Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αυγή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αυγή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 4 Μαΐου 2012

Ευτυχώς δεν είμαστε Βολιβιάνοι

13 October 2008: Supporters of Evo Morales march near Caracollo town on their way to La Paz, 118 miles away Photograph: David Mercado/Reuters, via http://www.guardian.co.uk/world/gallery/2009/jan/23/bolivia-referendum-indigenous-rights
 του Θανάση Καρτερού

από την ΑΥΓΗ, 3.5.12

Την Πρωτομαγιά ο Έβο Μοράλες, πρόεδρος της Βολιβίας, αποφάσισε να εθνικοποιήσει το δίκτυο διανομής ηλεκτρικού ρεύματος, που είχε παραχωρηθεί σε μεγάλη ισπανική εταιρεία. Είχε προηγηθεί η εθνικοποίηση των μονάδων παραγωγής ηλεκτρισμού, η εθνικοποίηση της παραγωγής υδρογονανθράκων, η εθνικοποίηση των τηλεπικοινωνιών, η διανομή γης στους ακτήμονες. Μια προσπάθεια δηλαδή να ανασυγκροτηθεί η Βολιβία σε εντελώς αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που έχει επιβληθεί ως μονόδρομος σε όλο σχεδόν τον κόσμο.

Κι αυτό μέσα σε έναν περίγυρο όχι απλώς εχθρικό, αλλά και αποφασισμένο να φτάσει στα άκρα, στον εμφύλιο, ακόμα και στη διάλυση της χώρας, αρκεί να διασφαλίσει τα συμφέροντα των ελίτ. Έχουμε να αντιμετωπίσουμε την εσωτερική Δεξιά, τη μεγάλη αστική τάξη, αλλά και την εξωτερική, που εδρεύει στην πρεσβεία των ΗΠΑ, έχει πει ο Μοράλες. Ο οποίος πάντως επιμένει στον δρόμο εκσυγχρονισμού της χώρας του με όρους ανεξαρτησίας και εξυπηρέτησης των λαϊκών συμφερόντων. Και κερδίζει μικρές και μεγάλες νίκες, με τη στήριξη του λαού του.

Αν ήμασταν Βολιβιάνοι -αριστεροί, κομμουνιστές, ριζοσπάστες, προοδευτικοί-, τρεις δρόμους θα είχαμε μπροστά μας:

Ο πρώτος, να σταθούμε εχθρικά και απέναντι σε ένα οπορτουνιστικό πολιτικό κίνημα που δεν εννοεί να καταλάβει ότι χωρίς λαϊκή εξουσία και λαϊκή οικονομία, χωρίς εθνικοποίηση όλων των μονοπωλίων και συνεπή σοσιαλισμό, θα οδηγηθεί μοιραία στην ήττα και θα οδηγήσει τον λαό στη συντριβή και στην απογοήτευση. Διότι σπέρνει αυταπάτες.

Ο δεύτερος να σταθούμε επιφυλακτικοί απέναντι σε μια τόσο φανερή παρέκκλιση από τις κλασικές επαναστατικές νόρμες. Αριστερή κυβέρνηση εκλεγμένη με το αστικό Σύνταγμα και τους αστικούς νόμους, διατήρηση της ατομικής ιδιοκτησίας σε βασικά μέσα παραγωγής, επιμονή σε μια δημοκρατία που δίνει στους εχθρούς των αλλαγών τη δυνατότητα να τις υπονομεύουν. Κουνάμε το κεφάλι, αποφαινόμαστε ότι είναι λίγα τα ψωμιά τους και περιμένουμε το τέλος τους.

Ο τρίτος -αυτόν επέλεξε και ο Φιντέλ παρεμπιπτόντως, αν και δεν είναι Βολιβιάνος- θα ήταν να στηρίξουμε με νύχια και με δόντια την προσπάθεια, να σταθούμε πλάι στις δυνάμεις που μάχονται να αλλάξουν τη Βολιβία, προσπαθώντας να συμβάλουμε στη συνέπεια του εγχειρήματος. Να είμαστε μέρος των αλλαγών και όχι αντίπαλοί τους, εν ονόματι της λειψής επαναστατικής συνέπειας των πρωταγωνιστών τους.

Ευτυχώς όμως είμαστε Έλληνες και δεν έχουμε τέτοια διλήμματα...

Σάββατο 28 Απριλίου 2012

Εξημερώνουν οι θεσμοί την ακροδεξιά;



του Δημοσθένη Παπαδάτου -Αναγνωστόπουλου

Από τις ευρωεκλογές του 2009 και την προπέρσινη «έκπληξη» στον Δήμο Αθηναίων, ως τη σημερινή δημοσκοπική έκρηξη της Χρυσής Αυγής, η άνοδός της θα έπρεπε να είχε σημάνει από καιρό το τέλος της μακαριότητας όσον αφορά την ακροδεξιά. Κι όμως, πάνε λίγες μόνο μέρες που τα «σοβαρά» κόμματα και τα ΜΜΕ έπαψαν να μιλάνε γενικώς περί «άκρων». Μέχρι πρότινος, ακόμα και ερευνητές του φαινομένου, άνθρωποι δηλαδή που γνώριζαν ότι «χωρίς τη λεπτή υπονόμευση από τον μεταφασιστικό χώρο, οι νεοφασιστικές προκλήσεις εναντίον της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας θα είχαν κρατήσει τα νεοφασιστικά μορφώματα εγκλωβισμένα στο πολιτικό-ιδεολογικό γκέτο τους»[1], είχαν πάψει να ανησυχούν όπως παλιά για την ακροδεξιά, αφ΄ ότου η εκσυγχρονισμένη εκδοχή της συνέβαλε στην κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας. «Φαίνεται ότι η συμμετοχή των κομμάτων αυτών σε κυβερνήσεις συνεργασίας», μας καθησύχαζε το Φεβρουάριο ο Πέτρος Παπασαραντόπουλος, «λειτουργεί ως δίαυλος εκτόνωσης των φαινομένων ρατσιστικής βίας»[2]. Τι συνέβη στην πραγματικότητα, βέβαια, το ξέρουμε όλοι.

Με δεδομένη λοιπόν και την εμπειρία αυτή, έχει σημασία, τώρα που η νεοφασιστική εκδοχή της ακροδεξιάς σηκώνει κεφάλι, η μακαριότητα να μην αλλάξει στρατόπεδο. Και νομίζω ότι αυτός ο κίνδυνος υπάρχει. Ακόμα και στην Αριστερά, πολλοί είναι αυτοί που προβλέπουν από σήμερα είτε την «ενσωμάτωση» της Χρυσής Αυγής στο θεσμικό παιχνίδι μετά την είσοδό της στη Βουλή, την «κανονικοποίησή» της δηλαδή, είτε την εξαφάνισή της μόλις αποκαλυφθεί το αποκρουστικό της πρόσωπο και η «ρηχότητα» της πολιτικής της.

Στην πραγματικότητα, η είσοδος της ακροδεξιάς στο θεσμικό παιχνίδι σημαίνει κανονικοποίηση της «ανωμαλίας», όχι όμως με όρους προσαρμογής της τελευταίας στο «κανονικό», αλλά ακριβώς το αντίθετο: με τη μετατόπιση του «κανονικού» σε θέσεις κοντινότερες προς το «μη κανονικό». Οι θεσμοί δεν εξημερώνουν την ακροδεξιά - και υπάρχει γι΄ αυτό πλούσια εμπειρία, τόσο από την Ευρώπη όσο και από τη χώρα μας. Τόσο η αυξανόμενη επιθετικότητα του ΛΑΟΣ στα ζητήματα της ατζέντας του μετά το 2004, όσο και ο ναζιστικός χαιρετισμός του Μιχαλολιάκου στο Δημοτικό Συμβούλιο της Αθήνας, λίγες μόλις μέρες αφ΄ ότου ο φύρερ πέρασε το κατώφλι του Δημαρχείου, είναι νομίζω ενδεικτικά. Υπάρχει έστω και ένας που μπορεί να ισχυριστεί ότι, από το φθινόπωρο του 2010 και μετά, η ρατσιστική βία είναι σε ύφεση;
 
Ειδικά στην περίπτωση της Χρυσής Αυγής, μιας νεοφασιστικής δηλαδή οργάνωσης, η «καιροσκοπική» θεσμική πολιτική δεν μπορεί να είναι παρά η μισή της αλήθεια. Η άλλη μισή είναι ότι οργανώσεις σαν αυτή σχοινοβατούν συνειδητά μεταξύ πολιτικής πρόκλησης και πολιτικής ενσωμάτωσης· κι ότι αυτή ακριβώς η διπλή στρατηγική είναι που κάνει τις οργανώσεις αυτές αυτό που πραγματικά είναι (φασιστικές), δηλαδή κόμματα και, ταυτόχρονα, κινήματα. Χωρίς τη διπλή αυτή στρατηγική, δεν μπορούμε να μιλάμε ούτε για το ένα ούτε για το άλλο. Κάπως έτσι, όμως, εξαφανίζεται η ιδιοτυπία τους - αυτή που και στον Μεσοπόλεμο διαφοροποιούσε τον φασισμό από τα κάθε λογής αντιφιλελεύθερα κινήματα της δεξιάς.

Το κλειδί εδώ είναι η απαξίωση του κοινοβουλευτισμού και γενικότερα της θεσμικής πολιτικής, πρώτα απ΄ όλα από το κράτος και τους βασικούς θεσμικούς «παίχτες». Αυτή -και όχι οι «λαθρομετανάστες»- είναι η συνθήκη που κάνει θεμιτή και λιγότερο ντροπιαστική την υπερψήφιση μιας ναζιστικής οργάνωσης. Η απαξίωση της ψήφου, μετά την οποία όλες οι επιλογές μοιάζουν ηθικά και πολιτικά δυνατές, αλλά και πιο γενικά, το γεγονός ότι η μεταπολεμική κοινοβουλευτική δημοκρατία αυτοαναιρείται συστηματικά, «συγκινώντας» έτσι όλο και λιγότερους, σχεδόν υποχρεώνουν τη Χρυσή Αυγή να παραμένει «αντισυστημική», δηλαδή αντικομματική και αντικοινοβουλευτική - άρα ενίοτε βίαιη. Με άλλη διατύπωση, ένα «σύστημα» που, όντας σε κρίση, συμμερίζεται πρακτικά πολλές από τις απόψεις της, είναι αδύνατο να χαλιναγωγήσει την «αντισυστημική» δεξιά του.

Με αυτή την έννοια, καμία έγκυρη εκτίμηση για τη Χρυσή Αυγή δεν μπορούμε να κάνουμε, αν επιμένουμε να τη βλέπουμε αποκλειστικά και μόνο ως «παίχτη» μέσα στους θεσμούς - παραγνωρίζοντας, δηλαδή, την ορατότητά της μέσα στην κοινωνία, τον πολιτικό αναλφαβητισμό που θεωρεί συζητήσιμα πολλά από τα μηνύματά της, τον βίαιο -πλην «αποτελεσματικό»- κινηματισμό της. Όλα αυτά δεν σημαίνουν, βεβαίως, ότι η ελληνική κοινωνία γοητεύτηκε ξαφνικά από τον εθνικοσοσιαλισμό· σημαίνουν, όμως, ότι η «διάπλαση» και ο κατακερματισμός της κοινωνίας την τελευταία εικοσαετία είχαν ως αποτέλεσμα τον εθισμό στη λιγότερη δημοκρατία - εξ ου και σήμερα η καταγγελία μιας δημοκρατίας υπό διαρκή συρρίκνωση δεν γίνεται αποκλειστικά εξ αριστερών, δηλαδή με «διά ταύτα» το αίτημα για περισσότερη δημοκρατία.

Είναι γι΄ αυτούς τους λόγους που, ενώ σωστά επισημαίνουμε την εργαλειοποίηση της ακροδεξιάς από το κράτος και τα αστικά κόμματα (εργαλειοποίηση που ως στόχο έχει, μεταξύ άλλων, να «κοντύνει» τον ορίζοντα της Αριστεράς), θα ήταν λάθος να παραγνωρίζουμε την αυτονομία του φαινομένου· το γεγονός, δηλαδή, ότι σημαντικά τμήματα της κοινωνίας δεν αντιλαμβάνονται το κράτος όπως εμείς - συνεπώς τοποθετούνται «ενάντια στο σύστημα» υποστηρίζοντας την πιο επιθετική και απεχθή εκδοχή της λογικής του.

Δεν είναι καθόλου προφανές (μακάρι να ήταν...) ότι οι αγωνιστικές παραδόσεις του ελληνικού λαού μάς καθιστούν απρόσβλητους. Δεν ήταν προφανές για τη Γαλλία, παρά τις παραδόσεις του 1789 και του 1968, δεν ήταν προφανές συνολικά για την Ευρώπη, παρά τις αιματηρές θυσίες στα χρόνια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, άρα δεν είναι προφανές ούτε και εδώ. Το θέμα είναι τώρα τι κάνουμε.


[1] Βασιλική Γεωργιάδου, Η άκρα δεξιά και οι συνέπειες της συναίνεσης, Καστανιώτης 2008

[2] Πέτρος Παπασαραντόπουλος, «Ο ΛΑΟΣ στην κυβέρνηση. Η Δημοκρατία σε κίνδυνο;», books΄ journal, Φεβρουάριος 2012


Αναδημοσίευση από την ΑΥΓΗ, 27.04.12

Τρίτη 17 Απριλίου 2012

Το ΚΚΕ στην αντιπολίτευση, ο λαός στη μνημονιακή χρεωκοπία

The Red Ruin, By James Ferrier Pryde (1866–1941) [Public domain], via Wikimedia Commons
Δεν έχει σημασία ποιος θα «δικαιωθεί» πάνω στα συντρίμμια, σημασία έχει να προσπαθήσεις να ανταποκριθείς στο ιστορικό σου καθήκον

του Αντρέα Καρίτζη
ΑΥΓΗ, 15.04.12

1. Η ηγεσία του ΚΚΕ δεν έχει αντιληφθεί ότι η επίθεση στις δυνάμεις της εργασίας και τον λαό είναι ολοκληρωτική και ότι αν δεν αναχαιτιστεί το συντομότερο δυνατόν, θα μείνουμε όλοι να κοιτάμε αποσβολωμένοι τα συντρίμμια και τον φασισμό που γιγαντώνεται πάντα σε έναν ισοπεδωμένο λαό.

Η όποια γραμμή άμυνας των δυνάμεων της εργασίας και του λαού υπήρχε μέχρι χθες έχει σήμερα σπάσει, δεν έχει νόημα να δίνουμε ο καθένας επιμέρους μάχες, ΤΩΡΑ είναι η ώρα της συσπείρωσης και της πλατιάς ενότητας ώστε να αποτρέψουμε την ολοσχερή καταστροφή.

Η ευθύνη όλων μας είναι να προσπαθήσουμε για την ανατροπή ΤΩΡΑ, παρά τις όποιες δυσκολίες ή ακόμη και αρνητικές προβλέψεις μπορούμε να κάνουμε. Η ευθύνη μας είναι αυτή της αυταπάρνησης προς όφελος των εργαζομένων και του λαού και όχι να φυλαγόμαστε όπως κάνει η ηγεσία του ΚΚΕ. Στις μεγάλες ιστορικές στιγμές ποτέ δεν νιώθεις έτοιμος ούτε ο δρόμος είναι στρωμένος με ροδοπέταλα. Αντί η ηγεσία του ΚΚΕ να χλευάζει ή να σπέρνει την απογοήτευση, καλά θα κάνει να αντιληφθεί την κρισιμότητα των περιστάσεων, να μην κρύβεται πίσω από τις δυσκολίες και να συμβάλει με αυταπάρνηση στην υπεράσπιση των εργαζομένων και του λαού.

2. Το ΚΚΕ, δηλαδή μια αριστερή πολιτική δύναμη, εμφανίζεται να υποστηρίζει ακριβώς το ίδιο με το κυρίαρχο μνημονιακό μιντιακο-πολιτικό σύστημα όσον αφορά τη δυνατότητα ανατροπής της καταστροφικής πολιτικής: η ηγεσία του ΚΚΕ λέει με τον πιο επίσημο τρόπο στον ελληνικό λαό ότι αυτό ΔΕΝ είναι δυνατόν ΣΗΜΕΡΑ. Σε πολίτες που ταλαντεύονται ή είναι επιρρεπείς στην τρομοκρατία επιβεβαιώνεται το κυρίαρχο στερεότυπο περί μονόδρομου, με αποτέλεσμα να στρέφονται στο μνημονιακό στρατόπεδο από τη στιγμή που και τμήμα της Αριστεράς ισχυρίζεται ότι τα Μνημόνια είναι μονόδρομος.

3. Το επιχείρημα της ηγεσίας του ΚΚΕ ότι δεν υπάρχουν σήμερα παραδείγματα τα οποία να δικαιολογούν την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ είναι αντιφατικό, διότι προφανώς πριν συμβεί κάτι για πρώτη φορά δεν έχει ξανασυμβεί! Για να υπάρξει ένα παράδειγμα, πρέπει να κινηθεί κάποιος παραβιάζοντας τη λογική αυτή. Δηλαδή η ηγεσία του ΚΚΕ λέει ότι αν κάποιοι άλλοι ξεκινήσουν και πετύχουν, τότε να ακολουθήσουμε. Όμως η άποψη αυτή, δηλαδή ότι κάποιοι άλλοι να ξεκινήσουν πρώτοι και βλέπουμε, μπορεί να υπάρξει παντού και συνεπώς τίποτα να μην ξεκινήσει ποτέ!

Αυτό που ζούμε είναι μια πρωτόγνωρη κατάσταση: οξύτατη παγκόσμια καπιταλιστική κρίση, ΔΝΤ και σκληρή πολιτική ισοπέδωσης των δυνάμεων της εργασίας (φτώχεια και περιστολή δημοκρατίας) σε χώρες του ανεπτυγμένου καπιταλισμού με πρώτη την Ελλάδα κ.ο.κ. Η ανάγκη να μείνει όρθιος ο ελληνικός λαός επιβάλλει στην Αριστερά να βρεθεί στην πρωτοπορία και όχι να φυλάγεται την πιο κρίσιμη στιγμή. Η ηγεσία του ΚΚΕ υποστηρίζει ότι αν δεν υπάρχει εγγύηση για την έκβαση, καλύτερα να μην δώσουμε τη μάχη. Όμως τίποτα δεν έχει γίνει στην Ιστορία με βέβαιη την έκβασή του! Αντίθετα, οι λαοί κέρδισαν όποτε σήκωσαν το ανάστημά τους ακόμη και όταν οι προβλέψεις ήταν δυσοίωνες. Έχω την εκτίμηση ότι ΔΕΝ είναι αυτή η αντίληψη των χιλιάδων αγωνιστών που αποτελούν το ΚΚΕ.

4. Η ηγεσία του ΚΚΕ ισχυρίζεται ότι η κυβερνητική εξουσία δεν μπορεί να πετύχει τίποτα, αφού το κλειδί βρίσκεται στην οικονομική εξουσία. Αυτή η άποψη καταργεί τη διαλεκτική μεταξύ της πολιτικής, οικονομικής και ιδεολογικής πάλης, και συγκεκριμένα τον κεντρικό ρόλο της πολιτικής εξουσίας στη διαμόρφωση του κοινωνικού και ιδεολογικού συσχετισμού και τη σημασία της για την έκβαση της πάλης και στο οικονομικό επίπεδο. Είναι σαν να υποστηρίζει ότι η ανάληψη της πολιτικής εξουσίας από την Αριστερά θα αφήσει τα πάντα αμετάβλητα, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη, άποψη που ακυρώνει κάθε έννοια διαλεκτικής. Αυστηρά μιλώντας έρχεται σε αντίθεση με τις περισσότερες εκδοχές της κομμουνιστικής θεωρίας και πρακτικής.

Επίσης, αποσιωπά ότι το προγραμματικό πλαίσιο του ΣΥΡΙΖΑ θέτει αλλαγές και στο οικονομικό επίπεδο ανταγωνιστικές προς το κυρίαρχο μοντέλο, ενώ συναρτά τη μεθοδολογία άσκησης της πολιτικής εξουσίας με ευρύτερες μετατοπίσεις και αλλαγές που θα προκύψουν από μια τέτοια εξέλιξη με ορίζοντα τον σοσιαλισμό.

5. Η πρόσφατη θέση της ηγεσίας του ΚΚΕ, σύμφωνα με την οποία αν η Αριστερά γίνει κυβέρνηση αυτό θα είναι πρόβλημα, γιατί δεν θα υπάρχει αριστερή αντιπολίτευση πέρα από το γεγονός ότι παραβιάζει την απλή λογική (το οποίο δεν είναι καθόλου αμελητέο) έχει ευρύτερες πολιτικές συνέπειες αρνητικές για το λαϊκό κίνημα. Η βασικότερη ίσως είναι ότι «κανονικοποιεί» την περίοδο που διανύουμε. Η επικέντρωση στην αντιπολίτευση υπονοεί ότι βρισκόμαστε σε μια «κανονική» περίοδο όπου το ποιος είναι στην κυβέρνηση είναι δευτερεύουσας σημασίας και το κρίσιμο είναι ότι πρέπει να υπάρχει αριστερή αντιπολίτευση. Πιο συγκεκριμένα:

Συμβάλλει στην «κανονικοποίηση» της σημερινής κατάστασης ισχυριζόμενη ότι η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ είναι «μια από τα ίδια» με προτάσεις προηγούμενων περιόδων όπως π.χ. αυτή του ΠΑΣΟΚ το 1981. Το σφάλμα που διαπράττει -συμβάλλοντας στην παρουσίαση της σημερινής κατάστασης ως μιας κανονικής περιόδου ή ακόμη χειρότερα συγκρίνοντάς την με μια περίοδο με εντελώς διαφορετικό κοινωνικό συσχετισμό (πολύ πιο ευνοϊκό) και παγκόσμια οικονομική συγκυρία- είναι μεγάλο, διότι καλλιεργεί αυταπάτες σε έναν κόσμο ως προς τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να επιχειρηθεί να ανασχεθεί η σημερινή καταστροφή. Ακόμη και αν τοποθετείται αρνητικά, αφήνει να εννοείται ότι η μνημονιακή καταστροφή μπορεί να μετριαστεί με μια συμβατική σοσιαλδημοκρατική διαχείριση εντός συστήματος. Όμως κάτι τέτοιο δεν είναι σήμερα δυνατόν και αποτελεί κομβικό σημείο για τον ΣΥΡΙΖΑ η άρση τέτοιων αυταπατών, τις οποίες η ηγεσία του ΚΚΕ έρχεται και ενισχύει, έστω και με αρνητικό τρόπο.

Η «κανονικοποίηση» της περιόδου από την ηγεσία του ΚΚΕ ενισχύει τον -άκρως άκυρο για την ιστορική συγκυρία που διανύουμε- διχασμό γύρω από το ζήτημα της πολιτικής εξουσίας ανάμεσα σε μια αντίληψη που βλέπει την Αριστερά μόνο στην από τα κάτω αντιπολιτευτική παρέμβαση και σε μια που βλέπει την Αριστερά ως δύναμη παρέμβασης κυρίως από κυβερνητικές θέσεις. Αυτό το στερεότυπο εκτιμώ ότι ήταν εύλογο στην προηγούμενη συγκυρία, αλλά δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των καιρών.

Σήμερα, το καθήκον της Αριστεράς είναι η επινόηση μιας κινηματικής / κυβερνητικής μεθοδολογίας η οποία θα επιχειρήσει να αποτρέψει τον όλεθρο και να αντιμετωπίσει ένα σύνθετο και δυσμενές εγχώριο και διεθνές περιβάλλον, στο οποίο όμως οι λαοί ήδη μπαίνουν δυναμικά στο προσκήνιο. Αυτό το καθήκον δεν υπηρετείται αναπαράγοντας τον παραπάνω διχασμό ούτε σε επίπεδο προγράμματος (μετριοπαθείς προτάσεις έναντι απέραντων αιτηματολογίων) ούτε σε επίπεδο κυβερνητικής μεθοδολογίας (πεπατημένη κυβερνητική πρακτική/διαχείριση από τα πάνω έναντι καμιάς κυβερνητικής εξουσίας και παρέμβασης μόνο από τα κάτω).

Η επινόηση μιας νέας μεθοδολογίας ταυτόχρονης κινητοποίησης του λαού και άσκησης πολιτικής εξουσίας συνιστά το έδαφος της δικής μας προσέγγισης, η οποία αποτελεί το ιστορικό στοίχημα για την Αριστερά στην Ελλάδα, αλλά και παγκοσμίως. Αυτό το στοίχημα υπονομεύει η ηγεσία του ΚΚΕ όταν «κανονικοποιεί» την περίοδο και δεν αναλαμβάνει το μερίδιο της ευθύνης που της αναλογεί. Μια ευθύνη που νομίζω ότι με χαρά και αυταπάρνηση θα αναλάμβανε η συντριπτική πλειοψηφία των μελών του ΚΚΕ.

6. Η ηγεσία του ΚΚΕ με τον τρόπο που πολιτεύεται διαμορφώνει τις προϋποθέσεις για την ήττα του λαού στην προσπάθεια να σταματήσει την καταστροφή του και συμμετρικά δίνει ένα πολύ σημαντικό στήριγμα στο πολιτικό σύστημα που την επιβάλλει. Αν τελικά ηττηθεί ο λαός, θα ισχυριστεί ότι δικαιώθηκε στις προβλέψεις της -ότι τίποτα δεν μπορεί να γίνει σήμερα- αποσιωπώντας το γεγονός ότι συνέβαλε δραματικά σε αυτό το γεγονός δεδομένου του μεγέθους του ΚΚΕ. Όμως δεν έχει σημασία ποιος θα «δικαιωθεί» πάνω στα συντρίμμια, σημασία έχει να προσπαθήσεις να ανταποκριθείς στο ιστορικό σου καθήκον.

Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2012

Τα Επιφάνια στην επιφάνεια

Σκουλάκης Δήμος (Δημοσθένης), Σταθμός Βικτώρια - Σκάλες, 1977, από εδώ
 
της Μαρίας Μπαλάφα


ΑΥΓΗ, 6.1.12

«Φανέρωσέ μου τη μάσκα που κρύβεις, κάτω απ' τη μάσκα που φοράς». Φαίνομαι, άρα υπάρχω. Βλέπουμε αντικείμενα, που δεν υπάρχουν, ότι βρίσκονται πολύ κοντά μας. Τα στρώματα της ατμόσφαιρας, που βρίσκονται κοντά στο θερμό έδαφος, ζεσταίνονται και λιώνουν σαν ζελατίνη περιτυλίγματος, ο δείκτης διάθλασης αλλάζει. Και οι κόρες των ματιών μας ομοίως γίνονται ένας παράξενος μεγεθυντικός φακός. Μας στριφογυρίζει η ακτίνα, που ξεκινάει από το αντικείμενό μας, το οποίο στην πραγματικότητα βρίσκεται πολύ μακριά μας. Αλλάζει διαρκώς διεύθυνση (πότε πίσω μας και πότε αριστερά μας). Όταν φτάσει στα μάτια μας, πια κατάκοπο, έχει έλθει από αλλού και ο ήχος του παραμένει ασυγχρόνιστος. Βουτάμε στο μπλε χρώμα της εντύπωσης μια λίμνης για να ξεδιψάσουμε. Ακολουθούμε μια διαδρομή σαν καραβάνια στην έρημο (αφήνοντας πίσω κουφάρια). Ό,τι έχουμε δικό μας χωράει σ’ ένα σακίδιο και μέσα μας.

Mirare, που σημαίνει «φανερώσου, εμφανίσου». Θαύμα ή καθρέφτης; Εικόνες θλίψης για την παροδικότητα, το πεπερασμένο, που γεμίζει το μαγικό κενό με ονειρικά οράματα. «Ολοένα και περισσότερο έχανε ο ταξιδιώτης τη γραμμή που χώριζε τον εξωτερικό από τον εσωτερικό του κόσμο, το σύνορο ανάμεσα σ’ αυτά που έβλεπε στ’ αλήθεια μπροστά στα μάτια του και σ’ εκείνα που πρόσθετε ο ίδιος με τη φαντασία του. Στο τέλος δεν μπορούσε πια να κάνει καμιά διάκριση: το μυαλό του του φαινόταν σαν τμήμα του εξωτερικού περιβάλλοντος και τα αντικείμενα σαν πλάσματα της φαντασίας του», γράφει ο Μίκαελ Έντε στο «Καθρέφτης μες στον καθρέφτη». Διάθλαση και διαστολή, λοιπόν, παρά αντανάκλαση. Σε σαχάριες και πολικές θερμοκρασίες (το ίδιο είναι). Αρκεί η μετάβαση από την κατάψυξη στον φούρνο να γίνει ομαλά, σε θερμοκρασία δωματίου, μη σπάσουν τα κομμάτια κι αλλοιωθεί η γεύση μας. Έχουμε μείνει για καιρό αεροστεγώς ανοιχτοί και προσπαθούμε να επέμβουμε διορθωτικά στο μέλλον (μα και στο παρελθόν) με κακής ποιότητας γομολάστιχες. Αγώνες κι αγωνίες, που φωνάζουν μέσα μας κι εντός μας, πως «Κράτησα τη ζωή μου/ταξιδεύοντας ανάμεσα σε κίτρινα δέντρα,/κάτω απ' το πλάγιασμα της βροχής/σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς/καμιά φωτιά/στην κορυφή τους βραδιάζει», σφίγγοντας δόντια και γροθιές. Γράφουμε για να μην (μας) ξεχάσουμε και το μόνο άλφα, που δεν μας μοιάζει στερητικό, είναι το δεύτερο στη σειρά της λέξης αναπνοή.

Και πώς γίνεται να μετρήσεις το σύνολο των σημείων ενός αντικειμένου που βρίσκονται στο εξωτερικό μέρος του και έρχονται σε επαφή με το περιβάλλον; Αυτή η επιφάνεια μας χωρίζει από τον υπόλοιπο χώρο. Σε κυλίνδρους και κύβους, όπως τα χαρτόκουτα των άστεγων στη Σολωμού. Και πώς γίνεται κάποιοι να επιμένουν να χοροπηδάνε σε πανάρχαιες λατρευτικές γιορτές; Νομίζουν πως βρήκαν το σφραγιστικό δαχτυλίδι του Μίνωα. Άλλοτε με περιστέρια τιμίων, ανέστιων κι αστείων κι άλλοτε γονυπετείς, όπως ο Πρίαμος στο Ω της Ιλιάδας.

«Quiero escapar de aqui» κατά κάποιον τρόπο. Αναδυόμενοι. Μιάσματα σε καθαρά νερά. Ανάμεσα στον Τίγρη και τον Ευφράτη.

Η Φάτα Μοργκάνα όμως επιστρέφει με τρένο Ομόνοια - Βικτώρια. Απέναντί της κάθονται ένα σπασμένο ακορντεόν και δυο γυφτάκια, που γελάν σπαρακτικά και μασουλάνε ηλιόσπορους.

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2012

20 χρόνια από τη διάλυση της ΕΣΣΔ

By Иван Васильевич Симаков / Ivan Vasilyevich Simakov ( 1877—1925) [1] (http://red-patriot.protiv.tv/photo/11-0-143) [Public domain], via Wikimedia Commons

του Πάνου Τριγάζη*

ΑΥΓΗ, 6.1.12

Ανήμερα Χριστούγεννα, πριν από 20 χρόνια, ο κόσμος συγκλονιζόταν από τη διάλυση της ΕΣΣΔ. Εκατομμύρια αγωνιστές της ειρήνης και της προόδου σ' όλες τις ηπείρους ένιωσαν το έδαφος να χάνεται κάτω από τα πόδια τους όταν οι τηλεοράσεις σ' όλες τις ηπείρους μετέδιδαν τη σκηνή της υποστολής από το Κρεμλίνο της κόκκινης σημαίας με το σφυροδρέπανο, καθώς και το διάγγελμα παραίτησης του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, τελευταίου σοβιετικού προέδρου. Είχε προηγηθεί, στις 21 Δεκεμβρίου 1991, η Διακήρυξη της Άλμα Άτα, με πρωταγωνιστή τον Μπορίς Γιέλτσιν, για την ίδρυση της Κοινοπολιτείας Ανεξάρτητων Κρατών (ΚΑΚ), που αποτέλεσε τη ληξιαρχική πράξη θανάτου της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών.

Έφθανε, έτσι, σε άδοξο τέλος όχι μόνο η πρώτη στην ιστορία απόπειρα οικοδόμησης του σοσιαλισμού, που άρχισε με τις «δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο» της μεγάλης Οκτωβριανής Επανάστασης, αλλά και η ύστατη προσπάθεια αναγέννησής της με την «Επανάσταση μέσα στην Επανάσταση», όπως είχε χαρακτηριστεί η περεστρόικα από τον πρωτεργάτη της Μ. Γκορμπατσόφ και τους συνεργάτες του στην ηγεσία του ΚΚΣΕ μετά το 1985.

Το πραξικόπημα του Αυγούστου 1991

Έχει συμβεί πολλές φορές στην ιστορία οι φερόμενοι ως αδιάλλακτοι υποστηρικτές μιας υπόθεσης να γίνονται νεκροθάφτες της (τέτοιες εμπειρίες έχει και η δική μας χώρα). Στην περίπτωση της ΕΣΣΔ τη «χαριστική βολή» έδωσαν οι επίδοξοι σωτήρες της, δηλαδή υψηλόβαθμα κομματικά και κρατικά στελέχη, που οργάνωσαν το αποτυχημένο πραξικόπημα εναντίον του Γκορμπατσόφ στις 19 Αυγούστου 1991, μια ημέρα πριν υπογραφεί η νέα ενωσιακή συνθήκη για τη δημοκρατική μετεξέλιξη της ΕΣΣΔ σε μια νέα Ένωση Ανεξάρτητων Κρατών, με τη συμμετοχή 9 Σοβιετικών Δημοκρατιών, που εκπροσωπούσαν το 93% του πληθυσμού της ΕΣΣΔ.

Η νέα Ενωσιακή Συνθήκη στηριζόταν σε ένα πολύ ισχυρό ηθικό και πολιτικό θεμέλιο. Στις 17 Μαρτίου 1991 είχε γίνει δημοψήφισμα σ' όλες τις σοβιετικές δημοκρατίες, με την εξαίρεση των τριών Βαλτικών, της Γεωργίας και της Μολδαβίας. Στο δημοψήφισμα είχε προσέλθει ελεύθερα το 80% των εγγεγραμμένων στους εκλογικούς καταλόγους σοβιετικών πολιτών και το 76% είχε ταχθεί υπέρ μιας νέας ομοσπονδιακής δομής.

Το πραξικόπημα του Αυγούστου όχι μόνο ματαίωσε την υπογραφή της νέας Ενωσιακής Συνθήκης, αλλά άνοιξε και τον αποσχιστικό «ασκό του Αιόλου». Στη διάρκεια του πραξικοπήματος και μετά οι ανακηρύξεις ανεξαρτησίας Σοβιετικών Δημοκρατιών πήραν τη μορφή χιονοστιβάδας.

Την ίδια περίοδο αποχώρησαν από το ΚΚΣΕ τα Κ.Κ. πολλών Δημοκρατιών και τελικά το ίδιο το ΚΚΣΕ απαγορεύτηκε από τον πρόεδρο της Ρωσικής Ομοσπονδίας Μπορίς Γιέλτσιν, ο οποίος είχε βγει πανίσχυρος από το πραξικόπημα και ελεύθερος να πραγματοποιήσει τα δικά του σχέδια, τα οποία συμπεριλάμβαναν την πολιτική εξουδετέρωση του Γκορμπατσόφ και τη δική του αναβάθμιση ως προέδρου της Ρωσίας, γνωρίζοντας ότι την ΕΣΣΔ ως υποκείμενο του Διεθνούς Δικαίου θα διαδεχόταν ή Ρωσική Ομοσπονδία, όπως και έγινε από τον Γενάρη του 1992. Στα χρόνια που ακολούθησαν η πολιτική Γιέλτσιν υπήρξε καταστροφική και για τη Ρωσία.

Η διάλυση της ΕΣΣΔ σήμανε και το τέλος της γιγάντιας προσπάθειας της περεστρόικα, με της οποίας την επιτυχία ήταν συνυφασμένο και το μέλλον του ΚΚΣΕ, το οποίο από τις αρχές του 1991 επεξεργαζόταν ένα νέο πρόγραμμα που θα καθιστούσε το κόμμα ικανό να ανακάμψει και να ανταποκριθεί στα καθήκοντα της νέας περιόδου στο πλαίσιο της νέας Ένωσης.

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι μεγάλες ευθύνες φέρει και η ηγεσία Γκορμπατσόφ για την πορεία διάλυσης της ΕΣΣΔ. Γιατί, όπως και ο ίδιος παραδέχθηκε στο τελευταίο τηλεοπτικό του διάγγελμα ως πρόεδρος, «το παλιό σύστημα κατέρρευσε πριν το καινούργιο προλάβει να αρχίσει να λειτουργεί», ενώ αξίζει να αναφερθεί ότι στην «ατζέντα» της περεστρόικα δεν υπήρχε το εθνικό ζήτημα, του οποίου ο ρόλος αποδείχθηκε καταλυτικός για τη Σοβιετική Ένωση (και όχι μόνο).

Όμως, θα ήταν σοβαρό λάθος να υποστηρίζει κανείς ότι οι αιτίες της διάλυσης της ΕΣΣΔ βρίσκονται στα τελευταία γεγονότα που σημάδεψαν την ύπαρξή της. Η ΕΣΣΔ υπονομεύτηκε εκ θεμελίων στη διάρκεια των δεκαετιών πριν από την περεστρόικα και η κρίση ήταν ήδη βαθιά στα χρόνια της στασιμότητας της περιόδου Μπρέζνιεφ. Μακριά από τον μαρξισμό και την επιστημονική θεώρηση των κοινωνικο-πολιτικών εξελίξεων είναι η άποψη «περί ανατροπής» των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και διάλυσης της ΕΣΣΔ από έναν άνθρωπο, τον Γκορμπατσόφ. Ως απάντηση στη θεωρία αυτή θα μπορούσαμε να επικαλεστούμε το παράδειγμα της Κούβας, που συνέχισε τη σοσιαλιστική της πορεία, παρά τη διάλυση της ΕΣΣΔ και τον διαρκή αποκλεισμό της από τις ΗΠΑ. Ούτε φταίει η περεστρόικα.

Οι αιτίες της κατάρρευσης

Οι βαθύτερες αιτίες της κατάρρευσης και της διάλυσης της ΕΣΣΔ βρίσκονται στο ίδιο το ολοκληρωτικό - γραφειοκρατικό σύστημα: στην αποξένωσή του από τους εργαζόμενους, στο μονοπώλιο της εξουσίας από το Κόμμα - Κράτος, στην άρνηση της λαϊκής συμμετοχής, στον οικονομικό ισοπεδωτισμό, τα προνόμια της γραφειοκρατίας. Δυστυχώς επιβεβαιώθηκαν οι προειδοποιήσεις μεγάλων μορφών του κομμουνιστικού κινήματος, όπως η Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Αντόνιο Γκράμσι, για την αναγκαιότητα της δημοκρατίας στη σοσιαλιστική εξουσία που προέκυψε από την Οκτωβριανή Επανάσταση.

Με αυτά τα μειονεκτήματα η ΕΣΣΔ δεν μπόρεσε να αντέξει τον ανταγωνισμό των εξοπλισμών της περιόδου του Ψυχρού Πολέμου, που τη γονάτισε οικονομικά με αποτέλεσμα οι πολίτες της πλούσιας σε πηγές αυτής χώρας να ζουν από πολλές απόψεις σε συνθήκες τριτοκοσμικής χώρας. Η σοβιετική κοινωνία παρέμεινε μακριά από τη βασική θέση του Μαρξ, που είδε τον σοσιαλισμό ως μια ποιοτικά ανώτερη μετακαπιταλιστική κοινωνία. Κανείς, βέβαια, αν δεν ακολουθεί τη μέθοδο του «άσπρο ή μαύρο», δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει και τα θετικά στην πορεία της ΕΣΣΔ, που μόνο με την ύπαρξή της ενέπνευσε την ανάπτυξη κινημάτων σ' όλο τον κόσμο και λειτούργησε ως αντίπαλο δέος στον καπιταλισμό, του οποίου οι ηγεσίες υποχρεώθηκαν σε σοβαρές παραχωρήσεις (κοινωνικό κράτος κ.λπ.) προς τους εργαζόμενους στις χώρες της Δύσης.

Η διάλυση της ΕΣΣΔ αποτέλεσε άκρως αρνητική εξέλιξη για τις μεταψυχροπολεμικές εξελίξεις. Σήμανε το τέλος και της περεστρόικα, η οποία είχε δώσει τεράστιο ηθικό και πολιτικό κύρος στην ΕΣΣΔ παγκοσμίως και είχε βοηθήσει να πνεύσει ένας ισχυρός άνεμος ειρήνης στις διεθνείς σχέσεις. Να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι το ενδεχόμενο επιτυχίας της περεστρόικα ανησυχούσε έντονα τους ακραίους συντηρητικούς κύκλους της Δύσης, όπως προκύπτει από δήλωση του πρώην προέδρου των ΗΠΑ Ρ. Νίξον, ο οποίος είχε πει στους “Τimes” του Λονδίνου (29.4.1990): «Αντιμετωπίστε σκληρά τον Γκορμπατσόφ τώρα που έχει ανάγκη βοήθειας… Ο Γκορμπατσόφ είναι ένας αληθινά πιστός κομμουνιστής. Ο στόχος του δεν είναι να εγκαταλείψει τον κομμουνισμό, αλλά να τον σώσει».

Επίσης η διάλυση της ΕΣΣΔ ευνόησε τα σχέδια της ηγεσίας των ΗΠΑ για τη μονοπολική διεύθυνση του κόσμου, που είχαν διακηρυχθεί από την επομένη του πολέμου του Κόλπου, με το δόγμα Μπους για τη λεγόμενη «νέα παγκόσμια τάξη». Ανέκοψε την πορεία προς τον πυρηνικό αφοπλισμό, που είχε αρχίσει με την ιστορική συμφωνία Ρέιγκαν - Γκορμπατσόφ του 1987 για την κατάργηση των πυραύλων μέσου βεληνεκούς και συνεχίστηκε με τις συμφωνίες START για τη δραστική μείωση των διηπειρωτικών πυραύλων.

Το πλήγμα ήταν τεράστιο και για την υπόθεση της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Αν δεν είχε διαλυθεί η ΕΣΣΔ, ίσως να είχε αποτραπεί η γιουγκοσλαβική τραγωδία, όπως και η επέκταση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς, και αν δεν είχε υπονομευτεί η διαδικασία της ΔΑΣΕ, ίσως μπορούσε να είχε οδηγήσει στην οικοδόμηση ενός πανευρωπαϊκού συστήματος ειρήνης και ασφάλειας, χωρίς στρατιωτικούς συνασπισμούς.

Η επίδραση της διάλυσης της ΕΣΣΔ υπήρξε αρνητική και στο πολιτικοϊδεολογικό επίπεδο. Έδωσε έδαφος στις θεωρίες για το «τέλος της ιστορίας» και το «τέλος των ιδεολογιών». Στον απόηχό της διατυπώθηκε η περιβόητη ΤΙΝΑ (There Is No Alternative) από τη «σιδηρά κυρία» του νεοφιλελευθερισμού Μάργκαρετ Θάτσερ. Ξεκίνησε επίσης μια συντονισμένη προσπάθεια για ξαναγράψιμο της ιστορίας του Β' Παγκόσμιου Πολέμου, ταύτισης του κομμουνισμού με το φασισμό και παραχάραξης του καθοριστικού ρόλου της ΕΣΣΔ στην αντιφασιστική νίκη, που έσωσε και τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό από τον φασισμό.

«Αν δεν υπήρχαν οι θυσίες της ΕΣΣΔ και των λαών της, επισημαίνει ο μεγάλος ιστορικός Έρικ Χομπσμπάουμ, ο δυτικός φιλελεύθερος καπιταλισμός θα είχε πιθανώς υποκύψει στην απειλή αυτή και ο σύγχρονος δυτικός κόσμος (με την εξαίρεση των ΗΠΑ, που θα ήταν σε απομόνωση) θα αποτελείτο τώρα από διάφορες παραλλαγές μάλλον αυταρχικών και φασιστικών, παρά φιλελεύθερων, καθεστώτων» (περιοδικό Marxism Today, Οκτώβρης 1990).

Για τον σοσιαλισμό του 21ου αιώνα

Οι θεωρίες για το «τέλος της αριστεράς» μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και τη διάλυση της ΕΣΣΔ δεν επιβεβαιώθηκαν από τις εξελίξεις. Αντιθέτως, πολύ γρήγορα οι δυνάμεις της αριστεράς βρήκαν τον δρόμο της ανασυγκρότησής της σε πολλές χώρες μέσα από μια αλληλοτροφοδοτούμενη σχέση με τα νέα κοινωνικά κινήματα και κόντρα στη νεοφιλελεύθερη μετάλλαξη της σοσιαλδημοκρατίας. Ιδιαίτερα στη Λατ. Αμερική, η είσοδος στον 21ο αιώνα σημαδεύτηκε από μεγάλες νίκες πλατιών αριστερών μετώπων στη βάση αντινεοφιλελεύθερων προγραμμάτων και νέων σοσιαλιστικών οραμάτων.

Είκοσι χρόνια μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ ο παγκόσμιος καπιταλισμός ζει μια βαθιά και πολυδιάστατη κρίση στα ίδια τα προπύργιά του, την Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Και ο σοσιαλισμός γίνεται ξανά επίκαιρος στην πορεία της ανθρωπότητας στον 21ο αιώνα. Ένας σοσιαλισμός με δημοκρατία και ελευθερία. Γιατί, όπως έλεγε ο Ν. Πουλαντζάς, «ο σοσιαλισμός ή θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα υπάρξει».


* Ο Πάνος Τριγάζης είναι υπεύθυνος του Τμήματος Εξωτερικής Πολιτικής του ΣΥΝ

Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2011

Γιούργκεν Χάμπερμας: "Να σώσουμε τον βιότοπο της γηραιάς Ευρώπης"

El presuntuoso o Superhombre, Georges Rouault, via http://pintura.aut.org/SearchProducto?Produnum=62022
 
ΑΥΓΗ, 29.11.11

"Η Ευρώπη είναι ένα πρόγραμμα πολιτισμού, που δεν πρέπει να του επιτραπεί να αποτύχει" τόνισε ο διάσημος Γερμανός φιλόσοφος Γιούργκεν Χάμπερμας σε εκδήλωση που έλαβε χώρα στο Ινστιτούτο Γκαίτε στο Παρίσι. Στη σχετική ανταπόκριση του "Spiegel", ο Γερμανός φιλόσοφος υπογράμμισε πως γι΄αυτό τον λόγο "δεν είναι απλώς εφικτή η ύπαρξη της παγκόσμιας κοινότητας, είναι απαραίτητη - για να συμφιλιώνει τη δημοκρατία με τον καπιταλισμό. Πρέπει σήμερα να θεσπίσουμε τη συνεργασία ανάμεσα στους πολίτες και τα κράτη, για να δημιουργήσουμε την παγκόσμια κοινότητα των πολιτών" λέει και συμπληρώνει πως "αλλιώς διατρέχουμε τον κίνδυνο να βρεθούμε σε μια κατάστασης μόνιμης έκτακτης ανάγκης και τα κράτη να καθοδηγούνται από τις αγορές" παραπέμποντας σχετικά στον τίτλο των "Financial Times" που συνόψισε τις ιταλικές εξελίξεις ως εξής: "Ο αγώνας της Ιταλίας να εγκαταστήσει τον Μόντι". Ο Χάμπερμας είναι θυμωμένος, εκνευρισμένος και σημαίνει συναγερμό: "Σήμερα στην Ευρώπη, τα κράτη καθοδηγούνται από τις αγορές" λέει, "η Ε.Ε. ασκεί μαζική επιρροή στη συγκρότηση νέων κυβερνήσεων στην Ιταλία και την Ελλάδα και η Ε.Ε. γυρνά το κεφάλι της σε οτιδήποτε αγαπώ και με κάνει να παθιάζομαι".

"Κάποια στιγμή μετά το 2008, κατάλαβα ότι το πρόγραμμα της επέκτασης, της ενοποίησης και του εκδημοκρατισμού δεν προχωρούσαν αυτόματα" παρατήρησε, "ότι είναι αναστρέψιμα, ότι για πρώτη φορά στην ιστορία της Ε.Ε. ζούμε την αποσυναρμολόγηση της δημοκρατίας. Πριν, δεν πίστευα ότι μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο. Κι όμως φτάσαμε σε ένα σταυροδρόμι" σημειώνει.

"Σε τούτη την κρίση", υποστηρίζει ο Χάμπερμας, "οι λειτουργικές και συστημικές επιταγές βρίσκονται σε σύγκρουση" και σημειώνει πως "όσο περισσότερο διαρκεί η κρίση τόσο μεγαλύτερη σύγχυση προκαλείται". Χαρακτηρίζοντας "τελείως απαράδεκτη" τη γερμανική στάση έναντι της Ελλάδας, ο Χάμπερμας δηλώνει την απογοήτευσή του από τους Γερμανούς πολιτικούς - "δεν έχουν πολιτική ουσία, ούτε καν πεποιθήσεις" λέει.

Δυο μέρες πριν, σε μιαν εκδήλωση στο Πανεπιστήμιο Descartes, o Xάμπερμας είχε ανατρέξει στα "λάθη που έγιναν στην οικοδόμηση της Ε.Ε. Υπήρξε έλλειψη πολιτικής ενοποίησης κι ένας ενσωματωμένος στο σύστημα καπιταλισμός". Κατά την ανάλυσή του, "δεν είναι τα κράτη που έχουν δικαιώματα. Μόνον οι πολίτες έχουν δικαιώματα, αυτοί είναι οι ιστορικοί πρωταγωνιστές" λέει και προσθέτει πως "η Ευρώπη δεν δεν είναι μια κοινοπολιτεία κρατών, αλλά κάτι νέο. Πρόκειται για μια νομική κατασκευή την οποία συμφώνησαν οι λαοί της Ευρώπης σε συνεννόηση με τους πολίτες της Ευρώπης, με εμάς δηλαδή" λέει και ζητά από το κοινό του "να σώσουμε τον βιότοπο της γηραιάς Ευρώπης".

Ο Χάμπερμας πιστεύει ότι αυτό θα γίνει αν "τα ΜΜΕ βοηθήσουν τον κόσμο να αντιληφθεί την τεράστια επιρροή που δέχεται η ζωή τους από την Ε.Ε. και αν οι πολιτικοί αντιληφθούν την τεράστια πίεση που θα υποστούν, αν η Ε.Ε. αποτύχει και δεν προχωρήσει ο εκδημοκρατισμός της".

Αναφερόμενος στη συμφωνία της 21ης Ιουλίου, ο Γερμανός φιλόσοφος θεωρεί πως αυτή ήταν "ένας αόριστος συμβιβασμός ανάμεσα στον γερμανικό οικονομικό φιλευθερισμό και τον γαλλικό κρατισμό. Όλες οι ενδείξεις οδηγούν στο συμπέρασμα πως και οι δύο πλευρές θέλησαν να μετατρέψουν την ενοποίηση (όπως ορίζεται στη Συνθήκη της Λισσαβώνας) σε μια διακυβερνητική υπεροχή του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, κόντρα στο πνεύμα των συνθηκών και χωρίς νομική βάση".

Μολονότι δηλώνει "αισιόδοξος", αντικρούει τις ρητορείες της "πολιτικής ηττοπάθειας" και σημειώνει πως "ακόμη και στην κρίση μπορούμε να βγούμε με μιαν Ένωση που θα είναι πιο δημοκρατική και πολιτικά αποτελεσματική", στην κατακλείδα της ομιλίας του, ο Γερμανός φιλόσοφος είναι δηλητηριώδης. Προειδοποιώντας για τον κίνδυνο εκτροχιασμού της Ε.Ε., παρέπεμψε στη γερμανική ιστορία: "αν αποτύχει τούτο το ευρωπαϊκό εγχείρημα" είπε, "τότε το ερώτημα θα είναι ένα: πόσο καιρό θα χρειαστούμε για να επανέλθουμε στο status quo. Θυμηθείτε τη Γερμανική Επανάσταση του 1848 - όταν απέτυχε, χρειαστήκαμε 100 χρόνια για να ξανακερδίσουμε το επίπεδο δημοκρατίας που είχαμε τότε"...

διαβάστε ακόμα

Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2011

Ημέρα κατά της Βίας εναντίον των Γυναικών: Αν θα γινόταν ένα μεγάλο αφιέρωμα...

από εδώ

 της Ελένης Καρασαββίδου

από την ΑΥΓΗ, 25.11.11

«Για να είσαι ελεύθερος πρέπει να μάθεις να είσαι φτωχός» έγραψε ο Ουγκώ, όχι για να δικαιολογήσει, αυτός ο βαθύτατα κοινωνικός ακτιβιστής, τη φτώχεια, αλλά για να καταγγείλει την ανομία της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, που το πρώτο που σκλαβώνει είναι η ανθρωπιά των εκμεταλλευτών αλλά καταστρέφει τη ζωή των υποχειρίων τους. Σήμερα, που είναι η παγκόσμια ημέρα κατά της βίας που υφίστανται οι γυναίκες, είναι υποχρέωσή μας να θυμηθούμε κάποιες από τις παραμέτρους μιας από τις πιο αποτρόπαιες μορφές εκμετάλλευσης. Του trafficking και (εποχή άκρατης αγοράς) της σύνδεσής του με τη βιομηχανία της πορνογραφίας. Κάθε ομοιότητα με ευρύτερες στρατηγικές δεν είναι τυχαία...

Στα τέλη της δεκαετίας του 1977, σύμφωνα με τις αναμνήσεις της D. Leidholdt (διευθύντριας στο Κέντρο για την Προστασία Κακοποιημένων Γυναικών της Νέας Υόρκης), μια νεαρή γυναίκα δολοφονήθηκε βάναυσα, καθώς προαγωγός και πελάτης την πέταξαν σαν σακί από το παράθυρο. Η ιδιότητα αυτής της γυναίκας (πόρνη) έκανε τον Τύπο να μην ενδιαφερθεί ιδιαίτερα. Άλλωστε, «ήταν μια πουτάνα». Στο κοινωνικό κίνημα που αναπτύχθηκε γύρω από αυτήν τη βαθιά σεξιστική αντίδραση που στερούσε την ανθρώπινη ιδιότητα από ένα πλάσμα που του είχαν ήδη στερήσει τη ζωή, εμφανίστηκε και μια «καινούργια ομάδα» που τιτλοφορούνταν «Μισθοί για την Οικιακή Εργασία». Πίσω από αυτόν τον ουδέτερο, εύηχο τίτλο, υπήρξαν άτομα που προσπαθούσαν να πείσουν ότι η πορνεία είναι μια ακόμη οικιακή εργασία, όπου νοικοκυρές, εργαζόμενες και πόρνες μοιράζονταν την ίδια εκμετάλλευση και τους ίδιους κινδύνους. Κι αυτό παρ' όλο που σε επίσημες έρευνες η θνησιμότητα των εκδιδόμενων γυναικών ήταν 40% πάνω του μέσου όρου!

Όπως το περιοδικό Τελέσιλλα (τεύχος 54, σελ. 26) σημειώνει: «Οι συνήγοροι αυτής της ομάδας είχαν δανειστεί τη φιλοσοφία τους από μια οργάνωση που είχε έδρα το San Fransisco, την COYOTE, αρκτικόλεκτο που σημαίνει 'Ξεφορτώσου την παλιά και ξεπερασμένη σου ηθική' και στηριζόταν 'από φιλελεύθερους ακτιβιστές και κερδοσκόπους της βιομηχανίας του sex'".

Στα χρόνια που ακολούθησαν, τόσο στην Αμερική όσο και στην Ευρώπη (Άμστερνταμ, πού αλλού;) διοργανώθηκαν συνέδρια πορνών με χορηγούς τη βιομηχανία του sex και οργανώσεις του είδους, που νομιμοποιούσαν ως σημάδι «προοδευτικότητας» τη μορφή αυτή «σεξουαλικής εργασίας». Όταν το περιοδικό Hustler κυκλοφόρησε με το γνωστό εξώφυλλο μιας γυμνής γυναίκας που την άλεθε μια μηχανή του κιμά, το φεμινιστικό κίνημα και κινήσεις αλληλεγγύης αναγκάστηκαν να αντιμετωπίσουν τις διασυνδέσεις μεταξύ της πορνογραφίας και της βιομηχανίας του sex.

Γιατί ενώ πολλοί υποπτεύονταν, και όχι δίχως σοβαρούς λόγους, την «παλιά μικροαστική ηθική» για υποκρισία κι αντικοινωνική μόνωση που καθρεφτιζόταν και στον τρόπο που αντιμετώπιζε το sex (ώστε να εξουσιάζει τις επιλογές και οπτικές των ανθρώπων), η διαχείριση αυτού του κινηματικού αιτήματος κοινωνικής αλλαγής από τη βιομηχανία του sex το μετέφερε από τον χώρο της κοινωνικής συμμετοχής στον χώρο της αγοράς, χρησιμοποιώντας τα σώματα γυναικών που (στις συντριπτικά περισσότερες περιπτώσεις) δεν το είχαν επιλέξει. Βλέπετε η διασύνδεση μεταξύ της πορνογραφίας και της σχετικής βιομηχανίας οδήγησε εύκολα και στη διασύνδεσή τους με το trafficking...

Συχνά «εκπρόσωποι» της βιομηχανίας του sex στα μίντια υπήρξαν «απελευθερωμένες γυναίκες», όπως η περίφημη πορνοσταρ Linda Marchiano («η Linda με τις δαντέλες»), που όχι μόνο όταν η κουβέντα με φεμινίστριες έπαιρνε πολιτική ρότα ρίχνονταν με έμφαση σε καυγάδες που ο φθηνός Τύπος αποκαλούσε με απολιτίκ σεξισμό «καυγάδες γυναικών», αλλά και που υπερασπιζόταν τις «επιλογές τους» προς αποενοχοποίηση παραγωγών και καταναλωτών. «Δεν σε ενοχλεί που κάνεις στοματικό έρωτα μπροστά σε τόσο κόσμο; Όχι! Το λατρεύω! Είμαι αυτό που λένε επιδειξιομανής!», ερωταπόκριση που έχει «λατρευτεί» κι αναπαραχθεί σε χιλιάδες φεστιβάλ και site που απευθύνονται σε ανάλογο κοινό.

Η τόσο «σκανδαλιάρικη» απάντηση δεν ήταν βέβαια της Marchiano, αφού ανήκε στο «σενάριο ερωταποκρίσεων» που ο άγριος Chunk Traynor της είχε «γράψει» και που η ίδια, απειλούμενη κατά ζωής και ξυλοδαρμένη, το ακολουθούσε «χαμογελαστά» στον υπέροχο κόσμο της κάμερας.

Ενώ, για να αναφέρουμε ένα π.χ. από τα πολλά, και η Anneka DiLorenzo, κουνελάκι του Penthouse, όπως αποδείχτηκε σε δίκη, δεν επέλεξε, μα εξαναγκάστηκε από τον περίφημο Guccione να γυρίζει πορνό με αμοιβές στο όνομά της που τις κρατούσε σε σημαντικό βαθμό ο ίδιος, επαναεπενδύοντάς τα στην περίφημη βιομηχανία... Βιομηχανία που δεν μπορεί να ταυτίζεται με την πολύ θεμιτή επιλογή κάθε ανθρώπου τόσο να διαθέσει το κορμί του/της με όποιον τρόπο επιλέξει όσο και να αναζητήσει (ακόμη και επί χρήμασι, δυστυχώς στον κόσμο μας) ένα άλλο κορμί σε ένα «παιχνίδι» ισότιμων ενηλίκων.

Η απολιτίκ (αν και βαθιά πολιτική στο βάθος) εμπορευματοποίηση των κοινωνικών κινημάτων τις τελευταίες δεκαετίες (από τα χίπστερ αιτηματάκια μέχρι τα πόστερ του Τσε και τα σκυλάδικα στα οποία η γυναίκα κάθε 8η Μάρτη αποδομείται ως πολιτικό υποκείμενο και επαναεφευρίσκεται στον δημόσιο χώρο μόνο ως καταναλώτρια), ξεφουσκώνει την κοινωνικοπολιτική δυναμική τους και οδηγεί σε μια «κουλτουροποίηση της πολιτικής» με πολιτικές κορώνες (απλουστευτικά συνθήματα δίχως κοινωνική βάση) δίχως πολιτική ουσία. Η Ariel Levy μάλιστα στο σημαντικό βιβλίο της «Θηλυκές Φαλλοκράτισσες: Οι γυναίκες και η ανερχόμενη κουλτούρα του ξέκωλου» δείχνει πολύ καθαρά πόσο η συγκεκριμένη κουλτούρα δεν μπορεί να είναι προοδευτική, αφού είναι χυδαία εμπορική. Και κάνει ανθρώπους να πωλούν το ίδιο τους το κορμί σε light εκδοχές στα «κωλάδικα» όπου οι πρωτομαγιές γίνονται γιορτές, ή (απείρως χειρότερα) να τους το πουλούν άλλοι με το ζόρι.
«Τυχαία» στο Συνέδριο του Άμστερνταμ, πρωτεύουσα βορειοευρωπαϊκής χώρας που κερδίζει πολλά λεφτά (Άρη!) από τον σεξοτουρισμό εκθέτοντας πόρνες από το προλεταριάτο της αλλά και από όλο τον Τρίτο Κόσμο, η ατζέντα της κυβέρνησης, ενώ μιλούσε για σεξουαλική απελευθέρωση, απέφευγε επιμελώς (παρά τις εκκλήσεις φεμινιστριών και αλληλέγγυων) να θέσει το ζήτημα των παραμέτρων της διακίνησης αυτών των γυναικών, που σε περίπτωση εξαναγκασμού αυτήν την απελευθέρωση κτηνωδώς την ακυρώνει.

Σε μελέτες βάσης (π.χ. στις Φιλιππίνες, στην Ινδία, τη Νιγηρία, σε χώρες του Ανατολικού μπλοκ, στις ίδιες τις ΗΠΑ) που έγιναν σε όλον τον κόσμο αποδείχθηκε ότι θεσμοί που υποστήριζαν και επωφελούνταν από την πορνεία, με το αζημίωτο, είναι off shore εταιρείες, στρατός, Σώματα Ασφαλείας, κυβερνήσεις και σωματεία διακίνησης που συχνά δρουν υπό τον μανδύα διεθνιστικών, «αντισυνοριακών» οργανώσεων, άλλο αν συχνά μαζεύουν ρομαντικούς ιδεολόγους-χρήσιμους ηλίθιους, «δίπλα» (στην πραγματικότητα εναντίον) σε γνήσιες διεθνιστικές οργανώσεις. Ενώ σε περιόδους συγκρούσεων η μαζικοποίηση της πορνείας αποτελεί επιλογή των ανταγωνιζόμενων εθνικισμών. Τα κινήματα βάσης γυναικών όχι μόνο ίδρυσαν το Coalition (μια διεθνή ομπρέλα γυναικείων οργανώσεων κατά του trafficking), αλλά και έχουν με συντριπτικά στατιστικά μιλήσει για «θηλυκοποίηση του χαρακτήρα της ανθρωποκτονίας» (βλ. Femicide, Radford Russell, και Gendercide, Warren 1985), καθώς η βία κατά των γυναικών (που εκδηλώνεται προνομιακά στον χώρο του trafficking αλλά και απλώνεται ως γενοκτονία του φύλου με μαζικές θανατώσεις θηλυκών μωρών) στοιχίζει, και είναι συγκλονιστικό, περισσότερους θανάτους από όσους η ελονοσία (που σαρώνει στον Τρίτο Κόσμο!) τα τροχαία, ο καρκίνος και οι ετήσιες πολεμικές συγκρούσεις μαζί!

Χρόνια πριν, ο υπέροχος Παπαδιαμάντης έγραψε τη «Φόνισσα» για να χαρακώσει με σπαραγμό τη βουκολική εικόνα της ελληνικής επαρχίας και οικογένειας. Όχι τυχαία χρησιμοποιεί τη «γυναίκα», όπως έχει επισημανθεί, ως μέγιστο σύμβολο γι' αυτήν την «αντι-κοινωνική» κριτική.

Χρόνια μετά, τίποτε δεν έχει ουσιαστικά αλλάξει προς το καλύτερο, καθώς η κρίση (συσκοτίζοντας και παθητικοποιώντας) επιδεινώνει και δεν επιλύει (και αυτό) το μέγιστο πρόβλημα. Η Γυναίκα, η μήτρα, παραμένει σύμβολο στο κοφτερό μεταίχμιο που θέτει το ερώτημα τι είδους άνθρωποι είμαστε, σε τι κόσμο θέλουμε επιτέλους να ζούμε. “Όποιος υποτιμάει όποιον άλλον εμένα υποτιμάει / κι ό,τι κι αν γίνει, ό,τι κι αν ειπωθεί, στερνά σε μένα στρέφεται”, έγραψε στα "Φύλλα της Χλόης" ο Walt Whitman. Το σχεδόν άλυτο πρόβλημα της «ανθρώπινης κατάστασης» παραμένει να μην αφήνουμε ούτε τη δύναμη των άλλων ούτε την αδυναμία τη δική μας να μας αποκτηνώνουν.

* Κάποια από αυτά τα στοιχεία παρουσιάστηκαν στο σεμινάριο για το Millenium Project 2015 που πραγματοποιήθηκε στο Παρίσι τον φετινό Ιανουάριο υπό την αιγίδα της UNESCO.

Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2011

Εκόψατε πάντα δεσμόν μετά της κοινωνίας, μετά του πολιτεύματος, μετά του τόπου...

Παλαιά Βουλή. Φωτογραφία. 1910-1915, από τη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου των ΗΠΑ. Flickr. via στης Βουλής τα έδρανα

 του ΝOVALIS

ΑΥΓΗ, 11.11.11

Οι πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις της τελευταίας διετίας, με αποκορύφωση τον ευτελισμό και τη νόθευση των δημοκρατικών θεσμών από διευθυντήρια, παρασυναγωγές και οικονομικές ολιγαρχίες, μου έφεραν στον νου δύο κείμενα από τον -υποτίθεται- πολύ μακρινό 19ο αιώνα. Κατ' ανάγκη, θα επικεντρωθώ στα πιο καίρια αποσπάσματά τους. Το πρώτο ονομάζεται "Κατηγορητήριον του συστήματος" και γράφτηκε από τον Επαμεινώνδα Δεληγιώργη την εποχή του Όθωνα. Με τον όρο "σύστημα" στο κείμενο του Δεληγιώργη περιγράφεται όλο εκείνο το άθροισμα εξουσιών και παραεξουσιών που διαστρέβλωναν τη λαϊκή βούληση και εκβίαζαν, επωφελώς για τις συνιστώσες του, την παράταση μιας λαομίσητης διακυβέρνησης. Άξονας αναφοράς του συστήματος δεν ήταν τότε τα παράθυρα της μιντιακής διαπλοκής, αλλά το στέμμα.

Σύμφωνα με τον Δεληγιώργη, το σύστημα της εποχής του "νοθεύει και εκβιάζει την θέλησιν του λαού κατά τας εκλογάς, όπως αυθαιρέτως κυβερνά, αποξενώσαν άμα το έθνος πάσης εις τα δημόσια συμμετοχής, ενώ συγχρόνως εις αυτό επιρρίπτει το όνειδος της αποτυχίας του συνταγματικού πολιτεύματος, κλέπτον εν ταυτώ και συκοφαντούν τον Ελληνικόν λαόν. [...] Κατέστησε την Ελλάδα παλαίστραν των ευρωπαϊκών συμφερόντων, εχθρικώς αυτήν διαθέτον πότε μεν κατά της μιας, πότε δε κατά της άλλης των ευεργετίδων δυνάμεων". Δεν θα σας φαίνονται και τόσο άγνωστα όλα αυτά, ε;

Το δεύτερο κείμενο δημοσιεύτηκε από τον Αλ. Κουμουνδούρο στο "Ελεύθερον Πνεύμα" και έχει τον χαρακτηριστικό τίτλο "Η Καταιγίς". Είναι γραμμένο κατά την εποχή που κυβερνούσε ο Δημήτριος Βούλγαρης (επονομαζόμενος και "τζουμπές" ή "Αρταξέρξης"). Η Ελλάδα παράδερνε ανάμεσα σε ληστρικές οικονομικές ρυθμίσεις υπέρ των ξένων πιστωτών και των διάφορων Συγγρών, ενώ κόχλαζε η αγανάκτηση την λαϊκών στρωμάτων και της νεολαίας. Βεβαρημένος από τα "Λαυρεωτικά", την οικογενειοκρατία και το λεγόμενο "Ζήτημα των Τραπεζών" (τριμερής διαμάχη της Γενικής Πιστωτικής του Συγγρού, της Εθνικής και της Ιονικής), επιχειρεί το διάστημα 1873-1875 να εκβιάσει την αποδοχή της πολιτικής του με αυταρχικά μέτρα, συνταγματικές παραβιάσεις, κοινοβουλευτικές ταχυδακτυλουργίες και διαφθορά, από την οποία επωφελούνταν και οι παράγοντες που τον στήριζαν (όσο τον στήριξαν). Ο Κουμουνδούρος δεν είναι απαραιτήτως ο ανυστερόβουλος εκφραστής της λαϊκής ψυχής, συμπυκνώνει ωστόσο εξαιρετικά το αίσθημα αγανάκτησης του λαού και το πολιτικό κλίμα στη διάρκεια εκείνης της περιόδου (και, ίσως, όχι μόνο, τελικά): "Δεν βλέπουν τ' αποτελέσματα της επεμβάσεως, αλλά βλέπουν μόνον ότι δια του εγκλήματος κατώρθωσαν να φέρωσιν εις τον κοινοβουλευτικόν περίβολον δεκαπέντε-είκοσι βωβά πρόσωπα, έτοιμα να γονυπετήσωσιν ενώπιον της απλής νομικής δυνάμεως [...]. Νομίζουν ότι κατέβαλον το ελληνικόν φρόνημα και ότι ικανοποίησαν τους απανταχού Έλληνας δια του "έτσι θέλω!". Άθλιοι! Δεν ακούετε λοιπόν την καταιγίδα, ήτις βροντά πέριξ υμών; [...] Ο νους σάς λείπει, σάς έμεινε μόνον η φιλοδοξία. Κτίζετε τον πύργον της Βαβέλ, η σύγχυσις των γλωσσών αρχίζει, και το έργον σας θέλει κατακρημνισθή. Αγνοούμεν αν θα προφθάσετε να σκορπισθήτε. Δεν εννοείτε ακόμα τι κατορθώσατε. Προετοιμάσατε μια καταιγίδα και η καταιγίς έρχεται. Σεις αυτοί εκόψατε πάντα δεσμόν μετά της κοινωνίας, μετά του πολιτεύματος, μετά του τόπου. Υβρίσατε αιματωδώς τα πάντα, και η κοινωνία και το πολίτευμα και ο τόπος σας χρεωστούν μίαν τιμωρίαν. Θα την λάβετε. Ελάβατε τοιαύτην και άλλοτε, και τρέμετε την νέαν, ήτις έρχεται. [...] Αι καταιγίδες αυταί είναι άγγελοι της Νεμέσεως [...]. Ουαί υμίν, διότι η μήτηρ των είναι η κοινή συνείδησις, τροφός των η ιστορία και έργον των η φοβερά καθ' υμών ποινή. Δεν την φοβείσθε την ποινήν της συνειδήσεως και της ατιμώσεως. Θα την φοβηθείτε, και σάς το υποσχόμεθα".

Η λαϊκή αντίδραση απέναντι στα κοινοβουλευτικά πιόνια του Βούλγαρη έμεινε γνωστή ως "στηλιτικά", καθώς αποκλήθηκαν "στηλίτες", κατ' αναλογία με όσους αναγράφονταν σε ειδικές στήλες, επειδή στρέβλωναν, νόθευαν ή πρόδιδαν το δημοκρατικό πολίτευμα στην αρχαία Αθήνα. Για ιστορικούς και μόνο λόγους, σημειώνω ότι το 1876 η κυβέρνηση Βούλγαρη παραπέμφθηκε σύσσωμη για "αντιποίηση αρχής, πλαστογραφία και εκλογικές επεμβάσεις". Οι δύο γαμπροί του Βούλγαρη (πρώην υπουργοί) καταδικάστηκαν για δωροδοκίες και δωροληψίες. Αλλά αρκετά με τον 19ο αιώνα.

Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2011

Το τελευταίο καταφύγιο του μπαγαπόντη

Sieben mal Paula (Seven Times Paula),  Georg Baselitz

του Ευκλείδη Τσακαλώτου, από την ΑΥΓΗ, 8.11.11

Ο συντηρητικός Άγγλος λόγιος του 18ου αιώνα Samuel Johnson ισχυριζόταν ότι ο πατριωτισμός αποτελεί το τελευταίο καταφύγιο του μπαγαπόντη: όταν όλα τα άλλα επιχειρήματα έχουν καταρρεύσει, βγαίνει ο μπαλαντέρ της εθνικής ευθύνης για να βραχυκυκλώσει τη συνέχιση της συζήτησης.

Στη δική μας περίπτωση, εθνική υπευθυνότητα σημαίνει να μην ασχολιόμαστε με τις δραματικές εξελίξεις των τελευταίων εβδομάδων. Το G20 δεν έλυσε κανένα από τα προβλήματα της παγκόσμιας κρίσης και αντιμετωπίστηκε από τον διεθνή Τύπο αναλόγως, με τίτλους όπως «το G20 δεν αποτρέπει την επερχόμενη παγκόσμια ύφεση», «μάθημα αντι-ενότητας» και «ψίχουλα μοίρασε το G20». Την ίδια στιγμή, η Ιταλία μπαίνει στο κέντρο του ενδιαφέροντος με τον πιο δραματικό τρόπο και η Γαλλία ανακοινώνει νέα μέτρα λιτότητας, υποτίθεται για να αποφύγει την ίδια μοίρα. Τι σημαίνουν όλα αυτά; Γιατί οι αποφάσεις της 21ης Ιουλίου και της 26ης Οκτωβρίου είχαν τόσο κοντά ποδάρια; Πώς θα σπάσει ο φαύλος κύκλος της λιτότητας-ύφεσης-λιτότητας; Είναι δυνατόν η κάθε χώρα στην Ευρωζώνη να επιλέγει τη στρατηγική της λιτότητας χωρίς να υπολογίζει ότι το συνολικό αποτέλεσμα είναι πολύ πιο υφεσιακό από τις αρχικές εκτιμήσεις; Στη συζήτηση στη Βουλή για την ψήφο εμπιστοσύνης, καθώς και μετέπειτα για την κυβέρνηση εθνικής ευθύνης, αυτά τα ερωτήματα δεν ήταν καν στην ατζέντα.

Ούτε τέθηκαν τα μεγάλα πολιτικά ερωτήματα. Στη μεταπολεμική περίοδο, ο συμβιβασμός μεταξύ καπιταλισμού και δημοκρατίας βασίστηκε σε διάφορες λύσεις. Είχαμε τη σοσιαλδημοκρατική συναίνεση με το κοινωνικό κράτος, την πλήρη απασχόληση και τα διαβουλευτικά όργανα που επέτρεπαν στον κόσμο της εργασίας να επηρεάζει κάπως την πολιτική ατζέντα. Είχαμε, στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού, το χρηματοπιστωτικό σύστημα να παρέχει δάνεια, στηρίζοντας έτσι τη ζήτηση, αλλά και επεκτείνοντας τα «αγαθά» του καπιταλισμού σε μεσαία και κατώτερα στρώματα. Και σε χώρες, όπως η Ελλάδα, χωρίς ούτε προωθημένο κοινωνικό κράτος ούτε «αναπτυγμένο» χρηματοπιστωτικό σύστημα, υπήρχε το πελατειακό κράτος για τους ίδιους σκοπούς. Και οι τρεις λύσεις φάνηκαν μη βιώσιμες, η πρώτη μετά την κρίση της δεκαετίας του εβδομήντα, οι άλλες δύο μετά το 2008. Οι κυρίαρχες δυνάμεις θα βρουν κάποια άλλη λύση, θα επαναφέρουν κάποιες από τις παλαιές, έστω με νέα μορφή; Ή θα έχουμε έναν αυταρχικό καπιταλισμό που δεν θα επιδιώκει καν τον συμβιβασμό με τη δημοκρατία;

Οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ, που είχαν προβλήματα με τα πακέτα, που πάντα ψηφίζανε για τελευταία φορά, έχουν κάποιες σκέψεις γι' αυτά τα ζητήματα; Ή να υποθέσουμε ότι το πρόβλημά τους δεν ήταν η λιτότητα αυτή καθεαυτή, ούτε η ακύρωση του συμβιβασμού μεταξύ δημοκρατίας και καπιταλισμού, αλλά το γεγονός ότι το βάρος των αποφάσεων το παίρνανε μόνοι τους; Τέτοιες συζητήσεις όμως δεν μπορούν να γίνουν, γιατί σκοπός του πατριωτισμού είναι να σβήσει τη συλλογική μνήμη και την αφηγηματική συνέχεια των ανθρώπων. Τι και αν ο Παπαδήμος έλεγε μέχρι πρόσφατα ότι το "κούρεμα" αποτελεί καταστροφή ή ο Σαμαράς παρουσιαζόταν ως αντι-μνημονιακός; Τι και αν τα ΜΜΕ ισχυρίζονταν ότι μια συμφωνία των δύο κομμάτων, χωρίς εκλογές, θα σήμαινε εκτροπή της δημοκρατίας;

Ο κύριος στόχος της εθνικής υπευθυνότητας είναι να μην εκφραστεί ο κυρίαρχος λαός. Ή, όπως με τόσο κομψό τρόπο ανέδειξαν οι Μερκοζοί στις Κάννες, να εκφραστεί όταν οι κυρίαρχες δυνάμεις έχουν πλήρη έλεγχο των ερωτημάτων που θα τεθούν ή έχουν κλείσει όλες τις συμφωνίες που θέτουν το πλαίσιο των όποιων εναπομεινασών επιλογών. Έχουμε μπροστά μας μια κυβέρνηση που βασίζεται στην παραδοχή ότι αν εφαρμοστούν όλα αυτά που «εμείς» έχουμε αναλάβει ως υποχρεώσεις, τότε το «έθνος» θα βγει, κάποια στιγμή, από την κρίση. Αλλά ακριβώς επειδή η παραδοχή είναι αβάσιμη, η κρίση θα συνεχιστεί και θα αναδεικνύονται συνεχώς τα ταξικά θεμέλια των εθνικών προτεραιοτήτων.

* Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2011

Παπανδρέου ή Βελουχιώτης;


του Θανάση Καρτερού

ΑΥΓΗ, 28.11.11

Καλό είναι, τέτοιες μέρες όπως σήμερα, όχι μόνο να κουνάμε σημαίες και να φωνάζουμε "ζήτω" στις παρελάσεις, αλλά και να σκεφτόμαστε λιγάκι πάνω στην Ιστορία. Να προβληματιζόμαστε για το παρελθόν, τι κάναμε, τι δεν κάναμε, τι έπρεπε να κάνουμε. Όχι βέβαια για να γνωρίσουμε απλώς καλύτερα την Ιστορία μας, αλλά κυρίως για να μπορέσουμε να βγάλουμε από το παρελθόν μαθήματα για το παρόν, ακόμα και για το μέλλον. Έτσι δεν μας λένε από παιδιά;

Σκεφτείτε λοιπόν τι θα γινόταν αν ο ελληνικός λαός σύσσωμος έκανε την αποκοτιά να πει ΟΧΙ στην πρόταση των Ιταλών να περάσουν εκείνο τον Οκτώβριο από την Ελλάδα. Αν δεν δεχόταν να το συζητήσει με τον Χίτλερ και τον Μουσολίνι, να αποδεχτεί όρους εκ πρώτης όψεως ταπεινωτικούς, να διαπραγματευτεί σκληρά διά των εκπροσώπων του, αλλά να δεχτεί τελικώς την τότε τρόικα -Ιταλία, Γερμανία, Βουλγαρία- στην Ελλάδα.

Τι θα συνέπειες θα είχε ένα τέτοιο ΟΧΙ, το οποίο και τότε όπως και τώρα πρότειναν ορισμένοι ανεγκέφαλοι, εν ονόματι της εθνικής κυριαρχίας; Μπροστά στις συντριπτικά υπέρτερες δυνάμεις του άξονα θα είχαμε βέβαιη οικονομική και εθνική χρεωκοπία, εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς, κατοχή, ανυπολόγιστες καταστροφές. Πλήρη απεμπόληση δηλαδή του συνόλου της εθνικής κυριαρχίας εξαιτίας της άρνησής μας να παραδώσουμε ένα μέρος της. Μετά βεβαιότητας συνεπώς μπορούμε αν πούμε ότι το ΝΑΙ τότε έσωσε την πατρίδα.

Αφήστε που θα ήταν πολύ πιθανό, σχεδόν βέβαιο, να το πάρουν αυτό το ΟΧΙ τοις μετρητοίς ορισμένοι παλαβοί, να κατεβάσουν τη σημαία της τρόικας από την Ακρόπολη ή, ακόμα χειρότερα, να οργανώσουν ένοπλη αντίσταση και μάλιστα υπό την ηγεσία των κομμουνιστών. Τους οποίους για να εξουδετερώσουμε θα χρειαζόταν μετά ένας αιματηρός και καταστροφικός εμφύλιος. Θα φτάναμε δηλαδή σε καταστάσεις ανεξέλεγκτες, με τεράστιο κόστος για τον λαό και την πατρίδα, μόνο και μόνο για ένα κούφιο οικονομικού και εθνικού περιεχομένου και άρα παράλογο ΟΧΙ.

Ευτυχώς το λογικό ΝΑΙ έσωσε τότε τη χώρα. Φορτώθηκαν οι Έλληνες Γερμανούς επιτηρητές, αλλά τελικώς αυτό αποδείχτηκε το μικρότερο κακό. Η πατρίς εσώθη. Συνεπώς το μάθημα του '40 είναι ένα: Πρέπει να σκύβουμε λίγο το κεφάλι αν θέλουμε να το σώσουμε. Αλλιώς ας έρθει να κάνει μαθήματα πατριωτισμού στον Παπανδρέου κάποιος Βελουχιώτης - χωρίς κεφάλι.

Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2011

"Torniamo all' antico e sarà un progresso": από τους δικτάτορες στους δημοκράτορες

Ο Βέρντι διευθύνει τις πρόβες του Φάλσταφ, από την Wikipedia
 
του Novalis
ΑΥΓΗ, 14.10.11

«Η πρόσκλησίς μου αυτήν την στιγμήν, απευθυνομένη εκ της γεφύρας του καπετάνιου προς το πλήρωμα, απευθύνεται προς όλους τους Έλληνας. Οφείλομεν να αντιληφθώμεν ότι ευρισκόμεθα επί του πεδίου της μάχης, αγωνιζόμεθα αγώνα ιερόν, πρέπει να τον κερδίσωμεν [...]. Ολιγώτερον θα φάγωμεν κύριοι, ολιγώτερα θα απαιτήσωμεν υπέρ ημών, ολιγώτερα θα θέσωμεν εις την Τράπεζαν δια την ικανοποίησιν των ιδικών μας αναγκών. [...] Δεν είναι καιρός δια να ακούσωμεν τας σειρήνας τας εμφανιζομένας ως αναρχίαν και ως κακώς εννοουμένην ελευθερίαν εις το περίγειον του χώρου εις τον οποίον πλέομεν». απόσπασμα παραληρηματικού διαγγέλματος του δικτάτορα Παπαδόπουλου στις 15.12.1969 (βλ. ημερήσιο τύπο της Τρίτης 16.12.1969).

Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που ο Γ. Παπανδρέου απευθύνθηκε στον Αλ. Τσίπρα με τη φράση «δεν ζητώ συναίνεση αλλά καλύτερο πολιτικό κλίμα και να μη με λες Πινοσέτ», επιχειρώντας σε ένα ρεσιτάλ παραπολιτικής δραματοποιίας να παρακάμψει τη σύγκριση της οικονομικής του πολιτικής με εκείνη της Θάτσερ και εκείνη του Πινοσέτ. Ωστόσο, ο Γ. Παπανδρέου μερίμνησε κατά τη διάρκεια συνέντευξης τύπου στη Θεσσαλονίκη (11.9.2011) να προσεπικυρώσει με το παραπάνω τις αιτιάσεις του προέδρου της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ, εκστομίζοντας τα εξής ανυπέρβλητα ως υπέρ του «χιλιανού προτύπου» συνηγορία: «Μάλιστα αυτοί έχουνε μέσα στην κρίση πλεονάσματα και δεν αισθάνθηκαν τον πόνο της κρίσης. Είναι εξαγωγική χώρα, δυναμική χώρα. [...] Στη Χιλή φτιάξανε ένα κράτος, ένα πολιτικό σύστημα με διαφάνεια, με σωστή διαχείριση και διαμορφώσανε ένα σχέδιο όπου σωστά οργάνωσαν τους πόρους τους, τους πλουτοπαραγωγικούς τους πόρους, το ανθρώπινο δυναμικό» (απομαγνητοφωνημένο απόσπασμα από τη συνέντευξη τύπου, 11.9.2011).

Σημειωτέον: ουδείς απορφανισμένος εκσυγχρονιστής, ουδείς «αριστερός της ευθύνης», ουδείς θεματοφύλακας των χρηστών δημοκρατικών ηθών τόλμησε να του αντιτείνει, «τις λόγος σέ 'φυγεν έρκος οδόντων;». Ο πρωθυπουργός ορθοτομεί την ελέω ΔΝΤ οικονομική πολιτική του με γνώμονα το «χιλιανό πρότυπο» των τεράστιων κοινωνικών ανισοτήτων, του αναιμικού κράτους δικαίου, της καθημαγμένης παιδείας, της αστυνομοκρατίας. Το κατά Πινοσέτ και Πινέρα οικονομικό πρότυπο μοιάζει να επιδρά πάνω του «σαν μετέωρο θέλγητρο, σαν μέγα μπαλόνι» (όπως έγραψε ο Ρώμος Φιλύρας). Το οποίο ενίοτε «κάνει μπαμ», θα πρόσθετα εγώ. Η Καμίλα Βαλέχο θα μπορούσε να εξηγήσει αυτό το τελευταίο καλύτερα από τον καθένα στον πρόεδρο της Σοσιαλιστικής (!) Διεθνούς, εφόσον ο πρόεδρος είχε την παραμικρή διάθεση να ακούσει. Οπωσδήποτε, ο πρωθυπουργός δεν χρειάζεται να στραφεί στο νότιο ημισφαίριο προς εξεύρεση τέτοιων οικονομικών παραδειγμάτων. Αν ανατρέξει σαράντα χρόνια πριν, θα ανακαλύψει εγχώρια «μεταρρυθμιστικά εγχειρήματα», τα οποία διαπνέονταν από παραπλήσια διαχειριστική σύνεση με αυτή που ο πρωθυπουργός αναζητά στη Χιλή. Δεν θα εξολισθήσω σε παραπειστική και καταχρηστική, ψευδο-ιστορική συνταύτιση της κυβέρνησης Παπανδρέου με τη δικτατορική διακυβέρνηση '67-'74. Αδυνατώ, όμως, να μην επισημάνω ότι από εκείνη την εποχή έχουμε να δούμε νομοθετήματα που απορρυθμίζουν κατά τέτοιο τρόπο τις εργασιακές σχέσεις, ώστε οι εργοδότες να ποδηγετούν και να κατευθύνουν την εργασία, στερώντας την από τις ελάχιστες διαπραγματευτικές της δυνατότητες. Αρκεί να συγκρίνει κανείς το Ν.Δ. 186/69 με το «σύγχρονο» πολυνομοσχέδιο του υπ. Οικονομικών, για να αντιληφθεί ότι από την εποχή της δικτατορίας είχαν να εμφανισθούν τόσο κατάφωρες παραβιάσεις των Διεθνών Συμβάσεων Εργασίας και τέτοιος υποβιβασμός της Εθνικής Συλλογικής Σύμβασης σε διακοσμητικό παραπλήρωμα μιας πολιτικής, η οποία στοχεύει να κατασιγάσει τις ταξικές συγκρούσεις υπέρ των εργοδοτών με καταναγκαστικούς διακανονισμούς, αντί να σεβαστεί τις συλλογικές διαπραγματεύσεις ως πλαίσιο εξισορρόπησης. Καθόλου περίεργο, βέβαια, αν αναλογιστούμε ότι και οι δύο περιπτώσεις διακυβέρνησης αντιλαμβάνονται ως επικίνδυνη πολυτέλεια το να διερμηνεύουν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι τα συμφέροντά τους. Για τη δραστική αντιμετώπιση αυτού του «κινδύνου» σε όλα τα πεδία, ο άρχων συνασπισμός εξουσίας προσέτρεξε το 1967 στον δυναμικό φορέα της στρατοκρατίας, ενώ στις διαφοροποιημένες συνθήκες του 2010 κατέφυγε στον δυναμικό φορέα του ΔΝΤ. Στην πρώτη περίπτωση, «σκάφος εν μαινομένη θαλάσση υπήρξεν η Ελλάς και το γνωρίζομεν άπαντες», το οποίο έπρεπε να ανακτήσει «το δρόμον της προόδου προς την ακτήν της νηνεμίας». Στη δεύτερη περίπτωση, η ελληνική οικονομία ήταν «ο Τιτανικός» και χρειαζόταν να «υπάρξει η απαραίτητη νηνεμία», ώστε να παρασχεθεί από τα μνημόνια «το απάνεμο λιμάνι που θα μας επιτρέψει να ξαναχτίσουμε το σκάφος μας με γερά και αξιόπιστα υλικά». Η δικτατορία '67-'74 δεν ήταν μόνο η εποχή κατά την οποία ο Παττακός ονείδιζε την «υποταγήν εις τας αλογίστους ορέξεις του φοιτητού» και δήλωνε, απευθυνόμενος σε φοιτητές, ότι «πάσα προσβολή της πειθαρχίας θα συναντήση, όπου δει, αμείλικτον την πάταξιν» (βλ. εφημερίδες Πέμπτης 9.2.1968). Ήταν και η εποχή των fast-track, τα οποία έχουν (μεταξύ άλλων) αφήσει ανεξίτηλες ουλές στο φυσικό περιβάλλον και το αστικό τοπίο. «Έτερος νόμος προέβλεψε την σύντμησιν των προθεσμιών αι οποίαι απητούντο δια να ιδρυθή μία βιομηχανία. Ηπλούστευσε γενικώς την διαδικασία η οποία απητείτο προς τούτο και αφήρεσεν όλα τα εμπόδια τα οποία απετέλουν τροχοπέδην», δήλωνε ο Μακαρέζος παρουσιάζοντας το «Πενταετές πρόγραμμα της χούντας» (16.12.1968). Και πρόσθετε: «[...]Προς εξασφάλισιν της απαιτουμένης ηυξημένης εισροής ξένου επιχειρηματικού κεφαλαίου και ευνοϊκής συνθέσεώς του, προβλέπεται η λήψις αποτελεσματικών μέτρων προς διερεύνησιν και προβολήν εις το εξωτερικόν των δυνατοτήτων επωφελούς επενδύσεως ξένου κεφαλαίου εις την χώραν». Οι αποικιακές συμβάσεις της Oceanic και της Litton, όπως και οι ρυθμίσεις υπέρ εγχώριων εφοπλιστών και επιχειρηματιών, απέρρεαν από την συγκεκριμένη οικονομική αντίληψη.

Στο έντυπο «Πενταετές Σχέδιο Αναπτύξεως, 1968-1972, κεφ. 5, σ. 39, διευκρινιζόταν περαιτέρω: «Σκοπός της κυβερνητικής πολιτικής είναι να μειώσει τους περιορισμούς που επιβάλλονται στις επιχειρήσεις ενάντια στην απόλυση υπεράριθμου προσωπικού και στην αποζημίωση που καταβάλλεται σε περίπτωση απόλυσης. Μακροπρόθεσμα, θα πρέπει να ληφθούν μέτρα για τη μείωση της αποζημίωσης που καταβάλλεται στους εργάτες και τους υπαλλήλους οι οποίοι μπορούν να βρουν μια άλλη κατάλληλη εργασία». Εξάλλου, το Ν.Δ. της 17/22.4.1970, όπως συμπληρώθηκε από το Ν.Δ. 264/1973, υπήρξε πρωτοποριακό στην καταστρατήγηση του οκταώρου και στη δυσμενή για τους εργαζόμενους ρύθμιση της υπερωριακής απασχόλησης. Επιπλέον, η ταξικά μεροληπτική φορολογική πολιτική της δικτατορίας καλλωπιζόταν επανειλημμένως ως «δικαιοτέρα κατανομή του φορολογικού βάρους επί τω τέλει δημιουργίας εις την χώραν μας καθολικής φορολογικής συνειδήσεως» και ως «εξάλειψις της φοροδιαφυγής και η αποκατάστασις ηθικού ρυθμού εις τας σχέσεις κράτους και πολίτου», όταν όμως ο κόμπος της δυσαρέσκειας έφτανε στο χτένι, επιστρατεύονταν ερμηνευτικές εγκύκλιοι, όπου καταύγαζαν η αναισχυντία, ο κυνισμός και οι πραγματικές επιδιώξεις του καθεστώτος: «δεν αρκούν τα μέτρα, όσον θαρραλέα ή αυστηρά και αν είναι, εάν δεν αποκλεισθή εκ των προτέρων η προσπάθεια εξευρέσεως δικαιολογιών ή, έστω, ευλόγου αμύνης των φορολογουμένων κατά των ενίοτε βασίμων ή φανταστικών υπερβολών ή αυθαιρεσιών των οργάνων του Κράτους» (εγκύκλιος του Αδ. Ανδρουτσόπουλου της 23ης Ιανουαρίου 1968, δημοσιευμένη στις εφημερίδες της 8ης και 9ης Φεβρ. 1968). Πιθανές συγκρίσεις με κατοπινές καταστάσεις, δικές σας.

Στη Γερμανία απαντά ο εύστοχος πολιτικός νεολογισμός «Demokratur», «δημοκρατορία». Ο όρος προσιδιάζει στη διακυβέρνηση, η οποία αναδεικνύεται από και κινείται οριακά στο πλαίσιο της τυπικής δημοκρατίας που επικαλείται, για να αλλοιώσει την οικονομική, την κοινωνική και την πολιτική παράμετρο της ουσιαστικής δημοκρατίας, προς όφελος της άρχουσας τάξης και ως υποκατάσταση πραγματικά δημοκρατικών λύσεων στα ιδεολογικά και πολιτικά αδιέξοδα του συνασπισμού εξουσίας. Οι δημοκράτορες επιδιώκουν τη διατήρηση και την ενίσχυση της νεοφιλελεύθερης συνθήκης με ένα αποκρουστικό μίγμα κοινωνικο-οικονομικών αρχαϊσμών και πολιτικών συμβάντων, που εκβιάζουν τη συναίνεση της κοινωνίας μέσα από τον εκφοβισμό και την αδράνεια.

Η αντίληψή τους μπορεί να περιγραφεί με τη φράση από την όπερα «Φάλσταφ» του Βέρντι: «ας επιστρέψουμε στο παλιό και θα είναι μια πρόοδος». Πιθανώς, οι αναλογίες που επιχείρησα παραπάνω να είναι αμφισβητήσιμες, όπως όλες οι αναλογίες. Τουλάχιστον, δεν μάς απαλλάσσουν από τη σοβαρή συζήτηση για τα πρότυπα των δημοκρατόρων στην Ελλάδα. Ο καπιταλισμός των δικτατόρων κατέλιπε όξυνση της ανισοκατανομής, ραγδαία υποβάθμιση των κοινωνικών υπηρεσιών, αντιπαραγωγικές επενδύσεις, φορολογική ασυλία του κεφαλαίου, βαθύτερη διάβρωση της παραγωγικής βάσης, διόγκωση του δημόσιου χρέους (βλ. για το τελευταίο, E. Toussaint, Face à la dette du Nord, quelques pistes alternatives, www.cadtm.org, 19.1.2011, σελ. 12 κ.ε.). 

Ο καπιταλισμός των δημοκρατόρων κινείται σε επικίνδυνα όμοιες κατευθύνσεις. Άλλωστε, το προσφιλές ρητό των δικτατόρων, «οι Έλληνες πρέπει να μάθουν να τρώνε ολιγώτερον, να ζητούν ολιγώτερα και να εργάζονται περισσότερον», είναι, αυτούσιο ή μετεξελιγμένο, όχημα των μνημονιακών δημοκρατόρων στις συκοφαντικές επιθέσεις τους εναντίον των εργαζομένων. Σε κάθε περίπτωση, δεν αφορά μόνο τους δικτάτορες, αλλά και τους δημοκράτορες η ρήση του Αριστόβουλου Μάνεση: «Λαϊκή κυριαρχία σημαίνει ότι η κρατική εξουσία ανάγεται στον Λαό, πάντοτε ως αφετηρία προσδιοριστική-και όχι εκ των υστέρων».

Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2011

"Ανομία": ο οδοστρωτήρας του κατασταλτικού φετιχισμού

 
Slave Ship (1840), Joseph Mallord William Turner [Public domain], via Wikimedia Commons


του Novalis, ΑΥΓΗ, 6.10.11

«Η ανομία έφτασε, εμπρός βήμα ταχύ / να την εκσφενδονίσουμε σε κάθε κεφαλή» αγνώστου κυβερνητικού (think) tank. «Ο Γιάκομπσον λέει πως η αφασία διαβρώνει τη γλώσσα στην αντιστροφή της κατάκτησής της. [...] Ένα στόμα που αποσυντίθεται, ξεκινάει από τα χείλη».
Jacques Roubaud, Quelque chose noir, 1986 (αριστεριστής του ΣΥΡΙΖΑ).

Η πλούσια πολιτική και κοινωνική εμπειρία ωμών νεοφιλελεύθερων διακυβερνήσεων διδάσκει ότι η παράλυση του συστήματος οικονομικών σχέσεων συνδέεται άρρηκτα με την οξύτατη συμπτωματολογία στο επίπεδο της πολιτικής. Δεν διαγιγνώσκεται, λοιπόν, σ’ αυτά τα φαινόμενα κάποια «ελληνική ιδιοτυπία», όσο κι αν η εκδήλωσή τους φέρει όλες τις ιδιομορφίες του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού και του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Η κυβέρνηση πασχίζει να νομιμοποιήσει την ταξική και άδικη οικονομική πολιτική της στη δίνη του φαύλου κύκλου της ύφεσης. Ταυτοχρόνως, προκρίνει ως μέσα πολιτικής της νομιμοποίησης στη δίνη της κοινωνικής δυσθυμίας τον κατασταλτικό φετιχισμό και την ανοίκεια χρήση των εννοιών, έτσι ώστε να της χρησιμεύσουν ως ιδεολογικά ρόπαλα, εκεί που δεν φτουράνε (ακόμα) τα αναποδογυρισμένα γκλομπς των ΜΑΤ. Η δημιουργική λογιστική, που βάζει την Ελλάδα στην ΟΝΕ με το σπαθί των transactions swaps της Goldman Sachs και στρώνει τον δρόμο για τα Μνημόνια με το φούσκωμα του ελλείμματος και του χρέους, ενορχηστρώνοντας την εκστρατεία του διασυρμού, δεν μπορεί παρά να εκλύσει τη δημιουργική λογιστική των εννοιών, η οποία καθιερώνει σημασίες με ιδεολογικά διογκωμένη νοηματική ισχύ, ως ασπίδα απέναντι στις διακυμάνσεις της ταξικής πάλης, και στρώνει τον δρόμο στο βουερό πανηγύρι της δυσφήμισης, προκατασκευάζοντας νέες συκοφαντίες. Στην κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, βέβαια, καθείς έχει τον τρόπο του τόσο στη δημιουργική λογιστική επί των οικονομικών μεγεθών όσο και στη δημιουργική λογιστική επί των εννοιών.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΟΣ ΧΑΡΙΝ, με σκηνικό βάθος το νομοσχέδιο για τη διαφθορά πολιτικών προσώπων, ο υπουργός Δικαιοσύνης και ο υφυπουργός του επιδόθηκαν σε άσκηση ετοιμότητας εναντίον του νέου εσωτερικού εχθρού, του κινήματος «Δεν έχω να πληρώσω». Ο ελλόγιμος υφυπουργός επέλεξε να κρατήσει τη λέξη «κινήματα», ώστε να κροταλίσει με αλαζονική θεατρικότητα τη λέξη «δήθεν» πριν από την εκφώνησή της, επιχειρώντας υπερβατικό λόγο με προδιαγραφές ακατανίκητου πειρασμού ακόμα και για τους πλέον αντικυβερνητικούς πρώην αριστερούς. Ο εμπειρότερος υπουργός, πάλι, φιλοδόξησε να θολώσει ασφαλέστερα τα νερά της προοδευτικής συνείδησης, προάγοντας καταχρηστικά τη δοκιμασμένη έννοια της «ανομίας». Από τα κυβερνητικά χείλη έχει κατά κόρον εξαπολυθεί η κατηγορία της ανομίας με παραπεμπτικότητα νοθευμένη από τις σκοπιμότητες της πολεμικής και της νεοφιλελεύθερης ιδεοληψίας για να αντιμετωπίσουν τους εχθρούς που κατασκευάζουν, δηλαδή τα πληττόμενα από τις επιλογές τους κοινωνικά στρώματα και τα κόμματα της αριστεράς. Κατ’ αρχήν, προκαλεί εύλογη ιλαρότητα η οποιαδήποτε χρήση αυτής της έννοιας (μετά ή άνευ ιδεολογικών ψιμυθίων) από ηγετικά στελέχη ενός κόμματος, το οποίο κατά τις μακρές κυβερνητικές θητείες του προσέφερε στα κοσκωτοειδή πολιτικά ήθη την «εκσυγχρονιστική» βάση αναβάθμισής τους στο σύστημα ασφυκτικής πολιτικο-οικονομικής διαπλοκής εγχώριων και αλλοδαπών εργοληπτών, εφοπλιστών, τραπεζιτών και κρατικοδίαιτων τεχνοκρατών της «ελεύθερης οικονομίας».

ΜΕ ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ, στην επικράτεια της αδιαφάνειας και της αυθαιρεσίας, όπου δεν γνωρίζει ο Χριστοφοράκος τι ποιεί ο Ψωμιάδης. Υπό αυτό το πρίσμα, η γελοιότροπη απόπειρα του ενός αντιπροέδρου να εκφράσει μέσα στην αναμπουμπούλα τη δυσαρέσκειά του, επειδή ο φόρος του έτερου αντιπροέδρου αφορά και τα δικά του πολυάριθμα ακίνητα, φαντάζει απλό επεισόδιο της κομέντια ντελ’ άρτε («ο Ντιπόν συλλαμβάνει τον Ντιπόν»). Τα πράγματα είναι, όμως, πολύ σοβαρότερα: Ας μου συγχωρηθεί η άχαρη εικονοποιητική γλώσσα, αλλά τα κυβερνητικά χείλη εκφωνούν εννοιολογικές παραχαράξεις με άνεση τόση όση τους παρέχει το στόμα της άρχουσας τάξης εν συνόλω. Έτσι προκύπτει και η συνεκφώνηση με άλλες πολιτικές εκφράσεις της άρχουσας τάξης, όπως η Ν.Δ. και το ΛΑΟΣ. Μετά την πτώση της δικτατορίας και την απαξίωση του κράτους των εθνικοφρόνων, η άρχουσα τάξη δυσκολευόταν να χειραγωγεί τις πολιτικές ελευθερίες, τα κοινωνικά δικαιώματα και τη δημοκρατική νομιμότητα για να ποινικοποιεί τις κοινωνικές αντιδράσεις ή να δυσφημεί τις πολιτικές δυνάμεις που αμφισβητούσαν τους σχεδιασμούς της με τη διάκλειση της τρέχουσας πολιτικής και κοινοβουλευτικής πραγματικότητας μακριά από τις τριβές της ταξικής πάλης. Η κατά περίπτωση ελαστικοποίηση ή και απίσχνανση αυτού του σημαντικού μεταπολιτευτικού κεκτημένου ενθάρρυνε την υποκατάσταση του κυρίαρχου λόγου για τη δημοκρατία, που έστω και τυπικά αναγνώριζε τη συγκρουσιακή διάσταση της πολιτικής και κοινωνικής ελευθερίας, από μια ρητορική της αυθαιρεσίας, η οποία χρησιμοποιεί τις έννοιες της δημοκρατίας έξω από το ιστορικό τους εύρος και τις αντικειμενικές δυνατότητες ερμηνείας τους: περισσότερο ως υπαινιγμούς κατασταλτικού αιφνιδιασμού της κοινωνικής και αριστερής αντιπολίτευσης, ως μεταμφίεση πολιτικού αυταρχισμού και πρόφαση λογοκρισίας.

Ο ΜΑΡΞ είχε γράψει στη «18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη», αναφορικά με την αστική τάξη της εποχής του ότι «αυτό που προηγουμένως εγκωμίαζε ως 'φιλελεύθερο', το δαιμονοποιούσε πλέον ως ‘σοσιαλιστικό’». Στην Ελλάδα του 2011, αυτό που θεμελιώθηκε ως σχετικά προωθημένη φιλελεύθερη-δημοκρατική συνθήκη της Μεταπολίτευσης, δαιμονοποιείται τώρα ως «σοβιετικό». Το αργότερο από τον Δεκέμβριο του 2008 και πολύ περισσότερο σήμερα, οπότε σε συνθήκες καπιταλιστικής κρίσης σχεδιάζεται η αυταρχική εμβάθυνση της νεοφιλελεύθερης συνθήκης, ο άρχων συνασπισμός εξουσίας προσπαθεί να εξαφανίσει με αλχημείες εννοιολογήσεων τις ταξικές αντιθέσεις που ο ίδιος οξύνει. Το άγχος για διατήρηση και ενδυνάμωση της κοινωνικής πρωτοκαθεδρίας σε συνθήκες χρεωκοπίας του νεοφιλελευθερισμού παραμορφώνει την έννοια του κράτους δικαίου σε κέλυφος κατασταλτικών παραχαράξεων της λαϊκής βούλησης. Η εξέλιξη αυτή δεν αφορά μόνο ένα τμήμα της άρχουσας τάξης («το πιο ξενόδουλο» ή «το πιο εξαρτημένο από το ξένο κεφάλαιο»), αλλά το σύνολο του άρχοντος συνασπισμού εξουσίας και αντιστοιχεί απολύτως με τις τρέχουσες στοχεύσεις του. Τα χείλη των κυβερνητικών παραγόντων δεν λαλούν μόνο την πλήρη ιδεολογική αφασία του «όλου ΠΑΣΟΚ», αλλά και αποδομούν τη γλώσσα των δημοκρατικών θεσμών σε λέξεις-οδοστρωτήρες του νεόκοπου κατασταλτικού φετιχισμού. Με αυτό τον τρόπο, επίσης, τα κυβερνητικά αφτιά αποφεύγουν διαρκώς να ακούσουν την οχληρή ερώτηση: «Quo vadis, ελληνική μεταλλαγμένη σοσιαλδημοκρατία, με όραμά σου τη νεοφιλελεύθερη βαρβαρότητα, ιδεολογικά χρεωκοπημένη από τον εναγκαλισμό με τα Μνημόνια, αμείλικτα βεβαρημένη από την οψιγαμία σου με τη Ν.Δ. και την ακροδεξιά;».

ΤΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΚΙΝΗΜΑΤΑ πολιτικής ανυπακοής και πολύμορφων διεκδικήσεων περιστέλλονται σε «ανομία», επειδή η ανάπτυξη και ενδυνάμωσή τους είναι κομβικής σημασίας για την εκκρεμή απάντηση της παλιάς, επικίνδυνης ερώτησης, που είχε θέσει ο Νίκος Πουλαντζάς: «Πώς θα συλλάβουμε τη δυνατότητα για ένα ριζικό μετασχηματισμό του κράτους, συναρθρώνοντας τη διεύρυνση και την εμβάθυνση των θεσμών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και των πολιτικών ελευθεριών με την πλατιά ανάπτυξη μορφών της άμεσης δημοκρατίας στη βάση και τη γονιμοποίηση αυτοδιαχειριστικών εστιών;». Ασφαλώς, η προοπτική της οργανωμένης αντίστασης στην αυταρχική εμβάθυνση της νεοφιλελεύθερης συνθήκης, σε ευθεία αντιπαράθεση με κεντρικές παραμέτρους της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής κι όχι μέσα από τελετουργικές εκτονώσεις εκ του περισσού, αντιμετωπίζεται ως απειλή για τη νέα αστική στρατηγική. Εξυπακούεται ότι αυτά τα κινήματα καταγγέλλονται με δριμύτητα, διότι έμπρακτα αποδεικνύουν την παράλογη, ιδεολογική θέαση των κοινωνικών φαινομένων από τους δογματικούς νεοφιλελεύθερους. Αν οι τελευταίοι επικαλούνται τη μονόπλευρη λιτότητα ως «κοινή λογική» και «αυτονόητη προϋπόθεση της ευημερίας», τα πρώτα ξελασπώνουν τη λογική, εστιάζοντας στις κοινωνικές ανάγκες, η συνεχής περιφρόνηση των οποίων κάποια στιγμή προσκρούει σ’ ένα πολύ υπαρκτό όριο: την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την άρνηση της εξαθλίωσης. Σε αυτό το σημείο, θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει: Όλα αυτά είναι, σε τελική ανάλυση, γνωστά. Τι συμβαίνει, όμως, με όσους δηλώνουν αριστεροί, πολιτεύονται ως πρόφρονες και πρόθυμοι συνομιλητές του συνασπισμού εξουσίας σε σειρά κοινωνικών χώρων, απορρίπτουν τα κινήματα ως «κινηματισμό» και την πολιτική τους πλαισίωση ως «αριστερισμό», κουβεντιάζουν στα σοβαρά με βάση έννοιες - οδοστρωτήρες, τις νομιμοποιούν πολιτικά ως στοιχεία του δημόσιου λόγου τους και μετά στέκουν αμήχανοι στον κουρνιαχτό των μνημονιακών ερειπίων, μήπως ξεδιακρίνουν πού πήγε το εθνικό τους ακροατήριο; Πράγματι. Αλλά αυτό είναι ήδη μια άλλη συζήτηση.

Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2011

Εντουάρντο Γκαλεάνο: Είμαστε όλοι ίσοι στη μάχη για μια διαφορετική ζωή




ΑΥΓΗ, 4.10.11

Με το βιβλίο του "Ένας κόσμος ανάποδα" η φήμη του εξαπλώθηκε πολύ πέρα από τη Λατινική Αμερική. Την ανατροπή ο Εντουάρντο Γκαλεάνο ουδέποτε την εγκατέλειψε, ούτε ως σχέση γραφής ούτε, πολύ περισσότερο, ως στάση ζωής και πολιτική τοποθέτηση. Ουμανιστής και διεισδυτικός, ο Ουρουγουανός συγγραφέας παραμένει βαθιά ανθρώπινος, επιλέγει την άμεση εμπλοκή της πένας του με την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα, και προσφέρει στον όρο “διανοούμενος” την έννοια του βαθιά ανθρώπινου, οξυδερκούς πολιτικού όντος και πνευματικού ανθρώπου! Βεβαίως τον όρο “διανοούμενος” ο ίδιος δεν τον αποδέχεται. "Εγώ δεν είμαι διανοούμενος. Οι διανοούμενοι χωρίζουν το κεφάλι από το σώμα. Δεν θέλω να είμαι ένα κεφάλι που τριγυρνάει μονάχο του. Είμαι ένας άνθρωπος ολόκληρος, έχω κεφάλι, σώμα, φύλο, κοιλιά, τα πάντα" έλεγε πρόσφατα ο γνωστός συγγραφέας. Όχι σε κάποια διάλεξη, σε ένα πανεπιστήμιο ή σε κάποιο συνέδριο. Στον δρόμο ή μάλλον στην πλατεία. Όταν ξέσπασε το κίνημα των Αγανακτισμένων στην Ισπανία, ο Εντουάρντο Γκαλεάνο επισκέφθηκε την puerta del Sol στη Μαδρίτη και στη συνέχεια την plaza Cataluna. Εκεί συνομίλησε με τους νέους ως "ίσος ανάμεσα σε ίσους". Άκουσε τις λέξεις τους, οσμίστηκε τα όνειρα και τις ελπίδες τους και μίλησε με αφοπλιστική απλότητα. Τα παιδιά βιντεοσκοπούσαν τα λόγια του, που έκαναν και συνεχίζουν να κάνουν τον γύρο του πλανήτη μέσω του Διαδικτύου. Και φανερώνουν έναν έφηβο χιουμορίστα που κατέχει την τέχνη της γραφής και πολύ περισσότερο την τέχνη της ζωής. "Δεν είστε διανοούμενος, είστε σοφός", του λέει ένας πιτσιρικάς. "Προσοχή! το κεφάλι που σκέφτεται μόνο του είναι επικίνδυνο" απαντά. Και δεν είναι μόνο τα λόγια του, αλλά αυτό το βλέμμα, που γεμάτο αδημονία απλωνόταν στην πλατεία κι ήταν σα να ευχαριστούσε όλα τα παιδιά για τη χαρά και την ελπίδα που το γεμίζουν. Ακούστε τι έλεγε εκείνες τις μέρες ο "σοφός" Γκαλεάνο σε εκείνα τα ατίθασα μα τόσο ευγενικά παιδιά, που αυτές τις μέρες επιστρέφουν στην πιάτσα Καταλούνα. Είναι το βίντεο από τη Βαρκελώνη. Θα μπορούσε να είναι από τον χώρο έξω από τη Wall Street, στην πλατεία δελ Σολ στη Μαδρίτη, στην πλατεία Συντάγματος στην Αθήνα, σε οποιαδήποτε πλατεία της Ευρώπης ή της Λατινικής Αμερικής.

"Κι εδώ βλέπω την ίδια επανένωση, όπως και στην πλατεία δελ Σολ, την ίδια ενέργεια για αξιοπρέπεια, τον ίδιο ενθουσιασμό. Ο ενθουσιασμός, είναι η Βιταμίνη Ε, βγαίνει από μια ελληνική λεξούλα που σημαίνει 'να έχεις τους θεούς μέσα σου'. Κάθε φορά που διαπιστώνω ότι οι θεοί είναι μέσα σε έναν άνθρωπο ή σε πολλούς, στα πράγματα, στη φύση, στα βουνά ή στα ποτάμια, αυτό περιμένω: να με πείσει πως η ζωή αξίζει τον κόπο. Είμαι πολύ χαρούμενος που βρίσκομαι εδώ, όπως ήμουν πριν στην δελ Σολ, γιατί αυτή εδώ είναι η απόδειξη ότι η ζωή αξίζει τον κόπο.

Η ζωή είναι πολύ πέρα από τις μικρότητες και την πολιτική και την προσωπική πραγματικότητα, από το αν κερδίσεις ή αν χάσεις. Το να κερδίσεις ή να χάσεις τη ζωή σου δεν αξίζει όταν το αντιπαραβάλλεις με τον άλλο κόσμο που σε περιμένει, τον πιθανό κόσμο. Αυτός βρίσκεται στην κοιλιά του απαίσιου κόσμου μας. Ο κόσμος που γεννηθήκαμε δεν σε ενθαρρύνει. Όμως υπάρχει ένας άλλος κόσμος στα σπλάχνα του, περιμένει και είναι ένας διαφορετικός κόσμος. Δεν είναι εύκολο να γεννηθεί, αλλά σίγουρα ζει μέσα στον κόσμο που υπάρχει τώρα. Ναι, μπορεί να υπάρχει κι άλλος κόσμος. Το αναγνωρίζω σε αυτές τις αυθόρμητες διαμαρτηρίες, στην πλατεία Καταλούνα εδώ και στην δελ Σολ στη Μαδρίτη που μπόρεσα ευτυχώς να βρεθώ, ξέρω πως υπάρχουν κι άλλες πλατείες. Αυτές είναι η μαρτυρία.

Κάποιοι με ρωτούν 'Τί θα γίνει; Τί θα βγει απ' αυτό;' Εγώ απλώς απαντώ αυτό που συμπεραίνω από τη δική μου εμπειρία. 'Τίποτα, δεν ξέρω τι θα γίνει', ούτε και με ενδιαφέρει. Με ενδιαφέρει αυτό που γίνεται αυτή τη στιγμή. Με ενδιαφέρει το τώρα και αυτό που αναγγέλλει το τώρα, για όσα μπορεί να γίνουν μετά. Αλλά τι θα γίνει τελικά δεν ξέρω. Είναι σαν να αναρωτιέμαι, κάθε φορά που ερωτεύομαι, όταν ζω μια εμπειρία βαθιάς, αληθινής αγάπης, όταν νιώθω πως ζω και δεν με νοιάζει αν πεθάνω εκείνη τη μαγική στιγμή αγάπης, και λέω 'Ε, λοιπόν, τίποτα'. Η αγάπη είναι σαν κι αυτό που γίνεται εδώ. Είναι αιώνια όσο διαρκεί και αυτό είναι το σημαντικό.

Δεν πρέπει να τα σκεφτόμαστε όλα σαν να μιλάμε για τράπεζες, υπόλοιπα, λογαριασμούς. Τι μας περιμένει; Πιθανότητες. Ας συμβουλευτούμε αυτά τα παντοδύναμα κοριτσάκια... Αυτή που λέγεται Stadard and Poors, που έχει όνομα πολύ εκφραστικό, αφού σημαίνει Μέσος και Φτωχός. Ας δούμε τι λέει η Μέση και Φτωχή. Τι μας περιμένει; Κι εμένα τι με νοιάζει τι με περιμένει; Τι με νοιάζουν αυτοί οι τεχνοκράτες τελευταίας κατηγορίας, οι αδαείς που δεν ξέρουν τίποτα και παίρνουν παχυλούς μισθούς και σε κάθε κρίση που εξαπολύουν αυξάνουν την περίουσία τους; Γιατί στο τέλος ανταμείβονται για τα κατορθώματά τους, για να καταστρέφουν τον κόσμο δηλαδή. Αυτός είναι ένας κόσμος ανάποδα, που ανταμείβει όσους τον καταστρέφουν. Δεν υπάρχει ούτε ένας φυλακισμένος από τους τραπεζίτες που προκάλεσαν αυτή την παγκόσμια κρίση. Αντίθετα, υπάρχουν χιλιάδες φυλακισμένοι για κατανάλωση μαριχουάνας ή επειδή έκλεψαν μια κότα. Είναι ένας κόσμος ανάποδα, αυτός, ένας κόσμος μέσα στα σκατά, αλλά δεν είναι ο μόνος πιθανός.

Κάθε φορά που έρχομαι στα συλλαλητήρια των νέων, σκέφτομαι πως μας περιμένει ένας άλλος κόσμος. Οι νέοι είναι αυτοί που το αποκαλύπτουν. Οι νέοι που περιφρονούν τις εκλογές που διέπονται από τα συμφέροντα των κομμάτων. Έρχομαι από τη Νότια Αμερική. Δύο εκατομμύρια Χιλιανοί νέοι δεν ψήφισαν, γιατί δεν πιστεύουν στη δημοκρατία που τους προσφέρεται. Σίγουρα κι εδώ υπήρχαν νέοι που δεν ψήφισαν. Κι αυτό γιατί δεν πιστεύουν στη δημοκρατία που τους προσφέρουν. Όχι επειδή δεν πιστεύουν γενικά στη Δημοκρατία, αλλά επειδή δεν πιστεύουν σ' αυτή τη χειραγωγημένη δημοκρατία, στην ιδέα που απήγαγαν οι τραπεζίτες, οι ψεύτικοι πολιτικοί, το τσίρκο που προσφέρει ένα νέο νούμερο κάθε μέρα... Οι νέοι φταίνε που δεν πιστεύουν αυτούς τους ακροβάτες, που αλλάζουν συνεχώς κόμματα, ή μήπως φταίνε οι ακροβάτες;

Γι' αυτό μου αρέσει που βρίσκομαι εδώ, γιατί κουβεντιάζουμε διάφορα.  Αν μου έλεγες να δώσω την άποψή μου για τη μοίρα της ανθρωπότητας, θα αρνιόμουν. Μου αρέσει να μιλάω με τους ομοίους μου, ως ίσος προς ίσον. Γιατί είμαστε όλοι ίσοι στη μάχη για μια διαφορετική ζωή. Μακάρι αυτό να συνεχίσει, γιατί αλλιώς δεν υπάρχει λόγος να ζει κανείς αν δεν πιστεύει σε κάτι καλύτερο από τη δική του ζωή. Αυτό ήθελα να πω, όχι καμιά μεγάλη αλήθεια για την ανθρωπότητα. Δεν είμαι κανένας σοφός. Μεταξύ μας, δεν αντέχω τους διανούμενους. Οι διανοούμενοι χωρίζουν το κεφάλι από το σώμα. Δεν θέλω να είμαι ένα κεφάλι που τριγυρνάει μονάχο του. Είμαι ένας άνθρωπος ολόκληρος, έχω κεφάλι, σώμα, φύλο, κοιλιά, τα πάντα, αλλά όχι διανοούμενος.

ο ύπνος της λογικής γεννάει τέρατα, Φ.Γκόγια

Το έλεγε ο Γκόγια: 'Η λογική γεννάει τέρατα'. Προσοχή με αυτούς που σκέφτονται μόνο λογικά. Πρέπει να σκεφτόμαστε και να αισθανόμαστε. Όταν η λογική χωρίζεται από την καρδιά, να φοβάστε. Αυτά τα άτομα να τα φοβάστε, γιατί θα μας οδηγήσουν στο τέλος της ανθρωπότητας. Εγώ πιστεύω στην αντιφατική, δύσκολη, μα αναγκαία μίξη ανάμεσα σ' αυτό που σκεφτόμαστε και σε αυτό που νιώθουμε. Όταν βλέπω κάποιον που αισθάνεται μόνο, λέω 'είναι γλυκανάλατος'. Όταν βλέπω κάποιον που σκέφτεται μόνο, σκέφτομαι 'τι τρομερό, είναι διανοούμενος'. Εγώ δεν θέλω να είμαι ένα κεφάλι που γυρνάει μόνο του!

-Εσείς δεν είστε διανοούμενος, αλλά σοφός.

Ναι, καλά, εγώ και η σοφία μου. Αυτή η σοφία δεν με ενδιαφέρει. Με ενδιαφέρει η σοφία που συνδυάζει το μυαλό με το σώμα, όλα όσα είμαι, χωρίς να ξεχάσει τίποτα. Αλλά προσοχή! γιατί το κεφάλι που σκέφτεται μόνο, είναι επικίνδυνο.

Στις μέρες μας εξυμνούμε το χρήμα. Κάποιοι συνάδελφοί συγγραφείς μιλούν για 'την ελευθερία που μας δίνουν τα χρήματα'. Η ελευθερία των χρημάτων είναι ο εχθρός της ελευθερίας του ατόμου. Θέλει προσοχή το ελεύθερο χρήμα. Είναι πιο επικίνδυνο και από ένα άγριο ζώο. Έχει προκαλέσει τις μεγαλύτερες καταστροφές της ανθρωπότητας. Το σημαντικό είναι να είμαστε εμείς ελεύθεροι, να συνειδητοποιήσουμε ότι είμαστε μέρος της φύσης. Αυτή είναι η εντολή που ξέχασε ο Θεός: 'Να είσαι μέρος της φύσης, να την υπακούς'. Ο Θεός ξεχάστηκε γιατί ήταν πολύ απασχολημένος, αλλά ήρθε η ώρα να το θυμηθούμε εμείς"!

(μτφ. ΖΩΗ ΓΙΑΛΙΤΑΚΗ)

Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2011

"Εμείς", "Αυτοί" και οι δανειστές "τους"

φωτογραφία από το χειρόγραφο του George Orwell για το 1984


του Γιάννη Μηλιού


ΑΥΓΗ, 2.10.11


Η επιλογή των λέξεων δεν είναι ποτέ αθώα, ιδιαίτερα στον δημόσιο λόγο. Οι λέξεις είναι φορείς ιδεολογικών παραστάσεων και των πρακτικών που διαπλέκονται με αυτές. Ακόμα περισσότερο, επειδή ακριβώς «οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης είναι σε κάθε εποχή οι κυρίαρχες ιδέες» (Μαρξ - Ένγκελς, Η Γερμανική Ιδεολογία, MEW τ. 3, σ. 46), οι λέξεις συχνά μάς επιβάλλονται ως «προφάνειες», πάνω στις οποίες καλούμαστε κατόπιν να οικοδομήσουμε τα δικά μας επιχειρήματα. Τότε όμως τα επιχειρήματα θα είναι ήδη υπονομευμένα από την κυρίαρχη ιδεολογία, που σημαίνει ότι και τα πολιτικά μας συμπεράσματα θα εγκλωβίζονται στα διλήμματα που θέτουν οι αστικές στρατηγικές επιλογές.

Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της περιόδου είναι η φιλολογία γύρω από το χρέος του ελληνικού Δημοσίου, όταν παρουσιάζεται με φράσεις όπως «πόσα χρωστάμε στους δανειστές μας»: Ο λόγος αυτός αναπλάθει ένα εθνικό «εμείς», που «χρωστάμε» σε «δανειστές» «έξω από μας», άρα «ξένους», και το πολιτικό επίδικο μοιάζει να αφορά ένα ζήτημα «εθνικής σύγκρουσης» με τους «ξένους»: «Εμείς απέναντι στους ξένους δανειστές μας».

Αν δούμε όμως το ζήτημα από τη σκοπιά των διαθέσιμων στατιστικών στοιχείων, η εικόνα αλλάζει ριζικά: Σύμφωνα με προβολές για το τέλος του έτους, που βασίζονται στα στοιχεία του 1ου τριμήνου 2011, το συνολικό χρέος του ελληνικού Δημοσίου είναι 345 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 58 δισ. κρατούν οι ελληνικές τράπεζες, 15,2 δισ. η Τράπεζα της Ελλάδας (ΤτΕ), 11 δισ. τα ελληνικά ασφαλιστικά ταμεία, 78 δισ. ο Μηχανισμός Ε.Ε. - ΔΝΤ, 42 δισ. η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), 45,5 δισ. οι ξένες τράπεζες και 95 δισ. «άλλοι αλλοδαποί επενδυτές» (αμοιβαία κεφάλαια, ασφαλιστικά ταμεία, ασφαλιστικές εταιρίες).

Το τμήμα του χρέους του ελληνικού Δημοσίου που κρατάει η ΕΚΤ (όπως και η ΤτΕ) αποτελεί αποτέλεσμα χρηματοδότησης-στήριξης των ελληνικών τραπεζών, ενώ η χρηματοδότηση από τον Μηχανισμό Ε.Ε. - ΔΝΤ αποτελεί διακρατική συμφωνία που συνήψε το ελληνικό κράτος, σε αντιστοιχία με τα κοινωνικά-ταξικά συμφέροντα που παγίως συμπυκνώνει.

Τα «ξένα» χρηματοπιστωτικά ιδρύματα δεν είναι ένα ομογενές σύνολο, αλλά ένα ετερόκλητο άθροισμα ιδρυμάτων σε διαφορετικές χώρες, με διαφοροποιημένα ως εκ τούτου συμφέροντα: Γαλλικές τράπεζες (σύμφωνα με το πρόσφατο stress test κρατούν 10 δισ. ευρώ ελληνικού χρέους), γερμανικές τράπεζες (7,93 δισ.), κυπριακές τράπεζες (5,81 δισ.), βελγικές τράπεζες (3,91 δισ.), κ.λπ., γερμανικά ασφαλιστικά ταμεία, γαλλικά ασφαλιστικά ταμεία κ.λπ., γαλλικά αμοιβαία κεφάλαια, αμερικανικά αμοιβαία κεφάλαια κ.ο.κ.

Με βάση την εικόνα που μόλις παραθέσαμε, το «εμείς απέναντι στους ξένους δανειστές μας» της κυρίαρχης αφήγησης καταρρέει. Το σημαντικότερο, είναι επιστημονικά θεμιτό να ταυτίζονται οι εργαζόμενες-λαϊκές τάξεις (η εργατική τάξη, η νέα [μισθωτή] μικροαστική τάξη, η παραδοσιακή [αυτοαπασχολούμενη] μικροαστική τάξη, ακόμα και οι μεσοαστοί μικροεπιχειρηματίες), με το ελληνικό καπιταλιστικό κράτος και να μιλάμε αδιαφοροποίητα για «τη χώρα» και «εμάς»; Είναι πολιτικά και ιδεολογικά θεμιτό, ως αριστεροί, να μη διαφοροποιούμε το τμήμα του χρέους που κρατούν από τη μια οι τράπεζες (ελληνικές, γαλλικές, γερμανικές, κυπριακές...), ο Μηχανισμός ΔΝΤ - Ε.Ε., η ΕΚΤ, η ΤτΕ και από την άλλη τα ασφαλιστικά ταμεία και λαϊκοί αποταμιευτές;

Το καπιταλιστικό κράτος αποτελεί το κέντρο άσκησης της πολιτικής εξουσίας του κεφαλαίου. Κυβερνάει φυσικά, συνήθως, κυρίως με βάση τη συναίνεση. Γι’ αυτό εμφανίζεται ως εκφραστής του γενικού συμφέροντος της καπιταλιστικής κοινωνίας. Το ελληνικό καπιταλιστικό κράτος οικοδόμησε συναινέσεις «ανεχόμενο» τη φοροδιαφυγή μεγάλου τμήματος των μεσαίων τάξεων, ευνοώντας την «από τα κάτω» ιδιωτικοποίηση των κοινωνικών υπηρεσιών, προάγοντας τις πελατειακές σχέσεις. Διόγκωσε το δημόσιο χρέος αναδιανέμοντας τον πλούτο υπέρ του κεφαλαίου, στο οποίο εξασφάλισε μια όλο και διευρυνόμενη νόμιμη φοροαπαλλαγή, οικοδόμησε έναν τερατώδη κατασταλτικό μηχανισμό και ένα αναιμικό «κοινωνικό κράτος». Τώρα εκμεταλλεύεται την κρίση χρέους για να επιβάλει την πιο άγρια, μετά τον Πόλεμο, αναδιανομή εισοδήματος υπέρ του κεφαλαίου, για να καταργήσει εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα δεκαετιών υπέρ του εργοδοτικού δεσποτισμού.

Ως αριστερά πρέπει να παλέψουμε για να ανατραπεί αυτό το σκηνικό: «Την κρίση να πληρώσουν αυτοί που τη δημιούργησαν» - το κεφάλαιο και ο συσσωρευμένος πλούτος. Να προστατευθούν οι εργαζόμενοι και οι λαϊκές τάξεις, να επανεκκινήσει η ανάπτυξη σε νέες βάσεις, με γνώμονα τις κοινωνικές ανάγκες και όχι τη μεγιστοποίηση των κερδών.

Χαμένοι πρέπει να είναι οι τράπεζες (που οι εγχώριες είναι ανάγκη να κοινωνικοποιηθούν με στόχο μια ριζικά διαφορετική στρατηγική χρηματοδότησης της κοινωνίας) και το κεφάλαιο, κερδισμένοι οι εργαζόμενοι και τα ασφαλιστικά τους ταμεία. Και μια τελευταία παρατήρηση για όσους αναζητούν τη λύση στην αύξηση των ελληνικών εξαγωγών και παρασύρονται έτσι στον «νομισματικό φετιχισμό»: Οι εργαζόμενοι δεν κάνουν εξαγωγές, εξαγωγές κάνουν οι καπιταλιστές. Αν οι Έλληνες χαλυβουργοί, ιδιοκτήτες ξενοδοχείων, διυλιστηρίων κ.ο.κ. αυξήσουν τα κέρδη τους από τη διεθνή αγορά, η ελληνική αστική τάξη δεν θα μας δώσει πίσω ούτε τους κομμένους μισθούς μας ούτε τα δικαιώματά μας, ούτε θα καλύψει την απώλεια της αγοραστικής μας δύναμης από την υποτίμηση. Την καλύτερη ζωή θα την κερδίσουμε μέσα από τους μαζικούς κοινωνικούς αγώνες για την αλλαγή του πολιτικού και κοινωνικού συσχετισμού δύναμης, που οδηγεί στην αμφισβήτηση του ίδιου του καπιταλισμού.