τώρα τα περιστέρια είναι κοιμισμένα κι’ ο ουραγάν μαίνεται το τρελλό αναμάλλιασμα των δέντρων ακολουθεί την ύποπτη σιωπή μακρυά ηχούνε βροντές θόρυβοι κανόνια κι’ εδώ η βροχή ραβδίζει τα πάντα οι φυλλωσιές ουρλιάζουν τα δέντρα ορθώνονται να φύγουν και μέσ’ στον αγριεμένο βάτο π’ άνοιξε ίδια ξεστηθιασμένη γριά η απότομη λάμψη της αστραπής αποκαλύπτει τους δυο σάπιους κορμούς δέντρων που κοίτονται στη λάσπη –των δυο εραστών τα κορμιά– με τα γυμνά κλαριά σα χέρια να κουνούν ; φάσκελα ή κραυγές «μάθε να ζης!»; στ’ απάγκιο να το ψωμί πλάι η γαβάθα π’ αχνίζει να το μαχαίρι πάρε το μαχαίρι να κόψης ψωμί παρ’ το μαχαίρι παρ’ το μαχαίρι σου λέω εργάτη: απόψε να προσέξης απόψε: τούτη η νύχτα δεν είν’ όμοια με τις άλλες !
Marcinelle, 1956
ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ
(Εν ανθηρώ Έλληνι λόγω, 1957)
[Για το εργατικό ατύχημα της Μαρσινέλ (τα στοιχεία από την Wikipedia)
Το πρωί της 8 Αυγούστου 1956, μια φωτιά, που προκλήθηκε από τα ανεπαρκή μέτρα ασφαλείας, στα ορυχεία της πόλης Μαρσινέλ του Βελγίου είχε ως αποτέλεσμα 262 θύματα. Κατά τη στιγμή του τραγικού ατυχήματος, 274 άνθρωποι εργάζονταν στο ανθρακωρυχείο Bois du Cazier.
Ένα βαγόνι εξόρυξης λάθος τοποθετημένο στο κλουβί του ανελκυστήρα χτύπησε αγωγό
πετρελαίου και ηλεκτρικά καλωδια, μόλις το ασανσέρ άρχισε να
κινείται. Αυτό προκάλεσε πυρκαγιά, η οποία παγίδευσε τους ανθρακωρύχους που εργάζονταν στις υπόγειες στοές. Από τα 274 άτομα που εργάζονταν εκείνο το πρωί, μόνο δώδεκα επέζησαν. Τα περισσότερα από τα θύματα ήταν μετανάστες. Μεταξύ
των θυμάτων, ήταν 136 Ιταλοί, 95 Βέλγοι, οκτώ Πολωνοί, έξι Έλληνες,
πέντε Γερμανοί, πέντε Γάλλοι, τρεις Ούγγροι, ένας Άγγλος, ένας Ολλανδός,
ένας Ρώσος και ένας Ουκρανός.
Οι επιχειρήσεις διάσωσης συνεχίστηκαν μέχρι τις 23 Αυγούστου, όταν η τελική ετυμηγορία ήρθε από το στόμα ενός διασώστη: "Tutti
cadaveri!" ( Όλα πτώματα ). Το φοβερό αυτό ατύχημα οδήγησε την Ιταλία να απαιτήσει καλύτερες συνθήκες εργασίας για τους Ιταλούς εργάτες στο Βέλγιο. Το Βέλγιο, ωστόσο, αποφάσισε να προσλάβει αλλοδαπούς εργαζόμενους από άλλες χώρες.
Το δικαστήριο αθώωσε όλους τους κατηγορούμενους την 1η Οκτωβρίου 1959. Κατατέθηκε έφεση, και στις 30 Ιανουαρίου 1961, ο διευθυντής του ορυχείου καταδικάστηκε σε εξάμηνη ποινή φυλάκισης με αναστολή και πρόστιμο 2.000 βελγικά φράγκα ενώ απάλλαχτηκαν οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι.]
Ο αγώνας ολοκληρώθηκε. Με τα χαρτιά στο χέρι και το κεφάλι ψηλά επιστρέφουμε δικαιωμένοι στα σπίτια και τις δουλείες μας μετά από 44 μέρες απεργίας πείνας.
Ο αγώνας συνεχίζεται. Οι εξαγγελίες για 8ετία και για μείωση ενσήμων, ως προαπαιτούμενα για τη χορήγηση και ανανέωση άδειας παραμονής άμεσα, χωρίς άλλες περιστροφές πρέπει να γίνουν νόμος.
Ο αγώνας είναι μονόδρομος. Ο αγώνας ενάντια στην καθημερινή εκμετάλλευση και τα τείχη του ρατσισμού, οι μάχες για τη νομιμοποίηση όλων των μεταναστών χωρίς προϋποθέσεις, για ίσα δικαιώματα ανάμεσα σε ντόπιους και αλλοδαπούς εργαζόμενους, για μια ζωή με αξίες και αξιοπρέπεια είναι τα επόμενα μας βήματα. Μαζί με το αντιρατσιστικό και μεταναστευτικό κίνημα θα διανύσουμε αυτό το δύσκολο και μόνο δρόμο, το δρόμο του αγώνα.
Ο αγώνας μας ενώνει. Με τα χαρτιά στο χέρι και το κεφάλι ψηλά χαιρετίζουμε και αποχαιρετούμε όλους όσους μας υποστηρίζουν. Τους αλληλέγγυους από την Ελλάδα και τις άλλες χώρες του κόσμου, τους γιατρούς και τους συνεργάτες τους, όλους εκείνους που στάθηκαν στο πλευρό μας αυτές τις μέρες της απεργίας πείνας, όλες τις μέρες όπου η ζωή και ο θάνατος μας ζητούσαν δικαίωση κι ελευθερία.
Καλή αντάμωση στους αγώνες!
- Συγκέντρωση, Δευτέρα 14/03, στις 5.00 μ. μ., στην Υπατία
- Συγκέντρωση, Δευτέρα 14/03, στις 7.00 μ. μ., στο λιμάνι του Πειραιά (Αγ. Διονύσιος)
By Tanaeous (Own work) [ CC-BY-SA-3.0 , via Wikimedia Commons]
Η μάσκα. Δείτε τη μάσκα.
πώς έρχεται απ' την Αφρική στη Νέα Υόρκη.
Πάνε τα πιπερόδεντρα,
και τα μικρά του φώσφορου μπουμπούκια.
Πάν’ οι καμήλες με τη ξεσκισμένη σάρκα
και οι κοιλάδες του φωτός που ο κύκνος
με το ράμφος του στα ύψη κουβαλούσε.
Ήταν η ώρα των πραγμάτων των ξερών:
του αγκαθιού στο μάτι και του γάτου του φυλλωτού,
της οξείδωσης του σίδερου των μεγάλων γεφυρών
κι η οριστική σιωπή των φελλών.
Ήτανε η μεγάλη σύναξη των πεθαμένων ζώων
των σουβλισμένων στα σπαθιά του φωτός.
Η αιώνια ευθυμία του ιπποπόταμου με τις οπλές της στάχτης
και της γαζέλας μ’ έναν αμάραντο μες στο λαιμό.
Στην μαραμένη χωρίς κύμα μοναξιά
χόρευε η χαρακωμένη μάσκα.
Το ένα μισό του κόσμου ήτανε από άμμο,
τ' άλλο μισό από υδράργυρο και ήλιο κοιμισμένο.
Η μάσκα. Δείτε τη μάσκα!
Άμμος, καϊμάν και φόβος πάνω απ’ τη Νέα Υόρκη.
Φαράγγια από ασβέστη φυλάκιζαν τον άδειο ουρανό
όπου αντηχούσαν οι φωνές εκείνων που πεθαίνανε κάτω απ’ το γουανό.
Ένας ουρανός καθάριος και αγνός, ταυτόσημος με τον εαυτό του,
με το χνούδι και τον κρίνο τον οξύ των αόρατων βουνών του,
αποτέλειωσε τους πιο ισχνούς μίσχους του τραγουδιού
και χάθηκε στην πακεταρισμένη πλημμυρίδα των χυμών,
δια μέσου της ανάπαυσης των έσχατων κατατομών
σηκώνοντας με την ουρά κομμάτια από καθρέφτη.
Κι ενώ ο Κινέζος έκλαιγε επάνω στη σκεπή
χωρίς το γυμνό της γυναίκας του σώμα να βρει,
κι ο μάνατζερ της τράπεζας παρατηρούσε το μανόμετρο
που μετράει του χρήματος την σκληρή σιωπή,
η μάσκα έφθανε στη Γουώλ Στρήτ.
Δεν είν' παράξενος για το χορό
αυτός ο περιστερεώνας που κάνει το μάτι ωχρό.
Απ' τη σφίγγα στα βόλτα της τράπεζας υπάρχει ένα νήμα τεντωμένο
που διαπερνά, όλων των φτωχών παιδιών την καρδιά.
Η πρωτόγονη ορμή χορεύει με τη μηχανική ορμή
ανυποψίαστες κι οι δυο μες στη φρενίτιδά τους για το φως τ' αυθεντικό.
Γιατί αν οι ρόδες τον τύπο τους ξεχάσουν
θα μπορούν να χορεύουν γυμνές με αλόγων ορδές,
κι αν μια φλόγα τα παγωμένα σχέδια κάψει
ο ουρανός μπρος στην οχλοβοή των παραθύρων θα πρέπει να το σκάσει.
Το μέρος αυτό δεν είν’ παράξενο για το χορό. Πρέπει ξανά να το πω.
Η μάσκα θα χορέψει ανάμεσα σε στήλες αίματος και αριθμών,
ανάμεσα σε θύελλες χρυσού και οιμωγές ανέργων εργατών
που θα ουρλιάζουν, νύχτα σκοτεινή, για τη δίχως φώτα δική σου εποχή.
Ώ, βάρβαρη του Βορρά Αμερική! Ώ, αδιάντροπη! Ώ, βάρβαρη του Βορρά!
Απλωμένη απ’ άκρου σ’ άκρο στις επάλξεις του χιονιά.
Η μάσκα. Δείτε τη μάσκα!
Τι κύμα λάσπης και πυγολαμπίδων πάνω απ' τη Νέα Υόρκη.
Ήμουνα στην ταράτσα παλεύοντας με τη σελήνη.
Σμήνη από παράθυρα κάνανε κόσκινο έναν απ' τους μηρούς της νύχτας.
Στα μάτια μου πίναν οι αγελάδες οι γλυκές των ουρανών
κι οι αύρες των μακρόσυρτων κουπιών
χτύπαγαν τα σταχτιά κρυστάλλινα παράθυρα του Μπρόντγουαιη.
Η στάλα του αίματος αναζήταγε το φως από τον κρόκο τ' άστρου
να καμωθεί πως ήτανε σπόρος νεκρός του μήλου.
Ο αγέρας απ' τα πεδινά, σπρωγμένος από τους βοσκούς
έτρεμε απ' το φόβο του σαν το μαλάκιο γυμνό δίχως το κέλυφός του.
Όμως δεν είναι οι νεκροί εκείνοι που χορεύουν.
Ναι, είμαι σίγουρος γι αυτό.
Είν' βυθισμένοι οι νεκροί στο σπάραγμα των ίδιων των χεριών τους.
Είναι οι άλλοι που χορεύουν με τη μάσκα και τη βιόλα της.
Είναι οι άλλοι, οι μέθυσοι του χρήματος, οι άνθρωποι οι ψυχροί,
αυτοί που κοιμούνται στο σταυρό των μηρών και των σκληρών φλογών,
αυτοί που το σκουλήκι ψάχνουνε στο τοπίο των σκαλιών
αυτοί που στην τράπεζα πίνουνε δάκρυα πεθαμένου κοριτσιού
αυτοί που τρώνε στις γωνιές πυραμιδάκια της αυγής.
Να μη χορέψει ο Πάπας!
Όχι, να μη χορέψει ο Πάπας!
Ούτε ο Βασιλιάς,
Ούτε ο μεγιστάνας με τα μπλε τα δόντια,
Ούτε οι χορεύτριες οι ξερές των καθεδρικών ναών,
Ούτ' εργολάβοι ή τρελοί, σμαράγδια ή σοδομίτες.
Μόνο αυτή η μάσκα.
Αυτή η μάσκα του αρχαίου πυρετού της οστρακιάς
Μόνο αυτή η μάσκα!
Κι οι κόμπρες να συρίζουνε στους έσχατους ορόφους
Και οι τσουκνίδες να κουνάν ταράτσες και αυλές.
Και το Χρηματιστήριο μια μουχλιασμένη πυραμίδα να γενεί.
Και να 'ρθει άγρια βλάστηση μετά τις καραμπίνες
Και τώρα σύντομα και ξαφνικά, αμέσως τώρα.
Αχ, Γουώλ Στρήτ!
Η μάσκα. Δείτε τη μάσκα!
Πώς φτύνει δηλητήριο του δάσους
μέσα στην ατελή αγωνία της Νέας Υόρκης!
Δεκέμβριος 1929 Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα,
Ποιητής στη Νέα Υόρκη
Ο Καβάφης από τον Εγγονόπουλο (από http://bit.ly/dpchOq)
Τα «οικονομικά ποιήματα» του Καβάφη
(από το κείμενο του Σταύρου Θεοφανίδη «Σε ποιο οικονομικό σύστημα πίστευε ο Καβάφης» που περιλαμβάνεται στο αφιέρωμα του περιοδικού «Η Λέξη» στον Κ. Π. Καβάφη, τ.174, Μάρτης-Απρίλης 2003 –επανέκδοση του αφιερώματος του 1983-. Τα ποιήματα από http://cavafis.compupress.gr/index3.htm και http://bit.ly/b2SruI )
* Η πρόοδος και η σοσιαλιστική οικονομία των εργατών Κτίσται (1891) (από τα Αποκηρυγμένα)
Η Πρόοδος οικοδομή είναι μεγάλη - φέρει
καθείς τον λίθον του· ο εις λόγους, βουλάς, ο άλλος
πράξεις - και καθημερινώς την κεφαλήν της αίρει
υψηλοτέραν. Θύελλα, αιφνίδιός τις σάλος
εάν επέλθη, σωρηδόν οι αγαθοί εργάται
ορμώσι και το φρούδον των υπερασπίζοντ᾿ έργον.
Φρούδον, διότι καθενός ο βίος δαπανάται
υπέρ μελλούσης γενεάς, κακώσεις, πόνους στέργων,
ίνα η γενεά αυτή γνωρίση ευτυχίαν
άδολον, και μακράν ζωήν, και πλούτον, και σοφίαν
χωρίς ιδρώτα ποταπόν, ή δούλην εργασίαν.
Αλλ' η μυθώδης γενεά ουδέποτε θα ζήση·
η τελειότης του αυτή το έργον θα κρημνίση
κ' εκ νέου πας ο μάταιος κόπος αυτών θ' αρχίση.
* Το μοντέλο της καταναλωτικής κοινωνίας Οι Ταραντίνοι Διασκεδάζουν (1886) (από τα Αποκηρυγμένα)
Θέατρα πλήρη, πανταχόθεν μουσική·
εδώ κραιπάλη και ασέλγεια, κ' εκεί
αθλητικοί αγώνες και σοφιστικοί.
Του Διονύσου τ' άγαλμα κοσμεί αμάραντος
στέφανος. Μία κώχη γης δεν μένει άρραντος
σπονδών. Διασκεδάζουν οι αστοί του Τάραντος.
Αλλ' απ' αυτά απέρχοντ' οι Συγκλητικοί
και σκυθρωποί πολλά οργίλα ομιλούν.
Κ' εκάστη τόγα φεύγουσα βαρβαρική
φαίνεται νέφος καταιγίδα απειλούν. * Ένας εκμεταλλευτής, play-boy, έμπορος Έμπορος Αλεξανδρεύς (1893) (Ανέκδοτα)
Επώλησ' ακριβά κριθάριον σαπρόν.
Αυτή η Ρώμη είναι το βασίλειον
της καλοπληρωμής. Κ' έφθασ' Απρίλιον:
φεύγω Απρίλιον. Δεν έχασα καιρόν.
Κάπως το πέλαγος με φαίνετ' οχληρόν·
μεγάλα νέφη σκέπουσι τον ήλιον.
Πλην τι; Πας βράχος δι' εμέ κογχύλιον,
πας πόντος όμοιος προς ομαλόν αγρόν.
Πνεύματα δεν φοβούμ' αέρος πλάγια.
Γελώ με τρικυμίας και ναυάγια.
Η Αλεξάνδρεια η ευρυάγυια
σώον θα με δεχθή... Αί, φίλοι, προσοχή!
Μακράν του πίθου! Τις αυθάδης ευωχεί!
Μετά τον πλουν διψά Σάμιον η ψυχή.
* Ο οικονομικός ξεπεσμός Όποιος Απέτυχε (1894) (Ανέκδοτα)
Όποιος απέτυχε, όποιος ξεπέσει
τι δύσκολο να μάθη της πενίας
την νέα γλώσσα και τους νέους τρόπους.
Εις τ' άθλια ξένα σπίτια πώς θα πάη! -
με τι καρδιά θα περπατεί στον δρόμο
κι όταν στην πόρτα εμπρός βρεθεί πού θα’βρει
την δύναμι ν' αγγίξει το κουδούνι.
Για του ψωμιού την ποταπήν ανάγκη
και για την στέγη, πώς θα ευχαριστήση!
Πώς θ' αντικρύση τες ματιές τες κρύες
που θα τον δείχνουνε που είναι βάρος!
Τα χείλη τα υπερήφανα πώς τώρα
θ' αρχίσουν να ομιλούνε ταπεινά·
και το υψηλό κεφάλι πώς θα σκύψη!
Τα λόγια πώς θ' ακούση που ξεσκίζουν
τ' αυτιά με κάθε λέξι - κ' εν τοσούτω
πρέπει να κάμνης σαν να μην τα νοιώθης
σαν να’σαι απλούς και δεν καταλαμβάνεις.
Η οικονομική ανασφάλεια στον καπιταλισμό
Η Τράπεζα του Μέλλοντος (1897) (Ανέκδοτα)
Την δύσκολη ζωή μου ασφαλή να κάνω
εγώ στην Τράπεζα του Μέλλοντος επάνω
πολύ ολίγα συναλλάγματα θα βγάλω.
Κεφάλαια μεγάλ' αν έχη αμφιβάλλω.
Κι' άρχισα να φοβούμαι μη στην πρώτη κρίσι
εξαφνικά τας πληρωμάς της σταματήση.
* Ανεργία, χαρτοπαιξία και δανεικά
Μέρες του 1908 (1932)
Τον χρόνο εκείνον βρέθηκε χωρίς δουλειά·
και συνεπώς ζούσεν απ' τα χαρτιά,
από το τάβλι, και τα δανεικά.
Μια θέσις, τριώ λιρών τον μήνα, σε μικρό
χαρτοπωλείον του είχε προσφερθεί.
Μα την αρνήθηκε, χωρίς κανένα δισταγμό.
Δεν έκανε. Δεν ήτανε μισθός γι' αυτόν,
νέον με γράμματ' αρκετά, και είκοσι πέντ' ετών.
Δυό, τρία σελίνια την ημέρα κέρδιζε, δεν κέρδιζε.
Από χαρτιά και τάβλι τί να βγάλει το παιδί,
στα καφενεία της σειράς του, τα λαϊκά,
όσο κι αν έπαιζ' έξυπνα, όσο κι αν διάλεγε κουτούς.
Τα δανεικά, αυτά δα ήσαν κ' ήσαν.
Σπάνια το τάλληρο εύρισκε, το πιο συχνά μισό,
κάποτε ξέπεφτε και στο σελίνι.
Καμιά εβδομάδα, ενίοτε πιο πολύ,
σαν γλύτωνεν απ' το φρικτό ξενύχτι,
δροσίζονταν στα μπάνια, στο κολύμβι το πρωΐ.
Τα ρούχα του είχαν ένα χάλι τρομερό.
Μια φορεσιά την ίδια πάντοτ' έβαζε, μια φορεσιά
πολύ ξεθωριασμένη κανελιά.
Ά μέρες του καλοκαιριού του εννιακόσια οκτώ,
απ' το είδωμά σας, καλαισθητικά,
έλειψ' η κανελιά ξεθωριασμένη φορεσιά.
Το είδωμά σας τον εφύλαξε
όταν που τάβγαζε, που τάριχνε από πάνω του,
τ' ανάξια ρούχα, και τα μπαλωμένα εσώρουχα.
Κ' έμενε ολόγυμνος· άψογα ωραίος· ένα θαύμα.
Αχτένιστα, ανασηκωμένα τα μαλλιά του·
τα μέλη του ηλιοκαμένα λίγο
από την γύμνια του πρωϊού στα μπάνια, και στην παραλία.
* Η καλλιτεχνική και οικονομική επιτυχία Η Συνοδεία του Διονύσου (1907)
Ο Δάμων ο τεχνίτης (άλλον πιο ικανό
στην Πελοπόννησο δεν έχει) εις παριανό
μάρμαρο επεξεργάζεται την συνοδεία
του Διονύσου. Ο θεός με θεσπεσία
δόξαν εμπρός, με δύναμι στο βάδισμά του.
Ο Άκρατος πίσω. Στο πλάγι του Ακράτου
η Μέθη χύνει στους Σατύρους το κρασί
από αμφορέα που τον στέφουνε κισσοί.
Κοντά των ο Ηδύοινος ο μαλθακός,
τα μάτια του μισοκλειστά, υπνωτικός.
Και παρακάτω έρχοντ' οι τραγουδισταί
Μόλπος κ' Ηδυμελής, κι ο Κώμος που ποτέ
να σβύσει δεν αφίνει της πορείας την σεπτή
λαμπάδα που βαστά· και, σεμνοτάτη, η Τελετή.-
Αυτά ο Δάμων κάμνει. Και κοντά σ' αυτά
ο λογισμός του κάθε τόσο μελετά
την αμοιβή του από των Συρακουσών
τον βασιλέα, τρία τάλαντα, πολύ ποσόν.
Με τ' άλλα του τα χρήματα κι αυτά μαζύ
σαν μπουν, ως εύπορος σπουδαία πια θα ζει,
και θα μπορεί να πολιτεύεται - χαρά! -
κι αυτός μες στην βουλή, κι αυτός στην αγορά. * Οι οδυνηρές συνέπειες της φτώχειας Μέρες του 1909, '10, και '11 (1928)
Ενός τυραννισμένου, πτωχοτάτου ναυτικού
(από νησί του Αιγαίου Πελάγους) ήταν υιός.
Εργάζονταν σε σιδερά. Παληόρουχα φορούσε.
Σχισμένα τα ποδήματά του της δουλειάς κ' ελεεινά.
Τα χέρια του ήσαν λερωμένα από σκουριές και λάδια.
Το βραδυνό, σαν έκλειε το μαγαζί,
αν ήταν τίποτε να επιθυμεί πολύ,
καμιά κραβάτα κάπως ακριβή,
καμιά κραβάτα για την Κυριακή,
ή σε βιτρίνα αν είχε δει και λαχταρούσε
κανένα ωραίο πουκάμισο μαβί,
το σώμα του για ένα τάλληρο ή δυο πουλούσε.
Διερωτώμαι αν στους αρχαίους καιρούς
είχεν η ένδοξη Αλεξάνδρεια νέον πιο περικαλλή,
πιο τέλειο αγόρι από αυτόν - που πήε χαμένος:
δεν έγινε, εννοείται, άγαλμά του ή ζωγραφιά·
στο παληομάγαζο ενός σιδερά ριχμένος,
γρήγορ' απ' την επίπονη δουλειά,
κι από λαϊκή κραιπάλη, ταλαιπωρημένη, είχε φθαρεί. * Το χρήμα και η ευτυχία Δύο νέοι, 23 έως 24 ετών (1927)
Απ' τες δεκάμισυ ήτανε στο καφενείον,
και τον περίμενε σε λίγο να φανεί.
Πήγαν μεσάνυχτα - και τον περίμενεν ακόμη.
Πήγεν η ώρα μιάμισυ· είχε αδειάσει
το καφενείον ολοτελώς σχεδόν.
Βαρέθηκεν εφημερίδες να διαβάζει
μηχανικώς. Απ' τα έρημα, τα τρία σελίνια του
έμεινε μόνον ένα: τόση ώρα που περίμενε
ξόδιασε τ' άλλα σε καφέδες και κονιάκ.
Κάπνισεν όλα του τα σιγαρέτα.
Τον εξαντλούσε η τόση αναμονή. Γιατί
κιόλας μονάχος όπως ήταν για ώρες, άρχισαν
να τον καταλαμβάνουν σκέψεις οχληρές
της παραστρατημένης του ζωής.
Μα σαν είδε τον φίλο του να μπαίνει - ευθύς
η κούρασις, η ανία, οι σκέψεις φύγανε.
Ο φίλος του έφερε μια ανέλπιστη είδησι.
Είχε κερδίσει στο χαρτοπαικτείον εξήντα λίρες.
Τα έμορφά τους πρόσωπα, τα εξαίσιά τους νειάτα,
η αισθητική αγάπη που είχαν μεταξύ τους,
δροσίσθηκαν, ζωντάνεψαν, τονώθηκαν
απ' τες εξήντα λίρες του χαρτοπαικτείου.
Κι όλο χαρά και δύναμις, αίσθημα κι ωραιότης
πήγαν - όχι στα σπίτια των τιμίων οικογενειών τους
(όπου, άλλωστε, μήτε τους θέλαν πια):
σ'ένα γνωστό τους, και λίαν ειδικό,
σπίτι της διαφθοράς πήγανε και ζητήσαν
δωμάτιον ύπνου, κι ακριβά πιοτά, και ξαναήπιαν.
Και σαν σωθήκαν τ' ακριβά πιοτά,
και σαν πλησίαζε πια η ώρα τέσσερες,
στον έρωτα δοθήκαν ευτυχείς. * Η αναζήτηση κάποιου βολέματος Ας φρόντιζαν (1930)
Κατήντησα σχεδόν ανέστιος και πένης.
Αυτή η μοιραία πόλις, η Αντιόχεια
όλα τα χρήματά μου τάφαγε:
αυτή η μοιραία με τον δαπανηρό της βίο.
Αλλά είμαι νέος και με υγείαν αρίστην.
Κάτοχος της ελληνικής θαυμάσιος
(ξέρω και παραξέρω Αριστοτέλη, Πλάτωνα·
τι ρήτορας, τι ποιητάς, τι ό,τι κι αν πεις).
Από στρατιωτικά έχω μιαν ιδέα,
κ' έχω φιλίες με αρχηγούς των μισθοφόρων.
Είμαι μπασμένος κάμποσο και στα διοικητικά.
Στην Αλεξάνδρεια έμεινα έξι μήνες, πέρσι·
κάπως γνωρίζω (κ' είναι τούτο χρήσιμον) τα εκεί:
του Κακεργέτη βλέψεις, και παληανθρωπιές, και τα λοιπά.
Όθεν φρονώ πως είμαι στα γεμάτα
ενδεδειγμένος για να υπηρετήσω αυτήν την χώρα,
την προσφιλή πατρίδα μου Συρία.
Σ' ό,τι δουλειά με βάλουν θα πασχίσω
να είμαι στην χώρα ωφέλιμος. Αυτή είν' η πρόθεσίς μου.
Αν πάλι μ' εμποδίσουνε με τα συστήματά τους -
τους ξέρουμε τους προκομένους: να τα λέμε τώρα;
αν μ' εμποδίσουνε, τι φταίω εγώ.
Θ' απευθυνθώ προς τον Ζαβίνα πρώτα,
κι αν ο μωρός αυτός δεν μ' εκτιμήσει,
θα πάγω στον αντίπαλό του, τον Γρυπό.
Κι αν ο ηλίθιος κι αυτός δεν με προσλάβει,
πηγαίνω παρευθύς στον Υρκανό.
Θα με θελήσει πάντως ένας απ' τους τρεις.
Κ' είν' η συνείδησίς μου ήσυχη
για το αψήφιστο της εκλογής.
Βλάπτουν κ' οι τρεις τους την Συρία το ίδιο.
Αλλά, κατεστραμένος άνθρωπος, τι φταίω εγώ.
Ζητώ ο ταλαίπωρος να μπαλωθώ.
Ας φρόντιζαν οι κραταιοί θεοί
να δημιουργήσουν έναν τέταρτο καλό.
Μετά χαράς θα πήγαινα μ' αυτόν. * Η μετανάστευση των νέων Πριν τους αλλάξει ο Χρόνος (1924)
Λυπήθηκαν μεγάλως στον αποχωρισμό των.
Δεν τόθελαν αυτοί· ήταν η περιστάσεις.
Βιοτικές ανάγκες εκάμνανε τον ένα
να φύγει μακρυά- Νέα Υόρκη ή Καναδά.
Η αγάπη των βεβαίως δεν ήταν ίδια ως πριν·
είχεν ελαττωθεί η έλξις βαθμηδόν,
είχεν ελαττωθεί η έλξις της πολύ.
Όμως να χωρισθούν, δεν τόθελαν αυτοί.
Ήταν η περιστάσεις.- Ή μήπως καλλιτέχνις
εφάνηκεν η Τύχη χωρίζοντάς τους τώρα
πριν σβύσει το αίσθημά των, πριν τους αλλάξει ο Χρόνος·
ο ένας για τον άλλον θα είναι ως να μένει πάντα
των είκοσι τεσσάρων ετών τ' ωραίο παιδί.
* Ανάγκη ριζικών μεταρρυθμίσεων στην Οικονομία και τη Δημόσια Διοίκηση Εν μεγάλη Ελληνική αποικία, 200 π.Χ. (1928)
Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ' ευχήν στην Αποικία
δεν μέν' η ελαχίστη αμφιβολία,
και μ' όλο που οπωσούν τραβούμ' εμπρός,
ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός
να φέρουμε Πολιτικό Αναμορφωτή.
Όμως το πρόσκομμα κ' η δυσκολία
είναι που κάμνουνε μια ιστορία
μεγάλη κάθε πράγμα οι Αναμορφωταί
αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ
δεν τους χρειάζονταν κανείς). Για κάθε τι,
για το παραμικρό ρωτούνε κ' εξετάζουν,
κ' ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,
με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.
Έχουνε και μια κλίσι στες θυσίες.
Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη·
η κατοχή σας είν' επισφαλής:
η τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Αποικίες.
Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,
κι από την άλληνα την συναφή,
κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική·
είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τι να γίνει;
σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.
Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε,
βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε·
πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.
Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία,
κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς,
απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία,
να δούμε τι απομένει πια, μετά
τόση δεινότητα χειρουργική.-
Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.
Να μη βιαζόμεθα· είν' επικίνδυνον πράγμα η βία.
Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.
Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς, η Αποικία.
Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;
Και τέλος πάντων, να, τραβούμ' εμπρός.
Charles Baudelaire, 9 Απριλίου 1821-31 Αυγούστου 1867
Au Lecteur
La sottise, l'erreur, le péché, la lésine,
Occupent nos esprits et travaillent nos corps,
Et nous alimentons nos aimables remords,
Comme les mendiants nourrissent leur vermine.
Nos péchés sont têtus, nos repentirs sont lâches;
Nous nous faisons payer grassement nos aveux,
Et nous rentrons gaiement dans le chemin bourbeux,
Croyant par de vils pleurs laver toutes nos taches.
Sur l'oreiller du mal c'est Satan Trismégiste
Qui berce longuement notre esprit enchanté,
Et le riche métal de notre volonté
Est tout vaporisé par ce savant chimiste.
C'est le Diable qui tient les fils qui nous remuent!
Aux objets répugnants nous trouvons des appas;
Chaque jour vers l'Enfer nous descendons d'un pas,
Sans horreur, à travers des ténèbres qui puent.
Ainsi qu'un débauché pauvre qui baise et mange
Le sein martyrisé d'une antique catin,
Nous volons au passage un plaisir clandestin
Que nous pressons bien fort comme une vieille orange.
Serré, fourmillant, comme un million d'helminthes,
Dans nos cerveaux ribote un peuple de Démons,
Et, quand nous respirons, la Mort dans nos poumons
Descend, fleuve invisible, avec de sourdes plaintes.
Si le viol, le poison, le poignard, l'incendie,
N'ont pas encor brodé de leurs plaisants dessins
Le canevas banal de nos piteux destins,
C'est que notre âme, hélas! n'est pas assez hardie.
Mais parmi les chacals, les panthères, les lices,
Les singes, les scorpions, les vautours, les serpents,
Les monstres glapissants, hurlants, grognants, rampants,
Dans la ménagerie infâme de nos vices,
II en est un plus laid, plus méchant, plus immonde!
Quoiqu'il ne pousse ni grands gestes ni grands cris,
Il ferait volontiers de la terre un débris
Et dans un bâillement avalerait le monde;
C'est l'Ennui! L'oeil chargé d'un pleur involontaire,
II rêve d'échafauds en fumant son houka.
Tu le connais, lecteur, ce monstre délicat,
— Hypocrite lecteur, — mon semblable, — mon frère!
(Fleurs du Mal)
(από http://fleursdumal.org/poem/099)
πορτραίτο του ποιητή από τον Gustave Corbet
Στὸν ἀναγνώστη
Ἡ ἀνοησία, τ᾿ ἁμάρτημα, ἡ ἀπληστία κι ἡ πλάνη
κυριεύουνε τὴ σκέψη μας καὶ φθείρουν τὸ κορμί μας,
κι εὐχάριστα τὶς τύψεις μας θρέφουμε στὴν ψυχή μας,
καθὼς ποὺ θρέφουν πάνω τους τὶς ψεῖρες οἱ ζητιάνοι.
Στὰ μετανιώματα ἄναντροι κι ἁμαρτωλοὶ ὡς τὴν ἄκρια,
ζητᾶμε πληρωμὴ ἀκριβὴ γιὰ κάθε μυστικό μας
καὶ ξαναμπαίνουμε εὔκολα στὸ βοῦρκο τὸν παλιό μας,
θαρρώντας πὼς ξεπλένεται μὲ τὰ δειλά μας δάκρυα.
Πάνω ἀπ᾿ τὸ προσκεφάλι μας ὁ Σατανᾶς γερμένος
πάντα στὰ μάγια τοῦ κακοῦ τὸ νοῦ μας νανουρίζει,
τὴ πιὸ ἀτσαλένια θέληση μεμιᾶς τὴν ἐξατμίζει,
αὐτὸς ὁ Μέγας χημικός, ὁ Τετραπερασμένος.
Άνθη του Κακού, πρώτη έκδοση με σημειώσεις του ποιητή
Ο «ποιητής των κολασμένων»
«Γενιά του Κάιν ανέβα στον ουρανό
και γκρεμοτσάκισε στη γη τον Θεό»
Αν μπορούσε κανείς να αποτυπώσει το μήνυμα του Μποντλέρ σε λίγες λέξεις, ίσως αυτό το δίστιχο είναι το καταλληλότερο. Οσοι από τους «κολασμένους» γνώρισαν τον Δυτικό πολιτισμό, έγιναν κι έμειναν πιστοί στην ποίηση του Μποντλέρ.
Ο Κάρολος Μποντλέρ γεννήθηκε στο Παρίσι, την εποχή που ξεσπούσε η Ελληνική Επανάσταση. Πατέρας του ήταν ο Ζοζέφ-Φρανσουά Μποντλέρ και μητέρα του η Καρολίν Αρσεμπό-Ντιφαΐς. Ο Κάρολος έχασε τον πατέρα του όταν ήταν μόλις έξι ετών, γεγονός που επέδρασε καταλυτικά στον ψυχισμό του παιδιού. Ενα χρόνο αργότερα, η νεαρή μητέρα του ξαναπαντρεύεται τον στρατηγό Οπίκ. Ο Κάρολος αντιπάθησε αμέσως τον πατριό του και διέβλεψε στη συμπεριφορά του στρατιωτικού αντίστοιχη αντιπάθεια. «Αντιπάθησα αμέσως αυτόν τον υπέροχο ηλίθιο», έγραφε αργότερα ο Κάρολος, «που με το ύφος του προσπαθούσε να μου εμφυσήσει όλο το γαλλικό πνεύμα».
Το 1836, σε ηλικία 15 ετών, ο Μποντλέρ εγγράφεται στο Κολλέγιο Λουί λε Γκραν, στο Παρίσι, αφού πέρασε προηγουμένως τέσσερα χρόνια στη Λυών. Τελειώνοντας το σχολείο, ο Κάρολος συχνάζει στο Καρτιέ Λατέν, ακολουθώντας μια ζωή που το πατρικό του σπίτι χαρακτήριζε «σκανδαλώδη». Σχεδόν πάντα γυρνούσε στο σπίτι μεθυσμένος ή, αργότερα, ποτισμένος με ουσίες που τον έκαναν να «δραπετεύει» από την ανυπόφορη γι' αυτόν πραγματικότητα. «Η παιδική μου ηλικία», έγραφε αργότερα σε μια αυτοβιογραφία του, «σημαδεύτηκε από μια ακατάπαυστη θύελλα, την οποία έσπαζαν μικρά διαλείμματα ηλιοφάνειας. Αλλά στον κήπο της ψυχής μου, η θύελλα δεν άφησε παρά ελάχιστα φρούτα. Αχ! Δυστυχία... ο χρόνος τρώει τη ζωή μας. Είναι ο σκοτεινός εχθρός που μας ρουφά το αίμα...». Τον Ιούνιο του 1841, πιεσμένος από την πατρική του οικογένεια να αλλάξει τη ζωή του, ο Μποντλέρ αποφασίζει να ταξιδέψει στις Ινδίες, όπου, όμως, δεν θα φτάσει ποτέ, καθώς σταμάτησε στον Μαυρίκιο. Εκεί θα γράψει μερικά από τα πρώτα ποιήματά του, όπως «Σε μια μιγάδα», «Το αλμπατρός», το «Εξωτικό άρωμα» κ.λπ.
Τον Φεβρουάριο του 1842 επιστρέφει στο Παρίσι και την ίδια χρονιά γνωρίζεται με τη Ζαν Ντιβάλ, η οποία θα τον εμπνεύσει να γράψει πολλούς στίχους. Από τότε μέχρι το 1846 γράφει πολλά ποιήματα, μέσα από τα οποία απορρίπτει την κοινωνία της εποχής του. Λέγεται ότι μια μέρα που ο Μποντλέρ βρισκόταν υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, περνούσε έξω από το σπίτι του ένας τζαμάς, ο οποίος κουβαλούσε τζάμια που επρόκειτο να τοποθετήσει σε γειτονικό σπίτι.
Ο Μποντλέρ χύθηκε έξω από το σπίτι του και φωνάζοντας «γιατί δεν βλέπω μέσα από τα τζάμια σου τη ζωή στα ρόζ;» έσπασε όλα τα τζάμια του άτυχου μαγαζάτορα, θέτοντας τη ζωή και των δυο σε κίνδυνο. Αποτέλεσμα εκείνης της οργής του ήταν το ποίημα «Η ζωή στα ροζ» (La vie en rose). Το 1847 ο Κάρολος Μποντλέρ ανακαλύπτει τον Εντγκαρ Αλαν Πόε, στα γραπτά του οποίου αναγνωρίζει έναν πνευματικό του αδελφό. Ο Κάρολος έλεγε ότι οι δυο τους συνδέθηκαν «χάρη στην κοινή αγάπη τους για τον πόνο». Εκείνη τη χρονιά, μια άλλη γυναίκα μπαίνει στη ζωή του: Τη λένε Μαρί Ντομπρέν και λέγεται ότι τα μάτια της ενέπνευσαν τον Κάρολο να γράψει το ποίημα «Το δηλητήριο του ουρανού».
Ο Μποντλέρ βλέπει στις εξεγέρσεις του Φεβρουαρίου 1848 την απόρριψη της κοινωνίας της εποχής του και λαμβάνει ενεργό μέρος σε αυτές. Η απόφασή του γκρεμίζει έναν μύθο που συνόδευε πολύ καιρό το όνομα του Σαρλ Μποντλέρ, ότι δηλαδή ο εθισμός του σε ναρκωτικές ουσίες και στο αλκοόλ είχε εξουδετερώσει κάθε ενδιαφέρον του για τις κοινωνικές εξελίξεις και τον είχει κλείσει στον εαυτό του και τον «κόσμο του». Το 1852 στέλνει πολλά ποιήματά του στην πνευματική του αγαπημένη, την κυρία Σαμπατιέ. Ανάμεσά τους ήταν «Η αρμονία του απομεσήμερου» και «Η πνευματική αυγή». Λίγο αργότερα, ο Μποντλέρ παίρνει την πρωτοβουλία να μεταφράσει στα γαλλικά τις «Ιστορίες» και τις «Νέες υπέροχες ιστορίες» του Εντγκαρ Αλαν Πόε.
Τον Ιούνιο του 1857 ο Κάρολος Μποντλέρ δημοσιεύει την πιο γνωστή ποιητική του συλλογή, με τίτλο «Τα άνθη του κακού» (Les Fleurs du Mal), που ξεσηκώνει θύελλα κατηγοριών από την καλή κοινωνία της εποχής του. Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς ο Μποντλέρ περνά από δίκη για «ανηθικότητα».
Ο ποιητής και ο εκδότης του, ο Πουλέ Μαλασί, θα καταδικαστούν για έξι ποιήματα του Μποντλέρ, τα οποία από τότε αποτέλεσαν ειδική ομάδα υπό τον τίτλο «Καταδικασμένα κομμάτια». Το 1860 ο Κάρολος δημοσιεύει τους «Τεχνητούς παραδείσους», στους οποίους ο ποιητής αναφέρεται στον κόσμο των αισθήσεων και τη λατρεία του ατέλειωτου. Την επόμενη χρονιά «Τα άνθη του κακού» κυκλοφορούν σε δεύτερη έκδοση. Τον Απρίλιο του 1861 ο Μποντλέρ γράφει και δημοσιεύει ένα μακροσκελές άρθρο γύρω από τη μουσική του Ρίχαρντ Βάγκνερ, ενώ αντιλαμβάνεται ότι ο αέρας του Παρισιού τον σηκώνει όλο και λιγότερο.
Ο ποιητής πνίγεται και αποφασίζει το 1864 να εγκατασταθεί στις Βρυξέλλες, όχι πολύ μακριά ούτε πολύ κοντά από τη γαλλική πρωτεύουσα. Εκεί δίνει μια σειρά διαλέξεων, αλλά γρήγορα συνειδητοποιεί ότι ούτε εκεί μπορεί να εγκατασταθεί, καθώς η βελγική καλή κοινωνία αντιδρά. Η υγεία του, όμως, είχε κλονιστεί από τη «σκανδαλώδη» ζωή, που από νεαρός είχε επιλέξει. Σε μια επίσκεψή του στον ναό του Σαν Λου ντε Ναμίρ, ο Κάρολος Μποντλέρ χάνει τις αισθήσεις του. Αργότερα τις ανακτά, αλλά από τότε είχε πολλά και αλλεπάλληλα προβλήματα υγείας.
Το 1867 η απώλεια των αισθήσεών του είναι πλέον ο κανόνας και ο μεγάλος ποιητής αφήνει την τελευταία του πνοή. Ο Κάρολος Μποντλέρ ετάφη στο κοιμητήριο του Μονπαρνάς.
Μια μέρα που κατέβαινα στην οδόν των Φιλελλήνων, μαλάκωνε η άσφαλτος κάτω από τα πόδια και από τα δένδρα της πλατείας ηκούοντο τζιτζίκια, μέσα στην καρδιά των Αθηνών, μέσα στην καρδιά του θέρους. Παρά την υψηλήν θερμοκρασίαν, η κίνησις ήτο ζωηρά. Αίφνης μια κηδεία πέρασε. Οπίσω της ακολουθούσαν πέντε-έξη αυτοκίνητα με μελανειμονούσας, και ενώ στα αυτιά μου έφθαναν ριπαί πνιγμένων θρήνων, για μια στιγμή η κίνησις διεκόπη. Τότε, μερικοί από μας (άγνωστοι μεταξύ μας μέσα στο πλήθος) με άγχος κοιταχθήκαμε στα μάτια, ο ένας του άλλου προσπαθώντας την σκέψι να μαντεύση. Έπειτα, διαμιάς,ως μια επέλασις πυκνών κυμάτων, η κίνησις εξηκολούθησε. Ήτο Ιούλιος. Εις την οδόν διήρχοντο τα λεωφορεία, κατάμεστα από ιδρωμένον κόσμο - από άνδρας λογής-λογής, κούρους λιγνούς και άρρενας βαρείς, μυστακοφόρους, από οικοκυράς χονδράς, ή σκελετώδεις, και από πολλάς νεάνιδας και μαθητρίας, εις των οποίων τους σφικτούς γλουτούς και τα σφύζοντα στήθη, πολλοί εκ των συνωθουμνων, ως ήτο φυσικόν, επάσχιζαν (όλοι φλεγόμενοι, όλοι στητοί ως Ηρακλείς ροπαλοφόροι) να κάμουν με στόματα ανοικτά και μάτια ονειροπόλα, τας συνήθεις εις παρομοίους χώρους επαφάς, τας τόσον βαρυσημάντους και τελετουργικάς, άπαντες προσποιούμενοι ότι τυχαίως, ως εκ του συνωστισμού, εγίνοντο επί των σφαιρικών θελγήτρων των δεκτικών μαθητριών και κορασίδων αυταί αι σκόπιμοι και εκστατικαί μέσα εις τα οχήματα επαφαί-ψαύσεις,συνθλίψεις και προστρίψεις. Ναι, ήτο Ιούλιος και όχι μόνον η οδός των Φιλελλήνων, μα και η Ντάπια του Μεσολογγίου και ο Μαραθών και οι Φαλλοί της Δήλου επάλλοντο σφύζοντες στο φως, όπως στου Μεξικού τας αυχμηράς εκτάσεις πάλλονται ευθυτενείς οι κάκτοι της ερήμου, στην μυστηριακή σιγή που περιβάλλει τας πυραμίδας των Αζτέκων. Το θερμόμετρον ανήρχετο συνεχώς. Δεν ήτο θάλπος, αλλά ζέστη-η ζέστη που γεννά το κάθετο λιοπύρι. Και όμως, παρά τον καύσωνα και την γοργήν αναπνοήν των πνευστιώντων, παρά την διέλευσιν της νεκρικής πομπής προ ολίγου, κανείς διαβάτης δεν ησθάνετο βαρύς, ούτε εγώ, παρ όλον ότι εφλέγετο ο δρόμος. Κάτι σαν τέττιξ ζωηρός μέσα στην ψυχή μου, με ηνάγκαζε να προχωρώ, με βήμα ελαφρόν υψίσυχνον. Τα πάντα ήσαν τριγύρω μου εναργή, απτά και δια της οράσεως ακόμη, και όμως, συγχρόνως, σχεδόν εξαϋλούντο μέσα στον καύσωνα τα πάντα-οι άνθρωποι και τα κτίσματα-τόσον πολύ, που και η λύπη ακόμη ενίων τεθλιμμένων, λες και εξητμίζετο σχεδόν ολοσχερώς, υπό το ίσον φως. Τότε εγώ, με ισχυρόν παλμόν καρδίας, σταμάτησα για μια στιγμή, ακίνητος μέσα στο πλήθος, ως άνθρωπος που δέχεται αποκάλυψιν ακαριαίαν, ή ως κάποιος που βλέπει να γίνεται μπροστά του ένα θαύμα και ανέκραξα κάθιδρως : " Θεέ! Ο καύσων αυτός χρειάζεται για να υπάρξη τέτοιο φως! Το φως αυτό χρειάζεται, μια μέρα για να γίνη μια δόξα κοινή, μια δόξα πανανθρώπινη, η δόξα των Ελλήνων, που πρώτοι, θαρρώ, αυτοί, στον κόσμον εδώ κάτω, έκαμαν οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου " .
το απόσπασμα από την Οκτάνα του Ανδρέα Εμπειρίκου, παρμένο από το Πολιτικό Καφενείο
Και για ν' αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι αν επιχειρήσουνε να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης να δέσουν και μια πέτρα στο λαιμό τους. Όλη νύχτα απόψε, επί 10 ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ηπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ωρισμένως, κάποτε, όταν μου δοθή ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου.
Κ.Γ.Κ.
ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ 30.10.1896-21.07.1928
ΚΑΛΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ
Είναι ένας αγαθός γεροντάκος. Έπειτα από τριάντα χρόνων υπηρεσία, έχει να διατρέξει όλους τους βαθμούς. Γραφεύς στο πρωτόκολλο.
Πάντα έκανε τη δουλειά του ευσυνείδητα, σχεδόν με κέφι. Σκυμμένος από το πρωί ως το βράδυ στο παρθενικό βιβλίο του, περνούσε τους αριθμούς και αντέγραφε τις περιλήψεις. Κάποτε, μετά την καταχώριση ενός εισερχομένου ή ενός εξερχομένου, ετράβαγε μια γραμμή που έβγαινε από την τελευταία στήλη και προχωρούσε προς το περιθώριο, έτσι σαν απόπειρα φυγής. Αυτή η ουρά δεν είχε θέση εκεί μέσα, όμως την τραβούσε βιαστικά, με πείσμα, θέλοντας να εκφράσει τον εαυτό του. Αν έσκυβε κανείς πάνω στην απλή και ίσια γραμμούλα, θα διάβαζε την ιστορία του καλού υπαλλήλου.
Νέος ακόμη, μπαίνοντας στην υπηρεσία, εχαιρέτησε με συγκαταβατικό χαμόγελο τους συναδέλφους του. Έτυχε να καθίσει σ' αυτήν την καρέκλα. Κ' έμεινε εκεί. Ήρθαν άλλοι αργότερα, έφυγαν, επέθαναν. Αυτός έμεινε εκεί. Οι προϊστάμενοί του τον θεωρούσαν απαραίτητο. Είχε αποκτήσει μια φοβερή, μοιραία ειδικότητα.
Ελάχιστα πρακτικός άνθρωπος. Τίμιος, ιδεολόγος. Μ' όλη τη φτωχική του εμφάνιση, είχε αξιώσεις ευπατρίδου. Ένα πρωί, επειδή ο Διευθυντής του τού μίλησε κάπως φιλικότερα, επήρε το θάρρος, του απάντησε στον ενικό, εγέλασε μάλιστα ανοιχτόκαρδα και τον χτύπησε στον ώμο. Ο κύριος Διευθυντής τότε, μ' ένα παγωμένο βλέμμα, τον εκάρφωσε πάλι στη θέση του. Κ' έμεινε εκεί.
Τώρα, βγαίνοντας κάθε βράδυ από το γραφείο, παιρνοντας τον παραλιακό δρόμο, βιαστικός βιαστικός, γυρίζοντας δαιμονισμένα το μπαστούνι του με την ωραία νικέλινη λαβή. Γράφει κύκλους μέσα στο άπειρο. Και μέσαστους κύκλους τα σημία του απείρου. Όταν περάσει τα τελευταία σπίτια, θ' αφήσει πάντα να ξεφύγει ψηλά με ορμή το μπαστούνι του, έτσι σαν απόπειρα λυτρωμού.
Μετά τον περίπατο τρυπώνει σε μια ταβέρνα. Κάθεται μόνος, αντίκρυ στα μεγάλα, φρεσκοβαμμένα βαρέλια. Όλα έχουν γραμμένο πάνω απ' την κάνουλα, με παχιά, μαυρά γράμματα, τ' όνομά τους: Πηνειός, Γάγγης, Μισσισσιπής, Τάρταρος. Κοιτάζει εκστατικός μπροστά του. Το τέταρτο ποτηράκι γίνεται ποταμόπλοιο, με το οποίο ταξιδεύει σε θαυμάσιους, άγνωστους κόσμους. Από τα πυκνά δέντρα, πίθηκοι σκύβουν και τον χαιρετάνε. Είναι ευτυχής.
ΚΑΘΑΡΣΙΣ
Βέβαια. Έπρεπε να σκύψω μπροστά στον ένα και, χαϊδεύοντας ηδονικά το μαύρο σεβιότ -παφ, παφ, παφ, παφ- «έχετε λίγη σκόνη» να είπω «κύριε Άλφα».
Ύστερα έπρεπε να περιμένω στη γωνιά, κι όταν αντίκριζα την κοιλιά του άλλου, αφού θα' χα επί τόσα χρόνια παρακολουθήσει τα αισθήματα και το σφυγμό της, να σκύψω άλλη μια φορά και να ψιθυρίσω εμπιστευτικά: «Αχ, αυτός ο Άλφα, κύριε Βήτα...»
Έπρεπε πίσω από τα γυαλιά του Γάμμα, να καραδοκώ την ιλαρή ματιά του. Αν μου την εχάριζε, να ξεδιπλώσω το καλύτερο χαμόγελό μου και να τη δεχθώ όπως σε μανδύα ιππότου ένα βασιλικό βρέφος. Αν όμως αργούσε, να σκύψω για τρίτη φορά γεμάτος συντριβή και ν' αρθρώσω: «Δούλος σας, κύριέ μου».
Άλλα πρώτα πρώτα έπρεπε να μείνω στη σπείρα του Δέλτα. Εκεί η ληστεία γινόταν από λαμπρούς, διεθνείς οιωνούς, μέσα σε πολυτελή γραφεία. Στην αρχή δεν θα υπήρχα. Κρυμμένος πίσω από τον κοντόπαχο τμηματάρχη μου, θα οσφραινόμουν. Θα είχα τρόπους λεπτούς, αέρινους. Θα εμάθαινα τη συνθηματική τους γλώσσα. Η ψαύσις του αριστερού μέρους της χωρίστρας θα εσήμαινε: «πεντακόσιες χιλιάδες». Ένα επίμονο τίναγμα της στάχτης του πούρου θα έλεγε: «σύμφωνος». Θα εκέρδιζα την εμπιστοσύνη όλων. Και, μια μέρα, ακουμπώντας στο κρύσταλλο του τραπεζιού μου, θα έγραφα εγώ την απάντηση: «Ο αυτόνομος οργανισμός μας, κύριε Εισαγγελεύ...»
Έπρεπε να σκύψω, να σκύψω, να σκύψω. Τόσο που η μύτη μου να ενωθεί με τη φτέρνα μου. Έτσι βολικά κουκουριασμένος, να κυλώ και να φθάσω.
Κανάγιες!
Το ψωμί της εξορίας με τρέφει. Κουρούνες χτυπούν τα τζάμια της κάμαράς μου. Και σε βασανισμένα στήθη χωρικών βλέπω να δυναμώνει η πνοή που θα σας σαρώσει.
Σήμερα επήρα τα κλειδιά κι ανέβηκα στο ενετικό φρούριο. Επέρασα τρεις πόρτες, τρία πανύψηλα, κιτρινωπά τείχη, με ριγμένες επάλξεις. Όταν βρέθηκα μέσα στον εσωτερικό, τρίτο κύκλο, έχασα τα ίχνη σας. Κοιτάζοντας από τις πολεμίστρες, χαμηλά, τη θάλασσα, την πεδιάδα, τα βουνά, ένιωθα τον εαυτό μου ασφαλή. Εμπήκα σ' ερειπωμένους στρατώνες, σε κρύπτες όπου είχαν φυτρώσει συκιές και ροδιές. Εφώναζα στην ερημιά. Επερπάτησα ολόκληρες ώρες σπάζοντας μεγάλα, ξερά χόρτα. Αγκάθια κι αέρας δυνατός κολλούσαν στα ρούχα μου. Με ήβρε η νύχτα...
Δημόσιοι υπάλληλοι
Οι υπάλληλοι όλοι λιώνουν και τελειώνουν
σαν στήλες δύο δύο μές στα γραφεία.
(Ηλεκτρολόγοι θα 'ναι η Πολιτεία
κι ο Θάνατος, που τους ανανεώνουν.)
Κάθονται στις καρέκλες, μουτζουρώνουν
αθώα λευκά χαρτιά, χωρίς αιτία.
«Συν τη παρούση αλληλογραφία
έχομεν την τιμήν» διαβεβαιώνουν.
Και μονάχα η τιμή τους απομένει,
όταν ανηφορίζουμε τους δρόμους,
το βράδυ στο οχτώ, σαν κορντισμένοι
Παίρνουν κάστανα, σκέπτονται τους νόμους,
σκέπτονται το συνάλλαγμα, τους ώμους
σηκώνοντας οι υπάλληλοι οι καημένοι.
Δικαίωσις
Τότε λοιπόν αδέσποτο θ' αφήσω
να βουίζει το Τραγούδι απάνωθέ μου.
Τα χάχανα του κόσμου, και του ανέμου
το σφύριγμα, θα του κρατούν τον ίσο.
Θα ξαπλωθώ, τα μάτια μου θα κλείσω,
και ο ίδιος θα γελώ καθώς ποτέ μου.
«Καληνύχτα, το φως χαιρέτισέ μου»
θα πω στον τελευταίο που θ' αντικρύσω.
Όταν αργά θα παίρνουμε το δρόμο,
η παρουσία μου κάπως θα βαραίνει
-- πρώτη φορά -- σε τέσσερων τον ώμο.
Ύστερα, και του βίου μου την προσπάθεια
αμείβοντας, το φτυάρι θα με ραίνει
ωραία ωραία με χώμα και με αγκάθια.
και η αναπόφευκτη Πρέβεζα:
Πρέβεζα
Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και τα κεραμύδια,
θάνατος οι γυναίκες, που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.
Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
ο ήλιος, θάνατος μες στους θανάτους.
Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει
για να ζυγίση μια «ελλειπή» μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι,
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.
Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ' ακούσουμε την μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης
πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.
Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
«Υπάρχω;» λες, κ' ύστερα «δεν υπάρχεις!»
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο Κύριος Νομάρχης.
Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία...
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.
από τα Ποιήματα και Πεζά, Ερμής 1972,
το απόσπασμα του σημειώματος από τη Βικιπαίδεια
ενδεικτικές σελίδες στο διαδίκτυο:
http://karyotakis.blogspot.com/
http://politikokafeneio.com/kariotakis/kariotakis-kritiki.htm
http://karyotakis.awardspace.com/poems/poetry.htm
http://www.snhell.gr/anthology/writer.asp?id=17