Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κρίση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κρίση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2012

Όλοι στην Παναττική Απεργία της 17 Ιανουαρίου 2012

Συγκέντρωση Πρωτοβάθμιων Σωματείων Σταδίου και Σανταρόζα, στις 11 πμ.


Η συγκυβέρνηση ΠΑΣΟΚ-ΝΔ –ΛΑΟΣ σε συμφωνία με την ΕΕ, το ΔΝΤ, το κεφάλαιο και τους τραπεζίτες, συνεχίζει και οξύνει την βάρβαρη πολιτική ενάντια στον κόσμο της εργασίας.

Κυβέρνηση και τρόικα συνεργάστηκαν συστηματικά και περιέκοψαν δραστικά μισθούς και συντάξεις, υπονόμευσαν την κοινωνική ασφάλιση και την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, επέβαλλαν την χωρίς ιστορικό προηγούμενο φοροεπιδρομή σε βάρος των εργαζομένων, απαλλάσσοντας για άλλη μια φορά το κεφάλαιο, διαλύουν κομμάτι -κομμάτι τις δημόσιες κοινωνικές υπηρεσίες και αφανίζουν τα δημόσια κοινωνικά αγαθά, με τις προκλητικές δε απανωτές αυξήσεις η πρόσβαση στο φως, στο νερό, στη μεταφορά, θα είναι προνόμιο ελαχίστων πλέον, οι απλήρωτοι εργαζόμενοι, οι απολυμένοι, οι άνεργοι πλημμυρίζουν τη χώρα, η φτώχεια και η εξαθλίωση είναι στη πόρτα όλων μας, η απόγνωση των νέων δημιουργεί τις σύγχρονες καραβιές της ξενιτιάς. Επιχειρήσεις «πτωχεύουν», προκειμένου να απαλλαγούν από τις υποχρεώσεις τους απέναντι στους εργαζόμενους, ενώ τα αφεντικά τους μένουν πάμπλουτα. Το εργατικό δίκαιο έχει ξεχαρβαλωθεί και οι εργασιακές σχέσεις «ράφτηκαν» και θεσμοθετήθηκαν σύμφωνα με τις ανάγκες και τις απαιτήσεις των τραπεζιτών και του κεφαλαίου. Η σταθερή, 8άωρη εργασία εξαφανίζεται, η αυθαιρεσία και η τρομοκρατία των εργοδοτών αποθρασύνεται, με ανύπαρκτο έως προκλητικό το ρόλο των ελεγκτικών μηχανισμών.

Η συγκυβέρνηση αυτή ετοιμάζεται να ικανοποιήσει ότι έχει απομείνει από τις αξιώσεις του ΣΕΒ και της τρόικας, για την επιβολή της απόλυτης εργασιακής ζούγκλας. Νέο τσεκούρωμα μισθών και συντάξεων, ακύρωση της ΕΓΣΣΕ, μείωση ή κατάργηση του 13ου -14ου μισθού, κατάργηση των Συλλογικών Συμβάσεων, γενίκευση της ευελιξίας στην εργασία, κατάργηση επιδομάτων ανεργίας, τριετιών, οικογενειακών και όλων των ελάχιστων κοινωνικών παροχών, μείωση των ασφαλιστικών εισφορών για τους εργοδότες, και 150.000 απολύσεις στο δημόσιο.

Συνεχίζουν την τρομοκράτηση των εργαζομένων για να υλοποιήσουν τις απαιτήσεις του κεφαλαίου. Ο πρωθυπουργός – τραπεζίτης ωμά και προκλητικά δήλωσε: ή παραχωρείτε ότι έχει απομείνει από την φτώχεια σας, για να κατευνάσουμε και να ικανοποιήσουμε τις ορέξεις και τις απαιτήσεις των δανειστών και των εργοδοτών ή εσείς ευθύνεστε για την χρεοκοπία της χώρας.

ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ - ΒΑΡΒΑΡΟΣ ΚΑΙ ΑΔΙΣΤΑΚΤΟΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΥΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ.

Η επίθεση παίρνει χαρακτηριστικά κοινωνικού πολέμου σε βάρος της εργασίας, με στόχο την ανάκτηση της κερδοφορίας και της ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου. Για αυτό στη σύνοδο κορυφής της ΕΕ αποφάσισαν πρωτοφανή επιτήρηση, αυτόματες σαρωτικές περικοπές σε μισθούς, συντάξεις και κοινωνικές δαπάνες. Οι τράπεζες, οι πολυεθνικές και η ΕΕ θα αποφασίζουν για τα πάντα, οι επιταγές τους συνταγματοποιούνται, τα συμφέροντα του κεφαλαίου θα γίνουν απόλυτος νόμος για τους λαούς της Ευρώπης. Η ευρωζώνη και η ΕΕ αποκαλύπτονται ως φορείς της πιο άγριας ολοκληρωτικής επίθεσης στα εργατικά δικαιώματα και ελευθερίες.

Με τη νέα δανειακή σύμβαση που έχουν αναλάβει να υπογράψουν και των μέτρων που τη συνοδεύουν, εμπεδώνεται μια δεκαετής επίθεση βαρβαρότητας ενάντια στο λαό, καταστρέφονται τα ασφαλιστικά ταμεία, ξεπουλιέται και υποθηκεύεται κάθε δημόσιο αγαθό, ενώ η χώρα θα μετατραπεί σε μια εκτεταμένη ευροκινεζική ζώνη βάρβαρης εκμετάλλευσης, θα αναιρεθούν δικαιώματα και κατακτήσεις 150 χρόνων, θα επιβληθεί πραγματική δικτατορία των αγορών, των εργοδοτών και των πολυεθνικών.

ΣΤΟ ΠΟΛΕΜΟ ΑΥΤΟ ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΟΠΛΟ ΕΙΝΑΙ: Η ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ- Ο ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ- Η ΚΟΙΝΗ ΔΡΑΣΗ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ

Απέναντι σε αυτή την επίθεση η εργατική αντίσταση όχι μόνο δεν κοπάζει αλλά δυναμώνει. Το δείχνουν οι εργαζόμενοι στην Ελληνική Χαλυβουργία και στον ALTER που απεργούν ολόκληρες βδομάδες, στην Ελευθεροτυπία, στο ΓΕΡΟΛΥΜΑΤΟΣ cosmetics, στη ΛΟΥΚΙΣΣΑ και σε πολλούς άλλους χώρους, και όλοι εκείνοι που έκαναν γιορτές στις πύλες των εργοστάσιων, περιφρουρώντας τις κινητοποιήσεις τους, για το αυτονόητο δικαίωμά τους να μην παραμένουν για μήνες απλήρωτοι, να μην πετιούνται στο δρόμο γιατί δεν «υπάκουσαν και δεν έσκυψαν το κεφάλι», για το δώρο Χριστουγέννων που δεν πήγαν στα παιδιά τους. Αντιστάσεις και αγώνες που υπογραμμίζουν ακόμα περισσότερο τον ρόλο που έχουν οι εργοδοτικές – κυβερνητικές πλειοψηφίες σε ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, που βάζουν πλάτη στις εφιαλτικές ανατροπές, συμμετέχουν στον «κοινωνικό διάλογο», ενώ δεν παίρνουν καμιά πρωτοβουλία για το συντονισμό των αγώνων. Το γεγονός ότι η ΓΣΕΕ –ΑΔΕΔΥ δεν καλούν σε πανελλαδική-πανεργατική απεργία στις 17 Γενάρη αποδεικνύει ότι δεν μπορούν και δεν θέλουν να παλέψουν για την ανατροπή αυτής της πολιτικής.

ΚΑΜΙΑ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ - ΚΑΜΙΑ ΑΝΑΜΟΝΗ. ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΤΑΞΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ, ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ, ΚΛΙΜΑΚΩΣΗ ΤΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΤΡΟΠΗ

Όπως οι δυνάμεις του συστήματος συγκροτούν το δικό τους «ΜΑΥΡΟ ΜΕΤΩΠΟ», πρέπει κι εμείς, οι εργαζόμενοι να οικοδομήσουμε το δικό μας «ΜΕΤΩΠΟ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ». Βασική προϋπόθεση είναι η αλληλεγγύη, η συμπόρευση και η κοινή δράση των αγωνιζόμενων κλάδων. Χρειαζόμαστε την αγωνιστική ταξική ενότητα, το συντονισμό των σωματείων και των εργαζομένων σε ένα πλατύ μέτωπο αγώνα και αλληλεγγύης. Με την συμμετοχή των εργαζομένων στα συνδικάτα, που θα συντονίζονται ενωτικά, αγωνιστικά και θα υπερβαίνουν αδιέξοδες διχαστικές πρακτικές και τις υπονομευτικές του κυβερνητικού και εργοδοτικού συνδικαλισμού των ΠΑΣΚΕ-ΔΑΚΕ.

Η απεργία στις 17 Γενάρη που έχουν προκηρύξει τα εργατικά κέντρα της Αττικής μπορεί να αποτελέσει ένα σημαντικό βήμα στην συνένωση των εστιών αντίστασης. Να ανοίξει το δρόμο για το συντονισμό των αγώνων ώστε να σπάσει με την δύναμη του αγώνα η κατάργησή των συλλογικών συμβάσεων και των εργατικών δικαιωμάτων. Χτίζει την αλληλεγγύη με τους εργαζόμενους που βρίσκονται ήδη σε κινητοποιήσεις και με την δύναμη και την αντοχή τους φωτίζουν το δρόμο που πρέπει να επιλέξουν όλοι οι εργαζόμενοι για να υπερασπιστούν και να προστατέψουν, την αξιοπρέπειά τους, τη ζωή τους, το μέλλον των παιδιών τους.

Ο Συντονισμός Πρωτοβάθμιων Σωματείων θα εργαστεί για την επιτυχία της ΑΠΕΡΓΙΑΣ στις 17 Γενάρη, ώστε να αποκτήσει τα ενωτικά, ταξικά και αγωνιστικά χαρακτηριστικά που απαιτούν οι στιγμές και με τη διοργάνωση ΕΝΩΤΙΚΗΣ ταξικής συγκέντρωσης όλων των σωματείων που βρίσκονται σε κινητοποιήσεις. Αυτό θα είναι το ισχυρό ταξικό, αγωνιστικό μήνυμα στους αντιπάλους αλλά και μήνυμα ελπίδας και δύναμης προς όλους τους εργαζόμενους.

Όλοι στην ΑΠΕΡΓΙΑ ώστε να γίνει η 17η Γενάρη μέρα αντίστασης και κλιμάκωσης. Για να στείλουμε μήνυμα ανυπακοής και αποφασιστικού αγώνα για την ανατροπή της επίθεσης και τη νικηφόρα σύγκρουση με το κεφάλαιο και τις αντεργατικές πολιτικές.

• Να ανατραπεί η συγκυβέρνηση του μαύρου μετώπου, το μνημόνιο, το μεσοπρόθεσμο. Όχι στη νέα δανειακή σύμβαση.

• Διαγραφή του ληστρικού χρέους. Ανυπακοή στις εντολές της ΕΕ. Όχι στο ευρωσύμφωνο

• Κάτω τα χέρια από τις συλλογικές συμβάσεις. Αυξήσεις στους μισθούς και στις συντάξεις, μόνιμη και σταθερή δουλειά για όλους.

• Εθνικοποίηση των τραπεζών και των επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας με έλεγχο των εργαζόμενων. Όχι στο ξεπούλημα της δημόσια περιουσίας και των εθνικών πόρων. Δημόσια δωρεάν παιδεία, υγεία, ασφάλιση, κοινωνικές υπηρεσίες.

• Απαγόρευση απολύσεων. Όχι στις “εφεδρείες”. Πλήρης προστασία των ανέργων, επίδομα ίσο με το βασικό μισθό για όλο το διάστημα της ανεργίας, χωρίς προϋποθέσεις.

• Να πληρωθούν τώρα όλα τα δεδουλευμένα. Να σταματήσει το πολιτικό και νομικό πλέγμα προστασίας των εταιρειών. Να εξαιρεθούν οι εργαζόμενοι και τα δεδουλευμένα τους από τον πτωχευτικό κώδικα. Οι εργαζόμενοι δεν είναι ούτε μέτοχοι, ούτε πιστωτές. Δέσμευση των κινητών ή ακίνητων περιουσιακών στοιχείων (προσωπικών ή άλλων εταιριών) του ιδιοκτήτη της εταιρίας που πτωχεύει για να καλυφθούν οι αποζημιώσεις και τα επιδόματα ανεργίας των απολυμένων.

• Οργανωμένη άρνηση πληρωμής των νέων χαρατσιών. Αύξηση της φορολόγησης του κεφαλαίου. Κατάργηση του ΦΠΑ στα είδη λαϊκής κατανάλωσης και διαγραφή των χρεών των λαϊκών νοικοκυριών προς τις τράπεζες.

Συντονισμός Πρωτοβάθμιων Σωματείων Ιδιωτικού & Δημόσιου Τομέα

Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2011

Υπονομευτές της σταθερότητας

Francis Picabia, Machine Turn Quickly (Machine, Tournez Vite), 1916, via Wikipedia

του Χριστόφορου Παπαδόπουλου

από το Red Notebook

Σε άρθρο που αναδημοσίευσε την περασμένη Κυριακή η Εποχή, ο Ετιέν Μπαλιμπάρ υποστηρίζει ότι  η «προληπτική στρατηγική», δηλαδή η ολιγαρχική σκλήρυνση των ευρωπαϊκών θεσμών από τις άρχουσες τάξεις - υπό το μαστίγιο της «αναγκαιότητας» και το φόβο του χάους από ενδεχόμενη κατάρρευση του ενιαίου νομίσματος-, μπορεί να ακυρωθεί από την παγκοσμιοποίηση της καπιταλιστικής κρίσης και τους ενδοευρωπαϊκούς ανταγωνισμούς. Η πιο σημαντική παράμετρος στη συνθήκη αυτή, κατά τον ίδιο, είναι η επιστροφή των μαζών στην πολιτική· μια επιστροφή που δεν περιορίζεται στα όρια της γηραιάς Ηπείρου, αλλά αγκαλιάζει τις μητροπόλεις του καπιταλισμού, και, βεβαίως, την Αφρική και την Ασία.

***

Όλα δείχνουν ότι στις 9 Δεκέμβρη θα ανακοινωθεί το γαλλογερμανικό σχέδιο που προβλέπει την εφαρμογή πολύ αυστηρότερης πειθαρχίας στους προϋπολογισμούς και τον έλεγχο των χρεών στα μέλη της νομισματικής ένωσης. Ενδεικτική του διεθνούς ενδιαφέροντος, αλλά και της ανησυχίας των ΗΠΑ για την εξέλιξη της κρίσης του ευρώ, είναι η ευρωπαϊκή περιοδεία του αμερικανού υπουργού Οικονομικών Τίμοθι Γκάιτνερ, με στόχο την άσκηση πίεσης ώστε να προχωρήσει άμεσα ο γαλλογερμανικός συμβιβασμός - το «δημοσιονομικό συμβόλαιο» μεταξύ των 17 μελών της ευρωζώνης. Δεν πρόκειται βεβαίως περί «συμβολαίου» όπως το ξέραμε. Τα δημόσια οικονομικά –το έχει επισημάνει ο Ντέιβιντ Xάρβει- είναι το μέσο εκείνο που ρυθμίζει και εγγυάται τη συσσώρευση κεφαλαίου διά της απαλλοτρίωσης του κοινωνικού πλούτου.

Παγκοσμιοποίηση της κρίσης

Η τρέχουσα φιλολογία των μεγάλων ΜΜΕ, αλλά και οι αναλύσεις ενός σημαντικού κομματιού της Αριστεράς, ορίζουν την καπιταλιστική κρίση ως (κυρίως) κρίση του ευρώ και της ευρωζώνης. Δεν συσχετίζουν βέβαια την κρίση του ευρώ με την κρίση της οικονομίας των ΗΠΑ (και τις ανησυχίες της κινέζικης). «Μεταφράζουν» τις αντιθέσεις μερίδων του κεφαλαίου, αναφορικά με το μείγμα της οικονομικής πολιτικής α) για την αντιμετώπιση της κρίσης των ΗΠΑ και β) για την ανάκτηση του ηγεμονικού ρόλου του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, ως συγκρούσεις των πολιτικών οικογενειών, των Ρεπουμπλικάνων και των Δημοκρατικών, και αποδίδουν τις αντιθέσεις αυτές σε «ιδεοληψίες» του πολιτικού τους συστήματος. Στην πραγματικότητα, βεβαίως, πρόκειται για διαφωνίες και πολιτικές συγκρούσεις που αφορούν τη θυσία βραχυπρόθεσμων (καπιταλιστικών) συμφερόντων, προκειμένου  να σωθούν τα «οικουμενικά» συμφέροντα της καπιταλιστικής συσσώρευσης.

Στο βιβλίο τους «Χωρίς επιστροφή», ο Ευκλείδης Τσακαλώτος και ο Χρήστος Λάσκος ανασυνθέτουν την μεγάλη εικόνα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης ως κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου που έχει την καταγωγή της στην κρίση του 1972. Δείχνουν ότι η βασική πηγή της σημερινής κρίσης είναι η μειωμένη ζωτικότητα των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών οικονομιών - παρά τη μείωση των μισθών και της κοινωνικής δαπάνης- και ότι τα προβλήματα του καθοδικού κύκλου και της ύφεσης αντιμετωπίστηκαν (έως την τραπεζική κρίση του 2007-8) με την επέκταση του κρατικού και του ιδιωτικού χρέους. Οι μελέτες για την χρηματοοικονομική σφαίρα που βγήκαν πρόσφατα στη δημοσιότητα αναπαριστούν με νούμερα τη σύνθεση και τον όγκο των κεφαλαίων: Το παγκόσμιο ΑΕΠ είναι περίπου 60 τρις, την ίδια στιγμή που η χρηματοπιστωτική σφαίρα πλησιάζει τα 820 τρις, εκ των οποίων μόνο τα 60 τρις βρίσκονται στις θεσμικές αγορές χρήματος· τα άλλα είναι τοποθετημένα σε παράγωγα και σε σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα. Στα συμφραζόμενα αυτά, οι Γιάννης Μηλιός και Δημήτρης Σωτηρόπουλος αναρωτιόνται: «πόσες φορές πρέπει το μέγεθος των αγορών αυτών να υπερβεί το ύψος του παγκόσμιου προϊόντος ή του παγκόσμιου εμπορίου ώστε να συνειδητοποιήσουμε ότι κάτι διαφορετικό συμβαίνει;»

Στο παρελθόν, παρόμοιες καπιταλιστικές κρίσεις αντιμετωπίστηκαν με τη «δημιουργική καταστροφή», με την απαξίωση δηλαδή των ασθενέστερων επιχειρήσεων και την καταστροφή τεράστιων κεφαλαίων. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν ο τρόπος για να ξαναμπεί ο καπιταλισμός σε ανοδική τροχιά –μόνο δευτερευόντως, δηλαδή, συνετέλεσε σ’ αυτό η ενίσχυση της ζήτησης μέσω του New Deal. Σήμερα, προειδοποιεί ο Gopal Balakrishnan, είναι πιθανό ένα «συστημικό χάος», στο βαθμό που δεν υπάρχει η ηγέτιδα δύναμη για να επιβάλει τα γενικότερα συμφέροντα του καπιταλισμού με διαγραφή χρεών και υποτίμηση φουσκωμένων περιουσιακών στοιχείων.

Στο νέο πολύ-πολικό κόσμο η ανάδυση ενός ηγεμονικού κέντρου φαίνεται αδύνατη: δεν υπάρχει χώρα για να αντικαταστήσει την παρακμάζουσα υπερδύναμη των ΗΠΑ (που διαθέτει ωστόσο εξαιρετική στρατιωτική ισχύ). Ούτε η Κίνα μπορεί να αναλάβει αυτό το ρόλο (ως πολύ μικρότερη και μάλλον οπισθοδρομική οικονομία), ούτε η Ευρώπη, που δεν ξέρει τι της ξημερώνει και ενδεχομένως αύριο να πάψει να υφίσταται ως οιονεί κράτος, ούτε βεβαίως η Ιαπωνία, που από τη δεκαετία του ‘90 έπαψε να «συμπρωταγωνιστεί» εξ αιτίας της πιστωτικής κρίσης και της  μακροχρόνιας ύφεσης. Μια νέα ενδο-ιμπεριαλιστική στρατιωτική σύγκρουση μπορεί να φαίνεται αδύνατη, είναι όμως πιθανή μια μακρά περίοδος εμπορικών και νομισματικών πολέμων, που στα ενδιάμεσα διαστήματα να περιλαμβάνει βραχυπρόθεσμες συμφωνίες αποφυγής της κατάρρευσης.

Νοσταλγικές θεωρίες

Ας επιστρέψουμε στο σημείο εκκίνησης. Ο Μπαλιμπάρ διαπιστώνει ότι στη Γαλλία, την Ιταλία, τη Γερμανία, την Αγγλία, όπως και στην Ελλάδα, υπάρχει μια σημαντική πολιτική και διανοητική συνιστώσα, που θέλει να κλείσει την ευρωπαϊκή συζήτηση για να επιστρέψει στο έθνος· στη θαλπωρή του έθνους, η συνιστώσα αυτή βρίσκει το αναγκαίο ανάχωμα για την αντιμετώπιση μιας όλο και πιο αχαλίνωτης χρηματοοικονομικής εξουσίας.

Στην πραγματικότητα πρόκειται για την αναβίωση νοσταλγικών θεωριών, οι οποίες είχαν ίσως υπόσταση στο διπολικό κόσμο, όταν δηλαδή υπήρχε η Σοβιετική Ένωση. Τότε, στα ερωτήματα «Με ποιες πιστώσεις; Με ποια δίκτυα διανομής; Ποια τεχνολογία; Ποια πολιτική και οικονομική προστασία από τις επιθέσεις των χρηματαγορών;», η απάντηση ήταν μία: η Σοβιετική Ένωση. Σήμερα οι υποστηριχτές αυτής της άποψης δεν κατανοούν τι έχει συντελεστεί στον κόσμο στα 25 χρόνια νεοφιλελευθερισμού, τον πολύ-πολικό δηλαδή κόσμο, την ενσωμάτωση στον καπιταλιστικό κόσμο των πιο απομακρυσμένων περιοχών, την αλληλεξάρτηση μεταξύ των κρατών και το σχηματισμό μιας παγκόσμιας αγοράς που δεν ανέχεται σύνορα. Όπως επίσης δεν κατανοούν την αλλαγή της υλικής σύστασης της κοινωνίας. Στο εσωτερικό αυτού του ρεύματος, το πιο «αρχαϊκό» τμήμα του, στα καθ’ ημάς εκείνο που έχει εκπαιδευτεί στο σοβιετικό μαρξισμό του (παλιού) ΚΚΕ, υιοθετεί απερίσκεπτα την εθνική αφήγηση, την «κατοχή» και την «εθνική απελευθέρωση», προκειμένου να επικοινωνήσει με εκείνα τα λαϊκά στρώματα που αποδεσμεύονται από το ΠΑΣΟΚ και είναι εγκιβωτισμένα στον πυρήνα της αστικής ιδεολογίας, την εθνική ενότητα. Την ίδια στιγμή, μάλιστα, χρησιμοποιεί τα φθαρμένα αναλυτικά εργαλεία του σοβιετικού μαρξισμού: τη θεωρία των σταδίων –να φύγουμε σήμερα από την Ε.Ε. και να επιστρέψουμε στη Σοσιαλιστική Ε.Ε.-, τον «παραγωγισμό», το σοσιαλισμό σε μια χώρα, τον οικονομικό (και νομισματικό) ανταγωνισμό των κρατών, δηλαδή των αστικών τάξεων.

Τα καθήκοντα της Αριστεράς, ωστόσο, βρίσκονται στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Όπως γράφει ο Ανδρέας Καρίτζης στην Αυγή, καθήκον της Αριστεράς σε αυτές τις συνθήκες είναι να βρει τρόπο να οργανώσει την ανατροπή αλλά και να μετασχηματίσει τις παραστάσεις που επικρατούν στο μυαλό των ανθρώπων: να αναδεικνύει την ταξική φύση της κρίσης, των διεξόδων» και των αναγκαίων αγώνων,  να πολιτικοποιεί τον αγώνα των από κάτω, να μετατρέπει την οργή σε συντεταγμένο πολιτικό σχέδιο που εξυπηρετεί τα δικά τους συμφέροντα και να μετασχηματίσει τις ιδεολογικές παραστάσεις τους. Να διεθνοποιήσει τους αγώνες, τους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες, σε μια περίοδο που η αφύπνιση των αγώνων και των αντιστάσεων δεν αφορά μόνο την Γαλλία και την Ιταλία, αλλά και τη «χειμαζόμενη» Αγγλία και τις χώρες της Ιβηρικής και της Ανατολικής Ευρώπης.

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011

Ελπίδα της Ευρώπης οι αντιεξουσίες

The Burning of the Houses of Parliament,1835, Joseph Mallord William Turner [Public domain], via Wikimedia Commons
 
ΜΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΦΙΛΟΣΟΦΟ ΕΤΙΕΝ ΜΠΑΛΙΜΠΑΡ

από την ΕΠΟΧΗ, 27.11.11

Δημοσιεύτηκε στο «Μανιφέστο» (19-11-2011)
Μετάφραση: Τόνια Τσίτσοβιτς

«Αυτό που συμβαίνει στην Ευρώπη, μπορεί να θεωρηθεί ως η μορφοποίηση ενός νέου μοντέλου πολιτικής διακυβέρνησης. Δηλαδή παρακολουθούμε την εκ νέου προώθηση της διαδικασίας πολιτικής ενοποίησης, έπειτα από τη διακοπή που ακολούθησε το γαλλικό, ολλανδικό και ιρλανδικό δημοψήφισμα, που έκαναν φανερή τη διάχυτη αποδοκιμασία της διαδικασίας που προωθούσαν οι τεχνοκράτες των Βρυξελών. Η νέα προώθηση της πολιτικής ενοποίησης πραγματοποιείται, όμως, υπό τη σημαία ενός νεοφιλελευθερισμού ο οποίος, παρά την κρίση του, είναι ακόμη ικανός να ασκεί ηγεμονία στη γηραιά ήπειρο». Είναι λόγια του Ετιέν Μπαλιμπάρ που είναι πεπεισμένος ευρωπαϊστής. Παρόλα αυτά δε σταμάτησε ποτέ να κριτικάρει την Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με τα όσα έκανε κατά την παγίωση της ίδρυσής της. Μια κριτική συνήθεια που δεν εκλείπει ούτε αυτόν τον καιρό, με τη δημιουργία των κυβερνήσεων τεχνοκρατών στην Ελλάδα και στην Ιταλία.

Ο γάλλος φιλόσοφος μας προσκαλεί να δούμε με προσοχή τις μεταλλάξεις που πραγματοποιούνται στα εθνικά και, κυρίως, υπερεθνικά πολιτικά συστήματα. «Στη Γαλλία, αλλά και στην Ιταλία, στη Γερμανία, στην Αγγλία, υπάρχει μια σημαντική πολιτική και διανοητική συνιστώσα, που θέλει να κλείσει την ευρωπαϊκή συζήτηση για να επιστρέψει στην εθνική κυριαρχία, που τη θεωρεί ως το απαραίτητο ανάχωμα για την αντιμετώπιση της χρηματοοικονομικής εξουσίας. Πρόκειται για μια θέση που δεν αντιλαμβάνεται ένα δεδομένο που για μένα είναι θεμελιώδες: την αλληλεξάρτηση μεταξύ των κρατών και το σχηματισμό μιας παγκόσμιας αγοράς που δε ανέχεται σύνορα. Και κυρίως μια αλλαγή της υλικής σύστασης της κοινωνίας».

Η κυριαρχία της τεχνοκρατικής δομής

Η ανάγνωση του Μπαλιμπάρ ασφαλώς δεν έχει το ελάττωμα της αφέλειας. Έβλεπε πάντοτε ευνοϊκά το σχηματισμό του νέου υπερεθνικού πολιτικού υποκειμένου που λέγεται Ευρώπη. Μια θέση που ερχόταν σε αντίθεση με όσα υποστήριζε η γαλλική «αριστερά της αριστεράς», και όχι μόνο αυτή. Μια ευρωπαϊκή στράτευση που δεν απέκρυψε όμως το γεγονός ότι αυτό που διαδραματιζόταν ήταν μια διαδικασία συνταγματοποίησης που δεν είχε καμία λαϊκή νομιμοποίηση. (...) Η διατύπωση που χρησιμοποιεί – αυτό που οι Βρυξέλες επιβάλλουν είναι μια δικτατορία των κοινοτικής τεχνοκρατικής δομής- πρέπει να αρθρωθεί σε σχέση με το καθεστώς καπιταλιστικής συσσώρευσης. Η μοναδική νύξη που κάνει γι’ αυτό το θέμα είναι μια παραπομπή στις θεωρίες του μαρξιστή γεωγράφου Ντέιβιντ Χάρβεϊ, που ισχυρίζεται ότι τα δημόσια οικονομικά είναι το μέσο το οποίο ρυθμίζει και εγγυάται τη συσσώρευση κεφαλαίου μέσα από την απαλλοτρίωση του κοινωνικού πλούτου.

Κράτος έκτακτης ανάγκης

«Πρόσφατα, στη «Figaro», εφημερίδα της γαλλικής αστικής τάξης, δημοσιεύτηκε ένα ενδιαφέρον σχόλιο που φωτογραφίζει με ακρίβεια αυτό που συμβαίνει στην Ευρώπη. Η απόφαση του Νικολά Σαρκοζί και της Άνγκελα Μέρκελ να επιβάλουν στην Ελλάδα και στην Ιταλία πολιτικές λιτότητας, ευνόησε τη λύση της κυβέρνησης τεχνοκρατών. Στην Αθήνα και στη Ρώμη εγκαταστάθηκαν δύο γνωστοί οικονομολόγοι όπως ο Μάριο Μόντι και ο Λουκάς Δημήτριος Παπαδήμος, άνθρωποι ανέκαθεν ενταγμένοι εντός του δικτύου εξουσίας που έχει ως κομβικό σημείο την Goldman Sachs. Απ’ αυτή την άποψη, η κατάσταση που δημιουργήθηκε ήταν μια πραγματική επανάσταση από τα πάνω. Για χρόνια πίστευα ότι ο πρώτος που την χρησιμοποίησε ήταν ο Φρίντριχ Ένγκελς στην εισαγωγή της έκδοσης του 1895 του βιβλίου του Μαρξ Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία. (...) Έπειτα ανακάλυψα ότι ο Ένγκελς την είχε «αντιγράψει» από τον Μπίσμαρκ. Μ’ όλα αυτά θέλω να πω ότι οι επαναστάσεις από τα πάνω υπήρχαν πάντα και χρησίμευαν στο να δίνουν μορφή σε μοντέλα και μηχανισμούς διακυβέρνησης που δεν προβλέπονταν από την παράδοση. (...) Η επανάσταση από τα πάνω εγκαθιδρύει πάντοτε ένα κράτος έκτακτης ανάγκης, που είναι ακριβώς αναγκαίο για να δοθεί μορφή σε ένα νέο μοντέλο διακυβέρνησης των κοινωνικών σχέσεων. Αυτό που συμβαίνει στην Ευρώπη, με τη ρητορική των κυβερνήσεων τεχνοκρατών, είναι ακριβώς αυτό: μια αναστολή των ισχυόντων κανόνων του παιχνιδιού, για να επιβληθούν λύσεις για την κρίση.
Ο Καρλ Σμιτ μίλησε, σε περασμένες εποχές, για δικτατορία κατ’ ανάθεση, που δεν είναι όμως απολυταρχικού χαρακτήρα, αλλά μάλλον θυμίζει τις μορφές κυριαρχίας που υπήρχαν στην αρχαία Ρώμη. Οι κυβερνήσεις τεχνοκρατών είναι η σύγχρονη μορφή μιας δικτατορίας κατ’ ανάθεση για να επιβληθεί μια νεοφιλελεύθερη απάντηση στην κρίση του καπιταλισμού».

Επανάσταση από τα πάνω

Η «επανάσταση από τα πάνω» συνδέεται επομένως με την εγκαθίδρυση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης σε εθνικό επίπεδο και είναι μια περιγραφή που πιάνει το νόημα ισχυρών τάσεων που χαρακτήρισαν την κρίση του νεοφιλελευθερισμού και του δίδυμου αδελφού του, του λεγόμενου μεταμοντέρνου λαϊκισμού. Πολλοί, μολαταύτα, υπέδειξαν συχνά την τεχνοκρατική δομή ως μια από τις ισχυρές εξουσίες που δρουν στην Ευρώπη εδώ και πολλά χρόνια. Μια τεχνοκρατική δομή που συμμετέχει, όμως, σε ένα ευρύτερο δίκτυο, όπου δρουν χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις, διεθνικές επιχειρήσεις. Εν ολίγοις πρόκειται για μια μορφή διακυβέρνησης που διαχειρίζεται το σύγχρονο καθεστώς καπιταλιστικής συσσώρευσης. Απ’ αυτή την άποψη, η τεχνοκρατική δομή εγγυάται, στην Ευρώπη, τόσο την πολιτική λειτουργία όσο την εκ νέου ανάληψη του ελέγχου ενός «ξετρελαμένου» οικονομικού κύκλου. Με άλλα λόγια, ο νεοφιλελευθερισμός επιβάλλει την κατάσταση έκτακτης ανάγκης, για να δώσει ώθηση στο ηπειρωτικό πολιτικό του σχέδιο. Με κάποιες αντιφάσεις, εννοείται, όπως για παράδειγμα η νομιμοποίηση των κυβερνήσεων τεχνοκρατών από τα κοινοβούλια που έχουν εκλεγεί από το λαό.

Η προαναγγελθείσα καταστροφή

Η Ευρώπη κατορθώνει βέβαια να προτείνει μια μορφή διακυβέρνησης της ηπείρου, διατρέχει όμως τον κίνδυνο να δημιουργήσει τις συνθήκες ενός νέου διαζυγίου μεταξύ δημοκρατίας και καπιταλισμού. Ο Ετιέν Μπαλιμπάρ υποδεικνύει τον κίνδυνο και προειδοποιεί ότι κάθε κατάσταση έκτακτης ανάγκης έχει πάντοτε αβέβαια αποτελέσματα. «Αυτή η διαδικασία είναι συγκρουσιακή. Δεν είναι δεδομένο ότι η δικτατορία κατ’ ανάθεση θα κατορθώσει να λειτουργήσει σ’ αυτή την κατάσταση. Οι τεχνοκράτες, οι ελίτ έχουν μια ισχυρή εξουσία πειθούς με το μέρος τους, γιατί ξεκινούν από έναν εκβιασμό: ή θα γίνει έτσι ή θα έρθει το χάος. Ο φόβος μιας καταστροφής κατορθώνει έτσι να υπερνικήσει τις αντιστάσεις και τις αμφιβολίες. Κι όμως, εδώ και μερικούς μήνες στις εφημερίδες της αστικής τάξης, αλλά και στις προοδευτικές, είναι πολλοί αυτοί που ζητούν να εκφραστεί η λαϊκή κυριαρχία ακριβώς για το ζήτημα των πολιτικών μορφών και για ένα ενδεχόμενο ευρωσύνταγμα. Ο Γιούργκεν Χάμπερμας γράφει εδώ και πολύ καιρό για την αναγκαιότητα μιας λαϊκής νομιμοποίησης των όσων συμβαίνουν στην Ευρώπη. Ο στόχος του είναι ο εκδημοκρατισμός των ευρωπαϊκών θεσμών, κλείνοντας έτσι τη φάση που είδε τις αγορές να υφαρπάζουν ουσιαστικά την καθολική ψήφο. Συμφωνώ βέβαια με τον Χάμπερμας, αλλά νομίζω παρόλα αυτά ότι πρέπει να δημιουργηθούν πραγματικές εξεγερσιακές αντιεξουσίες, που να έρθουν σε αντίθεση μ’ αυτή τη μορφή διακυβέρνησης που εγκαθιδρύεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Δεν εννοώ την λαϊκή εξέγερση, μα τη δημιουργία θεσμών εκ μέρους των κοινωνικών κινημάτων για να αντισταθούν στην τεχνοκρατική δομή».

Προς το παρόν, όμως, τα κοινωνικά κινήματα δρουν συχνά με εθνική προοπτική. Οι μόνοι που έθεσαν το πρόβλημα της δημιουργίας ενός ευρωπαϊκού δημόσιου χώρου, ήταν οι ισπανοί αγανακτισμένοι, που ζητούν τόσο να δοθεί ένα τέλος στη «δικτατορία των αγορών» όσο και έναν εκδημοκρατισμό του δημόσιου βίου.

Εξεγέρσεις και κοινωνικά κινήματα

Εκτός των άλλων, η εθνική επιλογή μοιάζει περισσότερο με υποχώρηση, με ένα σημάδι αδυναμίας και όχι σημάδι ισχύος. «Μου φαίνεται χρήσιμο να αναφέρω τον διαχωρισμό που έκανε ο αμερικανός φιλόσοφος Ρίτσαρντ Ρότρι μεταξύ campaign και mouvement. Οι ισπανοί αγανακτισμένοι είναι σίγουρα ένα κοινωνικό κίνημα. Ρίζωσαν στη χώρα, ανέπτυξαν δικούς τους θεσμούς, όρισαν κανόνες για να παίρνονται οι αποφάσεις, έθεσαν, τέλος, δυναμικά το κομβικό ζήτημα των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής. Μπορεί να το έκαναν με ένα λεξιλόγιο που ένας μαρξιστής ίσως το βρίσκει περίεργο, όμως το σημείο της δύναμής τους είναι η κριτική στο καθεστώς συσσώρευσης που επικεντρώνεται στην απαλλοτρίωση. Το Occupy Wall Street έχει, αντίθετα, όλα τα χαρακτηριστικά μιας εκστρατείας ευαισθητοποίησης γύρω από κάποια θέματα – τη φτώχια, την αντίθεση μεταξύ του 99% του πληθυσμού και του 1% των πλουσίων – όμως μέχρι σήμερα δεν έκαναν το μεγάλο άλμα στην πολιτική δράση.  Όταν σκέφτομαι τις εξεγερσιακές αντιεξουσίες, επομένως, έχω στο νου μου τα κοινωνικά κινήματα και την ικανότητά τους να αναπτύσσουν δικούς τους θεσμούς. Μόνο αν υπάρχουν αυτές οι αντιεξουσίες μπορούμε να θέσουμε όρους και να προκαλέσουμε την κρίση της δικτατορίας κατ’ ανάθεση, που είναι εύθραυστη αφού η οικονομική κρίση φτώχυνε την κοινωνία. Το παιχνίδι επομένως είναι ανοιχτό. Και το τελικό αποτέλεσμα δεν είναι προδιαγεγραμμένο».

 
ΚΑΙ

Τα διλήμματα της γηραιάς ηπείρου
 
του Ετιέν Μπαλιμπάρ



Δημοσιεύτηκε στη «Λιμπερασιόν»  (21-11-2011).
Μετάφραση: Χ. Γ.

Τι συνέβη, λοιπόν, στην Ευρώπη στο μεσοδιάστημα ανάμεσα στην πτώση των κυβερνήσεων στην Ελλάδα και την Ιταλία και τη μεγάλη ήττα της ισπανικής αριστεράς στις εκλογές της περασμένης Κυριακής; Ήταν μια περιπέτεια στη μικρή ιστορία των πολιτικών χειρισμών, που εξαντλούνται στο να τρέχουν πίσω από τη χρηματοπιστωτική κρίση; Ή μήπως διαβήκαμε ένα κατώφλι στην ανάπτυξη αυτής της κρίσης, γεγονός που παράγει ανεπίστρεπτα αποτελέσματα στο επίπεδο των θεσμών και του τρόπου νομιμοποίησής τους; Αν και οι γνώσεις μας σχετικά με όλα αυτά δεν είναι πλήρεις, οφείλουμε να αναλάβουμε τον κίνδυνο μιας εκτίμησης.

Για τις εκλογικές περιπέτειες (όπως αυτή που θα έχουμε στη Γαλλία σε έξι μήνες) δεν έχουμε να κάνουμε πολλά σχόλια. Έγινε κατανοητό ότι οι εκλογείς θεωρούν τις κυβερνήσεις υπεύθυνες για την αυξανόμενη ανασφάλεια μέσα στην οποία ζει σήμερα η πλειονότητα των πολιτών στις χώρες της Ευρώπης και δεν τρέφουν πολλές αυταπάτες γι’ αυτούς που τις διαδέχονται (μετά τον Μπερλουσκόνι, μπορεί κάποιος να καταλάβει γατί ο Μόντι σπάει όλα τα ρεκόρ λαϊκισμού). Το πιο σοβαρό ζήτημα που τίθεται αφορά τη θεσμική στροφή. Η συγκυρία της παραίτησης κυβερνήσεων υπό την πίεση των αγορών που ανεβάζουν και κατεβάζουν τα επιτόκια δανεισμού, της αποδοχής ενός γαλλο-γερμανικού «διευθυντηρίου» στους κόλπους της ΕΕ, και της ενθρόνισης των «τεχνικών» που συνδέονται με το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, οι οποίοι επιτηρούνται ή δέχονται συμβουλές από το ΔΝΤ, είναι αδύνατο να μην προκαλεί συζητήσεις και ανησυχία.

Η δημοκρατία σε αναστολή

Ένα από τα θέματα που συναντούμε πιο συχνά, είναι το ζήτημα της «δικτατορίας των επιτρόπων», που αναστέλλει τη δημοκρατία, για να αναδημιουργήσει τη δυνατότητα –έννοια που ορίζει ο Μποντέν στις απαρχές του σύγχρονου κράτους και αργότερα θεωρητικοποιεί ο Καρλ Σμιτ. Οι «επίτροποι» δεν μπορεί να είναι στρατιωτικοί ή δικαστές, χρειάζονται οικονομολόγοι. Αυτό ακριβώς επισημαίνει ο αρθρογράφος της «Φιγκαρό» στις 15 Νοεμβρίου: «Η περίμετρος και η διάρκεια της εντολής [των κυρίων Μόντι και Παπαδήμου] χρειάζεται να είναι αρκετά εκτεταμένες, ώστε να είναι αποτελεσματικοί. Όμως οφείλουν, και ο ένας και ο άλλος, να έχουν συγκεκριμένα όρια, ώστε να εξασφαλιστεί, με τους καλύτερους όρους, η επιστροφή στη δημοκρατική νομιμότητα. Δεν πρέπει να επιτραπεί σε κανέναν να πει ότι η Ευρώπη οικοδομείται στην πλάτη των λαών».

Από αυτή την εκδοχή προτιμότερη μου φαίνεται μια άλλη: η εκδοχή της «επανάστασης από τα πάνω», που, υπό την πίεση της ανάγκης (αναγγελία της κατάρρευσης του ενιαίου νομίσματος), επιχειρούν οι ηγέτες των κρατών με κυρίαρχη θέση στην Ευρώπη και η «τεχνοδομή» των Βρυξελλών και της Φραγκφούρτης. Ξέρουμε ότι αυτή η έννοια, που επινοήθηκε από τον Μπίσμαρκ, ορίζει μια δομική αλλαγή του «υλικού συντάγματος», δηλαδή των ισορροπιών ισχύος ανάμεσα στην κοινωνία και το κράτος, την οικονομία και την πολιτική, που προκύπτουν από μια «προληπτική στρατηγική» από την πλευρά των ηγέτιδων τάξεων. Αυτό ακριβώς δεν γίνεται τώρα με την εξουδετέρωση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, τη θεσμοποίησης του ελέγχου των προϋπολογισμών και των δημοσιονομικών των κρατών-μελών από την ΕΕ, τη θεοποίηση των τραπεζικών συμφερόντων στο όνομα της νεοφιλελεύθερης ορθοδοξίας; Χωρίς αμφιβολία αυτοί οι μετασχηματισμοί υπάρχουν εν σπέρματι εδώ και πολύ καιρό, αλλά ποτέ δεν διεκδικήθηκαν εν ονόματι μιας νέας μορφοποίησης της πολιτικής εξουσίας. Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε δεν έκανε λάθος, όταν παρουσίαζε σαν «πραγματική επανάσταση» την εκλογή του προέδρου της Κομισιόν με καθολική ψηφοφορία, που θα προσέδιδε στο νέο οικοδόμημα ένα δημοκρατικό φωτοστέφανο. Η ανατροπή είναι εν εξελίξει ή, τουλάχιστον, σκιαγραφείται.

Επανάσταση ή το τέλος της Ευρώπης;

Ωστόσο, ας μην το κρύβουμε, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι αυτή η απόπειρα θα είναι επιτυχής. Στο δρόμο της ορθώνονται τρία εμπόδια και ο συνδυασμός τους μπορεί να οδηγήσει σε μια επιδείνωση της κρίσης και στο «τέλος» της Ευρώπης ως συλλογικού σχεδίου.

Το πρώτο εμπόδιο σχετίζεται με το γεγονός ότι κανένα θεσμικό μόρφωμα δεν μπορεί, εξ ορισμού, να καθησυχάσει τις αγορές –ώστε να σταματήσουν την κερδοσκοπία– γιατί αυτή τροφοδοτείται από τον κίνδυνο χρεοκοπίας και από την προσδοκία βραχυπρόθεσμων κερδών. Είναι η αρχή πάνω στην οποία βασίζεται η δημιουργία παραγώγων «προϊόντων» και η διαμόρφωση των σπρεντ πάνω στα επιτόκια δανεισμού. Οι επενδυτικοί οίκοι που τροφοδοτούν το shadowbanking, τις μισονόμιμες συναλλαγές, έχουν ανάγκη να οδηγήσουν τους εθνικούς προϋπολογισμούς στο χείλος του γκρεμού, ενώ οι τράπεζες έχουν ανάγκη να στηρίζονται στα κράτη (και τους φορολογούμενους) όταν υπάρχει κρίση ρευστότητας. Όμως και οι μεν και οι δε συνιστούν ένα ενιαίο οικονομικό κύκλωμα. Όσο δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση η «οικονομία του χρέους», που κυριαρχεί από πάνω ως κάτω στις κοινωνίες μας, καμία «λύση» δεν θα είναι βιώσιμη. Η σημερινή «διακυβέρνηση» το αποκλείει αυτό εκ των προτέρων, και για να το κατορθώσει θυσιάζει οποιαδήποτε ανάπτυξη επ’ αόριστον.

Διαλυτικές αντιθέσεις

Το δεύτερο εμπόδιο είναι η ένταση των ενδο-ευρωπαϊκών αντιθέσεων. Όχι μόνο υπάρχει εκ των πραγμάτων η «Ευρώπη των δύο ταχυτήτων», αλλά θα μετασχηματιστεί σε Ευρώπη των τριών ή τεσσάρων ταχυτήτων, και θα απειλείται διαρκώς από τη διάλυση. Από τις χώρες που δεν είναι μέλη της ευρωζώνης, άλλες μεν (οι παραγγελιοδόχοι της γερμανικής βιομηχανίας στην Ανατολική Ευρώπη) θα αναζητήσουν μεγαλύτερο βαθμό ολοκλήρωσης, κι άλλες (πρώτα απ’ όλα το Ενωμένο Βασίλειο), παρά την εξάρτησή τους από την ενιαία αγορά, θα οδηγηθούν στη ρήξη ή στην αναστολή της σχέσης που τις συνδέει μ’ αυτήν.

Όσο για το μηχανισμό «κυρώσεων» για τους κακούς μαθητές, που αναγγέλθηκε για την επιβολή της δημοσιονομικής αυστηρότητας, θα ήταν απίθανο να περιοριστεί μόνο σε κάποια κράτη της «περιφέρειας». Και αρκεί να δει κάποιος πού οδήγησε αυτή η λογική την αναιμική Ελλάδα, στα πρόθυρα της εξέγερσης, για να φανταστεί ποια θα είναι τα αποτελέσματα μιας γενίκευσης των ίδιων «συνταγών» σ’ ολόκληρη της Ευρώπη. Και τελευταίο αλλά όχι ασήμαντο: το γαλλογερμανικό «διευθυντήριο», που ήδη σείεται εξαιτίας της διαφωνίας για το ρόλο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, έχει πολύ λίγες πιθανότητες να ενισχυθεί μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, παρά το κοινό, εκλογικό, συμφέρον που έχουν και τα δύο μέρη, και κυρίως η γαλλική πλευρά εν όψει των προεδρικών εκλογών.

Η Ευρώπη χωρίς τους λαούς

Αλλά το εμπόδιο που είναι πιο δύσκολο να υπερπηδηθεί είναι η κοινή γνώμη των χωρών. Χωρίς αμφιβολία ο εκβιασμός με την απειλή του χάους, η διαρκής απειλή υποβάθμισης της πιστοληπτικής ικανότητας, είναι δυνατόν να παγώσουν τα δημοκρατικά αντανακλαστικά. Δεν γίνεται, όμως, οι πολιτικές ηγεσίες να αδιαφορούν επ’ άπειρον για την ανάγκη να υπάρξει λαϊκή επικύρωση των αλλαγών που θα γίνουν με την αναθεώρηση των συνθηκών, όσο «περιορισμένη» κι αν είναι αυτή. Και κάθε προσφυγή στο εκλογικό σώμα περικλείει την πιθανότητα να στραφεί αυτό εναντίον τού υπό επικύρωση σχεδίου, όπως συνέβη ήδη το 2004. Τότε, στην κρίση στρατηγικής θα προστεθεί και η κρίση αντιπροσώπευσης, που κι αυτή ήδη έχει προχωρήσει.

Σ’ αυτές τις συνθήκες, δεν θα έπρεπε να προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ακούγονται επικριτικές φωνές. Και μάλιστα από αντιτιθέμενες πλευρές. Οι μεν (όπως ο Γιούργκεν Χάμπερμας) υποστηρίζουν μια «ενίσχυση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης», αλλά προσθέτουν ότι θα είναι βιώσιμη μόνο με τον όρο ότι θα εμπεριέχει ένα τριπλό «επανεκδημοκρατισμό»: ανάκτηση της ισχύος της πολιτικής έναντι της οικονομίας, έλεγχος των κεντρικών αποφάσεων με την ενίσχυση της κοινοβουλευτικής αντιπροσώπευσης, επιστροφή στον αντικειμενικό στόχο της αλληλεγγύης και της άμβλυνσης των ανισοτήτων μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών. Οι δε (όπως οι γάλλοι θεωρητικοί της αποπαγκοσμιοποίησης) βλέπουν στη νέα αυτή διακυβέρνηση την κατάληξη μιας διαδικασίας υποταγής των «κυρίαρχων» λαών στην οικοδόμηση ενός υπερεθνικού οργανισμού, ο οποίος δεν μπορεί παρά να υπηρετεί το νεοφιλελευθερισμό και τη στρατηγική της «συσσώρευσης μέσω της στέρησης». Οι μεν είναι σαφώς ανεπαρκείς, οι δε επικίνδυνα εκτεθειμένοι στη σύγκλιση με δυνάμει ξενοφοβικούς εθνικισμούς.

Πέρα απ’ τη δικτατορία των αγορών

Το κύριο ζήτημα είναι να δούμε πώς θα προσανατολιστεί η «εξέγερση των πολιτών», για την οποία ο Ζαν Πιερ Ζουαγιέ, πριν από μερικές μέρες, δεν δίστασε να πει ότι ορθώνεται απέναντι στη «δικτατορία των αγορών» που όργανά της έχει τις κυβερνήσεις .Θα στραφεί, άραγε, «εναντίον της εργαλειοποίησης του χρέους» που υπερβαίνει τα σύνορα, ή θα αποτελέσει «μέσα στην ίδια την ευρωπαϊκή οικοδόμηση» ένα φάρμακο χειρότερο από την ασθένεια; Θα τείνει, παντού όπου η διαχείριση της κρίσης συγκεντρώνει ντε γιούρε ή ντε φάκτο τις εξουσίες, να οικοδομήσει εξουσίες –αντίβαρα όχι μόνο στο συνταγματικό πεδίο, αλλά αυτόνομες και, αν χρειαστεί, επαναστατικές; Θα αρκεστεί να επικαλείται την ανοικοδόμηση του παλιού εθνικού και κοινωνικού κράτους, που σήμερα υπονομεύει η οικονομία του χρέους, ή θα αναζητήσει σοσιαλιστικές και διεθνιστικές εναλλακτικές λύσεις, θεμέλια μιας οικονομίας των αναγκών και της δράσης, στην κλίμακα της παγκοσμιοποίησης, στο πλαίσιο της οποίας η Ευρώπη δεν αποτελεί παρά μια επαρχία; Ο καθοριστικός παράγοντας για την άρση αυτών των αβεβαιοτήτων είναι η επέκταση και διάχυση των ανισοτήτων και των αποτελεσμάτων της ύφεσης (ιδιαίτερα της ανεργίας) σ’ όλη την έκταση της Ευρώπης. Όμως αυτό που θα παράσχει ή δεν θα παράσχει τα συμβολικά μέσα, είναι η ικανότητα ανάλυσης και αγανάκτησης των «διανοουμένων» και των «αγωνιστών».

Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2011

Με δογματική λιτότητα, εσωτερικές έριδες, αλλά χωρίς διέξοδο ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός

Flower Carrier, 1935, Diego Rivera

του Πέτρου Τσάγκαρη

από την εφ. Εργατική Αριστερά

Η ευρωζώνη μοιάζει να μπαίνει σε ένα στάδιο διαλυτικής κρίσης. Όλες οι συμφωνίες του παρελθόντος, ακόμη και οι πιο πρόσφατες είτε τινάζονται στον αέρα είτε χάνουν την επικαιρότητά τους, καθώς τα οικονομικά και πολιτικά δεδομένα αλλάζουν ραγδαία. Τα πετυχημένα παραδείγματα του παρελθόντος επίσης τινάζονται στον αέρα. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Ιρλανδίας –την οποία μας παρουσίαζαν ως επιτυχημένο υπόδειγμα των νεοφιλελεύθερων μέτρων αντιμετώπισης του δημόσιου χρέους. Τώρα αποδεικνύεται ότι οι θυσίες πήγαν –και εκεί– χαμένες, καθώς ο ιρλανδικός λαός πληροφορείται ότι η δεξιά κυβέρνησή του συμφώνησε να προχωρήσει σε μείωση των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα κατά 12%, δηλ. σε 40.000 «αποχωρήσεις» μέχρι το 2015, σε αύξηση του ΦΠΑ κατά 2 μονάδες (στο 23%) και στην επιβολή άλλων 200 μέτρων λιτότητας προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι του εκεί μνημονίου.

Αλλά τα προβλήματα του ευρωπαϊκού καπιταλισμού δεν περιορίζονται πια μόνον στην λεγόμενη περιφέρεια. Τώρα στο μάτι του κυκλώνα μπαίνει η καρδιά της ηπείρου. Πρώτα η Ιταλία, η οποία γνωρίζει και αυτή τοκογλυφικά επιτόκια στις διεθνείς αγορές και οδηγείται σταδιακά σε λύσεις τύπου τρόικας. Μετά και η Γαλλία, η πιστοληπτική ικανότητα της οποίας απειλείται από τους διεθνείς «οίκους αξιολόγησης». Η εξέλιξη αυτή υπονομεύει ραγδαία τη μοναδική στενή συμμαχία που υπήρχε εντός Ε.Ε., τον πολιτικο-οικονομικό άξονα που προσπάθησε να οικοδομήσει ο Σαρκοζί με το Βερολίνο, καθώς πλέον τα συμφέροντα γίνονται όλο και περισσότερο αντιτιθέμενα.

Στο μόνο που συμφωνούν οι εκπρόσωποι των Ευρωπαίων καπιταλιστών είναι ότι για την κρίση πρέπει να πληρώσουν οι εργαζόμενοι και τα άλλα φτωχά στρώματα. Για να περισωθούν τα κέρδη των λίγων πρέπει να καταβάλλει φόρο αίματος η τεράστια πλειονότητα του ευρωπαϊκού πληθυσμού.

Σε αυτή τη βάση δεν απεμπολούνται μόνον οι οικονομικές κατακτήσεις του ευρωπαϊκού εργατικού κινήματος, αλλά και οι στοιχειώδεις δημοκρατικές κατακτήσεις (στο όνομα των οποίων ένα μέρος της Αριστεράς επέμενε στη συμμετοχή στην Ε.Ε.). Η Κομισιόν βάζει ως απαρέγκλιτη προϋπόθεση για την έκδοση ευρωομολόγων (τα οποία πολλοί αγάπησαν και στην Ελλάδα) το καθεστώς «επιτροπείας» των δημοσιονομικά «άτακτων» χωρών. Παράλληλα τα συνταγματικά πραξικοπήματα των τραπεζιτών σε Ελλάδα και Ιταλία, έχουν τη στήριξη όλου του φάσματος των αστικών κομμάτων σε κάθε χώρα και  είναι ίσως μόνον η αρχή, μιας αντιδημοκρατικής στροφής στην ήπειρο όπου γεννήθηκε η δημοκρατία.

 Σε διαρκή και διαλυτική κρίση η ευρωζώνη

Ο γνωστός Αμερικανός σχολιαστής Πολ Κρούγκμαν έγραφε στα τέλη Οκτώβρη: «Αν δεν ήταν τόσο τραγική, η τρέχουσα ευρωπαϊκή κρίση θα ήταν αστεία, με μια αίσθηση μαύρου χιούμορ. Καθώς το ένα σχέδιο διάσωσης καταρρέει μετά το άλλο, οι πολύ σοβαροί άνθρωποι της Ευρώπης –που είναι, αν αυτό είναι δυνατό, πιο πομπώδεις και αυτάρεσκοι και από τους Αμερικανούς ομολόγους τους– συνεχίζουν να εμφανίζονται ολοένα και πιο γελοίοι».
 
Χρέος

Ο Κρούγκμαν εξηγούσε στη συνέχεια πώς οι διάφοροι μηχανισμοί στήριξης (ο EFSF και οι πιθανοί διάδοχοί του) είναι καταδικασμένοι να αποτύχουν εξαιτίας του γεγονότος ότι σε αυτούς συμμετέχουν ως δανειστές οι χώρες (όπως η Ιταλία και η Γαλλία πλέον) που πιθανόν θα χρειαστεί να προσφύγουν οι ίδιες σε δανεισμό για να «σωθούν». Εξ ου και το «γελοίοι». Ο Αμερικανός σχολιαστής επέμεινε, όπως κάνουν πολλοί άλλοι αναλυτές, ότι το πρόβλημα στην ευρωζώνη είναι η έλλειψη κεντρικής διακυβέρνησης και συνεπώς η αδυναμία (ή η ιδεολογική αγκύλωση) να παρέμβει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) δανείζοντας τις χώρες, ουσιαστικά δηλ. τυπώνοντας νέο νόμισμα. Ο Κρούγκμαν αντιπαραβάλλει τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία, οι οποίες, παρά το τεράστιο δημόσιο χρέος τους, μπορούν να δανείζονται σε χαμηλά επιτόκια. Ωστόσο δεν απαντά σε τρία πράγματα: Πρώτον, γιατί αυτοί οι δύο οικονομικοί γίγαντες δεν κατόρθωσαν να σταματήσουν την παγκόσμια κρίση και γιατί, ειδικά η Ιαπωνία παραμένει εδώ και δεκαετίες σε ύφεση. Δεύτερον, γιατί πλέον οι «οίκοι αξιολόγησης» άρχισαν να βάζουν στο στόχαστρό τους την πιστοληπτική ικανότητα των ΗΠΑ. Τρίτον, γιατί ενώ πολύ σωστά λοιδορεί τις διαρκείς διχογνωμίες των Ευρωπαίων εκπροσώπων των καπιταλιστών (δηλ. των κυβερνήσεων), μοιάζει να αγνοεί τις διαρκείς εσωτερικές διενέξεις των εκπροσώπων των Αμερικανών καπιταλιστών, κυρίως όπως αυτές εκφράζονται μέσα από τη σύγκρουση Δημοκρατικών-Ρεπουμπλικάνων για το χρέος.

Στην πραγματικότητα η κρίση δημόσιου χρέους στην Ελλάδα και την Ευρώπη αποτελεί μόνον σύμπτωμα της βαθιάς συστημικής κρίσης που πλήττει από το 2008 όλες τις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού (δηλ. της κρίσης υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου). Την εξήγηση του γιατί η κρίση γνωρίζει τέτοια όξυνση στη «Γηραιά Ήπειρο» δίνει πολύ περιεκτικά ο καθηγητής Γ. Μηλιός λέγοντας: «Η κρίση έπληξε εκείνες τις περιοχές και εκείνες τις χώρες στις οποίες η προσήλωση στον “ρυθμιστικό ρόλο” των χρηματαγορών και στη σκανδαλώδη φοροασυλία του κεφαλαίου και του πλούτου ήταν εντονότερη και δογματικότερη».

Οι άρχουσες τάξεις συμφωνούν στο ότι όλο το κόστος της κρίσης πρέπει να φορτωθεί στις κυριαρχούμενες τάξεις. Και σε αυτή την πολιτική η Ευρώπη έχει γίνει εδώ και χρόνια πρωτοπόρα. Όμως οι εκπρόσωποι των αφεντικών δεν φαίνεται έχουν καμία συναινετική λύση και στα τέσσερα σημεία αντιπαράθεσης: Χρειάζεται ενιαία Ευρώπη ή Ευρώπη δύο ταχυτήτων; Χρειάζεται ή όχι ενιαία διακυβέρνηση; Πρέπει ή όχι να προχωρήσει η έκδοση ευρωομολόγων; Αρκούν ή όχι οι πολιτικές δημοσιονομικής πειθαρχίας, δηλ. οι περικοπές και οι σφιχτοί προϋπολογισμοί;
 
Διαφωνίες

Η μέχρι σήμερα ακολουθούμενη πολιτική έχει οδηγήσει σε αποτυχία. Και αυτό το παραδέχεται ο κατ’ εξοχήν αρμόδιος, ο πρόεδρος της Κομισιόν, Μ. Μπαρόζο, ο οποίος δήλωσε στο Ευρωκοινοβούλιο: «Δυστυχώς δεν υπάρχει η οικονομική ανάπτυξη που επιδιώξαμε, η ύφεση επιδεινώνεται, η κατανάλωση μειώνεται, οι δείκτες της ανεργίας σ’ όλη την Ευρώπη θα επιδεινωθούν». Ταυτόχρονα ο Μπαρόζο επιτέθηκε στα κράτη που υιοθετούν «ακραίες οικονομικές συμπεριφορές», φωτογραφίζοντας τη Γερμανία και δηλώνοντας: «Δεν είναι δυνατόν να επιμένεις μόνο στη δημοσιονομική πειθαρχία και να παραβλέπεις την αλληλεγγύη». Ο Μπαρόζο πρότεινε, ως εναλλακτική πρόταση εξόδου από την κρίση χρέους, την επιβολή δικαιότερης φορολογίας στους Ευρωπαίους πολίτες, τη φορολόγηση των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών και την έκδοση ευρωομολόγων –ειδικά το τελευταία σε άμεση σύγκρουση με το Βερολίνο.

Η Μέρκελ επιμένει στην αναγκαιότητα αλλαγής των συνθηκών, ώστε να προβλέπονται αυστηρές ποινές στις δημοσιονομικά «ασύνετες» χώρες, που να φτάνουν έως και την παραπομπή τους στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, εφόσον δεν καταφέρνουν να περιορίσουν τα ελλείμματα και το χρέος τους. Η Μέρκελ υποστηρίζει την προοπτική μιας οικονομικής διακυβέρνησης στην ευρωζώνη η οποία θα έχει λόγο στη διαμόρφωση των εθνικών προϋπολογισμών προκειμένου να «φρενάρει» τις δημόσιες δαπάνες, αλλά και να υλοποιεί «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις», π.χ., αρπαγή δημόσιου πλούτου μέσω ιδιωτικοποιήσεων. «Η Γερμανία θα ήταν έτοιμη να εκχωρήσει μέρος της κυριαρχίας της προκειμένου να ενισχυθεί το ευρώ και η αξιοπιστία του σε διεθνές επίπεδο», είπε σε συνέντευξη Τύπου στο Βερολίνο. Μπορεί να πρόκειται για δημαγωγική δήλωση, αφού δεν έχει σε ποιον να παραχωρήσει κυριαρχία το Βερολίνο, ωστόσο δείχνει τη δογματική νεοφιλελεύθερη εμμονή στη δημοσιονομική και νομισματική σταθερότητα με κάθε κόστος. Ωστόσο, ακριβώς επειδή, όπως λέει και ο Μπαρόζο, οι μέχρι σήμερα πολιτικές έχουν αποτύχει, οι εκπρόσωποι του γερμανικού κεφαλαίου δεν συμφωνούν ούτε μεταξύ τους. Δεν είναι μόνον οι διαφωνίες των σοσιαλδημοκρατών. Τώρα στους αμφισβητίες της πολιτικής Μέρκελ έχει προστεθεί και η Deutsche Bank, η οποία, συμφωνώντας με τον Ομπάμα, ζητά να υλοποιηθούν δύο πράγματα: η έκδοση ευρωομολόγου και η μαζική επαναγορά κρατικών χρεών από την ΕΚΤ.

Φυσικά τώρα, με την προοπτική υποβάθμισης της φερεγγυότητας της Γαλλίας ρηγματώνεται επικίνδυνα και ο άξονας Βερολίνου-Παρισιού. Η Γερμανία επιμένει ότι δεν θα επιτρέψει να γίνει η ΕΚΤ μια τεράστια «κακή τράπεζα», ωστόσο  η Γαλλία έχει άλλα σχέδια. «Εμπιστευόμαστε την ΕΚΤ ότι θα πάρει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλίσει τη σταθερότητα στην ευρωζώνη», είπε η εκπρόσωπος της γαλλικής κυβέρνησης και προσέθεσε εμφατικά: «Εκτιμούμε ότι η διαφορά απόδοσης μεταξύ γαλλικών και γερμανικών ομολόγων δεν δικαιολογείται». Με άλλα λόγια, το Παρίσι ζητεί εμμέσως από την ΕΚΤ να αγοράσει και γαλλικά ομόλογα για να μειωθούν τα spread.
 
Αδιέξοδο

Ο ιταλικός και ιδιαίτερα ο γαλλικός κρίκος της κρίσης χρέους στην ευρωζώνη αποδεικνύει για άλλη μια φορά ότι η αιτία του προβλήματος δεν ήταν οι «τεμπέληδες» Έλληνες ούτε τα διαρθρωτικά προβλήματα και η κακοδιαχείριση στο νότο. Η απειλή υποβάθμισης της πιστοληπτικής ικανότητας του Παρισιού από τη Moody’s υποδεικνύει ότι το πρόβλημα είναι τουλάχιστον πανευρωπαϊκό και αφορά την ίδια τη λειτουργία του καπιταλισμού. Ταυτόχρονα θέτει βραδυφλεγή βόμβα στα θεμέλια όλων των μελλοντικών πολιτικών διάσωσης των χρηματοπιστωτικών θεσμών της ευρωζώνης. Ο λόγος είναι ότι αν η Γαλλία χάσει τον υψηλό βαθμό πιστοληπτικής ικανότητας, τότε το ίδιο θα συμβεί αυτόματα και στον ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης (EFSF), δηλ. δεν θα μπορεί να δανείζεται φτηνά ούτε ο υποτιθέμενος «διασώστης». Θα επαληθευτεί δηλ. η πρόβλεψη του Κρούγκμαν.

Το αδιέξοδο βρίσκεται στο γεγονός ότι, ακόμη κι αν βρεθούν τα ποσά που όλοι απαιτούν από τη Γερμανία, προκειμένου να στηριχτούν οι πληττόμενες από τους κερδοσκόπους χώρες, τα επιτόκια που χρεώνουν αυτοί οι κερδοσκόποι δεν πρόκειται να μειωθούν. Γιατί τα χρήματα που θα διατεθούν μπορεί να διασώσουν προς στιγμήν τη ρευστότητα των χωρών (βλ. έκτη δόση στην Ελλάδα), αλλά δεν θα μπορέσουν ποτέ να αποκαταστήσουν τη φερεγγυότητα, καθώς –ακριβώς εξαιτίας των πολιτικών λιτότητας που επιβάλλονται– η ύφεση θα βαθαίνει, τα ΑΕΠ των χωρών θα συρρικνώνονται και το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ θα παραμένει πάντα υψηλό (π.χ. στο πρόγραμμα για την Ελλάδα προβλέπεται ότι, αν όλα πάνε τέλεια, τότε το 2020 το χρέος θα είναι στο 120% του ΑΕΠ, έναντι 115% όταν ανέλαβε το ΠΑΣΟΚ στο τέλος του 2009!).

Είναι η ανταγωνιστικότητα το πρόβλημα;

Η Ιταλία έχει ανάγκη να δανειστεί 200 δισ. ευρώ έως τα τέλη Μάρτη. Από τις αρχές Νοέμβρη αντιμετώπισε δυσκολία να δανειστεί φτηνά καθώς οι «αγορές» τής ζητούσαν επιτόκια πάνω από 7% για τα δεκαετή ομόλογά της. Αμέσως άρχισαν να ενεργοποιούνται παρόμοιοι οικονομικοί μηχανισμοί με αυτούς που ίσχυσαν και στην περίπτωση άλλων «άτακτων» χωρών της ευρωζώνης. Σε πολιτικό επίπεδο κινητοποιήθηκαν άμεσα οι πραξικοπηματικές διαδικασίες που λειτούργησαν και στην Ελλάδα με το τραπεζικό κεφάλαιο να επιβάλει τον άνθρωπό του, στη θέση του πρωθυπουργού, χωρίς βέβαια να ερωτηθεί ο λαός. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην 11μελή κυβέρνηση του Μόντι δεν συμμετέχουν καν πολιτικοί. Θα πει κανείς ότι για την απομάκρυνση Μπερλουσκόνι δεν λυπήθηκε κανείς. Όμως στις περισσότερες περιπτώσεις πραξικοπημάτων, φασισμών και δικτατοριών στην Ευρώπη, το μέχρι τότε ενεργό πολιτικό προσωπικό είχε ήδη απαξιωθεί στα μάτια των μαζών, ώστε οι ακόμη πιο αντιδραστικές δυνάμεις να εγκαθιδρυθούν «φυσιολογικά». Και επίσης αξίζει να σημειωθεί ότι ο Μόντι εξήγγειλε ότι θα επαναφέρει χαράτσια που είχε καταργήσει ακόμη και ο Μπερλουσκόνι!

Η ιταλική περίπτωση αποδεικνύει και πάλι ότι το πρόβλημα δεν το δημιουργεί το σπάταλο κράτος ή οι υψηλοί μισθοί. Ναι, το χρέος έχει αυξηθεί και έχει φτάσει τα τελευταία χρόνια στο 120% του ΑΕΠ. Όμως το πρόβλημα για τις αγορές (η λεγόμενη φερεγγυότητα του κράτους) είναι ο παρονομαστής του κλάσματος, δηλ. το ΑΕΠ, το οποίο από τα μέσα της δεκαετίας του ’90, αναπτύσσεται με ρυθμούς κοντά στο 1% ετησίως. Τώρα πια στην Ιταλία δεν υπάρχουν επενδύσεις και η κατανάλωση έχει κυριολεκτικά καταρρεύσει. Μία από τις βασικές αιτίες δεν είναι οι υψηλοί μισθοί, αλλά ακριβώς το ανάποδο: οι αυξήσεις στο πραγματικό λαϊκό εισόδημα είναι από τις χαμηλότερες στην Ευρώπη, χαμηλότερες και από αυτές της Γερμανίας. Για να διατηρήσουν το βιοτικό τους επίπεδο τα ιταλικά νοικοκυριά έχουν αυξήσει το δανεισμό τους φτάνοντάς τον στο 45% του ΑΕΠ. Κι όμως, η Ευρωπαϊκή Ένωση και η ιταλική άρχουσα τάξη απαντά στο πρόβλημα με μεγαλύτερες δόσεις του… προβλήματος, δηλ. με επιβολή προγράμματος επιπλέον λιτότητας. Όμως στην οικονομία και την πολιτική δεν λειτουργεί η ομοιοπαθητική. Όπως γνωρίζουμε καλά και από την περίπτωση της Ελλάδας, η λιτότητα θα σπρώξει την Ιταλία σε ύφεση και αυξήσει το ποσοστό του χρέους επί του ΑΕΠ.
 
«Ψωροκώσταινα»;

Η Ιταλία έχει πολύ μεγάλη και πολύ βαριά βιομηχανία όλων των ειδών. Η οικονομική και πολιτική ισχύς του ιταλικού καπιταλισμού αντανακλάται στη συμμετοχή στην ομάδα των 8 ισχυρότερων του πλανήτη, στη διαβόητη G8. Το πρόβλημα δεν είναι συνεπώς η έλλειψη παραγωγικής βάσης τα οποία ακούγονται και για την Ελλάδα (θεωρίες τύπου «δεν παράγουμε τίποτε»), αλλά είναι πολύ πιο βαθύ. Πρόκειται, όπως είπαμε και παραπάνω, για συστημική κρίση που χτυπάει τις χώρες όχι επειδή έχουν, δήθεν, στρεβλή ανάπτυξη και διαρθρωτικά προβλήματα, αλλά επειδή είναι καπιταλιστικές.

Παρεμπιπτόντως η θεωρία του «δεν παράγουμε τίποτε», «είμαστε ψωροκώσταινα», δεν ισχύουν ούτε για την Ελλάδα. Η Ελλάδα παράγει ετησίως προϊόντα και υπηρεσίες αξίας 28.500 δολ. κατά κεφαλή (στοιχεία του ΔΝΤ ακόμη και το 2010), δηλ. 305 δισ. το χρόνο κατέχοντας τη 32η θέση στη λίστα των πλουσιότερων κρατών του κόσμου. Ο καταμερισμός εργασίας στον οποίο συναίνεσαν οι Έλληνες καπιταλιστές οδήγησε βέβαια σε επικέντρωση σε τομείς που η Ελλάδα είχε «συγκριτικό πλεονέκτημα», όπως λένε οι αστοί οικονομολόγοι (εννοώντας τομείς όπου οι καπιταλιστές μπορούν να αποκομίσουν περισσότερα κέρδη). Τα 3/4 του προϊόντος που παράγεται στην Ελλάδα είναι αλήθεια ότι προέρχεται από τον τριτογενή τομέα, τις υπηρεσίες. Η βιομηχανική παραγωγή αποτελεί μόνο το 21% του ΑΕΠ. Είναι λίγο αυτό; Κάθε άλλο: στη Γερμανία την «καρδιά» της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, η βιομηχανική παραγωγή αποτελεί μόλις το 27% του ΑΕΠ. Στη Βρετανία το 24%. Βέβαια υπάρχει μία χώρα της ευρωζώνης που παράγει πολλά στα εργοστάσιά της, καθώς η βιομηχανική παραγωγή αποτελεί το 46% (!) του ΑΕΠ. Ποια είναι αυτή; Η Ιρλανδία. Αλλά αυτό, όπως ξέρουμε, δεν έσωσε ούτε  την ίδια από την κρίση, αλλά ούτε και τους εργαζόμενους από τις βάρβαρες πολιτικές περικοπών.

Η στροφή στις υπηρεσίες δεν ήταν ελληνική ιδιαιτερότητα. Την είχε εισάγει η Θάτσερ, η οποία περιορίζοντας τη βαριά βιομηχανία, μετέτρεψε το Λονδίνο στην καρδιά του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Στην Ελλάδα οι κυβερνήσεις Μητσοτάκη και Σημίτη κατάφεραν να μετατρέψουν την Αθήνα στον χρηματοπιστωτικό κόμβο των Βαλκανίων. Οι τράπεζες, η ενέργεια, οι τηλεπικοινωνίες, τα τυχερά παιχνίδια, τα σούπερ μάρκετ, οι ασφαλιστικές εταιρείες των Βαλκανίων πέρασαν σε πολύ μεγάλο βαθμό στα χέρια Ελλήνων καπιταλιστών. Και το ευρώ έπαιξε καθοριστικό ρόλο σε αυτή την επιτυχία.

Εξάλλου αν το ευρώ ήταν το κύριο μέρος του προβλήματος, τότε η κρίση θα περιοριζόταν στην ευρωζώνη. Η επαναλαμβανόμενη κρίση στην Ουγγαρία –που δεν συμμετέχει στο ευρώ– και η εκ νέου προσφυγή της δεξιάς κυβέρνησης της χώρας στο ΔΝΤ, δείχνουν ότι το πρόβλημα είναι πολύ πιο ευρύ και δεν περιορίζεται στο ενιαίο νόμισμα. Η ανθρώπινη τραγωδία που έχει εγκατασταθεί μόνιμα σε χώρες όπως η Ρουμανία, η Βουλγαρία κ.α. με τις τερατώδεις πολιτικές λιτότητας, περικοπών και απολύσεων, καταδεικνύει επίσης ότι και εκτός ευρώ ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός βρίσκεται σε βαθιά κρίση, ακριβώς γιατί είναι καπιταλισμός.

Όμως, τώρα που ο κυκλώνας έκανε απειλητική την εμφάνισή του στα γαλλικά παράλια, είναι σαφές ότι η κρίση πλέον θα αγκαλιάσει ολόκληρη τη «γηραιά ήπειρο» χτυπώντας και τον πυρήνα της. Είναι παράλογο, συνεπώς, όλα αυτά που συμβαίνουν να αποτελούν σχέδιο του Βερολίνου (όπως ισχυρίζονται πολλοί) προκειμένου να καταστραφεί η ανταγωνιστικότητα, και συνακόλουθα ολόκληρη η οικονομία, των υπόλοιπων Ευρωπαίων, δηλ. των άμεσων συμμάχων του, αλλά και των κύριων πελατών της βιομηχανίας του.

Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2011

Έχουμε κρίση. Και η Αριστερά;

Serio-comic war map for the year 1877
    
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΕΥΤΥΧΗ ΜΠΙΤΣΑΚΗ


από την ΕΠΟΧΗ, 20.11.11

Μια νέα κατάσταση διαμορφώνεται μετά τις τελευταίες πολιτικές εξελίξεις, που κάνει ακόμα μεγαλύτερες τις απαιτήσεις της κοινωνίας από την Αριστερά. Την πολυδιασπασμένη κι όμως ανερχόμενη στις συνειδήσεις των λαϊκών στρωμάτων Αριστερά. Θα μπορέσει να ανταποκριθεί στο κάλεσμα της στιγμής; Και με ποιους όρους; Η συζήτηση με το ιστορικό στέλεχος της Αριστεράς, φιλόσοφο και επίμονο αγωνιστή της κοινωνικής απελευθέρωσης, Ευτύχη Μπιτσάκη, ανιχνεύει απαντήσεις σε αυτά τα κρίσιμα ερωτήματα.

Τα κόμματα της αστικής τάξης ενώνονται για να σώσουν το καθεστώς. Και η Αριστερά;

 Η χρεοκοπία του σημερινού καθεστώτος υποτέλειας είναι δεδομένη. Δεδομένη είναι και η χρεοκοπία των δυο αστικών κομμάτων, όπως και η ογκούμενη αγανάκτηση, η περιφρόνηση και η αντίσταση των τάξεων και των στρωμάτων του πληθυσμού που πλήττονται από την κρίση. Ο δικομματισμός έφτασε σε αδιέξοδο. Για να σωθεί το καθεστώς και η πολιτική του εκπροσώπηση, εγχώρια και ξένα επιτελεία έπαιξαν το τελευταίο τους χαρτί: έφτασαν να συγκυβερνήσουν με την άκρα δεξιά. Αλλά η επιδιωκόμενη δήθεν εθνική συναίνεση είναι πλαστή, και δημιούργησε ήδη νέες ρωγμές στο αστικό μπλοκ εξουσίας και νέο κύμα περιφρόνησης από το πολιτικά ώριμο τμήμα του Ελληνικού Λαού. Κάθε φορά που το αστικό καθεστώς και η πολιτική του εκπροσώπηση έφθαναν σε αδιέξοδο, φρόντιζαν να ανακαλύψουν κάποιο σωτήρα του έθνους: Παπάγος, Πλαστήρας, Γέρος της Δημοκρατίας, χούντα, εθνάρχης Καραμανλής. Και τώρα: Λουκάς Παπαδήμος.
 
Ποιες μπορεί να είναι οι προοπτικές της τρικέφαλης κυβέρνησης;

Ο κ. Παπαδήμος είναι σοβαρός (δεν μας κάνει να ντρεπόμαστε), είναι ήπιος, γνωρίζει ελληνικά, υπήρξε διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και, όπως αποκαλύπτει η «Λε Μοντ», ως συνεργάτης της Goldman Sachs «μετείχε στο μαγείρεμα των λογαριασμών» που έκανε η αγαθή τράπεζα. Ο πρωθυπουργός μας, όπως και ο Μάριο Ντράγκι και ο Μόντι ανήκουν «στη λεγόμενη ευρωπαϊκή κυβέρνηση Sachs» («Λε Μοντ», «Ελευθεροτυπία», 15/11). Συνεπώς: ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση!

Τι υπόσχεται λοιπόν ο κ. Παπαδήμος; Τήρηση όλων των δεσμεύσεων της χώρας. Να «μην τεθεί σε κίνδυνο η παραμονή στη ζώνη του ευρώ». Συνεπώς: εκποίηση της κρατικής περιουσίας, νέα μέτρα που θα οδηγούν σε περαιτέρω εξαθλίωση και πείνα, καταστροφή του κράτους πρόνοιας, κ.τ.λ. Όπως λέει ο ίδιος, νέες θυσίες (από ποιους;) που δεν πρέπει να πάνε χαμένες!

Λοιπόν, σε δέκα χρόνια θα φθάσουμε, «ανακάμπτοντας», εκεί που ήμασταν το 2009: στο 120%. Μέγα ψέμα. Επειδή, για να «επανακάμψουμε», πρέπει να εκποιηθεί ο κρατικός τομέας της οικονομίας, συν όλα τα μέτρα κατοχικής πείνας (και χειρότερης, επειδή τώρα θα πεινάσουν και οι αγρότες!) Αλλά, σύμφωνα με μελέτη δημοσιευμένη στην «Ελευθεροτυπία», αν σε δέκα χρόνια ξεπουληθούν τα πάντα, θα χρωστάμε πάλι περίπου 350 δισ. Αν δεν τα καταφέρουν στο ξεπούλημα, το χρέος θα φθάσει στο μισό τρισεκατομμύριο ευρώ! Ελπίδα για σωτηρία του ελληνικού λαού: η αγωνιστική πολιτική πάλη, με ηγετική δύναμη την Αριστερά.
 
Με τη σημερινή πολιτική τους, η αστική τάξη και το πολιτικό προσωπικό της δεν φοβούνται μήπως η αγανάκτηση του κόσμου κατευθυνθεί πια αποκλειστικά στην Αριστερά;

Φοβούνται! Και δεν φοβούνται μόνον οι Έλληνες αστοί και το πολιτικό προσωπικό τους. Φοβάται η αστική τάξη της Ευρώπης, «κοιτίδας της Δημοκρατίας», που βιώνει και αυτή τη δική της κρίση: ανεργία, φτώχεια μέσα στον κοινωνικό πλούτο, καταστροφή των κοινωνικών σχέσεων στις μεγάλες πόλεις της ανθρώπινης ερημιάς, του αναδυόμενου ρατσισμού και νεοφασισμού. Τέλος, φοβούνται οι ιμπεριαλιστές του πλανήτη, που βιώνει την πιο τρομακτική δομική κρίση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και κοινωνικής συμβίωσης. Οι αστοί φοβούνται το ξύπνημα του μισοκοιμισμένου γίγαντα: του παγκόσμιου προλεταριάτου. Σήμερα, λοιπόν, τίθεται ένα ιστορικό καθήκον στην ελληνική Αριστερά.

Υπόσχονται ανάπτυξη. Αλλά η ύφεση θα βαθύνει. Πού θα βρεθεί το πλεόνασμα για να μειωθεί το χρέος; Οι μεσίτες που ξεπούλησαν τη χώρα, πρέπει να διωχτούν. Για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας και την πολιτισμική της αναγέννηση είναι αναγκαία μια σύγχρονη Αριστερά, η οποία, μέσα από τη συγκρότηση διευρυνόμενων συμμαχιών και σε δημιουργική αλληλεπίδραση με τα αυθόρμητα κινήματα, θα κατακτήσει την πολιτική, την ιδεολογική και την πολιτισμική- ηθική ηγεμονία.
 
Υπάρχουν, κατά τη γνώμη σου, συγκλίσεις στο χώρο της Αριστεράς, που να δημιουργούν έδαφος για ευρύτερες μονιμότερες συνεργασίες;
 
Η Ελλάδα είναι μια χώρα σε παρακμή. Η σημερινή κρίση είναι ο παροξυσμός της πάγιας και πολύμορφης κρίσης της κοινωνίας μας. Κρίση του παραγωγικού τομέα, υποβάθμιση της ποιότητας ζωής στις σημερινές τερατουπόλεις, καταστροφή του περιβάλλοντος, συνοπτικά καταστροφή του ομαλού μεταβολισμού ανθρώπου – φύσης. Και ενώ η χώρα έχει ανάγκη από μια συνολική αξιοβίωτη ανασυγκρότηση, εγχώριοι και ξένοι επιβάλλουν μια συνολική καταστροφή.

Και η Αριστερά; Η Αριστερά δεν φαίνεται ότι προσπαθεί να ξεπεράσει τη δική της κρίση, που οι ρίζες τους βρίσκονται στον Λίβανο και στη Βάρκιζα, η οποία συνεχίστηκε στην περίοδο της παρανομίας του ΚΚΕ, ξέσπασε με τη 12η Ολομέλεια το 1968, και συνεχίζεται με τη σημερινή πολυδιάσπαση. Και σήμερα, ενώ η χώρα οδηγείται στην καταστροφή, «ο κόσμος καίγεται και η γρηά χτενίζεται».

Ας μην είμαστε άδικοι. Υπάρχει το ΚΚΕ, η μεγαλύτερη και πιο οργανωμένη δύναμη της Αριστεράς. Το ΚΚΕ αυτοχαρακτηρίζεται μαρξιστικό και λενινιστικό. Φαίνεται όμως ότι «δεν διάβασε» Μαρξ, Λένιν και Γκράμσι για τις σχέσεις στρατηγικής και τακτικής και για το ζήτημα των συμμαχιών. Άσπιλο και αμόλυντο, λοιπόν, πορεύεται τη μοναχική αγωνιστική πορεία του. Υπάρχει ο ΣΥΡΙΖΑ. Οι δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ ξεπέρασαν ήδη τις αυταπάτες του ευρωκομμουνισμού. Θα συνειδητοποιήσουν ότι η ΕΕ δεν μεταρρυθμίζεται, ότι πρέπει να ανατραπεί; Θα υπερβεί τις εσωτερικές του διαμάχες; Να ελπίσουμε ότι θα καταστεί σημαντική δύναμη για την ανατροπή του σημερινού καθεστώτος υποτέλειας; Και οι δυνάμεις της «εξωκοινοβουλευτικής» Αριστεράς, κουκουδογενείς, τροτσκιστικής και μαοϊκής προέλευσης, παρούσες πάντα στους καθημερινούς αγώνες; Είκοσι χρόνια μετά την κατάρρευση του σοσιαλιστικού στρατοπέδου, θα τολμήσουν να «υπερβούν» (με τη διαλεκτική έννοια του όρου) το παρελθόν τους; Η συγκρότηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι ένα πρώτο θετικό βήμα.

Λοιπόν, η Αριστερά επωμίζεται, ιδιαίτερα σήμερα, ένα ιστορικό καθήκον: να γίνει η πρωτοπορία για την ανατροπή του νέου καθεστώτος της υποτέλειας και για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, με στρατηγικό στόχο το σοσιαλισμό. Σαράντα χρόνια μετά το 1968 είναι καταδικαστέος όποιος αρνείται την κοινή δράση, το δημόσιο διάλογο, την κατάκτηση ευρύτερων μορφών συνεργασίας, με τελικό στόχο μια Αριστερά ενιαία, δημοκρατική και επαναστατική.
 
Το μέγεθος των ζητημάτων που κρίνονται σήμερα θα έπρεπε να καθιστά πιο επιτακτική την ανάγκη για συνεργασία των δυνάμεων της αριστεράς. Υπάρχει, άραγε, κάποιο υπαρκτό εμπόδιο, αντίστοιχου μεγέθους, που να κάνει  ανέφικτο ένα τέτοιο στόχο;

Η κοινή δράση και, στην πορεία των κοινωνικών αγώνων, η ενοποίηση της Αριστεράς αποτελεί σήμερα όχι απλώς καθήκον, αλλά όρο για την επιβίωση του ελληνικού λαού. Η Ελλάδα δεν είναι σήμερα μια ανεξάρτητη χώρα. Η σημερινή κυβέρνηση δεν είναι ελληνική: είναι μια κυβέρνηση από Έλληνες, εντολοδόχος του ευρωπαϊκού και αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Μια κυβέρνηση υπό εποπτεία. Τα εμπόδια για μια ευρύτερη και προοπτικά στρατηγικού χαρακτήρα ενότητα της ελληνικής Αριστεράς είναι γνωστά: κρίση που έχει ως αφετηρία την προδοσία της εαμικής επανάστασης, την ήττα του εμφύλιου, τη «δυαδική εξουσία» στην περίοδο της ΕΔΑ, τη διάσπαση του ’68 και τη συνεχιζόμενη εχθρότητα των θραυσμάτων – προϊόντων της κρίσης. Υπόβαθρο: η θεωρητική ανεπάρκεια, η αδυναμία μιας διαλεκτικής ενότητας στρατηγικής και τακτικής, η διαιώνιση του πλέγματος σεχταρισμού- οπορτουνισμού (ΚΚΕ) και οι αντιφάσεις της «ανανεωτικής» Αριστεράς. Όμως το παρελθόν που «βαραίνει ακόμα σαν βραχνάς στα μυαλά των ζωντανών» (Μαρξ) δεν είναι αναγκαστικά αξεπέραστο εμπόδιο. Όλοι και καθένας έχουμε ευθύνη για τη συγκρότηση μιας πολύμορφης έστω, αλλά ενιαίας αριστεράς. Λέγεται από πολλούς ότι η χώρα είναι υπό κατοχή και ότι σήμερα είναι αναγκαίο ένα νέο ΕΑΜ. Όμως σήμερα στην Ελλάδα δεν υπάρχει ξένος κατακτητής. Σήμερα η ιστορικά ξεπερασμένη ελληνική αστική τάξη, από «κοινού συμφέροντος» με την ΕΕ, έχει συγκροτήσει ένα ιστορικά ανέκδοτο καθεστώς υποτέλειας. Σήμερα, λοιπόν, ο αγώνας είναι βασικά ταξικός. Κύρια πλευρά της αντίθεσης είναι η ταξική. Το στοιχείο του πατριωτισμού είναι παράγωγο και δευτερεύον. Υποτάσσεται και υπηρετεί το ταξικό.
 
Οι συνθήκες που διαμορφώνονται σήμερα, μοιάζουν ευνοϊκές για την αριστερά. Υπάρχουν ελπίδες, να ανακάμψει, συμβαδίζοντας με την ανάπτυξη των λαϊκών κινημάτων σε ευρωπαϊκό επίπεδο;

Η κρίση είναι σήμερα παγκόσμια. Συγκεκριμένη περίπτωση, η κρίση της ΕΕ. Συνεπώς η αντίσταση της εργατικής τάξης της Ελλάδας, πρέπει να συντονιστεί με την αντίσταση του προλεταριάτου της ΕΕ. Στην επίθεση του ευρωπαϊκού κεφαλαίου πρέπει να αντιταχθεί η αντεπίθεση της εργατικής τάξης της Ευρώπης. Διεθνοποίηση του κεφαλαίου – διεθνοποίηση του επαναστατικού κινήματος. Ακούμε συχνά: Έξω από την ΕΕ. Ανατροπή, κ.λπ. Ερώτημα: Αν μια χώρα της ΕΕ αποκτήσει πρώτη αριστερή κυβέρνηση, πρέπει να φύγει από την ΕΕ, ή να παραμείνει ώστε να αποτελέσει καταλύτη για την αποσάθρωση του οικοδομήματος του ευρωπαϊκού κεφαλαίου; Στόχος πρέπει να είναι η επιστροφή στο Έθνος – Κράτος, ή η ανάπτυξη ενός επαναστατικού κινήματος με στόχο τις Ενωμένες Σοσιαλιστικές Δημοκρατίες της Ευρώπης; Για τη χώρα μας: Ένας νέος, διεθνιστικός πατριωτισμός, που θα απορρίπτει και τον αντιδραστικό εθνικισμό και την κοσμοπολίτικη άρνηση ενός αυθεντικού πατριωτισμού, ανάγκη της ιστορικής στιγμής.

Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2011

Αποκάλυψη;...

Ο ταχυδακτυλουργός, 1475-1505,  Hieronymus Bosch, via Wikipedia
 
του Ρούσσου Βρανά


Αποκάλυψη;...

... Και στις οκτώ πρώτες θέσεις στη λίστα με τις χώρες για τις οποίες αυξήθηκαν οι πιθανότητες χρεοκοπίας τους βρίσκονταν χθες χώρες ευρωπαϊκές: Ελλάδα, Ολλανδία, Εσθονία, Φινλανδία, Αυστρία, Γαλλία, Σουηδία και Τσεχία (στοιχεία CMA). Η κρίση μεταδίδεται σε ολόκληρη την ευρωζώνη. Κανένα ευρωπαϊκό ομόλογο δεν είναι πια ασφαλές.

Και το όνομα...

... του έργου; Η Ρώμη καίγεται. Με ένα σενάριο «Made in Frankfurt» από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, με την ευγενική χορηγία της νεοφιλελεύθερης σχολής TINA («there is no alternative»: «δεν υπάρχει άλλη λύση»), που προωθεί τη λιτότητα και την κοινωνική εξαθλίωση. Τι και αν η Ιταλία έχει πρωτογενές πλεόνασμα; Τι και αν το χρέος της (ιδιωτικό και δημόσιο) είναι πολύ χαμηλότερο από το γαλλικό, το βρετανικό, το αμερικανικό και το ιαπωνικό; Η Ιταλία έπρεπε να πέσει και αυτή, ώστε να παραδοθεί στους πεφωτισμένους της Τριμερούς Επιτροπής του Ροκφέλερ και της Λέσχης Μπίλντερμπεργκ. Οι γαλλογερμανικές ολιγαρχίες επιμένουν ότι η ευρωζώνη μπορεί να διασωθεί με αυτό που έχουν ονομάσει Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Ομως, ακόμη και αυτό το ταμείο καταβροχθίζεται σήμερα από τις αγορές, διαπιστώνει ο δημοσιογράφος Πέπε Εσκομπάρ στο «Αλ Τζαζίρα». Ενα τερατώδες ταμείο, λοιπόν, στημένο στο πρότυπο με το οποίο έστηνε τις κομπίνες της η Γκόλντμαν Σακς, βρίσκεται σήμερα στην ανάγκη να διασωθεί και αυτό, μετά την κατάρρευση των ευρωπαϊκών ομολόγων. Τέτοια σενάρια δεν γράφονται ούτε στο Χόλιγουντ.

Το συμπέρασμα;...

... Το συνολικό ευρωπαϊκό χρέος, που υπολογίζεται σε 3 τρισ. ευρώ, είναι πια αδύνατο να αποπληρωθεί, λέει ο οικονομικός αναλυτής Τσαρλς Χιου Σμιθ. Και άρα πρέπει να διαγραφεί. Ερώτηση: ποιος θα πληρώσει τη ζημιά; Απάντηση: εκείνοι που ανέλαβαν το ρίσκο. Επειδή το θεμελιώδες ελάττωμα του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος ήταν αυτό: το κέδρος αποσυνδέθηκε από το ρίσκο. «Εκείνοι που ρισκάριζαν, μετέθεταν το ρίσκο σε άλλους: στους φορολογουμένους ή στους λαούς που είχαν το νόμισμα» λέει ο Σμιθ. «Τα κέρδη ήταν δικά τους αλλά οι ζημιές μεταφέρονταν στους λαούς με διασώσεις ή τύπωμα χρήματος. Με τις διασώσεις, οι ζημιές βάρυναν τους φορολογουμένους και με το τύπωμα, όποιον κρατούσε στα χέρια του το υποτιμημένο νόμισμα». Το ρίσκο φορτωνόταν στον ανύποπτο κοσμάκη και τα κέρδη συγκεντρώνονταν στα χέρια των λίγων που έλεγχαν το παιχνίδι. Γι' αυτό δεν υπάρχει σήμερα τρόπος να ξεφύγει η Ευρώπη από τα δίχτυα του χρέους μέσω της ανάπτυξης. Επειδή ένα μεγάλο μέρος της περίφημης «ανάπτυξης» της ευρωζώνης ήταν ακριβώς αποτέλεσμα αυτού του τζόγου που σήμερα έχει πια ξεπεράσει την ημερομηνία λήξης του. Και γι' αυτό η λιτότητα δεν οδηγεί πουθενά. Η μόνη διέξοδος είναι το κλείσιμο της στρόφιγγας του χρέους.

Αν εκείνοι...

... που ρισκάρισαν για να κερδίσουν δεν αναγκαστούν να αναλάβουν το ρίσκο της κερδοσκοπίας τους, λέει ο Τσαρλς Χιου Σμιθ, αυτό θα σημαίνει πως «δεν ζούμε πια ούτε στον καπιταλισμό ούτε στη δημοκρατία, αλλά σε μια χρηματοπιστωτική φασιστική τυραννία».

από τα ΝΕΑ, 17.11.11

Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2011

«΄Εναν χάρτη του κόσμου που δεν περιλαμβάνει την Ουτοπία, δεν αξίζει να τον κοιτά κανείς»

Searching for Utopia by Jan Fabre,via Flickr, *peter C*'s photostream(CC BY-NC 2.0)
του Ρούσσου Βρανά

«΄Εναν χάρτη...
... του κόσμου που δεν περιλαμβάνει την Ουτοπία, δεν αξίζει να τον κοιτά κανείς», έγραφε ο Οσκαρ Ουάιλντ. «Επειδή αφήνει απέξω τη μοναδική χώρα όπου πάντα αποβιβάζεται η ανθρωπότητα. Μα και όταν αποβιβαστεί εκεί, πάλι ψάχνει. Και όταν ξαναβρεί μια άλλη καλύτερη χώρα, ανοίγει πάλι πανιά. Η πρόοδος είναι η πραγματοποίηση της Ουτοπίας».

Το πνεύμα...
... αυτού του γνήσιου σοσιαλιστή του 19ου αιώνα παραμένει ζωντανό μέχρι σήμερα. Ιδιαίτερα στα μεγάλα κέντρα του καπιταλισμού, όπου η νεολαία έχει ξεσηκωθεί και με κινητοποιήσεις και καταλήψεις διεκδικεί μια καλύτερη ζωή. Πώς οι νέοι έφτασαν μέχρι εκεί; αναρωτιέται ο συγγραφέας Ταρίκ Αλί, που όταν ήταν κάποτε και αυτός νέος, είχε ξεχωρίσει στο φοιτητικό κίνημα της δεκαετίας του 1960. Και πιάνει τα πράγματα από την αρχή, από την πτώση του κομμουνισμού το 1991. Τότε, γράφει στην εφημερίδα «Σάντεϊ Χέραλντ», επικράτησε παντού η ιδεολογία της άρχουσας τάξης, όπως αυτή είχε εκφραστεί από τον πολιτικό φιλόσοφο Εντμουντ Μπερκ: «Οι απόστολοι της ισότητας απλώς αλλάζουν και διαστρέφουν τη φυσική τάξη των πραγμάτων». Μέσα από τα σπλάχνα του καπιταλισμού είδαμε τους φορείς του δικομματικού συστήματος να διαφθείρονται όσο ποτέ άλλοτε από τον κόσμο του χρήματος: Ρεπουμπλικανούς και Δημοκρατικούς στις ΗΠΑ, Νέους Εργατικούς και Συντηρητικούς στη Βρετανία, Σοσιαλιστές και Δεξιούς στη Γαλλία, Κεντροδεξιούς και Κεντροαριστερούς στη Γερμανία και τη Σουηδία. Ηταν επόμενο να επικρατήσει ένας εξτρεμισμός των αγορών, με επακόλουθο τη διείσδυση του κεφαλαίου στο κράτος και την άλωση όλων εκείνων που είχαμε συνηθίσει να θεωρούμε κοινωνικά αγαθά. Στο βασίλειο των «εκσυγχρονιστών», όποιος αποτολμούσε να υπερασπιστεί τον κοινωνικό χαρακτήρα τους, έμενε με τη ρετσινιά του «οπισθοδρομικού». Επειδή, στα μάτια των εκσυγχρονιστών, οι πολίτες ήταν πρώτα πελάτες.

Οι πολιτικοί...
... του εκσυγχρονισμού, μεθυσμένοι από τους θριάμβους του καπιταλισμού, ήταν λοιπόν φυσικό να βρεθούν απροετοίμαστοι όταν ξέσπασε η κρίση στη Γουόλ Στριτ το 2008, λέει ο Ταρίκ Αλί. Το ίδιο απροετοίμαστοι βρέθηκαν και οι περισσότεροι πολίτες-πελάτες που, παρασυρμένοι από τα εύκολα δάνεια, βρέθηκαν ξαφνικά χρεωμένοι μέχρι τον λαιμό, σε μια περίοδο που το σύστημα άρχιζε να τους κόβει το εισόδημα για να σώσει με αυτό τους τραπεζίτες. Καθώς άλλες χώρες κατέρρεαν (Ισλανδία, Ιρλανδία) και άλλες έβλεπαν να ανοίγεται μια άβυσσος μπροστά τους (Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία), η Ευρωπαϊκή Ενωση (ή ακριβέστερα Τραπεζική Ενωση) γονάτισε αυτές τις χώρες ακόμη περισσότερο με αυστηρή λιτότητα, προκειμένου να σώσει το γερμανικό, το γαλλικό και το βρετανικό τραπεζικό σύστημα.

Η σύγκρουση...
... ανάμεσα στην αγορά και τη δημοκρατία δεν μπορούσε πια να κρυφτεί: οι πολιτικές ηγεσίες αυτών των χωρών εκβιάστηκαν μέχρι την πλήρη υποταγή τους, παρά την αντίθετη βούληση των λαών τους. Οι απεργίες, οι διαδηλώσεις και οι κινητοποιήσεις ήρθαν σαν ένα φυσικό επακόλουθο. Και είναι πια φανερό πως αυτές οι πολιτικές ηγεσίες δεν θα μπορούν πια να κυβερνούν για πολύ όπως κυβερνούσαν μέχρι τώρα.

από τα Νέα, 28.10.11

Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2011

Συνηγορία υπέρ του ενιαίου μισθολογίου

Getty Image of Unemployment Line date unknown, via http://likeawhisper.wordpress.com/tag/unemployment/
 
του Χρήστου Σίμου


από το Red NoteBook

Το εργατικό κίνημα δεν έχει κανένα λόγο να μην υποστηρίζει το ενιαίο μισθολόγιο. Για ποιο λόγο να υπάρχουν διακρίσεις ανάμεσα σε πνευματική και χειρωνακτική εργασία; Γιατί να αμείβεται διαφορετικά το διοικητικό από το τεχνικό προσωπικό; Γιατί να υπάρχουν εξαιρέσεις και ειδικά μισθολόγια;

Ξέροντας πολύ καλά το παιχνίδι του σημειολογικού αντάρτικου, οι δυνάμεις του κεφαλαίου χρησιμοποιούν το σημαίνον «ενιαίο μισθολόγιο» για τους εργαζόμενους του δημόσιου τομέα, για να οδηγήσουν στην πραγματικότητα όλους τους εργαζόμενους σε κατάσταση εξαθλίωσης. Άλλωστε το έδαφος έχει καλλιεργηθεί συστηματικά εδώ και πολλά χρόνια. «Τεμπέληδες», «αργόμισθοι», προνομιούχοι», «βολεμένοι» είναι μερικές από τις εκφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν για την απαξίωση του δημόσιου τομέα και για την αποθέωση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, η οποία πάντοτε πορευόταν συνοδευόμενη από την κρατική προστασία –φαινόμενο το οποίο παρατηρείται παγκοσμίως κι όχι μόνο στην «τριτοκοσμική και υπανάπτυκτη Ελλάδα», όπως υποστηρίζουν διάφοροι θιασώτες του εκσυγχρονισμού.

Εργατική υποχώρηση

Ό,τι ζούμε τον τελευταίο ενάμιση χρόνο θα πρέπει να ειδωθεί όχι ως μια στιγμιαία εικόνα αλλά ως αποτέλεσμα μακροχρόνιων διαδικασιών. Από την πρώτη στιγμή, δηλαδή από τότε που υπογράφτηκε το Μνημόνιο, μια σειρά οικονομικών αναλύσεων τεκμηρίωναν πως το πακέτο μέτρων αυτό δεν έχει σκοπό να αντιμετωπίσει την κρίση, κάτι το οποίο αποδείχτηκε καθώς το χρέος αυξάνεται διαρκώς, παρά τις ριζικές περικοπές σε μισθούς, συντάξεις και δημόσιες δαπάνες. Το Μνημόνιο ήρθε να επισφραγίσει την επικράτηση των δυνάμεων του κεφαλαίου έναντι των δυνάμεων της εργασίας. Ας κάνουμε μια σύντομη αναδρομή σε κάποια ενδεικτικά σημεία της ταξικής πάλης. Κατά την πρώτη τετραετία της διακυβέρνησης ΠΑΣΟΚ 1981-1985), οι αυξήσεις στους μισθούς είναι εντυπωσιακές. Οι αυξήσεις δεν προήλθαν ούτε από τη μεγαλοψυχία του Ανδρέα Παπανδρέου ούτε έπεσαν από τον ουρανό. Ήρθαν ως αποτέλεσμα σκληρών εργατικών αγώνων κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70 (μια ματιά στα στατιστικά στοιχεία για τους απεργιακούς αγώνες της περιόδου εκείνης είναι αρκετή). Οι αυξήσεις στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων καθ όλη τη διάρκεια γίνονταν με την μορφή επιδομάτων – επιλογή όχι τυχαία, καθώς τα επιδόματα είναι πολύ ευκολότερο να κοπούν σε σχέση με τον κύριο μισθό.

Οι πρώτες ανατροπές στις εργασιακές σχέσεις εισήχθησαν στον ιδιωτικό τομέα κατά την περίοδο της πρωθυπουργίας του Σημίτη. «Εκσυγχρονισμός» σήμαινε μεταξύ άλλων ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, μπλοκάκια κι άλλα παρόμοια. Το κλίμα γενικής ευφορίας που έφτιαχναν οι ανοδικοί οικονομικοί δείκτες παρέα με την αποθέωση της προσωπικής επιτυχίας και καταξίωσης (η πτώση του τείχους έδωσε πολλά credits στον ούτως ή άλλως ανερχόμενο νεοφιλελευθερισμό), σε συνδυασμό με τις ισχνές συνδικαλιστικές δυνάμεις στον ιδιωτικό τομέα, διευκόλυναν την κατίσχυση των συγκεκριμένων μεταρρυθμίσεων. Οι νίκες των δυνάμεων του κεφαλαίου συνεχίστηκαν και τα επόμενα χρόνια με τις ελαστικές σχέσεις και τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου να γενικεύονται.

Και τώρα τι;

Το πολυνομοσχέδιο έρχεται να αποδομήσει ό,τι έχει απομείνει από τις κατακτήσεις του εργατικού κινήματος. Ωστόσο, η κινητικότητα των τελευταίων ημερών γεννάει ελπίδες για ανατροπή. Είναι σαφές ότι με μια κυβέρνηση που ο κυβερνητικός της εκπρόσωπος δηλώνει ότι "είμαστε σε πόλεμο", δηλαδή ότι έχει σκοπό να μας τσακίσει, δεν υπάρχουν περιθώρια ούτε για διαπραγματεύσεις ούτε για απολογίες. Γι’ αυτό και δεν πρόκειται να σας ρωτήσουμε για το πώς θα κατέβουμε στη μάχη. Το μόνο σίγουρο είναι πως αν νικήσουμε, το δικό μας ενιαίο μισθολόγιο θα αποφασιστεί στην πλατεία Συντάγματος.

Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2011

Οίκοι Αξιολόγησης: 150 χρόνια οικονομικής Εποπτείας



της Σίσσυς Μπάρα

Οι οίκοι αξιολόγησης εμφανίζονται για πρώτη φορά στην Αμερική στα μέσα του 19ου αιώνα. ΄Ηταν μια απάντηση στην ανάγκη αξιολόγησης απο τους ιδιώτες επενδυτές, της αξιοπιστίας των πολυάριθμων σιδηροδρομικών εταιρείων που προσπαθούσαν να προσελκύσουν κεφάλαια στο χρηματιστήριο. Η πρώτη απόπειρα μελέτης και κριτικής των οικονομικών δεδομένων των ΑΕ ανήκει στη Henry Varnum Poor όταν το 1860 δημοσίευσε το πρώτο οδηγό σιδηροδρομικών εταιρειών.
Αρκετά χρόνια αργότερα, το 1906 μια ακόμη εταιρεία η Standard Statistic Bureau συλλέγει τα οικονομικά στοιχεία των αμερικανικών επιχειρήσεων και παρουσιάζει τα πρώτα της αποτελέσματα το 1916. Η συγχώνευση των δυο αυτών εταιρειών θα δώσει το 1941 τη σημερινή Standard and Poor΄s. Ομως η ιδέα ενός συστήματος αξιολόγησης όπως τον γνωρίζουμε σήμερα, δλδ με τα τρία Αλφα ως τον ανώτατο βαθμό αξιοπιστίας ανήκει στο John Moody. Γεννημένος στα 1868 μέσω της εταιρείας του Moody’s Investor Service αρχίζει στα 1909 να βαθμολογεί τις εκδόσεις ομολόγων περισσοτέρων από 200 σιδηροδρομικών εταιρειών, με άμεσο στόχο πάντα: Να εκτιμήσει την ικανότητα της δανείστριας εταιρείας να αποπληρώσει τα χρέη της και να σεβαστεί τις πληρωμές των τοκοχρεωλυσίων στον προβλεπόμενο χρόνο.

Με τη πάροδο του χρόνου ο ρόλος των οίκων αξιολόγησης στις αποφάσεις των επενδυτών αναβαθμίστηκε. Στις μέρες μας εκτός απο τα κρατικά, τίθενται στην κρίση των οίκων αξιολόγησης και τα δημοτικά χρεώγραφα. Ποιος είναι όμως ο ρόλος των οίκων αξιολογησης; Είναι η ακρίβεια στις εκτιμήσεις τους που εξηγεί την άνοδό τους; Η νωπή στη συλλογική μνήμη κατάρρευση της Lehman Βrothers το 2008 και η ίδια η κρίση των στεγαστικών δανείων στις ΗΠΑ αποτελεί το χαρακτηριστικότερο ίσως παράδειγμα αποτυχίας των προβλέψεων των οίκων αξιολόγησης. Το χτύπημα όμως που δέχτηκαν παρέα με την διεθνή οικονομια δεν κατάφερε να κλονίσει την αξιοπιστία τους στην αγορά. Κι αυτά παρά τη δριμύτατη κριτική που δέχτηκαν. Χαρακτηριστική έχει μείνει η φράση του αμερικάνου νομπελίστα οικονομολόγου Paul Krougman οποίος τις αποκαλεσε κλόουν.
Από την άλλη πλευρά η πρόσφατη και μοναδική στην ιστορία υποβάθμιση της αμερικανικής πιστοληπτικής ικανότητας έδωσε νέες λαβές κριτικής για τις μεθόδους που χρησιμοποιούν και που οδηγούν σε λανθασμένες εκτιμήσεις. Πώς μπορούν να ερμηνευτούν όμως λάθη και αβλεψίες από εταιρείες με τέτοια παράδοση και εμπειρία στο τομέα των οικονομικών μελετών και με ικανότατο και εξιδεικευμένο προσωπικό; Αξιοποιώντας τις μαρτυρίες παλαιών υπάλληλων των τριών σημαντικότερων οίκων αξιολόγησης Standart and Poor’s, Moody’s, Fitch, που δημοσιεύτηκαν στη γαλλική Μόντ φαίνεται ότι τα τελευταία χρόνια οι οίκοι αξιολόγησης αδυνατούν να ανταπεξέλθουν οικονομικά στις υποχρεωσείς έναντι των πελατών τους. ΄Η σωστότερα προκειμένου να παράξουν και να πουλήσουν το προϊόν τους με το ελάχιστο κόστος υιοθετούν προγράμματα εξυγείανσης προκειμένου να μειώσουν τα έξοδα. Και ειδικά το εργασιακό κόστος. Σε ότι αφορά την αγορά των κρατικών χρεωγράφων η μείωση της χρημματοδότησης των αποστολών είναι χαρακτηριστική. Οπως αναφέρει υπάλληλος της Moody’s ο χρόνος παραμονής των ειδικών απεσταλμένων στις δανειζόμενες χώρες μειώθηκε δραματικά απο τις έξη μέρες που είχαν στη διάθεση τους οι αναλυτές αρχικά στη μία με δύο μέρες. Χρόνο κατά τον οποίο συναντούσαν τους ελάχιστους οικονομικούς παράγοντες των χωρών και οι οποίοι ήταν συνήθως εκπρόσωποι του Υπ. Οικ. και της Κεντρικής Τράπεζας. Χαρακτηριστική είναι επίσης και η μαρτυρία πρώην υπάλληλων της Standart and Poor’s και της Fitch, σχετικά με το τρόπο διαχείρισης της κρίσης εμπιστοσύνης του κόσμου έναντι των οίκων αξιολόγησης το 2008, απο τους ίδιους: η περίοδος που ακολούθησε την κρίση των στεγαστικών δανείων επιδείνωσε περίσσοτερο τις συνθήκες εργασίας. Η αποτυχία των προβλέψεων για την αμερικανική κρίση αντί να οδηγήσει στη βελτίωση των υλικών και τεχνικών μέσων αξιοποίησης της πληροφορίας είχε σαν αποτέλεσμα την επιδείνωση των συνθηκών εργασίας των αναλυτών με στόχο να χρεωθούν οι ίδιοι το αποτέλεσμα και όχι η εταιρεία.

Η υποταγή των ίδιων των εταιριών αξιολόγησης στους νόμους της αγοράς και κυρίως στη λογική του κέρδους φαίνεται να αποτελεί έναν βασικό παράγοντα στη διαμόρφωση των εκτιμήσεών τους. Ο ρόλος τους όμως και κύριως η σχέση τους με τα υπόλοιπα οικονομικά υποκκείμενα θέτει μοιραία το εξής ερώτημα: Οι οίκοι αξιολόγησης κατα πόσο τελικά είναι σε θέση να λειτουργούν εξισορροπιστικά στην αγορά δικαιώνοντας τους θιασώτες των Θεσμικών Οικονομικών (Institutional economics). Κατά πόσο μπορούν δηλαδή να παρεμβαίνουν στις οικονομικές σχέσεις εξυγειαίνοντας επενδυτικά χαρτοφυλάκια και βοηθώντας εταιρείες κράτη κ' οργανισμούς να βελτιώσουν την οικονομική τους κατάσταση, συμβάλλοντας με το τρόπο αυτό στην άρση των προβλημάτων που δημιουργεί στην αγορά η ασύμμετρη πληροφόρηση; Πρόκειται για ερωτημα που τίθεται πιεστικά, και για έναν ακόμα λόγο :Διότι η βαθμολόγηση δανειζόμενων φορέων εμπεριέχει εξ΄ορισμού ατομικές ή συλλογικές οικονομικές στρατηγικές. Η πολύ χαμηλή βαθμολόγηση μιας εταιρείας ή μιας χώρας που προσφεύγει στο δανεισμό προκαλεί από μόνη της αυτό που προβλέπει. Δηλαδή την κατάρρευσή της, προκαταβάλλοντας αρνητικά την αγορά κι αυξάνοντας έτσι το κόστος δανεισμού της.

Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2011

"Εμείς", "Αυτοί" και οι δανειστές "τους"

φωτογραφία από το χειρόγραφο του George Orwell για το 1984


του Γιάννη Μηλιού


ΑΥΓΗ, 2.10.11


Η επιλογή των λέξεων δεν είναι ποτέ αθώα, ιδιαίτερα στον δημόσιο λόγο. Οι λέξεις είναι φορείς ιδεολογικών παραστάσεων και των πρακτικών που διαπλέκονται με αυτές. Ακόμα περισσότερο, επειδή ακριβώς «οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης είναι σε κάθε εποχή οι κυρίαρχες ιδέες» (Μαρξ - Ένγκελς, Η Γερμανική Ιδεολογία, MEW τ. 3, σ. 46), οι λέξεις συχνά μάς επιβάλλονται ως «προφάνειες», πάνω στις οποίες καλούμαστε κατόπιν να οικοδομήσουμε τα δικά μας επιχειρήματα. Τότε όμως τα επιχειρήματα θα είναι ήδη υπονομευμένα από την κυρίαρχη ιδεολογία, που σημαίνει ότι και τα πολιτικά μας συμπεράσματα θα εγκλωβίζονται στα διλήμματα που θέτουν οι αστικές στρατηγικές επιλογές.

Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της περιόδου είναι η φιλολογία γύρω από το χρέος του ελληνικού Δημοσίου, όταν παρουσιάζεται με φράσεις όπως «πόσα χρωστάμε στους δανειστές μας»: Ο λόγος αυτός αναπλάθει ένα εθνικό «εμείς», που «χρωστάμε» σε «δανειστές» «έξω από μας», άρα «ξένους», και το πολιτικό επίδικο μοιάζει να αφορά ένα ζήτημα «εθνικής σύγκρουσης» με τους «ξένους»: «Εμείς απέναντι στους ξένους δανειστές μας».

Αν δούμε όμως το ζήτημα από τη σκοπιά των διαθέσιμων στατιστικών στοιχείων, η εικόνα αλλάζει ριζικά: Σύμφωνα με προβολές για το τέλος του έτους, που βασίζονται στα στοιχεία του 1ου τριμήνου 2011, το συνολικό χρέος του ελληνικού Δημοσίου είναι 345 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 58 δισ. κρατούν οι ελληνικές τράπεζες, 15,2 δισ. η Τράπεζα της Ελλάδας (ΤτΕ), 11 δισ. τα ελληνικά ασφαλιστικά ταμεία, 78 δισ. ο Μηχανισμός Ε.Ε. - ΔΝΤ, 42 δισ. η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), 45,5 δισ. οι ξένες τράπεζες και 95 δισ. «άλλοι αλλοδαποί επενδυτές» (αμοιβαία κεφάλαια, ασφαλιστικά ταμεία, ασφαλιστικές εταιρίες).

Το τμήμα του χρέους του ελληνικού Δημοσίου που κρατάει η ΕΚΤ (όπως και η ΤτΕ) αποτελεί αποτέλεσμα χρηματοδότησης-στήριξης των ελληνικών τραπεζών, ενώ η χρηματοδότηση από τον Μηχανισμό Ε.Ε. - ΔΝΤ αποτελεί διακρατική συμφωνία που συνήψε το ελληνικό κράτος, σε αντιστοιχία με τα κοινωνικά-ταξικά συμφέροντα που παγίως συμπυκνώνει.

Τα «ξένα» χρηματοπιστωτικά ιδρύματα δεν είναι ένα ομογενές σύνολο, αλλά ένα ετερόκλητο άθροισμα ιδρυμάτων σε διαφορετικές χώρες, με διαφοροποιημένα ως εκ τούτου συμφέροντα: Γαλλικές τράπεζες (σύμφωνα με το πρόσφατο stress test κρατούν 10 δισ. ευρώ ελληνικού χρέους), γερμανικές τράπεζες (7,93 δισ.), κυπριακές τράπεζες (5,81 δισ.), βελγικές τράπεζες (3,91 δισ.), κ.λπ., γερμανικά ασφαλιστικά ταμεία, γαλλικά ασφαλιστικά ταμεία κ.λπ., γαλλικά αμοιβαία κεφάλαια, αμερικανικά αμοιβαία κεφάλαια κ.ο.κ.

Με βάση την εικόνα που μόλις παραθέσαμε, το «εμείς απέναντι στους ξένους δανειστές μας» της κυρίαρχης αφήγησης καταρρέει. Το σημαντικότερο, είναι επιστημονικά θεμιτό να ταυτίζονται οι εργαζόμενες-λαϊκές τάξεις (η εργατική τάξη, η νέα [μισθωτή] μικροαστική τάξη, η παραδοσιακή [αυτοαπασχολούμενη] μικροαστική τάξη, ακόμα και οι μεσοαστοί μικροεπιχειρηματίες), με το ελληνικό καπιταλιστικό κράτος και να μιλάμε αδιαφοροποίητα για «τη χώρα» και «εμάς»; Είναι πολιτικά και ιδεολογικά θεμιτό, ως αριστεροί, να μη διαφοροποιούμε το τμήμα του χρέους που κρατούν από τη μια οι τράπεζες (ελληνικές, γαλλικές, γερμανικές, κυπριακές...), ο Μηχανισμός ΔΝΤ - Ε.Ε., η ΕΚΤ, η ΤτΕ και από την άλλη τα ασφαλιστικά ταμεία και λαϊκοί αποταμιευτές;

Το καπιταλιστικό κράτος αποτελεί το κέντρο άσκησης της πολιτικής εξουσίας του κεφαλαίου. Κυβερνάει φυσικά, συνήθως, κυρίως με βάση τη συναίνεση. Γι’ αυτό εμφανίζεται ως εκφραστής του γενικού συμφέροντος της καπιταλιστικής κοινωνίας. Το ελληνικό καπιταλιστικό κράτος οικοδόμησε συναινέσεις «ανεχόμενο» τη φοροδιαφυγή μεγάλου τμήματος των μεσαίων τάξεων, ευνοώντας την «από τα κάτω» ιδιωτικοποίηση των κοινωνικών υπηρεσιών, προάγοντας τις πελατειακές σχέσεις. Διόγκωσε το δημόσιο χρέος αναδιανέμοντας τον πλούτο υπέρ του κεφαλαίου, στο οποίο εξασφάλισε μια όλο και διευρυνόμενη νόμιμη φοροαπαλλαγή, οικοδόμησε έναν τερατώδη κατασταλτικό μηχανισμό και ένα αναιμικό «κοινωνικό κράτος». Τώρα εκμεταλλεύεται την κρίση χρέους για να επιβάλει την πιο άγρια, μετά τον Πόλεμο, αναδιανομή εισοδήματος υπέρ του κεφαλαίου, για να καταργήσει εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα δεκαετιών υπέρ του εργοδοτικού δεσποτισμού.

Ως αριστερά πρέπει να παλέψουμε για να ανατραπεί αυτό το σκηνικό: «Την κρίση να πληρώσουν αυτοί που τη δημιούργησαν» - το κεφάλαιο και ο συσσωρευμένος πλούτος. Να προστατευθούν οι εργαζόμενοι και οι λαϊκές τάξεις, να επανεκκινήσει η ανάπτυξη σε νέες βάσεις, με γνώμονα τις κοινωνικές ανάγκες και όχι τη μεγιστοποίηση των κερδών.

Χαμένοι πρέπει να είναι οι τράπεζες (που οι εγχώριες είναι ανάγκη να κοινωνικοποιηθούν με στόχο μια ριζικά διαφορετική στρατηγική χρηματοδότησης της κοινωνίας) και το κεφάλαιο, κερδισμένοι οι εργαζόμενοι και τα ασφαλιστικά τους ταμεία. Και μια τελευταία παρατήρηση για όσους αναζητούν τη λύση στην αύξηση των ελληνικών εξαγωγών και παρασύρονται έτσι στον «νομισματικό φετιχισμό»: Οι εργαζόμενοι δεν κάνουν εξαγωγές, εξαγωγές κάνουν οι καπιταλιστές. Αν οι Έλληνες χαλυβουργοί, ιδιοκτήτες ξενοδοχείων, διυλιστηρίων κ.ο.κ. αυξήσουν τα κέρδη τους από τη διεθνή αγορά, η ελληνική αστική τάξη δεν θα μας δώσει πίσω ούτε τους κομμένους μισθούς μας ούτε τα δικαιώματά μας, ούτε θα καλύψει την απώλεια της αγοραστικής μας δύναμης από την υποτίμηση. Την καλύτερη ζωή θα την κερδίσουμε μέσα από τους μαζικούς κοινωνικούς αγώνες για την αλλαγή του πολιτικού και κοινωνικού συσχετισμού δύναμης, που οδηγεί στην αμφισβήτηση του ίδιου του καπιταλισμού.

Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2011

Και καλά εμείς...

Ο αργυραμοιβός και η γυναίκα του, Quentin Matsys, 1514 (via Wikipedia)

του Ρούσου Βραννά


Και καλά εμείς...
... οι αμαρτωλοί, αν αξίζαμε τέτοια σκληρή μοίρα, όμως γιατί άραγε να τιμωρηθούν με την ίδια και οι ενάρετοι; Προτού παραιτηθεί, ο ευρωτραπεζίτης Γιούργκεν Σταρκ πρόλαβε να απαιτήσει και από τους Ιρλανδούς ακόμη περισσότερη λιτότητα. Είναι πια φανερό πως τα αρπακτικά απλώνουν τις φτερούγες τους πάνω από τα θύματά τους για να ξεσκίσουν το μερτικό τους προτού αυτά ξεψυχήσουν.

Τα ευρωπαϊκά...
... έθνη έχουν όμως διδαχτεί ήδη από το 1848 πως τέτοιες αρπακτικές πολιτικές δεν προσφέρουν ούτε κοινωνική ούτε πολιτική σταθερότητα. Οι ευρωπαίοι ηγέτες δεν διαθέτουν Σχέδιο Β, έγραφε τον περασμένο Ιούνιο ο οικονομικός αναλυτής Λάρι ΄Ελιοτ στην εφημερίδα «Γκάρντιαν». Παραμένουν προσκολλημένοι στο Σχέδιο Α, έστω και αν αυτό σημαίνει μόνιμη λιτότητα για όλες τις ασθενέστερες χώρες της νομισματικής ένωσης. Τρεις μήνες αργότερα, οι ίδιοι ηγέτες ζουν ακόμη με τη φαντασίωση πως θα μπορούν να επιβάλλουν στο διηνεκές μέτρα λιτότητας σε αυτές τις χώρες και με την ψευδαίσθηση πως οι πολίτες τους θα εξακολουθούν να τα ανέχονται. Το Σχέδιο Α δεν πρόκειται να λειτουργήσει, έγραφε ο Λάρι ΄Ελιοτ - που κάθε άλλο παρά φημίζεται ως επαναστάτης - επειδή «είναι αντίθετο με τις βασικές αρχές της δημοκρατίας» και επειδή στο τέλος οι λαοί θα ξεσηκωθούν ενάντια σε αυτόν τον δικτατορικό ζυγό. ΄Ομως, αυτό το σχέδιο είναι αντίθετο και με την οικονομική λογική, διαπιστώνει ο οικονομολόγος και καθηγητής Ουίλιαμ Μίτσελ. Οι δείκτες στους οποίους η ευρωελίτ ισχυρίζεται πως έχει στραμμένη την προσοχή της (το δημόσιο έλλειμμα και το δημόσιο χρέος) κινούνται όλοι ανάποδα. Γιατί; Επειδή εξαρτώνται από την ανάπτυξη. Η λιτότητα σκοτώνει την ανάπτυξη και έτσι αυξάνονται και άλλο τα ελλείμματα και τα χρέη. ΄Οσα πακέτα διάσωσης και να δοθούν, οι ασθενέστερες χώρες δεν πρόκειται να γίνουν ποτέ το ίδιο ανταγωνιστικές όσο οι ισχυρότερες χώρες της ευρωζώνης.

Στον χορό...
... των οικονομολόγων που σήμερα πια βλέπουν ξεκάθαρα πως οι όροι που επιβάλλονται στις ασθενέστερες χώρες του ευρώ είναι «υφεσιακοί» και πως θα τις φορτώσουν με ακόμη περισσότερα χρέη τα προσεχή χρόνια, μπήκε πρόσφατα και ο πρώην διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Αργεντινής Μάριο Μπλέχερ που είχε διαχειριστεί την κρίση χρέους της χώρας του. Και λέει: «Αυτό που συμβαίνει σήμερα είναι γελοίο. Αν υποθέσουμε πως αυτές οι χώρες θα κάνουν όλα όσα προβλέπει το πρόγραμμα, όλες τις προσαρμογές και όλες τις ιδιωτικοποιήσεις, το χρέος τους ως προς το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν τους θα είναι υψηλότερο στο τέλος του 2012 από όσο είναι φέτος».

Γιατί συμβαίνουν...
... αυτά; Επειδή τα αρπακτικά δεν εννοούν να εγκαταλείψουν τη μερίδα του λέοντος που είχαν υπολογίσει για τον εαυτό τους όταν ίδρυαν την ευρωζώνη. Το 2002, η κυβέρνηση της Αργεντινής διέπραξε το «τέλειο έγκλημα». ΄Εσφιξε εκεί που πονούσαν τους κερδοσκόπους που τη δάνειζαν με εγκληματικά επιτόκια. ΄Οταν έχεις να κάνεις με εγκληματίες, δεν μπορείς να πηγαίνεις με τον σταυρό.

από τα Νέα, 21.9.11