Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρέος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρέος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2011

Αποκάλυψη;...

Ο ταχυδακτυλουργός, 1475-1505,  Hieronymus Bosch, via Wikipedia
 
του Ρούσσου Βρανά


Αποκάλυψη;...

... Και στις οκτώ πρώτες θέσεις στη λίστα με τις χώρες για τις οποίες αυξήθηκαν οι πιθανότητες χρεοκοπίας τους βρίσκονταν χθες χώρες ευρωπαϊκές: Ελλάδα, Ολλανδία, Εσθονία, Φινλανδία, Αυστρία, Γαλλία, Σουηδία και Τσεχία (στοιχεία CMA). Η κρίση μεταδίδεται σε ολόκληρη την ευρωζώνη. Κανένα ευρωπαϊκό ομόλογο δεν είναι πια ασφαλές.

Και το όνομα...

... του έργου; Η Ρώμη καίγεται. Με ένα σενάριο «Made in Frankfurt» από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, με την ευγενική χορηγία της νεοφιλελεύθερης σχολής TINA («there is no alternative»: «δεν υπάρχει άλλη λύση»), που προωθεί τη λιτότητα και την κοινωνική εξαθλίωση. Τι και αν η Ιταλία έχει πρωτογενές πλεόνασμα; Τι και αν το χρέος της (ιδιωτικό και δημόσιο) είναι πολύ χαμηλότερο από το γαλλικό, το βρετανικό, το αμερικανικό και το ιαπωνικό; Η Ιταλία έπρεπε να πέσει και αυτή, ώστε να παραδοθεί στους πεφωτισμένους της Τριμερούς Επιτροπής του Ροκφέλερ και της Λέσχης Μπίλντερμπεργκ. Οι γαλλογερμανικές ολιγαρχίες επιμένουν ότι η ευρωζώνη μπορεί να διασωθεί με αυτό που έχουν ονομάσει Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Ομως, ακόμη και αυτό το ταμείο καταβροχθίζεται σήμερα από τις αγορές, διαπιστώνει ο δημοσιογράφος Πέπε Εσκομπάρ στο «Αλ Τζαζίρα». Ενα τερατώδες ταμείο, λοιπόν, στημένο στο πρότυπο με το οποίο έστηνε τις κομπίνες της η Γκόλντμαν Σακς, βρίσκεται σήμερα στην ανάγκη να διασωθεί και αυτό, μετά την κατάρρευση των ευρωπαϊκών ομολόγων. Τέτοια σενάρια δεν γράφονται ούτε στο Χόλιγουντ.

Το συμπέρασμα;...

... Το συνολικό ευρωπαϊκό χρέος, που υπολογίζεται σε 3 τρισ. ευρώ, είναι πια αδύνατο να αποπληρωθεί, λέει ο οικονομικός αναλυτής Τσαρλς Χιου Σμιθ. Και άρα πρέπει να διαγραφεί. Ερώτηση: ποιος θα πληρώσει τη ζημιά; Απάντηση: εκείνοι που ανέλαβαν το ρίσκο. Επειδή το θεμελιώδες ελάττωμα του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος ήταν αυτό: το κέδρος αποσυνδέθηκε από το ρίσκο. «Εκείνοι που ρισκάριζαν, μετέθεταν το ρίσκο σε άλλους: στους φορολογουμένους ή στους λαούς που είχαν το νόμισμα» λέει ο Σμιθ. «Τα κέρδη ήταν δικά τους αλλά οι ζημιές μεταφέρονταν στους λαούς με διασώσεις ή τύπωμα χρήματος. Με τις διασώσεις, οι ζημιές βάρυναν τους φορολογουμένους και με το τύπωμα, όποιον κρατούσε στα χέρια του το υποτιμημένο νόμισμα». Το ρίσκο φορτωνόταν στον ανύποπτο κοσμάκη και τα κέρδη συγκεντρώνονταν στα χέρια των λίγων που έλεγχαν το παιχνίδι. Γι' αυτό δεν υπάρχει σήμερα τρόπος να ξεφύγει η Ευρώπη από τα δίχτυα του χρέους μέσω της ανάπτυξης. Επειδή ένα μεγάλο μέρος της περίφημης «ανάπτυξης» της ευρωζώνης ήταν ακριβώς αποτέλεσμα αυτού του τζόγου που σήμερα έχει πια ξεπεράσει την ημερομηνία λήξης του. Και γι' αυτό η λιτότητα δεν οδηγεί πουθενά. Η μόνη διέξοδος είναι το κλείσιμο της στρόφιγγας του χρέους.

Αν εκείνοι...

... που ρισκάρισαν για να κερδίσουν δεν αναγκαστούν να αναλάβουν το ρίσκο της κερδοσκοπίας τους, λέει ο Τσαρλς Χιου Σμιθ, αυτό θα σημαίνει πως «δεν ζούμε πια ούτε στον καπιταλισμό ούτε στη δημοκρατία, αλλά σε μια χρηματοπιστωτική φασιστική τυραννία».

από τα ΝΕΑ, 17.11.11

Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2011

Η εθνική ή η λαϊκή κυριαρχία είναι ο στόχος;

Eye, 1946
M C Escher
Με αφορμή την συμφωνία «κουρέματος» και την μόνιμη επιτροπεία στη διαχείριση των οικονομικών, εργασιακών και άλλων θεμάτων στην χώρα από «ειδικούς» της τρόικα, ξέσπασαν οι γνωστές σοβούσες εχθροπραξίες κατά των «ξένων». Έρχεται και η 28η Οκτωβρίου και το φρόνημα είναι ψηλά.

του Παναγιώτη Βωβού

από το Red NoteBook

Η συζήτηση περί απώλειας της εθνικής κυριαρχίας είναι βάσιμη. Είναι όμως βάσιμη εντός ενός συγκεκριμένου πλαισίου που αντιμετωπίζει τα εθνικά κράτη ως έναν εθελοντικό διαταξικό οικονομικό συνεταιρισμό, με ολίγη από πολιτισμό, ιστορία κ.λπ. Ποιο είναι όμως ακριβώς το πρόβλημα με την επιτροπεία; Η υπηκοότητα αυτού που την ασκεί; Αν δηλαδή στη θέση των ελεγκτών της τρόικα ήταν καθόλα Έλληνες τραπεζίτες, τεχνοκράτες, πρώην υπουργοί και πρωθυπουργοί, τα σαΐνια οι αναλυτές των καναλιών και διάφοροι εργατοφάγοι φανατικοί της ανταγωνιστικότητας, τότε τα πράγματα θα ήταν εντάξει; Η εθνική κυριαρχία θα ήταν στη θέση της; Φυσικά και θα ήταν: ο ελληνικός καπιταλισμός δουλεύει «εθνικά» όταν εξελίσσεται απρόσκοπτα η εκμετάλλευση Έλληνα από Έλληνα... (Για τους μετανάστες ούτε κουβέντα να γίνεται).

Τι θα κέρδιζε τότε ο εργαζόμενος; Πολύ απλά τίποτα. Γιατί το πραγματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα έπρεπε να διεξάγεται η κουβέντα για την επιτροπεία δεν είναι αυτό της εθνικής, αλλά της λαϊκής κυριαρχίας. Με μία λέξη: της δημοκρατίας.

Το πρόβλημα με τους «ξένους», λοιπόν, δεν είναι η υπηκοότητα τους. Ούτε καν οι νεοφιλελεύθερες αντεργατικές απόψεις τους. Αυτές μας κυβερνάνε ήδη. Είναι ότι τόσο πολιτικά όσο και κοινωνικά είναι ανεξέλεγκτοι. Ότι δεν εκλέχθηκαν από κανέναν, δεν ελέγχονται από κανέναν, δεν θα κριθούν ποτέ από την κοινωνία η οποία θα υποστεί τις πολιτικές τους - όπως ακριβώς θα συνέβαινε, δηλαδή, με τον οποιοδήποτε Έλληνα τεχνοκράτη στη θέση τους. Ο έλεγχος και η επιβολή που θα ασκήσουν δεν θα γίνει στο όνομα του «έθνους» τους, άλλα στο όνομα των οικονομικών συμφερόντων τα οποία εκπροσωπούν και της τάξης τους. Αυτά τα συμφέροντα δεν επιδιώκουν ούτε να σώσουν ούτε να καταστρέψουν την Ελλάδα - εν μέρει είναι και ελληνικά άλλωστε. Επιδιώκουν το κέρδος, το οποίο πετυχαίνουν άλλοτε με την λεηλασία, άλλοτε με την ανάπτυξη, και σε κάθε περίπτωση εις βάρος των εργαζομένων και του περιβάλλοντος. Και αυτό το κάνουν με κάθε δυνατό τρόπο, σε κάθε χώρα, και φυσικά και στη δική τους: εις βάρος των Γερμανών, των Γάλλων, των Ιταλών εργαζομένων. Χαρακτηριστική υπήρξε η πρόσφατη περίπτωση του άρθρου 37 του πολυνομοσχεδίου για τις συμβάσεις. Η επιστολή Βενιζέλου –αυτή που δόθηκε στην δημοσιότητα έπειτα από έναν μήνα πιέσεων του ΣΥΡΙΖΑ- αποκάλυψε ότι δεν ήταν επιταγή της τρόικα, αλλά εγχώριων οικονομικών συμφερόντων.

Η επιτροπεία, λοιπόν, δεν παραβιάζει γενικώς την εθνική κυριαρχία. Αποτελεί άμεση πολιτική έκφραση της δικτατορίας των αγορών πάνω στους εργαζόμενους της Ελλάδας και της Ευρώπης. Η διαχείριση των οικονομικών της χώρας οφείλει στοιχειωδώς, στο πλαίσια της αστικής δημοκρατίας, να ασκείται από εκλεγμένους που υπόκεινται στον έλεγχο του κοινοβουλίου και στην βούληση του λαού, όποτε και όπως τον ρωτάνε. Η επιτροπεία το μόνο που επιβεβαιώνει είναι την θέση της αριστεράς, ότι όταν τα πράγματα σκουρύνουν για την αστική τάξη, τότε αυτή διολισθαίνει πρόθυμα σε αυταρχικά πρότυπα διακυβέρνησης και φασίζουσες εκτροπές. Η κοινοβουλευτική δημοκρατία είναι ανεκτή για τον καπιταλισμό μόνο στο βαθμό που του εξασφαλίζει την αναπαραγωγή του. Ιστορικά, όποτε αυτό έφτασε σε όρια, τότε άρχιζε πάντα το κούρεμα της δημοκρατίας για την έξοδο από την κρίση (τους). Η ιστορία, όμως, επιφυλάσσει πάντα και εκπλήξεις.

Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2011

"Εμείς", "Αυτοί" και οι δανειστές "τους"

φωτογραφία από το χειρόγραφο του George Orwell για το 1984


του Γιάννη Μηλιού


ΑΥΓΗ, 2.10.11


Η επιλογή των λέξεων δεν είναι ποτέ αθώα, ιδιαίτερα στον δημόσιο λόγο. Οι λέξεις είναι φορείς ιδεολογικών παραστάσεων και των πρακτικών που διαπλέκονται με αυτές. Ακόμα περισσότερο, επειδή ακριβώς «οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης είναι σε κάθε εποχή οι κυρίαρχες ιδέες» (Μαρξ - Ένγκελς, Η Γερμανική Ιδεολογία, MEW τ. 3, σ. 46), οι λέξεις συχνά μάς επιβάλλονται ως «προφάνειες», πάνω στις οποίες καλούμαστε κατόπιν να οικοδομήσουμε τα δικά μας επιχειρήματα. Τότε όμως τα επιχειρήματα θα είναι ήδη υπονομευμένα από την κυρίαρχη ιδεολογία, που σημαίνει ότι και τα πολιτικά μας συμπεράσματα θα εγκλωβίζονται στα διλήμματα που θέτουν οι αστικές στρατηγικές επιλογές.

Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της περιόδου είναι η φιλολογία γύρω από το χρέος του ελληνικού Δημοσίου, όταν παρουσιάζεται με φράσεις όπως «πόσα χρωστάμε στους δανειστές μας»: Ο λόγος αυτός αναπλάθει ένα εθνικό «εμείς», που «χρωστάμε» σε «δανειστές» «έξω από μας», άρα «ξένους», και το πολιτικό επίδικο μοιάζει να αφορά ένα ζήτημα «εθνικής σύγκρουσης» με τους «ξένους»: «Εμείς απέναντι στους ξένους δανειστές μας».

Αν δούμε όμως το ζήτημα από τη σκοπιά των διαθέσιμων στατιστικών στοιχείων, η εικόνα αλλάζει ριζικά: Σύμφωνα με προβολές για το τέλος του έτους, που βασίζονται στα στοιχεία του 1ου τριμήνου 2011, το συνολικό χρέος του ελληνικού Δημοσίου είναι 345 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 58 δισ. κρατούν οι ελληνικές τράπεζες, 15,2 δισ. η Τράπεζα της Ελλάδας (ΤτΕ), 11 δισ. τα ελληνικά ασφαλιστικά ταμεία, 78 δισ. ο Μηχανισμός Ε.Ε. - ΔΝΤ, 42 δισ. η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), 45,5 δισ. οι ξένες τράπεζες και 95 δισ. «άλλοι αλλοδαποί επενδυτές» (αμοιβαία κεφάλαια, ασφαλιστικά ταμεία, ασφαλιστικές εταιρίες).

Το τμήμα του χρέους του ελληνικού Δημοσίου που κρατάει η ΕΚΤ (όπως και η ΤτΕ) αποτελεί αποτέλεσμα χρηματοδότησης-στήριξης των ελληνικών τραπεζών, ενώ η χρηματοδότηση από τον Μηχανισμό Ε.Ε. - ΔΝΤ αποτελεί διακρατική συμφωνία που συνήψε το ελληνικό κράτος, σε αντιστοιχία με τα κοινωνικά-ταξικά συμφέροντα που παγίως συμπυκνώνει.

Τα «ξένα» χρηματοπιστωτικά ιδρύματα δεν είναι ένα ομογενές σύνολο, αλλά ένα ετερόκλητο άθροισμα ιδρυμάτων σε διαφορετικές χώρες, με διαφοροποιημένα ως εκ τούτου συμφέροντα: Γαλλικές τράπεζες (σύμφωνα με το πρόσφατο stress test κρατούν 10 δισ. ευρώ ελληνικού χρέους), γερμανικές τράπεζες (7,93 δισ.), κυπριακές τράπεζες (5,81 δισ.), βελγικές τράπεζες (3,91 δισ.), κ.λπ., γερμανικά ασφαλιστικά ταμεία, γαλλικά ασφαλιστικά ταμεία κ.λπ., γαλλικά αμοιβαία κεφάλαια, αμερικανικά αμοιβαία κεφάλαια κ.ο.κ.

Με βάση την εικόνα που μόλις παραθέσαμε, το «εμείς απέναντι στους ξένους δανειστές μας» της κυρίαρχης αφήγησης καταρρέει. Το σημαντικότερο, είναι επιστημονικά θεμιτό να ταυτίζονται οι εργαζόμενες-λαϊκές τάξεις (η εργατική τάξη, η νέα [μισθωτή] μικροαστική τάξη, η παραδοσιακή [αυτοαπασχολούμενη] μικροαστική τάξη, ακόμα και οι μεσοαστοί μικροεπιχειρηματίες), με το ελληνικό καπιταλιστικό κράτος και να μιλάμε αδιαφοροποίητα για «τη χώρα» και «εμάς»; Είναι πολιτικά και ιδεολογικά θεμιτό, ως αριστεροί, να μη διαφοροποιούμε το τμήμα του χρέους που κρατούν από τη μια οι τράπεζες (ελληνικές, γαλλικές, γερμανικές, κυπριακές...), ο Μηχανισμός ΔΝΤ - Ε.Ε., η ΕΚΤ, η ΤτΕ και από την άλλη τα ασφαλιστικά ταμεία και λαϊκοί αποταμιευτές;

Το καπιταλιστικό κράτος αποτελεί το κέντρο άσκησης της πολιτικής εξουσίας του κεφαλαίου. Κυβερνάει φυσικά, συνήθως, κυρίως με βάση τη συναίνεση. Γι’ αυτό εμφανίζεται ως εκφραστής του γενικού συμφέροντος της καπιταλιστικής κοινωνίας. Το ελληνικό καπιταλιστικό κράτος οικοδόμησε συναινέσεις «ανεχόμενο» τη φοροδιαφυγή μεγάλου τμήματος των μεσαίων τάξεων, ευνοώντας την «από τα κάτω» ιδιωτικοποίηση των κοινωνικών υπηρεσιών, προάγοντας τις πελατειακές σχέσεις. Διόγκωσε το δημόσιο χρέος αναδιανέμοντας τον πλούτο υπέρ του κεφαλαίου, στο οποίο εξασφάλισε μια όλο και διευρυνόμενη νόμιμη φοροαπαλλαγή, οικοδόμησε έναν τερατώδη κατασταλτικό μηχανισμό και ένα αναιμικό «κοινωνικό κράτος». Τώρα εκμεταλλεύεται την κρίση χρέους για να επιβάλει την πιο άγρια, μετά τον Πόλεμο, αναδιανομή εισοδήματος υπέρ του κεφαλαίου, για να καταργήσει εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα δεκαετιών υπέρ του εργοδοτικού δεσποτισμού.

Ως αριστερά πρέπει να παλέψουμε για να ανατραπεί αυτό το σκηνικό: «Την κρίση να πληρώσουν αυτοί που τη δημιούργησαν» - το κεφάλαιο και ο συσσωρευμένος πλούτος. Να προστατευθούν οι εργαζόμενοι και οι λαϊκές τάξεις, να επανεκκινήσει η ανάπτυξη σε νέες βάσεις, με γνώμονα τις κοινωνικές ανάγκες και όχι τη μεγιστοποίηση των κερδών.

Χαμένοι πρέπει να είναι οι τράπεζες (που οι εγχώριες είναι ανάγκη να κοινωνικοποιηθούν με στόχο μια ριζικά διαφορετική στρατηγική χρηματοδότησης της κοινωνίας) και το κεφάλαιο, κερδισμένοι οι εργαζόμενοι και τα ασφαλιστικά τους ταμεία. Και μια τελευταία παρατήρηση για όσους αναζητούν τη λύση στην αύξηση των ελληνικών εξαγωγών και παρασύρονται έτσι στον «νομισματικό φετιχισμό»: Οι εργαζόμενοι δεν κάνουν εξαγωγές, εξαγωγές κάνουν οι καπιταλιστές. Αν οι Έλληνες χαλυβουργοί, ιδιοκτήτες ξενοδοχείων, διυλιστηρίων κ.ο.κ. αυξήσουν τα κέρδη τους από τη διεθνή αγορά, η ελληνική αστική τάξη δεν θα μας δώσει πίσω ούτε τους κομμένους μισθούς μας ούτε τα δικαιώματά μας, ούτε θα καλύψει την απώλεια της αγοραστικής μας δύναμης από την υποτίμηση. Την καλύτερη ζωή θα την κερδίσουμε μέσα από τους μαζικούς κοινωνικούς αγώνες για την αλλαγή του πολιτικού και κοινωνικού συσχετισμού δύναμης, που οδηγεί στην αμφισβήτηση του ίδιου του καπιταλισμού.

Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2011

Αληθινές συνωμοσίες

από το comic book Nocturnal Conspiracies: Nineteen Dreams From December 1979 to September 1994 του David B.  NBM Publishing (December 1, 2008), η εικόνα από I Love Rob Liefeld
του Γιάννη Κιμπουρόπουλου

ΑΥΓΗ, 25.9.11

Ούτε εμένα μ’ αρέσουν οι θεωρίες συνωμοσίας. Είναι σαν παραμορφωτικός φακός της ήδη μπερδεμένης πραγματικότητάς μας, γίνονται εργαλεία σύγχυσης και υπεραπλούστευσης. Εκτρέπουν τη δυσφορία των ανθρώπων από την πολιτική διαμαρτυρία και δράση σε ψυχαναγκαστικές εμμονές, συχνά αντιδραστικής, μεταφυσικής, ακόμη και φασίζουσας χροιάς: για όλα φταίνε οι Εβραίοι, οι μασόνοι, η λέσχη Μπίλντερμπεργκ, η παγκόσμια διακυβέρνηση και τα υποχθόνια αφεντικά της...
Οι θεωρίες συνωμοσίας αντιμετωπίζουν εν γένει την εκμετάλλευση, την καπιταλιστική βαρβαρότητα, τη διαφθορά της εξουσίας, την αποικιοκρατία, τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους ως απόκλιση από ένα κατά τα λοιπά ηθικό σύστημα, ως παραβίαση μιας κανονικότητας προορισμένης να υπηρετεί την ευημερία των ανθρώπων.

ΑΠΟ την άλλη πλευρά δεν είναι σοφό να σνομπάρει κανείς την περίεργη ακολουθία των γεγονότων που μετέτρεψαν την Ελλάδα σε «εργαστήριο» ολοκληρωτικής εφαρμογής του δόγματος του σοκ στην Ευρώπη. Δεν είναι αποτέλεσμα ούτε τύχης ούτε ενός απρόσωπου «συστήματος» που επιλέγει τυφλά τα θύματά του. Είναι αποτέλεσμα ανθρώπινων ενεργειών, πολιτικών επιλογών, των οποίων ενδεχομένως να μην γνωρίζουμε τα ακριβή κίνητρα.

ΟΙ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΕΣ των αποπεμφθέντων μελών της διοίκησης της ΕΛΣΤΑΤ για το έλλειμμα του 2009 εκ πρώτης όψεως έχουν χαρακτηριστικά μιας θεωρίας συνωμοσίας. Τι σημασία έχει αν το έλλειμμα φούσκωσε μία ή δύο μονάδες, αφού έτσι κι αλλιώς ήταν τεράστιο, αναρωτιούνται κάποιοι.
Ωστόσο, 1% - 2% του ΑΕΠ έλλειμμα αντιστοιχεί σε 3-6 δισ. ευρώ. Και μια ανάλογη απόκλιση στο φετινό έλλειμμα έφερε, υποτίθεται, την κρίση στις διαπραγματεύσεις με την τρόικα, την απειλή να μην καταβληθεί η 6η δόση, τα έκτακτα χαράτσια και τα μέτρα - χαριστική βολή για Δημόσιο και συντάξεις που ανακοίνωσε προχθές η κυβέρνηση. Οι μικρές αποκλίσεις των αριθμών δεν είναι αθώες όταν γίνονται μέσα βιασμού της κοινωνίας.

ΕΠΟΜΕΝΩΣ έχει μείζονα πολιτική σημασία αν το έλλειμμα φούσκωσε τεχνητά το 2009. Κι έχουν σημασία αρκετά ακόμη πράγματα: αν η Eurostat ξεπλένει παλιές αμαρτίες της στο ελληνικό καθαρτήριο, αν η κυβέρνηση χρησιμοποίησε τη δημοσιονομική «καταγραφή» σαν μέσο ηθικής εξόντωσης της προκατόχου της Ν.Δ., αν και η κυβέρνηση της Ν.Δ. είχε κάνει ακριβώς το ίδιο με τη δημοσιονομική «απογραφή» του 2004 που επίσης φούσκωσε το έλλειμμα εν ονόματι της διαφάνειας.

ΕΧΟΥΝ τη σημασία τους πολλά ακόμη παράλληλα γεγονότα: το δικομματικό αλισβερίσι με την Goldman Sachs στα τρικ απόκρυψης του χρέους, τα ραντεβού Παπανδρέου τον Ιανουάριο του 2010 με στελέχη της «τράπεζας που κυβερνά τον κόσμο», ο διορισμός ενός πρώην στελέχους της ίδιας τράπεζας («βαμπίρ των αγορών») ως προέδρου στον οργανισμό διαχείρισης του χρέους, ο συστηματικός διεθνής διασυρμός της χώρας με υστερικές αναφορές από τον ίδιο τον πρωθυπουργό, οι συζητήσεις του με τον Στρος Καν από το 2009 για εμπλοκή του ΔΝΤ στην κρίση, η θερμή υποστήριξη Παπανδρέου στην ώσμωση του ΔΝΤ με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, αλλά και η αναζήτηση από το ΔΝΤ ενός επιτυχούς «πειράματος» που θα το έβγαζε από την παγκόσμια ανυποληψία…

ΑΥΤΕΣ και άλλες λεπτομέρειες του δράματος, που δεν είδαν το φως της δημοσιότητας, ενδεχομένως, αν μπουν στη σωστή σειρά θα μας διηγηθούν στο μέλλον όλη την ιστορία, χρήσιμη για να αποδοθούν πολιτικές, και όχι μόνον, ευθύνες για την καταστροφή μιας χώρας.

ΥΠΑΡΧΟΥΝ, βέβαια, και οι λιγότερο αστυνομικές διαστάσεις της ιστορίας. Όπως, για παράδειγμα, το μακρόχρονο, πνευματικό πραξικόπημα του νεοφιλελευθερισμού που έχει αλώσει τα αγγλοσαξονικά πανεπιστήμια και έχει αναδείξει στις θέσεις κλειδιά της παγκόσμιας και εγχώριας ελίτ σχεδόν αποκλειστικά αποφοίτους των θερμοκηπίων της ενιαίας σκέψης (Χάρβαρντ, LSE κ.ά.), φανατικούς οπαδούς του Φρίντμαν ή του Χάγιεκ, με γνήσιο μίσος για το κράτος, τα συνδικάτα, την εργασία. Μερικοί νεόκοποι αστέρες της κυβέρνησης, που σοκάρουν με τον κυνισμό τους, έχουν ανάλογο βιογραφικό και θητεία σε οργανισμούς αποδιάρθρωσης των κοινωνιών.

ΤΕΛΙΚΑ οι συνωμοσίες και οι συνωμότες μπορεί να μην εξηγούν την ουσία μιας κρίσης που αποκαλούμε συστημική και αντιμετωπίζουμε σαν έναν ακόμη καταστροφικό σπασμό του παρασιτικού καπιταλισμού. Αλλά και το «σύστημα» δεν είναι κάτι υπερβατικό και άυλο. Οργανώνεται «συνωμοτικά», μέσα από συγκεκριμένους μηχανισμούς (από τα επιχειρηματικά λόμπι μέχρι τις μυστικές υπηρεσίες). Και φορείς του «συστήματος» είναι άνθρωποι που κάνουν ή αποδέχονται επιλογές, πολιτικές, ιδεολογικές, ταξικές.

Το «σύστημα» είναι μια τεράστια συνωμοσία μιας ελάχιστης ελίτ εις βάρος της ανθρωπότητας, αλλά οι συντελεστές της είναι συγκεκριμένοι, έχουν ονόματα, επίθετα και διευθύνσεις, έχουν ιδιοτέλειες, εμπάθειες, εμμονές, αντιθέσεις. Και ενδεχομένως κρυφούς τραπεζικούς λογαριασμούς.

Μπορεί, λοιπόν, να μην είναι υπόθεση ντετέκτιβ η αποκάλυψη των τεκμηρίων της «συνωμοσίας», αλλά είναι υπόθεση της πολιτικής (και της αριστερής, ριζοσπαστικής πολιτικής) να δώσει υπόσταση και πρόσωπο, αντιληπτά από τους απλούς ανθρώπους, στην αληθινή συνωμοσία εις βάρος της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας.

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2011

Ποιο χρέος;

το εξώφυλλο του βιβλίου του Ντ. Γκρέμπερ "Χρέος: τα πρώτα 5.000 χρόνια"
 
Τρίκκας Μιχάλης
 ΑΥΓΗ, 22.9.11

Ο Ντέιβιντ Γκρέμπερ, συγγραφέας του "Χρέος: τα πρώτα 5.000 χρόνια", δεν είναι οικονομολόγος, αλλά ανθρωπολόγος. Ίσως γι' αυτό και η ματιά του στο κυρίαρχο ζήτημα των ημερών να είναι τόσο ασυνήθιστη και αναζωογονητική.

Η σανσκριτική, η εβραϊκή και η αραμαϊκή γλώσσα είχαν μόνο μία λέξη για το "χρέος", την "ενοχή" και την "αμαρτία", σημειώνει. Η ηθική έννοια προϋπήρχε της οικονομικής, αλλά κάπου στην πορεία η διάκριση καταργήθηκε. Γι' αυτό και οι προφήτες υιοθέτησαν την οικονομική ορολογία της αρχαιότητας με σκοπό να την υπονομεύσουν: για να πουν ότι ιερό δεν ήταν το χρέος, αλλά η "συγχώρεσή" του. Η συνειδητοποίηση ότι τελικά χρέη δεν υπάρχουν.

Το χρέος απέκτησε σάρκα και οστά χάρη σε έναν εξαιρετικά απλό μηχανισμό, επισημαίνει ο Γρκέμπερ στη συνέντευξή του στον ιστότοπο nakedcapitalism.com. Έναν μηχανισμό εξαιρετικά οικείο στους μαφιόζους. Αν θέλεις να δώσεις ηθικό προσωπείο σε έναν εκβιασμό, σε μια ωμή εξουσιαστική σχέση, τότε δεν έχεις παρά να ενοχοποιήσεις τα ίδια τα θύματα και να δημιουργήσεις μια σχέση χρέους. "Μου χρωστάς. Αλλά αυτή τη φορά θα σου τη χαρίσω"...

Στην πορεία της ανθρωπότητας το μόνο ερώτημα που μπορούσαν να αρθρώσουν οι χρεωμένοι ήταν: "Για μισό λεπτό ποιος χρωστάει τι και σε ποιον"; Έπεφταν όμως έτσι στην παγίδα. Υιοθετούσαν τη γλώσσα του επικυρίαρχου και παραδέχονταν ότι το χρέος και η ηθική ήταν το ίδιο πράγμα. Από την αρχαιότητα, όλοι φοβούνταν μια τεράστια κρίση χρέους. Μια κατάσταση όπου οι άνθρωποι θα ήταν πια τόσο χρεωμένοι στο πλουσιότερο 2% του πληθυσμού ώστε τελικά θα υποδουλώνονταν.

Και τι συμβαίνει σήμερα; Αντί να έχουν δημιουργηθεί θεσμοί που να προστατεύουν τους δανειζόμενους, υπάρχουν ιδρύματα παγκόσμιας εμβέλειας, όπως το ΔΝΤ και οι οίκοι αξιολόγησης, που δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να θωρακίζουν τους δανειστές. Αψηφώντας κάθε οικονομική λογική οι οργανισμοί αυτοί στην πράξη απαγορεύουν την πτώχευση. Ο Γκρέμπερ αναφέρει ενδεικτικά την περίπτωση της χώρας μας. Είναι προφανές ότι το συνολικό χρέος δεν μπορεί να αποπληρωθεί. Όταν όμως ορισμένες γαλλικές τράπεζες προτείνουν μερική παραγραφή, οι υπόλοιποι δανειστές αρνούνται σημειώνοντας ότι θα θεωρήσουν την κίνηση ως πτώχευση.

Η εμμονή, όμως, των αγορών ότι τα χρέη θα πρέπει πάντοτε να εξοφλούνται έχασε και το τελευταίο ίχνος νομιμοποίησης το 2008, όταν τα κράτη διέσωσαν -με τα χρήματα των φορολογουμένων -τις τράπεζες από την κατάρρευση. Αυτό είναι που λένε και οι Έλληνες και Ισπανοί διαδηλωτές, τονίζει ο Αμερικανός συγγραφέας. "Το 2008 ανοίξατε το κουτί της Πανδώρας. Αν όμως το χρήμα είναι μόνο μια κοινωνική κατασκευή, τότε τρισεκατομμύρια χρέους μπορούν να εξαφανιστούν αν ισχυροί παράγοντες το απαιτήσουν. Αν η δημοκρατία έχει ουσιαστικό περιεχόμενο τότε όλοι μπορούν να επηρεάσουν τη διαδικασία κατά την οποία οι υποσχέσεις αυτές δίνονται και επαναδιαπραγματεύονται".

Είναι αυτές οι αντιδράσεις που δίνουν αισιοδοξία στον Γκρέμπερ. Κάποια στιγμή, και ενδεχομένως ύστερα από αρκετές καταστροφές, η ανθρωπότητα θα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η φάση του εικονικού χρήματος απαιτεί ασφαλιστικές δικλείδες. Αμφιβάλλει πάντως ότι, ύστερα από αυτό, το αποτέλεσμα θα θυμίζει έστω και απόμακρα τον καπιταλισμό.

Σάββατο 24 Ιουλίου 2010

Χρέος: τα πρώτα 5000 χρόνια

ABSOLUT ΔΝΤ, του AntistaChef
του David Graeber

(μετάφραση περίληψης του Debt: The First Five Thousand Years
από http://www.metamute.org/en/content/debt_the_first_five_thousand_years)


Ο ανθρωπολόγος David Graeber λέει ότι μονάχα διαμέσου μιας γενικής ιστορικής κατανόησης του χρέους και της σχέσης του με τη βία, μπορούμε να εκτιμήσουμε την εποχή μας που τώρα γεννιέται. Εδώ προσπαθεί να καλύψει το ιστορικό μας κενό.

Αυτό που ακολουθεί, είναι ένα απόσπασμα ενός κατά πολύ μεγαλύτερου σχεδίου έρευνας, σχετικά με το χρέος και το πιστωτικό χρήμα στην ανθρώπινη ιστορία. Το πρώτο και συναρπαστικό συμπέρασμα αυτού του σχεδίου έρευνας είναι ότι κατά τη μελέτη της οικονομικής ιστορίας, τείνουμε συστηματικά να αγνοούμε το ρόλο της βίας, τον απόλυτα κεντρικό ρόλο του πολέμου και της δουλείας, στη δημιουργία και σχηματοποίηση των βασικών θεσμών, αυτού που σήμερα αποκαλούμε «οικονομία». Επιπλέον, σημασία έχουν και οι προελεύσεις. Η βία μπορεί να είναι αόρατη, αλλά παραμένει τυπωμένη στη φιλοσοφία της κοινής οικονομικής λογικής μας, στην προφανέστατα αυταπόδεικτη φύση των θεσμών, που απλά ποτέ δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν έξω από το μονοπώλιο της βίας – αλλά και της συστηματικής απειλής της βίας – που διατηρείται από το σύγχρονο κράτος.

Ας ξεκινήσω με το θεσμό της δουλείας, της οποίας ο ρόλος κατά τη γνώμη μου, είναι κομβικός. Τις περισσότερες στιγμές και στους περισσότερους τόπους η δουλεία θεωρείται συνέπεια του πολέμου. Μερικές φορές οι περισσότεροι δούλοι στην πραγματικότητα είναι αιχμάλωτοι πολέμου, άλλες φορές όχι. Παρ’ όλα αυτά σχεδόν όμοια και απαράλλαχτα και στις δύο περιπτώσεις, ο πόλεμος θεωρείται η βάση και η δικαιολόγηση της ύπαρξης αυτού του θεσμού. Αν παραδοθείς στον πόλεμο, αυτό που παραδίδεις είναι η ζωή σου. Ο κατακτητής σου έχει το δικαίωμα να σε σκοτώσει και συχνά το κάνει. Αν επιλέξει να μην το κάνει, τότε κυριολεκτικά του οφείλεις τη ζωή σου. Ένα χρέος που γίνεται αντιληπτό ως απόλυτο, διαρκές, μη εξαγοράσιμο. Μπορεί να σου αφαιρέσει δικαιωματικά ό,τι επιθυμεί. Όλα τα χρέη ή υποχρεώσεις που μπορεί να οφείλεις σε άλλα άτομα (φίλους, οικογένεια, πρώην πολιτικές συμμαχίες), ή άλλα άτομα να οφείλουν σε σένα, θεωρείται ότι σου αφαιρούνται απόλυτα. Το χρέος σου στον ιδιοκτήτη σου είναι πλέον ό,τι υπάρχει.

Αυτού του είδους η λογική έχει τουλάχιστον δύο πολύ ενδιαφέρουσες συνέπειες, αν και μπορεί να ειπωθεί ότι τείνουν προς σχετικά αντίθετες κατευθύνσεις. Πρώτα απ’ όλα ακόμα μια – που πιθανώς την ορίζει - ιδιότητα της δουλείας, είναι ότι οι δούλοι μπορούν να πουληθούν και να αγοραστούν. Σ’ αυτή την περίπτωση το απόλυτο χρέος παύει πλέον (υπό μια άλλη έννοια, αυτή της αγοράς) να είναι απόλυτο. Στην πραγματικότητα μπορεί να ποσοτικοποιηθεί επακριβώς. Υπάρχουν αρκετοί λόγοι να πιστέψουμε ότι ήταν ακριβώς αυτή η λειτουργία, που κατέστησε ικανό το να δημιουργηθεί κάτι όμοιο με τη σημερινή μορφή του χρήματος, τη στιγμή που αυτό το οποίο οι ανθρωπολόγοι συνήθως αποκαλούσαν «πρωτόγονο χρήμα», αυτό που κανείς βρίσκει σε κοινωνίες δίχως κράτος (τα φτερά που χρησιμοποιούνταν ως χρήμα στα νησιά του Σολομώντα ή τα περιδέραια από κοχύλια οι ινδιάνοι Iroquois αντίστοιχα), περισσότερο χρησιμοποιούνταν για διακανονισμούς γάμων, επίλυση βεντετών και για την ανάμιξη σε άλλου είδους σχέσεις μεταξύ ανθρώπων, παρά για την αγοραπωλησία αγαθών. Για παράδειγμα, αν η δουλεία είναι χρέος, τότε το χρέος μπορεί να οδηγήσει στη δουλεία. Ένας βαβυλώνιος χωρικός μπορεί να είχε πληρώσει ένα γενναίο ποσό σε ασήμι στα πεθερικά του, για να επισημοποιήσει το γάμο, αλλά σε καμία περίπτωση δεν του άνηκε η σύζυγός του. Σίγουρα δεν μπορούσε να αγοράσει ή να πουλήσει τη μητέρα των παιδιών του. Όμως όλα αυτά μπορούσαν να αλλάξουν αν αυτός έπαιρνε ένα δάνειο. Αν αποδεικνυόταν επισφαλής, οι πιστωτές του μπορούσαν αρχικά να του κατασχέσουν τα πρόβατα και τα έπιπλά του, έπειτα το σπίτι του, χωράφια, τους οπωρώνες και τελικά να του πάρουν τη σύζυγο, το παιδιά, ακόμα και τον  ίδιο σαν χρεωστικούς «δουλοπάροικους», μέχρι να διευθετηθεί το ζήτημα (το οποίο καθώς οι πόροι του εξαφανιζόταν γινόταν ολοένα και δυσκολότερο). Το χρέος ήταν αυτό που κατέστησε δυνατό να φανταστούμε το χρήμα, ως οτιδήποτε σχετικό με τη σημερινή του έννοια και γι’ αυτό επίσης να γεννήσει αυτό που αποκαλούμε «αγορά»: μια αρένα όπου οτιδήποτε μπορεί να πουληθεί και να αγοραστεί, γιατί όλα τα αντικείμενα (όπως και οι δούλοι) απαξιώνονται από τις προηγούμενες κοινωνικές τους σχέσεις και υπάρχουν μόνο σε σχέση με το χρήμα.  

Όμως την ίδια στιγμή η λογική του χρέους ως κατάκτηση μπορεί, όπως προανέφερα, να τείνει προς άλλη κατεύθυνση. Οι βασιλιάδες μέσα στην ιστορία, τείνουν να είναι βαθέως διχασμένοι σχετικά με το ζήτημα να αφήσουν τη λογική του χρέους να καταστεί εκτός ελέγχου. Αυτό δεν συμβαίνει επειδή είναι εχθρικοί απέναντι στις αγορές. Αντιθέτως τις ενθαρρύνουν κανονικά, για τον απλούστατο λόγο ότι οι κυβερνήσεις δυσκολεύονται να πάρουν με τη μορφή κατάσχεσης, ό,τι χρειάζονται (μετάξι, ρόδες για άρματα, γλώσσες από φλαμίνγκο (εκλεκτό έδεσμα κατά τη ρωμαϊκή αρχαιότητα), λάπις λάζουλι (αλλιώς κυανός λίθος, ένας πολύτιμος λίθος)) απ’ ευθείας από τον υποτελή σ’ αυτές πληθυσμό. Είναι πολύ πιο εύκολο να ενθαρρυνθούν οι αγορές και έπειτα τα αναγκαία αγαθά να αγοραστούν. Οι πρώιμες αγορές συχνά ακολουθούσαν τους στρατούς, ή τις βασιλικές ακολουθίες, ή σχηματίζονταν κοντά σε παλάτια, ή στις παρυφές στρατιωτικών θέσεων. Αυτό στην πραγματικότητα βοηθά στην ερμηνεία της αρκετά συγκεχυμένης συμπεριφοράς των βασιλικών αυλών: αφού οι βασιλιάδες έλεγχαν συνήθως τα ορυχεία χρυσού και ασημιού, ποιο το νόημα να τυπώνεις τα μούτρα σου πάνω σε κομμάτια του προϊόντος που εξορύσσεις (δλδ. να τυπώνεις νομίσματα), να τα ξεφορτώνεσαι στους πολίτες και έπειτα να ζητάς να σου τα δώσουν πίσω υπό τη μορφή φόρων; Έχει νόημα μόνο αν η επιβολή φόρων είναι στην πραγματικότητα ένας τρόπος να επιβάλεις σε όλους να αποκτήσουν και να διατηρούν χρήματα, έτσι ώστε να διευκολυνθεί η ανάπτυξη των αγορών, καθώς η ύπαρξη των αγορών εξυπηρετούσε γενικότερα. Όμως για τους σκοπούς της ανάλυσής μας το κρίσιμο ερώτημα είναι: πως δικαιολογούνταν αυτοί οι φόροι; Γιατί οι υποτελείς τους χρωστούσαν και ποιο χρέος ξεπλήρωναν όταν τους απέδιδαν; Εδώ επιστρέφουμε ξανά στο δίκαιο της κατάκτησης (στην πραγματικότητα στον αρχαίο κόσμο οι ελεύθεροι πολίτες – είτε στη Μεσοποταμία, είτε στην Ελλάδα ή στη Ρώμη, συνήθως δεν ήταν υποχρεωμένοι να πληρώσουν άμεσους φόρους γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, απλά όπως καταλαβαίνει κανείς, απλουστεύω τα πράγματα εδώ). Αν οι βασιλιάδες είχαν εξουσία πάνω στη ζωή και στο θάνατο των υποτελών τους, αποκτημένη από το δίκαιο της κατάκτησης, τότε και το χρέος των υποτελών τους ήταν απόλυτα αέναο. Επίσης τουλάχιστον υπό αυτήν την έννοια, οι σχέσεις μεταξύ των υποτελών ατόμων, τα χρέη που όφειλε το ένα στο άλλο, ήταν ασήμαντα. Το μόνο που υπήρχε ήταν η σχέση τους με το βασιλιά. Αυτό με τη σειρά του εξηγεί γιατί οι βασιλιάδες και ομοίως οι αυτοκράτορες, προσπαθούσαν να ρυθμίσουν τις εξουσίες που είχαν οι αφέντες πάνω στους δούλους και οι πιστωτές πάνω στους οφειλέτες. Το ελάχιστο στο οποίο πάντα θα επέμεναν, αν είχαν τη δύναμη, ήταν αυτά τα φυλακισμένα άτομα που ήδη τους είχε χαριστεί η ζωή, να μην είναι δυνατόν να σκοτωθούν από τους αφέντες τους. Στην πραγματικότητα μόνο οι ηγεμόνες μπορούσαν να έχουν αυθαίρετη εξουσία πάνω στη ζωή και το θάνατο. Το απόλυτο χρέος κάποιου ατόμου ήταν απέναντι στο κράτος. Ήταν το μοναδικό το οποίο ήταν πραγματικά απεριόριστο, που είχε τη δυνατότητα για απόλυτες εγκόσμιες απαιτήσεις.

Ο λόγος που διατυπώνω αυτό, είναι επειδή αυτή η λογική ενυπάρχει σε μας ακόμη. Όταν κάνουμε λόγο για κάποια «κοινωνία» (γαλλική κοινωνία, τζαμαϊκανή κοινωνία), μιλάμε στην πραγματικότητα για ανθρώπους που οργανώνονται υπό την έννοια ενός κράτους – έθνους. Αυτό τέλος πάντων είναι το εννοούμενο μοντέλο. Οι «κοινωνίες» είναι στην πραγματικότητα κράτη, η λογική των κρατών είναι αυτή της κατάκτησης, η λογική της κατάκτησης είναι εν τέλει ταυτόσημη με αυτή της δουλείας. Είναι γεγονός ότι αυτό στα χέρια των υπέρμαχων του κράτους αποκτά ένα νόημα ενός πιο καλοκάγαθου «κοινωνικού χρέους». Ορίστε λοιπόν μια μικρή ιστορία, ένα είδος μύθου. Γεννιόμαστε όλοι με ένα αέναο χρέος στην κοινωνία που μας μεγάλωσε, μας έθρεψε, μας τάισε και μας έντυσε, ένα χρέος σε εκείνους που έχουν πεθάνει προ πολλού και ανακάλυψαν τη γλώσσα και τις παραδόσεις μας, σε όλους εκείνους που έχουν καταστήσει δυνατή την ύπαρξή μας. Στους αρχαίους καιρούς, νομίζαμε ότι το οφείλαμε αυτό στους θεούς (το χρέος αυτό ξεπληρωνόταν με θυσίες, ή η θυσία ήταν απλώς η αποπληρωμή του τόκου, στο τέλος ξεπληρωνόταν με το θάνατο). Αργότερα το χρέος υιοθετήθηκε από το κράτος, ένας θεϊκός θεσμός, με φόρους σε αντικατάσταση των θυσιών και στρατιωτική θητεία σε αντικατάσταση του χρέους της ζωής. Το χρήμα είναι απλά η απτή μορφή αυτού του κοινωνικού χρέους, έτσι όπως γίνεται η διαχείρισή του. Οι κεϋνσιανοί αρέσκονται σ’ αυτού του είδους τη λογική.

Το ίδιο ισχύει και για κάποιες τάσεις σοσιαλιστών, σοσιαλδημοκρατών, ακόμα και κρυπτοφασιστών, όπως είναι ο Auguste Comte (ο πρώτος απ’ όσο ξέρω που πραγματικά επινόησε τη φράση «κοινωνικό χρέος»). Όμως αυτή η φιλοσοφία διατρέχει επίσης μεγάλο μέρος της κοινής μας λογικής: πάρτε για παράδειγμα τη φράση: «να πληρώσει το χρέος του στην κοινωνία», ή «ένιωσα ότι χρωστούσα κάτι στη χώρα μου», ή «ήθελα να δώσω κάτι πίσω». Πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις αμοιβαία δικαιώματα και υποχρεώσεις, αμοιβαίες δεσμεύσεις – ένα είδος σχέσεων, με το οποίο θα μπορούσαν να συμβιώσουν αληθινά ελεύθεροι άνθρωποι – τείνουν να γίνουν υποσύνολο σε μια αίσθηση «κοινωνίας», όπου όλα τα άτομα είναι ίσα, μονάχα ως απόλυτοι οφειλέτες της (τώρα αφανούς) φιγούρας του βασιλιά, που πλέον αντικαθιστά τη μητέρα σου και κατ’ επέκταση την ανθρωπότητα.

Αυτό που προτείνω λοιπόν είναι ότι καθώς οι διεκδικήσεις της απρόσωπης αγοράς και αυτές της «κοινωνίας» συχνά αντιπαρατίθενται – και σίγουρα έχουν μια τάση να παλαντζάρουν με όλους τους τρόπους – έχουν εν τέλει ιδρυθεί με μια πολύ όμοια λογική με αυτή της βίας. Ούτε είναι αυτό ένα απλό θέμα ιστορικών προελεύσεων, το οποίο μπορεί να αποδιωχτεί ως ασήμαντο: ούτε οι αγορές, ούτε τα κράτη μπορούν να υπάρξουν χωρίς τη διαρκή απειλή δύναμης.

Κάποιο άτομο μπορεί να ρωτήσει, τότε ποια είναι η εναλλακτική;

Προς μια ιστορία εικονικού χρήματος

Εδώ μπορώ να επιστρέψω στην αρχική μου τοποθέτηση: ότι το χρήμα δεν πρωτοεμφανίστηκε σ’ αυτή την κρύα μεταλλική και απρόσωπη μορφή. Πρωτοεμφανίζεται με τη μορφή της μονάδας μέτρησης, της αφαίρεσης, αλλά επίσης ως σχέση (χρέους και υποχρέωσης) μεταξύ των ανθρώπων. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι ιστορικά εκείνο που πάντα ήταν το πιο άμεσα συνδεδεμένο με τη βία, είναι το χρήμα-εμπόρευμα. Όπως το έθεσε και ένας ιστορικός, «ο χρυσός και τα πολύτιμα μεταλλεύματα είναι παρελκόμενο του πολέμου και όχι του ειρηνικού εμπορίου1.»   

Ο λόγος είναι απλός. Το χρήμα-εμπόρευμα συγκεκριμένα σε μορφή χρυσού και ασημιού, διακρίνεται από το πιστωτικό χρήμα περισσότερο απ΄ όλα, λόγω μιας θεαματικής ιδιότητας: μπορεί να κλαπεί. Καθώς μια ράβδος χρυσού ή ασημιού είναι ένα αντικείμενο χωρίς γενεαλογία, διαμέσου μεγάλου μέρους της ιστορίας, τα πολύτιμα μέταλλα έχουν παίξει τον ίδιο ρόλο με τη σημερινή περίπτωση μιας βαλίτσας γεμάτη δολάρια ενός εμπόρου ναρκωτικών, δηλαδή ως αντικείμενα χωρίς ιστορία τα οποία θα γίνουν οπουδήποτε αποδεκτά για συναλλαγές, με οτιδήποτε έχει χρηματική αξία, χωρίς εξηγήσεις.

Ως συνέπεια, κάποιος μπορεί να θεωρήσει τα τελευταία 5000 χρόνια της ανθρώπινης ιστορίας, ως την ιστορία ενός είδους εναλλαγής. Πιστωτικά συστήματα φαίνεται να αναδύονται και να επικρατούν, σε περιόδους σχετικής κοινωνικής ειρήνης, δια μέσου δικτύων (εμπορικής) πίστης, είτε που έχουν δημιουργηθεί από κράτη, είτε στις περισσότερες περιόδους, από διεθνείς οργανισμούς, ενώ από την άλλη, τα πολύτιμα μέταλλα αντικαθιστούν αυτά τα συστήματα σε περιόδους, που χαρακτηρίζονται από ευρύ πλιάτσικο. Ληστρικά δανειστικά συστήματα ασφαλώς υπάρχουν σε κάθε περίοδο, αλλά φαίνεται ότι είχαν δεχθεί τα πιο καταστροφικά πλήγματα σε περιόδους, όπου το χρήμα ήταν ιδιαιτέρως εύκολα μετατρέψιμο σε ρευστό.

Έτσι λοιπόν ως αρχικό σημείο για κάθε εγχείρημα διάκρισης των μεγάλων ρυθμών, που ορίζουν την τρέχουσα ιστορική στιγμή, ας προτείνω την ακόλουθη ανάλυση της ευρασιατικής ιστορίας, με κριτήριο την εναλλαγή μεταξύ περιόδων εικονικού και μεταλλικού χρήματος.

Ι. Εποχή των πρώτων αγροτικών αυτοκρατοριών (3500-800 π.χ.)
Επικρατούσα χρηματική μορφή: εικονικό πιστωτικό χρήμα.

Οι εγκυρότερες πληροφορίες μας σχετικά με την προέλευση του χρήματος γυρνούν πίσω στην αρχαία Μεσοποταμία, αν και δεν φαίνεται να υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος λόγος να πιστέψει κανείς ότι τα πράγματα ήταν ριζικά διαφορετικά στην Φαραωνική Αίγυπτο, στην Κίνα της εποχής του ορείχαλκου, ή στην κοιλάδα του Ινδού. Η οικονομία της Μεσοποταμίας κυριαρχούταν από μεγάλα δημόσια ιδρύματα (ναούς και παλάτια), των οποίων οι γραφειοκρατικοί διαχειριστές είχαν ικανώς δημιουργήσει λογιστικό χρήμα, εγκαθιδρύοντας μια σταθερή ισοτιμία μεταξύ του ασημιού και του βασικού αγαθού, του κριθαριού. Τα χρέη υπολογίζονταν σε ασήμι, αλλά το ασήμι σπανίως χρησιμοποιούνταν στις συναλλαγές. Αντ’ αυτού οι πληρωμές γίνονταν σε κριθάρι, ή σε οτιδήποτε άλλο που τύγχανε να είναι αποδεκτό και να εξυπηρετεί. Τα μεγάλα χρέη γραφόταν σε σφηνοειδείς πλάκες, ως διασφάλιση για τα δυο μέρη της συναλλαγής.

Ασφαλώς αγορές υπήρχαν. Οι τιμές συγκεκριμένων αγαθών που δεν παραγόταν υπό τον έλεγχο του ναού, ή του παλατιού και που συνεπώς δεν υπόκειντο σε  διαχειριζόμενους πίνακες τιμών, είχαν την τάση να κυμαίνονται, σύμφωνα με τις ιδιοτροπίες της προσφοράς και ζήτησης. Όμως οι περισσότερες πραγματικές καθημερινές αγοραπωλησίες, συγκεκριμένα εκείνες που δεν γίνονταν μεταξύ απολύτως ξένων, φαίνεται να έχουν γίνει με πίστωση. Οι «γυναίκες της μπύρας» και οι τοπικοί ξενοδόχοι λόγου χάρη, πουλούσαν μπύρα και συχνά νοίκιαζαν δωμάτια. Οι πελάτες δεν τους πλήρωναν αμέσως, αλλά «τα έγραφαν» (π.χ. στο τεφτέρι). Συνήθως τα πλήρωναν μαζεμένα τον καιρό της συγκομιδής. Οι πωλητές των αγορών προφανώς ενεργούσαν, όπως κάνουν σήμερα σε μικρές αγορές στην Αφρική ή την κεντρική Αμερική, όπου δημιουργούν λίστες από έμπιστους πελάτες, στους οποίους μπορούν να επεκτείνουν την πίστωση.  

Το συνήθειο του χρήματος με τόκο επίσης προέρχεται από τη Σουμερία. Παρέμενε λόγου χάρη άγνωστο στην Αίγυπτο. Τα επιτόκια σταθερά στο 20%, παρέμειναν έτσι για 2000 χρόνια (αυτό δεν ήταν σημάδι κυβερνητικού ελέγχου στην αγορά: σ’ εκείνη τη φάση τέτοιοι θεσμοί κατέστησαν δυνατή την ύπαρξη αγορών). Αυτό όμως οδήγησε σε σοβαρά κοινωνικά προβλήματα. Ειδικά σε χρονιές με κακές σοδειές, οι χωρικοί άρχιζαν να γίνονται απελπιστικά χρεωμένοι στους πλούσιους, να παραδίδουν τα χωράφια τους και εν τέλει τα μέλη της οικογένειάς τους σε χρεωστικά δεσμά. Σταδιακά αυτή η κατάσταση φαίνεται να έχει επιφέρει κοινωνική κρίση – όχι τόσο οδηγώντας σε λαϊκές εξεγέρσεις – όσο αναγκάζοντας τους μέσους πολίτες να εγκαταλείπουν εξολοκλήρου τις πόλεις και τις κατοικημένες περιοχές και να γίνονται ημινομάδες ληστές και επιδρομείς. Σύντομα έγινε παράδοση για κάθε νέο ηγεμόνα να κάνει μια νέα αρχή, ακυρώνοντας όλα τα χρέη και δηλώνοντας γενική αμνηστία ή ελευθερία, έτσι ώστε οι υπόχρεοι εργάτες να μπορέσουν να γυρίσουν στις οικογένειές τους (είναι σημαντικό ότι η πρώτη γνωστή στην ανθρωπότητα λέξη που αναφέρεται στην έννοια της ελευθερίας, η σουμέρια λέξη «αμαργκα», κυριολεκτικά σημαίνει «επιστροφή στη μητέρα»).

Οι βιβλικοί προφήτες θεσμοθέτησαν μια παρόμοια συνήθεια το Ιωβηλαίο, όπου ομοίως έπειτα από επτά χρόνια όλα τα χρέη ακυρώνονταν. Αυτό είναι και ο άμεσος πρόγονος της έννοιας της «λύτρωσης» της καινής διαθήκης. Όπως τόνισε και ο οικονομολόγος Michael Hudson, φαντάζει μια από τις δυστυχίες της παγκόσμιας ιστορίας, το γεγονός ότι ο θεσμός του δανεισμού χρημάτων με τόκο διαδόθηκε από τη Μεσοποταμία, χωρίς ως επί το πλείστο να συνοδεύεται από τα πρώιμά του ισοζύγια και ελέγχους