τα κόμματα και οι οργανώσεις της αριστεράς δεν θα πάψουν να υπάρχουν επειδή θα τα αγνοήσουμε. Οι εργαζόμενοι δεν θα πάψουν να αποβλέπουν σ’αυτά για να εκπροσωπηθούν στο πολιτικό πεδίο και να διασφαλίσουν στο πεδίο αυτό την προβολή και διεκδίκηση των αιτημάτων τους (ας αφήσουμε το γεγονός ότι μεγάλο μέρος τους εξακολουθεί να βρίσκεται υπό την επιρροή μη εργατικών, μη αριστερών κομμάτων). Αναθέτοντας το έργο της συγκρότησης μετώπου απ’ ευθείας στους εργαζόμενους, χωρίς πολιτική διαμεσολάβηση, δεν ξεμπλέκουμε με τις πολιτικές δυνάμεις της αριστεράς, όποια γνώμη κι αν έχουμε γι’ αυτές.

Ούτε πανάκεια ούτε κατάρα

Η ενότητα των πολιτικών δυνάμεων της αριστεράς δεν είναι, βέβαια, πανάκεια. Δεν αποτελεί μοναδική προϋπόθεση ή ικανό όρο για την επιτυχή έκβαση των αγώνων.

Αποτελεί, ωστόσο, σαφή ένδειξη ότι οι διάφορες πολιτικές εκφράσεις των εργαζομένων και των λαϊκών τάξεων έχουν σημειώσει ουσιαστική σύγκλιση σ’ έναν ή περισσότερους σημαντικούς πολιτικούς στόχους. Γεγονός που υποδηλώνει κάτι πολύ σημαντικό: ότι, κατά τεκμήριο, έχει συνειδητοποιηθεί ευρύτερα η ανάγκη να αναληφθεί στις συγκεκριμένες περιστάσεις ο ιστορικός ρόλος της αμφισβήτησης της κυριαρχίας του αστισμού και του συστήματος πολιτικής εξουσίας του.

Ανατροπές πολιτικές, και μάλιστα ιστορικής σημασίας, έχουν πραγματοποιηθεί και χωρίς αυτή την προϋπόθεση. Η πιο πρόσφατη ήταν η ανατροπή της σχεδόν τριαντάχρονης κυριαρχίας της δεξιάς το 1981. Το χαρακτηριστικό σ’ αυτού του είδους τις ανατροπές είναι ότι η έλλειψη ισχυρού πολιτικού σχηματισμού της αριστεράς, αφενός δεν επιτρέπει τη διεκδίκηση της ηγεμονίας των δυνάμεων της εργασίας στο πολιτικό πεδίο τη στιγμή της ανατροπής, αφετέρου εμποδίζει τη διεκδίκησή της κατά την εξέλιξη αυτών των ανατροπών.

Η υπόθεση ότι μπορεί η ίδια η εργατική τάξη να αναλάβει δράση χωρίς πολιτικούς διαμεσολαβητές στο πολιτικό πεδίο, δεν επιβεβαιώνεται στην πράξη και δεν στηρίζεται στις θεωρητικές αναλύσεις μας.
Όταν προβάλλεται, πάντως, μια τέτοια υπόθεση ως άμεση προοπτική, τότε δύο πράγματα μπορεί να συμβαίνουν:
• Είτε οι υπαρκτές πολιτικές εκφράσεις των υποτελών τάξεων δεν επαρκούν στο σύνολό τους και, συνεπώς, η ενότητά τους δεν μπορεί να αποτελέσει ποιοτική αλλαγή στην κατάσταση της αριστεράς
• Είτε θεωρούμε ότι είναι προτιμητέα η ανάδειξη και διάκριση εκείνων των μειοψηφικών, έστω, δυνάμεων ανάμεσά τους, που έχουν κατά τεκμήριο συνειδητοποιήσει την ιστορική ευθύνη και την ανάγκη να την αναλάβουν.

Ζήτημα ενότητας ή επάρκειας;

Στην πρώτη περίπτωση, το ερώτημα που τίθεται στην πραγματικότητα, δεν είναι αν αποτελεί αναγκαίο όρο η ενότητα, αλλά αν οι υπαρκτές δυνάμεις της αριστεράς συνειδητοποιούν το ρόλο και την ευθύνη τους, ώστε να οδηγηθούν στην κοινή δράση. Αν δεν τον συνειδητοποιούν, η ενότητά τους δεν πρόκειται να «σώσει» κανέναν. Το ζητούμενο, λοιπόν, θα ήταν ίσως η επανίδρυση των δυνάμεων της αριστεράς και όχι η «απάλειψή» τους από τον χάρτη. Αν μας φταίει το γαϊδούρι, γιατί να χτυπάμε το σαμάρι-ενότητα;

Στη δεύτερη περίπτωση υφέρπει μια διάκριση μεταξύ ορθοφρονούντων και μη, που ουσιαστικά αναιρεί το «ερώτημα» της ενότητας και υποβάλλει το αίτημα της κατ’ απονομήν πρωτοπορίας: «Μια κρίσιμη μάζα αγωνιστών διατρέχει οριζόντια τα κόμματα της αριστεράς και ξέρει να θέτει τα πιο άμεσα ζητήματα κοινής δράσης πάνω από τις γενικότερες ιδεολογικές διαφορές».

Σε συνθήκες κατακερματισμού της αριστεράς ποιος θα κάνει τη διάκριση και με ποια κριτήρια; Για τους μαρξιστές υπάρχει ένα κριτήριο που συναντά τις λιγότερες αμφισβητήσεις: το κριτήριο της πράξης, όπου δοκιμάζεται κάθε ισχυρισμός, κάθε επιλογή.

Αν πρέπει να δοκιμαστεί άλλη μια φορά η εκδοχή τής πρωτοπορίας, που αρκεί να δώσει το έναυσμα ώστε να εγερθεί η διστακτική τάξη, ας δοκιμαστεί. Και η ζωή θα δείξει.

Να σημειώσουμε μόνο ότι η υποτίμηση της ανάγκης ενός ισχυρού, ενωτικού, ριζοσπαστικού πολιτικού σχηματισμού, εκφραστή των συμφερόντων της εργαζόμενης τάξης, με συνείδηση της αποστολής του να προκαλέσει τη μέγιστη δυνατή συσσώρευση πολιτικής ισχύος γύρω του, οδηγεί συνήθως στο αντίθετο αποτέλεσμα: δηλαδή, όχι στην απ’ ευθείας εξέγερση της τάξης, αλλά στην έκθεσή της στον κίνδυνο της ιδεολογικής επιρροής και πολιτικής υπαγωγής στα σχέδια άλλων κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων.

Σημείωση
Τα εντός εισαγωγικών αποσπάσματα προέρχονται από το κείμενο του Δημ. Καζάκη («Δρόμος» 10-7-2010), που είναι αναρτημένο στον ιστότοπο της «Εποχής».(ΣΗΜ. Τ&Χ ακριβώς παρακάτω)

1. Γεγονός που εξηγεί και την εχθρική τοποθέτηση απέναντι σε κάθε προσπάθεια, όπως η πιο πρόσφατη, της «πρωτοβουλίας για το διάλογο και την κοινή δράση της αριστεράς», που καταγγέλλεται ως ανασταλτική της λαϊκής δράσης!



