του
David Graeber
(μετάφραση περίληψης του
Debt: The First Five Thousand Years
από http://www.metamute.org/en/content/debt_the_first_five_thousand_years)
Ο ανθρωπολόγος David Graeber λέει ότι μονάχα διαμέσου μιας γενικής ιστορικής κατανόησης του χρέους και της σχέσης του με τη βία, μπορούμε να εκτιμήσουμε την εποχή μας που τώρα γεννιέται. Εδώ προσπαθεί να καλύψει το ιστορικό μας κενό.
Αυτό που ακολουθεί, είναι ένα απόσπασμα ενός κατά πολύ μεγαλύτερου σχεδίου έρευνας, σχετικά με το χρέος και το πιστωτικό χρήμα στην ανθρώπινη ιστορία. Το πρώτο και συναρπαστικό συμπέρασμα αυτού του σχεδίου έρευνας είναι ότι κατά τη μελέτη της οικονομικής ιστορίας, τείνουμε συστηματικά να αγνοούμε το ρόλο της βίας, τον απόλυτα κεντρικό ρόλο του πολέμου και της δουλείας, στη δημιουργία και σχηματοποίηση των βασικών θεσμών, αυτού που σήμερα αποκαλούμε «οικονομία». Επιπλέον, σημασία έχουν και οι προελεύσεις. Η βία μπορεί να είναι αόρατη, αλλά παραμένει τυπωμένη στη φιλοσοφία της κοινής οικονομικής λογικής μας, στην προφανέστατα αυταπόδεικτη φύση των θεσμών, που απλά ποτέ δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν έξω από το μονοπώλιο της βίας – αλλά και της συστηματικής απειλής της βίας – που διατηρείται από το σύγχρονο κράτος.
Ας ξεκινήσω με το θεσμό της δουλείας, της οποίας ο ρόλος κατά τη γνώμη μου, είναι κομβικός. Τις περισσότερες στιγμές και στους περισσότερους τόπους η δουλεία θεωρείται συνέπεια του πολέμου. Μερικές φορές οι περισσότεροι δούλοι στην πραγματικότητα είναι αιχμάλωτοι πολέμου, άλλες φορές όχι. Παρ’ όλα αυτά σχεδόν όμοια και απαράλλαχτα και στις δύο περιπτώσεις, ο πόλεμος θεωρείται η βάση και η δικαιολόγηση της ύπαρξης αυτού του θεσμού. Αν παραδοθείς στον πόλεμο, αυτό που παραδίδεις είναι η ζωή σου. Ο κατακτητής σου έχει το δικαίωμα να σε σκοτώσει και συχνά το κάνει. Αν επιλέξει να μην το κάνει, τότε κυριολεκτικά του οφείλεις τη ζωή σου. Ένα χρέος που γίνεται αντιληπτό ως απόλυτο, διαρκές, μη εξαγοράσιμο. Μπορεί να σου αφαιρέσει δικαιωματικά ό,τι επιθυμεί. Όλα τα χρέη ή υποχρεώσεις που μπορεί να οφείλεις σε άλλα άτομα (φίλους, οικογένεια, πρώην πολιτικές συμμαχίες), ή άλλα άτομα να οφείλουν σε σένα, θεωρείται ότι σου αφαιρούνται απόλυτα. Το χρέος σου στον ιδιοκτήτη σου είναι πλέον ό,τι υπάρχει.
Αυτού του είδους η λογική έχει τουλάχιστον δύο πολύ ενδιαφέρουσες συνέπειες, αν και μπορεί να ειπωθεί ότι τείνουν προς σχετικά αντίθετες κατευθύνσεις. Πρώτα απ’ όλα ακόμα μια – που πιθανώς την ορίζει - ιδιότητα της δουλείας, είναι ότι οι δούλοι μπορούν να πουληθούν και να αγοραστούν. Σ’ αυτή την περίπτωση το απόλυτο χρέος παύει πλέον (υπό μια άλλη έννοια, αυτή της αγοράς) να είναι απόλυτο. Στην πραγματικότητα μπορεί να ποσοτικοποιηθεί επακριβώς. Υπάρχουν αρκετοί λόγοι να πιστέψουμε ότι ήταν ακριβώς αυτή η λειτουργία, που κατέστησε ικανό το να δημιουργηθεί κάτι όμοιο με τη σημερινή μορφή του χρήματος, τη στιγμή που αυτό το οποίο οι ανθρωπολόγοι συνήθως αποκαλούσαν «πρωτόγονο χρήμα», αυτό που κανείς βρίσκει σε κοινωνίες δίχως κράτος (τα φτερά που χρησιμοποιούνταν ως χρήμα στα νησιά του Σολομώντα ή τα περιδέραια από κοχύλια οι ινδιάνοι Iroquois αντίστοιχα), περισσότερο χρησιμοποιούνταν για διακανονισμούς γάμων, επίλυση βεντετών και για την ανάμιξη σε άλλου είδους σχέσεις μεταξύ ανθρώπων, παρά για την αγοραπωλησία αγαθών. Για παράδειγμα, αν η δουλεία είναι χρέος, τότε το χρέος μπορεί να οδηγήσει στη δουλεία. Ένας βαβυλώνιος χωρικός μπορεί να είχε πληρώσει ένα γενναίο ποσό σε ασήμι στα πεθερικά του, για να επισημοποιήσει το γάμο, αλλά σε καμία περίπτωση δεν του άνηκε η σύζυγός του. Σίγουρα δεν μπορούσε να αγοράσει ή να πουλήσει τη μητέρα των παιδιών του. Όμως όλα αυτά μπορούσαν να αλλάξουν αν αυτός έπαιρνε ένα δάνειο. Αν αποδεικνυόταν επισφαλής, οι πιστωτές του μπορούσαν αρχικά να του κατασχέσουν τα πρόβατα και τα έπιπλά του, έπειτα το σπίτι του, χωράφια, τους οπωρώνες και τελικά να του πάρουν τη σύζυγο, το παιδιά, ακόμα και τον ίδιο σαν χρεωστικούς «δουλοπάροικους», μέχρι να διευθετηθεί το ζήτημα (το οποίο καθώς οι πόροι του εξαφανιζόταν γινόταν ολοένα και δυσκολότερο). Το χρέος ήταν αυτό που κατέστησε δυνατό να φανταστούμε το χρήμα, ως οτιδήποτε σχετικό με τη σημερινή του έννοια και γι’ αυτό επίσης να γεννήσει αυτό που αποκαλούμε «αγορά»: μια αρένα όπου οτιδήποτε μπορεί να πουληθεί και να αγοραστεί, γιατί όλα τα αντικείμενα (όπως και οι δούλοι) απαξιώνονται από τις προηγούμενες κοινωνικές τους σχέσεις και υπάρχουν μόνο σε σχέση με το χρήμα.
Όμως την ίδια στιγμή η λογική του χρέους ως κατάκτηση μπορεί, όπως προανέφερα, να τείνει προς άλλη κατεύθυνση. Οι βασιλιάδες μέσα στην ιστορία, τείνουν να είναι βαθέως διχασμένοι σχετικά με το ζήτημα να αφήσουν τη λογική του χρέους να καταστεί εκτός ελέγχου. Αυτό δεν συμβαίνει επειδή είναι εχθρικοί απέναντι στις αγορές. Αντιθέτως τις ενθαρρύνουν κανονικά, για τον απλούστατο λόγο ότι οι κυβερνήσεις δυσκολεύονται να πάρουν με τη μορφή κατάσχεσης, ό,τι χρειάζονται (μετάξι, ρόδες για άρματα, γλώσσες από φλαμίνγκο (εκλεκτό έδεσμα κατά τη ρωμαϊκή αρχαιότητα), λάπις λάζουλι (αλλιώς κυανός λίθος, ένας πολύτιμος λίθος)) απ’ ευθείας από τον υποτελή σ’ αυτές πληθυσμό. Είναι πολύ πιο εύκολο να ενθαρρυνθούν οι αγορές και έπειτα τα αναγκαία αγαθά να αγοραστούν. Οι πρώιμες αγορές συχνά ακολουθούσαν τους στρατούς, ή τις βασιλικές ακολουθίες, ή σχηματίζονταν κοντά σε παλάτια, ή στις παρυφές στρατιωτικών θέσεων. Αυτό στην πραγματικότητα βοηθά στην ερμηνεία της αρκετά συγκεχυμένης συμπεριφοράς των βασιλικών αυλών: αφού οι βασιλιάδες έλεγχαν συνήθως τα ορυχεία χρυσού και ασημιού, ποιο το νόημα να τυπώνεις τα μούτρα σου πάνω σε κομμάτια του προϊόντος που εξορύσσεις (δλδ. να τυπώνεις νομίσματα), να τα ξεφορτώνεσαι στους πολίτες και έπειτα να ζητάς να σου τα δώσουν πίσω υπό τη μορφή φόρων; Έχει νόημα μόνο αν η επιβολή φόρων είναι στην πραγματικότητα ένας τρόπος να επιβάλεις σε όλους να αποκτήσουν και να διατηρούν χρήματα, έτσι ώστε να διευκολυνθεί η ανάπτυξη των αγορών, καθώς η ύπαρξη των αγορών εξυπηρετούσε γενικότερα. Όμως για τους σκοπούς της ανάλυσής μας το κρίσιμο ερώτημα είναι: πως δικαιολογούνταν αυτοί οι φόροι; Γιατί οι υποτελείς τους χρωστούσαν και ποιο χρέος ξεπλήρωναν όταν τους απέδιδαν; Εδώ επιστρέφουμε ξανά στο δίκαιο της κατάκτησης (στην πραγματικότητα στον αρχαίο κόσμο οι ελεύθεροι πολίτες – είτε στη Μεσοποταμία, είτε στην Ελλάδα ή στη Ρώμη, συνήθως δεν ήταν υποχρεωμένοι να πληρώσουν άμεσους φόρους γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, απλά όπως καταλαβαίνει κανείς, απλουστεύω τα πράγματα εδώ). Αν οι βασιλιάδες είχαν εξουσία πάνω στη ζωή και στο θάνατο των υποτελών τους, αποκτημένη από το δίκαιο της κατάκτησης, τότε και το χρέος των υποτελών τους ήταν απόλυτα αέναο. Επίσης τουλάχιστον υπό αυτήν την έννοια, οι σχέσεις μεταξύ των υποτελών ατόμων, τα χρέη που όφειλε το ένα στο άλλο, ήταν ασήμαντα. Το μόνο που υπήρχε ήταν η σχέση τους με το βασιλιά. Αυτό με τη σειρά του εξηγεί γιατί οι βασιλιάδες και ομοίως οι αυτοκράτορες, προσπαθούσαν να ρυθμίσουν τις εξουσίες που είχαν οι αφέντες πάνω στους δούλους και οι πιστωτές πάνω στους οφειλέτες. Το ελάχιστο στο οποίο πάντα θα επέμεναν, αν είχαν τη δύναμη, ήταν αυτά τα φυλακισμένα άτομα που ήδη τους είχε χαριστεί η ζωή, να μην είναι δυνατόν να σκοτωθούν από τους αφέντες τους. Στην πραγματικότητα μόνο οι ηγεμόνες μπορούσαν να έχουν αυθαίρετη εξουσία πάνω στη ζωή και το θάνατο. Το απόλυτο χρέος κάποιου ατόμου ήταν απέναντι στο κράτος. Ήταν το μοναδικό το οποίο ήταν πραγματικά απεριόριστο, που είχε τη δυνατότητα για απόλυτες εγκόσμιες απαιτήσεις.
Ο λόγος που διατυπώνω αυτό, είναι επειδή αυτή η λογική ενυπάρχει σε μας ακόμη. Όταν κάνουμε λόγο για κάποια «κοινωνία» (γαλλική κοινωνία, τζαμαϊκανή κοινωνία), μιλάμε στην πραγματικότητα για ανθρώπους που οργανώνονται υπό την έννοια ενός κράτους – έθνους. Αυτό τέλος πάντων είναι το εννοούμενο μοντέλο. Οι «κοινωνίες» είναι στην πραγματικότητα κράτη, η λογική των κρατών είναι αυτή της κατάκτησης, η λογική της κατάκτησης είναι εν τέλει ταυτόσημη με αυτή της δουλείας. Είναι γεγονός ότι αυτό στα χέρια των υπέρμαχων του κράτους αποκτά ένα νόημα ενός πιο καλοκάγαθου «κοινωνικού χρέους». Ορίστε λοιπόν μια μικρή ιστορία, ένα είδος μύθου. Γεννιόμαστε όλοι με ένα αέναο χρέος στην κοινωνία που μας μεγάλωσε, μας έθρεψε, μας τάισε και μας έντυσε, ένα χρέος σε εκείνους που έχουν πεθάνει προ πολλού και ανακάλυψαν τη γλώσσα και τις παραδόσεις μας, σε όλους εκείνους που έχουν καταστήσει δυνατή την ύπαρξή μας. Στους αρχαίους καιρούς, νομίζαμε ότι το οφείλαμε αυτό στους θεούς (το χρέος αυτό ξεπληρωνόταν με θυσίες, ή η θυσία ήταν απλώς η αποπληρωμή του τόκου, στο τέλος ξεπληρωνόταν με το θάνατο). Αργότερα το χρέος υιοθετήθηκε από το κράτος, ένας θεϊκός θεσμός, με φόρους σε αντικατάσταση των θυσιών και στρατιωτική θητεία σε αντικατάσταση του χρέους της ζωής. Το χρήμα είναι απλά η απτή μορφή αυτού του κοινωνικού χρέους, έτσι όπως γίνεται η διαχείρισή του. Οι κεϋνσιανοί αρέσκονται σ’ αυτού του είδους τη λογική.
Το ίδιο ισχύει και για κάποιες τάσεις σοσιαλιστών, σοσιαλδημοκρατών, ακόμα και κρυπτοφασιστών, όπως είναι ο Auguste Comte (ο πρώτος απ’ όσο ξέρω που πραγματικά επινόησε τη φράση «κοινωνικό χρέος»). Όμως αυτή η φιλοσοφία διατρέχει επίσης μεγάλο μέρος της κοινής μας λογικής: πάρτε για παράδειγμα τη φράση: «να πληρώσει το χρέος του στην κοινωνία», ή «ένιωσα ότι χρωστούσα κάτι στη χώρα μου», ή «ήθελα να δώσω κάτι πίσω». Πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις αμοιβαία δικαιώματα και υποχρεώσεις, αμοιβαίες δεσμεύσεις – ένα είδος σχέσεων, με το οποίο θα μπορούσαν να συμβιώσουν αληθινά ελεύθεροι άνθρωποι – τείνουν να γίνουν υποσύνολο σε μια αίσθηση «κοινωνίας», όπου όλα τα άτομα είναι ίσα, μονάχα ως απόλυτοι οφειλέτες της (τώρα αφανούς) φιγούρας του βασιλιά, που πλέον αντικαθιστά τη μητέρα σου και κατ’ επέκταση την ανθρωπότητα.
Αυτό που προτείνω λοιπόν είναι ότι καθώς οι διεκδικήσεις της απρόσωπης αγοράς και αυτές της «κοινωνίας» συχνά αντιπαρατίθενται – και σίγουρα έχουν μια τάση να παλαντζάρουν με όλους τους τρόπους – έχουν εν τέλει ιδρυθεί με μια πολύ όμοια λογική με αυτή της βίας. Ούτε είναι αυτό ένα απλό θέμα ιστορικών προελεύσεων, το οποίο μπορεί να αποδιωχτεί ως ασήμαντο: ούτε οι αγορές, ούτε τα κράτη μπορούν να υπάρξουν χωρίς τη διαρκή απειλή δύναμης.
Κάποιο άτομο μπορεί να ρωτήσει, τότε ποια είναι η εναλλακτική;
Προς μια ιστορία εικονικού χρήματος
Εδώ μπορώ να επιστρέψω στην αρχική μου τοποθέτηση: ότι το χρήμα δεν πρωτοεμφανίστηκε σ’ αυτή την κρύα μεταλλική και απρόσωπη μορφή. Πρωτοεμφανίζεται με τη μορφή της μονάδας μέτρησης, της αφαίρεσης, αλλά επίσης ως σχέση (χρέους και υποχρέωσης) μεταξύ των ανθρώπων. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι ιστορικά εκείνο που πάντα ήταν το πιο άμεσα συνδεδεμένο με τη βία, είναι το χρήμα-εμπόρευμα. Όπως το έθεσε και ένας ιστορικός, «ο χρυσός και τα πολύτιμα μεταλλεύματα είναι παρελκόμενο του πολέμου και όχι του ειρηνικού εμπορίου
1.»
Ο λόγος είναι απλός. Το χρήμα-εμπόρευμα συγκεκριμένα σε μορφή χρυσού και ασημιού, διακρίνεται από το πιστωτικό χρήμα περισσότερο απ΄ όλα, λόγω μιας θεαματικής ιδιότητας: μπορεί να κλαπεί. Καθώς μια ράβδος χρυσού ή ασημιού είναι ένα αντικείμενο χωρίς γενεαλογία, διαμέσου μεγάλου μέρους της ιστορίας, τα πολύτιμα μέταλλα έχουν παίξει τον ίδιο ρόλο με τη σημερινή περίπτωση μιας βαλίτσας γεμάτη δολάρια ενός εμπόρου ναρκωτικών, δηλαδή ως αντικείμενα χωρίς ιστορία τα οποία θα γίνουν οπουδήποτε αποδεκτά για συναλλαγές, με οτιδήποτε έχει χρηματική αξία, χωρίς εξηγήσεις.
Ως συνέπεια, κάποιος μπορεί να θεωρήσει τα τελευταία 5000 χρόνια της ανθρώπινης ιστορίας, ως την ιστορία ενός είδους εναλλαγής. Πιστωτικά συστήματα φαίνεται να αναδύονται και να επικρατούν, σε περιόδους σχετικής κοινωνικής ειρήνης, δια μέσου δικτύων (εμπορικής) πίστης, είτε που έχουν δημιουργηθεί από κράτη, είτε στις περισσότερες περιόδους, από διεθνείς οργανισμούς, ενώ από την άλλη, τα πολύτιμα μέταλλα αντικαθιστούν αυτά τα συστήματα σε περιόδους, που χαρακτηρίζονται από ευρύ πλιάτσικο. Ληστρικά δανειστικά συστήματα ασφαλώς υπάρχουν σε κάθε περίοδο, αλλά φαίνεται ότι είχαν δεχθεί τα πιο καταστροφικά πλήγματα σε περιόδους, όπου το χρήμα ήταν ιδιαιτέρως εύκολα μετατρέψιμο σε ρευστό.
Έτσι λοιπόν ως αρχικό σημείο για κάθε εγχείρημα διάκρισης των μεγάλων ρυθμών, που ορίζουν την τρέχουσα ιστορική στιγμή, ας προτείνω την ακόλουθη ανάλυση της ευρασιατικής ιστορίας, με κριτήριο την εναλλαγή μεταξύ περιόδων εικονικού και μεταλλικού χρήματος.
Ι. Εποχή των πρώτων αγροτικών αυτοκρατοριών (3500-800 π.χ.)
Επικρατούσα χρηματική μορφή: εικονικό πιστωτικό χρήμα.
Οι εγκυρότερες πληροφορίες μας σχετικά με την προέλευση του χρήματος γυρνούν πίσω στην αρχαία Μεσοποταμία, αν και δεν φαίνεται να υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος λόγος να πιστέψει κανείς ότι τα πράγματα ήταν ριζικά διαφορετικά στην Φαραωνική Αίγυπτο, στην Κίνα της εποχής του ορείχαλκου, ή στην κοιλάδα του Ινδού. Η οικονομία της Μεσοποταμίας κυριαρχούταν από μεγάλα δημόσια ιδρύματα (ναούς και παλάτια), των οποίων οι γραφειοκρατικοί διαχειριστές είχαν ικανώς δημιουργήσει λογιστικό χρήμα, εγκαθιδρύοντας μια σταθερή ισοτιμία μεταξύ του ασημιού και του βασικού αγαθού, του κριθαριού. Τα χρέη υπολογίζονταν σε ασήμι, αλλά το ασήμι σπανίως χρησιμοποιούνταν στις συναλλαγές. Αντ’ αυτού οι πληρωμές γίνονταν σε κριθάρι, ή σε οτιδήποτε άλλο που τύγχανε να είναι αποδεκτό και να εξυπηρετεί. Τα μεγάλα χρέη γραφόταν σε σφηνοειδείς πλάκες, ως διασφάλιση για τα δυο μέρη της συναλλαγής.
Ασφαλώς αγορές υπήρχαν. Οι τιμές συγκεκριμένων αγαθών που δεν παραγόταν υπό τον έλεγχο του ναού, ή του παλατιού και που συνεπώς δεν υπόκειντο σε διαχειριζόμενους πίνακες τιμών, είχαν την τάση να κυμαίνονται, σύμφωνα με τις ιδιοτροπίες της προσφοράς και ζήτησης. Όμως οι περισσότερες πραγματικές καθημερινές αγοραπωλησίες, συγκεκριμένα εκείνες που δεν γίνονταν μεταξύ απολύτως ξένων, φαίνεται να έχουν γίνει με πίστωση. Οι «γυναίκες της μπύρας» και οι τοπικοί ξενοδόχοι λόγου χάρη, πουλούσαν μπύρα και συχνά νοίκιαζαν δωμάτια. Οι πελάτες δεν τους πλήρωναν αμέσως, αλλά «τα έγραφαν» (π.χ. στο τεφτέρι). Συνήθως τα πλήρωναν μαζεμένα τον καιρό της συγκομιδής. Οι πωλητές των αγορών προφανώς ενεργούσαν, όπως κάνουν σήμερα σε μικρές αγορές στην Αφρική ή την κεντρική Αμερική, όπου δημιουργούν λίστες από έμπιστους πελάτες, στους οποίους μπορούν να επεκτείνουν την πίστωση.
Το συνήθειο του χρήματος με τόκο επίσης προέρχεται από τη Σουμερία. Παρέμενε λόγου χάρη άγνωστο στην Αίγυπτο. Τα επιτόκια σταθερά στο 20%, παρέμειναν έτσι για 2000 χρόνια (αυτό δεν ήταν σημάδι κυβερνητικού ελέγχου στην αγορά: σ’ εκείνη τη φάση τέτοιοι θεσμοί κατέστησαν δυνατή την ύπαρξη αγορών). Αυτό όμως οδήγησε σε σοβαρά κοινωνικά προβλήματα. Ειδικά σε χρονιές με κακές σοδειές, οι χωρικοί άρχιζαν να γίνονται απελπιστικά χρεωμένοι στους πλούσιους, να παραδίδουν τα χωράφια τους και εν τέλει τα μέλη της οικογένειάς τους σε χρεωστικά δεσμά. Σταδιακά αυτή η κατάσταση φαίνεται να έχει επιφέρει κοινωνική κρίση – όχι τόσο οδηγώντας σε λαϊκές εξεγέρσεις – όσο αναγκάζοντας τους μέσους πολίτες να εγκαταλείπουν εξολοκλήρου τις πόλεις και τις κατοικημένες περιοχές και να γίνονται ημινομάδες ληστές και επιδρομείς. Σύντομα έγινε παράδοση για κάθε νέο ηγεμόνα να κάνει μια νέα αρχή, ακυρώνοντας όλα τα χρέη και δηλώνοντας γενική αμνηστία ή ελευθερία, έτσι ώστε οι υπόχρεοι εργάτες να μπορέσουν να γυρίσουν στις οικογένειές τους (είναι σημαντικό ότι η πρώτη γνωστή στην ανθρωπότητα λέξη που αναφέρεται στην έννοια της ελευθερίας, η σουμέρια λέξη «αμαργκα», κυριολεκτικά σημαίνει «επιστροφή στη μητέρα»).
Οι βιβλικοί προφήτες θεσμοθέτησαν μια παρόμοια συνήθεια το Ιωβηλαίο, όπου ομοίως έπειτα από επτά χρόνια όλα τα χρέη ακυρώνονταν. Αυτό είναι και ο άμεσος πρόγονος της έννοιας της «λύτρωσης» της καινής διαθήκης. Όπως τόνισε και ο οικονομολόγος Michael Hudson, φαντάζει μια από τις δυστυχίες της παγκόσμιας ιστορίας, το γεγονός ότι ο θεσμός του δανεισμού χρημάτων με τόκο διαδόθηκε από τη Μεσοποταμία, χωρίς ως επί το πλείστο να συνοδεύεται από τα πρώιμά του ισοζύγια και ελέγχους