Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εποχη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εποχη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 25 Φεβρουαρίου 2014

Οι βλαβερές συνέπειες της έλλειψης πολιτικής συμμαχιών


 
 
Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ιδιόμορφο κόμμα. Ενώ έχει γίνει πια με απόφαση του συνεδρίου του ενιαίος πολιτικός οργανισμός, το βιωματικό φορτίο του είναι φορτίο συμμαχικού σχήματος, συνασπισμού κομμάτων. Αυτό είναι αναμενόμενο, καθώς τα ενιαία κόμματα διαμορφώνονται στην πράξη και όχι απλά με μια απόφαση.
 
Του Χ. Γεωργούλα και του Π. Κλαυδιανού

Συχνά, όμως, η πραγματικότητα αυτή έχει συνέπειες στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τα προβλήματα των συμμαχιών του με άλλες πολιτικές δυνάμεις. Από κεκτημένη ταχύτητα άλλοι τείνουν να θεωρούν τη σύναψη συμφωνίας σαν προθάλαμο για την ένταξη στον ΣΥΡΙΖΑ, και άλλοι απαιτούν συχνά από τους υποψήφιους συμμάχους πολιτικά διαπιστευτήρια, που είναι απαραίτητα μόνο για την ένταξη σ’ ένα ενιαίο κόμμα. Ενώ η πολιτική συμμαχία προϋποθέτει ακριβώς ύπαρξη διαφοράς, η οποία δεν επιτρέπει μεν τη συνύπαρξη στο ίδιο κόμμα, γεφυρώνεται όμως με την επίτευξη πολιτικής συμφωνίας από την οποία επωφελούνται και οι δύο «συμβαλλόμενοι».

Οι συγχύσεις αυτού του είδους παρουσιάζονται ελλείψει μιας ουσιαστικής συζήτησης με σκοπό τη διαμόρφωση μιας πάγιας και καλά σχεδιασμένης πολιτικής συμμαχιών. Ενδεικτικό των συγχυτικών φαινομένων, για παράδειγμα, είναι ότι εκείνοι ακριβώς που δυσκολεύονται περισσότερο να ενταχθούν ουσιαστικά στον τρόπο λειτουργίας ενός δημοκρατικά συγκροτημένου ενιαίου κόμματος (υπάρχουν ακόμα «συνιστώσες» που δεν έχουν αυτοδιαλυθεί), είναι συνήθως εκείνοι που διστάζουν περισσότερο μπροστά στα ζητήματα που θέτει μια πολιτική συμμαχιών. Ενώ, δηλαδή, οι ίδιοι νιώθουν πιο καλά σ’ ένα κόμμα που δεν έχει αποβάλει ακόμα πλήρως τα χαρακτηριστικά του συμμαχικού σχήματος, διστάζουν να δεχτούν ως συμμάχους άλλες πολιτικές δυνάμεις, που δεν είναι καθόλου υποχρεωμένες να πληρούν τους αυστηρούς όρους, που θα τους έκαναν αποδεκτούς στο ενιαίο κόμμα.

Το αποτέλεσμα είναι να συναντάει κάποιος στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και στην πρακτική του συχνά, όλες τις εκδοχές της πολιτικής συμμαχιών, από τις πιο ευρύχωρες μέχρι τις πιο στενόχωρες. Για ένα κόμμα που βρίσκεται προ της διεκδίκησης της κυβέρνησης, το πρόβλημα αυτό είναι πολύ σοβαρό, γιατί μπορεί, αφ’ ενός, να το απομακρύνει από αυτήν λόγω ευκαιριών και αφερέγγυων χειρισμών, αφ’ ετέρου μπορεί να κάνει εξαιρετικά ασταθή την κυβέρνησή του αφήνοντάς τη χωρίς τους απαραίτητους σταθερούς συμμάχους.

Συμμαχίες και «ανοίγματα»


 Μπορεί αυτά τα προβλήματα να λυθούν και τα αγωνιώδη ερωτήματα να απαντηθούν χωρίς την επεξεργασία σοβαρής και συγκροτημένης πολιτικής συμμαχιών; Η απάντηση είναι φανερή, αλλά το ζήτημα είναι ότι η μέχρι τώρα πρακτική περιορίζεται είτε στις (πρώιμες) προσπάθειες προσέλκυσης προσώπων και κινήσεων στον ενιαίο ΣΥΡΙΖΑ, είτε στην προώθηση συνεργασιών με πρόσωπα που, όπως λέγεται συνήθως, σηματοδοτούν διαφόρων ειδών «ανοίγματα».

Στόχος αυτών των «σηματοδοτήσεων» είναι περισσότερο η ενίσχυση της εκλογικής καταγραφής του ΣΥΡΙΖΑ και πολύ λιγότερο η καλλιέργεια και η συγκρότηση ενός συνασπισμού πολιτικών δυνάμεων σε αντιστοιχία με το συνασπισμό κοινωνικών δυνάμεων που διεκδικούμε στο πεδίο των κοινωνικών αγώνων. Οι συμπράξεις αυτές γίνονται συνήθως σε μάλλον ασαφή πολιτική βάση. Δεν διατυπώνεται με σαφήνεια το πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο επιχειρούνται, ούτε ο πολιτικός ορίζοντας στον οποίο τοποθετούνται. Πολλές φορές, μάλιστα, ερωτήματα και ενστάσεις σ’ αυτό το πεδίο ερμηνεύονται με ευκολία σαν πρόσχημα για την ακύρωση κάθε είδους συνεργασιών. Άλλοτε πάλι συκοφαντούνται σαν απαίτηση πιστοποιητικού πολιτικών φρονημάτων ή δηλώσεων μετανοίας από τους υποψήφιους συμμάχους.

Κι, όμως, τι πιο αυτονόητο –και απαραίτητο– από μια σαφή συνεννόηση με όσους, πρόσωπα ή ομάδες και κινήσεις, αναζητούν πεδίο συνεργασίας με τον ΣΥΡΙΖΑ; Μια τέτοια, συγκροτημένη και σοβαρή, αντιμετώπιση των συμμαχιών και συνεργασιών δεν προκαλεί δυσπιστία στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα, ούτε ανακόπτει το ρεύμα προσέγγισης του ΣΥΡΙΖΑ. Αντίθετα, κάνει όλο και περισσότερους να τον εμπιστεύονται ακόμα πιο πολύ, ως δύναμη που δεν ενδιαφέρεται για την ευκαιριακή ανάρρωση στην κυβέρνηση, αλλά οικοδομεί με φερέγγυο τρόπο, από τώρα κιόλας, τις προϋποθέσεις για την ευρύτατη στήριξη του ριζοσπαστικού κυβερνητικού έργου της.

«Εκπαιδεύοντας» τους συμμάχους

 Ένας τέτοιος σχεδιασμός της πολιτικής συμμαχιών διευκολύνει την προσέλκυση πολιτικών δυνάμεων και πολιτικών προσώπων που δεν ενδιαφέρονται για συμμαχίες ευκαιρίας. Ταυτόχρονα, βοηθάει κι όσους δεν βασανίζουν και τόσο πολύ το ζήτημα, να αντιληφθούν ότι μόνο αν αλλάξουν στάση θα βρουν θύρες συνεργασίας ανοιχτές, και τους απομακρύνει από την επικρατούσα μέχρι σήμερα αντίληψη των συνεργασιών παντός καιρού και χωρίς αρχές.

Μ’ αυτό τον τρόπο, ούτε καν υποψήφιο σύμμαχο υποχρεώνεις να εμφανιστεί διαφορετικός από αυτό που είναι, ούτε αναγκάζεσαι να μεταλλαχθείς εσύ, προκειμένου να «ανοίξεις». Διατυπώνεις δημόσια τους κοινούς στόχους και τους όρους που συνιστούν τη συνοχή της συμμαχίας. Αν με το σύντροφό σου μέσα σ’ ένα κόμμα γνωρίζεις ότι, παρά τις διαφορές, είσαι υποχρεωμένος να επιδιώξεις από κοινού την εκπλήρωση των κοινών άμεσων και απώτερων στόχων χωρίς εκπτώσεις, με τον σύμμαχό σου είναι απαραίτητο να έχεις αποσαφηνίσει –και ενώπιον των πολιτών– μέχρι πού είστε αποφασισμένοι να συμβαδίσετε.

 Καθώς επίσης και με ποια «σχήματα» θα προχωρήσετε και από ποιους δρόμους θα διαβείτε. Αυτά είναι τα στοιχεία που σηματοδοτούν ανοίγματα ενισχυτικά της επιρροής του ΣΥΡΙΖΑ και της εμπιστοσύνης της πλειοψηφίας των λαϊκών τάξεων στις επιλογές του.

Καλοί λογαριασμοί για καλούς συμμάχους


Για να μπορέσει ο ΣΥΡΙΖΑ να ανακόψει τη μνημονιακή καταστροφή και να αναστρέψει την κατηφορική πορεία κοινωνίας και οικονομίας οφείλει να μεταβάλλει το συσχετισμό δύναμης που επέτρεψε την επιβολή των μνημονίων. Αυτό στο πεδίο των κοινωνικών αγώνων και των εκλογικών αναμετρήσεων σημαίνει κατάκτηση της μεγάλης πλειοψηφίας. Στο πεδίο των πολιτικών δυνάμεων σημαίνει τη μεγαλύτερη δυνατή ενίσχυση, του ΣΥΡΙΖΑ και των άλλων δυνάμεων της αριστεράς, αλλά και τη μέγιστη μετατόπιση δυνάμεων στη διάταξη μνημονιακών / αντιμνημονιακών σχηματισμών.

Παρά την ανάδειξη νέων πολιτικών σχηματισμών πολιτική διάταξη εξαιτίας των ισχυρών κοινωνικών αναταράξεων, και με δεδομένο ότι στην αναδιάταξη αυτή μερίδιο θα έχουν δεξιές και ακροδεξιές εκδοχές της αντίθεσης με τη μνημονιακή πολιτική, είναι πολύ πιθανό η μεταστροφή αυτή να εκδηλωθεί και ως προσωπική ή συλλογική μετατόπιση, προσώπων και δυνάμεων που δεν αντιτάχθηκαν από την αρχή στη μνημονιακή πολιτική. Το να ζητήσεις από αυτούς να εξηγήσουν τον αναστοχασμό τους, να στηρίξουν αυτοκριτικά τη μεταστροφή τους, δεν μπορεί να εξισώνεται με απαίτηση δήλωσης μετανοίας. Είναι μια απλή και καθαρή, εξήγηση με τους αποδέκτες των πολιτικών επιλογών τους, με αυτούς που τώρα ζητούν να τους εμπιστευτούν ξανά.

Κι ούτε είναι απαίτηση διέλευσης από κάποιο καθαρτήριο η υπόμνηση ότι χρειάζεται επίδειξη σεμνότητας από όσους από θέσεις εξουσίας άσκησαν πολιτική που έβλαψε τους πολλούς. Δεν γίνεται κάποιοι πότε με τη μία τοποθέτησής τους και πότε με την ακριβώς αντίθετη, πάντα να βρίσκονται σε θέσεις εξουσίας. Η ίδια τους η αξιοπιστία που επιχειρούν να αποκτήσουν, καταντάει μ’ αυτό τον τρόπο διάτρητη. Η αποχή από τη διεκδίκηση αξιωμάτων είναι μια εντελώς απαραίτητη φάση αυτογνωσίας. Όποιος τη βιώνει σαν έκτιση ποινής που δεν του αξίζει, σίγουρα έχει σοβαρό έλλειμμα αυτογνωσίας.

Δείτε πόσο σοβαρά αντιμετώπισαν το ζήτημα των συμμαχιών οι μνημονιακές δυνάμεις. Πόσο προσπάθησαν να εμφανιστούν μπροστά στο λαό με γραπτή συμφωνία, με άμεσους στόχους και στρατηγικές στοχεύσεις. Χωρίς την, τυπική έστω, αποτύπωση των όρων της συμμαχίας τους, δεν θα μπορούσαν να σταθούν ούτε στιγμή. Κι αν ΝΔ και ΠΑΣΟΚ χρειάζονται μια φορά τη διατυπωμένη με σαφήνεια πολιτική βάση της συμμαχίας τους, προκειμένου να διατηρήσουν τα κεκτημένα τους, ο ΣΥΡΙΖΑ τη χρειάζεται δέκα, προκειμένου να ανατρέψει τις συνέπειες της καταστροφικής πολιτικής τους. Η έλλειψη αυτή δεν θεραπεύεται με μια ευκαιριακή διαχείριση των τρεχουσών αναγκών. Θα είχε καταστροφικά αποτελέσματα μια κατ’ όνομα πολιτική συμμαχιών, που θα στηριζόταν κυρίως στις δημοσκοπήσεις. Αν έχει νόημα μια πολιτική συμμαχιών, δεν είναι τόσο για την ημέρα των εκλογών, όσο για την επόμενη και τη μεθεπόμενη.

Πηγή: Εποχή

Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2014

Επείγει η συνεννόηση

Πάνω απ’ όλα, ό,τι και αν μας προέκυψε, ό,τι και αν συμβαίνει, ιδίως το τελευταίο διάστημα, δεν πρέπει να ξεχάσουμε ότι βρισκόμαστε στην καρδιά της μάχης. Tην ιστορικότητα των στιγμών λόγω των διακυβευμάτων που έχουν τεθεί για το μέλλον των εργαζομένων, των νέων και ευρύτερα της ελληνικής κοινωνίας. Το μέγα έργο που έχει επιτευχθεί ως τώρα, τις προσδοκίες που δημιουργήθηκαν στο λαό από τον ΣΥΡΙΖΑ. Αυτά, όλα, είναι η ικανή κοινή βάση στο κόμμα, που επιτρέπει και επιβάλλει άμεσα την πολιτική συνεννόηση. Μια συνεννόηση, βέβαια, με το αντίστοιχο περιεχόμενο, όσον αφορά τη δράση μας, το οποίο μπορεί να κωδικοποιηθεί στη φράση ολική επαναφορά στην κοινωνία. Δεν μπορούμε να πάμε ως τη νίκη αλλιώς. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος.
Τρία–τέσσερα, κατά τη γνώμη μου, είναι τα συμπεράσματα από τις αναταράξεις της τελευταίας περιόδου στο εσωτερικό του κόμματος, που καταγράφηκαν, προς στιγμήν, ελπίζω, και στην πολιτική επιρροή μας.
Το πρώτο, είναι ότι επείγει η δημοκρατική λειτουργία του κόμματος, η αποκατάσταση του ρόλου του μέλους, της οργάνωσης, των καθοδηγητικών οργάνων. Ιδιαίτερα της λειτουργίας της Πολιτικής Γραμματείας, η οποία πρέπει να επανακατακτήσει τον θεσμικά ορισμένο ρόλο της. Να πάψει να είναι ο αποδέκτης – επικυρωτής «προτάσεων» που έχουν εκκολαφθεί ή προδιαγραφεί - συχνά μέσω του Τύπου - έξω ή πλάι απ’ αυτή ή δήθεν εν ονόματί της. Αν αυτό είχε λειτουργήσει, είτε θα είχαν έγκαιρα και χωρίς πολιτικό κόστος αποτραπεί λανθασμένες αποφάσεις και επιλογές ή θα είχαν γίνει αποδεκτές πλειοψηφικά μεν, αλλά ομαλά και επομένως πειστικά. Γενικώς δε, θα καταλήγαμε σε πιο ενδιαφέρουσες επιλογές.
Συναφές με το ζήτημα της δημοκρατικής λειτουργίας του κόμματος είναι και αυτό της σχέσης του με τις αυτοδιοικητικές κινήσεις. Η αυτονομία της δημοτικών κινήσεων πρέπει να προφυλαχτεί σε κάθε περίπτωση ως φυσιογνωμικό στοιχείο μας. Συχνά όμως δεν προφυλάχθηκε.
Το δεύτερο, είναι ότι πρέπει ν’ αλλάξει η λειτουργία των τάσεων. Η ως τώρα πρακτική τους τείνει να εξουδετερώσει τη σωστή θεσμοθέτησή τους. Οι μόνιμες μειοψηφίες και πλειοψηφίες, η τακτική που αποβλέπει στην «κατάκτηση» όλο και περισσότερου εδάφους από τη μειοψηφία με στόχο όχι την αποτροπή λανθασμένων αποφάσεων ή βελτίωση, με προτάσεις, των τελικών αποφάσεων αλλά, την ευνοϊκότερη θέση για «περαιτέρω πίεση», τα ώτα μη ακουόντων της πλειοψηφίας, οι προσωπικές ή «τασικές» δημόσιες παραθέσεις κρίσιμων συνεδριακών  θέσεων παραλλαγμένων, οδηγούν σε λάθος αποφάσεις. Στον κόσμο του κόμματος και των φίλων του διαχέεται ένα αντιπαραθετικό ή δυσάρεστο κλίμα.
Το τρίτο είναι η αποκατάσταση της ετοιμότητάς μας να είμαστε έγκαιρα, με προτάσεις και μαχητικότητα μέσα στην κοινωνία, εκεί όπου αναδεικνύονται ή αναδεικνύουμε προβλήματα. Συχνά παρουσιάζουμε κενά στο ρυθμό μας, στην επαφή μας με τον κόσμο που υποφέρει. Αυτή η «αμέλεια» έχει διάφορες αιτίες, πάντως επείγει να καταπολεμηθεί. Και είναι από τα πιο εύκολα.
Το τέταρτο είναι ότι οι δημοτικές και περιφερειακές εκλογές έχουν τα δικά τους, ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Πρέπει επειγόντως στη μάχη που δίνουμε, στο περιεχόμενό της, να μειωθεί η υπέρ-πολιτικοποίησή  και να αυξηθεί η κινηματική – προγραμματική διάστασή τους. Ο δεύτερος γύρος, όπως φαίνεται από την πληθώρα των συνδυασμών που κατεβαίνουν, θα είναι ο καθοριστικός. Τα  ψηφοδέλτια που στηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ, θα πρέπει επομένως να αποδείξουν την ικανότητά τους  να κερδίσουν την εμπιστοσύνη της μεγάλης πλειοψηφίας. Ότι, δηλαδή, μπορούν να διοικήσουν τους δήμους και τις περιφέρειες, απέναντι στις συνασπισμένες κυβερνητικές μνημονιακές – συντηρητικές δυνάμεις, εξασφαλίζοντας την υλοποίηση όχι μόνο ενός σταθερού αντιμνημονιακού τοπικού προγράμματος, αλλά και ταυτόχρονα εξουδετερώνοντας φθαρμένους θεσμούς, νοοτροπίες και πρακτικές του παρελθόντος, που υπήρχαν πριν το μνημόνιο.
Είναι όλος ο χρόνος μπροστά μας. Μπορούμε να καθίσουμε, η Γραμματεία, η Κεντρική Επιτροπή, όλοι, να βρούμε την απαραίτητη συνεννόηση, το περιεχόμενό της, καθώς και την πρακτική της υλοποίησής της. Επιβάλλεται αυτό να επιχειρηθεί, να γίνει πράξη και μάλιστα επειγόντως. Δεν είναι καθόλου δύσκολο. Αλλιώς, μάχη δεν δίνεται.
Παύλος Κλαυδιανός
 
Πηγη: Εποχη

Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2014

Πρωτογενές έλλειμμα συλλογικής λειτουργίας



Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2014 21:21        Χ. Γεωργούλας, Π. Κλαυδιανός


Από το “σύμπτωμα Καρυπίδη” στην εφηβική ασθένεια του ΣΥΡΙΖΑ

Το «πρόβλημα Καρυπίδη» και το πολύ διαφορετικό στην ουσία του «πρόβλημα Βουδούρη» τροφοδοτούν δημοσιογραφικά ρεπορτάζ λιγότερο ή περισσότερο ενδιαφέροντα και λίγο πολύ πικρόχολα δημοσιογραφικά σχόλια, αλλά δεν παρακινούν σε αναζήτηση των βαθύτερων αιτίων που οδήγησαν σ’ αυτά.
Δεν είναι, ωστόσο, δύσκολο να αντιληφθεί κάποιος ότι δεν πρόκειται για δύο αστοχίες που έφερε η «κακιά ώρα». Ακολουθώντας απλά την εξέλιξη των πραγμάτων ανακαλύπτουμε εύκολα ένα σημαντικό έλλειμμα αποτελεσματικής συλλογικής λειτουργίας των κεντρικών και ενδιάμεσων οργάνων του ΣΥΡΙΖΑ, και αρκετών οργανώσεων του.
Παρά το γεγονός ότι οι περιφερειακές και δημοτικές εκλογές είναι προσδιορισμένες χρονικά ήδη από το φθινόπωρο του 2010, το υπεραρκετό αυτό χρονικό διάστημα δεν αξιοποιήθηκε, ώστε να αναπτυχθούν με επάρκεια οι δραστηριότητες των περιφερειακών κινήσεων, αλλά και να προχωρήσει η επεξεργασία τοπικών προγραμμάτων.
Το κενό αυτό έκανε ακόμα πιο αισθητό η έλλειψη αντίστοιχης προς την περιφέρεια κομματικής δομής του ΣΥΡΙΖΑ. Το αποτέλεσμα είναι πως οι διαρκώς ενισχυόμενες δυνάμεις της αξιωματικής αντιπολίτευσης φθάνουν πια στις παραμονές των περιφερειακών εκλογών χωρίς επαρκή πολιτική, προγραμματική και οργανωτική προετοιμασία. Κι αυτό δεν είναι άμοιρο του αποτελέσματος που είχε και η προσπάθεια ανάδειξης των υποψηφίων περιφερειαρχών.
Στις αδυναμίες αυτές ήρθε να προστεθεί η διάθεση υπερπολιτικοποίησης των περιφερειακών εκλογών και η άμεση και αδικαιολόγητη πολιτικά σύνδεσή τους με τις βουλευτικές εκλογές, με την έννοια ότι τους δόθηκε συχνά ο ρόλος «προκριματικών» βουλευτικών εκλογών ως μη όφειλε. Με αποτέλεσμα να ευνοούνται στις οργανώσεις οι ευκαιριακές επιλογές προσώπων με κριτήριο την αναγνωρισιμότητα και μόνο.

Τυπική ή ουσιαστική η ευθύνη των οργάνων;

Με δεδομένα όλα αυτά, το έργο της γραμματείας και της κεντρικής πολιτικής επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ, που ανέλαβαν να ορίσουν τους υποψήφιους περιφερειάρχες, γινόταν ακόμη πιο δύσκολο απ’ ό,τι θα φανταζόταν κανείς. Η ανάθεση μάλιστα της προετοιμασίας των προτάσεων προς την ΚΠΕ, ουσιαστικά σε έναν στενό κύκλο στελεχών, αόρατους συμβούλους, παρακάμπτονται ακόμη και θεσμικά ορισμένες επιτροπές αλλά και τη Γραμματεία, χωρίς την ενεργό συμμετοχή των οργανώσεων του ΣΥΡΙΖΑ σε πολλές περιπτώσεις, ήταν αναμενόμενο να οδηγήσει σε αστοχίες. Τόσο δύσκολο ήταν να έχουν καταθέσει στην ΚΠΕ οι ίδιες οι οργανώσεις των περιφερειών τις δικές τους προτάσεις; Τόσο αδιανόητο θεωρείται να ζητηθεί η γνώμη τους έστω εκ των υστέρων;
Την πίεση ενέτεινε και η ανεπεξέργαστη, ουσιαστικά, προσπάθεια να σηματοδοτηθεί με την επιλογή των υποψηφίων περιφερειαρχών το πολύπλευρο άνοιγμα προς δυνάμεις που αρχίζουν να διάκεινται ευνοϊκά προς τον ΣΥΡΙΖΑ. Και λέμε ανεπεξέργαστη, γιατί, όπως εκδηλώθηκε, έδινε βάρος στην επικοινωνιακή πλευρά αυτού του πολιτικού εγχειρήματος αδυνατίζοντας σε πολύ μεγάλο βαθμό τη σημασία του. Τη στιγμή που θα έπρεπε πια να αντιλαμβανόμαστε όλοι ότι το ζήτημα των εκλογικών συνεργασιών και πολύ περισσότερο των μονιμότερων συμμαχιών είναι υπόθεση συστηματικής και επίπονης προσπάθειας και όχι συμβολικών κινήσεων. Ας σημειωθεί εδώ ότι η σχετική επιτροπή της ΚΠΕ που έχει οριστεί, μέχρι σήμερα δεν έχει συζητήσει καν πώς θα μπορούσε να παράξει έργο σ’ αυτό τον κρίσιμο τομέα.

Η αντιδημοκρατική λογική του «πακέτου»

Με τόση έλλειψη προεργασίας, λοιπόν, έρχεται στην ΚΠΕ μια πρόταση που επιχειρείται με αντιδημοκρατικό τρόπο να περάσει πακέτο. Για ποιο λόγο; Μήπως επειδή ήταν τόσο καλά επεξεργασμένη πολιτικά και τόσο συζητημένη σε όλα τα επίπεδα, που απλώς χρειαζόταν μια επικύρωση; Όσα ακολούθησαν δεν ευνοούν μια τέτοια ερμηνεία. Αντίθετα, συνηγορούν στην εκδοχή ότι τείνει να γίνει συνήθεια από την πλευρά της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ να τίθενται με διλημματικό τρόπο ζητήματα που από τη φύση τους οφείλουν να εξετάζονται κατά περίπτωση, γιατί μόνο έτσι μπορούν να εξασφαλίσουν την ευρύτερη δυνατή συναίνεση. Και υποβάλλουν την ιδέα ότι το «πακέτο» διαμορφώθηκε στη βάση της ξεπερασμένης πια αντίληψης ενός ΣΥΡΙΖΑ των συνιστωσών.
Η επιμονή στην τήρηση δημοκρατικών διαδικασιών και στην ύπαρξη συλλογικών ασφαλιστικών δικλίδων προς αποφυγήν αστοχιών δεν μπορεί να θεωρείται κωλυσιεργία ούτε να γεννά υποψίες ή και φόβους διάρρηξης του συνεκτικού ιστού που διατηρεί μια στέρεη πολιτική συλλογικότητα όπως ο ΣΥΡΙΖΑ. Αντίθετα, αποτελούν προϋποθέσεις εκ των ων ουκ άνευ για ένα κόμμα που δεν θέλει απλά να αναρριχηθεί στην κυβέρνηση, αλλά να κάνει υπόθεση των μελών του και των λαϊκών τάξεων την ανατροπή της μνημονιακής μιζέριας και την κοινωνική και παραγωγική ανασυγκρότηση με σοσιαλιστική προοπτική.
Από την άποψη αυτή, δεν δικαιολογούνται δισταγμοί ή φόβοι για το τι θα πουν τα μίντια. Η πολιτική ζημιά σχεδόν πάντα είναι πολύ μεγαλύτερη, όταν οι διορθωτικές προσπάθειες γίνονται εκ των υστέρων. Η πρόληψη δεν είναι απλώς προτιμότερη, διαπαιδαγωγεί επίσης μέλη και ηγεσία σε μια συντροφική και δημοκρατική αντίληψη για την επίλυση των πολιτικών διαφορών και την τελική σύνθεση των αντιθέσεων.

Η αυθεντία της καθοδήγησης

Το χειρότερο απ’ όλα, ωστόσο, μπορεί να συμβεί τώρα. Στα ηγετικά επίπεδα φαίνεται να επικρατεί μια αντίληψη που μπορεί να αποδειχθεί πολλαπλά επιζήμια. Δηλαδή, ότι η ηγεσία δεν μπορεί να υποχωρεί από τις αρχικές επιλογές της και ότι ο καθοδηγητικός ρόλος της συνίσταται αποκλειστικά στο να επιβάλλει την άποψή της και όχι να καλλιεργεί μια αμφίδρομη σχέση ανταλλαγής πολιτικών απόψεων και πολιτικής εμπειρίας με τις οργανώσεις των μελών.
Δεν είναι ντροπή, είναι έπαινος για ένα καθοδηγητικό όργανο, για μια πολιτική ηγεσία να ξέρει πώς να συνάγει τα απαραίτητα συμπεράσματα από τον ανοιχτό και δημοκρατικό διάλογο με τις οργανώσεις που την έχουν αναδείξει. Η σχέση τους δεν είναι σχέση επιβολής, είναι σχέση διαλεκτική. Μετά από μια δημοκρατική αντιπαράθεση απόψεων, εκείνο που προσδοκούμε δεν είναι η καταγραφή των αμετάβλητων διαφορών με σκοπό την εγγραφή υποθήκης για ένα απροσδιόριστο μέλλον, το οποίο ήδη είναι υπονομευμένο από ένα διχαστικό παρόν. Οφείλουμε, δηλαδή, να προσδοκούμε τον αλληλοεπηρεασμό, την προωθητική σύνθεση, το συλλογικό βήμα προς τα εμπρός, αντί για την καθηλωτική εμπλοκή σ’ έναν πόλεμο εσωκομματικής φθοράς. Πρόκειται για ένα σφάλμα που υποπίπτει συχνά η Αριστερή Πλατφόρμα οδηγούμενη σε θέσεις που δεν συνεισφέρουν σε προαγωγή της γραμμής μας, σε σύνθεση. Η ιστορικά μυωπική επιφύλαξη στην υποψηφιότητα του Αλέξη για το Ευρωπαϊκό Κόμμα είναι ενδεικτική.

Καλύτερα να προλαβαίνουμε…

Οι δύο σύντροφοι της γραμματείας που έθεσαν το ζήτημα της επανεξέτασης των υποψηφιοτήτων για τις περιφέρειες Δ. Μακεδονίας και Πελοποννήσου, μπορεί να δεχθούν κάθε είδους κριτική, ωστόσο τελικά έθεσαν επιτακτικά το υπαρκτό πολιτικό ζήτημα και κίνησαν με τη δικαιολογημένη και δημοκρατικά νομιμοποιημένη επιμονή τους τη διαδικασία επανεξέτασης. Θα μπορούσαν να είχαν ενεργήσει προληπτικά, πράγμα που θα μείωνε τις ζημιές που ήδη καταγράφηκαν και δημοσκοπικά (βλέπε μέτρηση της Public Issue). Το ζήτημα της δυνατότητας πρόληψης, αποτροπής αφορά και το ιδεολογικό ρεύμα της ΑΝΑΣΑΣ. Οι δυνατότητες να παίξει έναν εποικοδομητικό, κάποτε και σωτήριο ρόλο για τον ΣΥΡΙΖΑ, φάνηκε τις τελευταίες μέρες στο θέμα Καρυπίδη, αλλά και Βουδούρη όταν επέμεινε –παρά την αφόρητη πίεση– να μετρηθούν επί της ουσίας οι απόψεις των οργανώσεων. Στο μέλλον, ιδίως, όταν το κόμμα θα κληθεί να αναλάβει πολύ σοβαρότερα καθήκοντα, η ΑΝΑΣΑ μπορεί, με μεγαλύτερη φροντίδα απ’ ό,τι τώρα για τον διακριτό της ρόλο, να είναι δύναμη συμβολής στις θέσεις σύνθεσης και ενότητας.
Αν χρειάζεται να επιμείνουμε τόσο σε ένα εκ πρώτης όψεως όχι και τόσο σημαντικό ζήτημα, είναι γιατί μπορεί να μας χρησιμεύσει και σαν εμπειρία για το άμεσο μέλλον. Πολύ σύντομα ίσως χρειαστεί ο ΣΥΡΙΖΑ να προβεί σε εκατοντάδες επιλογές προσώπων. Το πώς θα τις πραγματοποιήσει με το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα, δεν είναι ζήτημα ενός εσωκομματικού μπρα ντε φερ, είναι ζήτημα κρίσιμης σημασίας για την επιτυχία τού έργου μιας αυριανής κυβέρνησης της αριστεράς. Και έχουμε χρέος να ασκηθούμε σ’ αυτό το άθλημα από τώρα. Θα έπρεπε ήδη να είχαμε ολοκληρώσει την άσκηση αυτή. Αντίθετα, πήραμε έναν πολύ κακό βαθμό με τις αυτοδιοικητικές. Γιατί αυτό που παίζεται δεν είναι ποιος θα συγκεντρώσει τους πιο πολλούς εσωκομματικούς πόντους, αλλά η τύχη μιας ιστορικής δυνατότητας της ελληνικής αριστεράς. Κανείς μας δεν πρέπει να χάσει την ιστορική αίσθηση των καιρών.
Υ.Γ.: Από την απόφαση της Νομαριακής Επιτροπής ΣΥΡΙΖΑ Ρεθύμνου αντιγράφουμε ένα απόσπασμα με μία σκέψη που δεν θα μπορούσαμε να διατυπώσουμε καλύτερα:
Τη στιγμή που το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί οδηγό για την ανασυγκρότηση της ευρωπαϊκής αριστεράς και η υποψηφιότητα του συντρόφου Αλέξη Τσίπρα ξαναβάζει την Αριστερά στο προσκήνιο των λαϊκών αγώνων σε όλη την Ευρώπη, οι εσωτερικές μας διεργασίες απειλούν να οδηγήσουν στην αποσυσπείρωση των μελών μας, αλλά και πολλών αγωνιστών της κοινωνικής αριστεράς που μας πλαισιώνουν με ελπίδα και εμπιστοσύνη.