Η περίοδος απαιτεί μια εντελώς διαφορετική ενότητα
  
του Δημήτρη Καζάκη

Στην Αριστερά κυριαρχούσε, ανέκαθεν, μια ιδιότυπη έπαρση. Για κάποιον περίεργο και μεταφυσικό λόγο θεωρείται, ως δεδομένο από πολλούς, ότι ο λαός, οι εργαζόμενοι, η εργατική τάξη έχουν απόλυτη ανάγκη την Αριστερά και, μάλιστα, ανεξάρτητα από την πραγματική κατάσταση της ίδιας της Αριστεράς. Επομένως, το κυρίαρχο ζήτημα είναι πρώτα να κάνει διάλογο η Αριστερά, να τα βρει με τον εαυτό της και κατόπιν να αναλάβει τα ηνία του λαού, ο οποίος υποτίθεται ότι δεν τον απασχολεί τίποτε άλλο εκτός από το πότε και το πώς θα τεθεί επικεφαλής η Αριστερά. Μέχρι, όμως, να γίνει κάτι τέτοιο θα πρέπει υπομονετικά να περιμένει πότε θα είναι έτοιμη η αριστερά για να ηγηθεί του αγώνα. 1

Το σκηνικό είναι γνώριμο από παλιά. Το έργο έχει παιχτεί πολλές φορές από την εποχή της «ενωμένης αριστεράς» του 1974, του πάλαι ποτέ ενιαίου συνασπισμού της δεκαετίας του ’80 και πάει λέγοντας μέχρι τις μέρες μας. Κάθε φορά που η ζωή και η ταξική πάλη επιτάσσει να στραφούμε στον κόσμο, στους απλούς εργαζόμενους, να οργανώσουμε τη μαζική πάλη τους, να βοηθήσουμε στο ξεκαθάρισμα των άμεσων στόχων και των αιτημάτων εκείνων που θα επιτρέψουν να γεννηθεί ένα αληθινό πλειοψηφικό κίνημα μέσα στο λαό και την εργατική τάξη, ορισμένοι αναζητούν καταφύγιο στο διάλογο της Αριστεράς στη βάση του «όλοι αριστεροί είμαστε, προς τι το μίσος και ο αλληλοσπαραγμός».

Η περίοδος στην οποία βρισκόμαστε δεν είναι συνηθισμένη. Οι εξελίξεις είναι καταιγιστικές και αδυσώπητες. Δεν αφήνουν περιθώρια για γενικές αναζητήσεις στο χώρο της Αριστεράς. Τα πράγματα είναι εξαιρετικά απλά. Ή θα κινητοποιηθεί η μεγάλη πλειοψηφία της εργατικής τάξης, των εργαζομένων, του λαού και της νεολαίας, ή θα ζήσουμε πρωτόγνωρες καταστάσεις κοινωνικής αποσύνθεσης και διάλυσης. Πώς όμως θα γίνει να κινητοποιηθεί η πλειοψηφία του λαού; Με εκκλήσεις για να βγει στο δρόμο και να ανατρέψει την κυβέρνηση και τα μέτρα; Αρκεί αυτό, ή αποτελεί ένα βολικό άλλοθι για να χρεωθεί στου ίδιους τους εργαζόμενους η ήττα, σύμφωνα με το γνωστό «εμείς τα λέγαμε, καλούσαμε τον κόσμο να ξεσηκωθεί, αλλά αυτός είναι βλάκας και δεν καταλαβαίνει».

Απαιτείται ενότητα δράσης του λαού


Το ζητούμενο σήμερα δεν είναι η ενότητα της Αριστεράς, ούτε ένα αριστερό μέτωπο, όπως κι αν το εννοεί κανείς, αλλά η ενότητα δράσης της πλειοψηφίας του λαού. Και η πλειοψηφία αυτή δεν βρίσκεται σήμερα στην Αριστερά, ούτε καν έχει εμπιστοσύνη στην Αριστερά. Όχι γιατί η Αριστερά είναι διασπασμένη, αλλά γιατί δεν απαντά στα άμεσα προβλήματά του με τρόπο πειστικό και ρεαλιστικό από τη σκοπιά των συμφερόντων του. Γι’ αυτό και η ενότητα δράσης του λαού δεν περνά αναγκαστικά μέσα από την κοινή δράση της Αριστεράς, αλλά μέσα από ένα ενιαίο κοινωνικοπολιτικό μέτωπο των ίδιων των εργαζομένων. Κι αυτό απαιτεί μια εντελώς διαφορετική ενότητα. Όχι μια ενότητα για την ενότητα, αλλά μια ενότητα ανοιxτή σε όλους, σε όλες τις δυνάμεις του λαού, που αποδέχονται την κοινή δράση ενάντια στον κοινό εχθρό στη βάση των πιο άμεσων και ζωτικών αιτημάτων για την επιβίωση των εργαζομένων και της χώρας.

Για να κατακτηθεί μια τέτοια ενότητα στην πράξη πρέπει πρώτα να χωρίσουμε για να ενωθούμε. Όχι για να ενωθούμε μεταξύ μας, αλλά για να ενωθούμε πρώτα και κύρια με τον απλό κόσμο. Και πρέπει πρώτα να χωρίσουμε με όλους εκείνους που μπορεί να φωνάζουν πιο δυνατά απ’ όλους ενάντια στην κυβέρνηση, τα μέτρα, το ΔΝΤ, το Μνημόνιο, αλλά δεν τολμούν να απαντήσουν ανοιχτά και ξεκάθαρα –από τη σκοπιά των συμφερόντων των εργαζομένων και του λαού– τι πρέπει να κάνουμε με το χρέος και με το ευρώ.

Αυτό το ενιαίο μέτωπο της πλειοψηφίας των εργαζομένων δεν μπορεί να το εκφράσει κανένα σχέδιο της «παναριστεράς», όσο ριζοσπαστικό κι αν εμφανίζεται στα λόγια, όπως άλλωστε δεν το εξέφρασε ποτέ έως τώρα. Όσοι συναρπάζονται με τέτοια εγκεφαλικά σχέδια, αρνούνται ή αδυνατούν να κατανοήσουν ότι η Αριστερά έχει μόνο ένα χρέος: Να φανεί χρήσιμη στον αγώνα που διεξάγει σήμερα η εργατική τάξη και γενικά ο λαός για την επιβίωση του. Αν δεν μπορεί να το κάνει αυτό, οφείλει να καταλήξει στο σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας.

Υπάρχει Αριστερά, σήμερα, που μπορεί και πρέπει να πρωτοστατήσει σ’ ένα τέτοιο ενιαίο μέτωπο; Ναι υπάρχει.

Δεν θα τη βρείτε στις ηγεσίες και τους μηχανισμούς των κομμάτων της, ούτε στους διαλόγους των «επωνύμων» επί παντός επιστητού. Θα την βρείτε να αναπτύσσεται ραγδαία μέσα στους χώρους δουλειάς και τις γειτονιές, εκεί όπου αρχίζουν να ξεπετάγονται για πρώτη φορά τα «έμβρυα» μιας αυθεντικής λαϊκής οργάνωσης, μέσα από επιτροπές και πρωτοβουλίες μέχρι χθες ανένταχτων, αλλά και ενταγμένων, που ψάχνουν να βρουν τρόπους κοινής δράσης με τους γείτονες και τους συναδέλφούς τους για να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τα πιο κρίσιμα και επείγοντα προβλήματα της περιόδου.

Πρόκειται για μια κρίσιμη μάζα αγωνιστών που διατρέχει οριζόντια τα κόμματα και τις οργανώσεις της Αριστεράς και ξέρει να θέτει τα πιο άμεσα αιτήματα της κοινής δράσης πάνω από τις γενικότερες ιδεολογικοπολιτικές διαφορές. Εκεί βρίσκεται η ελπίδα. Κι εκεί μόνο μπορεί να στηριχθεί μια αληθινή πολιτική πρωτοβουλία που δεν θα αναλώνεται με τα όποια κοινά σημεία της Αριστεράς, αλλά θα θέτει ως άμεση και επείγουσα ανάγκη το ενιαίο μέτωπο των ίδιων των εργαζομένων, της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού.

1. Δυστυχώς, αυτή την αντίληψη αποπνέει και η πρωτοβουλία που δημοσιοποιήθηκε αυτή την εβδομάδα με σκοπό τον διάλογο και την κοινή δράση της Αριστεράς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου