Παρασκευή 14 Ιανουαρίου 2011
Ζητήματα κομμουνιστικής στρατηγικής
Yπήρξαν ιστορικά δύο δρόμοι, συχνά παράλληλοι μεταξύ τους, για αυτή τη διολίσθηση της αριστερής στρατηγικής από την επαναστατική-κομμουνιστική προοπτική στην ενσωμάτωση στην αστική-κοινοβουλευτική τάξη πραγμάτων: Ο πρώτος είναι ο δρόμος που εγκαινίασε η ιστορική Σοσιαλδημοκρατία, ενώ ο δεύτερος είναι εκείνος των «εθνικών συμφερόντων», ο οποίος από πολύ νωρίς «συγκίνησε» την ελληνική (κομμουνιστική) Αριστερά
Του Γιάννη Μηλιού
1. Διατύπωση του προβλήματος [1]
«Με καταδίκασαν σε είκοσι χρόνια βαρεμάρας/ διότι προσπάθησα να αλλάξω το σύστημα από τα μέσα» [2] , τραγούδησε ο Λέοναρντ Κόεν το 1988, σε ένα από τα πιο όμορφα τραγούδια του.
Ακόμα και όσοι γλίτωσαν αυτή την «ποινή», διότι δεν εντάχθηκαν στις στρατηγικές που επιχειρούσαν να «αλλάξουν το σύστημα από τα μέσα», σίγουρα, σε κάποιες συγκυρίες, θα «καταδικάστηκαν» σε μια άλλη «ποινή», ίσως μάλιστα περισσότερο μακροχρόνια: Τον αποκλεισμό τους από την κεντρική πολιτική σκηνή, την αδυναμία δηλαδή να κάνουν πολιτική με λαϊκό έρεισμα, πέρα από αριθμητικά περιορισμένους κύκλους νεολαίας και διανόησης. [3]
Εδώ όμως απαιτούνται κάποιες διευκρινίσεις: Τι σημαίνει «από τα μέσα» και συνεπώς πώς θα οριζόταν το «μη από τα μέσα» ή «από τα έξω»; Είναι γνωστό ότι οι κοινωνικοί ανταγωνισμοί (η πάλη των τάξεων με τη γενική έννοια του όρου), αλλά ακόμα και οι ανοικτοί κοινωνικοί αγώνες, όπως οι διαδηλώσεις και οι απεργίες, λαμβάνουν χώρα μέσα στις δομές του καπιταλιστικού συστήματος, στους θεσμούς (τις οικονομικές μονάδες, τις περιοχές λειτουργίας του κατασταλτικού κρατικού μηχανισμού, τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους).
Η διαφορά υφίσταται κατ’ αρχάς αναφορικά με τη «διοίκηση» ή ανάληψη της «διεύθυνσης» των επιχειρήσεων και των κρατικών θεσμών, με δεδομένο ότι οι δομές στις οποίες αναφερόμαστε εμπεδώνουν και αναπαράγουν την εξουσία του κεφαλαίου: Εφόσον στόχος της Αριστεράς είναι η αλλαγή του κόσμου, η μετάβαση στον σοσιαλισμό, αποτελεί πρόσφορη μέθοδο κοινωνικού μετασχηματισμού η ανάληψη της διεύθυνσης των αστικών θεσμών και ιδίως της διακυβέρνησης του κράτους, ως μέσου για τον ριζοσπαστικό μετασχηματισμό του σε σοσιαλιστική κατεύθυνση;
Είναι εύκολο να απαντήσει κανείς αρνητικά στο ερώτημα αυτό, με πειστικό τρόπο, για όλες τις περιπτώσεις που η διακυβέρνηση δεν συνδέεται με μια διαδικασία ριζικών τομών και ανατροπών, όπως δείχνουν άλλωστε τόσο τα παλαιότερα όσο και πρόσφατα «αποτυχημένα πειράματα» (αρχίζοντας από την κυβέρνηση των Γερμανών Σοσιαλδημοκρατών μετά τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο και φτάνοντας μέχρι την πρόσφατη συμμετοχή της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης στην κυβέρνηση της Ιταλίας).4 Από την άλλη, όμως, υπάρχουν περιπτώσεις κινηματικών διαδικασιών που κατέκτησαν και την κυβέρνηση, όπως η περίπτωση Μοράλες στη Βολιβία ή το «φαινόμενο Τσάβες» στη Βενεζουέλα: Από όσο γνωρίζω, η πλειοψηφία των κομμάτων, ρευμάτων και τάσεων της ριζοσπαστικής Αριστεράς στην Ευρώπη αντιμετωπίζουν και τα δύο εγχειρήματα με συμπάθεια (και ενίοτε με ενθουσιασμό).
Σε ό,τι ακολουθεί θα υποστηρίξω τη θέση ότι η επαναστατική στρατηγική σοσιαλιστικού μετασχηματισμού δεν μπορεί παρά να ταυτίζεται με τον ριζοσπαστικό μετασχηματισμό του κράτους και της αγοράς στην κατεύθυνση κατάργησής τους («απονέκρωσης»: Λένιν) και ότι αυτή η διαδικασία δεν αρχίζει «μετά την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από την εργατική τάξη»: (Μπορεί να) διεξάγεται ακόμα και μέσα στο καθεστώς της τυπικής καπιταλιστικής κυριαρχίας, με τον περιορισμό του χώρου της αγοράς, τη διεκδίκηση «δημόσιου χώρου» και «δωρεάν υπηρεσιών» και προπαντός την προώθηση μορφών κοινωνικού και εργατικού ελέγχου και άμεσης δημοκρατίας σε λειτουργίες του κράτους και της οικονομίας. Άλλωστε, και «μετά την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από την εργατική τάξη», η ταξική πάλη συνεχίζεται, πράγμα που πολύ απλά σημαίνει ότι η εργατική τάξη εξακολουθεί να παραμένει τάξη εκμεταλλευόμενη, υποκείμενη δηλαδή στους, απολύτως απρόσωπους πλέον, μηχανισμούς καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, οι οποίοι θα διαιωνίζονται όσο υφίστανται οι μορφές του χρήματος, του εμπορεύματος, του μισθού, του κράτους (βλ. Μηλιός, Γ. 2007, «Η Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας ως κριτική της Αριστεράς», Θέσεις τ. 101, σσ. 31-50).
Αν κάτι χαρακτηρίζει την «Αριστερά της ήττας», που «προσπάθησε να αλλάξει το σύστημα από τα μέσα», είναι ότι εγκατάλειψε τη στρατηγική ριζικού μετασχηματισμού και απονέκρωσης του κράτους και εξάλειψης της αγοράς, ότι ενσωματώθηκε στο κράτος και έγινε τελικά εκπρόσωπος του κράτους (της καπιταλιστικής πολιτικής εξουσίας) και της αγοράς (του κεφαλαίου). Με τον τρόπο που αντιλαμβάνομαι τα πράγματα, υπήρξαν ιστορικά δύο δρόμοι, συχνά παράλληλοι μεταξύ τους, για αυτή τη διολίσθηση της αριστερής στρατηγικής από την επαναστατική-κομμουνιστική προοπτική στην ενσωμάτωση στην αστική-κοινοβουλευτική τάξη πραγμάτων: Ο πρώτος είναι ο δρόμος που εγκαινίασε η ιστορική Σοσιαλδημοκρατία, ενώ ο δεύτερος είναι εκείνος των «εθνικών συμφερόντων» (της «ανεξαρτησίας» και «ανάπτυξης»), ο οποίος από πολύ νωρίς «συγκίνησε» την ελληνική (κομμουνιστική) Αριστερά. Κοινή βάση και των δύο αποτελεί η κυριαρχία της άρχουσας αστικής ιδεολογίας μέσα στα κόμματα της Αριστεράς.
2. Η αφετηρία μιας ηγεμονικής στρατηγικής
Η Σοσιαλδημοκρατία, στην ιστορικά «τυπική» μορφή της, επαγγελλόταν μια μεταρρυθμιστική στρατηγική σταδιακής μετεξέλιξης του καπιταλισμού και μετάβασης στο σοσιαλισμό, μέσα από τον εκδημοκρατισμό του κράτους και τη συνεχή επέκταση της δημόσιας ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής. Με την έννοια αυτή, ως αφετηρία της σοσιαλδημοκρατικής στρατηγικής θα πρέπει να θεωρείται η διατύπωση του μεταρρυθμιστικού προγράμματος του Ε. Bernstein, με την επί δύο χρόνια (1896-98) δημοσίευση στην Neue Zeit, την εφημερίδα του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, μιας σειράς άρθρων με τίτλο «Ζητήματα του Σοσιαλισμού».
Αν και η θεωρητική και πολιτική πρόταση του Μπερνστάιν ηττήθηκε στη δεδομένη συγκυρία (συγκεκριμένα στο «Συνέδριο του Ανοβέρου» του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας [SPD] το 1899), εντούτοις δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυρισθούμε ότι οι απόψεις αυτές παρέμειναν ενεργές και κυριάρχησαν «σταδιακά» σε όλα σχεδόν τα δυτικά σοσιαλιστικά κόμματα, μέχρι την περίοδο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και του Μεσοπολέμου (αλλά και στα κομμουνιστικά κόμματα, το αργότερο μια δεκαετία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο).
3. Η υπαγωγή της Σοσιαλδημοκρατία στον κοινοβουλευτικό μηχανισμό διαχείρισης του αστικού κράτους
Η σημαντικότερη διαφορά στη μορφή του πολιτικού συστήματος του τέλους του 19ου αιώνα, σε σχέση με τη σύγχρονη (μεταπολεμική) μορφή του, έγκειται στον περιορισμένο χαρακτήρα που είχαν τότε οι θεσμοί «πολιτικής αντιπροσώπευσης» των λαϊκών τάξεων: Κατά τον 19ο αιώνα, το γενικό εκλογικό δικαίωμα (του ενήλικου ανδρικού πληθυσμού) δεν ίσχυε παρά σε λίγες μόνο χώρες: Πρώτα εγκαθιδρύθηκε στη Γαλλία το 1848 (για να κακοποιηθεί στη συνέχεια από το βοναπαρτισμό), και στη συνέχεια θεσπίστηκε στην Ελλάδα (1864), στη Γερμανία (1871), στην Ελβετία (1874) στην Ισπανία (1890), στο Βέλγιο (1893) και στη Νορβηγία (1898). Σ’ όλες αυτές τις χώρες οι μισθωτοί αποτελούσαν την εποχή εκείνη μόνο τη μειοψηφία του πληθυσμού.[ 5]
Η καθυστέρηση αυτή στη διαμόρφωση των τυπικών - «αντιπροσωπευτικών» θεσμικών χαρακτηριστικών του αστικού κράτους, διευκολύνει το να υπερεκτιμηθεί η σημασία του γενικού εκλογικού δικαιώματος, ως μέσου με το οποίο η εργατική τάξη μπορεί να κατακτήσει την πολιτική εξουσία. Η άρνηση των κυβερνήσεων να παραχωρήσουν το εκλογικό δικαίωμα στις κυριαρχούμενες τάξεις εκλαμβάνεται ως απόδειξη για την ανατρεπτική δύναμη που έχει η ψήφος των εργατών, από τη στιγμή που (με την ανάπτυξη του καπιταλισμού) θα γίνουν η πλειοψηφία του πληθυσμού. [6]
Στη συγκυρία του τέλους του 19ου ή των αρχών του 20ου αιώνα, λοιπόν, η σοσιαλδημοκρατική στρατηγική μπορούσε να ισχυρίζεται ότι είχε έναν αντικαπιταλιστικό προσανατολισμό.
Η ιστορική εξέλιξη διέψευσε, όμως, τις επαγγελίες της Σοσιαλδημοκρατίας. Η περιορισμένη δυνατότητα ενσωμάτωσης των λαϊκών τάξεων οδήγησε τις πρώιμες «περιορισμένα αντιπροσωπευτικές» μορφές αστικού κράτους σε αλλεπάλληλες κρίσεις νομιμοποίησης, μέσα από τις οποίες άνοιξε τελικά, σ’ όλες τις καπιταλιστικές χώρες, ο δρόμος για την εγκαθίδρυση του τυπικού σήμερα («αντιπροσωπευτικού») κοινοβουλευτισμού. Αποδείχθηκε, έτσι, ότι το κοινοβουλευτικό - «αντιπροσωπευτικό» κράτος αποτελεί την «ολοκληρωμένη» μορφή του αστικού κράτους, την τυπική κρατική μορφή, με βάση την οποία ασκείται η καπιταλιστική πολιτική εξουσία.
Παρά την εξέλιξη αυτή, η μπερνσταϊνικής έμπνευσης σοσιαλδημοκρατική στρατηγική κατέστη σταδιακά ηγεμονική αφενός επειδή έμοιαζε «αποτελεσματική» (άνοδος της εκλογικής επιρροής της Αριστεράς και προοπτική κατάκτησης της κυβερνητικής αρχής) και αφετέρου επειδή πήγαζε από μια θεωρητική αντίληψη για τον σοσιαλισμό, κοινή ακόμα και στις «επαναστατικές» πτέρυγες του κινήματος, ως, κυρίως, συστήματος δημόσιας διαχείρισης των μέσων παραγωγής: Η κατοχή της κυβέρνησης από τους σοσιαλιστές, μαζί με την αλλαγή της νομικής ιδιοκτησίας (κρατικοποίηση που εκλαμβάνεται ως «κοινωνικοποίηση») των μέσων παραγωγής θεωρείτο ρήξη με τον καπιταλισμό, ακόμα και αν εξακολουθούσαν να διατηρούνται οι ίδιες κοινωνικές δομές, μορφές και ιεραρχίες (χρήμα, εμπόρευμα, δημόσια διοίκηση, κατασταλτικοί μηχανισμοί, εκπαίδευση, δίκαιο και σύστημα απονομής δικαιοσύνης κ.ο.κ.). [7]
Βέβαια, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Σοσιαλδημοκρατία δεν παρέμεινε συνεπής στη στρατηγική «κοινωνικοποίησης» των μέσων παραγωγής. Η διεκδίκηση της κυβερνητικής εξουσίας την οδήγησε γρήγορα στο να μετατραπεί σε «κόμμα της τάξης», μεταθέτοντας τους στρατηγικούς της στόχους σε ένα όλο και πιο ακαθόριστο απώτατο μέλλον. Η ενσωμάτωσή της στον πολιτικό ιδεολογικό μηχανισμό του αστικού κράτους, στον μηχανισμό κοινοβουλευτικής διαχείρισης της συναίνεσης προς την αστική εξουσία, αφυδάτωσε την όποια «σοσιαλιστική» δυναμική της.
4. Η «εθνικοανεξαρτησιακή» μετάλλαξη των Κομμουνιστικών Κομμάτων
Μια αντίστοιχη ενσωμάτωση των ΚΚ στον αστικό κοινοβουλευτικό μηχανισμό διακυβέρνησης λαμβάνει χώρα μέσα από μια παράλληλη οδό: Τα κόμματα αυτά, εκφράζοντας και πάλι την κυριαρχία της αστικής ιδεολογίας στο εσωτερικό τους, εγκαταλείπουν σταδιακά τη στρατηγική αμφισβήτησης και ανατροπής της καπιταλιστικής εξουσίας, μέσα από τον ισχυρισμό ότι έχουν αναλάβει αυτά να διεκπεραιώσουν καθήκοντα που το αστικό κράτος και το κεφάλαιο όφειλαν αλλά αθέτησαν να προωθήσουν: την «ανάπτυξη» και την «εθνική ανεξαρτησία».
Επειδή στο ζήτημα αυτό έχω αναφερθεί επανειλημμένα και εκτενώς (π.χ. Μηλιός, Γ. 1996, Ο μαρξισμός ως σύγκρουση τάσεων, Εναλλακτικές Εκδόσεις και http://users.ntua.gr/jmilios/), περιορίζομαι εδώ στην παρουσίαση ενός παραδείγματος, ίσως του πλέον χαρακτηριστικού:
Η ΕΑΜική «νικηφόρα επανάσταση», κατά την έκφραση του πρώτου γραμματέα του ΕΑΜ Θανάση Χατζή, παρέδωσε τα όπλα με τη Συμφωνία της Βάρκιζας (Φεβρουάριος 1945), καθώς η ηγεσία του ΚΚΕ έχει επιλέξει τη γραμμή της «νόμιμης ύπαρξης», δηλαδή της ενσωμάτωσης στη μετεμφυλιακή αστική κοινοβουλευτική τάξη, χωρίς αμφισβήτηση του κοινωνικού καθεστώτος.
Η γραμμή της ενσωμάτωσης στην αστική-κοινοβουλευτική τάξη αποτυπώθηκε με ιδιαίτερα γλαφυρό όσο και απόλυτο τρόπο στα κείμενα και τις αποφάσεις του 7ου Συνεδρίου του ΚΚΕ τον Οκτώβριο του 1945. Στην Πολιτική Απόφαση του 7ου Συνεδρίου του ΚΚΕ ως στρατηγικός στόχος τίθεται βέβαια η μετάβαση από τη λαϊκή δημοκρατία στο σοσιαλισμό. Εντούτοις, ο «στόχος» αυτός απωθείται σε ένα χρονικά απροσδιόριστο απώτατο μέλλον, καθώς η «λαϊκή δημοκρατία» ταυτίζεται με το ίδιο το αστικό καθεστώς, μέσα από μια κενόλογη απολογητική φλυαρία περί «αστικοτσιφλικάδικης» και «εξαρτημένης» Ελλάδας, στην οποία «εκκρεμεί», υποτίθεται, ο αστικοδημοκρατικός μετασχηματισμός της κοινωνίας.8 Στην ομιλία του γραμματέα του ΚΚΕ Ν. Ζαχαριάδη στο 7ο Συνέδριο, στις 5.10.1945, σχετικά με το πρόγραμμα του Κόμματος, διαβάζουμε:
«Η 6η Ολομέλεια (Γενάρης 1934) καθόρισε τον αστικοδημοκρατικό, στο πρώτο, αρχικό στάδιο, χαρακτήρα της μεταβολής αυτής. Η λαϊκή δημοκρατία στις σημερινές συνθήκες εκφράζει ακριβώς αυτή τη μεταβολή, […] πραγματοποιεί τον αστικοδημοκρατικό μετασχηματισμό σαν απαραίτητο πρώτο στάδιο για το πέρασμα στη σοσιαλιστική μεταβολή. Κατά συνέπεια δεν υπάρχει, κατ’ αρχήν, βασική διαφορά ανάμεσα στον αστικοδημοκρατικό μετασχηματισμό […] και στη λαϊκή δημοκρατία […] που η αστική τάξη δεν τον έκανε διότι πρόδωσε την αποστολή της, βρίσκοντας καλύτερο συμφέρο στη συνεργασία και συμμαχία με τους τσιφλικάδες και το ξένο κεφάλαιο» (Το 7ο Συνέδριο του ΚΚΕ, τεύχος Ε, Αθήνα 1945, Εκδόσεις της ΚΕ του ΚΚΕ, «Ντοκουμέντα του Ελληνικού Προοδευτικού Κινήματος» 4, σ. 18, οι υπογρ. δικές μου, Γ.Μ.).
Σε επίπεδο «τρέχουσας πολιτικής», το Πολιτικό Γραφείο της ΚΕ του ΚΚΕ υποστήριζε, στις 1.6.1945:
«Η ανώτατη και πιο επιτακτική ανάγκη της χώρας είναι σήμερα: Ησυχία - Ενότητα - Ομόνοια - Δουλιά - Ανόρθωση. Όποιος διασπά σήμερα την εσωτερική μας ενότητα και δεν αφήνει τον τόπο να ησυχάσει […] είναι ο μοναδικός εχθρός του λαού και της Ελλάδας» (Το ΚΚΕ, Επίσημα κείμενα, τ. 6, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή 1987, σ. 702).
Αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι ακόμα και την εποχή αυτή, δηλαδή μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, οι σοσιαλιστικές κινήσεις και τα κόμματα που είχαν λάβει μέρος στο ΕΑΜ εξακολουθούσαν να υποστηρίζουν την προοπτική «σοσιαλιστικού μετασχηματισμού» της κοινωνίας. Στις 5 Απριλίου 1945 κυκλοφόρησε κοινή Διακήρυξη της Ένωσης Λαϊκής Δημοκρατίας και του Σοσιαλιστικού Κόμματος Ελλάδος (Σβώλος, Τσιριμώκος, Στρατής κλπ.) όπου αναφέρεται:
«Η ηγετική αποστολή της αστικής τάξης κατέπεσε και η καθεστωτική κρίση της κεφαλαιοκρατίας μαστίζει τον κόσμο δεκαετίες τώρα […] Η ηγετική αποστολή στη νέα […] κοινωνία ανήκει στο σοσιαλισμό […] Το Κόμμα μας, έχοντας για βασικό σκοπό την πραγματοποίηση της σοσιαλιστικής οργάνωσης της κοινωνίας, θεωρεί σαν πρώτο, αναγκαίο σταθμό τη Λαϊκή Δημοκρατία» (ΕΛΔ-ΣΚΕ, Διακήρυξη, Αθήνα, Απρίλιος 1945, σσ. 1-2).
Αναφορικά με το περιεχόμενο της Λαϊκής Δημοκρατίας, στη Διακήρυξη διευκρινίζεται:
«Η Λαϊκή Δημοκρατία θα ανεβάσει στην εξουσία αυτές τις λαϊκές δυνάμεις της εργασίας και της δημιουργίας και θα πραγματοποιήσει μια πρώτη μορφή, ένα πρώτο στάδιο σοσιαλιστικής εφαρμογής […] Πολιτική έκφραση της αντικαπιταλιστικής ενότητας του εργαζόμενου λαού […] αποτελεί το Κόμμα μας […] Στη Λαϊκή Δημοκρατία θα συνυπάρξουν και θα αλληλοβοηθούν δύο τομείς της οικονομίας. Ένας τομέας σοσιαλιστικής οικονομίας που θα σχηματισθεί με την κοινωνικοποίηση των μεγάλων μοχλών κι μέσων παραγωγής και ένας άλλος της μικρής ατομικής ιδιοκτησίας και των μικρών επιχειρήσεων […] Έτσι η Λαϊκή Δημοκρατία δεν αποτελεί μεταρρύθμιση μες στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας, αλλά τον πρώτο σταθμό για τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας» (όπ.π., σσ. 3, 5, οι υπογρ. δικές μου, Γ.Μ.).
Ο απολογητικός χαρακτήρας των διακηρύξεων της ηγεσίας του ΚΚΕ κατά την περίοδο αυτή γίνεται εξόφθαλμος, ακόμα και συγκρινόμενος με τη διακηρυγμένη στρατηγική των Ελλήνων σοσιαλιστών της εποχής.
5. Η στρατηγική για τον κομμουνισμό
Στα καθεστώτα του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» έγινε φανερό ότι η «κοινωνικοποίηση», δηλαδή η δημόσια νομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής συμβαδίζει με τη διατήρηση όλων των μορφών της καπιταλιστικής οικονομίας και του καπιταλιστικού κράτους: Το εμπόρευμα, το χρήμα, η επιχείρηση με τον ιεραρχικό καταμερισμό εργασίας που τη διακρίνει, επομένως και η πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση, το δίκαιο, τα δικαστήρια, αλλά και η κυβέρνηση, ο στρατός, η αστυνομία, τα κρατικά μέσα μαζικής επικοινωνίας κ.ο.κ. εξακολουθούν και στον «κομμουνισμό» να διατηρούν τον επίζηλο ρόλο που είχαν στον καπιταλισμό.
Η ιστορική αυτή εμπειρία αλλά και η μαρξιστική θεωρία δείχνουν ότι η διατήρηση των οικονομικών και πολιτικών μορφών μέσω των οποίων εκδηλώνεται η κυριαρχία των καπιταλιστικών σχέσεων κυριαρχίας (της αξίας, του κράτους) σημαίνει την αναπαραγωγή αυτών ακριβώς των σχέσεων εξουσίας. Με την «κατάληψη της κρατικής εξουσίας από την εργατική τάξη», η ταξική πάλη (άρα και η –καπιταλιστική– εκμετάλλευση) συνεχίζεται. Όσο υφίστανται οι μορφές χρήμα, εμπόρευμα, μισθός (και κράτος), η εργατική τάξη υπόκειται σε μια απρόσωπη καπιταλιστικού τύπου εκμετάλλευση (απόσπαση υπεραξίας), η οποία είτε θα εξαλείφεται στην κατεύθυνση της αταξικής-κομμουνιστικής κοινωνίας είτε θα οδηγείται στην παγίωση ενός εκμεταλλευτικού κρατικοκαπιταλιστικού συστήματος όπως στην ΕΣΣΔ και την Ανατ. Ευρώπη.
Όμως η πάλη για την αμφισβήτηση της καπιταλιστικής εξουσίας (μπορεί να) διεξάγεται ήδη πριν την όποια «επαναστατική τομή», επιδιώκοντας επιμέρους ρήξεις ή προετοιμάζοντάς τες, όπως δείχνουν τα σύγχρονα πειράματα στη Λατ. Αμερική και αλλού, όπου κινήματα και αριστερά κόμματα χρησιμοποιούν κρατικούς μηχανισμούς αλλά ακόμα και την κυβέρνηση όχι να τους (τη) διατηρήσουν ως έχουν (έχει), αλλά για να ανοίξουν το δρόμο στον κοινωνικό και εργατικό έλεγχο, την άμεση και εργατική δημοκρατία κ.ο.κ.
Εδώ αξίζει να θυμηθούμε την ανάλυση του Αλτουσέρ, ο οποίος επισήμανε πως ο μόνος τρόπος για να μη μετατραπεί ένα εργατικό-λαϊκό κόμμα σε τμήμα του αστικού κοινοβουλευτικού συστήματος, σε μηχανισμό «ενσωμάτωσης-αντιπροσώπευσης» των εργατικών πρακτικών στο μακροπρόθεσμο συμφέρον του κεφαλαίου, είναι να βρίσκεται «κατά βάση εκτός κράτους», δηλαδή να ωθεί «με τη δράση του τις μάζες να αγωνιστούν για την καταστροφή των αστικών κρατικών μηχανισμών», στην προοπτική της πλήρους χειραφέτησης των δυνάμεων της εργασίας (Λουί Αλτουσέρ, «Το πρόβλημα του κράτους στη μαρξιστική θεωρία», στο Αλτουσέρ κ.ά. Συζήτηση για το κράτος, εκδ. «Αγώνας», Αθήνα 1980, σ. 17).
Η προσέγγιση αυτή σκιαγραφεί τους άξονες μιας στρατηγικής για τον κομμουνισμό που συνδυάζουν τη λενινιστική προβληματική για την καταστροφή-απονέκρωση του κράτους με τη γκραμσιανή έννοια της (αντι-)ηγεμονίας.
Προϋπόθεση για την κατάληψη της εξουσίας από τους εργαζομένους είναι η «συντριβή» του καπιταλιστικού κράτους και η δημιουργία ενός νέου τύπου κρατικού θεσμικού πλαισίου,9 στόχος του οποίου είναι ο σταδιακός μαρασμός αυτού του ίδιου του κράτους και κάθε εξουσίας, ο κομμουνισμός ως αταξική κοινωνία:
Η εργατική εξουσία, ο σοσιαλισμός, δεν αποτελεί έτσι «καθεστώς», ή κάποιον ιδιαίτερο «τρόπο παραγωγής», αλλά επαναστατική φάση μετάβασης από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό: «Θα υπάρξει ένα ξεχωριστό στάδιο ή εποχή μετάβασης από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό» (Λένιν, Κράτος και Επανάσταση, νέοι στόχοι 1971, σ. 84).
Καθοριστικές στην ίδια κατεύθυνση υπήρξαν και οι θεωρητικές παρεμβάσεις που, εκκινώντας συχνά από την εμπειρία της κινεζικής Πολιτιστικής Επανάστασης, υποδεικνύουν ότι η μετάβαση από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό αναγκαστικά σχετίζεται με την κατάργηση της μορφής της αξίας, δηλαδή του χρήματος και του εμπορεύματος, συνεπώς και της μορφής επιχείρηση, στο πλαίσιο του ριζικού μετασχηματισμού αυτού που σήμερα ονομάζεται «οικονομία»:
«Για να επιφέρει την εξαφάνιση των εμπορευματικών σχέσεων, αυτή η κυριαρχία του σχεδίου πρέπει να είναι η μορφή κοινωνικής κυριαρχίας των εργαζομένων πάνω στα μέσα παραγωγής, η μορφή της κοινωνικής ιδιοποίησης των μέσων παραγωγής και των προϊόντων από τους ίδιους τους εργαζόμενους […] Η επανάσταση αυτή συνιστά μια από τις “στιγμές” της “επαναστατικοποίησης” των επιχειρήσεων, της μετατροπής τους σε μιαν άλλη “μορφή οργάνωσης”, που συνεπάγεται μιαν άλλη κατανομή των λειτουργιών διεύθυνσης και ελέγχου. Μονάχα ένας τέτοιος μετασχηματισμός μπορεί να αποτελέσει (σε σύνδεση μ’ άλλους μετασχηματισμούς –που δεν αφορούν μόνο την επιχείρηση) ένα από τα στάδια, που οδηγούν σε νέες μορφές κοινωνικοποίησης της εργασίας και, συνεπώς, στην εξάλειψη της μορφής της αξίας από την ίδια την παραγωγική διαδικασία» (Μπετελέμ Σ., Μορφές ιδιοκτησίας στο μεταβατικό στάδιο για το σοσιαλισμό, Ράππας 1974, σσ. 124, 126).
Η αριστερή στρατηγική δεν μπορεί να είναι παρά στρατηγική για τον κομμουνισμό: Ενάντια στο κράτος και την αγορά, για δωρεάν πρόσβαση σε όλο και περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες, για κοινωνικό και εργατικό έλεγχο σε όσο το δυνατόν ευρύτερες σφαίρες της κοινωνικής δραστηριότητας, για μια κοινωνία αλληλεγγύης, ισότητας, ελευθερίας, για μια κοινωνία όπου «όλα να είναι κοινά». Οι αγώνες για το δημόσιο χαρακτήρα της εκπαίδευσης, για ελεύθερους χώρους στην πόλη, για τη μη ιδιωτικοποίηση των λιμανιών, για αξιοπρεπείς συντάξεις εργασίας, για αναδιανομή του εισοδήματος υπέρ της εργασίας δεν έχουν ένα απλά αμυντικό περιεχόμενο, ενάντια στην τάση επέκτασης του κεφαλαίου. Αποτελούν τη βάση για την ανάπτυξη πρωτοβουλιών κοινωνικού ελέγχου και ριζικού μετασχηματισμού κρατικών θεσμών και οικονομικών λειτουργιών: για την αμφισβήτηση της ηγεμονίας του κεφαλαίου.
- - - - - - - - -
1. Μια πρώτη γραφή αυτού του άρθρου δημοσιεύθηκε στο Κόκκινο, τ. 30, Φλεβάρης 2008.
2. «They sentenced me to twenty years of boredom/ For trying to change the system from within», από το τραγούδι «First We Take Manhattan» της συλλογής I΄m Your Man του συνθέτη και στιχουργού Leonard Cohen.
3. Την ποινή αυτή εξέτισα (με μικρές «άδειες») για μία εικοσαετία: 1981-2000.
4. Εξαιρετική συμβολή στην κατεύθυνση αυτή αποτελεί το άρθρο «Αριστερά και διακυβέρνηση» των Χρήστου Λάσκου, Χριστόφορου Παπαδόπουλου και Ευκλείδη Τσακαλώτου στο ένθετο της Εποχής «Εντός Εποχής», τ. 13, 25.11.2007. Βλ. επίσης, στο ίδιο τεύχος: Δημήτρη Μπελαντή, «Η μεταπολεμική στρατηγική της κομμουνιστικής Αριστεράς στη Δυτ. Ευρώπη», όπου αποτυπώνονται οι βασικοί μετασχηματισμοί της στάσης των Κ.Κ. απέναντι στο αστικό κράτος και την εξουσία.
5. Αντίθετα στην Αγγλία, την «πατρίδα του βιομηχανικού καπιταλισμού» της εποχής, το γενικό εκλογικό δικαίωμα δεν θεσπίσθηκε παρά στις αρχές του 20ου αιώνα: Οι πρώτοι εργάτες –οι ειδικευμένοι εργάτες– απόκτησαν το εκλογικό δικαίωμα το 1867. Το 1884 επεκτάθηκε και πάλι το εκλογικό δικαίωμα, με τη λεγόμενη «τρίτη εκλογική μεταρρύθμιση». Εντούτοις ο –ανδρικός– πληθυσμός χωρίς περιουσία ή «αναγνωρισμένο» επάγγελμα, παρέμενε χωρίς εκλογικό δικαίωμα.
6. Ακόμα και ο Ένγκελς, αναφερόμενος το 1895 στο γενικό εκλογικό δικαίωμα, το ονομάζει «ένα νέο όπλο από τα πιο ισχυρά» για την εργατική τάξη και συμπεραίνει: «Η ειρωνεία της παγκόσμιας ιστορίας αναποδογυρίζει τα πάντα […] Τα κόμματα της τάξης […] καταποντίζονται μέσα στο νομικό πλαίσιο που αυτά τα ίδια δημιούργησαν. Αναφωνούν απεγνωσμένα […] η νομιμότητα μας σκοτώνει, ενώ εμείς αποκτάμε με αυτή τη νομιμότητα σφιχτούς μύες και κόκκινα μάγουλα» («Εισαγωγή» στο Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία, ΜΕW τ. 7 σσ. 519, 526).
7. Χαρακτηριστικός στην κατεύθυνση αυτή είναι ο ακόλουθος ορισμός: «Με τον όρον σοσιαλιστική κοινωνία θα εννοούμεν θεσμικόν πλαίσιον, όπου ο έλεγχος των μεσών παραγωγής και αυτής της ιδίας της παραγωγής ανήκει εις κεντρικήν εξουσίαν - ή, όπως ημπορούμεν να είπωμεν, όπου αι οικονομικαί υποθέσεις της κοινωνίας ανήκουν, δία λόγους αρχής, εις την δημοσίαν και όχι την ιδιωτικήν σφαίραν». (J. A. Schumpeter, Καπιταλισμός, σοσιαλισμός και δημοκρατία », ΚΕΠΕ, Αθήναι 1972, σ. 230). Η αντίληψη αυτή επέτρεψε στη συλλογικά οργανωμένη κρατική αστική τάξη («ανώτατη γραφειοκρατία») της Σοβιετικής Ένωσης να ανακηρύξει το τέλος της εκμετάλλευσης και την τελεσίδικη εγκαθίδρυση του «παλλαϊκού κράτους» ήδη το 1936. Προηγουμένως, η σοβιετική ηγεσία είχε φροντίσει να (εξ)αφανίσει όσους υποστήριζαν ότι η διαιώνιση κοινωνικών μορφών όπως το δίκαιο (Ε. Πασουκάνις) και το εμπόρευμα (Ι.Ι. Ρούμπιν) υποδηλώνουν τη διαιώνιση των καπιταλιστικών μορφών εξουσίας άρα και της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, παρά την εξάλειψη των ατομικών καπιταλιστών της προεπαναστατικής περιόδου.
8. Η συνέχιση, όμως, της κρατικής και παρακρατικής τρομοκρατίας εναντίον του ΕΑΜικού πολιτικού χώρου και ιδιαίτερα των κομμουνιστών, κυρίως στην επαρχία, οδήγησε την ηγεσία του ΚΚΕ στην απόφαση να μη συμμετάσχει στις εκλογές του Μαρτίου του 1946, χωρίς παράλληλα να εγκαταλείψει τη γραμμή της νόμιμης ύπαρξης (και της αποδοχής της αστικής-κοινοβουλευτικής τάξης πραγμάτων). Για το πώς η αντιφατική αυτή γραμμή και κυρίως η «πίεση από τα κάτω» οδήγησε τελικά στην εμπλοκή του ΚΚΕ στον εμφύλιο πόλεμο, βλ. Γιώργος Μαργαρίτης, Ιστορία του ελληνικού εμφυλίου πολέμου 1946-1949, τ. 1, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2000, σ. 127 κ.ε.
9. «Η απλή μεταβίβαση της παλιάς κρατικής μηχανής σε νέα χέρια δεν είναι καθόλου κατάκτηση της εξουσίας: Το προλεταριάτο οφείλει να συντρίψει αυτόν το μηχανισμό και να τον αντικαταστήσει με κάτι εντελώς νέο» (Λένιν, Κράτος και Επανάσταση, νέοι στόχοι, 1971: 111).
Πηγή: Θέσεις
REDNotebook
Ετικέτες
Αναδημοσιεύσεις,
Red NoteBook
Τετάρτη 12 Ιανουαρίου 2011
Δρόμοι για τον κομμουνισμό
Η ομιλία της Γκεζίνε Λοτζ, συμπροέδρου του γερμανικού Die Linke, που προκάλεσε σάλο στη Γερμανία
Στις 8 Ιανουαρίου, οργανώθηκε στη Γερμανία η 16η Διεθνής Διάσκεψη στη μνήμη της Ρόζας Λούξεμπουργκ (δείτε λεπτομέρειες εδώ). Η συμπρόεδρος του γερμανικού κόμματος «Η Αριστερά» (Die Linke), Γκεζίνε Λοτζ, συμμετείχε ως ομιλήτρια σε ένα από τα κεντρικά πάνελ της διοργάνωσης, με τίτλο «Πώς πηγαίνουμε προς τον κομμουνισμό; Αριστερός ρεφορμισμός ή επαναστατική στρατηγική; Κατευθύνσεις πέρα από τον καπιταλισμό». Στο πάνελ θα συμμετείχαν επίσης αγωνίστριες της γερμανικής Αριστεράς και των κινημάτων, από το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας ως τη γερμανική Αntifa και από εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις μέχρι εκπροσώπους από το συνδικάτο των σιδηροδρόμων. Η εισήγηση της Λοτζ προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από πλευράς των κυρίαρχων κομμάτων. Κοινός παρονομαστής σε αυτές, η καταγγελία του κομμουνισμού ως εγκληματικής ιδεολογίας και η ταύτισή του με το ανελεύθερο ανατολικογερμανικό καθεστώς. Την κριτική των κυρίαρχων κομμάτων αναπαρήγαγε και μερίδα του ελληνικού Τύπου (δείτε σχετικά εδώ)· διατηρούμε σοβαρές επιφυλάξεις αν οι συντάκτες είχαν γνώση όσων όντως είπε η ηγέτιδα της γερμανικής Αριστεράς. Το κείμενο που ακολουθεί είναι η επίμαχη ομιλία της Λοτζ, που σε μια εποχή παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης, ανησύχησε ως φαίνεται τους κυρίαρχους κύκλους, ανανεώνοντας το ενδιαφέρον για τη μετάβαση σε μια κοινωνία μετά τον καπιταλισμό. Την ερχόμενη εβδομάδα, θα δημοσιεύσουμε την αποκλειστική συνέντευξη της Γκεζίνε Λοτζ στο Red Notebook.
Red Notebook
Της Γκεζίνε Λοτζ
Ο Τόμας Έντισον φέρεται να είπε: «Δεν είμαι αποτυχημένος. Βρήκα μόνο 10.000 τρόπους που δεν λειτουργούν». Τι μεγάλη αυτογνωσία! Πόσους δρόμους έχουν βρει οι αριστεροί που δεν λειτουργούν; Ήταν 100 ή 1000; Σίγουρα δεν ήταν 10.000! Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα! Είμαστε συχνά στο δρόμο με το δάχτυλό του στο χάρτη. Τους δρόμους προς τον κομμουνισμό, μπορούμε να τους βρούμε μόνο όταν τους δοκιμάζουμε στην πράξη , είτε στην αντιπολίτευση είτε στην κυβέρνηση. Σε κάθε περίπτωση, δεν υπάρχει ένας δρόμος, αλλά πάρα πολλοί διαφορετικοί δρόμοι που οδηγούν στην επίτευξη του στόχου.
Για πάρα πολύ καιρό είμαστε μαζί και μαλώνουμε στο σταυροδρόμι για τη σωστή διαδρομή, αντί να δοκιμάζουμε τους διαφορετικούς δρόμους. Για μεγάλο χρονικό διάστημα περπατάμε σε μονοπάτια, αν και υποψιαζόμαστε ή μάλλον γνωρίζουμε ότι δεν οδηγούν στην επίτευξη του στόχου. Όμως, δεν γυρίζουμε πίσω, επειδή φοβόμαστε αυτούς που εξακολουθούν να συζητούν στη διακλάδωση και θα μπορούσαν να μας υποδεχτούν με περιφρονητικό γέλιο. Πρέπει να μάθουμε να αφήνουμε τα αδιέξοδα και και να μην τα επαινούμε ματαιόδοξα σαν τον Δρομο για τον κομμουνισμό.
Προοδευτική κατάληψη της εξουσίας
Όποιο μονοπάτι και να οδηγεί στον κομμουνισμό, όλοι συμφωνούν ότι θα είναι μακρύ και δύσκολο. Γιατί; Ας υποθέσουμε ότι το ευρώ πέφτει σα νόμισμα μέσα στα επόμενα δύο χρόνια, η Ευρωπαϊκή Ένωση διαλύεται, οι ΗΠΑ δεν βγαίνουν από την οικονομική κρίση και πέφτουν στις επόμενες προεδρικές εκλογές στα χέρια των ριζοσπαστών χριστιανών φονταμενταλιστών. Το κλίμα αλλάζει δραματικά, το Ρεύμα του Κόλπου σβήνει, τα ρεύματα προσφύγων διαβαίνουν την «Ευρώπη-φρούριο» και εμείς αντιμετωπίζουμε το ερώτημα αν έχουμε λύσεις γι΄ αυτή τη σωρεία προβλημάτων. Όποιος ισχυρίζεται ότι έχει μια στρατηγική για το σενάριο αυτό στο συρτάρι είναι μεγάλος απατεώνας. Αυτό που πρέπει να μπορούμε να προσφέρουμε είναι μια μέθοδος για την αντιμετώπιση όλων αυτών των προβλήματων. Δεν γνωρίζουμε αν ο μηχανισμός της κατανομής του πλούτου και της δημοκρατίας στη Δύση είναι κατάλληλος να λύσει τέτοες πολύπλοκες ασκήσεις με ειρηνικό τρόπο. Έχω τις αμφιβολίες μου. Η κυβέρνηση διαχέει πλέον μόνο ψευδαισθήσεις για τις αρμοδιότητές της. Βλέπω, ωστόσο, ότι ούτε η Αριστερά έχει προετοιμαστεί καλά για την αντιμετώπιση κοινωνικών κρίσεων. Αντίθετα, αναλωνόμαστε σε σκιαμαχίες, και είμαστε σε θέση να προκαλέσουμε σοβαρή ζημιά στους ίδιους μας τους φίλους. Μερικές φορές - όχι πάντα – βοηθά μια ματιά στην ιστορία, προκειμένου να ρωτήσουμε τον εαυτό μας: «πώς θα αντιδρούσες υπό τις δεδομένες συνθήκες;». Είμαστε τώρα πραγματικά πιο έξυπνοι; Έχουμε πραγματικά μάθει από τα λάθη μας;
Η επανάσταση του Νοέμβρη του 1918 προδόθηκε και διχάστηκε σε συζητήσεις μεταξύ της πλειοψηφικής σοσιαλδημοκρατίας και του αυτοκρατορικού στρατου, προτού να μπορέσει να δείξει και να αναπτύξει την πλήρη δυναμική της. Στις λίγες εβδομάδες, στους σύντομους τρεις μηνες μεταξύ της αποφυλάκισης και της δολοφονίας της, η Ρόζα Λούξεμπουργκ έδωσε όλη της τη δύναμη, το πάθος, την εμπειρία και τις γνώσεις για να μην κλείσει το παράθυρο προς μια ριζοσπαστική, κοινωνική και δημοκρατική επανάσταση. Στο βαθμό που γινόταν σαφές ότι μια σοσιαλιστική Γερμανία δεν ήταν άμεσα δυνατή, η Ρόζα αναζητούσε τρόπους για να κρατήσει ανοικτές τουλάχιστον μερικές εκδοχές αριστερής πολιτικής. Μαζί με τον Καρλ Λίμπκνεχτ και την επαναστατική αριστερά αγωνίστηκαν εναντίον της ανίερης συμμαχίας του δεξιού ηγέτη της σοσιαλδημοκρατίας με τους υποστηρικτές της αυτοκρατορίας, εναντίον δηλαδή των κύριων υπεύθυνων για τον πόλεμο και τη γενοκτονία. Ταυτόχρονα απευθύνθηκαν, απεγνωσμένα σχεδόν, σε όσους στράφηκαν προς τον αριστερισμό - αυτή την παιδική αρρώστια του κομμουνισμού» (Λένιν) - , ώστε να μην αφήσουν τις ευκαιρίες που εξακολουθούσαν να υπάρχουν να πετάξουν, ακόμα κι αν ήταν σε θέση άμυνας ή ήττας.
Η Λουξεμπουργκ και ο Λίμπκνεχτ εκάναν έκκληση για τη συμμετοχή στις εκλογές της Εθνοσυνέλευσης και, πάνω απ ΄όλα, ανέπτυξαν στη διακήρυξή τους, με τίτλο «Τι λέει η Ομοσπονδία Σπάρτακος», ένα πρόγραμμα άμεσης εφαρμογής που πρότεινε εργασία έξι ωρών το μέγιστο, κοινωνικοποίηση των τραπεζών και των μεγάλων βιομηχανιών, απαλλοτρίωση των μεγάλων κτημάτων και δημιουργία συνεταιρισμών, δημιουργία συμβουλίων που θα αναλάμβαναν τη διαχείριση των εγκαταστάσεων. Στην ομιλία της στο ιδρυτικό συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος για το πρόγραμμα και την πολιτική κατάσταση, όταν έχει γίνει πια σαφές ότι είναι αδύνατο να κατακτηθεί άμεσα η εξουσία, η Ρόζα Λούκεμπουργκ θα διατυπώσει τα κύρια σημεία της σοσιαλιστικής πολιτικής: «Η κατάκτηση της εξουσίας δεν θα είναι στιγμιαία, αλλά προοδευτική, ώστε να έχουμε συμπιέσει και κατακτήσει το αστικό κράτος, έως ότου να έχουμε καταλάβει όλες τις θέσεις και να είμαστε σε θέση να τις υπερασπιστούμε με νύχια και με δόντια. Ο δε οικονομικός αγώνας πρέπει να καθοδηγείται από τα εργατικά συμβούλια, τόσο κατά τη γνώμη μου, όσο και κατά την άποψη των στενότερων φίλων μου στο κόμμα».
Επαναστατική ρεαλπολιτίκ
Αυτό που διατυπώθηκε από την Ρόζα Λούξεμπουργκ στη συγκεκριμένη κατάσταση μιας ατελούς επανάστασης και μιας προβλέψιμης άμυνας [από πλευράς του καθεστώτος] είναι μια πολιτική που η ίδια αποκαλεσε «επαναστατικη ρεαλπολιτίκ»: μια πολιτική με βάση τις επείγουσες ανάγκες των εργαζομένων και πολλών ανθρώπων, η οποία θέλει να επεξεργαστεί λύσεις που βελτιώνουν σημαντικά την κατάσταση των ανθρώπων αυτών και, την ίδια στιγμή, οδηγούν σε διαρθρωτική μεταβολή των σχέσεων ιδιοκτησίας και εξουσίας. Η επαναστατική ρεαλπολιτίκ απαντά σε καθημερινά προβλήματα, αλλά και στην υπέρβαση του καπιταλισμού και του μιλιταρισμού, μέχρι την τελική τους κατάργηση. Ο Δρόμος θα πρέπει να ορίζεται από τις δημοκρατικές πράξεις των εργαζόμενων, του λαού: από μια διαδικασία μάθησης μέσα από την πράξη. Θα πρέπει να είναι μια πολιτική όχι για τους εργάτες, αλλά με τους εργάτες. Αυτή την απαιτητική κληρονομιά της κοινωνικής αλλαγής και της ριζοσπαστικης ρεαλπολιτίκ άφησε η Ρόζα, τόσο στην πολιτική συνολικά όσο και στην πολιτική του Die Linke.
Γνωρίζω βέβαια ότι μια τέτοια ριζοσπαστική πολιτική περιλαμβάνει πλήθος αντιφάσεων και συγκρούσεων και απαιτεί αλλαγές - αλλαγές και του εαυτού μας. Αυτό δεν είναι εύκολο. Ένα διλημματικό «είτε-είτε», ανάμεσα στη ριζική κοινωνική αλλαγή αφενός, και τα συγκεκριμένα μεταρρυθμιστικά βήματα αφετέρου, δεν οδηγεί στην επιτυχία. Αντίθετα, η οργανική, ζωντανή σύνδεση μεταξύ των πρωτοβουλιών των πολιτών και των κοινωνικών κινημάτων αφενός, και των πρωτοβουλιών και των εργασιών των αριστερών κομμάτων στα κοινοβούλια ή τις κυβερνήσεις αφετέρου - η σύνδεση, σε τελική ανάλυση, της διαμαρτυρίας και του σχεδιασμού - είναι αυτό που κάνει τη διαφορά.
Το Die Linke έχει προκύψει από την αντίσταση της πρώην PDS σε μια αγοραία προσέγγιση για την επανένωση [σ.σ.: μια προσέγγιση στηριγμένη στην οικονομία της αγοράς], τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία, το ΝΑΤΟ και τέλος τη μάχη κατά των μεταρρυθμίσεων Hartz IV, κατά την οποία προέκυψε, κυρίως στην Ανατολική Γερμανία, ένα κύμα διαδηλώσεων της Δευτέρας. Αυτό ήρθε ως αποτέλεσμα της αποσύνδεσης των αριστερών συνδικαλιστικών και ακαδημαϊκών δυνάμεων από την κυβέρνηση του SPD και των Πρασίνων, η δε αποσύνδεση αυτή οδήγησε στην ίδρυση της Εκλογικής Εναλλακτικής για Εργασία και την Κοινωνική Δικαιοσύνη (WASG). Στις εκλογές του 2005 τοποθετήσαμε μαζί το κοινωνικό ζήτημα και το ζήτημα της ειρήνης και πάλι στο κέντρο της πολιτικής και το 2009 ενισχύθηκαμε κοινοβουλευτικά, διατυπώνοντας νέες, συγκεκριμένες απαντήσεις στην κρίση του χρηματιστικού καπιταλισμού της αγοράς.
Το Die Linke ήταν το μόνο που κατέθεσε, από κοινού με τα συνδικάτα και τα κοινωνικά κινήματα της αριστεράς, θέσεις για το θέμα της ιδιοκτησίας και της περιουσίας. Ενώ η κυβέρνηση των CDU / CSU και SPD, και στη συνέχεια η μαύρο-κίτρινη κυβέρνηση χρησιμοποίησαν το κράτος μόνο για την πλουτισμό μιας μικρής μειοψηφίας, εμείς έχουμε παρουσιάσει ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα για μια εντελώς νέα πολιτική στον οικονομικό τομέα. Στο επίκεντρο θα είναι οι δημόσιες τράπεζες και οι ασφαλιστικές εταιρίες, που δεν ασκούν κερδοσκοπία και δεν επιδιώκουν τη συσσώρευση κεφαλαίων, αλλά πραγματικές επενδύσεις, ασφαλείς καταθέσεις και μακροπρόθεσμη κοινωνική ασφάλιση. Έχουμε ζητήσει την μετατροπή όλων των κρατικών πηγών χρηματοδότησης για τον ιδιωτικό τομέα σε μετοχές του δημοσίου ή των εργαζομένων στις εταιρείες αυτές, ώστε τα συμφέροντα του δημοσίου και των εργαζομένων να συμπιέσουν την αστική ιδιοκτησία. Εξετάζουμε και εντός των συνδικαλιστικών οργανώσεων, που αναπτύσσουν τις δικές τους ιδέες, πώς μπορεί να θεσπιστεί μέσα στην κρίση ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα επενδύσεων για μια επερχόμενη κοινωνική και οικολογική ανασυγκρότηση. Ο κοινωνικός προγραμματισμος των επενδύσεων είναι για εμάς μία από αυτές τις ιδέες.
Θέλουμε απο την μια πλευρά να επιλύσουμε τα κοινωνικά προβλήματα αλλά με τρόπο που να αντιμετώπιζονται και τα περιβαλλοντικα ζητημάτα. Σ΄ αυτό περιλαμβάνεται η μετάβαση σε μια αποκεντρωμένη παραγωγή ενέργειας και εφοδιασμού, μια ευρεία μετατόπιση του τομέα μεταφορών προς τις σιδηροδρομικές συγκοινωνίες και την επέκταση των δημόσιων συγκοινωνιών μέχρι και την προσφορά δωρεάν υπηρεσιών. Θέλουμε να δημιουργήσουμε μια γρήγορη βελτίωση σε σχεση με την ενεργειακή απόδοση των κατοικιών και των κτιρίων, που τις επόμενες δεκαετίες θα οδηγήσει σε πόλεις χωρίς διοξίδειο του άνθρακα. Και θέλουμε την επίλυση των περιβαλλοντικών θεμάτων, μαζί με την αντιμετώπιση των κοινωνικών: καλή δουλειά και καλή ζωή βρίσκονται μαζί στο επίκεντρο, με τους κατώτατους μισθούς, την κοινωνική ασφάλιση, την ανάπτυξη των υπηρεσιών, ιδίως στον δημόσιο τομέα (παιδεία, υγεία, πολιτισμός) να αποτελούν τις κύριες μηχανές του μέλλοντος για την απασχόληση και βάση για τη σύγχρονη, λαϊκή οικονομία. Γι’ αυτό και πρέπει να πετύχουμε η αναδιανομή από πάνω προς τα κάτω, τόσο στον τον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα, να συνδέεται με την κοινωνικο-οικολογική μετατροπή και το αντίστροφο. Σε αυτή τη βάση, μια πραγματική ειρήνη, στηριγμένη σε μια αλληλέγγυα αναπτυξιακή πολιτική, είναι εφικτή.
Για μια αλλαγή κατεύθυνσης
Ακόμα δεν έχει κατορθωθεί τα στοιχεία να μετατραπούν σε μια πραγματική ομοσπονδιακή πολιτική. Η πολιτική εξακολουθεί να κυριαρχείται από μεγάλα εταιρικά συμφέροντα και τους πάμπλουτους. Αλλά μια συνέχιση του δόγματος προχωράμε όπως μεχρι σήμερα με την υπεροχή των συμφερόντων των λίγων έχει συνέπειες. Μια νέα και βαθύτερη χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση που ήδη αναδύεται. Η Ευρωπαϊκή Ένωση απειλείται να διαλυθεί από άλυτες αντιφάσεις και μια αντικοινωνική πορεία. Η παγκόσμια πείνα έχει αυξηθεί δραματικά, η υπερθέρμανση του πλανήτη επιταχύνεται ολοένα και περισσότερο.
Σε εθνικό επίπεδο, και ειδικά στις υπανάπτυκτες περιοχές της ανατολικής Γερμανίας, το Die Linke έχει αναπτύξει εδώ και καιρό το έργο του τομέα της κοινωνικής οικονομίας για την αντιμετώπιση της επίμονης μαζικής ανεργίας (OBS). Η παρούσα πρόταση συνδυάζει δύο προσεγγίσεις συχνά αμφιλεγόμενες – το αίτημα για ένα βασικό εισόδημα και την στήριξη του δικαιώματος στην εργασία και τη σύνταξη. Στόχος της πρότασης είναι, πρώτον, να ενοποιήσουμε την κοινωνική ασφάλιση και τη δυνατότητα για υψηλό βαθμό αυτοδιάθεσης. Πόσα σχέδια στον πολιτιστικό και κοινωνικό τομέα και στην ανάπτυξη των νέων προσφορών λογισμικού έχουν αποδείξει ότι νέοι και μορφωμένοι άνθρωποι επιλέγουν συχνά δραστηριότητες, όπου είναι πολύ ανεξάρτητοι, αλληλέγγυοι και συνεργαζονται για άλλες μορφές αυτοδιεύθυνσης; Δεν είναι σπάνια η δημιουργία νέων ενώσεων ή συνεταιρισμων. Με την πρόταση, δεύτερον, θα ικανοποιηθεί η κοινωνική ανάγκη για ευρέα κοινωνικά οφέλη που δεν μπορούν να αναπτυχθούν τόσο εύκολα ουτε ιδιωτικα είτε δημόσια. Και τρίτον, πολλοί άνθρωποι δεν βρίσκουν χωρίς έναν τέτοιο τομέα οποιοδήποτε τρόπο για μια αξιοπρεπή ζωή. Σήμερα στο Βερολίνο και στο Βραδεμβούργο, περιοχές στις οποίες το κόμμα μας συγκυβερνά, δημιουργούνται χιλιάδες θέσεις σε φορείς στον τομέα αυτό. Επειδή τόσες πολλές από τις κληρονομημένες μορφές της κοινωνικής ένταξης είναι αδύναμες, χρειαζόμαστε ένα αλληλέγγυο τομέα, όπου η ύπαρξη για τους άλλους και η πρόοδος του ίδιου του εαυτού είναι στενά συνδεδεμένες, και ταυτόχρονα δίνεται βοήθεια σε όσους δυσκολεύονται στα πρώτα τους βήματα στην αγορά εργασίας. Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την προσπάθεια της ομοσπονδιακής κυβέρνησης να καταστρέψει αυτή τη ριζοσπαστική προσέγγιση με νέους περιοριστικούς κανόνες. Αυτός είναι ένας επιπλέον λόγος για να αγωνιστούμε για μια αλλαγή της ομοσπονδιακής πολιτικής.
Στο επίκεντρο της πολιτικής μας είναι το ζήτημα της ειρήνης. Ειδικά η εθνική αμυνα, μακράν του να αποτελεί δύναμη υπεράσπισης, βασίζεται στη στρατολογία σε έναν επαγγελματικό στρατό με ευρεία δυνατότητα παρέμβασης. Αυτή η ίδια οργανώνει αλλαγές στο ΝΑΤΟ και την ευρωπαϊκή πολιτική ασφάλειας. Η παλιά πολιτική των κανονιοφόρων, με την οιποία έχουν ασχοληθεί η Λουξεμμπουργκ και ο Λίμπκνεχτ, είναι παρελθόν. Επειδή απορρίπτουμε μια τέτοια πολιτική, το Die Linke έχει κατηγορηθεί ξανά και ξανά ότι είναι ανεύθυνο. Εγώ το βλέπω με διαφορετικό τρόπο: Τα βασικά προβλήματα σήμερα δεν μπορούν να επιλυθούν με στρατιωτικά μέσα. Ως εκ τούτου, θέλουμε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία να επικεντρώνεται σε πολιτικές για την επίλυση των συγκρούσεων και να δημιουργούνται ισχυρά περιφερειακά συστήματα κοινής ασφάλειας και ανάπτυξης.
«Νέο έδαφος, χίλια προβλήματα»
Αν διαβάσει κανείς τα γραπτά και ομιλίες της Λούξεμπουργκ στους ταραχώδεις μήνες της επανάστασης του Νοεμβρίου, για το πως να παρέμβει περισότερο αποτελεσματικά και σοσιαλιστικά, καθίσταται σαφές: δεν είχε κανένα κεντρικό σχέδιο ούτε εύκολες απαντήσεις. Ήταν σε αναζησεις, σε διάλογο με τους άλλους, ταυτόχονα ανυπόμονους και προειδοποίησε, να παρασυρόμαστε να μην αφεθούμε σε τρομοκρατίες και σεκταρισμούς, και όμως να είμαστε αποφάσισμενοι να δράσουμε. Ο σοσιαλισμός δεν ήταν για αυτήν ένα έτοιμο ιδανικό, δεν ήταν ιδιοφυώς σχεδιασμένο πρόγραμμα, αλλά κάτι που θα αναπτυχθεί μέσα από πραγματικές μάχες. Έγραψε κατά τις συνομιλίες με Λένιν και Τρότσκι: «Το αρνητικό, η κατάργηση, μπορούν να κηρύσσονται, η δομή, το θετικό όχι. Νέο έδαφος. Χίλια προβλήματα. Μόνο η εμπειρία [είναι] σε θέση να διορθώνει και το άνοιγμα νέων διαδρομών. Μόνο η ανεμπόδιστη, αφρίζουσα ζωή παράγει χίλιες νέες μορφές ...».
Η Ρόζα Λούξεμπουργκ προσπάθησε, οπως καμιά άλλη σοσιαλίστρια της εποχής της, να συνδυάσει δύο στόχους: πρώτον, το στόχο της παραγωγής του κοινού ελέγχου των εργαζομένων, του λαού, τις κοινές συνθήκες παραγωγής του κοινωνικού πλούτου και, δεύτερον, το στόχος της μέγιστης δυνατής ελευθερίας, της δημοσίας διαφάνειας και της δημοκρατίας. Το μέλλον της κοινωνίας ήταν για εκείνη όπως ο έμβιος κόσμος: καταπληκτική πολυπλοκότητα και αυτο-οργάνωση, που παρατηρήσε στις σπουδές και τα ταξίδια της εξαρχής. Οι άνθρωποι δεν ήταν ποτέ γρανάζι στο κιβώτιο ταχυτήτων ενός νέου, τέλειου κόσμου. Η Ρόζα σεβόταν τη ζωή και τις ιδιαιτερότητές της. Η «πραγματική ανάσα του σοσιαλισμού» ήταν για εκείνη η ενότητα της «πιο αταλάντευτης επαναστατικής ενέργειας με την πιο ανοιχτόμυαλη ανθρωπότητα».
Αν ο κομμουνισμός τονίζει την κοινότητα και ο φιλελευθερισμός την ατομικότητα, η Ρόζα ήθελε ταυτόχρονα και τα δύο: τη μέγιστη δυνατή κοινοκτημοσύνη, τον έλεγχο ότι η περιουσία και η εξουσία χρησιμοποιούνται προς το συμφέρον όλων, αλλά και τη μεγαλύτερη δυνατή ελευθερία της ατομικής ανάπτυξης, τη ριζοσπαστική κριτική και τη διαφάνεια. Μια κοινωνία χωρίς ελευθερία ήταν για εκείνη μόνο μια νέα φυλακή, όπως και μια κοινωνία χωρίς την ισότητα, ήταν μόνο μια εκμεταλλευτική κοινωνία. Επιθυμούσε την εξουσία του λαού για την οικονομία και την κοινωνία, καθώς και την ελευθερία για τους διαφωνούντες. Ήταν μια ριζοσπαστική, δημοκρατική σοσιαλίστρια και μια συνεπής σοσιαλίστρια δημοκράτισσα. Γι΄ αυτό στο τέλος η Σοβιετική Ένωση του Κομμουνιστικού Κόμματος ήταν τόσο λίγο συμβατή με τις αρχές της, όσο και ο αστικός φιλελευθερισμός. Προκάλεσε και τα δύο και εν τέλει απέρριψε και τα δύο. Και γι ΄αυτό είναι για το Die Linke ένας από τους πιο σημαντικούς ανθρώπους στην ιστορία του εργατικού κινήματος.
Ελευθερία και Σοσιαλισμός
Ο εικοστός αιώνας σημαδεύτηκε από περιόδους εκτράχυνσης του καπιταλισμού και μετάβασής του σε ανοιχτή βαρβαροτητα, αλλά και περιόδους εξημέρωσης, με την εμφάνιση αντιθέτων σχεδίων. Τώρα, σήμερα, ολοκληρώνεται η επέκταση του καπιταλισμού. Ο πλανήτης ωθείται στα όριά του. Η οικονομία των φυσικών πόρων πρέπει να επικρατήσει της συσσώρευσης κεφαλαίου, αν θέλουμε να αποφευχθεί η οικολογική καταστροφή. Την ίδια στιγμή, όμως, πρέπει να κυριαρχήσουν και τα κοινωνικά δικαιώματα των περίπου 7 έως 8 δισεκατομμυρίων άνθρωπων επί των συμφερόντων των πολυεθνικών. Ένας κόσμος όπου αναδύονται κέντρα προνομιούχων, ένας κόσμος που περιτειχίζεται απο φρούρια και προκαλεί παγκόσμια αβεβαιότητα, θα αποφευχθεί μόνο αν θα επιβάλουμε τη συνεργασία και την κοινή ανάπτυξη. Για το σκοπό αυτό, στο σχέδιο του προγραμματος του Die Linke έχουν αναπτυχθεί πολλές προτάσεις. Οι περισσότερες είναι υπό συζήτηση. Υπάρχουν πολλές αιχμές, με βάση τις οποίες αγωνιζόμαστε να υπερβούμε τη σημερινή αστική-καπιταλιστική κοινωνία: για να ξεπεραστεί η κυριαρχία του κέρδους πάνω στην οικονομία και την κοινωνία, για την απαρχή μιας νέας κοινωνίας, για να συμπιέσουμε το παλιό και να αποδείξουμε ότι το το μέλλον ανήκει στο δημοκρατικό σοσιαλισμό.
Πηγή: Junge Welt
Mετάφραση: Γιάννης Μπρούζος
Ετικέτες
Αναδημοσιεύσεις,
Red NoteBook
Τρίτη 11 Ιανουαρίου 2011
Ο ΣΥΡΙΖΑ πέθανε, ζήτω ο νέος ΣΥΡΙΖΑ (μέρος β')
Δημοσιεύουμε σήμερα το δεύτερο και τελευταίο μέρος του άρθρου (το πρώτο μέρος)
Του Βασίλη Κωτούλα
Τώρα είμαστε στην επόμενη μέρα, στην επόμενη σελίδα. Οι σύντροφοι δημιούργησαν τη Δημοκρατική Αριστερά και με χαρά είδα ότι στο κόμμα αυτό ενεργοποιήθηκαν και κάποιοι καλοί μου σύντροφοι από τα παλιά και ελπίζω αυτοί και οι νέοι σε ηλικία αγωνιστές να ανανεώσουν και τον ηγετικό του πυρήνα, γιατί αυτός παραμένει τόσο στενός και τόσο παλιός, τα ίδια και τα ίδια πρόσωπα, και αυτό δεν δείχνει -όπως δεν έδειχνε και κατά τη διάρκεια που συγκροτούσαν τη λεγόμενη "Α.Π." στο πλαίσιο του ΣΥΝ- τίποτε το ανανεωτικό.
Θα ευχόμουν και στο κόμμα της Δημοκρατικής Αριστεράς να έχει καλή πορεία και από τη σκοπιά του να συμβάλει στο να πραγματοποιηθεί το ρήγμα εις βάρος του μεταλλαγμένου και ακραία πλέον νεοφιλελεύθερου ΠΑΣΟΚ. Οι αρχικές μου ανησυχίες ότι οι κοινωνικές και πολιτικές δυναμικές θα ωθούσαν τη Δημοκρατική Αριστερά να έχει την κατάληξη του τέως συντρόφου του ΙΚΚ που από μετεξέλιξη σε μετεξέλιξη, δηλαδή από κατρακύλα σε κατρακύλα, από την αρχική αποκομμουνιστικοποίηση στην αποαριστεροποίηση και αρκετοί, ακόμη και ηγέτες του πάλαι ποτέ κραταιού ανανεωτικού ΙΚΚ κατέληξαν να είναι σήμερα και αντικομμουνιστές, ευτυχώς φαίνεται να μην επαληθεύονται. Τις ανησυχίες μου για την πορεία της Δημοκρατικής Αριστεράς δεν τις τροφοδοτούσαν μόνο οι δυναμικές της πολιτικής και κοινωνικής ιστορίας των τελευταίων δύο περίπου δεκαετιών της Ιταλίας και της Ευρώπης, αλλά και το γεγονός ότι το περιεχόμενο αρκετών κειμένων συντρόφων της λεγόμενης "Α.Π.", όσο ήταν στον ΣΥΝ και σήμερα είναι στην Δημοκρατική Αριστερά, ταυτιζόταν και ταυτίζεται -χωρίς οι ίδιοι να το γνωρίζουν και να το συνειδητοποιούν- με αντίστοιχα και σχετικά παλαιότερα κείμενα και προβληματισμούς (και έχω αρκετά τέτοια στο αρχείο μου) των τέως Ιταλών συντρόφων. Στην ελληνική πραγματικότητα όλα τα παραπάνω δεν θα οδηγούσαν και δεν θα οδηγήσουν να γίνει το κόμμα της Δημοκρατικής Αριστεράς κάτι σαν το αντίστοιχο μη αριστερό Δημοκρατικό Κόμμα της Ιταλίας, το οποίο έχει στις γραμμές του πολλά μέλη και ψηφοφόρους αριστερούς, χωρίς το ίδιο ως κόμμα να είναι αριστερό, αλλά να γίνει τσόντα του ΠΑΣΟΚ.
Ο χαρακτήρας της κρίσης και η Δημοκρατική Αριστερά
Οι τελευταίες δραματικές πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις στην Ευρώπη και στη χώρα μας, το Μνημόνιο της εθνικής, κοινωνικής, πολιτικής και ταξικής υποταγής στην παγκόσμια και κυρίως στην ευρωπαϊκή και ελληνική ελίτ του χρηματιστικού κεφαλαίου καθιστούν το ΠΑΣΟΚ τον καλύτερο υπηρέτη αυτής της υποταγής.
Το πρόσφατο κατάπτυστο, αντεργατικό πολυνομοσχέδιο, που με τη μέθοδο του κατεπείγοντος ψήφισε, ανατρέπει τα πάντα. Το ΠΑΣΟΚ, με τον νόμο αυτό παραδίδει, από άποψη νομικού πλαισίου, αλυσοδεμένους χειροπόδαρα τους εργαζομένους στις ταξικές επιδιώξεις του κεφαλαίου. Κάτι τέτοιο ούτε στα πιο φιλόδοξα όνειρά τους δεν έβλεπαν οι εκτεταμένα κρατικοδίαιτοι και κρατικοπλουτίσαντες μεγαλοεπιχειρηματίες μας. Όλοι τους σχεδόν με τις φοροαπαλλαγές, τις εισφοροδιαφυγές και τις φοροκλοπές φούσκωσαν και φουσκώνουν με δισεκατομμύρια τους λογαριασμούς τους στους φορολογικούς παραδείσους ανά τον κόσμο. Σε 550-600 δισ. ευρώ ανεβάζουν οι έρευνες αυτά τα ποσά που 10.300 περίπου πάμπλουτοι Έλληνες κατακλέψανε τις τελευταίες δεκαετίες. Μέρος αυτών των δισ., άμεσα και έμμεσα, γίνονταν στη συνέχεια πανάκριβα δάνεια προς το Ελληνικό Δημόσιο. Όλοι αυτοί οι κερδοσκόποι συχνά μας κάνουν και μαθήματα πατριωτισμού. Αυτή είναι η υπ' αριθμόν ένα ληστεία εις βάρος του πλούτου της χώρας και είναι η κύρια αιτία της κρίσης, της πτώχευσης του λαού, της οικονομίας και των δημοσιοοικονομικών αδιεξόδων. Ανάμεσα σ' αυτούς τους πάμπλουτους είναι και όλοι σχεδόν οι μεγαλοκαναλάρχες. Τον πλούτο αυτόν που παράνομα φυγαδεύτηκε στο εξωτερικό και μαζί με τον πρόσθετο και τεραστίων διαστάσεων που διαθέτουν και στην Ελλάδα όχι μόνο δεν θέλει και δεν μπορεί να τον αγγίζει το ΠΑΣΟΚ, αλλά εντελώς ξεδιάντροπα, στο πλαίσιο μιας πρωτοφανούς συναλλαγής, με διάταξη που ενσωμάτωσε στο τελευταίο αντεργατικό πολυνομοσχέδιο με το οποίο ξεθεμελιώνει και θεσμικές ρυθμίσεις που κατακτήθηκαν με αγώνες και αίμα πολλών δεκαετιών, χαρίζει στους καναλάρχες και τον φόρο από τις διαφημίσεις που έπρεπε να αποδίδουν στο Δημόσιο και παράνομα κατακρατούσαν και κατακρατούν.
Από τον τεράστιο πλούτο που παρήγαγαν οι εργαζόμενοι στη χώρα μας και κερδοσκοπικά συσσώρευσε το κεφάλαιο και από τα δάνεια του Δημοσίου που τα λεηλατούσαν οι μεγαλοεργολάβοι και μεγαλοπρομηθευτές του ψίχουλα έφαγε και ο Πάγκαλος με τους φίλους του του πολιτικού κατεστημένου. Ψίχουλα έδιναν για πελατειακούς λόγους και στους κολλητούς συνδικαλιστές και εργατοπατέρες στις συντεχνίες και στην εργατική αριστοκρατία του γραφειοκρατικού σπάταλου, κομματικοποιημένου και διεφθαρμένου στενότερου και ευρύτερου δημόσιου τομέα. Ψίχουλα, που όλα μαζί είναι αρκετά δισ. και συνιστούν τεράστιο οικονομικό και πολιτικό πρόβλημα και σκάνδαλο, αλλά δεν συνιστούν την κύρια αιτία της έκτασης και του βάθους της κρίσης που βύθισε τη χώρα στην ύφεση. Αυτή ήταν και παραμένει η εκτεταμένη κερδοσκοπία και οι φοροκλοπές του κεφαλαίου και κάνει μεγάλο λάθος το κόμμα της Δημοκρατικής Αριστεράς που αντιστρέφει την ιεράρχιση των αιτιών της κρίσης και υποβαθμίζει έτσι τον κεντρικό ταξικό πυρήνα της. Στη βάση αυτής της λαθεμένης ιεράρχησης οικοδομεί και την ταυτότητά του και τη φυσιογνωμία του.
Οι τελευταίες εξελίξεις και κυρίως το πολυνομοσχέδιο, το οποίο και το κόμμα της Δημοκρατικής Αριστεράς το χαρακτήρισε "κόκκινη γραμμή", ελπίζω να ματαίωσαν οριστικά τις διεργασίες που θα ωθούσαν το κόμμα αυτό στην αγκαλιά του ΠΑΣΟΚ.
Η επόμενη μέρα, μετά και τις εξελίξεις που ανέφερα, ανοίγει τον δρόμο για διεύρυνση του ΣΥΡΙΖΑ και την ένταξη σ' αυτόν ως αυτόνομη συνιστώσα και του κόμματος της Δημοκρατικής Αριστεράς.
Τσίπρας και νέα προβλήματα στον ΣΥΝ
Αναφέρθηκα προηγουμένως στις ευθύνες των σ.σ. Αλαβάνου και Κουβέλη για την πορεία του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ. Ευθύνες και μάλιστα σοβαρές έχει και η υπόλοιπη ηγεσία του ΣΥΝ και προσωπικά ο σ. Τσίπρας.
Ο σ. Τσίπρας επάξια ηγήθηκε όλο αυτόν τον καιρό του ΣΥΝ και της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ. Από τότε που έγινε πρόεδρος πολλές φορές υπέστη άδικη κριτική και δέχτηκε σοβαρά και απαράδεκτα χτυπήματα, με πρώτο το ηχηρό και προσβλητικό εκείνο του σ. Λ. Κύρκου όταν μίλησε "για παιδαρέλια που νομίζουν ότι έγιναν ηγέτες". Ακολούθησε η συστηματική υπονόμευσή του από τον σ. Αλαβάνο, κάτι που η κοινωνία το κατέγραψε με τον δικό της απλό και απλοϊκό τρόπο ως ακατανόητη βεντέτα ανάμεσά τους και τους το καταλόγισε. Αλλά και ο σ. Τσίπρας απέναντι στις άδικες κριτικές και επιθέσεις αρκετές φορές αντέδρασε αντιφατικά, σπασμωδικά, με αδικαιολόγητη ανασφάλεια, με αλαζονεία και αυτάρκεια. Αρκετοί χειρισμοί του, ιδιαιτέρως της τελευταίας περιόδου των δημοτικών και περιφερειακών εκλογών, ήταν ανεπαρκείς. Στο πλαίσιο της πολύ σωστής στρατηγικής κατεύθυνσης για την πραγματοποίηση της μέγιστης δυνατής συνεργασίας με τις αντιμνημονιακές δυνάμεις του σοσιαλιστικού χώρου που αποδεσμεύονται πραγματικά από το ΠΑΣΟΚ, έγιναν αρκετά λάθη, ερασιτεχνισμοί και επιλογές που δεν ήταν αποτέλεσμα συλλογικών διερευνήσεων και διεργασιών. Επιλογές που έφεραν το κόμμα και συμμάχους του ΣΥΡΙΖΑ μπροστά σε προτετελεσμένες αποφάσεις. Ευθύνες σοβαρές για όλα αυτά έχει ο σ. Τσίπρας αλλά και αρκετά στελέχη της ηγεσίας. Συνεπώς χρειάζεται και από τον σ. Τσίπρα και από το σύνολο της ηγεσίας του ΣΥΝ μια σοβαρή και αυστηρή κριτική και αυτοκριτική θεώρηση όλης της μέχρι τώρα πορείας.
Ο ΣΥΝ έχει νέα προβλήματα και διαφωνίες. Οι μειοψηφικές θέσεις της νέας λεγόμενης "Αριστερής Τάσης" για την κρίση, το χρέος, το ευρώ και την Ε.Ε. είναι λαθεμένες αλλά θεμιτές, αρκεί να εκφέρονται, εσωκομματικά και δημόσια, με κομματικό τρόπο. Δεν γίνεται πάντα έτσι. Σήμερα, παρόμοιες θέσεις για άμεσο κίνδυνο κατάρρευσης της Ε.Ε., για τη χρησιμότητα της εξόδου της Ελλάδας απ' αυτή αναπτύσσονται από ειδικούς και ιδεολόγους όλων των θεωριών από ακραίους εθνικιστές, νεοφιλελεύθερους, μέχρι ακραίους αριστερούς σεχταριστές και αριστεριστές. Είμαι επιφυλακτικός απέναντι σε όσα γράφει ο αγαπητός σ. Λαφαζάνης, γιατί μου δίνουν την αίσθηση μιας γενικής ιδεολογικής και στρατηγικής αναδίπλωσής του έναντι του δημοκρατικού ανανεωτικού κομμουνιστικού οράματος, έναντι του δημοκρατικού αντικαπιταλιστικού δρόμου και του δημοκρατικού σοσιαλισμού. Αναδίπλωση σε νεοσεχταριστικές θεωρήσεις. Μακάρι να κάνω λάθος.
Ο διευρυμένος ΣΥΡΙΖΑ και ο αριστερισμός
Οργανωμένα και συστηματικά στις νέες συνθήκες που διανύουμε να οικοδομήσουμε τον πιο διευρυμένο ΣΥΡΙΖΑ. Μέχρι τώρα. Ο αριστερισμός μερικών συνιστωσών του, που υπήρχε από την ίδρυσή του, δεν μπορούσε να ακυρώσει τη σωστή κατεύθυνση του εγχειρήματος, γιατί ούτε σπουδαίο αντίκρισμα στην ελληνική κοινωνία είχε, ούτε διεθνή στηρίγματα και ενθαρρύνσεις, όπως συνέβαινε στις παλιότερες δεκαετίες, τότε που οι αριστερισμοί, οι σεχταρισμοί και οι σταλινισμοί ώθησαν μέχρι και σε πολεμικές αντιπαραθέσεις ανάμεσα στις τότε λεγόμενες χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού, ανάμεσα στην Κίνα και στην ΕΣΣΔ. Σήμερα εκείνος ο μαοϊσμός ξεθώριασε και τον σταλινισμό τον μονοπωλεί σχεδόν το ΚΚΕ. Αν παρ' όλα τα παραπάνω ο αριστερισμός ορισμένων συνιστωσών τις οδηγήσει να μην ακολουθήσουν τον νέο ΣΥΡΙΖΑ γιατί γι' αυτές η κρίση θα έπρεπε να κάνει τον ΣΥΡΙΖΑ πιο "επαναστατικό", θα είναι μεν αρνητική εξέλιξη, αλλά το κενό θα υπερκαλυφθεί από τις νέες δυνάμεις που συστηματικά θα πρέπει να επιδιωχθεί να ενταχθούν, είτε αυτές είναι όσες αποδεσμεύονται από το ΠΑΣΟΚ (πολιτική κίνηση Μητρόπουλου και άλλοι) είτε είναι εκείνες της Δημοκρατικής Αριστεράς, είτε των αριστερών οικολόγων, με την υπογράμμιση ότι, οικολόγοι είμαστε, πρέπει να είμαστε όλοι.
Ώρα για το μεγάλο μέτωπο, αλλά...
Ήρθε η ώρα, οι αντικειμενικές συνθήκες είναι ώριμες και το απαιτούν, όλοι οι αριστεροί, οι κομμουνιστές, οι ριζοσπάστες και πραγματικοί σοσιαλιστές, οι προοδευτικοί άνθρωποι να δημιουργήσουν το μεγάλο πατριωτικό, ταξικό, προοδευτικό, ευρωπαϊκό και διεθνικιστικό μέτωπο. Επιτέλους πρέπει να το καταλάβει και η ηγεσία του ΚΚΕ και να συμβάλει για να γεννηθεί το σύγχρονο ΕΑΜ, κάτι που θα ανατρέψει το κυρίαρχο πολιτικό σκηνικό, θα τρομάξει τις αστικές δυνάμεις στην Ελλάδα και στην Ευρώπη και θα τις αναγκάσει να κάνουν σοβαρές υποχωρήσεις προς όφελος των εργαζομένων και του λαού. Θα συμβάλει θετικά στην επαναθεμελίωση της Ε.Ε. προς την κατεύθυνση που λέει το κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς. Αν τελικά η Ε.Ε. καταρρεύσει λόγω των εσωκαπιταλιστικών της αντιθέσεων, και αντιφάσεων η αριστερά δεν θα έχει ευθύνες για ό,τι αρνητικό προκύψει για τους λαούς από την κατάρρευση και ίσως από καλύτερες θέσεις θα παλέψει για τα παραπέρα.
...Η ηγεσία του ΚΚΕ παραμένει σεχταριστική
Το μεγάλο μέτωπο, το σύγχρονο ΕΑΜ ή η σύγχρονη ΕΔΑ είναι στη σημερινή φάση αδύνατο να δημιουργηθούν, γιατί ο ηγετικός πυρήνας της ηγεσίας του ΚΚΕ έχει έναν τέτοιο σεχταρισμό και σταλινισμό που από άποψη πολιτικής τεχνικής είναι πιο ακραίος και από τις εποχές των Ζαχαριάδη, Κολιγιάννη και Φλωράκη. Και απ' ό,τι φαίνεται θα παραμείνει έτσι για πολύ καιρό ακόμα. Αλλά ένας νέος και πιο διευρυμένος ΣΥΡΙΖΑ, σαν αυτόν που ανέφερα παραπάνω, θα συμβάλει πιο αποφασιστικά για να ανοίξει ο δρόμος ώστε σε μια δεύτερη φάση να γίνει και το μεγάλο Μέτωπο της Αριστεράς και της Προόδου.
Ο σ. Μ. Γλέζος και ο ΣΥΡΙΖΑ
Η ιστορία, η προσφορά και το ήθος του σ. Μ. Γλέζου είναι γνωστά στους πάντες. Αποτελεί ένα εθνικό, πατριωτικό και αριστερό σύμβολο που τιμά τους αγώνες του λαού μας και συνεχίζει να βρίσκεται στις πρώτες γραμμές αυτών των αγώνων.
Οι εμπειρίες του τον βοηθούν περισσότερο από κάθε άλλον ν' αντιλαμβάνεται ότι για την ώρα στον νέο και διευρυμένο ΣΥΡΙΖΑ δεν χωράνε ούτε οι συνιστώσες (καμιά δεκαριά) που συγκροτούν την "ΑΝΤΑΡΣΥΑ", γιατί δυστυχώς δεν είναι διατεθειμένες να απομακρυνθούν ούτε ένα εκατοστό από τις αριστερίστικες προγραμματικές και ιδεολογικές νοσταλγίες και επιλογές τους. Επίσης, όπως είπα, και κάποιες συνιστώσες του σημερινού ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να μην παραμείνουν. Όσο κι αν είναι καλές οι προθέσεις και οι επιθυμίες του σ. Μ. Γλέζου να μπουν οι πάντες στον ΣΥΡΙΖΑ, αυτό αποτελεί ουτοπία -εξάλλου πάντα υπήρχαν και θα υπάρχουν ακραίες και αριστερίστικες ομάδες που μένουν έξω από τους μεγάλους φορείς, αυτό γινόταν και επί εποχής ΕΑΜ και ΕΔΑ, εποχές που γνωρίζει πολύ καλά ο σ. Μ. Γλέζος- και συνεπώς θα είναι η προσφορά του πιο αποδοτική αν στις εσωτερικές αντιπαραθέσεις στον ΣΥΡΙΖΑ δεν κρατάει ίσες αποστάσεις από τις διάφορες συνιστώσες και τοποθετηθεί με σαφήνεια υπέρ εκείνων που θέλουν πραγματικά την ενότητα και τη διεύρυνση του ΣΥΡΙΖΑ.
Ετικέτες
Αναδημοσιεύσεις,
Αυγή,
ΣΥΡΙΖΑ
Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2011
Ο ΣΥΡΙΖΑ πέθανε, ζήτω ο νέος ΣΥΡΙΖΑ
Ημερομηνία δημοσίευσης: 09/01/2011
Του ΒΑΣΙΛΗ ΚΩΤΟΥΛΑ
Ο νέος ΣΥΡΙΖΑ είναι η κεντρική πολιτική, ιδεολογική και στρατηγική ιδέα αυτού του κειμένου. Ο χθεσινός ΣΥΡΙΖΑ που "πέθανε" γεννήθηκε επί προεδρίας του σ. Ν. Κωνσταντόπουλου και στη διαδρομή του πέρασε πολλές φουρτούνες. Η ίδρυσή του θεωρήθηκε στοιχείο της λεγόμενης αριστερής στροφής του ΣΥΝ, αριστερή στροφή που βάθυνε επί προεδρίας του σ. Αλ. Αλαβάνου. Πέρα από τα μεγάλα λόγια που τον συνόδεψαν ήταν μια σωστή προσπάθεια υλοποίησης της ενότητας των αριστερών δυνάμεων που πρέπει σταθερά και πάντα να επιδιώκεται. Ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρήθηκε στρατηγική επιλογή μακράς πνοής και προοπτικής. Προωθήθηκε άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο αποτελεσματικά, άλλοτε με περισσότερα και άλλοτε με λιγότερα λάθη και πισωγυρίσματα που αντανακλούσαν και τα προβλήματα της εσωτερικής συνοχής τόσο του ΣΥΝ όσο και του ΣΥΡΙΖΑ.
Ο ΣΥΝ αποτελούσε και αποτελεί την πλειοψηφική συνιστώσα του ΣΥΡΙΖΑ, μακράν πιο μεγάλη απ' όλες τις υπόλοιπες μαζί. Απροσδιόριστη από άποψη μεγέθους, αλλά ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η "συνιστώσα" των ανένταχτων. Το γεγονός ότι ο ΣΥΝ είναι η μεγάλη συνιστώσα δεν έπρεπε και δεν πρέπει να έχει περισσότερα δικαιώματα, αλλά περισσότερες υποχρεώσεις.
Η ιστορική εμπειρία διδάσκει ότι το κίνημα μεγαλούργησε τόσο την περίοδο του ΕΑΜ όσο και στη διαφορετική αλλά σημαντική περίοδο της ΕΔΑ, όταν η κύρια δύναμη, τότε ήταν το ΚΚΕ και οι κομμουνιστές ηγεμόνευαν με τη στάση τους, τη δράση τους, την προσφορά τους, τις ιδέες τους και την πειθώ τους. Όταν αυτή η διάσταση της ηγεμονίας αδυνάτιζε και ενισχυόταν εκείνη της επιβολής διά της ποσοτικής υπεροχής τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά.
Η περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ σήμερα είναι πολύ διαφορετική, αλλά οι ποσοτικές αναλογίες των διαφόρων συνιστωσών του, στα συνολικά πολύ μικρότερα μεγέθη, είναι παρόμοιες. Οι μικρές συνιστώσες πρέπει να μην αγνοούν το δικό τους ειδικό βάρος και να διατυπώνουν με μεγαλύτερη αίσθηση της πραγματικότητας τις διάφορες απαιτήσεις τους. Να σέβονται τους εσωτερικούς προβληματισμούς της μεγάλης συνιστώσας, να εκφράζονται με περισσότερο συντροφικό, ενωτικό και συμμαχικό πνεύμα και με μικρότερη έπαρση. Ο μικρομεγαλισμός δεν βοηθάει απ' όπου κι αν εκδηλώνεται. Να έχουν όλοι βαθιά συνείδηση και συναίσθηση ότι το σχήμα είναι σχήμα συνεργασίας αυτόνομων συνιστωσών και κομμάτων και δεν μπορεί παρά να έχει χαρακτηριστικά ομοσπονδίας και όχι ενιαίου κόμματος, να λειτουργεί διά εκπροσώπων και αντιπροσώπων και στη βάση να ενσωματώνει και αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες. Να αποφασίζει με συναινέσεις.
Είναι επιτακτική ανάγκη να κάνουμε όλοι ένα βήμα πίσω και με αρκετή αυτοκριτική να ξαναπιάσουμε το νήμα από τα ιδρυτικά κείμενα, να τα εμπλουτίσουμε, να τα επικαιροποιήσουμε και να συγκροτήσουμε το νέο "minimum" κοινό πρόγραμμα και σχέδιο. Έτσι θα δημιουργήσουμε τον νέο ΣΥΡΙΖΑ και μόνον έτσι θα μπορέσουμε όλοι μαζί να κάνουμε δύο βήματα μπροστά.
Αλαβάνος - Κουβέλης - Τσίπρας
Οι τρεις αυτοί σύντροφοι διαδραμάτισαν και διαδραματίζουν έναν σημαντικό ηγετικό ρόλο στον ΣΥΝ και στον ευρύτερο χώρο της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής αριστεράς. Ο ρόλος τους ήταν θετικός για όποιες επιτυχίες είχε και καθοριστικά αρνητικός για ό,τι δεν πήγε καλά. Είναι ώρα για μια βαθιά κριτική και κυρίως αυτοκριτική επανεκτίμηση της όλης ιστορίας τους και από τη σημερινή θέση, ρόλο και χώρο που ο καθένας βρίσκεται να συμβάλλουν πιο αποτελεσματικά για ένα νέο ξεκίνημα.
Αλαβάνος και το "μέτωπο Α.Α."
Η αγωνιστική ιστορία του σ. Αλαβάνου είναι γνωστή και πολύ πλούσια, για αρκετά χρόνια αναπτύχθηκε από τις γραμμές του δογματικού ΚΚΕ και σε συνέχεια, μετά την κρίση του ΚΚΕ και την αποχώρησή του από τον Συνασπισμό, συνέχισε τη δράση του από τις γραμμές του ΣΥΝ που μετεξελίχθηκε σε ενιαίο κόμμα. Όταν παραιτήθηκε ο σ. Ν. Κωνσταντόπουλος από πρόεδρος του κόμματος και αφού αρνήθηκε κατηγορηματικά, τότε και μετέπειτα, ο σ. Γ. Δραγασάκης να δεχτεί να είναι υποψήφιος, πρόταση που του έγινε από αρκετούς συντρόφους όλων των τότε ρευμάτων, εκλέχθηκε ο σύντροφος Αλαβάνος με ευρεία πλειοψηφία. Η προσφορά του τόσο κατά τη μακρά περίοδο της ευρωβουλευτικής του δράσης όσο και κυρίως κατά την περίοδο που ήταν πρόεδρος του ΣΥΝ ήταν πολύ θετική.
Βοήθησε σημαντικά στην ολοκλήρωση της αριστερής στροφής του κόμματος και στην εκλογική επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ το 2007. Παραιτήθηκε από πρόεδρος σε μια περίοδο που δεν έπρεπε να το κάνει. Φάνηκε τότε ότι ήθελε να προωθήσει την ανανέωση και τη νέα γενιά στην ηγεσία του κόμματος και πρότεινε για πρόεδρο τον άξιο, νέο, και ήδη επιτυχημένο ηγέτη στην "Ανοιχτή Πόλη" σ. Τσίπρα. Για την ενέργεια εκείνη εισέπραξε από πολλούς και από την κοινωνία πολλά εύσημα. Για τον εαυτό του φάνηκε τότε ότι επιφύλασσε, και για λόγους υγείας, έναν δεύτερο και βοηθητικό ρόλο δίπλα στον νέο πρόεδρο. Πολλοί, μεταξύ αυτών και εγώ, δεν μπορέσαμε να εξηγήσουμε μόνο με πολιτικά κριτήρια τη μετέπειτα στάση του.
Φαίνεται ότι όταν παραιτήθηκε από πρόεδρος του ΣΥΝ, οι προθέσεις του ή δεν ήταν ειλικρινείς ή, στην πορεία, μέσα από διεργασίες και ψυχολογικού χαρακτήρα -άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου- επανατοποθετήθηκε και δεν του αρκούσε ο δεύτερος και βοηθητικός ρόλος και άρχισε να διεκδικεί για τον εαυτό του ρόλο υπεραρχηγού όχι μόνο στον ΣΥΝ αλλά και σε όλο τον ΣΥΡΙΖΑ. Δεν είμαι σίγουρος αν σ' αυτό προσέβλεπε από την αρχή. Απ' ό,τι γνωρίζω δεν το είπε, δεν το διερεύνησε, δεν το συζήτησε με κανένα. Έκανε λάθος εκτίμηση, έπρεπε να γνωρίζει ότι ο χώρος αυτός, ο χώρος του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ δεν δέχεται υπεραρχηγούς και, όπως απέδειξαν και οι πρόσφατες περιφερειακές εκλογές, ούτε οι ψηφοφόροι το δέχονται. Σ' όλη αυτή την περίοδο των αντιπαραθέσεων ήταν ιδιαίτερα άδικος και υπονομευτικός εναντίον του σ. Τσίπρα και εναντίον του ΣΥΝ από τότε που αποχώρησε απ' αυτόν. Ταυτόχρονα, την ίδια περίοδο και ο ίδιος υπέστη υπερβολικές και άδικες κριτικές και επιθέσεις.
Όλα αυτά είναι αρνητικές σελίδες της πρόσφατης ιστορίας μας και ο κόσμος της αριστεράς μάς τις καταλόγισε και μας τιμώρησε αναλόγως. Μπορούμε να τα υπερβούμε; Δεν γνωρίζω και είμαι αρκετά απαισιόδοξος. Ίσως τα καταφέρουμε αν απαλλαγούμε όλοι από τις απολυτότητές μας και τα εγώ μας και ξαναβρούμε το συντροφικό και ενωτικό πνεύμα. Το ήθος της αριστεράς και πολύ περισσότερο των ηγετών της παίζει σημαντικό ρόλο και πρέπει να είναι ένα ουσιαστικό συντακτικό στοιχείο της ταυτότητάς της γιατί εμπεριέχει τις αξίες της μελλοντικής κοινωνίας που επαγγέλλεται, τις αξίες της ανιδιοτέλειας, της αλληλεγγύης και του αλτρουισμού.
Σ' ένα νέο ξεκίνημα και ο σύντροφος Αλαβάνος και ίσως με ολόκληρο το "Μέτωπο Αλληλεγγύης και Ανατροπής" ενταγμένο ως αυτόνομη συνιστώσα στον ΣΥΡΙΖΑ έχει και έχουν να προσφέρουν σημαντικό έργο, αρκεί να μη συνεχίσουν να προωθούν ανταγωνιστικά σχέδια. Αυτό θα διευκόλυνε και θα απλοποιούσε τις παραλυτικές διαδικασίες και θα ήταν ακόμη πιο καλό αν και οι συνιστώσες που συγκροτούν την "ΑΝΑΣΑ" λειτουργούσαν και αυτές ενιαία ως μια συνιστώσα μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ. Θα τον απάλλασσαν έτσι από την εικόνα που μερικές φορές μοιάζει γελοία, με δεκάδες συνιστώσες που μερικές απ' αυτές είναι μικρότερες και από μια πολιτική κίνηση βάσης του ΣΥΝ. Γνωρίζω ότι αυτό είναι αρκετά δύσκολο, προσκρούει στον αριστερισμό που αρκετές έχουν και στις φιλοδοξίες των ηγετών και των ηγετίσκων. Αυτά δεν αφορούν τον σ. Αλαβάνο, ο ίδιος δεν ήταν και δεν είναι αριστεριστής. Ακόμη κι όταν κάποιες τοποθετήσεις του φαίνονταν τέτοιες, δεν εδράζονται σε αριστερίστικες θεωρήσεις, αλλά σε μια πολιτική κουλτούρα που μερικές φορές μοιάζει αδιευκρίνιστη και αντιφατική.
Κουβέλης και το κόμμα της "Δημοκρατικής Αριστεράς"
Ο σ. Φώτης Κουβέλης έχει κι αυτός τη δική του αγωνιστική ιστορία. Παρουσιάστηκε στο προσκήνιο κυρίως μετά την πτώση της δικτατορίας και δραστηριοποιήθηκε στις γραμμές του ΚΚΕ εσ. πρώτα και στη συνέχεια της ΕΑΡ στην πολύ μικρή της περίοδο ως αυτόνομο κόμμα. Μικρή γιατί ίσως ο τότε ηγετικός της πυρήνας σύντομα διαπίστωσε ότι ως αυτόνομο κόμμα δεν είχε μάλλον. Ο σ. Κουβέλης αναδείχθηκε ως σημαντικός κοινοβουλευτικός παράγοντας αρχικά στον μεγάλο Συνασπισμό και με το ΚΚΕ και στη συνέχεια έκανε αρκετές θητείες βουλευτής και κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ. Σε θετικό πλαίσιο εντός του ΣΥΝ κράτησε και την αντιπαράθεσή του κατά τη διάρκεια που διεκδίκησε την προεδρία του κόμματος και συσπείρωσε γύρω του ένα καλό ποσοστό, μόλις κάτι λιγότερο του 30%. Πρόεδρος εκλέχθηκε με 70% περίπου ο σ. Τσίπρας.
Ενώ η συνολική στάση και δράση του σ. Κουβέλη ήταν θετική, δεν μπορώ να πω το ίδιο και για τη λεγόμενη "Α.Π.", ιδιαίτερα για τη δράση της και τις λειτουργίες της την τελευταία περίοδο. Εκεί που ο σ. Κουβέλης έκανε το μεγάλο λάθος και έχει σοβαρές ευθύνες ήταν στο τελευταίο συνέδριο του ΣΥΝ όταν μια μικρή μειοψηφία, κάτι λιγότερο από 20%, αφού δεν κατάφερε να επιβάλει τα εκβιαστικά της διλήμματα, διέσπασε το κόμμα. Οι αποχωρήσαντες αριθμητικά ήταν λίγοι και ακόμη λιγότερα τα μέλη του κόμματος που τους ακολούθησαν, αλλά η ζημιά στο κόμμα, στον ΣΥΡΙΖΑ, στην αριστερά και ιδιαίτερα στην ανανεωτική αριστερά πολύ μεγαλύτερη.
* Τέλος α' μέρους (η συνέχεια στο φύλλο της Τρίτης)
Ετικέτες
Αναδημοσιεύσεις,
Αυγή,
ΣΥΡΙΖΑ
Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2011
Το τέλος του «τέλους της ιστορίας»
![]() |
| By Wawilkes (Own work) ,CC-BY-SA-3.0,via Wikimedia Commons |
του Γιάννη Κιμπουρόπουλου, από το Δρόμο, 30.12.10
Η κρίση αναδεικνύει τα αδιέξοδα του καπιταλισμού, κορυφώνει αντιθέσεις και επαναφέρει… αλήθειες.
Το ζοφερό έτος 2010, κατά κάποιον τρόπο, άρχισε τρία χρόνια πριν. Την άνοιξη του 2007. Όταν ο Αμερικανός πολίτης κ. Τζόνσον (ή ο ιρλανδικής καταγωγής κ. Ο’Μπράιαν ή ο Αφροαμερικανός κ. Γουίνστον, δεν έχει τόση σημασία) πήρε ειδοποίηση κατάσχεσης του ενυπόθηκου ακινήτου του για τις δόσεις του δανείου που καθυστερούσε να πληρώσει. Άλλο ένα ακίνητο εντάχθηκε στα χιλιάδες, στα εκατομμύρια ακίνητα που είχαν συσσωρεύσει οι αμερικανικές τράπεζες. Ακίνητα που έμειναν αζήτητα και απούλητα για μήνες, με αποτέλεσμα να καταρρεύσουν οι τιμές τους.
Μαζί τους, όμως, κατέρρεαν και οι τιμές των τοξικών ομολόγων, με τα οποία οι αμερικανικές τράπεζες είχαν «ασφαλίσει» τα επισφαλή στεγαστικά δάνεια που αφειδώς χορηγούσαν μέχρι τότε. Αντιθέτως, δικαιώθηκαν τα κερδοσκοπικά κεφάλαια που στοιχημάτιζαν στην κατάρρευση της αγοράς στεγαστικών δανείων υψηλού ρίσκου -τα περίφημα subprime. Το επενδυτικό χαρτοφυλάκιο του Τζον Πόλσον, που έπαιξε (αν δεν προκάλεσε) σ’ αυτή την κατάρρευση, είχε απόδοση 590%! Ο ίδιος λέγεται ότι αποκόμισε από την καταστροφή εκατομμυρίων αμερικανικών νοικοκυριών, χιλιάδων μικροεπενδυτών και εκατοντάδων τραπεζών ένα προσωπικό κέρδος που κυμαίνεται μεταξύ 4 και 15 δισ. δολαρίων.
Σώστε τις τράπεζες…
Η συνέχεια είναι μάλλον γνωστή. Ο καπιταλισμός καζίνο, που στην εντελώς απορυθμισμένη αμερικανική χρηματιστική οικονομία είχε φτάσει στο απόγειό του, αποκαλύφθηκε ότι είχε καταλάβει τον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό μέχρι μυελού των οστών. Όλες οι καθωσπρέπει ευρωπαϊκές τράπεζες, κρατικές ή ιδιωτικές, ακόμη και στις χώρες που σείουν αλαζονικά τις σημαίες των πλεονασμάτων τους και την προτεσταντική ηθική των προϋπολογισμών τους, διέθεταν τον εξ Αμερικής τοξικό ιό σε δόση επαρκή για να τις «σκοτώσει». Μπροστά στον κίνδυνο αυτό, οι πολιτικές ηγεσίες του αναπτυγμένου καπιταλιστικού κόσμου δεν είχαν καμιά ταλάντευση. Αφού επιδόθηκαν σε ένα πρωτοφανές ρητορικό αντικαπιταλιστικό κρεσέντο (κατακεραυνώνοντας τα golden boys και τις αθέμιτες πρακτικές τους), ομονόησαν στο Σύμβολο της (τραπεζικής) Πίστεως. «Σώστε τις τράπεζες» ήταν το απανταχού Γης σύνθημα που οι κοινωνίες της Δύσης, ιδιαίτερα της Ευρώπης, πληρώνουν μέχρι σήμερα με όλο και σκληρότερο τίμημα.Επομένως, το σοκ του 2010, εκφρασμένο ως κυριολεξία στην περίπτωση της Ελλάδας και των υπερχρεωμένων χωρών της ευρωζώνης, δεν ήταν παρά συνέχεια του σοκ του 2007, του 2008, του 2009. Το ποσό που διέθεσαν οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ, της Ευρώπης και της Ασίας για τη διάσωση των τραπεζικών συστημάτων από το 2008 μέχρι σήμερα υπολογίζεται σε πάνω από 10 τρισεκατομμύρια δολάρια. Την ίδια περίοδο, το παγκόσμιο χρέος εκτινάχθηκε από τα 30 τρισ. δολάρια σε πάνω από 40 τρισ. Η αναλογία είναι αποκαλυπτική. Εξίσου αποκαλυπτική είναι η απεικόνιση της γεωγραφικής κατανομής του παγκόσμιου χρέους στο σχετικό «ρολόι» του Economist (βλέπε global debt clock). Το δημόσιο χρέος ΗΠΑ, Καναδά, ευρωζώνης, Ιαπωνίας κυμαίνεται από 70% έως 200% του ΑΕΠ, με την Αυστραλία να αποτελεί μοναχική εξαίρεση σ’ αυτόν το νέο κανόνα του ιστορικού καπιταλισμού.
…και λιώστε τις κοινωνίες
Η ανακεφαλαίωση αυτή της κρίσης είναι ίσως αναγκαία για να κατανοήσουμε το χαρακτήρα της. Υπάρχουν πολλές, πρωτεϊκές εκδοχές της κρίσης, αλλά η κρίση παραμένει μία. Η κρίση στην αμερικανική αγορά στέγης έγινε κρίση στεγαστικών δανείων, άρα κρίση τραπεζικού χρέους, κι αυτή με τη σειρά της –όχι χάρη σε κάποιο «αόρατο χέρι της αγοράς», αλλά με το ορατό χέρι των κυβερνήσεων- μεταμορφώθηκε σε κρίση κρατικού χρέους. Η αφετηρία της, όμως, η αδυναμία του υποθετικού Αμερικανού πολίτη Τζόνσον να πληρώσει το στεγαστικό του δάνειο, μας υπενθυμίζει ότι στον πυρήνα της η κρίση παραμένει μια κλασική κρίση υπερπαραγωγής αγαθών και υπερσυσσώρευσης περιουσιακών στοιχείων, που τα φτωχότερα στρώματα είναι σε ολοένα μεγαλύτερη αδυναμία να αποκτήσουν.Βεβαίως, αυτός ο πυρηνικός, στοιχειώδης χαρακτήρας της κρίσης, στις συνθήκες του ακραίου καπιταλισμού, της παγκοσμιοποίησης και της ηγεμονίας του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, μετασχηματίζεται σε κάτι μεγαλύτερο: μέσα από τον κυκεώνα αντιθέσεων που προκαλεί κάθε προσπάθεια παλινόρθωσης του κέρδους και επαναρύθμισης των κανόνων στο γήπεδο της απληστίας, το σύστημα βουλιάζει στο βούρκο που δημιουργεί. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με ακρίβεια ποια μορφή μπορεί να έχει η κρίση στην επόμενη φάση της –νομισματική, εμπορευματική, ενεργειακή, χρηματιστηριακή; Όλοι, ωστόσο, μπορούν πλέον να διακρίνουν με ασφάλεια ότι ο καπιταλισμός διέρχεται μια ιστορικού χαρακτήρα κρίση αναπαραγωγής των δομών του, σε εθνική αλλά και παγκόσμια κλίμακα. Σε τελική ανάλυση, πρόκειται για μια βαθύτατη κρίση πολιτισμού, πιθανότατα χωρίς ημερομηνία λήξης.
Η αναφορά στον πολιτισμό δεν είναι φιλολογική υπερβολή. Εστιάζοντας στην Ευρώπη, όπου ο νεοφιλελεύθερος δογματισμός έχει εγκαθιδρύσει την ιδιότυπη δικτατορία του εις βάρος των κοινωνιών, ο υπαρκτός καπιταλισμός έρχεται σε σύγκρουση με τις ρίζες της ύπαρξής του, αν παραδεχθούμε ότι αυτές ανάγονται στα κεκτημένα των αστικών επαναστάσεων του 18ου και 19ου αιώνα, αλλά και στην κουλτούρα της κοινωνικής διαπραγμάτευσης που καθιέρωσε η μεταπολεμική τάξη πραγμάτων. Οι έννοιες «ελευθερία, ισότητα, αλληλεγγύη», που αποτέλεσαν σημαία της Γαλλικής Επανάστασης, σήμερα συνθλίβονται εκεί που τα ισχνά εργασιακά δικαιώματα αναιρούνται, το κοινωνικό κράτος αποψιλώνεται και τα δημόσια αγαθά ιδιωτικοποιούνται, για να ενισχυθεί το καπιταλιστικό κέρδος.
Ουσιαστικά, στο φόντο της χρηματοπιστωτικής κρίσης και της κρίσης χρέους που τη διαδέχθηκε, το αγωνιώδες σύνθημα των πολιτικών και επιχειρηματικών ελίτ, «Σώστε τις τράπεζες», συμπληρώνεται με την εκδικητική ιαχή: «Λιώστε τις κοινωνίες».
Η αντι-μεταρρύθμιση
Ο απολογισμός του 2010, ιδιαίτερα στη διακεκαυμένη ευρωζώνη, είναι αποκαλυπτικός. Ενώ μέχρι τα τέλη του 2009 συντηρούνταν η εντύπωση ότι οι ηγεσίες της Ε.Ε., σε ένα στοιχειώδη συντονισμό με την αμερικανική ηγεσία, αναζητούσαν κανόνες ρύθμισης της αχαλίνωτης χρηματοπιστωτικής απληστίας, ενώ βρίσκονταν σε προωθημένο στάδιο συζητήσεις για μια ορθολογικότερη αναθεώρηση του Συμφώνου Σταθερότητας, που θα έδινε κάποια ώθηση στην ισχνή ανάπτυξη, με ενθάρρυνση των δημόσιων δαπανών και της απασχόλησης, στις αρχές του 2010, με την ελληνική δημοσιονομική κρίση στο επίκεντρο, συντελέστηκε μια εντυπωσιακή παλινόρθωση του νεοφιλελευθερισμού.Η στριμωγμένη στη γωνία, λόγω της αδυναμίας της να προβλέψει την κρίση, ευρωκρατία ξαναβγήκε στο κλαρί, απαιτώντας σιδερένιους κανόνες δημοσιονομικής ορθοδοξίας. Με έναν εντυπωσιακό συντονισμό, οι κυβερνήσεις των 27, κεντροδεξιές ή σοσιαλδημοκρατικές, βρέθηκαν στον αντίποδα όσων ψέλλιζαν νωρίτερα. Ποτέ στην ιστορία της Ε.Ε. δεν είχε προωθηθεί, σε τόσο λίγους μήνες, σε τόσες χώρες, τόσο ευρύ πρόγραμμα αντι-μεταρρύθμισης. Τη χρονιά που η Ε.Ε. είχε κηρύξει ως «έτος καταπολέμησης της φτώχειας» (με φιλοδοξίες, μάλιστα, να το μετατρέψει σε «δεκαετία κατά της φτώχειας») προώθησε το ευρύτερο πρόγραμμα φτωχοποίησης των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Αν δεν το είχαμε ζήσει στο πετσί μας, θα νομίζαμε ότι είναι ανέκδοτο. Τα προγράμματα «δημοσιονομικής προσαρμογής», που προωθούνται περίπου ταυτόχρονα σε 10 χώρες της ευρωζώνης και της Ε.Ε., έχουν ένα σαφέστατο ταξικό χαρακτήρα: όλο το βάρος πέφτει στα φτωχότερα στρώματα, προκειμένου να απελευθερωθεί ζωτικός χώρος για τους κατόχους του πλούτου. Θυσία στο όνομα μιας αβέβαιης ανάπτυξης, που υποτίθεται ότι θα προέλθει από αυτούς και τη διάθεσή τους να επενδύσουν.
Ακόμη περισσότερο, τα προγράμματα λιτότητας και «αποπληθωρισμού των μισθών», που εφαρμόζονται με προγράμματα-καρμπόν στις υπερχρεωμένες χώρες, παίρνουν τη διάσταση μιας ταξικής ρεβάνς: είναι η σφοδρότερη επίθεση του κεφαλαίου στον κόσμο της εργασίας κατά τις μεταπολεμικές δεκαετίες. Από την άποψη αυτή, τα μέτρα που προωθούν με ταξική αυταπάρνηση, συχνότατα παρά το πολιτικό και εκλογικό κόστος, οι κυβερνήσεις στην Ε.Ε. και όχι μόνο σ’ αυτή αναδεικνύουν το ξεχασμένο σύνορο του καπιταλιστικού κόσμου, τη θεμελιώδη αντίθεση του οικονομικού μας πολιτισμού ανάμεσα στο κεφάλαιο (με όλες τις οβιδιακές μεταμορφώσεις του) και την εργασία (με όλες τις πολιτισμικές και τεχνολογικές μεταλλάξεις της).
Να, λοιπόν, που η πάλη των τάξεων δεν έχει καταργηθεί, όπως με ακλόνητη αυτοπεποίθηση μας βεβαίωναν οι θεωρητικοί του νεοφιλελευθερισμού. Να που το τέλος της ιστορίας δεν επήλθε, όταν αναγγέλθηκε, προ εικοσαετίας. Τώρα ζούμε την ανατροπή του δόγματος: Το τέλος του «τέλους της ιστορίας».
Νέφος αντιθέσεων
Φυσικά, θα ήταν μια ανόητη απλούστευση να φανταστούμε όλο τον κόσμο σχηματοποιημένο σε ένα συνασπισμένο κεφάλαιο, που συνωμοτεί σε κάποιο αόρατο κέντρο παγκόσμιας εξουσίας και διακυβέρνησης, από τη μια, και το σαστισμένο κόσμο της εργασίας, από την άλλη, να αναζητεί τρόπο να οργανώσει το διεθνή αντι-συνασπισμό του. Ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός παρουσιάζει, μεταξύ άλλων, την απειλητική ικανότητα να παράγει τις μύριες όσες αντιθέσεις. Κατά το ζοφερό 2010, τα είδαμε όλα:- Την ευρωζώνη και την Ε.Ε. να σπαράσσεται από την αντίθεση των λίγων πλεονασματικών (με καρδιά τη Γερμανία, φυσικά) και των πολλών ελλειμματικών χωρών. Παρ’ ότι η Γερμανία καυχάται ότι τα πλεονάσματά της οφείλονται στην ήδη δεκαετή πολιτική υποτίμησης της εργασίας αντιστρόφως ανάλογα προς την αύξηση της παραγωγικότητάς της, είναι βέβαιο ότι η εξαγωγή του μοντέλου της (σε πολύ πιο ακραία μορφή) στις ελλειμματικές χώρες είναι απίθανο να τις καταστήσει πλεονασματικές. Το ευρώ αποδεικνύεται εκ φύσεως ο ασφαλέστερος δρόμος για τη διεύρυνση των ανισοτήτων στην Ε.Ε.
- Είδαμε ακόμη την εκκολαπτόμενη «παγκόσμια οικονομική διακυβέρνηση» να καταρρέει υπό το βάρος των εθνικών ανταγωνισμών γύρω από το πώς θα ελεγχθεί, θα «ρυθμιστεί» και θα φορολογηθεί η διεθνής κυκλοφορία του κεφαλαίου. Κάθε κυβέρνηση σπεύδει πριν απ’ όλα να υπερασπιστεί την άρχουσα τάξη της. Λογικό. Απ’ το χέρι που τρως γλείφεις κιόλας…
- Είδαμε, επίσης, την παγκοσμιοποίηση να αφήνει έδαφος σε μια ακριβώς αντίστροφη ροπή, μια απο-παγκοσμιοποίηση, που τρέφει μέτρα και πολιτικές προστατευτισμού (ΗΠΑ κατά Κίνας) και απειλεί ανά πάσα στιγμή την ανθρωπότητα με γενικευμένους νομισματικούς και εμπορικούς πολέμους- τους οποίους, όπως αποδεικνύει η ιστορία, μια τρίχα χωρίζει από τους θερμούς, φονικούς πολέμους.
- Είδαμε τη χρηματοπιστωτική κρίση να επηρεάζει καταλυτικά την παγκόσμια κατανομή γεωπολιτικής ισχύος, φέρνοντας στο προσκήνιο νέες δυνάμεις: τη Ρωσία, με όπλο τους ενεργειακούς της πόρους, την Κίνα ως παγκόσμια μηχανή ανάπτυξης αλλά και ως θησαυροφυλάκιο του πλανήτη, το διευρυνόμενο κλαμπ των BRIC, που ορθώνει ανάστημα και διεκδικεί φωνή στα διεθνή fora: στο ΔΝΤ, στο G20 και αλλού.
- Είδαμε, τέλος, τη Λατινική Αμερική να επιταχύνει τον εναλλακτικό βηματισμό της, μέσα από αντιφάσεις και αμφιβολίες, αλλά και τη Μαύρη Ήπειρο να βιώνει οδυνηρά, βυθισμένη στη φτώχεια, την αρρώστια και τους εμφυλίους, τη μετάβαση στη νέα αποικιοκρατία που φορά τη μάσκα της «διεθνούς κοινότητας».
Ο αδύναμος κρίκος
Είναι άγνωστο αν όλες αυτές οι αντιθέσεις στον ιστορικό αλλά και στο νέο», ακραίο καπιταλισμό αποτελούν συμπτώματα μιας γενικότερης αλλαγής, που θα καταγραφεί στο μέλλον ως η «δύση της Δύσης», ως η παρακμή ενός οικονομικού πολιτισμού τριών περίπου αιώνων. Αν ισχύει αυτό, δεν θα πρόκειται για τέλος της ιστορίας, αλλά για τον επίλογο ενός μόνο κεφαλαίου της. Ποιο θα είναι το επόμενο κεφάλαιο, πώς, πότε και από ποιον θα γραφτεί;Δεν θα το βρούμε στ’ άστρα. Μπορούμε, ωστόσο, να επισημάνουμε ότι, καθώς οι άρχοντες του πλούτου, οι ιθύνουσες τάξεις, έχουν προ πολλού βγει απ’ την τροχιά της προόδου, εξαντλώντας τη δημιουργικότητά τους στη διασπορά του φόβου, της καταστροφής και της δυστυχίας, μια νέα ευκαιρία δίνεται στον κόσμο της εργασίας να ενεργοποιήσει τον κινητήρα της ιστορίας στη μεγάλη περιπέτεια της ανθρώπινης χειραφέτησης. Η υπεράσπιση των κεκτημένων που χάνει στην Ευρώπη, η διεκδίκηση των δικαιωμάτων που δεν έχει στην Κίνα οδηγούν σε συγκρούσεις απρόβλεπτου σήμερα ταξικού βάθους. Αλλά κανείς δεν μπορεί να προβλέψει ποιος από τους κρίκους της παγκόσμιας καπιταλιστικής αλυσίδας θα αποδειχθεί πιο αδύναμος.
Η Κίνα, που μόλις αφυπνίζεται συνδικαλιστικά, η Πορτογαλία ή η Ελλάδα; Προς το παρόν, οι εργατικές τάξεις, τα συνδικάτα και η Αριστερά στην Ευρώπη αθροίζουν ήττες. Αντίθετα, οι Κινέζοι εργάτες, που έχουν γίνει απεχθές σύμβολο της εκμετάλλευσης στην αλαζονική Γηραιά Ήπειρο (μισθοί Κίνας, δεν είναι το μότο των ημερών;) μετρούν μικρές νίκες. Μια ελάχιστη αίσθηση αλληλεγγύης των μεν προς τους δε θα εξάλειφε τις δυνατότητες των εκμεταλλευτών τους να μετατρέψουν τις μικρές μάχες για το μισθό, το συνδικάτο, τη σύμβαση, αλλά και για τη δημοκρατία, τα πολιτικά δικαιώματα σε στοιχείο του ανταγωνισμού των αγορών. Γιατί, είπαμε, κανείς δεν ξέρει ποιος αδύναμος κρίκος θα σπάσει πρώτος. Η σημασία φωλιάζει στ’ ανύποπτα...
Ετικέτες
Αναδημοσιεύσεις,
Δρόμος
Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2011
Αριστερή κοινή δράση κι ένα νέο μέτωπο των αριστερών-ανατρεπτικών δυνάμεων
![]() |
| Paul Hübner, CC-BY-3.0-de, via Wikimedia Commons |
ΤΟ ΑΡΙΣΤΕΡΟ ΒΗΜΑ ΜΙΑ ΝΕΑ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΕΝΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ!
ΣΥΝΕΝΕΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΠΑΠΑΚΩΝΤΑΝΤΙΝΟΥ ΣΤΗΝ ΙΣΚΡΑ
Οι δυνάμεις της Αριστεράς, πέρα από διαφορές, δίνουν συχνά την εντύπωση ότι το πρόβλημά τους είναι η επικράτηση της μιας έναντι της άλλης! Θεωρείτε ότι μόνο η ηγεσία του ΚΚΕ είναι υπεύθυνη για τον άγονο κατακερματισμό; Μπορεί να αλλάξει το διαιρετικό κλίμα μέσα στο 2011;
Αντιμέτωπα με τη ραγδαία επιδείνωση της ζωής τους λόγω του μνημονίου και του γενικότερου κοινωνικού πολέμου που έχουν κηρύξει μονομερώς οι κυρίαρχες τάξεις, τα λαϊκά στρώματα χρειάζονται την ενότητα δράσης όλων των μαχόμενων, αριστερών δυνάμεων, που αποτελούν σήμερα τον βασικό κορμό της αντίστασης. Όσοι γυρίζουν την πλάτη στον πιο κρίσιμο κοινωνικό πόλεμο των τελευταίων 35 χρόνων για να επιδοθούν στον ενδοαριστερό εμφύλιο ακολουθώντας τη λογική «ο χειρότερος εχθρός είναι ο γείτονας», επωμίζονται τεράστιες, ιστορικές ευθύνες.
Όχι μικρότερες ευθύνες έχουν, ωστόσο, όσοι αντιμετωπίζουν καιροσκοπικά το θέμα της ενότητας, κερδοσκοπώντας πάνω σε μια δημοφιλή λέξη απλώς για να πλαγιοκοπήσουν τους «σεχταριστές». Οι αριστεροί πολίτες έχουν πικρή εμπειρία από δήθεν «ενωτικές» πρωτοβουλίες, οι οποίες, ακριβώς επειδή δεν στηρίζονταν σε ξεκάθαρες αρχές, στρατηγική αντίληψη και πολιτικούς στόχους, κατέληξαν να ενώσουν την Αριστερά με την... αστική τάξη (βλ. κυβερνήσεις Τζαννετάκη και Ζολώτα) με τίμημα την πολυδιάσπαση της ίδιας της Αριστεράς.
Σήμερα δεν υπάρχουν στοιχειώδεις προγραμματικές προϋποθέσεις πολιτικής ενότητας της Αριστεράς. Πως είναι δυνατόν, για παράδειγμα, η ηγετική πλειοψηφία του Συνασπισμού, με την φιλο- Ε.Ε. πολιτική της, να ενωθεί σε κοινό πολιτικό μέτωπο με το ΚΚΕ ή/και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, που έχουν κάθετα αντι-Ε.Ε. πολιτική; Εκείνο που μπορεί ρεαλιστικά να προσδοκά κανείς είναι: Πρώτον, την κοινή δράση σε συγκεκριμένα, ζωτικής σημασίας θέματα αιχμής στο μαζικό κίνημα (ανατροπή του μνημονίου, δημοκρατικές ελευθερίες, αντιδραστικές αναδιαρθρώσεις στην Παιδεία κλπ). Και, δεύτερον, τη δημιουργία προϋποθέσεων για τη διαμόρφωση ενός νέου, πολιτικού μετώπου των αριστερών, ανατρεπτικών δυνάμεων, κάτι που προϋποθέτει ρήξη και αυτονόμηση από ηγεσίες και δομές που έχουν ξεπεραστεί και θα ξεπερνιούνται ολοένα και περισσότερο από την ταξική πάλη.
-Ποιους θεωρείτε ως τους πλέον κρίσιμους δύο- τρεις προγραμματικούς στόχους για μια αριστερή στροφή στη χώρα το 2011;
Το απολύτως επείγον πρόβλημα της εργαζόμενης πλειονότητας είναι η ανατροπή του μνημονίου και όλων των εξειδικεύσεων και «επικαιροποιήσεων» που το συνοδεύουν, μετατρέποντας σε οδό του μαρτυρίου την καθημερινότητα εκατομμυρίων Ελλήνων. Βεβαίως, ο αντιμνημονιακός λόγος από μόνος του δεν αρκεί, αφού η έξοδος από τον μηχανισμό της τρόικας φέρνει αναπόφευκτα στην πρώτη γραμμή τα μεγάλα ερωτήματα του χρέους και του ευρώ- ζητήματα που θα αποκτήσουν ακόμη μεγαλύτερη ένταση τους πρώτους κιόλας μήνες του 2011, με τη διελκυνστίδα για την τέταρτη δόση του δανείου και την αναμενόμενη, ανοιχτή κρίση της ευρωζώνης.
Σ' αυτό το φόντο, η Αριστερά καλείται να υψώσει τολμηρά τη σημαία μιας άμεσης, εναλλακτικής, ριζοσπαστικής λύσης, με βασικούς άξονες:
- Τη στάση πληρωμών και τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, χωρίς όρους και ποινές, υπό την απειλή της άρνησης πληρωμής του συνόλου του δημοσίου χρέους.
- Την έξοδο από το ευρώ, την ανάκτηση ελέγχου του εθνικού νομίσματος και την αποκατάσταση ελέγχου των συναλλαγματικών ροών.
- Την εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος και άλλων στρατηγικών επιχειρήσεων υπό λαϊκό έλεγχο.
- Τη ριζική αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου υπέρ της εργασίας, με μοχλό, μεταξύ άλλων, ένα αναδιανεμητικό φορολογικό σύστημα.
Δεν μπορεί να έχει κανείς την αυταπάτη ότι η κυβέρνηση Παπανδρέου ή μια κυβέρνηση Σαμαρά θα μπορούσε ποτέ να υιοθετήσει παρόμοια μέτρα. Επομένως, βασική προϋπόθεση για μια ριζοσπαστική στροφή όπως την περιγράψαμε είναι η ανατροπή της αθλιέστερης κυβέρνησης μετά τη χούντα των Απριλιανών και η επιβολή αυτών των μέτρων στην όποια αυριανή κυβέρνηση από ένα αναγεννημένο λαϊκό κίνημα, σε περιβάλλον «εργατικής μεταπολίτευσης».
-Μπορεί να υπάρξει προοδευτική και σοσιαλιστική στροφή με το ευρώ και την ΟΝΕ; Αν μια χώρα του ευρώ πρωτοπορεί σε δυνατότητα προοδευτικών και σοσιαλιστικών μετασχηματισμών, θα πρέπει να αναμένει για την προώθησή τους να υπάρξουν συνολικότερες αλλαγές στην Ε.Ε., προκειμένου να αποφύγει την «εθνική απομόνωση»;
Κατά τη γνώμη μου ουδείς, εάν θέλει να είναι ειλικρινής πρώτα απ΄ όλα με τον εαυτό του, δεν πίστεψε ποτέ σε «σοσιαλισμό με ευρώ και ΟΝΕ». Υπήρξαν βέβαια ειλικρινώς ευρωπαϊστές σοσιαλδημοκράτες, που έβλεπαν την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση ως έναν τρίτο δρόμο ανάμεσα στον απολυταρχικό «υπαρκτό σοσιαλισμό» της Ανατολής και την νεοφιλελεύθερη, υπό αμερικανική ηγεμονία Δύση. Η Ενωμένη Ευρώπη ήταν γι αυτούς το διπλό στοίχημα της χειραφέτησης από την Αμερική και της διατήρησης ενός «κοινωνικού κράτους»- με άλλα λόγια ενός πιο ανθρώπινου καπιταλισμού, τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο.
Σήμερα, ακόμη κι αυτή η μετριοπαθής φιλοδοξία φαντάζει ξεκάθαρα ουτοπική στο περιβάλλον μιας νέας, γερμανικής Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ξεπερνάει σε μονεταρισμό την Αμερική του Ομπάμα. Στο νέο αυτό φόντο, ο ευρωπαϊσμός φαντάζει δογματικός σαν Χιλιαστική πίστη κι οι οπαδοί της «υπαρκτής Ευρώπης» του 2011 αρχίζουν να θυμίζουν τους οπαδούς της ΕΣΣΔ ή της Κίνας του 1989.
Όσοι προτείνουμε τη ρήξη με την Ε.Ε. και την έξοδο από την ευρωζώνη δεν ισχυριζόμαστε ότι πρόκειται για μια εύκολη λύση, χωρίς οικονομικό τίμημα, κοινωνική αναστάτωση και παροξυσμό των πολιτικών συγκρούσεων. Ωστόσο, οι αμετακίνητοι ευρωπαϊστές που προβλέπουν ότι θα πέσουν πάνω μας όλες οι πληγές των Φαραώ αν φύγουμε από το ευρώ (φυγή κεφαλαίων, γιγάντωση του χρέους, θησαυρισμός των κεφαλαιούχων που θα αγοράσουν κοψοχρονιά τα πάντα στην Ελλάδα κλπ) θα πρέπει να αναλογιστούν ότι μηρυκάζουν απλώς ακριβώς τα τρομοκρατικά επιχειρήματα που επικαλείται πάγια ο αστικός πολιτικός κόσμος και οι κονδυλοφόροι του για να μας πείσουν πόσο μάταιη είναι η ίδια η σοσιαλιστική προοπτική.
Ασφαλώς είναι αλήθεια ότι δεν μπορεί- ειδικά στην περίπτωση μιας μικρής χώρας την εποχή των πολυεθνικών και του Ίντερνετ- να υπάρξει «σοσιαλισμός σε μία χώρα». Αλλά ούτε μπορεί να υπάρξει «σοσιαλισμός παντού, την ίδια ώρα»! Η ασυμμετρία των ταξικών αγώνων, που αναπτύσσονται στο έδαφος διαφορετικών εθνικών, κοινωνικών σχηματισμών, σημαίνει ότι η αντικαπιταλιστική ανατροπή μπορεί να ξεκινήσει από μία χώρα ή από μικρή ομάδα χωρών, αλλά για να εδραιωθεί και να μακροημερεύσει ως πραγματική, σοσιαλιστική αλλαγή πρέπει να νικήσει σε μια ισχυρή, περιφερειακή και τελικά παγκόσμια κλίμακα.
-Πως εκτιμάτε τη διαδρομή του Αριστερού Βήματος Διαλόγου και Κοινής Δράσης και πως βλέπετε τις προοπτικές του;
Τον Ιούλιο του 2010, το Αριστερό Βήμα ξεκίνησε ως πρωτοβουλία 77 ανθρώπων της ευρύτερης Αριστεράς, κυρίως διανοουμένων, συνδικαλιστών και καλλιτεχνών. Ήταν, τότε, μια κραυγή αγωνίας εν όψει των εξαιρετικά κρίσιμων απειλών για τα δικαιώματα και τον πολιτισμό του κοινωνικού ανθρώπου στην εποχή της μνημονιακής βαρβαρότητας, μια έκκληση συστράτευσης όλων των μάχιμων, αριστερών δυνάμεων έναντι του κοινού εχθρού, η οποία, φυσικά, δεν διέγραφε, ούτε υποτιμούσε τις διαφορές τους.
Έξι μήνες αργότερα, το Αριστερό Βήμα αποτελεί συγκροτημένη πραγματικότητα. Περισσότεροι από 1340 άνθρωποι απ' όλη την Ελλάδα, μεταξύ των οποίων πολλοί νέοι, έχουν υπογράψει την ιδρυτική του έκκληση, ενώ ομάδες πρωτοβουλίας με ταυτόσημο προσανατολισμό έχουν δημιουργηθεί και δημιουργούνται σε αρκετές πόλεις. Το διεθνές συνέδριο για την οικονομική κρίση και την εναλλακτική πρόταση της Αριστεράς, που διοργανώθηκε με εξαιρετική επιτυχία στο Πάντειο, οι δύο, μαζικές συγκεντρώσεις της Θεσσαλονίκης, η δημιουργία της ιστοσελίδας και η σημαντική εκδήλωση με τον Σλάβοϊ Ζίζεκ στο ΕΜΠ αποτέλεσαν καρποφόρες πρωτοβουλίες διαλόγου, που κατέδειξαν τη δυναμική της πρωτοβουλίας.
Τα βασικά επιτεύγματα της μέχρι τώρα πορείας μας, που πρέπει να διαφυλαχθούν και να αναπτυχθούν, είναι κατά τη γνώμη μου: Η ανεξαρτησία του Αριστερού Βήματος από όλους τους κομματικούς χώρους της Αριστεράς και η λειτουργία του ως καταλύτη για την ώσμωση μεταξύ τους, σε έναν διάλογο ο οποίος θα διαπερνά όλα τα υπαρκτά ρεύματα του χώρου. Η σοβαρότητα και αποτελεσματικότητα στην ανάληψη πρωτοβουλιών, με συνέπεια λόγων και έργων. Και η λειτουργία του ως γέφυρας μεταξύ των πιο φωτεινών και δημιουργικών στοιχείων της αριστερής διανόησης με τους αγωνιστές των κοινωνικών κινημάτων.
Αναφορικά με τις προοπτικές του Αριστερού Βήματος, πιστεύω ότι χρειάζονται πιο συντονισμένες πρωτοβουλίες όχι μόνο στο πεδίο του διαλόγου και της επεξεργασίας θέσεων, αλλά και της κοινής, μετωπικής δράσης, κάτι που επίμονα ζητάει ο κόσμος της Αριστεράς. Φυσικά, οι μορφές αυτών των πρωτοβουλιών θα είναι διαφορετικές από εκείνες που προσιδιάζουν σε ένα πολιτικό κόμμα ή ένα εργατικό συνδικάτο. Παράδειγμα προς αυτή την κατεύθυνση μπορεί να αποτελέσει η εν εξελίξει πρωτοβουλία, την οποία στηρίζει το Αριστερό Βήμα, για τη δημιουργία επιτροπής με στόχο τον δημόσιο, λογιστικό έλεγχο του ελληνικού χρέους, στην προοπτική της μερικής ή και ολικής διαγραφής του.
Ετικέτες
Αναδημοσιεύσεις,
Ίσκρα,
Π.Παπακωνσταντίνου
Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2011
Ένα μέλος μία ψήφος, ΣΥΡΙΖΑ παντού, ΣΥΡΙΖΑ τώρα
![]() |
| από το Flickr photostream του Dean Terry, Photo license: Attribution Non commercial No Derivative Works |
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟ ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ ΑΛΕΞΗ ΜΠΕΝΟ
από την ΕΠΟΧΗ, 2.1.11
Τη συνέντευξη πήρε ο Δημήτρης Γκιβίσης
Η κοινωνία ασφυκτιά, αλλά η αριστερά στο σύνολό της αδυνατεί να δώσει απαντήσεις. Που το αποδίδεις;
Νομίζω ότι ζούμε μια περίοδο βαθιάς συντηρητικοποίησης, η οποία φαίνεται άλλωστε και από τα μέτρα που λαμβάνονται που είναι μια ανάλγητη πολιτική ακραίου νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Το παραδοσιακό μοντέλο σκέψης που έχουμε, λέει ότι «αυτή η εποχή είναι το καλύτερο βούτυρο στο ψωμί της αριστεράς», αλλά δυστυχώς η πραγματικότητα μας διαψεύδει, με την έννοια ότι η αριστερά ως κομμάτι της κοινωνίας συντηρητικοποιείται και αυτή. Και αυτό είναι το τραγικό για εμάς που το ζούμε από την πλευρά της αριστεράς, και ως πολιτικά όντα προσπαθούμε να φτιάξουμε ένα επαναστατικό υποκείμενο. Αυτή η συντηρητικοποίηση περνά και μέσα στις δομές μας. Το πιο κλασσικό χαρακτηριστικό είναι η πορεία του ΚΚΕ, το ενδοσκοπικό κόμμα που κοιτάζει μόνο την αναπαραγωγή του μηχανισμού του. Κλείσιμο στον εαυτό του, απομονωτισμός, καμιά σχέση με τις μάζες και με το κίνημα. Μια λογική που λέει «δεν θέλουμε να ανατρέψουμε καμία κατάσταση, αλλά απλώς να υπάρχουμε». Από την πλευρά τη δικιά μας;
Η πρόσφατη εμπειρία των εκλογών έδειξε ακριβώς το ίδιο πράγμα. Ότι κυριάρχησε το παλιό, δηλαδή η αντίληψη πως ο σκοπός είναι η αναπαραγωγή των όποιων μηχανισμών, από αυτούς της κάθε συνιστώσας μέχρι και των ατομικών μηχανισμών προβολής προσωπικοτήτων.
Στην εκδήλωση της πρωτοβουλίας των έντεκα στο Πολυτεχνείο, είχες μιλήσει για την διαμάχη του παλιού και του νέου. Αν το παλιό είναι ο μηχανισμός, το νέο ποιο θεωρείς ότι είναι;
Το νέο είναι αυτό το προκλητικό που πήγε να δείξει ο ΣΥΡΙΖΑ, με την έννοια του ριζοσπαστισμού και του κινήματος. Ότι δηλαδή η αναφορά μας δεν είναι τα πρόσωπα και οι μηχανισμοί, αλλά είναι οι κινηματικές διαδικασίες, που εξ ορισμού δεν ελέγχονται και άρα είναι και επικίνδυνες για το παλιό. Το νέο είναι η ζωντανή προσπάθεια ανασύνθεσης της αριστεράς με εμπιστοσύνη στις αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες από τα «κάτω», που συγκίνησε έναν ολόκληρο κόσμο και τον έβγαλε από το καβούκι του. Το παλιό είναι οι γραφειοκρατικοί μηχανισμοί, που είδαν αυτή τη δυναμική διαδικασία ως ιδιαίτερα επικίνδυνη και για το λόγο αυτό την πολεμάνε από την πρώτη στιγμή. Και για να μην ξεχνιόμαστε, το παλιό δεν αφορά μόνο κάποιους άλλους. Το παλιό βρίσκεται σε όλες τις συνιστώσες αλλά και στον καθένα μας, εκφρασμένο ως συντηρητισμός, παραγοντισμός, φόβος απέναντι στην άμεση δημοκρατία. Το αισιόδοξο μήνυμα όμως είναι ότι και το καινούριο υπάρχει σε όλους μας, συνιστώσες και άτομα.
Ο ΣΥΡΙΖΑ όμως βγαίνει τραυματισμένος από τις πρόσφατες εκλογές.
Στις εκλογές αυτό το νέο ακυρώθηκε στην πράξη μέσα από την επανεμφάνιση των πιο πρωτόγονων, κατά τη γνώμη μου, αντανακλαστικών των μηχανισμών. Και στις δύο περιπτώσεις, είχαμε μια τραγική και ραγδαία οπισθοδρόμηση, με την κυριαρχία δεξιόστροφων αντιλήψεων του κινήματος που έχουν τεκμηριωμένα απορριφθεί στα κλασικά μαρξιστικά κείμενα. Από την μια μεριά ο βοναπαρτισμός, ο οποίος έχοντας σκοπό την περαιτέρω ανάδειξη, αλλά και εκμετάλλευση, του ηγεμόνα - σωτήρα, οδηγήθηκε εύκολα σε διασπαστική πολιτική ενάντια στον ΣΥΡΙΖΑ και διολίσθησε εντυπωσιακά σε έναν άκρατο εθνοκεντρικό αντιιμπεριαλισμό, αντίστοιχο του αφρικανικού αντιαποικιακού κινήματος πριν από 50 χρόνια. Αυτή η προσπάθεια του Μετώπου να παρουσιαστεί ως εναλλακτική λύση απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ, εκτός από την συντηρητική ιδεολογικοπολιτική ταυτότητα που επέλεξε, αγνόησε και ακύρωσε όλα τα κεκτημένα από τις προηγούμενες συνδιασκέψεις. Από την άλλη μεριά ο σοσιαλδημοκρατικός παραγοντισμός, προφανώς επιδεινούμενος από την απειλή του ηγεμόνα – αφέντη - πατέρα, οδήγησε την ηγεσία του Συνασπισμού επίσης σε μια διασπαστική πολιτική απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ, και διολίσθησε εντυπωσιακά σε ένα κωμικοτραγικό κυνήγι «αστέρων» του Πασοκισμού έως και του πενταγράμμου, με όραμα την από τα πάνω διείσδυση της σοσιαλδημοκρατίας. Η πολιτική αυτή, εκτός από εμφανής συντηρητική ιδεολογικοπολιτική οπισθοδρόμηση, απέδειξε και μια εξωφρενική αδιαφορία για την ίδια την ύπαρξη του ΣΥΡΙΖΑ. Οι δύο αυτές συντηρητικές τάσεις, με την κυριαρχία τους στην προεκλογική διαδικασία καθόρισαν και το σχετικό «μούδιασμα» των δυνάμεών μας. Όψεις τελικά της ίδιας συντηρητικής στροφής του κινήματος, χαρακτηρίζονται από την ανάδειξη της εκπροσώπησης σε απόλυτο στόχο, για την επίτευξη του οποίου δεν υπάρχουν πια ούτε αρχές, ούτε προηγούμενες συμφωνίες. Ο παραγοντισμός και οι διαβουλεύσεις κορυφής, εξόρισαν κυριολεκτικά κάθε έννοια δημοκρατικής και συλλογικής διαδικασίας. Ευτυχώς και οι δύο απέτυχαν. Ούτε το 25% του Μητρόπουλου ήρθε να αλλάξει το τοπίο, ούτε η «απελευθέρωση της Αττικής από τις δυνάμεις κατοχής» έγινε δυνατή. Το μόνο που ίσως ακόμη διακυβεύεται από τις πολιτικές αυτές, είναι η τελική διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ. Η εμμονή των μεν στην ανάπτυξη του Μετώπου ως ανταγωνιστικού σχεδίου, και των δε μέσω του σ. Βούτση στο δεύτερο δρόμο, («Εποχή» 24/12) δηλαδή τη διάλυση, δείχνουν σαφώς αρνητική διάθεση απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ.
Η κρίση του ΣΥΡΙΖΑ είναι περισσότερο πολιτική ή οργανωτική;
Και τα δύο μαζί. Δε είναι τυχαίο ότι οι πολιτικές αντιλήψεις που στηρίζονται σε προσωπικότητες, είτε αυτές είναι Πασοκικές είτε ο Αλαβάνος, έχουν και οργανωτικό αντίκτυπο, δηλαδή εμείς τα λέμε και οι άλλοι μας ακούν και χειροκροτούν, αλλά και πολιτικό αντίκτυπο με την έννοια της συντήρησης. Πρέπει να πιστέψουμε στην άμεση δημοκρατία, στην εναλλαγή, στην ανακλητότητα. Όμως αυτό δεν είναι οργανωτισμός, είναι άποψη. Αν π.χ. βάλουμε το θέμα της συνεχούς εναλλαγής, είτε στην κοινοβουλευτική ομάδα είτε στην γραμματεία, αυτό σημαίνει ότι σπάμε την έννοια του παραγοντισμού και δημιουργούμε μια άλλη αντίληψη. Ο παραγοντισμός αναπαράγει ευαυτόν και ευνοεί την εδραίωση συντηρητικών απόψεων. Αν ανατρέψουμε τον παραγοντισμό και με αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες ακυρώσουμε τον κομματικό πατριωτισμό, θα ανοίξουμε το πεδίο στο πολιτικό μπόλιασμα και τη συντροφική σύνθεση.
Για πολλούς η κρίση του ΣΥΡΙΖΑ συνδέεται και με τον Δεκέμβρη, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ προσπάθησε να αμφισβητήσει την αστική νομιμότητα. Τι λες;
Νομίζω ότι εκεί ακριβώς φάνηκαν και τα όριά μας. Δηλαδή, από τη μια μεριά είχαμε την ευαισθησία, τον ριζοσπαστισμό και το ανοιχτό πνεύμα να μπούμε στον Δεκέμβρη και να μηΝ τον καταγγείλουμε, αλλά από την άλλη όταν μας έδειξαν με το δάχτυλο τρομάξαμε. Όταν βγήκε όλος ο πολιτικός κόσμος, από την Παπαρήγα ως τους φασίστες, εκεί δεν είχαμε τα ιδεολογικά κότσια να πούμε «αυτοί είμαστε». Έτσι μετά οδηγηθήκαμε στη σούπα συζήτηση περί βίας κ.λπ. Αυτό σχετίζεται και με το πολιτικό αλλά και με το οργανωτικό. Και είναι και ένα πολύ καλό παράδειγμα της σύγκρουσης μεταξύ παλιού και νέου.
Από εδώ και πέρα τι κάνουμε;
Κατά τη γνώμη μου, έχουμε φτάσει σε ένα σημείο που δεν έχουμε να χάσουμε τίποτα άλλο παρά μόνο τη διάλυσή μας. Αυτό αφορά όλους μας, αλλά κατά πόσο το έχουν συνειδητοποιήσει όλοι, δεν μπορώ να το ξέρω. Για μένα, η συζήτηση για τη στάση των πληρωμών, την έξοδο από την ΟΝΕ κ.λπ. είναι τελείως άκαιρη αυτήν την στιγμή που καταργούνται οι συλλογικές συμβάσεις. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αναδείξει αυτήν την εργατική απορρύθμιση που επιχειρείται, τι μπορεί να πει μετά στον κόσμο; Χρειάζεται επομένως επειγόντως κοινωνική γείωση, να βγούμε έξω με συγκεκριμένες απαντήσεις για όλα τα ανοιχτά κοινωνικά μέτωπα. Η γείωση αυτή, όχι μόνον δεν πρέπει να αναπαράγει εθνοκεντρικά αδιέξοδα, αλλά θεωρώ άμεσο καθήκον μας την ανάπτυξη διεθνιστικού κινήματος ενάντια στη νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική ευρωπαϊκή πολιτική. Η πρόσφατη κρίση έδειξε ότι χρειαζόμαστε άμεσα διαδικασίες ιδεολογικοπολιτικής εμβάθυνσης. Σ’ αυτή την κατεύθυνση η πρόσφατη δραστηριότητα του Ιδρύματος Πουλαντζά έδωσε ελπιδοφόρα μηνύματα.
Συγχρόνως άμεσες διαδικασίες βάσης και συνελεύσεις όπου μπορούμε, που θα εμπλακεί ο κόσμος σε μια λογική σύνθεσης και θα συζητηθούν επί της ουσίας τα γενικά πολιτικά αλλά και τα τοπικά ζητήματα. Για παράδειγμα, εδώ στη Θεσσαλονίκη πρέπει να βάλουμε επειγόντως το θέμα του ΟΑΣΘ. Να εκλέξουμε άμεσα τοπικά συντονιστικά και ανά πέντε άτομα έναν αντιπρόσωπο για ένα πανελλήνιο σώμα, χωρίς καμία ρήτρα αντιπροσώπευσης, π.χ. ο ένας να είναι της ΑΚΟΑ, ή του Συνασπισμού, ανένταχτος κ.λπ. Όλη αυτή η διαδικασία θα είναι μια δοκιμασία της ωριμότητας μας και μπορεί να δημιουργήσει μια τέτοια δυναμική, που θεωρώ ότι γίνεται να αλλάξει και τις αντιλήψεις των μηχανισμών και να σπάσει τις φοβίες. Τέλος, για να αποφύγουμε την αναπαραγωγή της παθολογίας των προηγουμένων συνδιασκέψεων, η 4η πρέπει να γίνει συντεταγμένα, με εκλεγμένους αντιπροσώπους και ως αποφασιστική διαδικασία στην οποία και θα εκλεγεί αποφασιστικό πολιτικό συμβούλιο, το οποίο και θα εκλέξει αποφασιστική γραμματεία.
Ένα μέλος μια ψήφος;
Ναι, στα πάντα. Και να τονίσω, ότι δεν απαιτούμε από καμία κομματική οντότητα να διαλυθεί. Στο βαθμό που μπορούμε να συνθέτουμε και να υλοποιούμε την πολιτική μας ως ΣΥΡΙΖΑ με εκλεγμένα και άμεσα ανακλητά όργανα, ο καθένας μπορεί να ανήκει και στην συνιστώσα που επιθυμεί. Άρα, ένα μέλος μία ψήφος, ΣΥΡΙΖΑ παντού, ΣΥΡΙΖΑ τώρα. Και εκτός την ιδεολογικοπολιτική κουβέντα, να δούμε εμπράκτως και την δημιουργία κινήματος αλληλεγγύης και αντίστασης, με την έννοια της δημιουργίας ενός παράλληλου δικού μας κόσμου, ενός παράλληλου δικτύου υπηρεσιών και δομών που θα λειτουργεί έξω από τους κανόνες του κράτους και του καπιταλισμού και θα δίνει και το παράδειγμα για την κοινωνία που θέλουμε.
Ετικέτες
Αναδημοσιεύσεις,
Εποχή,
ΣΥΡΙΖΑ
Σάββατο 1 Ιανουαρίου 2011
Κατοχή; Όχι ακριβώς...
![]() |
| Ευχετήρια Κάρτα για την Πρωτοχρονιά του 1912, από Wikipedia Commons |
του Ευτύχη Μπιτσάκη, από την ΑΥΓΗ, 2.1.11
Ευτυχισμένος ο καινούργιος χρόνος! Γιατί όχι; Αλλά το 2011 θα ολοκληρωθεί η καταστροφή. Κατά τον καθηγητή Γ. Κασιμάτη, και άλλους έγκυρους συνταγματολόγους, οι δρακόντιοι όροι του Μνημονίου, δεσμεύουν την Ελλάδα ως κυρίαρχο κράτος. Προσβάλλουν θεμελιώδη δικαιώματα τα οποία εγγυάται το Σύνταγμα. Αποτελούν απειλή για την πολιτική και εδαφική κυριαρχία της χώρας.
Σήμερα η Ελλάδα δεν κυβερνάται από Έλληνες. Κυβερνάται από την "τρόικα". Η τυπικά ελληνική κυβέρνηση είναι εντολοδόχος και διεκπεραιωτής. Ακόμα και η Ιεραρχία, η οποία δεν μας έχει συνηθίσει σε ριζοσπαστικά ξεσπάσματα, έφτασε να διακηρύξει: "Δηλώνουμε ότι είμαστε μια χώρα υπό κατοχή, και εκτελούμε εντολές των κυρίαρχων δανειστών μας...".
Κατοχή; Όχι ακριβώς! Κανείς Βελουχιώτης δεν θα πάρει τα βουνά! Οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις έφεραν τη χώρα σ' αυτή την κατάντια. Η σημερινή, εθελόδουλη, ολοκλήρωσε την εκποίηση της εθνικής ανεξαρτησίας. Καιρός λοιπόν, να θυμηθούμε την έννοια "καθεστώς υποτέλειας". Πρώτη περίοδος επί Γεωργίου Παπανδρέου (1944). Δεύτερη, επί Γεωργίου Παπανδρέου Β' (2010).
Και τώρα τι; Άμεσος στόχος; Αντίσταση! Να σώσουμε ό,τι είναι δυνατόν να σωθεί. Απώτερος: Παύση πληρωμών. Έξοδος από το ευρώ. Έξοδος από την Ε.Ε. Έξοδος από την Ε.Ε.; Αλλά αυτό θα μπορούσε να το κάνει μόνο μια κυβέρνηση που θα εκφράζει ένα ευρύ και ηγεμονικό μέτωπο αντικαπιταλιστικών δυνάμεων.
Έστω! Έξοδος από την Ε.Ε., αλλά όχι εθνική - τοπική περιχαράκωση. Σήμερα περισσότερο από ποτέ, το εθνικό συνδέεται με το διεθνικό. Στην επίθεση του διεθνικού κεφαλαίου πρέπει συνεπώς να αντιπαρατεθεί ο διεθνισμός των λαών της ηπείρου μας. Στόχος: οι ενωμένες σοσιαλιστικές δημοκρατίες της Ευρώπης.
Ποια θα είναι σε μας η πρωτοπόρα, οργανωτική δύναμη για τους νέους αγώνες; Προφανώς η ελληνική αριστερά! Αλλά για την ώρα, "ο κόσμος καίγεται και η γριά χτενίζεται"! Η Ιστορία δεν κινείται ευθύγραμμα. Η κρίση δεν οδηγεί νομοτελειακά στην επανάσταση. Η κρίση και η σήψη μπορεί να γεννήσουν το τέλος του νεοφασισμού. Οι οιωνοί λεν ότι οι εκρήξεις έρχονται! Θα αρθεί η αριστερά μας στο ύψος των περιστάσεων; Θα δράσει από κοινού και θα επεξεργαστεί μια στρατηγική διεξόδου; Ή θα την παρασύρει το κύμα των επερχόμενων κοινωνικών εκρήξεων;
Ετικέτες
Αναδημοσιεύσεις,
Αυγή,
Ε.Μπιτσάκης
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)







