Παρασκευή 6 Μαΐου 2011

Να προσέχεις επίσης να μην κρυώσεις και, αγαπημένε μου Κάρολε, να μη χορεύεις μέχρι να γίνεις ολότελα καλά

Ο Μαρξ το 1839
Ο Κάρολος Μαρξ γεννήθηκε στο δωμάτιο του πρώτου ορόφου του σπιτιού που βρισκόταν στον αριθμό 664 της Μπριγκεργκάσε, ένα πολύβουο πέρασμα που κατηφόριζε φιδογυριστό μέχρι τη γέφυρα πάνω από τον Μοζέλα. Ο πατέρας του είχε εκμισθώσει το κτίριο ένα μόλις μήνα νωρίτερα και, όταν ο Κάρολος ήταν δεκαπέντε μηνών, μετακόμισε και πάλι. Παρ'όλα αυτά, τον Απρίλιο του 1928, το Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα αγόρασε το γενέθλιό του σπίτι, από το οποίο ο ίδιος δεν διατηρούσε καθόλου αναμνήσεις, και έκτοτε έχει γίνει μουσείο αφιερωμένο στο βίο και την πολιτεία του -εκτός από ένα ζοφερό διάλειμμα μεταξύ 1933 και 1945, όταν το κατέλαβαν οι Ναζί και το χρησιμοποίησαν ως αρχηγείο κάποιας κομματικής εφημερίδας. Μετά τον πόλεμο, εστάλησαν επιστολές προς κάθε κατεύθυνση ζητώντας χρήματα για να επισκευαστούν οι ζημιές που προκάλεσαν οι αγροίκοι καταληψίες του Χίτλερ. Μία από τις απαντήσεις, με ημερομηνία 19 Μαρτίου 1947, προερχόταν από το διεθνή γραμματέα του Βρετανικού Εργατικού Κόμματος: «Αγαπητέ Σύντροφε, με μεγάλη μου λύπη διαπιστώνω πως το Βρετανικό Εργατικό Κόμμα δεν είναι ως οργανισμός έτοιμος να υποστηρίξει τη διεθνή επιτροπή που έχετε συστήσει για την ανακαίνιση του σπιτιού του Καρόλου Μαρξ στην Τρεβς ( το αγγλικό όνομα της Τρηρ ), καθώς οι πόροι του είναι δεσμευμένοι για τη συντήρηση ανάλογων μνημείων του Καρόλου Μαρξ στην Αγγλία. Αδερφικά δικός σας, Ντένις Χίλεϊ». Αληθοφανής δικαιολογία: μάταια θα αναζητήσουν οι κάτοικοι του Λονδίνου τα μνημεία αυτά για τα οποία υποτίθεται πως «δέσμευε» ο Χίλεϊ τους πόρους του κόμματός του. Τουλάχιστον το σπίτι επιζεί ακόμη. Εκατό μέτρα μακρύτερα είναι το μέρος όπου βρισκόταν η παλιά συναγωγή της Τρηρ, εκεί όπου λειτούργησαν τόσοι και τόσοι πρόγονοι του Μαρξ. Σήμερα το μόνο σημάδι της παρουσίας της είναι μια πινακίδα δεμένη στο φανοστάτη της γωνίας : «Hier stand die frühere Trierer Synagoge die in der Pogromnacht im November 1938 durch die Nationalsozialisten zerstört wurde». Δεν χρειάζεται μετάφραση.

το σπίτι όπου γεννήθηκε ο Κ.Μαρξ στην Τρηρ.

Εκτός από τη συνήθειά του να βάζει τις αδερφές του να τρώνε «χωματόπιτες», λίγα ξέρουμε για τα πρώτα παιδικά χρόνια του Καρόλου Μαρξ. Φαίνεται πως μέχρι το 1830 είχε λάβει ιδιωτική εκπαίδευση και μετά πήγε στο γυμνάσιο της Τρηρ, του οποίου ο διευθυντής, ο Χούγκο Βίτενμπαχ, ήταν φίλος του Ερρίκου Μαρξ και συνιδρυτής της Εταιρείας του Καζίνο . Μολονότι ο Κάρολος αργότερα απαρνήθηκε τους συμμαθητές του, χαρακτηρίζοντάς τους «άξεστους επαρχιώτες», οι καθηγητές ήταν ως επί το πλείστον φιλελεύθεροι ουμανιστές που έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να εκπολιτίσουν τους χωριάτες. Το 1832, μετά από ένα συλλαλητήριο στο Χάμπαχ για την προάσπιση της ελευθερίας του λόγου, η αστυνομία εισέβαλε στο σχολείο και ανακάλυψε ανατρεπτικά κείμενα -μεταξύ άλλων και κάποιες ομιλίες που εκφωνήθηκαν στη διαμαρτυρία του Χάμπαχ- τα οποία κυκλοφορούσαν μεταξύ των μαθητών. Ένας μαθητής συνελήφθη και ο Βίτενμπαχ τέθηκε υπό αυστηρή παρακολούθηση. Δύο χρόνια αργότερα, μετά το περίφημα δείπνο του Καζίνου, τον Ιανουάριο του 1834, οι καθηγητές των μαθηματικών και των εβραϊκών κατηγορήθηκαν για τα απεχθή εγκλήματα του «αθεϊσμού» και του «υλισμού». Για να μειωθεί η επιρροή του Βίτενμπαχ, οι αρχές διόρισαν ως συνδιευθυντή έναν βλοσυρό αντιδραστικό, ονόματι Λόερς.

«Βρήκα τη θέση του καλού μας του Χερ Βίτενμπαχ εξαιρετικά επώδυνη», είπε ο Ερρίκος στο γιο του λίγο μετά την τελετή διορισμού του Λόερς. «Θα μπορούσα να έχω κλάψει για την προσβολή που έγινε σ' αυτόν τον άνθρωπο του οποίου το μόνο σφάλμα ήταν πως υπήρξε περισσότερο καλόκαρδος απ΄ όσο θα έπρεπε. Έκανα ό,τι περνούσε από το χέρι μου για να του δείξω την υψηλή εκτίμηση που του τρέφω και, μεταξύ άλλων, του είπα πόσο αφοσιωμένος του είσαι...» Όταν ο Κάρολος απέδειξε την αφοσίωσή του, αρνούμενος να μιλήσει στον συντηρητικό παρείσακτο, κέρδισε τις πατρικές κατσάδες. «Ο Χερ Λόερς το φέρει βαρέως που δεν τον επισκέφθηκες να τον αποχαιρετήσεις», έγραφε ο Ερρίκος μετά την εγγραφή του Καρόλου στο Πανεπιστήμιο, το 1835. «Εσύ κι ο Κλέμενς [κάποιος άλλος μαθητής] ήσασταν οι μόνοι... Χρειάστηκε να καταφύγω σε ένα ξεκάθαρο ψέμα και να του πω πως πήγαμε να τον δούμε στο σπίτι του την ώρα που έλειπε». Αυτή ήταν η αυθεντική φωνή του Ερρίκου Μαρξ, ανθρώπου δυστυχούς και υπάκουου, που έλεγε πάντα «κάποτε πρέπει να το κάνω» εννοώντας «τώρα δεν τολμώ», σαν την αλεπού της παροιμίας.

Ο γιος του, πάλι, προτιμούσε να παριστάνει τον τίγρη. «Οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις», έγραφε ο Κάρολος Μαρξ, προειδοποιώντας την εργατική τάξη πως δεν θα έπρεπε να περιμένει φιλανθρωπίες από τον καπιταλισμό, «δεν είναι ποτέ το αποτέλεσμα της αδυναμίας των ισχυρών· είναι το αποτέλεσμα της ισχύος των αδύναμων». Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε πως ο ίδιος ήταν η ενσάρκωση αυτής της αρχής. Μολονότι σπάνια τον εγκατέλειπε το πνευματικό του σθένος, το σώμα το οποίο στήριζε όλη αυτή την τεράστια δημιουργική γονιμότητα ήταν ένα αδύναμο από όλες τις απόψεις σκαρί. Αψηφώντας τους φυσικούς του περιορισμούς, αναζητώντας τη δύναμη που έκρυβε η ίδια του η αδυναμία, έμοιαζε σχεδόν σαν να είχε αποφασίσει να δοκιμάσει στον ίδιο του τον εαυτό όσα κήρυσσε για το προλεταριάτο.

Ακόμη και μέσα στο σφρίγος της νεότητας -πριν η φτώχεια, η αϋπνία, η κακή διατροφή, το πολύ ποτό και το συνεχές κάπνισμα πληρωθούν τα γραμμάτιά τους- ήταν άνθρωπος ασθενικός. «Εννέα σεμινάρια μου φαίνονται μάλλον πολλά και δεν θα ήθελα να κάνεις περισσότερα από όσα αντέχει το σώμα και το μυαλό σου», συμβούλευε ο Ερρίκος Μαρξ, λίγο καιρό μετά την είσοδο του δεκαεφτάχρονου γιου του στο Πανεπιστήμιο της Βόννης, το 1835. «Παρέχοντας αληθινά ρωμαλέα και υγιή τροφή στο μυαλό σου, μην ξεχνάς πως σ' αυτόν τον άθλιο κόσμο το πνεύμα συνοδεύεται πάντα από το σώμα, το οποίο καθορίζει και την ευκαιρία και την ευζωία ολόκληρης της μηχανής. Ο φιλάσθενος σοφός είναι το πιο άτυχο πλάσμα στη γη. Μη μελετάς λοιπόν περισσότερο από όσο αντέχει η υγεία σου». Ο Κάρολος δεν του έδωσε σημασία, ούτε τότε ούτε ποτέ άλλοτε: στα κατοπινά χρόνια θα δούλευε σκληρά όλο το βράδυ, παίρνοντας δυνάμεις από φτηνή μπύρα και κακής ποιότητας πούρα.

Ο νεαρός, με τη συνηθισμένη του απερίσκεπτη ειλικρίνεια, απάντησε πως, πράγματι, η υγεία του δεν ήταν και πολύ καλή -και ο πατέρας του στο ρόλο του Πολώνιου, άρχισε πάλι τα διαπρύσια κηρύγματα. «Όταν η νεότητα αμαρτάνει επιδιδόμενη σε απολαύσεις άμετρες ή ακόμη ακόμη και απολαύσεις αφ' εαυτών επιβλαβείς συναντά γρήγορα τις τρομερότερες τιμωρίες. Έχουμε στα μέρη μας το θλιβερό παράδειγμα του Χερ Γκίνστερ. Είναι αλήθεια, βέβαια, πως στην περίπτωσή του δεν υπήρχε καμία ιδιαίτερη διαστροφή, αλλά το κάπνισμα και το ποτό, μαζί με τα ήδη αδυνατισμένα του πνευμόνια, έφεραν την καταστροφή και με δυσκολία θα προφτάσει ζωντανός το καλοκαίρι». Η μητέρα του, κλώσα όπως πάντα, προσέθεσε το δικό της κατάλογο εντολών: «Πρέπει να αποφεύγεις ό,τι θα μπορούσε να επιδεινώσει την υγεία σου, δεν πρέπει να υπερθερμαίνεσαι, να μην πίνεις πολύ κρασί και καφέ, να μην τρως πικάντικα, να αποφεύγεις το πιπέρι και τα μπαχαρικά. Να μην καπνίζεις καθόλου καπνό, να μην αργείς να κοιμηθείς το βράδυ και να ξυπνάς νωρίς. Να προσέχεις επίσης να μην κρυώσεις και, αγαπημένε μου Κάρολε, να μη χορεύεις μέχρι να γίνεις ολότελα καλά». Η Φράου Μαρξ, μπορούμε να το πούμε χωρίς κίνδυνο να πέσουμε έξω, δεν ήταν ελαφρόμυαλη γυναίκα.

Λίγο μετά τα δέκατα όγδοά του γενέθλια, ο Μαρξ απαλλάχθηκε από τη στρατιωτική θητεία, εξαιτίας των αδύναμών του πνευμόνων, αν και είναι πολύ πιθανόν να υπερέβαλε λιγάκι την κατάστασή του. ( Η υποψία της εξαπάτησης ενισχύεται από ένα γράμμα του πατέρα του, ο οποίος του δίνει συμβουλές πώς να κοροϊδέψει την επιτροπή απαλλαγών: «Αγαπητέ μου Κάρολε, αν μπορείς, φρόντισε να πάρεις τα κατάλληλα πιστοποιητικά από καλούς και γνωστούς γιατρούς εκεί πέρα και κάν'το με ελαφρά τη συνείδησή σου... Αλλά, για να είσαι συνεπής με τη συνείδησή σου, να μην καπνίζεις πολύ». ) Η υποτιθέμενη ανικανότητά του δεν έβλαψε πάντως στο ελάχιστο τις επιδόσεις του στα φοιτητικά γλεντοκόπια. Ένα επίσημο «Πιστοποιητικό Απαλλαγής» το οποίο εκδόθηκε μετά τη χρονιά που πέρασε στο Πιστοποιητικό της Βόννης, ενώ από τη μία εξυμνούσε τα ακαδημαϊκά του επιτεύγματα («εξαιρετική επιμέλεια και προσοχή»), από την άλλη σημείωνε πως «του επεβλήθη τιμωρία κράτησης μίας ημέρας για διατάραξη ειρήνης εξαιτίας ταραχοποιού συμπεριφοράς και νυχτερινής μέθης... Αργότερα, του απαγγέλθηκαν κατηγορίες για κατοχή απαγορευμένων στην Κολωνία όπλων. Η έρευνα εκκρεμεί ακόμη. Δεν είναι ύποπτος για συμμετοχή σε απαγορευμένες εταιρείες φοιτητών».

Οι πανεπιστημιακές αρχές δεν γνώριζαν ούτε τη μισή αλήθεια. Είναι αλήθεια πως η Λέσχη των Ποιητών -στην οποία συμμετείχε από το πρώτο του τρίμηνο- δεν ήταν «απαγορευμένη Εταιρεία», ούτε όμως ήταν τόσο αθώα όσο άφηνε να φανεί το όνομά της: η ανταλλαγή απόψεων γύρω από την ποίηση και τη ρητορική ήταν το προκάλυμμα για άλλες πιο επαναστατικές συζητήσεις. «Ο μικρός σας κύκλος με συγκινεί, όπως καλά μπορείς να φανταστείς, πολύ περισσότερο από τις συγκεντρώσεις στις μπυραρίες», έγραφε ο Ερρίκος Μαρξ, αναλογιζόμενος ευτυχής το γιο του να εκμεταλλεύεται τις ώρες της σχόλης του με εμβριθείς λογοτεχνικές διαμάχες.

Βέβαια, η αλήθεια ήταν πως ούτε οι μπυραρίες ήταν άγνωστες στον Μαρξ. Ήταν αντιπρόεδρος της Λέσχης Ταβερνόβιων της Τρηρ, μιας εταιρείας αποτελούμενης από τριάντα περίπου συμπατριώτες του φοιτητές, των οποίων η μόνη φιλοδοξία ήταν να μεθούν όσο συχνότερα και θορυβωδέστερα μπορούσαν: μετά από ένα τέτοιο γλέντι βρέθηκε ο νεαρός Κάρολος υπό περιορισμό για είκοσι τέσσερις ώρες, αν και η φυλάκιση δεν εμπόδισε τα φιλαράκια του να του φέρουν στο κρατητήριο ακόμη περισσότερο αλκοόλ και τράπουλες για να ελαφρύνουν την ποινή του. Κατά τη διάρκεια του 1836 ξέσπασαν πολλοί καβγάδες στις παμπ μεταξύ της συμμορίας της Τρηρ και μιας παραστρατιωτικής οργάνωσης νεαρών θερμόαιμων, της Μπορούσια Κορπς, οι οποίοι ανάγκαζαν τους νεαρούς μας αλητάκους να γονατίζουν και να ορκίζονται υποταγή στην πρωσική αριστοκρατία. Ο Μαρξ αγόρασε ένα πιστόλι για να μπορεί να προστατεύει τον εαυτό του από ανάλογες ταπεινώσεις και όταν τον Απρίλη επισκέφθηκε την Κολωνία, η αστυνομία ανακάλυψε το «απαγορευμένο όπλο». Μόνο η παρακλητική επιστολή του Ερρίκου Μαρξ σε κάποιο δικαστή της Κολωνίας έπεισε τις αρχές και δεν του απήγγειλαν κατηγορίες. Δύο μήνες αργότερα, μετά από έναν ακόμη καβγά με την Μπορούσια Κορπς, ο Μαρξ αποδέχτηκε πρόσκληση σε μονομαχία. Η έκβαση της αναμέτρησης μεταξύ ενός μύωπα σπασίκλα και ενός εκπαιδευμένου στρατιώτη ήταν απόλυτα προβλέψιμη, και ήταν τυχερός που τη γλίτωσε με μόνη ζημιά ένα ελαφρύ τραύμα πάνω από το αριστερό του μάτι. «Τόσο στενά είναι λοιπόν συνυφασμένες μονομαχία και φιλοσοφία;» ρώτησε απελπισμένος ο πατέρας του. «Μην αφήσεις την κλίση αυτή, κι αν όχι κλίση, τρέλα της στιγμής, να ριζώσει μέσα σου. Μπορεί στο τέλος να στερήσεις τον εαυτό σου και τους γονείς σου από τις ευγενέστερες ελπίδες που προσφέρει η ζωή».

