Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2011

Σαλβατόρ Αλιέντε, Η τελευταία ημέρα της ζωής του

Αντίσταση και μνήμη. Αφίσα διαμαρτυρίας για τα εγκλήματα της χιλιανής χούντας. «Ας μάθουμε να ζούμε μ' αυτούς που μας λείπουν», γράφει ο συγγραφέας Λουίς Σεπουλβέδα
από το EAGAINST.COM
 
“Πριν ακόμη οι Δίδυμοι Πύργοι του Μανχάταν γίνουν παγκόσμια σύμβολα, ένα άλλο κτίριο, μια άλλη 11η Σεπτεμβρίου, γινόταν το σύμβολο μιας μαύρης ιστορικής περιόδου. Πάνε πάνω από τρεις δεκαετίες από τότε που το πραξικόπημα του Πινοσέτ έθαψε τη Χιλιανή δημοκρατία για 17 ολόκληρα χρόνια.

Η Μονέδα, το προεδρικό μέγαρο στο Σαντιάγο της Χιλής, κάτω από τα πυρά των αεροπλάνων και των αρμάτων μάχης του στρατηγού Πινοσέτ, ενσάρκωσε το ναυάγιο των ελπίδων της Αριστεράς – και όχι μόνο στην Λατινική Αμερική. Η αυτοκτονία του Αλιέντε μέσε σε εκείνο το μέγαρο σημάδεψε τη διάλυση του ονείρου πως μια σοσιαλιστική επανάσταση ήταν εφικτή μέσα στο πλαίσιο των δημοκρατικών θεσμών. Πικρός καρπός της αποτυχίας της κυβέρνησης της Λαϊκής Ενότητας να εξουδετερώσει την εχθρότητα των μεσαίων τάξεων, το πραξικόπημα ήταν επίσης το αποτέλεσμα μιας τεράστιας επιχείρησης αποσταθεροποίησης, οργανωμένης από τις ΗΠΑ, που ήταν αποφασισμένες να επιβάλουν μια «αλλαγή καθεστώτος». Η 11η Σεπτεμβρίου 1973 άνοιξε το δρόμο σε είκοσι χρόνια δικτατοριών, «βρόμικων πολέμων», σφαγών, βασανιστηρίων, εξορίας και κυνηγητού χιλιάδων προοδευτικών ανθρώπων σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική με την υποστήριξη της Ουάσινγκτον. Τριάντα χρόνια ύστερα από εκείνη την 11η Σεπτεμβρίου στη Χιλή, όπως και στις περισσότερες άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής, έχει αποκατασταθεί η δημοκρατία. Όμως, η Χιλιανή δημοκρατία παραμένει υπό στρατιωτική επιτήρηση. Ο Πινοσέτ και οι Αμερικάνοί προστάτες του (μεταξύ των οποίων και ο διαβόητος Κίσινγκερ) παραμένουν ατιμώρητοι. Η τύχη των εξαφανισθέντων παραμένει ακόμα αδιευκρίνιστη. Το τραύμα είναι ανοιχτό

11 Σεπτεμβρίου 1973. Στρατιώτες μεταφέρουν τη σορό του Σαλβατόρ Αλιέντε. Αυτοκτόνησε για να μην πέσει στα χέρια του Πινοσέτ.


















Μια άλλη 11η Σεπτεμβρίου

Είναι λίγο μετά τις δύο το μεσημέρι, 11 Σεπτεμβρίου 1973. «Από το προεδρικό μέγαρο οι πυροσβέστες έβγαλαν ένα πτώμα πάνω σε φορείο, τυλιγμένο με μια παραδοσιακή κολομβιανή κουβέρτα. Κατάλαβα πως ήταν αυτός. Αναγνώρισα τον Σαλβατορ Αλιέντε από τα παπούτσια του». Ο Μάνουελ Κορτές ήταν μέλος της Ομάδας Φίλων του Προέδρου (GAP), που από χρόνια είχε αναλάβει την προστασία του. Την αποτελούσαν ένοπλοι μαχητές που προέρχονταν από το Σοσιαλιστικό Κόμμα και από το Κίνημα Επαναστατικής Αριστεράς (MIR), πάνω κάτω καμιά εξηνταριά άνθρωποι. Ο Μάνουελ Κορτές θυμάται: «Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως η αποστολή μας είχε τελειώσει. Και κατέρρευσα». Μέσα στο γραφείο του στην Μονέδα, περικυκλωμένος, παγιδευμένος, ο Σαλβατορ Αλιέντε είχε αυτοκτονήσει με το ΑΚ47 που του είχε δωρίσει κάποτε ο Φιντέλ Κάστρο, όπως απόδειξαν αργότερα οι αυτοψίες.

Όταν τελείωσαν όλα

Τέσσερις ώρες αργότερα, η χούντα των αρχηγών των ενόπλων δυνάμεων, ο Γκουστάβο Λέι (αεροπορία), ο Χοσέ Μερίνο (ναυτικό) και ο Αουγκούστο Πινοσέτ (στρατός ξηράς), μαζί με τον αρχηγό των καραμπινιέρων (αστυνομία), αναλάμβαναν την διακυβέρνηση της χώρας, κήρυτταν κατάπαυση του πυρός, απαγόρευαν κάθε πολιτική δραστηριότητα, έκλειναν το Κογκρέσο και υπόσχονταν να σεβαστούν «το σύνταγμα και τους νόμους της δημοκρατίας στο μέτρο που το επιτρέπει η παρούσα κατάσταση». Γνωρίζουμε τι επακολούθησε: χιλιάδες εκτελέσεις και εξαφανίσεις, δεκάδες χιλιάδες βασανισμοί, εκατοντάδες χιλιάδες εκτοπίσεις. Εκείνη τη μέρα ο Μάνουελ Κορτές είχε ξυπνήσει στις επτά το πρωί από ένα τηλεφώνημα: κινήσεις στρατευμάτων στην πρωτεύουσα, ο Σαλβατόρ Αλιέντε έχει κλειστεί στην Μονέδα. Ο πρόεδρος είχε ενημερωθεί στις έξι και είκοσι για την εξέγερση του ναυτικού στο Βαλπαρέζο.

Ένας πρόεδρος πολιορκημένος

Το πραξικόπημα είχε αρχίσει τη νύχτα με το σχέδιο «Σιωπή», που είχε στόχο να διακόψει τις επικοινωνίες και να επιβάλει τη σιγή στους ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς που πρόσκεινταν στον Αλιέντε. Επικεφαλής μιας ομάδας επτά μελών της GAP ο Μάνουελ Κόρτες έχει αναλάβει να προετοιμάσει ένα σχέδιο φυγάδευσης του προέδρου με αυτοκίνητο. Συναντιούνται στο υπουργείο Δημοσίων Έργων, στο δρόμο πλάι στο προεδρικό μέγαρο. Από εκεί θα παρακολουθήσουν την πολιορκία της Μονέδα: ανταλλαγή πυρών πολυβόλων, επιθέσεις αρμάτων μάχης, ρίψεις ρουκετών από αεροπλάνα Χόκερ. Δεν υπάρχει πια οδός διαφυγής για τον πρόεδρο. «Δεν θα υποχωρήσω, θα ξεπληρώσω με τη ζωή μου την αφοσίωση του λαού», λέει ο Σαλβατόρ Αλιέντε στο τελευταίο του διάγγελμα από το ραδιόφωνο. «Έχω τη βεβαιότητα πως η θυσία μου δεν θα είναι μάταιη. Είμαι σίγουρος πως θα είναι τουλάχιστον ένα ηθικό μάθημα κατά της διαφθοράς, της υποταγής και της προδοσίας».

Οι στρατιωτικοί του είχαν υποσχεθεί πως θα τον φυγάδευαν με αεροπλάνο από τη χώρα, αν παραδιδόταν «άνευ όρων». Μια παγίδα, όπως αποδείχτηκε αργότερα από τις καταγεγραμμένες συνδιαλέξεις των πραξικοπηματιών, του ναυάρχου Πατρίτσιο Καρβαχάλ και του Πινοσέτ. «Να παραδοθεί χωρίς όρους και να του χαρίσουμε, ας πούμε, την ζωή;» ρωτούσε ο πρώτος. «Ναι, τη ζωή του και τη σωματική ακεραιότητά του. Και να τον πάμε αμέσως κάπου αλλού. Θα τηρήσουμε την πρότασή μας να τον φυγαδεύσουμε από τη χώρα, αλλά το αεροπλάνο του θα πέσει» (εδώ ο Πινοσέτ ξεσπάει σε γέλια).

Το δίκτυο της συνωμοσίας


Το προεδρικό μέγαρο φλέγεται. Ο πρόεδρος Σαλβατόρ Αλιέντε έδιωξε μακριά τα παιδιά του και αντιστάθηκε στην εισβολή του στρατού. Η μάχη αποδείχθηκε άνιση.



Από πότε συνωμοτούσαν οι Χιλιανοί στρατηγοί; Από τις 30 Ιουνίου 1973, όταν οι αξιωματικοί συγκρότησαν τη «χούντα των δεκαπέντε» (πέντε από κάθε όπλο των ενόπλων δυνάμεων); Πολύ νωρίτερα, μετά τη δολοφονία στις 22 Οκτωβρίου 1970 του Ρενέ Σνάιντερ, αρχηγού του στρατού ξηράς και προσκείμενου στον Αλιέντε, από παρακρατικούς που συνδέονταν με τη CIA, πριν ακόμη αναλάβει την εξουσία ο σοσιαλιστής πρόεδρος; Ή κάπου ανάμεσα σε αυτές τις δύο ημερομηνίες, όταν επιδεινωνόταν η οικονομική και κοινωνική κρίση και όταν ο Αλιέντε εκλεγόταν με τον αριστερό συνασπισμό Λαϊκής Ενότητας στις 4 Σεπτεμβρίου 1970, με αυτούς τους «μαρξιστές-λενινιστές» που έχουν θέσει σε εφαρμογή «ένα σχέδιο συστηματικής καταστροφής της Χιλής», όπως θα πουν αργότερα στη διακήρυξή τους οι πραξικοπηματίες; Λίγους μήνες πριν το πραξικόπημα, η ένταση έχει φτάσει στο αποκορύφωμά της. Ο πληθωρισμός άγγιζε το 500%. Οι απεργίες πλήθαιναν, στα ορυχεία χαλκού, στις δημόσιες μεταφορές, στους φορτηγατζήδες. Αυτοί, με τη βοήθειά της CIA, παρέλυσαν τη χώρα και προκάλεσαν σοβαρές ελλείψεις σε είδη βασικής διατροφής. Η άκρα Δεξιά δρούσε ανενόχλητη με παρακρατικές ομάδες και η άκρα Αριστερά οργάνωνε καταλήψεις γαιών και εργοστασίων. Στα τρία χρόνια που άντεξε η κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας στρατηγοί και ναύαρχοι υποκινούνταν από τις ΗΠΑ κατά του Αλιέντε. Η εντολή που είχε λάβει ο σταθμάρχης της CIA στο Σαντιάγο ήταν να τροφοδοτήσει «ένα κλίμα ευνοϊκό για πραξικόπημα», με ελιγμούς οικονομικής αποσταθεροποίησης και προπαγάνδας. Πρώτα επιδίωξε το διχασμό του κυβερνητικού συνασπισμού και ύστερα την ήττα της Λαϊκής Ενότητας στις βουλευτικές εκλογές το Μάρτιο του 1073. Μάταια. Το κυβερνητικό μέτωπο κέρδισε άλλες 6 έδρες στη Βουλή και 2 έδρες στη Γερουσία, αποσπώντας το 43,3% των ψήφων.

«Ευνοϊκό κλίμα»

Η CIA θέλει να προχωρήσει παραπέρα. Μα η Ουάσιγκτον διστάζει. Ο πρόεδρος Νίξον δεν διακινδυνεύει πολιτικά, αν δεν είναι σίγουρος για την επιτυχία. Τελικά αποφασίζει «να μην υποστηριχτεί απόπειρα πραξικοπήματος, εκτός αν καταστεί σαφές οτι αυτό θα στηριχτεί από την πλειονότητα των ενόπλων δυνάμεων καθώς και από τη δημοκρατική αντιπολίτευση της χώρας, συμπεριλαμβανομένων των χριστιανοδημοκρατών». Η αποτυχία μιας πρώτης απόπειρας πραξικοπήματος από μερικούς θερμοκέφαλους αξιωματικούς, στις 29 Ιουνίου, δικαιώνει αυτήν την γραμμή. Όμως, η απομάκρυνση του αρχηγού των ενόπλων δυνάμεων, στρατηγού Πρατς, προσκείμενου στον Αλιέντε, και η αντικατάσταση του από τον Πινοσέτ αλλάζουν τις συνθήκες: Δημιουργούν το «ευνοϊκό κλίμα». Επικρατεί η διάχυτη εντύπωση ότι ο Πινοσέτ θα είναι αρχηγός ενός επικείμενου πραξικοπήματος. Στη CIA είναι ήδη γνωστό ότι «η απόπειρα πραξικοπήματος θα γίνει την 11η Σεπτεμβρίου», όπως αποκαλύπτουν σήμερα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα της υπηρεσίας. Δυο μέρες μετά την εκδήλωση του πραξικοπήματος, ο Αμερικάνός πρεσβευτής στο Σαντιάγο λαμβάνει αυτό το τηλεγράφημα από την Ουάσιγκτον: «Η αμερικάνική κυβέρνηση επιθυμεί να εκφράσει σαφώς τη βούληση της να συνεργαστεί με τη στρατιωτική χούντα και να τη βοηθήσει με κάθε πρόσφορο μέσο».

Με τα όπλα παρά πόδα

«Δικτάτορας ο Πινοσέτ; Αυτή είναι μια καρικατούρα του ξένου μαρξιστικού Τύπου. Η ιστορία θα τον δικαιώσει ως τον καλύτερο πρόεδρο που γνώρισε ποτέ η χώρα». Μιλάει ένας πρώην στενός συνεργάτης του στρατηγού, απόστρατος στρατηγός και αυτός, ο Χόρχε Μπαλερίνο, «Σε αυτήν την χώρα οι ένοπλες δυνάμεις είναι παραδοσιακά απολιτικές. Δεν επεμβαίνουν στην πολιτική. Μα άλλο να μην επεμβαίνεις και άλλο να σωπαίνεις«. Σε αυτή την τελευταία φράση του συνοψίζεται το πρόβλημα της Χιλής, μιας δημοκρατίας που πολλοί θεωρούν ανολοκλήρωτη. Μιας δημοκρατίας υπό επιτήρηση. Ο στρατός μπορεί να μην έχει πια την εξουσία, αλλά την επιτηρεί. Είναι γραμμένο ακόμη και στο σύνταγμα του Πινοσέτ από το 1980, που για να τροποποιηθεί απαιτείται μια εξωπραγματική πλειοψηφία. «Οι ένοπλες δυνάμεις είναι οι εγγυήτριες της συνταγματικής τάξεως». Περίπτωση ασφαλώς μοναδική για μια δημοκρατία. Ο Χιλιανός στρατός διαθέτει πρωτοφανή διοικητική και οικονομική αυτονομία. Επικεφαλής του δεν είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, αλλά ο αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων. Πριν αποχωρήσει από την εξουσία. ο Πινοσέτ δέσμευσε το στρατιωτικό προϋπολογισμό με υποχρεωτική ετήσια αύξηση τουλάχιστον στο ύψος του πληθωρισμού. Εκτός αυτού, βάσει νόμου, στις ένοπλες δυνάμεις το 10% των εσόδων της εταιρείας χαλκού Κοντέλκο, της μεγαλύτερης δημόσιας επιχείρησης της χώρας – δηλαδή, πάνω κάτω, 400 εκατομμύρια ευρώ το χρόνο.

Αντίθετα με τον υπόλοιπο πληθυσμό, για τον οποίο τα πάντα είναι ιδιωτικοποιημένα, οι ένοπλες δυνάμεις διατηρούν ένα σύστημα κρατικής κοινωνικής ασφάλισης. Εξαιρετικά ελλειμματικά, τα στρατιωτικά συστήματα υγείας και συνταξιοδότησης χρηματοδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό. Και άλλη μια κληρονομιά του Πινοσέτ: 4 έδρες στη Γερουσία καταλαμβάνονται πάντα από διορισμένους στρατιωτικούς, που η ψήφος τους – πάντα δεξιά – βαραίνει στην πολιτική ζωή της χώρας. «Παρά την αποκατάσταση της δημοκρατίας», εξηγεί ο Ραούλ Σορ, διευθυντής του Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών και Διεθνούς Ασφαλείας, «αυτή η χώρα δεν ασκεί κανένα έλεγχο στις ένοπλες δυνάμεις της, που ζουν σαν να βρίσκονται σε άλλον πλανήτη, απομονωμένες από την κοινωνία. Οι στρατιωτικοί γεννιούνται σε στρατιωτικά νοσοκομεία, μεγαλώνουν σε στρατιωτικές κατοικίες, φοιτούν σε στρατιωτικά κολέγια. Δεν έχουν αλλάξει σε τίποτα. Και όταν δεν είναι ενσωματωμένος στο σύνολο, ο στρατός αποτελεί πάντα ενδεχόμενο κίνδυνο για την κοινωνία».
Για να ικανοποιήσει το δημόσιο αίσθημα, ο σοσιαλιστής πρόεδρος Ρικάρντο Λάγκος έβαλε να καθίσουν μαζί στο ίδιο τραπέζι δικηγόροι πολιτών και στρατιωτικοί και να συζητήσουν για τις παραβάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στα χρόνια της δικτατορίας. Επικράτησε ο νόμος της σιωπής.

Ο Σαλβατόρ Αλιέντε σε συγκέντρωση του κόμματός του. Ο ηγέτης της Χιλής υπήρξε λαοφιλής και αγωνίστηκε για σοσιαλισμό με δημοκρατία



«Η προτεραιότητα όλων των δημοκρατικών κυβερνήσεων μετά τον Πινοσέτ», λέει ο Ραούλ Σορ, «ήταν να μην υπάρχουν προβλήματα με τους στρατιωτικούς. Αν δει κανείς το εξοπλιστικό πρόγραμμα των χιλιανών ενόπλων δυνάμεων, θα νομίσει πως ετοιμάζονται για πόλεμο. Με τις αγορές όπλων, με αυτό το παιχνιδάκι που θέλουν να παίζουν οι στρατιωτικοί, η πολιτική εξουσία εξαγοράζει την ησυχία της».

Ιζαμπέλ Αλιέντε: «Μας αποχαιρέτησε σιωπηλά»

Δεν λέει «ο πατέρας μου». Λέει «ο Σαλβατορ Αλιέντε». Σαν να μην ανήκει πια σε αυτήν, αλλά στην ιστορία. Η Ιζαμπέλ Αλιέντε -, έχει ανεβάσει το οικογενειακό όνομα σε μία από τις πιο τιμητικές θέσεις της νέας χιλιανής δημοκρατίας: Εδώ και δύο χρόνια είναι πρόδερος της Βουλής. Μια ευχάριστη εξέλιξη για την ίδια, που είχε βρεθεί στο πλευρό του πατέρα της κατά την πολιορκία της Μονέδα και που υποχρεώθηκε να ζήσει δεκαέξι χρόνια εξόριστη στο Μεξικό.

Για εκείνο το πρωινό της 11ης Σεπτεμβρίου 1973 αυτή η επιβλητική γυναίκα, που σήμερα είναι 60 ετών, δεν μιλάει εύκολα, μίλησε όμως δε έναν δημοσιογράφο της «Λιμπερασιόν». Την ειδοποίησαν με ένα τηλεφώνημα στο ιδιαίτερο γραφείο του προέδρου. «Χωρίς να το πολυσκεφτώ, ντύθηκα, ετοίμασα μια βαλίτσα και έτρεξα στην Μονέδα». Μπόρεσε να περάσει ανάμεσα από τους στρατιώτες που είχαν πλημμυρίσει την πόλη. «Ήμουν πεπεισμένη πως τα πράγματα θα κανονίζονταν, πως ο στρατός μας θα σεβόταν το σύνταγμα και τους νόμους». Στην Μονέδα βρήκε τη μεγαλύτερη αδερφή της Μπεατρίζ – που αργότερα αυτοκτόνησε εξόριστη στην Κούβα. Και τον πατέρα της, που οργάνωνε την άμυνα του μεγάρου. «Είδα στο πρόσωπο του μια έκφραση σαν να μην πίστευε στα μάτια του. Μα ήταν χαρούμενος που είχε κοντά του τις κόρες του». Ο Αλιέντε μάζεψε δίπλα του όλους τους δικούς του που υπήρχαν στο κτίριο. Τους ανακοίνωσε την απόφασή του να παραμείνει εκεί πάση θυσία. «Μας είπε πως δεν έμπαινε ζήτημα να παραιτηθεί και πως είχε απορρίψει όλες τις προτάσεις των στρατιωτικών να τον φυγαδεύσουν από τη χώρα». Όμως, ήθελε να φύγουν όλοι οι υπόλοιποι. Οι κόρες του αρνήθηκαν, επιμένοντας να μείνουν κοντά του. «Μας το ζήτησε, μας ικέτευσε και στο τέλος μας πρόσταξε να φύγουμε. Δεχτήκαμε. Βλέπαμε πως η παρουσία μας τον φόρτωνε με περισσότερη αγωνία». Σφίγγοντας τις δύο κόρες του στην αγκαλιά του, ο Αλιέντε τις αποχαιρέτησε «σιωπηλά, χωρίς κανείς να πει τίποτα». Η Ιζαμπέλ έμαθε για το θάνατο του πατέρα της πάλι με ένα τηλεφώνημα, εκεί που ήταν κρυμμένη, στο σπίτι μιας φίλης της.

Εκτός από την Μπεατρίζ, που εξορίστηκε στην Αβάνα μαζί με τον σύζυγό της, Κουβανό διπλωμάτη, η οικογένεια κατέφυγε στο Μεξικό: η μητέρα Ορτενσία Μπούσι, η μικρότερη αδερφή Κάρμεν Παζ και η οικογένειά της Ιζαμπέλ, ο σύζυγός της και τα δύο της παιδιά.

Ο πατέρας της θάφτηκε κρυφά από τους στρατιωτικούς στο κοιμητήριο της Βίνια ντελ Μαρ κοντά στο Βαλπαρέζο. Μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας, τα οστά του μεταφέρθηκαν σε νεκροτομείο του Σαντιάγο. Μολονότι το σημερινό Σοσιαλιστικό Κόμμα δεν έχει πολλή σχέση με το κόμμα του Σαλβατόρ Αλιέντε, η Ιζαμπέλ συνεχίζει στο δρόμο του πατέρα της. Εκλέγεται βουλευτής συνεχώς από το 1992. «Για πολλά χρόνια αυτή η χώρα προσπαθούσε να κρύψει την αλήθεια. Μόλις τώρα αρχίζει να διεκδικεί τον Σαλβατορ Αλιέντε. Γνώρισα πολλούς νέους που δεν είχαν καν γεννηθεί το 1973 και μου είπαν πως ταυτίζονται με αυτόν, πως τον βλέπουν σαν ένα σύμβολο αντίστασης και υπεράσπισης του κράτους δικαίου». Ελπίζει η Χιλή να ξαναβρεί τον εαυτό της, να ξεπεράσει τις διαιρέσεις της. «Υπάρχουν ακόμη βαθιά τραύματα. Σε μερικές περιπτώσεις αποδόθηκε δικαιοσύνη, ίσως όχι όπως είχαμε δικαίωμα να περιμένουμε. Αυτό που έχει σημασία είναι όλοι οι Χιλιανοί να συμφωνήσουμε σε μια κοινή ηθική: ποτέ πια, με κανένα πρόσχημα, βιασμός της δημοκρατίας, ποτέ πια παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων».

Το χρονικό της δικτατορίας

4 Σεπτεμβρίου 1970. Νίκη Αλιέντε.
Υποψήφιος του μετώπου Λαϊκή Ενότητα, ο σοσιαλιστής Σαλβατόρ Αλιέντε κερδίζει τις προεδρικές εκλογές με ποσοστό 36,3% Αναλαμβάνει την εξουσία στις 4 Νοεμβρίου.
23 Αυγούστου 1973. Ο Πινοσέτ αρχηγός.
Κατόπιν πιέσεων των στρατιωτικών, ο Αλιέντε υποχρεώνεται να αποπέμψει τον δημοκρατικό αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων, στρατηγό Πρατς, και να διορίσει στην θέση του τον στρατηγό Πινοσέτ.
11 Σεπτεμβρίου 1973. Πραξικόπημα.
Βομβαρδίζεται το προεδρικό μέγαρο Μονέδα. Ο Σαλβατόρ Αλιέντε αυτοκτονεί. Ο Αουγκούστο Πινοσέτ μπαίνει επικεφαλής της στρατιωτικής χούντας.
19 Απριλίου 1978.
Ο Πινοσέτ αμνηστεύει τα εγκλήματα που διέπραξαν μετά το 1973 οι δυνάμεις ασφάλειας της χούντας
1983. Διαδηλώσεις.
Δέκα χρόνια μετά το πραξικόπημα, οι Χιλιανοί απαιτούν με μαζικές διαδηλώσεις την αποκατάσταση της δημοκρατίας.
5 Οκτωβρίου 1988. «Όχι».
Σε δημοψήφισμα, ο Πινοσέτ ρισκάρει την παραμονή του στην εξουσία, ελπίζοντας στη νομιμοποίηση της αρχής του από τη λαϊκή ψήφο: Το ‘«Όχι» κερδίζει με 54,7%
14 Δεκεμβρίου 1989. Νέος πρόεδρος
Ο χριστιανοδημοκράτης Πατρίτσιο Αιλβίν εκλέγεται πρόεδρος της χώρας. Ο Πινοσέτ αποχωρεί από την εξουσία, αλλά παραμένει αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων.
4 Μαρτίου 1991. 3.500 νεκροί
Έκθεση της επιτροπής για την συμφιλίωση και την αλήθεια επιβεβαιώνει ότι 3.500 σκοτώθηκαν ή εξαφανίστηκαν στην διάρκεια της δικτατορίας.
16 Οκτωβρίου 1998. Περιπέτεια στο Λονδίνο
Ο Πινοσέτ συλλαμβάνεται σε κλινική του Λονδίνου, με ένταλμα του δικαστή Μπαλτασάρ Γκαρθόν, για φόνους Ισπανών πολιτών στη διάρκεια της χιλιανής δικτατορίας.
2 Μαρτίου 2000. Επιστροφή στο σπίτι
Ο Βρετανός υπουργός Εσωτερικών αρνείται να εκδώσει στην Ισπανία τον Πινοσέτ, που επιστρέφει στην Χιλή
1η Ιουλίου 2001. «Διανοητικά ασθενής».
Το Ανώτατο Δικαστήριο της Χιλής μπλοκάρει δικαστική δίωξη κατά του Πινοσέτ με το σκεπτικό οτι «δεν έχει σώας τας φρένας».
5 Μαίου 2004. Αφαίρεση ασυλίας
Δικαστήριο του Σαντιάγο αφαίρεσε από τον Πινοσέτ την προεδρική ασυλία. Έτσι άνοιξε ο δρόμος για την δίωξή του – με την προϋπόθεση οτι το ανώτατο δικαστήριο θα τον θεωρήσει ικανό για να δικαστεί.
2 Αυγούστου 2004. Ο «αδιάφθορος»
Έρευνα της αμερικάνικής Γερουσίας αποκάλυψε ότι ο Πινοσέτ διατηρούσε 8 εκατομμύρια δολάρια σε κρυφούς λογαριασμούς και υπεράκτιες εταιρείες με τη συνεργασία της αμερικάνικής τράπεζας Riggs Bank.

Σημείωση:

Το παραπάνω άρθρο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά από τον Ρούσσο Βρανά, για περιοδικό «ταχυδρόμος» (4 Σεπτεμβρίου 2004, Τεύχος 236, κατηγορία «κόσμος». Όλες οι φωτογραφίες είναι από το περιοδικό επίσης). Όσο και αν έχουν περάσει τα χρόνια, εξακολουθεί να είναι επίκαιρο όσο ποτέ, ιδιαίτερα στις μέρες μας όπου κοινωνικές εργασιακές κατακτήσεις καταπατούνται συνεχώς και οι μηχανισμοί καταστολής γίνονται όλο και πιο βίαιοι. 
Συμπληρωματικά από wikipedia «Ο Αουγκούστο Πινοσέτ στις 3 Δεκεμβρίου 2006 έπαθε καρδιακή προσβολή. Σε νοσοκομείο της πόλης του Σαντιάγο του έκαναν εγχείριση καρδιάς. Ο οργανισμός του όμως δεν άντεξε και στις 10 Δεκεμβρίου 2006 πέθανε σε ηλικία 90 ετών. Αξιοσημείωτο είναι ότι στην κηδεία του υπήρχαν δύο εξίσου μεγάλες νεκρώσιμες πομπές, μια με υποστηρικτές και μια με κατακριτές».


11 Σεπτεμβρίου 1973, 09.10 π.μ. Η τελευταία ομιλία του Προέδρου ΣΑΛΒΑΔΟΡ ΑΛΙΕΝΤΕ



Ίσως αυτή είναι η τελευταία μου ευκαιρία να σας μιλήσω.

Η Αεροπορία βομβάρδισε τους πύργους αναμετάδοσης του Ράδιο Πορτάλες και του Ράδιο Κορπορασιόν. Τα λόγια μου δεν εκφράζουν πίκρα αλλά απογοήτευση. Ας αποτελέσουν την ηθική καταδίκη για αυτούς που καταπάτησαν τον όρκο τους. Είναι στρατιώτες της Χιλής. Ηγήτορες. Ο Ναύαρχος Μερίνο, αυτοδιορισμένος Διοικητής των Ενόπλων Δυνάμεων και ο κύριος Μεντόζα,αυτοδιορισμένος Γενικός Διευθυντής της Αστυνομίας, ένας κόλακας ο οποίος μέχρι χθες υποκρινόταν πίστη και αφοσίωση στην κυβέρνηση.

Αντιμετωπίζοντας αυτά τα γεγονότα, δηλώνω στους εργάτες. Δεν θα παραιτηθώ!

Είναι μια ιστορική στιγμή και θα πληρώσω με τη ζωή μου για την αφοσίωση του λαού μου. Είμαι βέβαιος πως οι σπόροι που φυτεύθηκαν στις αξίες συνείδησης εκατομμυρίων Χιλιανών, θα καρπίσουν. Αυτοί έχουν την εξουσία, αυτοί είναι οι κατακτητές.

Όμως ούτε το έγκλημα, ούτε η βία μπορούν να διακόψουν την κοινωνική εξέλιξη. Η ιστορία είναι δική μας, η ιστορία γράφεται από τους λαούς. Εργάτες της πατρίδας μου, επιθυμώ να σας ευχαριστήσω για την διαρκή σας αφοσίωση για την εμπιστοσύνη σας σε έναν άνθρωπο που απλώς εξέφρασε τη μακρόχρονη αναμονή σας για δικαιοσύνη.

Που υποσχέθηκε να τηρεί το Σύνταγμα και τους νόμους και έτσι έπραξε.

Αυτην την καθοριστική στιγμή, με αυτά τα τελευταία μου λόγια, σας καλώ να διδαχθείτε από αυτό το μάθημα. Το ξένο κεφάλαιο, η ιμπεριαλιστική εξουσία, μαζί με τη ντόπια αντίδραση, καλλιέργησαν το κατάλληλο κλίμα που επέτρεψε στις Ένοπλες Δυνάμεις να διαρρήξουν την παράδοση που δίδαξε ο Στρατηγός Σνάιτερ και συνέχισε ο διοικητής Αράγια, θύματα και οι δύο του ίδιου τμήματος της κοινωνίας που σήμερα περιμένει την ξένη χείρα βοηθείας να το οδηγήσει στην εξουσία και στην υπεράσπιση του πλούτου και των προνομίων του.

Απευθύνομαι ξεχωριστά στις ταπεινές γυναίκες της πατρίδας μας, στους αγρότες που μας πίστεψαν. Στους εργάτες που δούλεψαν παραπάνω, στις μητέρες που αισθάνθηκαν το ενδιαφέρον μας για τα παιδιά τους.

Στους επαγγελματίες πατριώτες, αυτούς που παρανομούσαν με την υποστήριξη των επαγγελματικών ενώσεων, των ταξικών ενώσεων, για να επωφεληθούν από τα προνόμια που παρέχει η καπιταλιστική κοινωνία.

Απευθύνομαι στους νέους της Χιλής, σε αυτούς που τραγουδούσαν, που μετέφεραν την χαρά τους και το αγωνιστικό πνεύμα. Μιλάω στους ανθρώπους, στους εργάτες, στους αγρότες, στους διανοούμενους.

Σε αυτούς που πρόκειται να διωχθούν, γιατί ο φασισμός εδώ και λίγες ώρες είναι παρών με τρομοκρατικές επιθέσεις, ανατινάζοντας γέφυρες, κόβοντας τις σιδηροδρομικές γραμμές, καταστρέφοντας αγωγούς πετρελαίου και αερίου, μπροστά στα μάτια αυτών που είχαν το καθήκον να επέμβουν, αλλά αποδείχθηκαν συνεργοί σιωπώντας.

Η ιστορία θα τους κρίνει. Ο Ραδιοσταθμός του Ράδιο Μαγκαλιάες θα σιγήσει, η ήρεμη φωνή μου δεν θα φτάνει στα αυτιά σας.

Δεν πειράζει, θα εξακολουθείτε να με ακούτε. Θα εξακολουθώ να βρίσκομαι κοντά σας, τουλάχιστον η ανάμνηση μου. Θα με θυμάστε ως έναν άξιο άνδρα, αφοσιωμένο στο έθνος του. Ο λαός πρέπει να αμυνθεί όχι να θυσιαστεί. Να αρνηθεί την υποταγή, την ταπείνωση, την απώλεια των ηθικών αξιών.

Εργάτες της πατρίδας μου. Πιστεύω στην Χιλή και το πεπρωμένο της. Ότι θα ξεπεράσουμε αυτές τις πικρές, γκρίζες ώρες της προδοσίας. Ότι όπως γνωρίζετε, αργά η γρήγορα οι μεγάλες λεωφόροι θα ξανανοίξουν και ο ελεύθερος άνθρωπος θα τις διαβεί για να χτίσει μια καλύτερη κοινωνία.

Ζήτω η Χιλή! Ζήτω ο Λαός! Ζήτω οι εργάτες!

Αυτά είναι τα τελευταία μου λόγια. Είμαι σίγουρος πως η θυσία μου δεν είναι μάταια. Έχω την βεβαιότητα πως θα αποτελέσει τουλάχιστον ένα ηθικό μάθημα για την καταδίκη των κακούργων, των προδοτών, των επιόρκων.

(η ομιλία από το http://www.americalatina.com.gr/articulos.php?lang=gr&box=2&pos=9&id=71)


1 σχόλιο:

  1. εξαιρετικό το αφιέρωμα.
    11/9/'73, δεν ξεχνάμε, τουλάχιστον οι αριστεροί.

    ΑπάντησηΔιαγραφή