Ύστερα από ένα χρόνο «τρελού αφηνιάσματος στη Βόννη», ο Ερρίκος Μαρξ έδωσε με πολύ μεγάλη του χαρά την άδεια στο γιο του να μεταγραφεί στο πανεπιστήμιο του Βερολίνου, όπου οι εξωακαδημαϊκοί πειρασμοί θα ήταν λιγότεροι. «Δεν τίθεται ζήτημα εδώ για ποτό, μονομαχίες και ευχάριστες συντροφικές εξόδους», είχε παρατηρήσει ο φιλόσοφος Λούντβιχ Φόιερμπαχ, όταν σπούδαζε στην ίδια πόλη δέκα χρόνια νωρίτερα. «Σε κανένα άλλο πανεπιστήμιο δεν μπορείς να βρεις τέτοιο πάθος για δουλειά... Συγκρινόμενα με ετούτο τον ναό της εργασίας, τα υπόλοιπα πανεπιστήμια μοιάζουν ταβερνεία». Δεν είναι παράξενο που ο Ερρίκος ήταν τόσο πρόθυμος να υπογράψει το απαραίτητο έγγραφο που έδινε τη συγκατάθεσή του για τη μετακίνηση. «Όχι μόνο παραχωρώ στο γιο μου Κάρολο Μαρξ την άδεια, αλλά είναι και δική μου επιθυμία να εισαχθεί από το επόμενο τρίμηνο στο πανεπιστήμιο του Βερολίνου, προκειμένου να συνεχίσει εκεί τις νομικές σπουδές του...»

Όλες οι ελπίδες να συγκεντρωθεί ο πεισματάρης νεαρός στις σπουδές του χωρίς περισπασμούς  διαλύθηκαν τάχιστα: ο Κάρολος Μαρξ είχε ερωτευτεί.

[...]

Εκτός από την Τζένη φον Βεστφάλεν, το σημαντικότερο πάθος της νεότητας του Μαρξ ήταν ένας νεκρός φιλόσοφος, ο Γ.Β.Φ. Χέγκελ. Ακολούθησε κι αυτό την πορεία τόσων ερωτικών σχέσεων: η συνεσταλμένη επιφυλακτικότητα έδωσε τη θέση της μεθυστικό αναρίγημα του πρώτου φιλιού, κι αυτό με τη σειρά του, καθώς ο τρελός έρωτας έφθινε, στην απόρριψη του αγαπημένου. Παρέμεινε όμως ευγνώμων γι΄ αυτήν τη μύηση στα μυστικά της ενήλικης ζωής. Καιρό μετά την απάρνηση του εγελιανισμού και τη διακήρυξη της πνευματικής του αυτονομίας, ο Μαρξ μιλούσε ακόμη νε αγάπη για τον άνθρωπο που τον είχε βγάλει από την αθωότητα. Είχε κερδίσει το προνόμιο να μαλώνει τον Χέγκελ με τη σθεναρή ειλικρίνεια του στενού φίλου· τέτοια δικαιώματα δεν παραχωρούνται σε αγνώστους.

[...]Λίγο μετά την άφιξή του στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, ο Μαρξ, δεκαοκτώ χρονών ακόμα, ειρωνεύτηκε την αδιαφάνεια και την ασάφεια του Χέγκελ σε μια σειρά από επιγράμματα με τίτλο «Πάνω στον Χέγκελ»:

Όλες οι λέξεις που διδάσκω ανάκατες σε μια ακατονόμαστη θολούρα
Για να νομίζει ο καθένας ό,τι διαλέξει ο ίδιος να νομίσει·
Δεν θα τον εμποδίσουν, άλλωστε, ποτέ αυστηροί περιορισμοί.
Σαν μπουρμπουλήθρες στην πλημμύρα, σαν βράχια που κατρακυλούν πλαγιές,
Τέτοιες οι λέξεις και οι σκέψεις της Πολυαγαπημένης του που μηχανεύεται ο ποιητής·
Ο ίδιος μόνον καταλαβαίνει τι σκέφτεται, κι επινοεί ελεύθερα τα αισθήματά του·
Έτσι μπορεί ο καθένας να ρουφήξει για τον εαυτό του το θρεπτικό νέκταρ της σοφίας·
Τώρα τα ξέρετε όλα, γιατί σας είπα ένα σωρό από τίποτα!


Ο Μαρξ συμπεριέλαβε το ποίημα σε ένα τετράδιο στίχων «αφιερωμένο στον αγαπημένο μου πατέρα με την ευκαιρία των γενεθλίων του, ως ελάχιστη ένδειξη παντοτινής αγάπης». Ο γέρος θα πρέπει να καταχάρηκε μαθαίνοντας πως ο γιος του δεν είχε υποκύψει στην επιδημία της εγελιανής λατρείας που είχε μολύνει σχεδόν όλα τα ιδρύματα της χώρας. Σε κάποια επιστολή προς το Βερολίνο, ο Ερρίκος προειδοποιούσε τον Κάρολο για τη μολυσματική επιρροή των εγελιανών -«τους νέους ανηθικολόγους», που περιπλέκουν τόσο τα λόγια τους, ώστε να μην τ' ακούν στο τέλος ούτε οι ίδιοι· που βαπτίζουν την πλημμύρα των λέξεων προϊόν μεγαλοφυΐας μόνο και μόνο γιατί είναι κενή από ιδέες».

[...]

Τον πρώτο του χρόνο στο Βερολίνο, ο Μαρξ πάλεψε να αγνοήσει τους πειρασμούς της φιλοσοφίας: υποτίθεται, στο κάτω κάτω, πως είχε έρθει να σπουδάσει νομικά. Δεν είχε ήδη, εξάλλου, απορρίψει το διαβολικό Χέγκελ και τα έργα αυτού; Διασκέδαζε γράφοντας λυρικούς στίχους, αλλά δεν έβγαινε τίποτε περισσότερο από «συγκεχυμένες και ατελείς εκφράσεις συναισθημάτων, τίποτα φυσικό, τα πάντα ήταν φτιαγμένα από φεγγαρόφωτο, η απόλυτη αντίθεση μεταξύ αυτού που είναι και αυτού που θα έπρεπε να είναι, ρητορικές αντανακλάσεις αντί για ποιητικές σκέψεις...»[....]Στη συνέχεια βάλθηκε να συνθέσει μια φιλοσοφία του δικαίου -«ένα έργο τριακοσίων περίπου σελίδων»- μόνο και μόνο για να ανακαλύψει ξανά το ίδιο χάσμα μεταξύ αυτού που είναι και αυτού που θα έπρεπε να είναι. [...]

Οι κόποι του δεν πήγαν ολότελα χαμένοι. «Κατά τη διάρκεια αυτής της εργασίας», αποκάλυψε, «απέκτησα τη συνήθεια να σημειώνω αποσπάσματα από όλα τα βιβλία που διάβαζα» - συνήθεια που δεν έχασε ποτέ. Ο κατάλογος των αναγνωσμάτων του της περιόδου δείχνει και το εύρος των πνευματικών του αναζητήσεων: ποιος άλλος, ενώ συνέθετε μια φιλοσοφία του δικαίου, θα σκεφτόταν πως άξιζε τον κόπο να μελετήσει με εμβρίθεια την Ιστορία της Τέχνης του Γιόχαν Γιόακιμ Βίνκελμαν; Μετέφρασε τα Γερμανικά του Τάκιτου και τα Τρίστια του Οβίδιου και «άρχισα να μαθαίνω μόνος μου αγγλικά και ιταλικά, διαβάζοντας τις γραμματικές». Το επόμενο εξάμηνο, ενώ καταβρόχθιζε δεκάδες τόμους αστικής δικονομίας και κανονικού δικαίου, μετέφρασε τη Ρητορική του Αριστοτέλη, διάβασε Φραγκίσκο Βάκωνα, και «ξόδεψα κάμποσο χρόνο στον Ραϊμάρους, στο βιβλίο του οποίου για τα καλλιτεχνικά ένστικτα των ζώων αφοσιώθηκα με αγαλλίαση».

Καλή άσκηση όλα αυτά για το μυαλό, δεν χωράει αμφιβολία· αλλά ακόμη και τα καλλιτεχνίζοντα ζώα δεν κατόρθωσαν να σώσουν το magnum opus του. Ο νεαρός Κάρολος εγκατέλειψε απελπισμένος τις 300 σελίδες του χειρογράφου του και στράφηκε εκ νέου «στους χορούς των Μουσών και τη μουσική των Σατύρων». Έγραψε βιαστικά και με το βλέμμα στραμμένο στον Τρίσταμ Σάντυ του Λόρενς Στερν ένα σύντομο «χιουμοριστικό μυθιστόρημα», το Σκορπιός και Φήλιξ. Ήταν ένας χείμαρρος από εκκεντρικότητες και καλαμπούρια που δεν έβγαζαν νόημα· έχει, όμως, ένα απόσπασμα που αξίζει να το αναφέρουμε:

«Κάθε γίγαντας...κουβαλά μαζί του και ένα νάνο, κάθε ιδιοφυΐα ένα στενοκέφαλο ηλίθιο και κάθε θαλασσοταραχή τη λάσπη, και μόλις σβήσουν οι μεν εμφανίζονται οι δε, κάθονται στο τραπέζι και απλώνουν υπερφίαλα τα μακριά τους πόδια.
Οι πρώτοι είναι πολύ μεγάλοι για ετούτο τον κόσμο και ο κόσμος τους αποβάλλει. Οι άλλοι, όμως, ριζώνουν και παραμένουν, δείτε τα γεγονότα και θα το καταλάβετε, γιατί η σαμπάνια αφήνει μια παρατεταμένη και απωθητική επίγευση, ο Καίσαρας ο ήρωας αφήνει πίσω του τον ηθοποιίσκο Οκταβιανό, ο Αυτοκράτορας Ναπολέοντας τον αστό βασιλιά Λουδοβίκο Φίλιππο...»


[...]

Εκτός από τη συγκεκριμένη πολυσήμαντη παράγραφο, λίγα αξίζει να κρατήσουμε από το Σκορπιός και Φήλιξ· κι ακόμη λιγότερα από το Ουλανέμ, ένα βαρυφορτωμένο έμμετρο δράμα που στενάζει κάτω από το βάρος της επιρροής του Γκαίτε. Τελικά ο Μαρξ αποδέχτηκε το θάνατο των λογοτεχνικών του φιλοδοξιών. «Αίφνης, λες και από κάποιο μαγικό άγγιγμα -ω ναι,  και το άγγιγμα ήταν στην αρχή φύσημα του ανέμου που διέλυσε τα πάντα- αντίκρισα το απόμακρο βασίλειο της αληθινής ποίησης κι ήταν σαν ένα απόμακρο νεραϊδόκαστρο κι όλα μου τα δημιουργήματα γκρεμίστηκαν». Η ανακάλυψη του κόστισε πολλές άγρυπνες  νύχτες και πολύ άγχος. «Μια αυλαία είχε πέσει, τα ιερά και τα όσια κατακρημνίστηκαν, έπρεπε να στηθούν καινούργιοι θεοί». Κατέρρευσε σωματικά και ο γιατρός τού συνέστησε να αποσυρθεί στην ύπαιθρο για να αναπαυτεί. Βρήκε σπίτι στο χωριουδάκι Στραλάου στις όχθες του ποταμού Σπρέε, έξω από το Βερολίνο.

Εκείνη την εποχή φαίνεται πως τα λογικά του είχαν ελαφρώς σαλέψει. Κι ενώ πάλευε ακόμη να αγνοήσει τη φωνή της Σειρήνας, του Χέγκελ («η γκροτέσκα, κακοτράχαλη μελωδία της δεν με γοήτευε»), έγραψε έναν εικοσιτετρασέλιδο διάλογο πάνω στη θρησκεία, τη φύση και την ιστορία και ανακάλυψε πως «η τελευταία μου πρόταση ήταν η αρχή του εγελιανού συστήματος». Είχε παραδοθεί στα χέρια του εχθρού. «Για μερικές ημέρες ο εκνευρισμός μου ήταν τόσος που δεν μπορούσα να σκεφτώ· γύριζα σαν τον τρελό πάνω κάτω στον κήπο, πλάι στα βρόμικα νερά του Σπρέε, που «πλένει τις ψυχές και αραιώνει το τσάι. Έφτασα μέχρι το σημείο να πάω εκδρομή για κυνήγι με το σπιτονοικοκύρη μου, να φύγω κατόπιν για το Βερολίνο και να θέλω να φιλήσω κάθε χασομέρη που συναντούσα στο δρόμο». [...]

Ενώ ανάρρωνε -αποκαθιστώντας την υγεία του με μακρινούς περιπάτους, τακτικά γεύματα και ύπνο από νωρίς- διάβασε τον Χέγκελ από την αρχή μέχρι το τέλος. Ένας φίλος από το πανεπιστήμιο τον συνέστησε στο Ντόκτορς Κλαμπ, μια ομάδα νεοεγελιανών που συναντιόντουσαν τακτικά στο «Χίπελ Καφέ» στο Βερολίνο για θορυβώδεις, μεθυσμένες συζητήσεις. [...]

Τη νύχτα της 10ης Νοεμβρίου του 1837, ο Μαρξ έγραψε μια μακροσκελέστατη επιστολή στον πατέρα του, περιγράφοντας τον προσηλυτισμό και τις διανοητικές αναζητήσεις που τον οδήγησαν στον Χέγκελ. «Υπάρχουν στιγμές στη ζωή του ανθρώπου», άρχιζε, «που θυμίζουν ορόσημα, ορίζουν την ολοκλήρωση μιας περιόδου, αλλά την ίδια κιόλας στιγμή δείχνουν ξεκάθαρα τη νέα κατεύθυνση. Τέτοιες μεταβατικές στιγμές νιώθουμε αναγκασμένοι να κοιτάξουμε το παρελθόν και το παρόν με τα αετίσια μάτια της σκέψης προκειμένου να αποκτήσουμε αντίληψη της πραγματικής μας θέσης. Πράγματι, η ίδια η παγκόσμια ιστορία αρέσκεται να κοιτάζει προς τα πίσω και να κάνει τον απολογισμό της...»

Δεν ήταν ψεύτικη μετριοφροσύνη: στα δεκαεννιά του χρόνια, δοκίμαζε ήδη τα ρούχα του Ανθρώπου που τον είχε τάξει το Πεπρωμένο και διαπίστωνε πως του ταίριαζαν μια χαρά.

από το: Κάρολος Μαρξ, Η ζωή του, του Φράνσις Γουίν, εκδόσεις Ωκεανίδα, μτφ. Θεόφιλος Ξ. Τραμπούλης

Τρίτη 3 Μαΐου 2011

Ο κόσμος μετά τον Μπιν Λάντεν

I am not a terrorist, Milán Kopasz, Hungary, από  The co-winning and shortlisted posters in the Human rights violation brief,  Creative Commons by-sa 2.5

του Θανάση Καρτερού*

Κάποιοι που έχουν την τιμή να συμπεριλαμβάνονται στον κατάλογο των «διεθνών αντιδράσεων» δηλώνουν ότι ο κόσμος θα είναι καλύτερος μετά τη δολοφονία του Μπιν Λάντεν. Άλλοι ότι ξύπνησαν σε ένα κόσμο πιο ασφαλή. Γενικώς τα χειροκροτήματα που έχουν ξεσπάσει από το πρωί της Δευτέρας συμπληρώνουν με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο τους πυροβολισμούς που έθεσαν τέρμα στη ζωή του αρχηγού της Αλ Κάιντα τη νύχτα της Κυριακής.

Μια δολοφονία ωστόσο, ακόμα και αν την έχουν διαπράξει με την πολυδιαφημισμένη χειρουργική ακρίβεια, είναι μια δολοφονία. Κι όταν την ακολουθεί το εμπόριο της πλαστής φωτογραφίας του νεκρού, οι καταγγελίες για διπλό παιγνίδι του Πακιστάν, η παρέλαση των ηγετών του κόσμου ποιος θα χειροκροτήσει πιο δυνατά, οι διαγκωνισμοί ποιος θα καταλάβει την καλύτερη θέση στο σύγχρονο Κολοσσαίο, τότε μόνο ένδειξη αλλαγής του κόσμου μας (ή του κόσμου τους…) δεν αποτελεί.

Τι άλλαξε δηλαδή από χτες και πρέπει όλοι να χειροκροτούμε και να χαιρόμαστε; Έλειψαν μήπως οι αιτίες που γεννούν την τρομοκρατία; Έβαλαν μυαλό εκείνοι που εκπαιδεύουν και χρηματοδοτούν τους Μπιν Λάντεν; Αισθάνονται καλύτερα οι Παλαιστίνιοι για τη στήριξη της διεθνούς κοινότητας στους δολοφόνους τους; Ή ανακουφίστηκαν όσοι είδαν τα εγγόνια του Καντάφι να κομματιάζονται από ανθρωπιστικούς πυραύλους; Σε τι άλλαξε ο κόσμος επειδή για άλλη μια φορά αποδείχτηκε ότι οι κυρίαρχοί του έχουν τη δυνατότητα, τη θέληση και τη δύναμη πυρός για να διαπράττουν όπου γης δολοφονίες;

Μα θα πει κάποιος, ο Μπιν Λάντεν ήταν αρχηγός της διεθνούς τρομοκρατίας. Μάχαιραν έδωκε, μάχαιραν ήταν φυσικό και να λάβει. Ακόμα όμως κι έτσι, ακόμα κι αν παραβλέψει κανείς σε ποιες φωλιές και ποιοι επώασαν το αβγό της Αλ Κάιντα, πάλι παραμένει το γεγονός που αποφεύγουν να συζητήσουν -προτιμούν τα χειροκροτήματα. Τι έκανε τον Μπιν Λάντεν τόσο ισχυρό, τι ανέδειξε την τρομοκρατία σε παγκόσμια δύναμη, γιατί έφτασαν να φοβούνται έναν αποδεδειγμένο τρομοκράτη ακόμα και νεκρό; Πώς ο φανατισμός, η διαστροφή και η φονική μισαλλοδοξία απλώθηκαν έτσι στον κόσμο; Φταίνε μόνο οι Μπιν Λάντεν, ή και ο κόσμος, όπως τον κατάντησαν οι πολέμιοι των Μπιν Λάντεν, αποτελεί ιδανικό βιότοπο τεράτων;

Ένας κόσμος που γίνεται καλύτερος με τις δολοφονίες και τα χειροκροτήματα για τις δολοφονίες; Ευχαριστούμε, δεν θα πάρουμε…

*Αναδημοσίευση από την Αυγή της 3/5/2011

Δευτέρα 2 Μαΐου 2011

Στον αστερισμό της ανομίας

La Charge de la cavalerie rouge, Kazimir Malevich [Public domain], via Wikimedia Commons

του Νικόλα Σεβαστάκη, ΕΠΟΧΗ, 1.05.11

Ο θόρυβος δεν λέει να κοπάσει. Η λέξη ανομία καιροφυλακτεί στα πρωτοσέλιδα και σε τρομαγμένες επιφυλλίδες. Στοιχειώνει έντυπα αφιερώματα και διαδικτυακές έριδες. Η λέξη συνοδεύεται από τις κατάλληλες εικόνες και υποβάλλει σκοτεινούς συνειρμούς χάους και κοινωνικής διάλυσης. Και όλος αυτός ο θόρυβος τείνει πια να επιβάλει ως πόρισμα του κοινού νου την εξής, μάλλον απλή, ιδέα: σε αυτό τον τόπο δεν υπάρχει πρόβλημα δημοκρατίας αλλά πρόβλημα καταχρηστικής, «αποχαλινωμένης» δημοκρατίας. Η κρίση που ζούμε, λένε, δεν είναι μήπως αποτέλεσμα μιας υπερτροφικής σώρευσης δικαιωμάτων εις βάρος των υποχρεώσεων; Δεν είναι και αυτή καρπός της περιφρόνησης προς νόμους και κανόνες από μια ανώριμη κοινωνία που δεν απαλλάχτηκε ποτέ από τις νοοτροπίες της αρχαίας μας διαφθοράς;

Με αυτές τις βεβαιότητες εμφανίζεται μια νέα αφήγηση της συλλογικής ενοχής, της συλλογικής τιμωρίας και της εθνικής αποθεραπείας. Και το δεύτερο πόρισμα που βγαίνει από αυτή την αφήγηση είναι ότι σχεδόν τα πάντα μπορεί να βαφτίζονται «συμπτώματα ανομίας». Ο φοροφυγάς μεγαλογιατρός και αυτός που δεν πληρώνει εισιτήριο στο λεωφορείο συστεγάζονται στην ίδια κοινωνική παθολογία.

Με τα ίδια ερμηνευτικά γυαλιά κρίνονται οι άνθρωποι του Δεν Πληρώνω και οι βανδαλισμοί οπαδών, τα κρούσματα διαφθοράς στις δημόσιες υπηρεσίες και οι υψηλόφωνες διαμαρτυρίες κατά μελών του πολιτικού προσωπικού. Στο ίδιο γένος κατατάσσεται η έντονη πολιτική απόρριψη και το απλό εκτονωτικό ανάθεμα.

Τι προσφέρει αυτή η τέχνη της ισοπέδωσης; Στην ουσία φαίνεται ότι επιδιώκει να συσκοτίσει και να διαστρέψει τους όρους της συζήτησης. Να υποκαταστήσει το κριτικό βλέμμα στις αντιφάσεις και στις κοινωνικές ρωγμές που εκτρέφει η συγκεκριμένη πραγματικότητα με μια δικαστική ετυμηγορία αν όχι με την αστραπιαία αστυνομική κλήτευση. 

Υπάρχει πλέον μια ανάγνωση του ‘ελληνικού προβλήματος’ που σταχυολογεί καθημερινές τραυματικές εμπειρίες και τις εξισώνει με τα δομικά προβλήματα του ελληνικού καπιταλισμού και του πολιτικού συστήματος. Έτσι, για παράδειγμα, το έλλειμμα παιδείας του Έλληνα οδηγού στο δρόμο ή οι κακές πρακτικές πολλών ως προς τη φροντίδα για το περιβάλλον λογαριάζονται περίπου ως οι αιτίες των περιβαλλοντικών αδιεξόδων του συγκεκριμένου προτύπου «ανάπτυξης» που δομήθηκε εδώ και πολλές δεκαετίες. Σα να μην έχει πλέον τόση σημασία  η ασκούμενη πολιτική και οι μεγάλες αποφάσεις αλλά μόνο η εφαρμοσμένη ηθική των ατόμων. Όμως οι όροι με τους οποίους εκπαιδεύονται και αναπαράγονται οι ατομικές προτιμήσεις και συμπεριφορές είναι κοινωνικοί και πολιτικοί. Και φυσικά είναι αυτοί οι όροι που προσδιορίζουν, σε σημαντικό βαθμό, τους τρόπους της κοινωνικής δράσης, τις κουλτούρες της διαμαρτυρίας και τη σχέση των ανθρώπων με τους νόμους.

Η φιλολογία περί ανομίας συνοδεύει ωστόσο τη μετατόπιση των ελίτ προς έναν νεοφιλελευθερισμό της «τάξης», προς μια αντίληψη για τη δημοκρατία ως εκ των άνω μεταρρυθμισμού για την αναγκαστική εμπέδωση στο κοινωνικό σώμα μιας νέας συλλογικής ηθικής. Στο επίκεντρο αυτής της προσέγγισης είναι η αποκοπή της πολιτικής από τον «λαϊκισμό», όρος ο οποίος χρησιμοποιείται πλέον ως γενικός αφορισμός κάθε λαϊκής αντίρρησης σε προαποφασισμένες λύσεις και συνταγές θεραπείας. Με άλλα λόγια, η έμφαση στα «φαινόμενα ανομίας» υποδηλώνει τη στροφή των κυρίαρχων δυνάμεων από την κοινωνική νομιμοποίηση στην κρατική νομιμότητα, από την αντιπροσώπευση στην επιβολή του μονόδρομου με έκτακτα διατάγματα.

Το ερώτημα δεν είναι έτσι αν υφίστανται και αν αυξάνονται τα φαινόμενα αντιθεσμικής οργής και αντιπολιτικού ατομικισμού. Δεν είναι επίσης το αν υπάρχουν, πράγματι, φαινόμενα ενός λαϊκισμού των ιδιωτικών συμφερόντων και των αυταρχικών πειρασμών. Ποιος θα το αρνηθεί; Το πρόβλημα είναι ότι όλα αυτά τα φαινόμενα γίνονται ένα εργαλείο για εκείνο το επιχείρημα που βλέπει τον εξορθολογισμό του συστήματος με τους όρους της ακραίας νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης.

Η έλλογη πολιτικοποίηση των αντιστάσεων και της ανυπακοής είναι μια σύνθετη και πολύ δύσκολη ιστορία. Δοκιμάζεται, συχνά με αποτυχίες, μέσα σε συνθήκες διάχυτων φόβων και συλλογικής κατάθλιψης. Μέσα σε συγκυρίες «απομάγευσης» του κόσμου της πολιτικής.  Αλλά κάθε αντίσταση και έκφραση ανυπακοής δεν συνιστά, όπως λένε οι διανοούμενοι του «Μνημονίου ως ευκαιρίας», ένα συναισθηματικό και αμυντικό ψυχόδραμα. Μπορεί να είναι συγχρόνως και το πεδίο της δυνατότητας για μια νέα επινόηση της δημοκρατίας και της λαϊκής υποκειμενικότητας. Το πεδίο εντέλει για την ανάπτυξη νέων μορφών κοινωνικής συνεργασίας και λαϊκής αλληλεγγύης. Για αυτό ακριβώς τον λόγο δεν έχει νόημα έχει να ζητάς εχέγγυα ορθολογισμού και ανεπίληπτης πολιτικότητας από κάθε μορφή συλλογικής δράσης.

Από μια άποψη, όσοι επιμένουν στον κίνδυνο της ανομίας φαίνεται να έχουν «λύσει» μια και καλή το πρόβλημα: σπεύδουν να διαγνώσουν πίσω από κάθε σύγκρουση μια κοινωνική ανωμαλία, έναν ψυχοπαθολογικό ανορθολογισμό και μια αντικοινωνική ιδιοτέλεια. Ο λόγος τους μοιάζει εντέλει να μεταφέρει στο παρόν τα κλασικά ολιγαρχικά στερεότυπα περί της «χυδαιότητας του όχλου». Και όταν αυτά τα ολιγαρχικά στερεότυπα συνδυάζονται με την υποκριτική ρητορική περί σεβασμού στους θεσμούς, τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο ανησυχητικά…

Σάββατο 30 Απριλίου 2011

O ΣΥΡΙΖΑ για την 1η Μάη

1η ΜΑΗ 2011 και πανεργατική απεργία στις 11 Μάη:
Αγωνιζόμαστε ενάντια στα αντεργατικά μέτρα κυβέρνησης και Τρόικας.

Εργαζόμενοι, εργαζόμενες, νέοι, νέες, άνεργοι, μετανάστες

Η Εργατική Πρωτομαγιά είναι μια μέρα μνήμης και τιμής στους αγώνες της εργατικής τάξης, που ξεκίνησαν από το Σικάγο το 1886 για τη διεκδίκηση του 8ωρου και συνεχίζονται ακατάπαυστα μέχρι σήμερα ενάντια στην καπιταλιστική εκμετάλλευση, στην κάθε είδους καταπίεση, στον πόλεμο και τον ιμπεριαλισμό.
Αυτή την περίοδο στη χώρα μας οι εργαζόμενοι, οι νέοι και οι νέες, δέχονται μια πρωτοφανή επίθεση από την κυβέρνηση, την τρόικα και το κεφάλαιο.
Η χρονική επιμήκυνση της αποπληρωμής του δανείου των 110 δισ. € της Τρόικας συνοδεύεται με νέους ακόμα πιο επαχθείς για τους εργαζόμενους όρους, με ληστρικά επιτόκια και διαρκή λιτότητα και επιτήρηση της χώρας μας.
Η κυβέρνηση και η Τρόικα, την ίδια στιγμή που δίνουν χαριστικά στις τράπεζες άλλα 30 δισ. € (συνολικά μέχρι τώρα 108 δις.), ετοιμάζουν ως συνέχεια του μνημονίου με το ενδιάμεσο δημοσιονομικό πλαίσιο 2012-2015 μία νέα πιο μεγάλη λεηλασία, ύψους 26 δισ. € σε βάρος των εργαζομένων. Με το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων των 50 δισ. «ξεπουλούν» τον δημόσιο πλούτο προωθώντας το μεγαλύτερο στην ιστορία της χώρας μας εθνικό, οικονομικό, κοινωνικό και οικολογικό έγκλημα.
Τα αλλεπάλληλα κυβερνητικά και τροικανά αντιλαϊκά μέτρα αυξάνουν την ύφεση, τη φτώχεια και την ανεργία, διαλύουν το κοινωνικό κράτος (παιδεία, υγεία, ασφάλιση, πρόνοια). Η τρομοκρατία της πιθανής χρεοκοπίας της χώρας χρησιμοποιείται από την κυβέρνηση για την χρεοκοπία των λαϊκών στρωμάτων με το «κούρεμα» μισθών και συντάξεων και την κατάργηση δημοκρατικών δικαιωμάτων.
Η προωθούμενη υπό την κηδεμονία της τρόικας αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους θα είναι προς όφελος των τοκογλύφων πιστωτών της χώρας μας και σε βάρος των λαϊκών στρωμάτων.
Η κυβέρνηση για να αντιμετωπίσει τις κοινωνικές αντιστάσεις έχει εξαπολύσει ένα τσουνάμι αυταρχισμού, κρατικής καταστολής, ποινικοποίησης των κοινωνικών αγώνων και στοχοποίησης του ΣΥΡΙΖΑ και των κινημάτων κοινωνικής αντίστασης (διόδια, εισιτήρια, κλπ). Επίσης με την υπονόμευση των κλαδικών συλλογικών συμβάσεων και την γενίκευση των ατομικών συμβάσεων εργασίας οδηγεί σε περιθωριοποίηση και απαξίωση το εργατικό-συνδικαλιστικό κίνημα.
Το «Σύμφωνο για το ευρώ», που ψηφίστηκε στη σύνοδο κορυφής της ΕΕ και από την κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου, οδηγεί σε αιώνια λιτότητα, δραματική μείωση των μισθών, πλήρη ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης. Ο ΣΥΡΙΖΑ ζητάει να γίνει δημοψήφισμα για να μιλήσει ο ελληνικός λαός.

Ορισμένα από τα μέτρα που θα παρθούν στη χώρα μας σε εφαρμογή του «συμφώνου για το ευρώ» και του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού πλαισίου 2012-2015, είναι:
  • Απολύσεις σε όλο το φάσμα του Δημόσιου, ευρύτερου Δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και περικοπές μέσα στο 2012 των επιδομάτων ανεργίας.
  • Διάλυση των εργασιακών σχέσεων.
  • Ξεπούλημα του δημόσιου πλούτου, που έχει απομείνει υπό δημόσια ιδιοκτησία ή έλεγχο, συρρίκνωση και εν συνεχεία ακόμα μεγαλύτερη εμπορευματοποίηση των δημοσίων κοινωνικών αγαθών (υγείας, παιδείας, πρόνοιας κλπ).
  • Δραστική μείωση των επικουρικών συντάξεων, περικοπή της λίστας των βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων και των δικαιούχων του ΕΚΑΣ, αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης.
  • Νέα μείωση των μισθών στο Δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα.
  • Περικοπές των κοινωνικών επιδομάτων (ΑΜΕΑ, πολυτέκνων κλπ) μέσω της σύνδεσής τους με εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια.
  • Περικοπή ή μερική κατάργηση 980 κοινωνικών φοροαπαλλαγών (ιατρικές δαπάνες, ενοίκια, δίδακτρα, τόκοι στεγαστικών δανείων κλπ).
  • Ένταξη στον ανώτατο συντελεστή ΦΠΑ (23%) δεκάδων ειδών πλατιάς λαϊκής κατανάλωσης και αυξήσεις στα τιμολόγια των ΔΕΚΟ.
Εργαζόμενοι, εργαζόμενες, άνεργοι και συνταξιούχοι,
Με τη μαζική συμμετοχή μας στις Πρωτομαγιάτικες συγκεντρώσεις και στην πανεργατική απεργία στις 11 Μάη, που πρέπει να συνοδευτεί με συγκεκριμένο σχέδιο κλιμάκωσής της, πρέπει να δείξουμε στην Τρόικα, την κυβέρνηση, το κεφάλαιο και τους πρόθυμους πολιτικούς συμμάχους τους, ότι δεν θα τους επιτρέψουμε να μας γυρίσουν πίσω σε εργασιακό καθεστώς δουλείας και ανασφάλειας. Πρέπει να τους απαντήσουμε με την κοινή δράση όλης της Αριστεράς, την πιο πλατιά εργατική ενότητα, με λαϊκή – εργατική εξέγερση.
Να αμφισβητήσουμε το δημόσιο χρέος ως χρέος του ελληνικού λαού, να διεκδικήσουμε τη διαγραφή ενός μεγάλου μέρους του, την εθνικοποίηση – κοινωνικοποίηση των τραπεζών, την αναπτυξιακή παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας μας, τη διέξοδο από την κρίση και τη σοσιαλιστική προοπτική.
Μπορούμε να ξεπεράσουμε την συμβιβαστική στάση της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας (ΠΑΣΚΕ-ΔΑΚΕ) και την πολιτική περιχαράκωσης του ΠΑΜΕ με την οργάνωση και κινητοποίηση της εργατικής βάσης και την συγκρότηση Επιτροπών Αγώνα και αλληλεγγύης σε κάθε χώρο εργασίας, κατοικίας και σπουδών.
Η κυβέρνηση δεν έχει καμία δημοκρατική νομιμοποίηση να σύρει τους εργαζόμενους σε διαρκή λιτότητα και να εκποιήσει το δημόσιο πλούτο. Δεν εκλέχτηκε με βάση τέτοια προγραμματική δέσμευση και ο χρονικός ορίζοντας εφαρμογής των προωθούμενων νέων αντικοινωνικών μέτρων υπερβαίνει την κυβερνητική θητεία της.
Η φετινή Πρωτομαγιά και η πανεργατική απεργία στις 11 Μάη πρέπει να είναι οι αγωνιστικές αφετηρίες του εργατικού κινήματος για την ανατροπή της κυβέρνησης του Γ. Παπανδρέου και των αντικοινωνικών πολιτικών της. Για τη συγκρότηση μιας νέας κοινωνικής και πολιτικής πλειοψηφίας με πυρήνα την Αριστερά, η οποία θα βγάλει την χώρα μας από το μνημόνιο και θα προωθήσει μια πολιτική που θα καλύπτει τις ανάγκες του λαού και όχι των πιστωτών και του κεφαλαίου.
Οι εργαζόμενοι δεν χρωστούν τίποτε σ’ αυτούς που λήστεψαν και λεηλάτησαν τη χώρα μας.
Φορολογήστε τους πλούσιους και τις μεγάλες επιχειρήσεις
Μειώστε τώρα τους εξοπλισμούς
Εθνικοποίηση – κοινωνικοποίηση των τραπεζών
Απαγόρευση των απολύσεων
Κατάργηση της ελαστικής και ανασφάλιστης εργασίας
Μαζικές προσλήψεις σε υγεία, παιδεία, σε όλες τις κοινωνικές υπηρεσίες
Καμιά περικοπή σε μισθούς και συντάξεις
Ίσα δικαιώματα σε όλους τους μετανάστες
Όλοι/ες στις Πρωτομαγιάτικες και απεργιακές Συγκεντρώσεις των Συνδικάτων

Παρασκευή 29 Απριλίου 2011

΄Ενας χρόνος Μνημόνιο


Προδημοσίευση από τον Ροσινάντε του Μάη που κυκλοφορεί εντός των ημερών

Στο διάμεσο της θρησκευτικής κατάνυξης των Ορθοδόξων, κατά την επονομαζόμενη Μεγάλη Εβδομάδα, συμπληρώθηκε ένας χρόνος από την επίσημη ανακοίνωση της ελεγχόμενης χρεωκοπίας του ελληνικού Κράτους και της υπαγωγής του στον λεγόμενο Μηχανισμό Στήριξης –που συνηθίσαμε να αποκαλούμε Τρόικα. Η γκροτέσκα εικόνα του πρωθυπουργού να εξηγεί τότε από τηλεοράσεως τους λόγους για τους οποίους η Ελλάδα προσέφευγε στους διεθνείς οικονομικούς οργανισμούς, μπροστά από καραβάκια στον όρμο του Καστελόριζου, όμοιος κακόγουστος πίνακας πάνω από σεμεδάκι, δημιούργησε την αίσθηση πως ό,τι συμβαίνει δεν είναι πολύ σοβαρό και σε κάθε περίπτωση δεν θα κρατήσει πολύ. Δώδεκα μήνες μετά, η διαπίστωση ότι η αντίδραση που ακολούθησε ήταν αναντίστοιχη της δράσης, δεν αποτελεί δα και κάποια πολύ σπουδαία ανακάλυψη.
Το πλέον ανησυχητικό άλλωστε δεν είναι τόσο αυτό, όσο η αίσθηση ότι η αντίδραση αυτή σε γενικές γραμμές, βαίνει μειούμενη. Όσο οξύνεται η επίθεση των πολιτικών του Μνημονίου –δηλαδή του ελληνικού Κράτους- ενάντια στην Εργασία, τόσο αμβλύνεται (και πάντως αποκλιμακώνεται) η οργάνωση των εργαζομένων, περιορίζονται, διασκορπίζονται και τελικά απομονώνονται οι κινητοποιήσεις τους και κυρίως, συρρικνώνεται η επίδρασή τους στον κοινωνικό συσχετισμό δυνάμεων. Είναι ίσως πιο θεαματικό να συγκρίνει κανείς την πανεργατική απεργία του περασμένου Μαΐου με εκείνην του Φλεβάρη που προηγήθηκε, αλλά είναι μάλλον ακόμα πιο ουσιώδες να μετρήσει τις απεργιακές κινητοποιήσεις της περιόδου εκείνης με τις σημερινές.

Οπωσδήποτε, τίποτα στον κόσμο δεν υπάρχει από μόνο του. Η τρομακτική προβοκάτσια της 5ης Μάη του 2010, λειτούργησε το δίχως άλλο ανασχετικά στη διάχυση της κοινωνικής οργής, αποκοίμισε τα λιγότερο πρόθυμα τμήματα του εργατικού κινήματος και αιφνιδίασε τα πιο ριζοσπαστικά του. Οποιαδήποτε δυναμική δοκίμασε να αναπτυχθεί εκείνο το διάστημα των πρώτων μηνών, κατακάθισε υπό το βάρος ενός σοκ πρωτόγνωρου για το ελληνικό κοινωνικό κίνημα. Δεν είναι τούτο αρκετό ωστόσο για να εξηγήσει την καθίζηση που εμφανίστηκε στη συνέχεια, όχι μόνο στον δρόμο αλλά και μέσα στους εργασιακούς χώρους, ακόμα και στα ίδια τα εργατικά σχήματα

Αποτελεί εθελοτυφλία πλέον να μην ομολογείται ότι το ελληνικό εργατικό κίνημα έχει ένα πελώριο, ένα πολύ ιδιαίτερο πρόβλημα δομών και προτεραιοτήτων. Η «προτεραιότητα της πολιτικής πάλης», που δεν είναι στην πραγματικότητα παρά κυριαρχία δομών έξω από της Εργασία έχει οδηγήσει σε ουσιαστικό εκφυλισμό τις άμεσες οργανώσεις των εργαζομένων, που είναι τα σωματεία τους. Χωρίς την έμπρακτη εργατική αλληλεγγύη, που συνιστά ο ταξικός συνδικαλισμός, είναι ίσως εφικτό να διατηρείται ζωντανός ένας ορισμένος «ακτιβισμός των διοδίων», είναι πιθανό να αναπτύσσεται ένα –συχνά κακόγουστο- ρεύμα αυτοδικίας στις μούρες των αστών πολιτικών, είναι σίγουρα δυνατό να συζητιέται για πάντα η ενότητα, η ανασύνθεση ή η επαναξαναμετίδρυση της «Αριστεράς» σε μέτωπα ή σε σαγόνια, αλλά είναι εντελώς αδύνατο να αντιπαλευτεί η  πολιτική του Κεφαλαίου.

Καθώς η «εποχή του Μνημονίου» μπαίνει στο δεύτερο χρόνο της κι έχει βγάλει πια μια καλή στρώση δόντια, ένα είναι σίγουρο: είτε η μάχη ενάντια σε αυτό θα δοθεί μέσα στα σωματεία είτε θα αποτελέσει σεγκόντο στον χαβά της ήττας. Η επανοικειοποίηση  του συνδικαλισμού από τους ίδιους τους εργαζομένους, η συγκρότηση δηλαδή άμεσων οργανώσεων μέσα στους χώρους δουλειάς και η ομοσπονδιακή κατοχύρωση της αλληλεγγύης και της κοινής δράσης τους αποτελεί για το εργατικό κίνημα το μονοπάτι εξόδου από τον μονόδρομο της υποταγής και της υποχώρησης.

Οποιαδήποτε άλλη συζήτηση στη σημερινή περίοδο δεν συνιστά απλά κυνήγι της ίδιας της ουράς μας. Συμβαίνει κιόλας το  κυνήγι αυτό να μας απασχολεί ενώ ήμαστε καιρό τώρα κολοβοί.

Τετάρτη 27 Απριλίου 2011

ΕΠΕΙΔΗ ΚΑΝΕΝΑ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΠΥΡΗΝΙΚΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΙΡΗΝΙΚΟ


ΕΠΟΧΗ, 24.04.11

Το ελληνικό αντιπυρηνικό κίνημα έχει τη δική του πλούσια ιστορία

 Είκοσι πέντε χρόνια συμπληρώνονται από την έκρηξη στον αντιδραστήρα νούμερο 4 του πυρηνικού εργοστασίου στο Τσερνόμπιλ στις 26 Απριλίου 1986. Λέγαμε ότι δεν μπορούμε πλέον να μιλάμε παρά για προ και μετά Τσερνόμπιλ εποχή. Και όμως, χρειάστηκαν να περάσουν 25 χρόνια για να γίνουμε μάρτυρες ενός ακόμα πυρηνικού ολέθρου. Η περίπτωση του πυρηνικού εργοστασίου της Φουκουσίμα ήρθε να μας θυμίσει με τον πιο τραγικό τρόπο -ύστερα από τον επίσης καταστρεπτικό σεισμό των 9 περίπου ρίχτερ- ότι η ανάγκη να αρνηθούμε και να απαιτήσουμε το κλείσιμο οποιουδήποτε εργοστασίου πυρηνικής ενέργειας, όπου και αν αυτό βρίσκεται, είναι ένα πολύ καίριο και αναγκαίο αίτημα για το αντιπυρηνικό κίνημα, την αριστερά, τους οικολόγους, τους ανθρώπους που τοποθετούν το ζήτημα του περιβάλλοντος βρίσκεται στο κέντρο της θεώρησής τους. Παρά τις επιμέρους διαφορές ανάμεσα στα δύο γεγονότα, υπάρχουν πολλές ομοιότητες. Τότε, ήταν μια χώρα της ανατολικής Ευρώπης με ό,τι αυτό συνεπαγόταν, σε επίπεδο τεχνολογίας και ιδεολογικού στίγματος, τώρα είναι μια προηγμένη τεχνολογικά χώρα, μια μεγάλη δύναμη στο καπιταλιστικό τόξο. Τότε, ήταν η δημόσια επιχείρηση πυρηνικής ενέργειας της Σοβιετικής Ένωσης, τώρα μια ιδιωτική επιχείρηση. Και στις δύο περιπτώσεις τα αποτελέσματα όμως είναι τόσο όμοια. Τεράστια καταστροφή με ανυπολόγιστες ακόμα συνέπειες.  Η συζήτηση γύρω από τη χρήση της πυρηνικής ενέργειας, επομένως, έρχεται σήμερα στο τραπέζι με άμεσο τρόπο. Στη χώρα μας το τελευταίο διάστημα υπήρξαν οικονομικοί και πολιτικοί παράγοντες (Σουφλιάς, Καρατζαφέρης), που είδαν με καλό μάτι το ενδεχόμενο της κατασκευής ενός πυρηνικού εργοστασίου στη χώρα μας. Η ιστορία του πυρηνικού ζητήματος στην ελλάδα δεν είναι καινούργια και έχει σημασία να τη θυμηθούμε. Επιλέξαμε δύο σημαντικές κορυφώσεις της γεγονότων, το 1976-1977, όταν μια ολόκληρη κοινωνία, της Καρύστου, εναντιώθηκε στις προσπάθειες της τότε κυβέρνησης Καραμανλή να κατασκευάσει εργοστάσιο πυρηνικής ενέργειας στην περιοχή, αλλά και τη στάση της ελληνικής κοινωνίας και των κομμάτων με αφορμή το Τσερνόμπιλ.

Τα γεγονότα εκείνων των ημερών ήταν ανάλογα με αυτά που συμβαίνουν τώρα στη μακρινή για μας Φουκουσίμα. Στην πορεία αυτής της ιστορίας και στην αναζήτηση ενός κοινού βηματισμού, η αριστερά δυσκολεύτηκε, και σε κάποιες εκδοχές της δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα, να αποδεχτεί ότι η πυρηνική ενέργεια είναι κάτι που δεν χρειάζεται και δεν είναι απαραίτητη στη ζωή μας. Η σταθερή προσήλωσή της στην τεχνική πρόοδο και η ανάγκη να αναμετρηθεί με αυτήν, δυσκόλεψε πολύ την απόρριψή της. Από την άλλη, κυρίως για το ΚΚΕ, η αντιπαράθεση με ό,τι ήταν προϊόν της Σοβιετικής Ένωσης δεν ήταν εύκολη υπόθεση ακόμα και αν αυτό ήταν το Τσερνόμπιλ.

Υπήρξε όμως και το άλλο τμήμα της αριστεράς με διαφορετικές παραδόσεις. Ο Σύνδεσμος Νέων δια τον πυρηνικόν αφοπλισμόν Bertrand Rusell γρήγορα προσέλκυσε το ενδιαφέρον μελών της αριστερής νεολαίας στις αρχές της δεκαετίας 1960. Από νωρίς το ενδιαφέρον της διεθνούς οργάνωσης δεν επικεντρώθηκε μόνο στα πυρηνικά όπλα, αλλά στράφηκε εναντίον της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από πυρηνικά εργοστάσια.
 
KAΡΥΣΤΟΣ: Πυρηνικό εργοστάσιο; Όχι ευχαριστώ!

Η ιστορία της Καρύστου και οι αντιδράσεις των κατοίκων της περιοχής ήρθαν ως κορύφωση της απώθησης μιας σειράς κρίσιμων προσπαθειών από την πλευρά των ελληνικών κυβερνήσεων και μέρους του επιστημονικού προσωπικού της χώρας, προκειμένου να κατασκευαστεί εργοστάσιο πυρηνικής ενέργειας στη χώρα. Οι πιέσεις που ασκούσε σημαντική μερίδα επιστημόνων από το Πολυτεχνείο, είχε ως αποδέκτη τις κυβερνήσεις πριν και μετά τη δικτατορία. Είχαν αρχίσει να πολλαπλασιάζονται οι φωνές που επιδίωκαν τη δημιουργία ενός πυρηνικού εργοστασίου παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στη χώρα μας, που έβλεπαν ότι η ειρηνική χρήση της πυρηνικής ενέργειας ήταν θετική για την πρόοδο της κοινωνίας.

Πυρηνικά εργοστάσια στα σχέδια της ΔΕΗ

Ήδη η ΔΕΗ προέβλεπε την κατασκευή 15 πυρηνικών εργοστασίων στη χώρα μας από το 1964. Στις 16 Ιουνίου 1972, σε δημοσίευμα της «Μακεδονίας», αποκαλύπτεται ότι η ΔΕΗ σχεδιάζει να δημιουργήσει 8 πυρηνικούς σταθμούς 600 MW έως το 1991 και άλλους 6 από το 1993 έως και το 2000 πολλαπλάσιας δύναμης. Η επιχειρηματολογία που χρησιμοποιήθηκε, αφορούσε τη δυσκολία που είχε η κάλυψη των ενεργειακών αναγκών της χώρας. Ήδη από το 1966, ο Άγγελος Θ. Αγγελόπουλος τόνιζε την αναγκαιότητα ύπαρξης εργοστασίου παραγωγής πυρηνικής ενέργειας. Με άρθρο του στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο», 10 Φεβρουαρίου 1966, επιχείρησε να τεκμηριώσει την άποψή του με τίτλο: «Είναι πλέον καιρός: Πυρηνικός ηλεκτρισμός και εις την χώραν μας».

Η προσπάθεια αυτή του Αγγελόπουλου εντασσόταν στην ανάγκη του να διαπραγματευτεί με καλύτερους όρους και από όρους αυτονομίας οποιαδήποτε συμφωνία με την πιθανή συμβαλλόμενη χώρα στο σχέδιο αυτό. Ήταν άλλωστε ένας από τους βασικούς λόγους που τον έκαναν να υποστηρίζει ότι η πρώιμη συμμετοχή της Ελλάδας στην ΕΟΚ δεν ήταν θετική εξέλιξη για την οικονομία της.

Ήδη το 1972 ο διευθυντής της ΔΕΗ κ. Δημόπουλος ιδρύει Γραφείο Πυρηνικής Ενέργειας. Μέσα σε αυτό το κλίμα η χουντική κυβέρνηση Παπαδόπουλου προσφέρει στη Μεγάλη Βρετανία 40.000 τόνους καπνού με αντάλλαγμα την κατασκευή πυρηνικού εργοστασίου. Η αγγλική καπνοβιομηχανία δεν θα δείξει ενδιαφέρον και το σχέδιο θα βαλτώσει. Αμέσως μετά την πτώση της χούντας, η Γαλλία πίεζε την κυβέρνηση να προχωρήσει στα σχέδια δημιουργίας πυρηνικού εργοστασίου, διότι η γαλλικών συμφερόντων ΠΕΣΙΝΕ ήταν από τους πιο σημαντικούς καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας.

Η Κάρυστος αντιδρά

Η κορύφωση όλων των προσπαθειών έγινε στα 1977, όταν με πρωτοβουλίες της τότε διοίκησης της ΔΕΗ και του υπουργού Οικονομικών της κυβέρνησης Ράλλη κ. Κονοφάγου, φτάσαμε πάρα πολύ κοντά στην κατασκευή του. Δημοσίευμα του στελέχους της εταιρείας αμερικανικών συμφερόντων EBASCO, Φρέντερικ Σμάιντερ, που είχε αναλάβει να προχωρήσει το έργο σημειώνει: «Έπειτα από διεξοδική μελέτη των υποψήφιων ελληνικών περιοχών, το επιστημονικό επιτελείο της EBASCO κατέληξε στην πρόταση της Καρύστου για την κατασκευή του πυρηνικού εργοστασίου. Η εταιρεία ύστερα από πρόσκληση του τότε πρωθυπουργού να επιλέξει δέκα καταλληλότερα σημεία για την δημιουργία ενός εργοστασίου, κατέληξε στην Κάρυστο για την κατασκευή ενός πυρηνικού εργοστασίου παραγωγής συνολικής 1000 MW. Το 1977 μόλις είχα προσληφθεί στην εταιρεία και ήταν η πρώτη μου επαγγελματική αποστολή εκτός ΗΠΑ. Θυμάμαι ότι υπήρχαν μεγάλες αντιδράσεις από τους κατοίκους της περιοχής».

Η Ένωση για την ποιότητα ζωής (ΕΠΟΙΖΩ), οι κάτοικοι της περιοχής, τα κόμματα της αριστεράς, το τεχνικό επιμελητήριο αντέδρασαν. Οι δυνάμεις της ανανεωτικής αριστεράς παραβρέθηκαν στη μεγαλειώδη, σύμφωνα με τις εφημερίδες της εποχής, συγκέντρωση διαμαρτυρίας. Οι αντιδράσεις ξεκίνησαν στις 13 Ιουλίου 1977, μέρα που οργανώθηκε συνέντευξη Τύπου, και στη συνέχεια άρχισαν να πυκνώνουν. Τη συνέντευξη Τύπου ακολούθησε συγκέντρωση διαμαρτυρίας, με την οποία οι κάτοικοι απειλούσαν τους εργολάβους των έργων να μην πλησιάσουν τα μηχανήματα τους για να ξεκινήσουν τα έργα. Όσοι αντιδρούσαν έθεταν το ερώτημα γιατί τελικά προχωρούν οι διαδικασίες δημιουργίας ενός πυρηνικού εργοστασίου στην περιοχή, χωρίς πρώτα να έχουν εξαντληθεί όλες οι συμβατικές μορφές ενέργειας.  Συγκροτήθηκε συντονιστική επιτροπή αγώνα, που συνέχισε τις κινητοποιήσεις με πιο δυναμική μορφή.

Η αντιπολίτευση ενωμένη

Τα τότε κόμματα της αντιπολίτευσης υπερασπίστηκαν το δίκαιο του αιτήματος των κατοίκων. Στη συγκέντρωση της 15ης Μαΐου παραβρέθηκαν ακόμα και πολιτικοί εκπρόσωποι της δεξιάς. Στο γεγονός αυτό η στάση της αριστεράς ήταν κοινή και αντιμετώπιζε με εχθρότητα τα σχέδια των κυβερνητικών παραγόντων. Η επιχειρηματολογία ανάμεσα στα κόμματα άλλαζε, αλλά ο στόχος ήταν κοινός, να μην γίνει η κατασκευή του εργοστασίου στην Κάρυστο.

Το ΚΚΕ δεν μπορούσε να μη συμβαδίσει με τις αντιδράσεις των κατοίκων της περιοχής σε έναν γεωγραφικό μάλιστα χώρο με αρκετά πολιτικά ερείσματα λόγω του βιομηχανικού χαρακτήρα της οικονομίας στην περιοχή. Από την άλλη, το πρόβλημα ήταν ότι τα σχέδια ήταν μιας ιμπεριαλιστικής δύναμης, άρα η επιλογή της κυβέρνησης ήταν η ενίσχυση των μονοπωλίων και όχι η επίλυση του ενεργειακού προβλήματος της χώρας.

Το ΠΑΣΟΚ, όταν ανέβηκε στην εξουσία το 1981, βρέθηκε μπροστά στο δίλημμα της συνέχισης της αναζήτησης κατάλληλων χώρων για την κατασκευή και του πυρηνικού εργοστασίου ή όχι. Το δίλημμα σταμάτησε να απασχολεί τα ηγετικά κλιμάκια και τους ειδικούς της χώρας μετά το σεισμό, που έθεσε τα όποια σχέδια και προθέσεις στο χρονοντούλαπο της ιστορίας.

ΤΣΕΡΝΟΜΠΙΛ: Μια πυρηνική καταστροφή που δίχασε την αριστερά

Το τραγικό δυστύχημα συνέβη στις 00:23 (ώρα Ελλάδος) την 26η Απριλίου και ανακοινώθηκε επίσημα από την κυβέρνηση της ΕΣΣΔ στις 28, τρεις μέρες μετά, όταν το ραδιενεργό νέφος ανιχνεύτηκε από τις υπηρεσίες της Σουηδίας. Το 1983, είχε τεθεί σε λειτουργία, ο τέταρτος πυρηνικός αντιδραστήρας του εργοστασίου. Ο αντιδραστήρας υπ’ αριθμόν 4 στο Εργοστάσιο Πυρηνικής Ενέργειας του Τσερνόμπιλ – Βλαντιμίρ Ίλιτς, Λένιν, (όπως ήταν το πλήρες όνομά του), θα εκραγεί σκοτώνοντας δύο άτομα που δούλευαν εκείνη τη στιγμή. Ήταν το πιο σοβαρό μέχρι τότε πυρηνικό ατύχημα που είχε συμβεί. Το εργοστάσιο βρισκόταν πλησίον της ουκρανικής πόλης Πριπιάτ, η οποία μετά το ατύχημα εγκαταλείφθηκε οριστικά.

Ο αντιδραστήρας υπ’ αριθμόν 4 του Τσερνόμπιλ σφραγίστηκε με χιλιάδες τόνους σκυροδέρματος και μετάλλου, που κάλυψε περίπου 200 τόνους ραδιενεργού μάγματος. Το εργοστάσιο συνέχισε να λειτουργεί με τους υπόλοιπους αντιδραστήρες έως και τον Δεκέμβριο του 2000, όταν και διακόπηκε οριστικά η λειτουργία του.

Τρεις μέρες αργότερα ήρθε η πρώτη επίσημη τοποθέτηση των ελληνικών αργότερα: «Η Ελληνική Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας παρακολουθεί και ελέγχει την κατάσταση με συνεχείς μετρήσεις στον ελληνικό χώρο»...

Στις 2 Μαΐου το ραδιενεργό νέφος προσεγγίζει την Ελλάδα. Μέχρι και την Κυριακή του Πάσχα δεν είχαν δοθεί αποτελέσματα μετρήσεων, παρά μόνο ότι «η δόση ραδιενέργειας είναι χαμηλότερη από εκείνη που παρουσιάστηκε στις άλλες χώρες της Ευρώπης».
Στις 5 Μαΐου στην Ελλάδα γίνονται οι πρώτες συστάσεις για την αποφυγή κατανάλωσης του φρέσκου γάλακτος και για πολύ καλό πλύσιμο των φρούτων και λαχανικών.

Η Αριστερά διχασμένη

Η κατάσταση πια είχε αλλάξει τόσο για το ΚΚΕ όσο, και για την υπόλοιπη αριστερά. Τα γεγονότα και το ατύχημα στο εργοστάσιο πυρηνικής ενέργειας του Τσερνόμπιλ έθεταν σε δοκιμασία τη στάση της σε ένα τόσο σοβαρό ζήτημα. Η δοκιμασία όμως αυτή ήταν ακόμα πιο μεγάλη, εξαιτίας του γεγονότος ότι το ατύχημα είχε συμβεί στην Σοβιετική Ένωση, σε μια δυνάμει σύμμαχο της αριστεράς. Αυτή τη φορά για το ΚΚΕ το πυρηνικό εργοστάσιο δεν ανήκε σε ιδιωτικά συμφέροντα, όπως στην περίπτωση της Καρύστου, αλλά στο σύμμαχο κράτος της ΣΕ.

Στις 2 Μαΐου, ο «Ριζοσπάστης» βγαίνει με πρωτοσέλιδο: «Αντισοβιετικό νέφος». Ήταν εμφανής η προσπάθεια του κομματικού οργάνου του ΚΚΕ να καθησυχάσει τις όποιες ανησυχίες της κοινής γνώμης και να καταδείξει ότι τα περισσότερα από όσα λέγονταν ήταν προϊόν κατασυκοφάντησης. Ακολουθεί μπαράζ δημοσιεύσεων από την πλευρά του, με το οποίο επιχειρείται να στοιχειοθετεθεί η άποψη ότι η Σοβιετική Ένωση συκοφαντείται από τα διεθνή ΜΜΕ με πρωτοβουλία των ΗΠΑ. Η προσπάθεια των ΗΠΑ εντασσόταν στη ρελάνς που επιχειρούσε έναντι της άλλης υπερδύναμης που είχε προτείνει μείωση των πυρηνικών εξοπλισμών.

Η «Αυγή», αντίθετα, ήδη από τις 30 Απριλίου, δημοσιεύει σε ειδικό πλαίσιο στο πρωτοσέλιδό της: «Το ραδιενεργό νέφος από το Τσερνόμπιλ πλανάται στην Ευρώπη» και έχει ειδικό ρεπορτάζ σε δύο εσωτερικές της σελίδες. Στις 3 Μαΐου νέο πρωτοσέλιδο του «Ριζοσπάστη» με τίτλο: «Το Τσερνόμπιλ διδάσκει» με υπέρτιτλο: «Όχι στα πυρηνικά όπλα – ναι στην ύφεση» και υπότιτλο «Κανένας κίνδυνος για τη χώρα μας». Στο ίδιο τεύχος δημοσιεύεται δήλωση του τότε πρωθυπουργού Α. Παπανδρέου με την οποία θα θέσει το θέμα του παγώματος των πυρηνικών δοκιμών, της διαφάνειας και ελέγχου των αντιδραστήρων, τη συνεχή και αυτόματη ενημέρωση το σταμάτημα κατασκευής αναπαραγωγικών αντιδραστήρων, η κατασκευή των οποίων εγκυμονεί τον κίνδυνο να μετατραπεί η ανθρωπότητα από κοινωνία ανθρώπων σε κοινωνία πλουτωνίου. Στις 9 Μαΐου, νέος χαρακτηριστικός τίτλος στο πρωτοσέλιδο του «Ριζοσπάστη» με τον οποίο επιτίθεται εκ νέου στο αντίπαλο στρατόπεδο και στα μέσα του που Καλλιεργούν τον πανικό. Ο υπότιτλος που το συνοδεύει είναι ακόμα πιο χαρακτηριστικός: «Ενώ μειώνεται δραστικά η ραδιενέργεια και άρχισαν να αίρονται τα προληπτικά μέτρα, φουντώνουν τα ψέματα εφημερίδων και τηλεόρασης».

Η «πρόοδος» και η ΕΣΣΔ πάνω από την αλήθεια

Στις 11 Μαΐου, ο τίτλος του «Ριζοσπάστη» είναι καθησυχαστικός και άκρως ειρωνικός: «Πρώτος ήταν ο Ίκαρος. Γιατί οι σοφοί αρχαίοι Έλληνες είχαν καταλάβει: Η πρόοδος απαιτεί και θυσίες».
Μάλιστα, η Κ.Ε. του κόμματος επέλεξε να οργανώσει απεργιακή κινητοποίηση οικοδόμων στις 15 Μαΐου, με σκοπό να αλλάξει το αρνητικό κλίμα εναντίον του. 

Δεν ήταν μόνο ο «Ριζοσπάστης» και το ΚΚΕ, αλλά και μέρος της επιστημονικής κοινότητας που επιχείρησε να μειώσει τις ανησυχίες. Ο πρόεδρος της Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας δήλωνε «Κανένας λόγος ανησυχίας». Βέβαια, στη συνέντευξή που έδωσε ήταν λιγότερο καθησυχαστικός λέγοντας ότι «τα στοιχεία που έχουμε είναι μάλλον καθησυχαστικά». Ακολούθησαν και άλλες καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις από επιστήμονες, όπως και από τον Δημόκριτο. Επιστήμονες του ιδρύματος τόνιζαν ότι «μειώθηκε ραγδαία η ραδιενέργεια».

Η κοινωνία αντιδρά

Και σε αυτήν την περίπτωση, όμως, υπήρξαν αντιδράσεις. Οι αντιδράσεις αυτές προήλθαν κυρίως από τις δυνάμεις πέραν του ΚΚΕ. Η πρώτη συγκέντρωση οργανώθηκε από τους αναρχικούς στις 9/5 στα  Προπύλαια, εκδήλωση που είχε απαγορευτεί αλλά έγινε κανονικά με αρκετές συλλήψεις και τραυματίες. Στις 9/5, η Αδέσμευτη Κίνηση Ειρήνης, κίνηση της ευρύτερης ανανεωτικής αριστεράς, ανακοίνωνε: «Όπως εξελίχτηκε το γεγονός από την έκρηξη στο Τσερνόμπιλ, δημιουργήθηκε η συνείδηση πως η ασφάλεια τέτοιων σταθμών ξεπερνά τα όποια εθνικά όρια. Προτείνουμε να συσταθεί διεθνές σώμα ελέγχου, βάσει διεθνούς κανονισμού, που θα διασφαλίζει την πληροφόρηση της παγκόσμιας γνώμης...». Ακολούθησε νέα εκδήλωση διαμαρτυρίας, στις 14 Μαΐου, και διοργανώθηκε πορεία από την Οικολογική Κίνηση, την Αντιπυρηνική Επιτροπή και την ΑΚΕ (Αδέσμευτη Κίνηση Ειρήνης).

Το ΚΚΕ Εσωτερικού, με ανακοίνωση που εξέδωσε, έκανε αναφορά στο τραγικό δυστύχημα και στο σύγχρονο εφιάλτη των πυρηνικών, επικρίνοντας παράλληλα την ΕΣΣΔ για «επικίνδυνα ανεπαρκή πληροφόρηση». Και συνεχίζει: «Η κυβέρνηση έχει την ευθύνη να μας κρατήσει υπεύθυνα και συνεχώς ενήμερους για την κατάσταση, με τις χώρες που μοιράζονται το πρόβλημα, αλλά και με τους αρμοδίους επιστημονικούς και οικολογικούς φορείς, που πρέπει να πρωτοπορήσουν, καθώς και για τυχόν μέτρα ή για το μέγεθος των επιπτώσεων στη ζωή μας, χωρίς καμιάς μορφής επιφυλάξεις. Το πρόβλημα είναι τόσο τραγικά σοβαρό, που δεν συγχωρεί από καμία πλευρά αντιμετωπίσεις με βάση μικροκομματικές σκοπιμότητες». Από πολύ νωρίς μέλη και δυνάμεις που πρόσκεινταν στο ΚΚΕ Εσωτερικού και ιδίως στην ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος, τη νεολαία του, συμμετείχαν μαζικά στις διαδηλώσεις για την απαγόρευση ακόμα και της ειρηνικής χρήση της πυρηνικής ενέργειας στην Αθήνα και στην περιφέρεια, με πιο χαρακτηριστική περίπτωση τη συγκέντρωση της Άρτας (9/4).

Πρωτοβουλία «Σταματήστε τα πυρηνικά»

Εικοσιπέντε χρόνια μετά την καταστροφή του Τσερνομπίλ ο πυρηνικός εφιάλτης επιστρέφει. Η νέα μεγάλη τραγωδία, που υπέστη η Ιαπωνία από τον ισχυρότατο σεισμό και το πυρηνικό ατύχημα στη Φουκουσίμα, αποτελεί τραγωδία για όλο τον κόσμο και επείγουσα προειδοποίηση για τους μεγάλους κινδύνους από τη λεγόμενη «ειρηνική χρήση» της πυρηνικής ενέργειας. Στο σύνθημα «Όχι άλλη Χιροσίμα» έρχεται τώρα να προστεθεί το «Όχι άλλη Φουκουσίμα».

Η τάση πολλαπλασιασμού των πυρηνικών εργοστασίων την τελευταία δεκαετία στο όνομα της ενεργειακής κρίσης πρέπει να σταματήσει τώρα! Ανησυχούμε βαθύτατα για τα σχέδια εξάπλωσης των πυρηνικών εργοστασίων και στις περιοχές των Βαλκανίων και της Μ. Ανατολής. Ιδιαίτερη ανησυχία γεννά η ήδη προωθούμενη κατασκευή πυρηνικού εργοστασίου της Τουρκίας στο Ακούγιου, σε ιδιαίτερης υψηλής σεισμικότητας περιοχή, ανατολικά της Ρόδου και απέναντι από την Κύπρο. Είναι η ώρα να ξαναγεννηθεί το ευρωπαϊκό και το παγκόσμιο αντιπυρηνικό κίνημα!

Να γίνει συνείδηση στις κοινωνίες ότι δεν είναι ασφαλής, φθηνή και φιλική προς το περιβάλλον η πυρηνική ενέργεια. Αντιθέτως, είναι η μεγαλύτερη απειλή για την αλλαγή του πλανήτη, όπως τον γνωρίζουμε μέχρι τώρα, απειλή για τη ζωή όχι μόνο των σημερινών αλλά και των επόμενων γενεών και πηγή υπερκερδών για τις μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες.

Απαιτούμε το κλείσιμο όλων των πυρηνικών εργοστασίων.
Καλούμε την ελληνική κυβέρνηση να αναλάβει συγκεκριμένες πρωτοβουλίες για την αποτροπή των σχεδιαζόμενων νέων πυρηνικών εργοστασίων στην περιοχή μας.
Διεκδικούμε να γίνουν η Ευρώπη, η Μεσόγειος, τα Βαλκάνια και η Μ. Ανατολή
ζώνη ειρήνης, ελεύθερη από πυρηνικά.
Διεκδικούμε, σε συνεργασία με το ευρωπαϊκό κίνημα κατά των πυρηνικών, να αναληφθούν συγκεκριμένες πρωτοβουλίες και αποφάσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση για την εξάλειψη των πυρηνικών στην Ευρώπη και την εκπόνηση βιώσιμων εναλλακτικών ενεργειακών σχεδίων, που θα προτάσσουν την εξοικονόμηση και θα συμπεριλαμβάνουν τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας.
Απαιτούμε το άμεσο κλείσιμο των ιδιαίτερα επικίνδυνων πυρηνικών αντιδραστήρων (κυρίως όσων κατασκευάστηκαν πριν το 1980, μεταξύ των οποίων και το Κοζλοντούι στη Βουλγαρία), σαφές χρονοδιάγραμμα διακοπής λειτουργίας των υπόλοιπων και άμεση εγκατάλειψη όλων των σχεδίων για νέους αντιδραστήρες, υπό μελέτη ή υπό κατασκευή, όπως αυτοί στο Μπέλενε της Βουλγαρίας.
Διακηρύσσουμε ότι η μόνη ασφάλεια από τα πυρηνικά όπλα και εργοστάσια είναι η κατάργησή τους!

Ιδρυτικά μέλη: Αντιπυρηνικό Παρατηρητήριο Μεσογείου, Γιατροί κατά της πυρηνικής απειλής, Δημοτική Κίνηση Πολιτών Ηλιούπολης, Δίκτυο Μεσόγειος SOS, Παρατηρητήριο Διεθνών Οργανισμών και Παγκοσμιοποίησης, Πολίτες κόντρα στον καιρό (Ν. Αιγαίο), Συμπαράταξη Βοιωτών για το Περιβάλλον, Ιωάννου Νίκος, Καφαντάρη Χαρά, Λιβαδάς Κώστας, Ξυλιάς Παναγιώτης, Περιστεράκης Μιχάλης, Σταυρινός Χάρης, Σχίζας Γιάννης, Τσουκαλάς Δημήτρης

Δευτέρα 25 Απριλίου 2011

Η κρίση αποκάλυψε τις αδυναμίες της οργανωμένης Αριστεράς

Ein Weib für Götter, 1938, Paul Klee [Public domain or Public domain], via Wikimedia Commons

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΝΙΚΟ ΣΕΡΝΤΕΔΑΚΙ

ΕΠΟΧΗ, 24.4.11

Τη συνέντευξη πήρε ο Στάθης Κουτρουβίδης

Στο χώρο της αριστεράς και ειδικά της ριζοσπαστικής λείπει μια συνεκτική πρόταση διεξόδου από την κρίση. Συμμερίζεσαι μια τέτοια άποψη; Αν ναι, γιατί νομίζεις ότι συμβαίνει αυτό;

Η παγκόσμια οικονομική κρίση που εκδηλώνεται με περισσότερο οξύ τρόπο στην Ελλάδα, αλλά και σε άλλες χώρες της ΕΕ, παρά τις πολλές και σημαντικές θεωρητικές επεξεργασίες για το χαρακτήρα και τη «φύση» της που προδρομικά διατυπώθηκαν από σημαντικούς διανοούμενους και ακτιβιστές της ριζοσπαστικής αριστεράς, εκτός όλων των άλλων αποκαλύπτει τις αδυναμίες της οργανωμένης  αριστεράς να προτείνει ένα συνεκτικό και πειστικό σχέδιο όχι μόνο αναφορικά προς την έξοδο από την κρίση, αλλά κυρίως την προοπτική υπέρβασης ενός συστήματος που δείχνει να έχει φτάσει στα όρια του.

Οι αιτίες αυτού του καταρχάς παράδοξου πρέπει να αναζητηθούν στις παθογένειες που η αριστερά γέννησε και βίωσε στο πέρασμα του εικοστού αιώνα, τις οποίες οι οργανωμένες δυνάμεις της αριστεράς επιμένουν να αγνοούν ή στο μέτρο που τις θεματοποιούν, να τις ανατιμούν και να τις υπερασπίζονται. Μ’ άλλα λόγια, σήμερα η οργανωμένη αριστερά εμφανίζεται στο κοινωνικό προσκήνιο μ’ ένα λόγο, αλλά και πρακτικές που αναπαράγουν την πεπατημένη, η οποία ως επαναπροτεινόμενη προοπτική δεν βρίσκει έδαφος για να ριζώσει στις πληττόμενες  από την κρίση κοινωνικές ομάδες και κατηγορίες, στις οποίες η αριστερά απευθύνεται ή αισθάνεται ότι εκπροσωπεί στο κεντρικό πολιτικό σύστημα. Και τούτη είναι μάλλον η σημαντικότερη παθογένεια της οργανωμένης αριστεράς σήμερα: η αποκοπή των οργανώσεων της από την κοινωνική τους βάση.

Ήδη κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα, η προσχώρηση στην αριστερά και τις ποικίλες οργανώσεις της τείνει να αποτελεί υπόθεση ατομική που διαμορφώνεται στη βάση της υιοθέτησης των ιδεολογικών προταγμάτων που η κάθε οργάνωση αποκρυσταλλώνει αντιπαραθετικά προς τις υπόλοιπες. Ρεφορμιστές εναντίον επαναστατών, ρεφορμιστές εναντίον ρεφορμιστών και επαναστάτες εναντίον επαναστατών συνθέτουν τους ρόλους σε μια «σχετικά αυτονομημένη» από τις κοινωνικές τάξεις πολιτική σκηνή που όλο και περισσότερο κατανοείται με τους όρους ενός συγκεντρoποιημένου πολιτικού συστήματος, το οποίο βέβαια νοηματικά είναι διαμορφωμένο από τους αντιπάλους της αριστεράς, στη βάση ριζικά αντίθετων αξιακών και κανονιστικών προτεραιοτήτων. Από την άλλη πλευρά, η νέα αντισυστημική αριστερά που συγκροτήθηκε στον απόηχο της διαμαρτυρίας και της αμφισβήτησης, μετά το παγκόσμιο ’68, γρήγορα ενσωματώθηκε κι αυτή στη συστημική πραγματικότητα, με πιο χαρακτηριστική την περίπτωση του οικολογικού κινήματος που σταδιακά μετατράπηκε σε περιβαλλοντικό, έχοντας ως κυρίαρχες οργανωτικές του εκφράσεις τις εν πολλοίς ευρω-κρατικο-δίαιτες ΜΚΟ ή επαμφοτερίζοντα κομματικά μορφώματα.

Δεν είναι μόνο η ελληνική αριστερά που δυσκολεύεται να απαντήσει στα προβλήματα της περιόδου. Το ίδιο δεν συμβαίνει και στην ευρωπαϊκή;

Στην παρούσα κρίση γίνεται φανερό ότι η αριστερά στον ευρωπαϊκό χώρο παραμένει δυστυχώς εγκλωβισμένη στα όρια των επιμέρους εθνικών οντοτήτων που συναπαρτίζουν την ΕΕ. Οι οποίες πρωτοβουλίες συνάρθρωσης των εθνικών κομμάτων της αριστεράς καθοδηγούνται από την ανάγκη ενός συντονισμού τους στο ευρωκοινοβούλιο ενώ οι εξαιρετικά σημαντικές διεργασίες που ξεκίνησαν στις αρχές της τελευταίας δεκαετίας μέσα από το Φόρουμ φαίνεται να έχουν υποχωρήσει. Για παράδειγμα, στην Ελλάδα, η συνάντηση του ΕΚΦ στην Αθήνα το 2006, παρά τη μεγάλη συμμετοχή που καταγράφηκε στις εργασίες του και στην μεγάλη διαδήλωση, δεν οδήγησε στην επένδυση περισσότερων δυνάμεων στην οργάνωση ενός δικτύου οργανώσεων με αντι-νεοφιλελεύθερο προσανατολισμό, αλλά αντίθετα στην υποχώρηση των κατά τόπους δικτυώσεων. Προτιμήθηκε μια στροφή στην κεντρική πολιτική σκηνή σε βάρος της επίπονης προσπάθειας για τη διαμόρφωση ενός συνασπισμού κοινωνικών ομάδων και των οργανώσεων βάσης τους, από τα συνδικάτα μέχρι τις οργανώσεις του περιβαλλοντικού και φεμινιστικού κινήματος, τα κινήματα πόλης και τις οργανώσεις για την υπεράσπιση των μεταναστών, τις ίδιες τις οργανώσεις των μεταναστών και όλα τα εγχειρήματα αυτοοργάνωσης στον αστικό και αγροτικό χώρο.

Ακόμα και μια αριστερά που διεκδικούσε τον ευρωπαϊσμό ως θεμελιακό στοιχείο της ταυτότητας και της προοπτικής της, σήμερα στις συνθήκες της κρίσης, εμφανίζεται εθνικά περιχαρακωμένη. Εξαντλείται σε μια ευτελή ανάγνωση της ελληνικής κρίσης, με όρους αντίστοιχους με εκείνους του συριζοφάγου Πάγκαλου. Στους κόλπους αυτής της αριστεράς διαμορφώνεται ένα αντιληπτικό σχήμα που υποστηρίζει ότι για την κρίση ευθύνεται η ίδια η κοινωνία που ζούσε πάνω από το επίπεδο που επέτρεπε η εγχώρια παραγωγή, οι συντεχνιακές ομάδες που διέλυσαν το δημόσιο χώρο, προάγοντας τα ιδιοτελή τους συμφέροντα, ωθώντας την κοινωνία σε μια διαδικασία εξατομίκευσης που ορθώνονταν εναντίον του συλλογικού καλού που ανιστορικά υποτίθεται ότι παγίως εκπροσωπεί το κράτος. Και βέβαια, στο λόγο αυτών των θλιβερών διανοουμένων, ο μεγάλος υπεύθυνος για όλα αυτά, πέραν του λαϊκισμού του ανδρεϊκού Πασοκ και της νεοκαραμανλικής ΝΔ, η αριστερά που πρωτοστάτησε και πρωτοστατεί σ’ αυτόν τον «κοινωνικό εκφυλισμό». Όπως και για την περίπτωση του Γιώργου Παπανδρέου και της ηγετικής ομάδας που έχει σχηματίσει μπορούμε να μιλήσουμε για ένα ιδιόμορφο φαινόμενο επαρχιωτικού κοσμοπολιτισμού, θνησιγενούς και δίχως καμιά προοπτική. Τούτες οι προσεγγίσεις και οι απορρέουσες από αυτές τις πολιτικές πρακτικές αποκόπτουν αυτή την αριστερά από το κοινωνικο-πολιτικό και ιδεολογικό ρεύμα που τη γέννησαν, την μετατοπίζουν εκτός της αριστεράς του 21ου αιώνα.

Από την άλλη πλευρά, σημαντικές είναι οι διεργασίες που προκύπτουν από τους ίδιους τους πολίτες, από τα κάτω. Σε πάρα πολλές περιοχές στην Ελλάδα, αλλά και σε χώρες της Ευρώπης συγκροτούνται ομάδες και πρωτοβουλίες βάσης. Πρωτοβουλίες συγκρότησης σωματείων βάσης των μισθωτών, κυρίως στον ιδιωτικό τομέα από τη μια και τοπικές ομάδες που επιχειρούν να παρέμβουν στο επίπεδο της καθημερινής ζωής κοινοτήτων ανθρώπων που μοιράζονται κοινά προβλήματα και ανησυχίες, τόσο στον αστικό όσο και στον αγροτικό χώρο. Χαρακτηριστικό αυτών των πρωτοβουλιών είναι η ορθή εμμονή τους στην αυτο-οργάνωση, την αυτοθέσμιση, τη λειτουργία μέσα από το παράδειγμα της άμεσης δημοκρατίας και τη διαμόρφωση δικτύων αλληλεγγύης που επιλέγουν να συγκροτηθούν έξω από το κράτος και την αγορά.

Ποια τα χαρακτηριστικά μιας σύγχρονης ριζοσπαστικής αριστεράς για να αποκτήσει ερείσματα στην κοινωνία, να γίνει υποδοχέας αυξανόμενης διαμαρτυρίας;

Οφείλει άμεσα να κινηθεί σε δύο διακριτά αλλά και αλληλοσυμπληρούμενα επίπεδα. Στην κεντρική πολιτική σκηνή άμεσα να οδηγηθεί στη συγκρότηση ενός αντι-νεοφιλελεύθερου μετώπου με αιχμή την απόρριψη του μνημονίου. Κρίνω ότι σύντομα η κυβέρνηση Παπανδρέου θα υποχρεωθεί να καταφύγει σε εκλογές, καθώς ήδη εκδηλώνει σημαντικές αδυναμίες στο να περάσει πολιτικές που υπαγορεύει το μνημόνιο. Οι νέες μειώσεις μισθών των δημοσίων υπαλλήλων, οι αλλαγές στην  εκπαίδευση, οι μειώσεις των δαπανών για υγεία και παιδεία, η ιδιωτικοποίηση εταιρειών του ευρύτερου δημόσιου τομέα, η περαιτέρω ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, για να θίξω μόνο ορισμένες πολιτικές που η κυβέρνηση διεκπεραιώνει, αναμένεται να συναντήσουν σημαντικές αντιστάσεις, ίσως και να προκαλέσουν  μια κλιμακούμενη και δύσκολα ελεγχόμενη κοινωνική αναταραχή.

Σ’ αυτή την συγκυρία φαίνεται ορθολογικότερο για την κυβέρνηση να επιλέξει την οδό της νομιμοποίησης της μνημονιακής πολιτικής μέσα από εκλογική αναμέτρηση, με την υπόθεση ότι από τις εκλογές θα προκύψει μονοκομματική κυβέρνηση Πασοκ ή ΝΔ ή μια κυβέρνηση συνεργασίας με το ΛΑΟΣ, την Μπακογιάννη ή τη ΔΗΜΑΡ. Η όποια κυβέρνηση προκύψει, με «νωπή την λαϊκή εντολή» θα είναι σε θέση να περάσει τα νέα επαχθή μέτρα, δίχως σοβαρές αντιστάσεις ή με αντιστάσεις που δύσκολα θα οδηγήσουν σε ευρύτερη πολιτική αστάθεια και αβεβαιότητα.

Σε αυτές τις συνθήκες επείγει η διαμόρφωση μιας εκλογικής συμμαχίας με αντιμνημονιακό πρόσημο, η οποία θα έχει επεξεργαστεί ένα άμεσο πρόγραμμα οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής για την αντιμετώπιση της κρίσης. Εδώ όμως χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Ένα τέτοιο εγχείρημα θα πρέπει να ξεκινήσει από τα κάτω. Οι αποφάσεις πολιτικών κομμάτων και οι προτάσεις ηγεσιών για το σχηματισμό αυτής της ευρείας συμμαχίας είναι μεν θετικές, αλλά δεν μπορούν να οδηγήσουν από μόνες τους στην θετική κατάληξη που απαιτούν οι περιστάσεις. Το εκλογικό μέτωπο μπορεί και πρέπει να διαμορφωθεί από πρωτοβουλίες βάσης με τοπικό χαρακτήρα που θα είναι ανοικτές σε όλους τους πολίτες που επιθυμούν μια άλλη πολιτική εξόδου από την κρίση. Οι οργανωμένες δυνάμεις της αριστεράς οφείλουν να προκαλέσουν αυτή την προοπτική, δίχως όμως να επιχειρήσουν να την ελέγξουν ή να τη διαβάσουν ως μια ευκαιρία για τη δημιουργία ενός ευρύτερου χώρου, ανοικτού για να περάσουν τη δική τους γραμμή και να ισχυροποιηθούν οργανωτικά. Τέτοιες τοπικές επιτροπές θα μπορούν να επεξεργαστούν θέσεις για τα τοπικά τους προβλήματα, αλλά και να συνδιαμορφώσουν μέσα σε πανελλαδικά σώματα προτάσεις για μια αριστερή πρόταση εξόδου και οικοδόμησης ενός άλλου μοντέλου κοινωνικής οργάνωσης

Σ’ ένα πιο μεσοπρόθεσμο επίπεδο θα πρέπει να ενισχυθούν οι πρωτοβουλίες βάσης που αναφέραμε παραπάνω. Στο συνδικαλιστικό επίπεδο είναι πολύ σημαντικό να συγκροτηθούν και να υποστηριχθούν τα υφιστάμενα σωματεία βάσης που οργανώνονται αντι-ιεραρχικά, με όρους άμεσης δημοκρατίας.

Μπορούν να αποτελέσουν τα ζωντανά κύτταρα μιας δημοκρατικής κουλτούρας, ικανής να διαμορφώσει ένα νέο συμμετοχικό όραμα για τους καθημερινούς αγώνες, αλλά και για την επείγουσα ανάγκη αποτύπωσης ενός άλλου μοντέλου κοινωνικής οργάνωσης. Για το ζήτημα αυτό εξίσου σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν ήδη όλες εκείνες οι τοπικές ομάδες που υφαίνουν δίκτυα αλληλεγγύης, τα οποία ακουμπούν πλευρές της παραγωγής και της διανομής αγαθών και υπηρεσιών έξω από τη λογική της αγοράς, με οικολογική ευθύνη και με τη μέριμνα της κοινωνικής συνεκτικότητας όλων εκείνων των κοινωνικών ομάδων και κατηγοριών που σήμερα με ανάλγητο τρόπο  πετιούνται στο κοινωνικό περιθώριο.

Κυριακή 24 Απριλίου 2011

«Εορτάσατε το Πάσχα ευσεβώς»

Image courtesy VintageHolidayCrafts.com

Στις 8 Απριλίου (1944), ο υπουργός Εξωτερικών Άντονυ Ήντεν έστελνε το υπ. αριθμ. 134 προσωπικό και απόρρητο σήμα προς τον Λήπερ (πρεσβευτή της Αγγλίας στην ελληνική κυβέρνηση):
 
«Τοῦ καιροῦ ἐπιτρέποντος ὁ Βασιλεύς θά ἀναχωρήση τήν νύκτα τῆς Κυριακῆς. Ἐν τῶ μεταξύ, καθῆκον τοῦ Τσουδεροῦ εἶναι νά παραμείνη εἰς τήν θέσιν του... Ὅσον ἀφορᾶ σᾶς, σᾶς παρέχεται μιά εὐκαιρία διά νά ἐπιδείξετε τάς ἰδιότητας ἀταραξίας καί ἐπιβολῆς πού χαρακτηρίζουν τήν Βρεταννικήν διπλωματικήν ὑπηρεσίαν...
 
Πρέπει νά ἐπιμείνετε εἰς τήν πολιτικήν πού σᾶς ἔχω χαράξει χωρίς νά ἀνησυχῆτε διά τάς συνεπείας. Ἀναφέρετε ὅτι ζῆτε εἰς τό σκέπασμα ἑνός ἡφαιστείου. Ποῦ ἀλλοῦ θά ἀναμένατε νά ζῆτε εἰς ἐποχήν ὅπως εἶναι ἡ σημερινή; Παρακαλῶ, πάντως, νά ἀκολουθῆτε μετά μεγάλης ἀκριβείας τάς ὁδηγίας, πού λαμβάνετε ἀπό ἐμέ καί συγκεκριμένως νά τηρηθῆ, κατά πρῶτον λόγον, ἡ τάξις καί ἡ πειθαρχία εἰς τάς ἐνόπλους δυνάμεις· δεύτερον, νά κατοχυρωθῆ ἡ ἀσφάλεια τοῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως· τρίτον, νά καταβληθῆ πᾶσα προσπάθεια διά νά παροτρυνθῆ ὁ Τσουδερός ὅπως παραμείνη εἰς τήν θέσιν του μέχρι τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ Βασιλέως καί ἔως ὅτου οὗτος ἐξετάση τήν περί αὐτόν κατάστασιν· τέταρτον, προσπαθήσατε νά πείσετε τόν Βενιζέλον, ὅπως παραμείνη μέ τόν Τσουδερόν· πέμπτον, ἑορτάσατε τήν Κυριακήν τοῦ Πάσχα εὐσεβῶς».

από τον 3ο τόμο της Ιστορίας της σύγχρονης Ελλάδας, 1941-1974, Από τον Λίβανο στη Βάρκιζα του Σόλωνα Νεοκ. Γρηγοριάδη, Κεφ. 2ο: Κινήματα στη Μέση Ανατολή.

Παρασκευή 22 Απριλίου 2011

Η παγκόσμια αταξία στις αρχές του 21ου αιώνα

Άγαλμα του George Segal που αναπαριστά τις ουρές για ψωμί κατά τη Μεγάλη ύφεση. Η φωτό με άδεια CC BY 2.0, από το Flickr

Συνέντευξη του Έρικ Χομπσμπάουμ, από τα Ενθέματα, 13.06.10 (το πρωτότυπο εδώ)

Το βιβλίο σας Εποχή των άκρων τελειώνει το 1991 με ένα πανόραμα των σαρωτικών αλλαγών σε όλο τον πλανήτη  – η κατάρρευση των ελπίδων της Χρυσής Εποχής για παγκόσμια κοινωνική πρόοδο. Ποιες θεωρείτε ότι είναι οι σημαντικότερες  εξελίξεις στη διεθνή ιστορία από τότε;

Διακρίνω πέντε βασικές αλλαγές. Πρώτον, η μετατόπιση του οικονομικού κέντρου του πλανήτη από τον Βόρειο Ατλαντικό προς τη Νότια και Ανατολική Ασία. Αυτή η διαδικασία ξεκίνησε στην Ιαπωνία τις δεκαετίες του 1970 και 1980, αλλά η άνοδος της Κίνας, από τη δεκαετία του 1990 και μετά, είναι αυτή που κάνει την πραγματική διαφορά. Δεύτερον, ασφαλώς, η παγκόσμια κρίση του καπιταλισμού, την οποία είχαμε προβλέψει, αλλά ωστόσο χρειάστηκε πολύ καιρό για να εκδηλωθεί. Τρίτον, η παταγώδης αποτυχία της προσπάθειας των ΗΠΑ να κατακτήσουν τον ρόλο της αποκλειστικής ηγέτιδας δύναμης μετά το 2001  – η αποτυχία είναι ολοφάνερη. Τέταρτον, η ανάδυση μιας νέας ομάδας αναπτυσσόμενων χωρών  –«των brics» (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα) – ως πολιτικής οντότητας, που δεν είχε συντελεστεί όταν έγραφα την Εποχή των άκρων. Και, πέμπτον, η αποσάθρωση και η συστηματική αποδυνάμωση της εξουσίας των κρατών: της εξουσίας των εθνικών κρατών στις επικράτειές τους, αλλά και, σε μεγάλες περιοχές του πλανήτη, κάθε είδους αποτελεσματικής κρατικής εξουσίας. Είναι κάτι που ίσως ήταν προβλέψιμο, αλλά συνέβη με ταχύτητα που δεν την περίμενα ποτέ.

Τι άλλο σας έχει προξενήσει έκπληξη έκτοτε;

Δεν έχει πάψει να με εκπλήσσει η πλήρης παραφροσύνη του νεοσυντηρητικού πολιτικού σχεδίου, οι οπαδοί του οποίου όχι μόνο διατείνονταν πως η Αμερική ήταν το μέλλον, αλλά επιπλέον πίστευαν ότι είχαν διαμορφώσει μια στρατηγική για την επίτευξη του στόχου αυτού. Αν καταλαβαίνω καλά, με ορθολογικούς όρους, δεν διαθέτουν κάποια συνεκτική στρατηγική. Δεύτερον  –κάτι μικρότερης σημασίας, που δεν παύει ωστόσο να είναι σημαντικό – η αναβίωση της πειρατείας, την οποία είχαμε εν πολλοίς ξεχάσει· αυτό είναι κάτι καινούργιο. Τρίτον, μια εξέλιξη σε τοπικό επίπεδο: η κατάρρευση του μαοϊκού Κομμουνιστικού Κόμματος στη Δυτική Βεγγάλη, την  οποία αληθινά δεν περίμενα.

Μπορείτε να οραματιστείτε κάποια πολιτική ανασυγκρότηση αυτού που κάποτε ήταν  η εργατική τάξη;

Όχι με την παραδοσιακή της μορφή. Ο Μαρξ είχε αναμφισβήτητα δίκιο όταν προέβλεπε τον σχηματισμό μεγάλων ταξικών κομμάτων σε ένα συγκεκριμένο στάδιο της εκβιομηχάνισης. Αλλά αυτά τα κόμματα, αν ήταν επιτυχημένα, δεν λειτουργούσαν αυστηρά ως κόμματα της εργατικής τάξης: αν ήθελαν να επεκταθούν πέρα από τα αυστηρά όρια μιας περιορισμένης τάξης, αυτό το κατάφερναν ως  λαϊκά κόμματα, που δομούνταν με βάση μια οργάνωση που επινοήθηκε από και για τους σκοπούς της εργατικής τάξης. Ακόμα κι έτσι, η ταξική συνείδηση έθετε όρια. Στη Βρετανία, το Εργατικό Κόμμα δεν πήρε ποτέ πάνω από το 50% των ψήφων.  Το ίδιο ισχύει και στην Ιταλία, όπου το ΚΚΙ ήταν πολύ περισσότερο ένα λαϊκό κόμμα. Στη Γαλλία, η Αριστερά βασίστηκε σε μια σχετικά αδύναμη εργατική τάξη, η οποία όμως ενδυναμωνόταν πολιτικά χάρη σε μια λαμπρή επαναστατική παράδοση, της οποίας κατάφερε να γίνει ο βασικός κληρονόμος  – γεγονός που έκανε και την ίδια και την Αριστερά  να αποκτήσουν πολύ μεγάλη επίδραση.

Η παρακμή της  εργατικής τάξης των χειρωνακτών φαίνεται να είναι οριστική.  Υπάρχουν, και θα συνεχίσουν να υπάρχουν, πολλοί άνθρωποι που εργάζονται  ακόμα ως χειρώνακτες  και η υπεράσπισή τους  παραμένει μείζον καθήκον για όλες τις αριστερές κυβερνήσεις. Ωστόσο,  αυτό δεν μπορεί πλέον να αποτελεί την κύρια βάση των ελπίδων τους: δεν διαθέτουν πλέον, ακόμα και σε θεωρητικό επίπεδο, πολιτική δυναμική επειδή έχουν απολέσει την προοπτική οργάνωσης της παλιάς εργατικής τάξης. 
Υπήρξαν  τρεις ακόμα σημαντικές αρνητικές εξελίξεις.  Η πρώτη είναι, ασφαλώς, η ξενοφοβία – η οποία, για το μεγαλύτερο μέρος της εργατικής τάξης, είναι, σύμφωνα με τη ρήση του Αύγουστου Μπέμπελ,  «ο σοσιαλισμός των ηλιθίων»: διασφαλίζω τη δουλειά μου ενάντια σε ανθρώπους που τους αντιμετωπίζω σαν ανταγωνιστές. Όσο πιο αδύναμο είναι το εργατικό κίνημα, τόσο αυξάνεται η απήχηση της ξενοφοβίας. Δεύτερον, μεγάλο μέρος των ελαφρών χειρωνακτικών εργασιών δεν είναι μόνιμες, αλλά περιστασιακές: φοιτητές ή μετανάστες που δουλεύουν στον τομέα του επισιτισμού, για παράδειγμα. Ως εκ τούτου, δεν είναι εύκολο να σκεφτούμε πώς θα μπορέσουν  να οργανωθούν πολιτικά. Οι μόνοι εργαζόμενοι αυτής της κατηγορίας που θα μπορούσαν να οργανωθούν εύκολα είναι όσοι έχουν ως εργοδότη τις δημόσιες υπηρεσίες, κι αυτό επειδή οι δημόσιες αρχές είναι πολιτικά ευάλωτες.

Η τρίτη και πιο σημαντική εξέλιξη, κατά τη γνώμη μου, είναι το διευρυνόμενο χάσμα που δημιουργείται από ένα νέο ταξικό κριτήριο: δηλαδή, η εισαγωγή σε σχολές και πανεπιστημιακά ιδρύματα ως εισιτήριο για κάποια θέση εργασίας. Αυτό μπορούμε να το ονομάσουμε, αν θέλετε, αξιοκρατία· αλλά αξιολογείται, θεσμοποιείται και διαμεσολαβείται από τα εκπαιδευτικά συστήματα. Το αποτέλεσμα είναι  μια εκτροπή της ταξικής συνείδησης από την εναντίωση στους εργοδότες  προς την εναντίωση στους πάσης φύσεως κηφήνες  – διανοούμενους, φιλελεύθερες ελίτ, άνθρωποι που τρώνε τα λεφτά μας. Η Αμερική είναι ένα κλασικό παράδειγμα, αλλά η κατάσταση αυτή δεν είναι άγνωστη και στο Ηνωμένο Βασίλειο, αν ρίξετε μια ματιά στις βρετανικές εφημερίδες.  Η κατάσταση γίνεται ακόμα μια περίπλοκη επειδή, όλο και περισσότερο, ένα διδακτορικό ή τουλάχιστον ένα  μεταπτυχιακού προσφέρει μεγαλύτερες ευκαιρίες πλουτισμού.

Μπορεί να υπάρξουν νέες κοινωνικές δυνάμεις; Αυτό αποκλείεται, τουλάχιστον όσον αφορά μια μεμονωμένη τάξη, και αν θέλετε τη γνώμη μου ουδέποτε είχε συμβεί. Υπάρχει μια προοδευτική πολιτική συμμαχιών, ακόμα και σχετικά μόνιμων  συμμαχιών όπως μεταξύ, λ.χ., της καλλιεργημένης μεσαίας τάξης που διαβάζει τον Guardian και των διανοούμενων (ανθρώπων με υψηλή μόρφωση, οι οποίοι γενικότερα κλίνουν,  σε μεγάλο βαθμό, προς την Αριστερά) και της μάζας των φτωχών και απαίδευτων. Και οι δύο αυτές ομάδες έχουν ουσιώδη σημασία για ένα τέτοιο κίνημα, αλλά ίσως είναι πιο δύσκολο να συμμαχήσουν από ό,τι παλιότερα. Κι αυτό γιατί, υπό μία έννοια, είναι εφικτό οι φτωχοί να ταυτιστoύν με τους δισεκατομυριούχους, όπως στις Ηνωμένες Πολιτείες, λέγοντας: «Αν ήμουν τυχερός, θα γινόμουν ποπ σταρ!». Αλλά κανένας δεν μπορεί να πει: «Αν ήμουν τυχερός, θα γινόμουν νομπελίστας!». Αυτό είναι ένα πραγματικό πρόβλημα για τον πολιτικό συντονισμό και συνεργασία των ανθρώπων που αντικειμενικά θα μπορούσαν να βρίσκονται στην ίδια πλευρά.

Ποια σχέση θεωρείτε ότι υπάρχει ανάμεσα στη σημερινή κρίση και τη Μεγάλη Ύφεση;

Η κρίση του 1929 δεν ξεκίνησε από τις τράπεζες· οι τράπεζες κατέρρευσαν μόνο δύο χρόνια αργότερα. Αντίθετα, το χρηματιστήριο πυροδότησε μια απότομη κάμψη της παραγωγής, συνοδευόμενη από πολύ υψηλότερη ανεργία και μια πολύ έντονη πτώση στην παραγωγή, μεγαλύτερες από ποτέ. Υπήρξαν αρκετά προανακρούσματα της παρούσας ύφεσης, σε αντίθεση με εκείνη του 1929 που έπεσε σχεδόν σαν κεραυνός. Θα έπρεπε έχει γίνει αντιληπτό, αρκετά εγκαίρως, ότι ο νεοφιλελεύθερος φονταμενταλισμός δημιούργησε  μια τεράστια αστάθεια στη λειτουργία του καπιταλισμού. Μέχρι το 2008 η αστάθεια αυτή φαινόταν να επηρεάζει μόνο μερικές περιφερειακές περιοχές: τη Λατινική Αμερική τη δεκαετία του 1990 και στις αρχές του 21ου αιώνα, τη Νοτιοανατολική Ασία και τη Ρωσία. Στα ισχυρά κράτη, το μόνο που συνέβαινε ήταν να καταρρέει περιστασιακά το χρηματιστήριο και στη συνέχεια να ανακάμπτει σχετικά γρήγορα. Μου φαίνεται ότι το πραγματικό σημάδι του κακού που θα συνέβαινε θα μπορούσε να είναι η κατάρρευση του Long-Term Capital Management[1] το 1998, γεγονός που έδειξε πόσο λάθος ήταν συνολικά το αναπτυξιακό μοντέλο· ωστόσο δεν αντιμετωπίστηκε έτσι. Παραδόξως, οδήγησε μια σειρά επιχειρηματίες και δημοσιογράφους να ανακαλύψουν ξανά τον Καρλ Μαρξ, θεωρώντας πως το έργο του έχει ενδιαφέρον για την κατανόηση μιας σύγχρονης, παγκοσμιοποιημένης οικονομίας· η διαδικασία αυτή δεν είχε καμία σχέση με την παραδοσιακή Αριστερά.

Η παγκόσμια οικονομία το 1929  ήταν λιγότερο παγκοσμιοποιημένη από ό,τι η σημερινή. Αυτό, βέβαια, είχε κάποιες επιπτώσεις  – για παράδειγμα ήταν πολύ ευκολότερο στους ανθρώπους που έχαναν τη δουλειά τους να γυρίσουν στα χωριά τους. Το 1929, σε μεγάλο μέρος του κόσμου εκτός Ευρώπης και Βορείου Αμερικής, τα παγκοσμιοποιημένα τμήματα της οικονομίας δεν ήταν παρά μεμονωμένες νησίδες  που άφηναν το κύριο μέρος που τα περιέβαλλε αμετάβλητα.  Η ύπαρξη της ΕΣΣΔ δεν είχε κάποια υλική επίπτωση στην Ύφεση, αλλά είχε τεράστιες ιδεολογικές επιπτώσεις  – υπήρχε μια εναλλακτική λύση. Από το 1990 και μετά, έχουμε δει την άνοδο της Κίνας και των αναδυόμενων οικονομιών, γεγονός που είχε συγκεκριμένες επιπτώσεις στην παρούσα ύφεση: συνέβαλαν στο να διατηρήσει η παγκόσμια οικονομία μια πολύ πιο ομαλή πορεία, από ό,τι θα συνέβαινε αλλιώς. Στην πραγματικότητα, ακόμη και στις ημέρες που ο νεοφιλελευθερισμός ισχυριζόταν ότι υπήρχε άνθηση, η πραγματική ανάπτυξη εμφανιζόταν, σε πολύ υψηλούς ρυθμούς, σε αυτές τις νέες αναπτυσσόμενες οικονομίες, κυρίως στην Κίνα. Είμαι σίγουρος ότι αν δεν υπήρχε η Κίνα, η ύφεση του 2008 θα ήταν πολύ πιο σοβαρή. Έτσι, γι’ αυτούς τους λόγους, σκέφτομαι ότι  είναι πιθανό να μπορέσουμε να ανακάμψουμε πιο γρήγορα, παρόλο που μερικές χώρες –και κυρίως η Βρετανία – θα συνεχίσουν να είναι βυθισμένες στην ύφεση για πολύ καιρό ακόμα.

Ανέκαθεν ήσασταν κριτικός  απέναντι τον εθνικισμό ως πολιτική δύναμη, εφιστώντας την προσοχή της Αριστεράς να μην προσπαθεί να τον προσεταιριστεί. Ωστόσο, έχετε επίσης αντιταχθεί έντονα στις παραβιάσεις της εθνικής κυριαρχίας εν ονόματι των ανθρωπιστικών παρεμβάσεων. Ποια είδη διεθνισμού, μετά την κατάρρευση του διεθνισμού που είχε γεννήσει το εργατικό κίνημα, είναι επιθυμητά και εφικτά σήμερα;

Πρώτα απ’ όλα, ο «ανθρωπιστικισμός» (humanitarianism), ο ιμπεριαλισμός των ανθρώπινων δικαιωμάτων, δεν έχει καμία σχέση με τον διεθνισμό. Αποτελεί έκφανση είτε ενός αναγεννημένου ιμπεριαλισμού, ο οποίος βρίσκει μια κατάλληλη δικαιολογία για παραβιάσεις της κρατικής κυριαρχίας  –μπορεί να υπάρχουν απόλυτα ειλικρινείς δικαιολογίες γι’ αυτό – είτε, κάτι ακόμα πιο επικίνδυνο, μια επαναβεβαίωση της πίστης στη μόνιμη υπεροχή της περιοχής που κυριαρχούσε στον πλανήτη από τον 16ο μέχρι τα τέλη του 20ού αιώνα. Στο κάτω κάτω, οι αξίες τις οποίες η Δύση προσπαθεί να επιβάλει είναι αξίες μιας περιοχής, και όχι κατ’ ανάγκην οικουμενικές. Αν είναι οικουμενικές, πρέπει να επαναδιατυπωθούν με διαφορετικούς όρους. Δεν νομίζω ότι έχουμε να κάνουμε με  ένα φαινόμενο αφεαυτού εθνικό ή διεθνές.  Ο εθνικισμός  υπεισεισέρχεται σε αυτό το ζήτημα επειδή η διεθνής τάξη βασισμένη σε εθνικά κράτη  –το σύστημα της Βεστφαλίας – υπήρξε κατά το παρελθόν, καλώς ή κακώς,  μια από τις ασφαλέστερες εγγυήσεις εναντίον στις εισβολές των ξένων. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αφ’ ης στιγμής το σύστημα πλέον έχει καταργηθεί ο δρόμος είναι ανοιχτός για επιθετικούς και επεκτατικούς πολέμους  – στην πραγματικότητα, αυτός είναι ο λόγος που οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αποκηρύξει τη διεθνή τάξη της Βεστφαλίας.

Ο διεθνισμός, που αποτελεί έναν άλλο δρόμο σε σχέση με τον εθνικισμό, είναι ένα πιο περίπλοκο εγχείρημα. Μπορεί να είναι είτε ένα πολιτικά κενό σύνθημα, όπως υπήρξε,  στην πράξη,  για το διεθνές εργατικό κίνημα, οπότε δεν σημαίνει τίποτα συγκεκριμένο, είτε ένας τρόπος για την εξασφάλιση της ομοιομορφίας σε ισχυρούς συγκεντρωτικούς οργανισμούς όπως η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ή η Κομιντέρν. Ο διεθνισμός σήμαινε ότι, ως καθολικός, θα ασπαζόσουν τα ίδια δόγματα και θα μετείχες στις ίδιες πρακτικές, ανεξάρτητα με το ποιος είσαι και πού βρίσκεσαι· το ίδιο συνέβαινε θεωρητικά και στην περίπτωση των κομμουνιστικών κομμάτων. Σε ποιο βαθμό αυτό συνέβη πραγματικά και σε ποιο στάδιο έπαψε να συμβαίνει  –ακόμα και στην Καθολική Εκκλησία – είναι ένα άλλο ζήτημα. Πάντως,  δεν εννοούμε αυτό με τον όρο «διεθνισμός».

Το έθνος-κράτος ήταν και παραμένει το πλαίσιο για όλες τις πολιτικές αποφάσεις, στη χώρα μας ή στο εξωτερικό. Μέχρι σχετικά πρόσφατα, η δράση των εργατικών κινημάτων  –στην πράξη, όλες οι πολιτικές δραστηριότητες—αναπτυσσόταν σχεδόν εξολοκλήρου στο πλαίσιο ενός κράτος. Ακόμα και εντός της Ε.Ε., η πολιτική εξακολουθεί να λειτουργεί με εθνικούς όρους. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει υπερ-εθνική εξουσία δράσης  – μόνο ένας συνασπισμός χωριστών κρατών. Πιθανόν ότι το  φονταμενταλιστικό Ισλάμ να αποτελεί μια εξαίρεση, καθώς διεισδύει σε όλα τα κράτη, αλλά αυτό δεν έχει ακόμα επιβεβαιωθεί. Προηγούμενες απόπειρες όπως παν-αραβικά υπερκράτη (λ.χ. η Ηνωμένη Αραβική Δημοκρατία, ένωση της Αιγύπτου και της Συρίας) απέτυχαν ακριβώς χάρη στην αντοχή υφιστάμενων  –πρώην αποικιακών – συνόρων.

Διακρίνετε εγγενή εμπόδια σε όλες τις προσπάθειες για υπέρβαση των ορίων του έθνους-κράτους;

Οικονομικά, αλλά και από πολλές άλλες απόψεις  –ακόμα, σε κάποιο βαθμό, και πολιτισμικά – η επανάσταση των επικοινωνιών έχει δημιουργήσει έναν πραγματικά παγκόσμιο χώρο, στον οποίο υπάρχουν εξουσίες λήψης αποφάσεων με υπερεθνικό χαρακτήρα, υπερεθνικές δραστηριότητες και, βέβαια, κινήματα ιδεών, επικοινωνίες και άνθρωποι που λειτουργούν υπερεθνικά με πολύ μεγαλύτερη ευκολία από ό,τι ποτέ. Ακόμη και οι γλωσσικές κουλτούρες συμπληρώνονται τώρα από τα διεθνή ιδιώματα της επικοινωνίας. Αλλά στην πολιτική δεν υπάρχει κανένας τέτοιος απόηχος· αυτή είναι η βασική αντίφαση την παρούσα στιγμή. Ένας από τους λόγους είναι ότι, στον 20ό αιώνα, η πολιτική είχε εκδημοκρατιστεί σε πολύ μεγάλο βαθμό  – οι μάζες των απλών ανθρώπων συμμετείχαν σε αυτή. Γι’ αυτούς, το κράτος έχει ουσιώδη σημασία για την καθημερινότητα, την κανονικότητα και τις προοπτικές της ζωής τους. Απόπειρες έσωθεν διάλυσης του κράτους, με την αποκέντρωση, έχουν γίνει κυρίως τα τελευταία τριάντα ή σαράντα χρόνια, και κάποιες από αυτές δεν ήταν ανεπιτυχείς  – σίγουρα στη Γερμανία η αποκέντρωση υπήρξε επιτυχής σε αρκετούς τομείς, ενώ στην Ιταλία, η περιφερειακή οργάνωση αποδείχθηκε πραγματικά χρήσιμη. Όμως, η προσπάθεια δημιουργίας  υπερεθνικών κρατών δεν ευδοκίμησε. Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι το πιο προφανές παράδειγμα.  Σε κάποιο βαθμό, υπονομεύθηκε από τους ιδρυτές της, οι οποίοι σκέφτονταν ακριβώς με όρους ενός υπερ-κράτους, ανάλογου με ένα εθνικό κράτος, απλώς μεγαλύτερου  – στην πραγματικότητα, νομίζω ότι δεν υπήρχε ούτε τότε τέτοια δυνατότητα και, πάντως, σίγουρα δεν υπάρχει σήμερα. Η Ε.Ε. είναι μια ευρωπαϊκή ιδιοτυπία. Υπήρξαν κάποτε δείγματα ενός υπερεθνικού κράτους στη Μέση Ανατολή και αλλού, αλλά η Ε.Ε. είναι το μόνο πραγματικό εγχείρημα αυτού του είδους.  Δεν πιστεύω, για παράδειγμα, ότι υπάρχει σοβαρή πιθανότητα μιας μεγαλύτερης ομοσπονδίας στη Νότια Αμερική. Εγώ τουλάχιστον θα στοιχημάτιζα εναντίον της.

Αυτή η αντίφαση παραμένει ένα άλυτο πρόβλημα:από τη μία πλευρά υπάρχουν υπερεθνικές οντότητες και πρακτικές, που προκύπτουν από τη διαδικασία αποσάθρωσης του κράτους, στους τομείς που αυτό καταρρέει. Αλλά αν συμβεί κάτι τέτοιο  –που δεν αποτελεί άμεση προοπτική στις ανεπτυγμένες χώρες – ποιος, θα αναλάβει στη συνέχεια  την αναδιανεμητική και τις άλλες λειτουργίες, τις οποίες μέχρι σήμερα  επιτελεί το κράτος; Αυτή τη στιγμή, έχουμε ένα μίγμα συμβίωσης και  σύγκρουσης. Αυτό είναι ένα από τα βασικά προβλήματα για κάθε μορφή λαϊκής πολιτικής σήμερα.

μετάφραση: Στρ. Μπουλαλάκης, Κώστας Σπαθαράκης

Ο Eric Ηobsbawm είναι ένας από τους κορυφαίους μαρξιστές ιστορικούς, διεθνώς. Τα περισσότερα βιβλία του κυκλοφορούν και στα ελληνικά.
Η συνέντευξη, με τίτλο «World distempers» δημοσιεύθηκε στο επετειακό τεύχος (για τα πενήντα χρόνια του περιοδικού), αρ. 61 (Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2010 του «New Left Review». Τα «Ενθέματα» δημοσιεύουν σήμερα εκτενή αποσπάσματα.

Σημειώσεις
1. LTCM: Ένα από τα μεγαλύτερα διεθνώς hedge fund (αμοιβαία κεφάλαια επενδύσεων υψηλού ρίσκου). Παρόλο που δανειζόταν πολλαπλάσια κεφάλαια από τα πάγιά του, εξασφάλιζε υψηλές αποδόσεις. Θεωρούνταν εξαιρετικά αξιόπιστο, και σε αυτό τοποθετούσαν τα διαθέσιμά της ακόμα και κεντρικές τράπεζες. Η ασιατική κρίση το 1997 και η ρωσική το 1998 το οδήγησαν στα πρόθυρα χρεοκοπίας, γεγονός που απείλησε με κατάρρευση το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα