Τετάρτη 11 Μαΐου 2011

Το Πορτογαλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, το Μπλόκο της Αριστεράς και η Αριστερά στην Ελλάδα

By Aaron Logan (from http://www.lightmatter.net/gallery/albums.php) [CC-BY-1.0,via Wikimedia Commons]

από το Inprecor



Η είδηση της έναρξης διαλόγου μεταξύ του ΠKK και του κόμματος Μπλόκο της Αριστεράς τάραξε για τα καλά τα νερά στο χώρο των αριστερών δυνάμεων στην Ελλάδα. Οι ερμηνείες του γεγονότος δίνουν και παίρνουν. Ακόμη περισσότερο ξεχωρίζει η προσπάθεια αξιοποίησης του γεγονότος αυτού από την πλευρά του Συνασπισμού και του ΣΥΡΙΖΑ, ελπίζοντας να στριμώξουν το Κ.Κ.Ε., να φέρουν πιο έντονα στην επικαιρότητα την τακτική του και να την ενοχοποιήσουν, προσδοκώντας κάποια οφέλη στο λαό, καθώς και προώθηση των θέσεών τους σχετικά με την πολιτική που πρέπει να ακολουθήσει η χώρα στη σημερινή συγκυρία.

Είναι εξάλλου σε όλους γνωστό ότι ο Συνασπισμός χρόνια τώρα ζει με την προσδοκία να πάρει ρεβάνς από το Κ.Κ.Ε. ανατρέποντας τον ενδοαριστερό συσχετισμό σε βάρος του.

Το Κ.Κ.Ε. φαίνεται ότι πράγματι αισθάνεται κίνδυνο από τη στιγμή που το Κομμουνιστικό Κόμμα Πορτογαλίας, ένα κόμμα μαρξιστικό – λενινιστικό, το οποίο βρίσκεται κοντά στις θέσεις του Κ.Κ.Ε. κρατά μια πολύ διαφορετική στάση απέναντι στις δυνάμεις της αριστεράς που εκφράζουν τα μικροαστικά στρώματα στην Πορτογαλία. Από τη στιγμή που δεν τις καταγγέλλει ως οπορτουνιστικές και τελείωσε, αλλά συζητά μαζί τους προκειμένου όσο είναι δυνατόν να διαμορφωθεί ένα πλαίσιο κοινής δράσης. Γι’ αυτό και η αντίδραση του Κ.Κ.Ε. δείχνει νευρική και σπασμωδική.

Τι πραγματικά όμως έγινε στην Πορτογαλία, στην κοινή συνάντηση των αντιπροσωπειών των δύο κομμάτων, μια και δεν λείπουν οι υπερβολές και η φαντασία; Το ΠΚΚ ανακοίνωσε ότι έγινε ανταλλαγή απόψεων για τις εξελίξεις στην οικονομία της χώρας και την υπαγωγή της στην τρόικα και στο μνημόνιο που διαμόρφωσαν κατ’αντιστοιχία όπως και στην Ελλάδα, εκτιμά ότι υπάρχουν ζητήματα που διαμορφώνονται συγκλίσεις μεταξύ των δύο κομμάτων, οι οποίες όμως, όπως λέει, δεν μπορούν να αποκρύψουν τις διαφορετικές και αποκλίνουσες θέσεις σε σοβαρά ζητήματα, πράγμα φυσικό για κόμματα με διαφορετικές πορείες και προγράμματα. Το ΠΚΚ τονίζει επίσης στην ανακοίνωση του ότι στις προσεχείς εκλογές θα κατέλθει αυτόνομα στο πλαίσιο του συνασπισμού CDU στον οποίο λειτουργεί, στην προσπάθειά του να επιβάλει ρήξη με τη δεξιά πολιτική και να ανοίξει ο δρόμος για μια αριστερή πατριωτική διέξοδο.

Οπωσδήποτε δεν πρέπει κανείς να προτρέχει, αντίθετα πρέπει να περιμένει τις εξελίξεις μελετώντας ψύχραιμα τα δεδομένα. Δεν χρειάζονται βιαστικά συμπεράσματα και καταδίκες η επιδοκιμασίες. Ο δρόμος όμως που επιλέγει το συγκεκριμένο κόμμα απέναντι στις δυνάμεις της μικροαστικής αριστεράς είναι αξιοπρόσεκτος, είναι ρεαλιστικός για την εξυπηρέτηση των άμεσων αναγκών της εργατικής τάξης και του λαού, για την ανάπτυξη της ταξικής πάλης, βρίσκεται όμως σε πλήρη αντίθεση με τις τοποθετήσεις σε αντίστοιχα ζητήματα του Κ.Κ.Ε..

Πολύ πιο προχωρημένη είναι η εκδοχή που παρουσιάζει το Μπλόκο, το οποίο ανακοίνωσε ότι τα δύο κόμματα συγκλίνουν σε μια αριστερή πολιτική διέξοδο.

Όλο το διάστημα μετά το γεγονός αυτό, τα έντυπα που πρόσκεινται στο Συνασπισμό, καθώς και στα σχήματα του ΣΥΡΙΖΑ έδωσαν μεγάλη έκταση στο γεγονός με αρθογραφία που παρά τις μεταξύ τους διαφορές, οι οποίες απηχούν θέσεις και ιδιαίτερες επιδιώξεις του καθενός, είχαν ένα κοινό σημείο. Την ανάδειξη του γεγονότος αυτού στην κατεύθυνση «να γίνει της Πορτογαλίας στην ελληνική Αριστερά», όπως έγραψε κάποιος αρθρογράφος και αυτό όχι με την έννοια της έναρξης κάποιας κοινής δράσης, αλλά ως «διαμόρφωση ενός τρίτου πόλου για μια ριζοσπαστική διακυβέρνηση». Μια «αριστερή» δηλαδή κυβερνητική πρόταση στα πλαίσια του συστήματος.

Έχει ενδιαφέρον η απάντηση του Κ.Κ.Ε. από στόματος της Αλέκας Παπαρήγα ότι:  « Το ΠΚΚ θα περάσει ετεροχρονισμένα τις δραματικές εμπειρίες που υπήρχαν στην Ελλάδα το 1974 και το 1989. Φανταζόμαστε θα του είναι μέσα από όλη αυτή την ιστορία, μια εμπειρία χρήσιμη. Τώρα πότε θα κριθεί αυτό, έξι μήνες, ένα χρόνο, ενάμιση[1]…».

Με τη δήλωση αυτή καθίσταται σαφές ότι το ΠΚΚ δεν έχει τις εμπειρίες, τις οποίες είχε το Κ.Κ.Ε. από τις συνεργασίες του με αριστερά μικροαστικά κόμματα στα χρόνια 1974 και 1989 και ως εκ τούτου πορεύεται λάθος. Θα αποκτήσει τις εμπειρίες αυτές μετά τις σημερινές του κινήσεις, οπότε θα έχει τη δυνατότητα να χαράξει σωστή γραμμή, σωστή τακτική και τότε θα δικαιωθεί η σημερινή τακτική του Κ.Κ.Ε. Τι έγινε λοιπόν το 1974 και το 1989 και πως το Κ.Κ.Ε. εκτίμησε τότε τις στιγμές αυτές της πορείας του;

Το 1974 η δημιουργία της Ενωμένης Αριστεράς δεν ήταν τίποτε περισσότερο από ένα σχήμα εκλογικό, μια εκλογική συνεργασία, η οποία διαλύθηκε την επομένη των εκλογών. Παρά τις δυσκολίες της συνεργασίας στα πλαίσια αυτού του σχήματος και λόγω των διαφορετικών θέσεων και επιδιώξεων των διαφόρων πολιτικών φορέων που συμμετείχαν, στις συνθήκες της μεταπολίτευσης η δημιουργία του σχήματος αυτού και η εκλογική δράση του ήταν θετική, κινήθηκε στα όρια που επέτρεπαν οι συνθήκες και η σύνθεση των διαφορετικών δυνάμεων που συμμετείχαν και έδωσε θετικά εκλογικά και πολιτικά αποτελέσματα. Αυτή ήταν τότε η εκτίμηση του Κ.Κ.Ε..

Πολύ μεγαλύτερη σημασία έχει η δημιουργία του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου το 1989, η δημιουργία και η πορεία του οποίου είχε πολύ αρνητικά αποτελέσματα για το Κ.Κ.Ε. και την πάλη του ελληνικού λαού για μια σημαντική περίοδο. Μελετώντας τα πραγματικά δεδομένα τότε και τα συμπεράσματα στα οποία οδηγήθηκε το Κ.Κ.Ε. σημειώνουμε  τις μεγάλες διαφορές  στο χαρακτήρα των κομμάτων που συναπάρτισαν τον Συνασπισμό, το Κ.Κ.Ε. και η ΕΑΡ και οι οποίες παρακάμφθηκαν στη διακήρυξη δημιουργίας του, ώστε να παρουσιασθεί ο Συνασπισμός ως εγχείρημα μακράς πνοής μέχρι και το σοσιαλισμό. Πρακτικά ταυτίστηκε με το «Συνασπισμό των δυνάμεων της αλλαγής με κατεύθυνση το σοσιαλισμό» στόχο των οποίων έθεσε το 12ο συνέδριο του Κ.Κ.Ε.. Αντί να διαμορφωθεί μια εκλογική συμπαράταξη, μια κίνηση δηλαδή τακτικής μέσω της οποίας οι δυνάμεις της αριστεράς θα είχαν μεγαλύτερες δυνατότητες να εκμεταλλευθούν την τεράστια κρίση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και να ανταπεξέλθουν με επιτυχία στις προσπάθειες της άρχουσας τάξης να διαμορφώσει λύση  κυβερνητική και όχι μόνο, πράγμα για το οποίο είχε μεγάλες δυσκολίες, το Κ.Κ.Ε. επέτρεψε να διαμορφωθεί σχήμα με στρατηγική στόχευση, πράγμα εντελώς αδύνατο για τις συγκεκριμένες συνθήκες.

Το γεγονός αυτό περιπλέχθηκε και τροφοδοτήθηκε από τα εσωκομματικά προβλήματα του Κ.Κ.Ε., στις γραμμές του οποίου είχε διαμορφωθεί πλέον μια ισχυρή οπορτουνιστική ομάδα, η οποία συμμαχούσε στα πλαίσια του Συνασπισμού με τις δυνάμεις της ΕΑΡ και όλα αυτά στο πλαίσιο του σαρωτικού κύματος των ανατροπών που άρχισαν και ολοκληρώθηκαν στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού στην Κεντρική και την Ανατολική Ευρώπη.

Είναι χαρακτηριστικές οι τοποθέτηση του 14ου συνεδρίου του Κ.Κ.Ε. το οποίο εκτίμησε τα γεγονότα αυτά. «Από την πρώτη στιγμή της ίδρυσής του Συνασπισμού, γράφουν οι θέσεις της κεντρικής επιτροπής στο 14ο συνέδριο, και ιδιαίτερα στην πορεία έπρεπε να γίνεται βαθύτερη ανάλυση για το τι εκπροσωπεί στην πραγματικότητα ο συγκεκριμένος αυτός Συνασπισμός που δημιουργήθηκε με τη συγκεκριμένη σύνθεση και σε δοσμένες συνθήκες. Κι απ’ την άλλη ποιος είναι ο ρόλος του Κ.Κ.Ε. μέσα στο Συνασπισμό, σε συνδυασμό με τη διατήρηση της αυτοτέλειας του. Ενώ ο Συνασπισμός ξεκίνησε με ρεαλιστική εκτίμηση για τις δυνατότητες αλλά και τις δυσκολίες που θα εμφανίζονταν εξαιτίας των δυνάμεων που τον αποτελούσαν, στην πορεία προβλήθηκαν, κυρίως από τα στελέχη που αποχώρησαν, απόψεις ότι ο φορέας αυτός με τη συγκεκριμένη σύνθεση του είναι μονόδρομος για το Κ.Κ.Ε.. Καλλιεργήθηκαν αυταπάτες ότι αυτό το σχήμα παρά τις διαφωνίες σε βασικά προγραμματικά ζητήματα που υπήρχαν ανάμεσα στις συνιστώσες του, ταυτίζεται με το στρατηγικής σημασίας Συνασπισμό των δυνάμεων της αλλαγής…… Δεν έγινε μελέτη και κυρίως προσπάθεια να αποκτήσει ο Συνασπισμός ουσιαστική επαφή με τα κοινωνικά κινήματα, ώστε να ανταποκρίνεται στη βασική κατεύθυνση του 12ου συνεδρίου που τόνιζε ότι ο Συνασπισμός πρέπει να στηρίζεται στη δράση και τη συμμαχία κοινωνικών και όχι μόνο πολιτικών δυνάμεων. Σε αρκετές περιπτώσεις το Κ.Κ.Ε. παραιτήθηκε από την ανοικτή, αυτοτελή κριτική, τη δημοσιότητα των αποφάσεων του, την προβολή των απόψεων του σε μια σειρά ζητήματα που δεν συνέπιπταν με τις θέσεις των άλλων δυνάμεων του συνασπισμού……. Η διάλυση του συνασπισμού δεν αναιρεί τη σωστή κατεύθυνση του 12ου συνεδρίου για συγκρότηση του κοινωνικοπολιτικού συνασπισμού της Αριστεράς που αντιστοιχούσε στις ανάγκες και την πολιτική πραγματικότητα εκείνης της περιόδου και τη διαπίστωση του 13ου συνεδρίου για την προσφορά του στην πολιτική ζωή του τόπου».[2]

Τότε, το 1991, το Κ.Κ.Ε. έκανε αυτές τις εκτιμήσεις, οι οποίες ήταν σωστές και ρεαλιστικές. Σήμερα αυτές έχουν ανατραπεί, χωρίς ποτέ να έχει ασχοληθεί και να τις έχει αλλάξει κάποιο όργανο, ή σώμα. Το συμπέρασμα και η πολιτική θέση που προβάλλεται σήμερα είναι «καμία επαφή, καμία συνεργασία ή κοινή δράση ακόμη και για τα πιο άμεσα ζητήματα με δυνάμεις αριστερές, μικροαστικές, διότι οι δυνάμεις αυτές έχουν μοναδικό αντικειμενικό σκοπό τη διάλυση του  κομμουνιστικού κόμματος». Όχι μόνο δεν υπάρχει δυνατότητα στρατηγικής συμμαχίας,  που όντως έτσι είναι, αλλά ο λόγος ύπαρξής τους, κατά την ηγεσία του κόμματος σήμερα, είναι για να το διαλύσουν.

Το 14ο συνέδριο κατέληξε στο γενικό συμπέρασμα ότι η αρνητική εμπειρία από την ίδρυση του συνασπισμού «δεν πρέπει να οδηγήσει στην αναπαραγωγή απόψεων που βλέπουν με επιφύλαξη έως και άρνηση την πολιτική συμμαχιών και την αντιπαραθέτουν προς την αυτοτέλεια του Κ.Κ.Ε.».[3]

Σήμερα το Κ.Κ.Ε. έφθασε στην άρνηση της πολιτικής συμμαχιών ακόμα και των επιμέρους συνεργασιών των δυνάμεων του μέσα στο κίνημα με αριστερές μικροαστικές δυνάμεις, ακόμη κι ως τη διακοπή των τυπικών σχέσεων μεταξύ των κομμάτων.

Είναι φανερό ότι η κύρια αιτία για το δρόμο που πήρε και τον τρόπο που κατέληξε ο Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου δεν ήταν η σύμπραξη με τη ΕΑΡ και οι προθέσεις αυτού του κόμματος λόγω της φύσης και των ανθρώπων που την απάρτιζαν. Τέτοια προβλήματα υπήρχαν με ορισμένες δυνάμεις στην ηγεσία του, αλλά δεν ήταν τα καθοριστικά. Το κεντρικό πρόβλημα είναι ότι το Κ.Κ.Ε. δεν εκτίμησε σωστά τα δεδομένα στη φάση εκείνη, το χαρακτήρα των κομμάτων που συμμετείχαν και τις δυνατότητες που έδινε, δεν είχε σωστά αντιληφθεί τα εσωκομματικά του προβλήματα, καθώς και τις αντεπαναστατικές ανατροπές που είχαν αρχίσει. Ήταν δηλαδή θέμα αδυναμιών και ανεπάρκειας του ίδιου του Κ.Κ.Ε. και σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι αποδείχθηκαν λάθος οι πάγιες θέσεις των κομμουνιστών για τις συμμαχίες.

Οι συμμαχίες και ακόμη πιο πολύ οι συνεργασίες, με την έννοια ότι ο χαρακτήρας τους είναι περισσότερο περιορισμένος, είναι ζήτημα πολιτικό, δεν είναι ζήτημα ιδεολογικό, όσο και αν η ιδεολογία δεν είναι άσχετη από την πολιτική, ή ψυχολογικό ούτε μεταφυσικό που ανάγεται στο DNA κάποιων κομμάτων και κινήσεων. Το κριτήριο για τις συνεργασίες είναι τι εξυπηρετεί την πολιτική του κομμουνιστικού κόμματος και την υπόθεση της εργατικής τάξης σε κάθε φάση των εξελίξεων, ποια καθήκοντα έχει το κομμουνιστικό κόμμα μπροστά του, και ως εκ τούτου ποιες δυνάμεις μπορούν να συμπορευτούν με το κομμουνιστικό κόμμα και όχι ποιες δυνάμεις ταυτίζονται ιδεολογικά μαζί του. Καμιά δύναμη δεν ταυτίζεται ιδεολογικά με το κομμουνιστικό κόμμα και αν υπάρξει επιμονή στην ιδεολογική ταύτιση δεν πρόκειται να υπάρξει καμία πολιτική συνεργασία.

Έχει ενδιαφέρον η ανάλυση της Αλέκας Παπαρήγα για τον οπορτουνισμό. Η ανάλυση αυτή δεν έχει κοινωνικοταξικά και πολιτικά χαρακτηριστικά, αντίθετα είναι πέρα για πέρα μεταφυσική. Μπορεί να ικανοποιεί τα νεότερα στελέχη και μέλη του κόμματος δεν έχει όμως σχέση με το λενινισμό και τις παραδόσεις των κομμουνιστών. Είναι βαθιά λαθεμένη. Είπε η Αλέκα Παπαρήγα: «Μέσα στην κοινωνική συμμαχία και τώρα και αύριο για να μη σας πω και στο σοσιαλισμό θα έχει σύμμαχες κάποιες ταλαντευόμενες κοινωνικές δυνάμεις, δεν λέω αστικές, εννοώ μικροαστικές. Και το μέτωπο θα έχει, γιατί τα μικροαστικά στρώματα αντικειμενικά είναι ταλαντευόμενα, τι να κάνουμε μια συμμαχία πάντα με τακαντευόμενους θα είναι[4]». Μέχρι εδώ σωστά. Η συνέχεια όμως φέρει τα πάνω-κάτω. «Είναι άλλο πράγμα όμως να συμμαχείς με δυνάμεις και πολιτικές που, από την κοινωνική τους θέση, από τη θέση τους στην κοινωνικό ταξική διάρθρωση ταλαντεύονται και παλεύεις η ταλάντευση να είναι προς τη συνεπή μεριά και όχι προς την άλλη, είναι άλλο πράγμα να συνεργαστεί με το κομμάτι το οποίο απροσπάστηκε και αποστάτησε από τις γραμμές του κομμουνιστικού κινήματος Ο οπορτουνισμός δεν απηχεί κοινωνικές δυνάμεις. Ο οπορτουνισμός μπορεί να έχει διάδοση σε μερικά τμήματα της εργατικής τάξης, δεν απηχεί κοινωνικές δυνάμεις….. Είναι άλλο πράγμα η συμμαχία με τους οπορτουνιστές. Και μόνο η συμμαχία αυτή θα αδυνατίσει το ιδεολογικό σου μέτωπο και τη δυνατότητα του να παλέψεις κατά του ιμπεριαλισμού, κατά του καπιταλιστικού συστήματος»[5]. Σε άλλη ομιλία της η Αλέκα Παπαρήγα αναφέρει: « Οι οπορτουνιστές είναι συνειδητοί αναθεωρητές της κομμουνιστικής θεωρίας. Επεξεργασμένοι και συνειδητοί. Βγήκαν μέσα τις γραμμές μας. Δεν είναι οι ρεφορμιστές, κάποιοι επηρεασμένοι αντιΚΚΕ  και εγκλωβισμένοι στα άλλα κόμματα που σιγά σιγά έρχονται και συμμετέχουν στο κίνημα. Επομένως με τον οπορτουνισμό  δεν μπορεί να γίνει καμία συμμαχία. Γιατί κάποια συμμαχία μέσα στο κίνημα θα φέρει και μια ορισμένη ανακωχή και στην ιδεολογική διαπάλη. Κι εδώ δεν θέλει καμία ανακωχή ο οπορτουνισμός»[6].

Μιλώντας για τις μάζες και την ταξική τους θέση, τη μικροαστική, χρησιμοποιεί ταξικούς όρους και μένει στην ταξική ανάλυση. Όταν έρχεται στις ηγεσίες ακόμη και σε μεγάλο κομμάτι της οργανωμένης βάσης των κομμάτων αυτών περνάει σε όλους ψυχολογίας και μεταφυσικής. Η ταξική θεώρηση έχει τελειώσει. Είναι οπορτουνιστές, εχθροί του κομμουνιστικού κόμματος και ως εκ τούτου καμία συμμαχία μαζί τους. Και το  αμίμητο. Αν συνεργαστεί μαζί τους θα αδυνατίσεις την ιδεολογική αντιπαράθεση μαζί τους, άρα και τη δυνατότητα να πολεμήσεις τον ιμπεριαλισμό. Διότι «κάποια συμμαχία μέσα στο κίνημα θα φέρει ανακωχή στην ιδεολογική διαπάλη». Το τελευταίο αυτό απόσπασμα φανερώνει και τη βαθύτερη αιτία της συμπεριφοράς αυτής που δεν είναι άλλη από την έλλειψη εμπιστοσύνης στο κομμουνιστικό κόμμα, τη θεωρία και την πολιτική του, την υπεροχή του στη θεωρητική ανάλυση, στην εκτίμηση της κατάστασης και στην επικράτηση του εναντίον των αναθεωρητικών και οπορτουνιστικών αντιλήψεων μέσα στο λαό. Σαν να είναι το κομμουνιστικό κόμμα, κόμμα του σωλήνα που αν βγει στο λαό, στις μάζες και στην αντιπαράθεση με τις αντίπαλες ιδεολογίες και πολιτικές δεν θα αντέξει και θα οξειδωθεί. Αυτά είναι πρωτάκουστα. Με βάση την αντίληψη αυτή καμία πολιτική συνεργασία δεν είναι δυνατή για το Κ.Κ.Ε..

Για να υπάρχει ένα μέτρο σύγκρισης των θέσεων αυτών με την ιστορική κληρονομιά του κομμουνιστικού κινήματος θα αναφέρουμε την τακτική του Λένιν και του κόμματος των μπολσεβίκων απέναντι στο κόμμα των μενσεβίκων, το οποίο σημειωτέον αποσπάστηκε από το ενιαίο ΣΔΕΚΡ, είναι δηλαδή μια περίπτωση αντίστοιχη με το Συνασπισμό στη χώρα μας. Έγραφε στα 1920 ο Λένιν « Όλη η ιστορία του μπολσεβικισμού και πριν και μετά την Οχτωβριανή επανάσταση είναι γεμάτη από περιπτώσεις ελιγμών, συμφωνιών, συμβιβασμών με άλλα κόμματα, χωρίς να εξαιρούνται και τα αστικά κόμματα! Να κάνεις πόλεμο για την ανατροπή της διεθνούς αστικής τάξης, πόλεμο εκατό φορές πιο δύσκολο, πιο μακρόχρονο και πιο περίπλοκο από ότι ο πεισματωδέστερος από τους συνηθισμένους πολέμους ανάμεσα στα κράτη και να παραιτείσαι προκαταβολικά από τους ελιγμούς, από την εκμετάλλευση της αντίθεσης των συμφερόντων μεταξύ των εχθρών δεν είναι πράγμα σε αφάνταστο βαθμό γελοίο; Δεν είναι σαν να αρνιόμασταν προκαταβολικά σε μια δύσκολη ανάβαση σε ένα  ανεξερεύνητο και απάτητο ακόμη  βουνό να κάνουμε κάποτε ζικ-ζακ, να γυρίσουμε κάποτε πίσω, να εγκαταλείπουμε την κατεύθυνση που είχαμε πάρει στην αρχή και να δοκιμάσουμε μια διαφορετική κατεύθυνση;…. Οι Ρώσοι επαναστάτες σοσιαλδημοκράτες πριν την πτώση του τσαρισμού χρησιμοποίησαν επανειλημμένα τις υπηρεσίες των αστών φιλελεύθερων, δηλαδή έκλεισαν μαζί τους ένα σωρό πρακτικούς συμβιβασμούς….. Από το 1905 οι μπολσεβίκοι υποστήριζαν συστηματικά τη συμμαχία της εργατικής τάξης με την αγροτιά ενάντια στη φιλελεύθερη αστική τάξη και το τσαρισμό, χωρίς ταυτόχρονα να παραιτούνται ποτέ από την υποστήριξη της αστικής τάξης ενάντια στον τσαρισμό και χωρίς να σταματήσουν τον πιο ανειρήνευτο ιδεολογικό και πολιτικό αγώνα ενάντια στο αστικό επαναστατικό αγροτικό κόμμα των σοσιαλιστών – επαναστατών….. Στην περίοδο 1903- 1912 για κάμποσα χρόνια ανήκαμε τυπικά μαζί με τους μενσεβίκους στο ενιαίο Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, ποτέ όμως δεν σταματήσαμε τον πολιτικό και ιδεολογικό αγώνα ενάντια στους μενσεβίκους, σαν φορείς της αστικής επιρροής μέσα στο προλεταριάτο και οπορτουνιστές. Στο διάστημα του πολέμου συνάψαμε ένα είδος συμβιβασμού με τους «καουτσκιστές», με τους αριστερούς μενσεβίκους και με ένα μέρος των «σοσιαλιστών – επαναστατών»…, δεν σταματήσαμε όμως και δεν  αδυνατίσαμε ποτέ τον ιδεολογικό- πολιτικό αγώνα…… Τη στιγμή ακριβώς της Οχτωβριανής επανάστασης πραγματοποιήσαμε έναν όχι επίσημο, μα πολύ σπουδαίο πολιτικό συνασπισμό με τη μικροαστική αγροτιά, δεχθήκαμε στο ακέραιο, χωρίς καμία αλλαγή, το αγροτικό πρόγραμμα των εσέρων, δηλαδή κλείσαμε ένα αναμφισβήτητο συμβιβασμό για να αποδείξουμε στους αγρότες πως δεν θέλουμε καθόλου με τους επιβληθούμε, αλλά να συνεννοηθούμε μαζί τους. Ταυτόχρονα προτείναμε έναν επίσημο πολιτικό συνασπισμό, με συμμετοχή στην κυβέρνηση στους «αριστερούς  εσέρους» που διέλυσαν το συνασπισμό αυτό ύστερα από την υπογραφή ειρήνης του Μπρεστ…..». Να πώς περιγράφει ο Λένιν τα αποτελέσματα αυτής της τακτικής απέναντι στους μενσεβίκους και τα υπόλοιπα μικροαστικά κόμματα. «Το 1917 είδαμε πολύ καθαρά το βαθμιαίο πέρασμα των εργατικών μαζών από τους μενσεβίκούς στους μπολσεβίκους, στο πρώτο πανρωσικό συνέδριο των σοβιέτ τον Ιούνιο του 1917 είχαμε όλο κι όλο το 13% των ψήφων. Την πλειοψηφία την είχαν οι μενσεβίκοι και οι εσέροι. Στο δεύτερο συνέδριο των σοβιέτ (25/ 10/ 1917) είχαμε το 51% των ψήφων[7]».

Είναι φανερή η τεράστια απόσταση που χωρίζει τις δύο αυτές τακτικές, την τακτική του Λένιν και την τακτική που εφαρμόζει το Κ.Κ.Ε. σήμερα. Η μία είναι πράγματι  λενινιστική τακτική, όπως τη συνέλαβε, την εφάρμοσε και την περιγράφει ο ίδιος ο Λένιν, η άλλη είναι μια σεχταριστική τακτική που δεν στηρίζεται σε καμιά ταξική ανάλυση της κοινωνίας και των αντιθέσεων της στη σημερινή συγκυρία.

Η ηγεσία του Κ.Κ.Ε. έχει κάνει μια τεράστια στροφή, γυρίζοντας 80 χρόνια πίσω στο τέλος της δεκαετίας του 1920 προς τις αρχές της δεκαετίας του 1930 στην εποχή που το κομμουνιστικό κίνημα, μαζί και το Κ.Κ.Ε. χάραζαν την τακτική τους με βάση το «βασικό στρατηγικό κανόνα» που καθόριζε ότι σε όλα τα στάδια της πάλης το κύριο χτύπημα πρέπει να κατευθύνεται ενάντια στις ενδιάμεσες συμβιβαστικές δυνάμεις, έστρεφε δηλαδή το κύριο μέτωπο όχι ενάντια στην αστική τάξη και τα κόμματα της, αλλά ταξικά ενάντια στους μικροαστούς και πολιτικά στους ρεφορμιστές και τα αγροτικά κόμματα θεωρώντας ότι αυτοί ήταν το κύριο στήριγμα της αστικής τάξης. Θεωρούσε το Κ.Κ.Ε. τότε τις δυνάμεις αυτές σαν τον κύριο εχθρό.

Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και σήμερα. Μπορεί να ανακηρύσσεται κύριος εχθρός το μονοπωλιακό κεφάλαιο και οι πολιτικοί εκπρόσωποι του, πρακτικά όμως κάτω από τη λαθεμένη αντίληψη ότι η διαβρωτική δύναμη του οπορτουνισμού είναι γιγάντια και πρέπει καθημερινά να διεξάγεται εναντίον του ανελέητος αγώνας, το κύριο μέτωπο στρέφεται στις μικροαστικές δυνάμεις και φυσικά επωφελείται το μονοπωλιακό κεφάλαιο για να ξεπερνά ευκολότερα και πιο ανώδυνα την κρίση και τα αδιέξοδα του. Μάλιστα η δύναμη του μετώπου του κομμουνιστικού κόμματος, θεωρεί η ηγεσία του, ότι πρέπει να στρέφεται και στρέφεται πιο πολύ εναντίον των πιο αριστερών στοιχείων των μικροαστικών κομμάτων, λέγοντας ότι όσο πιο αριστεροί είναι και εμφανίζονται ορισμένοι μικροαστοί πολιτικοί παράγοντες και δυνάμεις τόσο πιο ύπουλοι και επικίνδυνοι είναι για το κομμουνιστικό κόμμα και το αντιιμπεριαλιστικό κίνημα. Όσο παίρνουν έστω και μεσοβέζικα και διστακτικά φιλολαϊκές  θέσεις, ή δυσανασχετούν και διαμαρτύρονται με την πολιτική του κόμματος τους, τόσο δυναμώνει η επίθεση εναντίον τους. Ενδεικτικό παράδειγμα είναι ότι τους αποχωρήσαντες από το ΠΑ.ΣΟ.Κ. βουλευτές και άλλα στελέχη με αφορμή το μνημόνιο, το Κ.Κ.Ε. δεν έκανε καμία προσπάθεια να τους προσεγγίσει, διότι αφού δεν συμφωνούν απολύτως με τις θέσεις του, τους θεωρεί επικίνδυνους αντίπαλους.

Ολόκληρο το έργο του Λένιν και συνολικά ο μαρξισμός – λενινισμός διαπερνάται από την αντίληψη ότι σε κάθε στάδιο της πάλης για την επανάσταση, το προλεταριάτο οφείλει από τη μια «να συντρίβει βίαια την αντίσταση» του κύριου εχθρού και από την  άλλη «να παραλύει την αστάθεια των δυνάμεων που ταλαντεύονται» ανάμεσα στο κύριο εχθρό και στην κύρια δύναμη της επαναστατικής πάλης, δηλαδή την εργατική τάξη. Μια απλή, στοιχειώδης ανάλυση σήμερα οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το κύριο μέτωπο της πάλης πρέπει να στραφεί εναντίον του μονοπωλιακού κεφαλαίου και ιδιαίτερα των πιο ισχυρών τμημάτων του, εναντίον των πολιτικών κομμάτων που το εκφράζουν και είναι το κυβερνητικό κόμμα του ΠΑ.ΣΟ.Κ., η Ν.Δ. και το ΛΑΟΣ, να στραφεί εναντίον του Ιμπεριαλισμού και των διαφόρων οργανισμών και όχι εναντίον των ρεφορμιστών και των οπορτουνιστών, ασχέτως αν θα πρέπει ο αγώνας εναντίον τους να μη σταματά και να μην υποστέλλεται. Τα αριστερά μικροαστικά κόμματα εκφράζουν  μικροαστικές δυνάμεις που το πιο βασικό χαρακτηριστικό τους είναι η ταλάντευση πότε με το μέρος της αστικής τάξης και πότε προς την εργατική τάξη. Η δεύτερη κατεύθυνση συνήθως εμφανίζεται και δυναμώνει όταν βαθαίνει η κρίση του συστήματος και δυναμώνει η λαϊκή δυσαρέσκεια και οι λαϊκές αντιστάσεις. Μια τέτοια περίοδος είναι η σημερινή που η μεγάλη πλειοψηφία των ενδιάμεσων στρωμάτων, μισθωτών και αυτοαπασχολούμενων συντρίβεται κάτω από την επίθεση των μονοπωλίων και της εξουσία τους.

Το 1920 ο Λένιν έγραφε: «Η σωστή τακτική των κομμουνιστών πρέπει να συνίσταται στη χρησιμοποίηση αυτών των ταλαντεύσεων και όχι στην άγνοιά  τους. Η χρησιμοποίηση όμως απαιτεί παραχωρήσεις στα στοιχεία που στρέφονται- τότε και στο βαθμό που στρέφονται- προς το προλεταριάτο, και παράλληλα αγώνα ενάντια σε στοιχεία που στρέφονται προς την αστική τάξη»[8]. Αυτό απλά λέει ότι δεν μπορείς το χώρο του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ  να τον αντιμετωπίζεις ισοπεδωτικά σαν να μην υπάρχει καμία διαφορά στις γραμμές τους, όταν εκεί συνυπάρχουν μεγάλες διαφορές θέσεων και αντιλήψεων και μεγάλες αντιθέσεις. Πολύ περισσότερο να υψώνεις ένα τεράστιο τείχος, χτυπώντας τους πάντες μετά ίδια επιχειρήματα  και την ίδια ένταση. Το φιλοενωσιακό ρεύμα που εκφράζει η ηγετική ομάδα του σήμερα δεν είναι δυνατόν να το αντιμετωπίζεις με τον ίδιο τρόπο με το τμήμα εκείνο της ηγεσίας του, που έστω  με ταλαντεύσεις, βλέπει την Ε.Ε. ως μια ολοκλήρωση του μονοπωλιακού κεφαλαίου, που αν προχωρήσει θα είναι αντιδραστική και άρα πρέπει να την πολεμήσει. Τέτοια παραδείγματα μπορούν να ειπωθούν πολλά. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τις άλλες αριστερού μικροαστικού προσανατολισμού δυνάμεις που δραστηριοποιούνται στο λαό και τους ταξικούς αγώνες. Δυστυχώς το Κ.Κ.Ε. σήμερα δεν μπορεί ή δεν θέλει να δει πολύ συγκεκριμένα αυτές τις διαφορές, να τις πάρει υπ’ όψιν και να χαράξει μια διαφοροποιημένη αποτελεσματική τακτική απέναντι στις μικροαστικές δυνάμεις.

Σε άρθρο του στο Ριζοσπάστη[9] ο Γ. Μαρίνος επιχειρεί να δικαιολογήσει αυτή την τακτική με το εξής επιχείρημα: «Σήμερα η καπιταλιστική κρίση τονίζει με χαρακτηριστικό τρόπο ότι το εκμεταλλευτικό σύστημα έχει ξεπεράσει τα ιστορικά του όρια. Σήμερα που η αποτελεσματικότητα της ταξικής πάλης συνδέεται ολοφάνερα με την κατεύθυνση επίλυσης του προβλήματος της εξουσίας, ο ΣΥΝ / ΣΥΡΙΖΑ και τα άλλα σχήματα εμπαίζουν τους εργαζομένους με τα αιτήματα που αφορούν την επαναδιαπραγμάτευση του χρέους που σημαίνει νέα χαράτσια, σκληρούς όρους και νέα μνημόνια για το λαό. Εμπαίζουν το λαό με την ουτοπία της δίκαιης ανακατανομής του πλούτου στις συνθήκες της εξουσίας των μονοπωλίων και άλλα παρόμοια αιτήματα τα οποία χρησιμοποιούνται άλλωστε πλατιά από αστικά κόμματα, αστούς οικονομολόγους, απολογητές του συστήματος».

Η επιχειρηματολογία αυτή είναι έωλη. Δεν χρειάζονταν η τεράστια οικονομική κρίση που μαστίζει συνολικά το καπιταλισμό για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο καπιταλισμός ξεπέρασε τα ιστορικά του όρια. Ο σοσιαλισμός είναι στην ημερήσια διάταξη έναν αιώνα τώρα, από την εποχή που ο καπιταλισμός πέρασε στο μονοπωλιακό του στάδιο και η εργατική τάξη νίκησε στην Οκτωβριανή επανάσταση. Ούτε σήμερα για πρώτη φορά συνδέεται η αποτελεσματικότητα της ταξικής πάλης με την επίλυση του προβλήματος της εξουσίας. Δεν είναι πρόσφατη ανακάλυψη αυτό. Από την πρώτη μέρα της δημιουργίας του  Κ.Κ.Ε., στόχος του και μοναδικός λόγος ύπαρξης του ήταν και είναι η ανατροπή του καπιταλισμού και η εργατική εξουσία για την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Το πρόβλημα είναι να μπορεί κανείς να διαχωρίζει και ο Γ. Μαρίνος δεν μπορεί, την ιστορική αναγκαιότητα από την πολιτική δυνατότητα. Ιστορικά ο σοσιαλισμός είναι στην ημερήσια διάταξη δεκαετίες τώρα, πολιτικά όμως δυστυχώς οι προϋποθέσεις του, ιδιαίτερα ο υποκειμενικός παράγοντας δεν έχουν διαμορφωθεί.

Ο ρόλος και το κορυφαίο καθήκον του κομμουνιστικού κόμματος σήμερα είναι ακριβώς αυτός. Μέσα στην καθημερινή πάλη  να ωριμάζει τις προϋποθέσεις της επαναστατικής ανατροπής. Είναι αλήθεια ότι ο ΣΥΝ και ο ΣΥΡΙΖΑ ρέπουν προς μια διαχείριση με τα ανάλογα αιτήματα και πρακτικές και ορθά τον καταγγέλλει ο αρθρογράφος, αλλά και η τακτική του Κ.Κ.Ε. που πορεύεται προβάλλοντας την ανάγκη της Λαϊκής Εξουσίας και της Λαϊκής Οικονομίας, της δικτατορίας του προλεταριάτου δηλαδή, χωρίς να τη συνδέει ουσιαστικά με τις σημερινές ανάγκες της εργατικής τάξης και του λαού, με την παρεμπόδιση ως την ανατροπή της πολιτικής του κεφαλαίου μέσα από το τράβηγμα της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης και των λαϊκών μαζών στους ταξικούς αγώνες είναι αδιέξοδη. Κέρδισμα της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης, καθώς και της πλειοψηφίας των λαϊκών στρωμάτων δεν μπορεί να γίνει ζυμώνοντας και  προπαγανδίζοντας την ανάγκη αλλαγής τάξης στην εξουσία, τη λαϊκή εξουσία και τη λαϊκή οικονομία και καταγγέλλοντας τον οπορτουνισμό. Θέλει σχέδιο, καλά επεξεργασμένη και πολύ συγκεκριμένη τακτική, θέλει συμμαχίες και ισχυρό ιδεολογικό μέτωπο στην αστική ιδεολογία και τις οπορτουνιστικές αντιλήψεις, που θα οδηγήσουν σε ήττες την αστική τάξη, σε κλονισμό του μπλοκ των συμμαχιών της, θα οξύνει και θα κάνει παρατεταμένη την κρίση της. Μόνο έτσι κερδίζεται η πλειοψηφία της εργατικής τάξης και διαμορφώνεται ο υποκειμενικός παράγοντας για την επαναστατική ανατροπή.

Απ’ όλα τα παραπάνω εύκολα μπορούν να συναχθούν ορισμένες βασικές παράμετροι μιας αποτελεσματικής αντιϊμπεριαλιστικής – αντιμονοπωλιακής τακτικής που να θεμελιώνεται στους εκμεταλλευόμενους της ελληνικής κοινωνίας και στις κοινωνικές αντιθέσεις που τη διαπερνούν.
  • Το κύριο μέτωπο της δράσης της εργατικής τάξης και του λαού πρέπει να στρέφεται εναντίον του μονοπωλιακού κεφαλαίου και του διεθνούς ιμπεριαλισμού και φυσικά των κομμάτων που εκφράζουν αυτές τις δυνάμεις.
  • Στο βαθμό που σήμερα και για αρκετά απ’ ό,τι φαίνεται χρόνια, η πολιτική του μνημονίου θα είναι το βασικό όπλο, το βασικό εργαλείο του κεφαλαίου για την αλλαγή των όρων αναπαραγωγής του, καθώς και της αναπαραγωγής συνολικά του συστήματος, η λαϊκή δράση πρέπει να κατατείνει κατ’ αρχήν στην ανατροπή του, στην ανατροπή της πολιτικής αυτής και μαζί στην ήττα των πολιτικών δυνάμεων που την προωθούν.
  • Σε ένα πλατύ και ισχυρό αντιμπεριαλιστικό – αντιμονοπωλιακό  μέτωπο έχει πρώτα και κύρια ρόλο και θέση η εργατική τάξη, καθώς και τα μικροαστικά στρώματα της πόλης και του χωριού και πρωτίστως τα πιο φτωχά από αυτά που προσεγγίζουν ταξικά την εργατική τάξη. Έχουν θέση και ρόλο εκτός από το Κ.Κ.Ε. άλλα κόμματα και κινήσεις αριστερά μικροαστικά, καθώς και άτομα και ομάδες που δραστηριοποιούνται και αποσπώνται από την επιρροή των αστικών κομμάτων και του αστικού, ευρωενωσιακού μονόδρομου. Οι δυνάμεις του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ έχουν ρόλο, καθώς και μεγάλες ευθύνες για το σήμερα και για το αύριο. Ο Συνασπισμός κατά βάση είναι φορέας μικροαστικός. Στην ηγεσία του και γενικότερα στις γραμμές του υπάρχει μεγάλη γκάμα αντιλήψεων και απόψεων, από απόψεις αστικές μέχρι απόψεις ριζοσπαστικές που σε βασικά σημεία προσεγγίζουν θέσεις του Κ.Κ.Ε., χωρίς φυσικά να λείπει η διάθεση συμβιβασμού και προσαρμογής στις πιέσεις του συστήματος. Η πλειοψηφία της ηγεσίας του έχει σαφείς προσανατολισμούς αναχώματος της λαϊκής δυσαρέσκειας, ιδιαίτερα μέσω κάποιας προσέγγισης με το ΠΑ.ΣΟ.Κ. και σε σημαντικό βαθμό αντιΚ.Κ.Ε. διαθέσεις, ενώ ένα μειοψηφικό, αλλά ισχυρό τμήμα της αποκλίνει προς μια πιο συνεπή ριζοσπαστική αριστερή κατεύθυνση. Από τα παραπάνω είναι φανερό ότι δεν είναι δυνατόν να γίνει λόγος για μια γενικότερη πολιτική προσέγγιση σήμερα των δυνάμεων αυτών με το Κ.Κ.Ε., παρά μόνο  για κοινή δράση μέσα στο λαό πάνω στα άμεσα προβλήματα που αντιμετωπίζει και μάλιστα με στόχους και αιτήματα που δεν θα γίνονται αποδεκτά στο σύνολο ή τμήματά τους από την αστική τάξη και τα κόμματα της. Στην πορεία των αγώνων φυσικά θα εκδηλωθούν πιο ανοιχτά οι διαφορές που υπάρχουν στις γραμμές του και θα πρέπει να στηριχθούν και να ενισχυθούν οι πιο ριζοσπαστικές δυνάμεις. Κατ’αντιστοιχία πρέπει να αντιμετωπίζονται και τα άλλα αριστερά μικροαστικά σχήματα και κινήσεις. Είναι ξεκάθαρο για την πλευρά του Κ.Κ.Ε. ότι πρέπει να προχωρήσει η διαδικασία της αποκατάστασης τυπικών σχέσεων με το ΣΥΝ και άλλες κινήσεις και σχήματα καθώς και η αφαίρεση εκείνων των αντιλήψεων και θέσεων που παρεμβάλλουν προσκόμματα και δυσκολίες και  σε τελική ανάλυση δεν προσφέρουν τίποτε. Αντίθετα το μοναδικό κριτήριο για την κοινή δράση μέσα στο λαό πρέπει να είναι το πλαίσιο στόχων και διεκδικήσεων που θα απαντά στο σήμερα και στο σύνολο του θα ξεπερνά τα όρια της αστικής πολιτικής και της αστικής εξουσίας. Είναι αυτονόητο επίσης ότι η ανάγκη της ιδεολογικής διαπάλης και της προβολής της ιδεολογίας και της πολιτικής του Κ.Κ.Ε. και των άλλων σχημάτων φυσικά δεν εξαλείφεται.. Ίσα – ίσα γίνεται ακόμη πιο  αναγκαία.
  • Τέλος πρέπει να τονιστεί η ανάγκη η εργατική τάξη να κατακτήσει τον πρωτοπόρο ηγετικό ρόλο  σ’αυτό το κίνημα και το Κ.Κ.Ε. να κατακτήσει έμπρακτα το ρόλο του καθοδηγητή, χωρίς αυτό να παραβιάζει την ισοτιμία μεταξύ δυνάμεων και φορέων που συμμετέχουν.

[1] Συνέντευξη Τύπου της Α. Παπαρήγα.  Ριζοσπάστης [2] θέσεις της κεντρικής επιτροπής για το 14ο συνέδριο του Κ.Κ.Ε., σ.  54– 55
[3] στο ίδιο  σ. 55
[4] ομιλία στη συνδιάσκεψη της οργάνωσης κεντρικής Μακεδονίας  του Κ.Κ.Ε. Ριζοσπάστης.
[5] ομιλία στη συνδιάσκεψη της οργάνωσης κεντρικής Μακεδονίας  του Κ.Κ.Ε. Ριζοσπάστης.
[6] ομιλία στη συνδιάσκεψη της οργάνωσης  Θεσσαλίας του Κ.Κ.Ε.   Ριζοσπάστης…..
[7] Λένιν  απαντά  τόμος 41  σ.  54 -. 57
[8] Λένιν Άπαντα τόμος 41 σ.  59
[9] Ριζοσπάστης 17/4/2011

Παύλος Μωραΐτης

Δευτέρα 9 Μαΐου 2011

Για μια επανεκκίνηση του ΣΥΡΙΖΑ που δεν θα οδηγήσει ξανά στο τέλμα

Με κείμενό της η Ομάδα ΡΟΖΑ, αναφέρεται στην επανεκκίνηση του ΣΥΡΙΖΑ και στα ποιοτικά της χαρακτηριστικά. Στο κείμενο γίνεται εκτενής αναφορά στις αιτίες που οδήγησαν τον ΣΥΡΙΖΑ σε κρίση και ταυτόχρονα προχωρά σε προτάσεις, που αποτελούν και αποφάσεις της Ομάδας ΡΟΖΑ. Το κείμενο της Ομάδας ΡΟΖΑ έχει ως εξής:

Από το 2008 έχουμε αναφερθεί πολλές φορές στις αιτίες που οδήγησαν τον ΣΥΡΙΖΑ από το πολύ ελπιδοφόρο ξεκίνημα στην πλήρη αποτελμάτωση. Η συζήτηση που εκ των πραγμάτων ανοίγει μετά από την απόφαση για «επανεκκίνηση» του σχήματος, καθιστά αναγκαία την υπενθύμιση των αιτίων που κατά τη γνώμη μας οδήγησαν τα πράγματα σχεδόν στο σημείο μηδέν. Χωρίς αυτήν την εισαγωγή δεν θα μπορούσαν να γίνουν κατανοητές ούτε η στάση μας απέναντι στην επανεκκίνηση, ούτε η πρόταση που κάνουμε για να μπορέσει ο ΣΥΡΙΖΑ να αποκτήσει προοπτική.
Να δούμε λοιπόν συνοπτικά τι μας οδήγησε στο τέλμα:
1. Η μάχη εξουσίας του προηγούμενου διαστήματος, όχι μόνο οδήγησε στην πολυδιάσπαση των δυνάμεων, αλλά απαξίωσε ηθικά τον ΣΥΡΙΖΑ. Η απώλεια του ηθικού πλεονεκτήματος αποτελεί για μας το βαρύτερο πλήγμα στο σχήμα –πολύ μεγαλύτερης σημασίας από την προγραμματική ασάφειά του. Από τη στιγμή που η Αριστερά ευαγγελίζεται μια άλλη κοινωνία κι έναν διαφορετικό (συμμετοχικό και δημοκρατικό) τρόπο άσκησης πολιτικής, τα φαινόμενα αρχηγισμών βάλλουν στον σκληρό ιδεολογικό πυρήνα της. Γι’ αυτό και η Αριστερά μπορεί να «συγχωρεθεί» για εσφαλμένες  πολιτικές επιλογές, ενώ «καταδικάζεται» στη λαϊκή συνείδηση όταν αναπαράγει λογικές αστικής πολιτικής.
2. Ο συστηματικός αποκλεισμός του κόσμου του ΣΥΡΙΖΑ από τη λήψη των αποφάσεων είχε ως αποτέλεσμα όχι μόνο τη συρρίκνωση του σχήματος, αλλά την αφυδάτωση των πολιτικών διαδικασιών του. Σε μια εποχή που τα αιτήματα της αυτοπρόσωπης συμμετοχής και της άμεσης δημοκρατίας είναι στην καρδιά των λαϊκών διεκδικήσεων σε όλο τον κόσμο (οι αραβικές επαναστάσεις αποτελούν έξοχο παράδειγμα αυτής της τάσης), ο ΣΥΡΙΖΑ υιοθέτησε το πλέον αυταρχικό οργανωτικό μοντέλο που δεν έδινε στα μέλη του ούτε καν μια πρόφαση συμμετοχής στη λήψη των αποφάσεων.
3. Η πλήρης ασάφεια στην πρόταση διεξόδου από την οικονομική κρίση και το Μνημόνιο, ενέτεινε τη σύγχυση γύρω από την ταυτότητα του ΣΥΡΙΖΑ και θόλωσε το μήνυμά του. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να διατυπώσει κανείς μια συνεκτική κριτική της απάντησης του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβερνητική ρητορεία, από τη στιγμή που όσοι τον εκπροσωπούν (ή υποτίθεται ότι τον εκπροσωπούν) διατύπωσαν σχεδόν όλες τις δυνατές εναλλακτικές προτάσεις (πολλές φορές μάλιστα τα ίδια πρόσωπα διαφοροποιούσαν το λόγο τους αναλόγως της μικροσυγκυρίας ή του ακροατηρίου). Έτσι κι αλλιώς, μια πολιτική δύναμη δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς μια στοιχειωδώς κοινά αποδεκτή πολιτική πρόταση. Πολύ περισσότερο σήμερα, που το Μνημόνιο φέρνει μια άνευ προηγουμένου κοινωνική ερήμωση και πλατιά κοινωνικά ακροατήρια στρέφουν ευήκοα ώτα στην κατεύθυνση της Αριστεράς, είναι αυτοκαταστροφικό το να μην εκπέμπεις απλά και καθαρά μηνύματα.
4. Η επιμονή σε μια αντίληψη της πολιτικής που δίνει προτεραιότητα στη στιγμιαία τηλεοπτική εικόνα σε βάρος του μακροπρόθεσμου στρατηγικού σχεδιασμού αποτρέπει τη χάραξη μιας στιβαρής πολιτικής γραμμής. Επιπλέον, πολλές φορές οδηγεί στην ευκολία του εντυπωσιασμού και της επιφανειακής κριτικής στην κυβερνητική πολιτική. Δεν θα κουραστούμε να το επαναλαμβάνουμε: η συρρίκνωση του πολιτικού λόγου της Αριστεράς σε «πιασάρικες» ατάκες, στην πραγματικότητα αναιρεί το ριζοσπαστικό περιεχόμενο και την αναλυτική επάρκειά του.
5. Ο δειλός και ανεπαρκής διαχωρισμός από το καταρρέον πολιτικό σύστημα, καθώς και το διαρκές μπρος-πίσω στη σύγκρουση με το αστικό μπλοκ (η Νομική αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα) όχι μόνο ενισχύει την πλατιά παγιωμένη (πλην άδικη για την Αριστερά) αντίληψη ότι «και οι 300 της Βουλής ίδιοι είναι»,  αλλά σπέρνει την απογοήτευση στους αγωνιστές του ΣΥΡΙΖΑ οι οποίοι αισθάνονται «αδειασμένοι» την ώρα ακριβώς που δίνουν πολύ δύσκολες μάχες.
6. Ωστόσο, θα ήταν σοβαρό λάθος να εντοπίζαμε τη δυσπραγία της Αριστεράς στους καιρούς της κρίσης μόνο στα κακώς κείμενα του ΣΥΡΙΖΑ. Στην Ευρώπη αυτή τη στιγμή καμιά αριστερή δύναμη δεν φαίνεται να ενισχύεται ιδιαίτερα παρά την πρωτοφανή αντικοινωνική θύελλα που σαρώνει δικαιώματα και κατακτήσεις δεκαετιών. Η κατάσταση αυτή δεν φαίνεται να προβληματίζει όσο θα έπρεπε. Νομίζουμε ότι η επιμονή της  Αριστεράς σε συνταγές που το εργατικό κίνημα δοκίμασε τον 20ο αιώνα, έχει φτάσει στα όριά της. Δεν μπορούμε ούτε να χαράξουμε μακροπρόθεσμη στρατηγική προοπτική ούτε και να διατυπώσουμε αξιόπιστη βραχυπρόθεσμη πολιτική πρόταση, όσο παραμένουμε εγκλωβισμένοι σε ένα πλαίσιο αριστερής σοσιαλδημοκρατίας, όσο κλείνουμε τα μάτια μας στην προφανή συνύφανση οικονομικής και οικολογικής κρίσης, όσο επιμένουμε στον παραγωγισμό και την αναπτυξιολαγνεία.  Η τρέχουσα οικονομική κρίση δεν είναι μόνο μια πρωτοφανής επιδρομή στα λαϊκά εισοδήματα, αλλά και αποτελεί κορυφαία έκφανση του ιστορικού αδιεξόδου του καπιταλισμού. Κατά συνέπεια, το ζητούμενο δεν είναι απλά κάποια μέτρα κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλά ένα σαφές πρόγραμμα ανατροπής και μετασχηματισμού.
Εξετάζοντας τις αιτίες που οδήγησαν τον ΣΥΡΙΖΑ στο τέλμα το προηγούμενο διάστημα, εύλογα μπορεί να αμφιβάλει κανείς για τις προοπτικές της υπό εξέλιξη επανεκκίνησης:
• Πώς μπορεί να ξαναξεκινήσει ο ΣΥΡΙΖΑ όταν δεν έχει γίνει καμία συζήτηση για το πώς αποτελματώθηκε;
• Πώς μπορεί αυτή η επανεκκίνηση να έλξει ξανά τον κόσμο που απομακρύνθηκε το προηγούμενο διάστημα, όταν το θέμα της δημοκρατίας και της συμμετοχής των μελών αφήνεται στο ράφι;
• Και πώς μπορεί να διαμορφωθεί και πειστική και κοινά αποδεκτή πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για διέξοδο από την κρίση, όταν δεν έχει συγκροτηθεί καμιά διαδικασία για να την επεξεργαστεί;
Τα ερωτήματα σχετικά με την επανεκκίνηση είναι λοιπόν επιτακτικά και μέχρι στιγμής δεν βρίσκουν απαντήσεις. Την ίδια στιγμή, οι επιθέσεις που δέχεται ο ΣΥΡΙΖΑ δείχνουν το φόβο του αστικού μπλοκ απέναντι στη δυνάμει παρουσία στο πολιτικό προσκήνιο μιας Αριστεράς αιχμηρής και ταυτόχρονα κοινωνικά αναγνωρίσιμης. Επιπλέον, η δημιουργική συμμετοχή πολύ μεγάλου αριθμού αγωνιστών και αγωνιστριών του ΣΥΡΙΖΑ σε κινήματα και αντιστάσεις δεν πρέπει να αφήνει αμφιβολίες ότι το τέλμα είναι αναντίστοιχο με την ποιότητα όλου αυτού του κόσμου.
Απέναντι στη νέα κατάσταση που δημιουργεί η επανεκκίνηση του ΣΥΡΙΖΑ, η Ομάδα Ρόζα προχώρησε στις εξής αποφάσεις:
1. Ζητάμε να τελειώσει τώρα η αντιδημοκρατική λειτουργία του ΣΥΡΙΖΑ. Το μοντέλο του συγκεντρωτισμού, της υποκατάστασης και των αέναων διαπραγματεύσεων κεκλεισμένων των θυρών έχει προ πολλού εξαντληθεί. Με όρους κατεπείγοντος τίθεται η αναγκαιότητα υπέρβασής του, προς την κατεύθυνση της δημιουργίας ενός πολιτικού υποκειμένου με μέλη και εκλεγμένα όργανα που θα έχουν αποφασιστικές αρμοδιότητες σε όλα τα επίπεδα.
2. Στηριζόμενο στην αρχή του “ένα μέλος-μία ψήφος”, πρέπει να εκλεγεί πανελλαδικό σώμα που θα προχωρήσει σε συνδιάσκεψη πολύ σύντομα
3. Η πανελλαδική συνδιάσκεψη δεν πρέπει να έχει ως καθήκον μόνο την εκλογή κεντρικών συντονιστικών, αλλά την υιοθέτηση μιας κοινά αποδεκτής ριζοσπαστικής απάντησης στην κρίση, η οποία θα αποτελέσει το πολιτικό πλαίσιο του σχήματος για το επόμενο διάστημα.
4. Όσο συνεχίζεται η σημερινή κατάσταση δεν πρόκειται να συμμετάσχουμε στη Γραμματεία και το Συντονιστικό, όπως επίσης και σε κανένα μη εκλεγμένο όργανο.
5. Από το πώς θα συγκροτηθεί καθώς και από το περιεχόμενο της πανελλαδικής συνδιάσκεψης θα εξαρτηθεί η περαιτέρω συμμετοχή μας στο ΣΥΡΙΖΑ.

Κυριακή 8 Μαΐου 2011

Ο φανταστικός πλανήτης της λιτής αφθονίας

από http://toradar.blogspot.com/2010/01/blog-post.html


από τη Γαλέρα

Η θεωρία τής αποανάπτυξης επιστρέφει δυναµικά, προτάσσοντας µια ζωή απαλλαγµένη από τον δράκο τής αναπτυξιολαγνείας.

 
«Όποιος πιστεύει ότι, σε έναν πεπερασµένο κόσµο, είναι δυνατόν να συνεχίζεται επ’ άπειρον µια ραγδαία ποσοτική µεγέθυνση της οικονοµίας, αυτός είναι, είτε τρελός, είτε οικονοµολόγος»
Nicolas Georgescu Roegen

Η ραγδαία αύξηση της τιµής τού πετρελαίου (η οποία θα επανέλθει µε την οικονοµική ανάπτυξη) και των τροφίµων και, στη συνέχεια, η οικονοµική κρίση που µόλις έχει ξεκινήσει, έκαναν ακόµα περισσότερο προφανή τα –οικονοµικά και περιβαλλοντικά– αδιέξοδα στα οποία µας οδηγεί το υπάρχον µοντέλο τής ξέφρενης συσσώρευσης και της αχαλίνωτης κατανάλωσης. 
 

Έτσι, ήδη από την αρχή τής χιλιετίας, έχει κάνει την εµφάνισή του –κυρίως στη Γαλλία– ένα οικοπολιτικό ρεύµα που υποστηρίζει ότι η ανθρωπότητα βρίσκεται αντιµέτωπη µε µια µεγάλη πρόκληση: ή θα αλλάξει ριζικά κατεύθυνση ή –κάτω από τον συνδυασµό τεράστιων οικονοµικών και περιβαλλοντικών κρίσεων– θα βιώσει µια γενική κατάρρευση του πολιτισµού της, όπως αυτές που παρατηρούνται στην Αφρική, ακόµα και σκηνές που θα θυµίζουν Mad Max, µε συµµορίες πολέµαρχων να µάχονται για τους τελευταίους πόρους. 

Πρόκειται για τους υποστηρικτές τής «αποανάπτυξης» (décroissance/degrowth), όπως αναγκαστικά –αν και εντελώς αδόκιµα– µεταφράστηκε στα ελληνικά, καθώς ο όρος «ανάπτυξη» υποδηλώνει συνήθως και την «οικονοµική µεγέθυνση» (croissance/growth) η οποία είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό από την ανάπτυξη. Για να κατανοήσουµε αυτή τη διαφορά, ας εξετάσουµε ένα υποθετικό παράδειγµα: αν η κοινωνία µας υπέκυπτε µαζικά στο κλίµα ανασφάλειας και τροµολαγνείας που καλλιεργούν τα ιδιωτικά ΜΜΕ κι αρχίζαµε όλοι πανικόβλητοι να αγοράζουµε συστήµατα ασφαλείας, συναγερµούς και κάµερες, όπλα, εκπαιδευµένους σκύλους, υπηρεσίες σεκιουριτάδων και σωµατοφυλάκων ή ακόµα να κατοικούµε σε οχυρωµένες και περίκλειστες «ιδιωτικές πόλεις», αυτή η υστερική κατανάλωση θα δηµιουργούσε µια τεράστια αύξηση του τζίρου όλων των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σε αυτόν τον κλάδο και, συνεπώς, αύξηση του ΑΕΠ, δηλαδή µεγέθυνση της οικονοµική δραστηριότητας. Ωστόσο, κάθε άλλο θα είχε αυξηθεί η ευηµερία και άρα δεν θα είχε υπάρξει στην πραγµατικότητα καµία ανάπτυξη· το αντίθετο...

Αυτή ακριβώς η οικονοµική µεγέθυνση –το «µεγάλωµα της πίτας» τής οικονοµίας–θεωρήθηκε από τα φιλελεύθερα αλλά και τα σοσιαλδηµοκρατικά οικονοµικά δόγµατα ως η σηµαντικότερη προϋπόθεση της αναδιανοµής τού παραγόµενου πλούτου. Βέβαια, η πραγµατικότητα και οι αριθµοί αποδείχθηκαν σε αυτήν την περίπτωση ιδιαίτερα σκληροί µε αυτόν τον ισχυρισµό: αν και τα τελευταία 50 χρόνια παρατηρήθηκε αλµατώδης οικονοµική µεγέθυνση, οι ανισότητες ανάµεσα στο 20% των φτωχότερων και στο 20% των πλουσιότερων πέρασαν από το 1 προς 30 στο 1 προς 80! Εξάλλου, ακόµα και ο Henry Wallich, διοικητής τής Αµερικανικής Κεντρικής Τράπεζας την περίοδο 1974-1986, είχε δηλώσει: «Η οικονοµική µεγέθυνση είναι ένα υποκατάστατο της εισοδηµατικής ισότητας. Όσο υπάρχει µεγέθυνση, υπάρχει ελπίδα, και η ελπίδα κάνει υποφερτές τις µεγάλες εισοδηµατικές ανισότητες. (…) Η µεγέθυνση είναι ένα πολιτικό υπνωτικό που καθηλώνει την αµφισβήτηση και επιτρέπει στις κυβερνήσεις να αποφύγουν τις συγκρούσεις µε τους πλούσιους (…)» (1) 

Έτσι, σύµφωνα µε τους υπέρµαχους της αποανάπτυξης οι οποίοι έχουν επηρεαστεί από µια πλειάδα διανοητών (Ιβάν Ίλιτς, Ζακ Ελύλ, Αντρέ Γκορζ), αποανάπτυξη δεν σηµαίνει το αντίθετο της οικονοµικής µεγέθυνσης, δηλαδή σµίκρυνση της σηµερινής οικονοµικής δραστηριότητας, αλλά στροφή σε κάτι εντελώς διαφορετικό, σε µια κατεύθυνση η οποία πριν τη σηµερινή κρίση φάνταζε ουτοπική: στον απεγκλωβισµό των κοινωνιών µας από την εµµονή τής απεριόριστης συσσώρευσης και της αχαλίνωτης κατανάλωσης, τον φετιχισµό τού εµπορεύµατος, τον ιµπεριαλισµό τής οικονοµίας πάνω στην κοινωνία, την οικονοµίστικη κι αυστηρά χρησιµοθηρική αντίληψη του κόσµου, το κυνήγι τής ολοένα µεγαλύτερης παραγωγικότητας (παραγωγισµός) και την τάση για ολοένα περισσότερη εργασία ολοένα λιγότερων ατόµων.


Όροι και προϋποθέσεις

Όλα αυτά µπορούν να προωθηθούν µέσα σε µια κοινωνία «εκούσιας απλότητας», «λιτής αφθονίας» και «συµβιωτικής αποανάπτυξης» (décroissance conviviale) µε την προώθηση των εξής αλληλεξαρτώµενων στόχων: πέρασµα σε µια κοινωνία πραγµατικών αναγκών, πλήρης επαναξιολόγηση των σηµερινών (κατασκευασµένων) αναγκών και προτεραιοτήτων, διαµόρφωση νέων εννοιών, έµφαση στην πραγµατική αξία χρήσης ενός προϊόντος και όχι στην ανταλλακτική αξία του ως εµπορεύµατος, επανασχεδιασµός ολόκληρης της κοινωνίας «από τα κάτω» µε βάση το τοπικό και το «µικρό», αναδιάρθρωση και επιστροφή τής παραγωγής στον τόπο που είχε εγκαταλείψει αναζητώντας φτηνά εργατικά χέρια στο εξωτερικό (relocalisation), περιορισµός τής κατανάλωσης, επαναχρησιµοποίηση, ανακύκλωση, αλλά και οικολογικοί φόροι, αναδιανοµή τού παραγόµενου πλούτου (προτάθηκε µέχρι και η θέσπιση ανώτατου επιτρεπόµενου εισοδήµατος, ιδιαίτερα όταν προέρχεται από τον χρηµατοοικονοµικό τοµέα) και όσο το δυνατόν µεγαλύτερη κοινωνική δικαιοσύνη.

Ταυτόχρονα, δίνεται αρκετή έµφαση στην αυτοπαραγωγή προϊόντων κι υπηρεσιών, για να σπάσει ο φαύλος κύκλος «δουλεύω ολοένα περισσότερο για να πληρώνω όλα όσα δεν έχω πλέον χρόνο να κάνω µόνος µου» (µε χαρακτηριστικότερη την προσφυγή στο delivery, των συµπολιτών µας που κάνουν δύο ή και τρεις δουλειές).

Μεταξύ άλλων, η αποανάπτυξη θα µεταφραστεί σε ριζική µείωση των δαπανών για µάρκετινγκ και διαφήµιση, περιορισµό των ιδιαίτερα ρυπογόνων και σπάταλων σε φυσικούς πόρους δραστηριοτήτων, δηµιουργία προϊόντων µε µεγαλύτερο κύκλο ζωής κι εύκολα επισκευάσιµων, επιστροφή σε µια µη βιοµηχανική κι εντατικοποιηµένη γεωργία και κτηνοτροφία –κατά προτίµηση βιολογική κι επικεντρωµένη στις ανάγκες τού αγρότη και του καταναλωτή–, εγκατάλειψη του µοντέλου τού µαζικού τουρισµού και τη στροφή τού κλάδου σε άλλες κατευθύνσεις (2), καθώς και πάγωµα της τεχνολογικής καινοτοµίας για να πραγµατοποιηθεί ένας σοβαρός απολογισµός της και να δροµολογηθεί ο αναπροσανατολισµός τής έρευνας µε βάση τις νέες προσδοκίες που θα έχουν διαµορφωθεί· επίσης θα επιχειρηθεί ο περιορισµός τής κατασπατάλησης ενέργειας: πράγµατι, σύµφωνα µε το σενάριο που έχει εκπονήσει η Negawatt (3), είναι απολύτως δυνατόν να καλύπτουµε στο µέλλον το υπάρχον επίπεδο αναγκών (το οποίο φυσικά θα πρέπει να σταµατήσει να αυξάνεται) καταναλώνοντας µονάχα το ένα τέταρτο της ενέργειας που χρησιµοποιούµε σήµερα.


Η ιδανική κατάσταση

Ακόµα, θα επιχειρηθεί η ενσωµάτωση στις τιµές των προϊόντων τού «εξωτερικού κόστους», δηλαδή των ζηµιών ή των δυσλειτουργιών που προκαλεί µια οικονοµική δραστηριότητα και τις οποίες οι επιχειρήσεις φορτώνουν στο κοινωνικό σύνολο ή στο περιβάλλον. Ένα απλό παράδειγµα: όπως είναι φυσικό, καµία ασφαλιστική εταιρεία στον κόσµο δεν δέχεται να ασφαλίσει τον κίνδυνο που ενδέχεται να προκαλέσει στην παγκόσµια υγεία ή στο περιβάλλον ο πυρηνικός τοµέας, οι γενετικά τροποποιηµένοι οργανισµοί, τα φυτοφάρµακα ή κάποιες νέες τεχνολογικές ή τεχνικές καινοτοµίες (για παράδειγµα τα κινητά τηλέφωνα). Έτσι, οι επιχειρήσεις αποκοµίζουν τεράστια κέρδη, ενώ, εάν τελικά επέλθει ο κίνδυνος, τις αµύθητες ζηµίες θα τις επωµισθούν τα συνήθη θύµατα: οι κρατικοί προϋπολογισµοί. Παρόµοια υποχρέωση ασφάλισης αυτών των κινδύνων θα καθιστούσε το πραγµατικό κόστος πολλών ριψοκίνδυνων τεχνολογιών πραγµατικά απαγορευτικό… 

Μάλιστα, όσο κι αν φαίνεται περίεργο, αυτή η επαναστατική πρόταση δεν είναι καθόλου νέα: την οφείλουµε στον Άρθουρ Σέσιλ Πιγκού, έναν οικονονοµολόγο των αρχών τού 20ού αιώνα, και µάλιστα της φιλελεύθερης σχολής! Εξάλλου, ο πρώτος προβληµατισµός για την «αποανάπτυξη» διατυπώθηκε ήδη από τα µέσα τού 19ου αιώνα –του αιώνα που θεοποίησε την «πρόοδο» και την οικονοµική µεγέθυνση– από έναν άλλον φιλελεύθερο οικονοµολόγο, τον Τζον Στιούαρτ Μιλ, ο οποίος αµφισβήτησε στο έργο του «Αρχές της Πολιτικής Οικονοµίας» την αλόγιστη οικονοµική µεγέθυνση, αντιπροτείνοντας τη «στάσιµη κατάσταση»: «Η καλύτερη κατάσταση για την ανθρώπινη φύση είναι εκείνη όπου κανείς δεν είναι πλούσιος, κανείς δεν επιθυµεί να γίνει πλούσιος και κανείς δεν φοβάται µήπως τον προσπεράσουν οι άλλοι. (…) Δεν βλέπω γιατί θα πρέπει να επιχαίρουµε όταν ορισµένα άτοµα, που είναι ήδη περισσότερο πλούσια απ’ όσο χρειάζονται, διπλασιάζουν την κατανάλωσή τους, καταναλώνοντας πράγµατα που τους προσφέρουν ελάχιστη ή και καθόλου επιπλέον ευχαρίστηση πέρα από το γεγονός ότι αποτελούν σηµάδια του πλούτου τους. (…) Η οικονοµική µεγέθυνση έχει ακόµα νόηµα µονάχα για τις υποανάπτυκτες χώρες. Στις αναπτυγµένες χώρες, αυτό που χρειαζόµαστε περισσότερο είναι η καλύτερη αναδιανοµή του πλούτου (…)».

Επιπλέον, θα πρέπει να µειωθεί σηµαντικά το «οικολογικό αποτύπωµα» (το ποσοστό τής επιφάνειας του πλανήτη που απαιτείται για τη φιλοξενία όλων των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, έτσι ώστε να µη διαταράσσεται η φυσική ισορροπία): καθώς ανέρχεται σήµερα στο 120% της επιφάνειας του πλανήτη, και η γενίκευση του δυτικού καταναλωτικού µοντέλου σε ολόκληρη την ανθρωπότητα θα απαιτούσε τετραπλάσια ή πενταπλάσια επιφάνεια, η επιστροφή σε ένα οικολογικό αποτύπωµα ίσο ή µικρότερο µε την επιφάνεια του πλανήτη θα προϋπέθετε ότι η παραγωγή υλικών αγαθών θα επέστρεφε στα επίπεδα της δεκαετίας τού 1960 ή του 1970. 

Φυσικά, αυτή η µείωση της παραγωγής και της κατανάλωσης δεν θα είναι τυφλή και ισόποση: αντιθέτως, µερικοί τοµείς θα πρέπει να γνωρίσουν ραγδαία ανάπτυξη: ανανεώσιµες µορφές ενέργειας, αντιρρύπανση, απορρύπανση και εξοικονόµηση ενέργειας, µέσα µαζικής µεταφοράς και σιδηροδροµικές µεταφορές, επισκευές και ανακαίνιση, υγεία, παιδεία, έρευνα, βοήθεια προς τους ηλικιωµένους και κοινωνική προστασία, πολιτισµός, παραγωγή κοινόχρηστων δωρεάν αγαθών, καλλιτεχνική δηµιουργία, αθλητισµός, αναψυχή (για τα δύο τελευταία στον βαθµό που δεν προϋποθέτουν γιγαντισµό των υποδοµών ή ρύπανση), και κάθε «παραγωγή αγαθών» που συµβάλλει στην ανάπτυξη των ανθρώπινων σχέσεων και του κοινωνικού ιστού. Αυτή η αύξηση θα είναι η απάντηση σε µια άλλη µείωση της οικονοµικής δραστηριότητας που έχει σχεδόν καταλήξει να θεωρείται φυσική, σ’ εκείνη που επιβάλλει ο καπιταλισµός στα δηµόσια αγαθά και υπηρεσίες… 

Επίσης, όσο κι αν οι εξαθλιωµένες µάζες τού Τρίτου Κόσµου θα πρέπει να πειστούν ότι το δυτικό «υπερκαταναλωτικό όνειρο» είναι µια φενάκη, δικαιούνται –και οφείλουν– να αποκτήσουν το επίπεδο ευηµερίας που εµείς οι Δυτικοί θα θεωρήσουµε απαραίτητο για τον εαυτό µας µέσα στα πλαίσια της αποανάπτυξης: συνεπώς, στην περίπτωσή τους, δεν θα ισχύσει το πάγωµα της οικονοµικής µεγέθυνσης και οι οικονοµίες τους θα συνεχίσουν να µεγεθύνονται για ένα διάστηµα, και µάλιστα χάρη στην ελεύθερη µεταφορά τεχνολογιών που θα επιτρέψουν την ανάπτυξή τους µε τις µικρότερες δυνατές επιπτώσεις στο περιβάλλον. 


Αποανάπτυξη και απασχόληση

Τέλος, αυτή η µείωση της παραγωγής κάθε άλλο παρά µείωση της απασχόλησης θα επιφέρει: πέρα από το γεγονός ότι πολλές από τις παραπάνω δραστηριότητες απαιτούν µεγάλο αριθµό εργαζοµένων, και πέρα από τις θέσεις εργασίας που θα επιστρέψουν καθώς η παραγωγή θα µεταφερθεί όσο το δυνατόν κοντύτερα στον τόπο κατανάλωσης των προϊόντων, οι υπέρµαχοι της αποανάπτυξης προτείνουν επιπλέον και τη γενναία µείωση του χρόνου εργασίας (χωρίς εισοδηµατικές απώλειες φυσικά), έτσι ώστε να µπορέσουν και οι εργαζόµενοι να επωφεληθούν από την ασύλληπτη αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, την οποία έως τώρα καρπωνόταν το κεφάλαιο ωθώντας µεγάλες µάζες εργαζοµένων στην ανεργία. Ταυτόχρονα, θα µηδενιστεί και το γιγάντιο οικονοµικό –και όχι µόνον– κόστος που συνεπάγεται η αντιµετώπιση των επιπτώσεων της ανεργίας (από την πληρωµή επιδοµάτων έως την αντιµετώπιση των ψυχοσωµατικών επιπτώσεών της ή την εγκληµατικότητα). Μάλιστα, οι πλέον ριζοσπαστικοί οπαδοί τής αποανάπτυξης επικαλούνται τον Jacques Ellul, ο οποίος υποστήριζε ότι, χάρη στην τεράστια αύξηση της παραγωγικότητας κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, είναι δυνατή η κάλυψη των –λιτών– αναγκών ολόκληρου του πληθυσµού µε δεκάωρη εβδοµαδιαία απασχόληση κάθε εργαζοµένου. Επιπλέον, η θέσπιση ενός ικανοποιητικού ελάχιστου εγγυηµένου εισοδήµατος για όλους θα µειώσει ακόµα περισσότερο τις πιέσεις που ασκούνται στους εργαζόµενους. 


Οι τοπικές κοινωνίες

Στην υλοποίηση αυτού του εγχειρήµατος εκτιµάται ότι θα διαδραµατίσουν σηµαντικό ρόλο νέοι θεσµοί τοπικής διοίκησης (για παράδειγµα, οι Γάλλοι Πράσινοι προτείνουν τοπικά συµβούλια στα οποία θα συµµετέχουν οι κάτοικοι, τα συνδικάτα, η τοπική αυτοδιοίκηση και οι τοπικές περιβαλλοντικές οργανώσεις, ενώ, σε µια κατά πολύ πιο ριζοσπαστική εκδοχή, ο Σερζ Λατούς προτείνει την έννοια της «περιεκτικής δηµοκρατίας» ως επανεφεύρεση της «Πόλεως» και «συνοµοσπονδία µικρών Δήµων» που επεξεργάστηκε ο Τάκης Φωτόπουλος). 

Το ίδιο θα ισχύσει και στην περίπτωση των διάφορων θεσµών τής κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονοµίας, οι οποίοι –όσο κι αν είναι µάλλον άγνωστοι στην Ελλάδα– γνωρίζουν σηµαντική ανάπτυξη στην Ευρώπη: µεταξύ πολλών άλλων πρωτοβουλιών, εκτός από τους πάσης φύσεως κοινωνικούς συνεταιρισµούς, υπάρχουν τα Τοπικά Συστήµατα Ανταλλαγών (SEL ή LETS) (4) που προωθούν την αποδέσµευση της τοπικής οικονοµίας από το χρήµα, τα πάσης φύσεως «εναλλακτικά νοµίσµατα» που δεν επιτρέπουν την αποθησαύριση και τη δηµιουργία κεφαλαίου, τα δίκτυα επιχειρήσεων της κοινωνικής οικονοµίας, όπως το REPAS (5), µέσα από τα οποία πραγµατοποιείται ο συντονισµός τής δράσης τους, η αλληλοϋποστήριξη και η επαγγελµατική κατάρτιση σε αυτόν τον ασυνήθιστο τοµέα, οι «αλληλέγγυες τράπεζες» (6), το δίκαιο εµπόριο (7), η «συνδροµητική» χρήση κοινόχρηστων αυτοκινήτων (autopartage) ή ακόµα και η «συνδροµητική γεωργία» των ΑΜΑΡ: τα νοικοκυριά πληρώνουν ένα πάγιο ετήσιο ποσό σε έναν βιοκαλλιεργητή ή σε µια οµάδα παραγωγών των περιαστικών περιοχών και σε αντάλλαγµα λαµβάνουν κάθε βδοµάδα µια ποσότητα ολόφρεσκων, εποχιακών, βιολογικών λαχανικών, σε τιµές 20% περίπου φτηνότερες από εκείνες της αγοράς. Ταυτόχρονα, καθώς παρακάµπτονται οι ενδιάµεσοι, εξασφαλίζεται ένα ικανοποιητικό –κι εγγυηµένο– εισόδηµα για τον παραγωγό. Αυτή τη στιγµή, υπάρχουν στη Γαλλία 500 AMAP που τροφοδοτούν 25.000 οικογένειες (8). 

Βέβαια, πέρα από τις εγγενείς δυσκολίες που εγκυµονεί παρόµοιο εγχείρηµα, το µεγαλύτερο πρόβληµα θα είναι να αποβάλλουµε από το µυαλό µας τη νοοτροπία τής ξέφρενης οικονοµικής µεγέθυνσης και εµπορευµατοποίησης που έχει διαποτίσει το φαντασιακό ολόκληρου του πλανήτη και έχει σωστά παροµοιαστεί µε σκληρό ναρκωτικό, µε ένα νέο όπιο των λαών. Κάποιοι συµµερίζονται την άποψη του Λατούς ότι αυτή η απεξάρτηση, η «αποαποικιοποίηση του φαντασιακού», µπορεί να διευκολυνθεί από την «παιδαγωγική των καταστροφών και των κρίσεων», πράγµα εξαιρετικά αµφισβητήσιµο βέβαια, καθώς παρόµοιες καταστάσεις προκαλούν τεράστια οδύνη στα φτωχότερα κυρίως στρώµατα του πληθυσµού, που αποτελούν και το πρώτο µέληµα της αποανάπτυξης, ενώ οδηγούν συχνότερα σε αυταρχικές λύσεις παρά σε έναν Γκάντι. 

Σε κάθε περίπτωση, η αποανάπτυξη δεν συνιστά µια ενιαία θεωρία: υπάρχουν πλήθος ρευµάτων και τάσεων που κινούνται ανάµεσα στις αντισυστηµικές προσεγγίσεις, στην ισχυρή αειφορία, στα πράσινα κινήµατα, ακόµα και στη βαθιά οικολογία. Μάλιστα, για τον Σερζ Λατούς, η αποανάπτυξη δεν είναι ένα δόγµα που προσφέρει µια έτοιµη εναλλακτική λύση, είναι η µήτρα από την οποία θα ξεπηδήσουν πλήθος εναλλακτικές λύσεις. Κι αν οι περισσότεροι από τους υπέρµαχούς της συµφωνούν ότι η αποανάπτυξη προϋποθέτει την έξοδο από τον καπιταλισµό γιατί, ειδάλλως, το «πρασίνισµα της καπιταλιστικής οικονοµίας» κινδυνεύει να µετατραπεί στην επόµενη µεγάλη φούσκα, δεν συµβαίνει το ίδιο και µε τις έννοιες της ανάπτυξης και της «προόδου». Ορισµένοι υποστηρίζουν ότι οι έννοιες της οικονοµίας, της προόδου και της ανάπτυξης (ακόµα και της αειφόρου) αποτελούν δυτικές/καπιταλιστικές έννοιες που είναι αδύνατον να διαχωριστούν από την οικονοµική µεγέθυνση (το ίδιο θεωρούν ότι ισχύει για την έννοια της φτώχειας η οποία δεν υπήρχε σε πολλούς πολιτισµούς): πιστεύουν ότι υπάρχει µονάχα µια ανάπτυξη, η «υπαρκτή ανάπτυξη» που γνωρίσαµε και απορρίπτουµε. Αντίθετα, άλλοι θεωρούν ότι είναι τεράστιο λάθος να χαρίζουµε στον καπιταλισµό έννοιες όπως η οικονοµία, ο ορθολογισµός στον τρόπο παραγωγής και η ανάπτυξη όταν νοείται ως βελτίωση της ποιότητας ζωής και ότι, συνεπώς, θα πρέπει να «επανασυγκολλήσουµε την οικονοµία στην κοινωνία». 

Αξίζει να σηµειωθεί ότι, ήδη από το 2004, η οµοσπονδιακή γενική συνέλευση των Γάλλων Πράσινων αποφάσισε την ένταξη της αποανάπτυξης στο πρόγραµµα του κόµµατος, και µάλιστα µε ευρύτατη πλειοψηφία. Βέβαια, προτάθηκε να επιχειρηθεί η προώθησή της µε ήπιους ρυθµούς, οι οποίοι δεν θα παραγνωρίζουν ότι η πλειοψηφία της κοινωνίας διακατέχεται ακόµα από αναπτυξιολαγνικά σύνδροµα. Εξάλλου, στη διακήρυξη που έδωσαν στη δηµοσιότητα τον περασµένο Αύγουστο, ένα σηµαντικό πακέτο µε τα πρώτα κι «ευκολότερα» µέτρα προς αυτήν την κατεύθυνση σε παγκόσµιο επίπεδο θα κόστιζε 2% του ΑΕΠ (σύµφωνα µε την οµάδα Στερν για την κλιµατική αλλαγή) ή το ένα έκτο των παγκόσµιων αµυντικών δαπανών (σύµφωνα µε τον Λέστερ Μπράουν του Worldwatch Institute). Ακόµα, το µεγαλύτερο µέρος αυτού του προβληµατισµού έχει υιοθετηθεί από την Attac, πολλά κινήµατα του οικολογικού χώρου και της εναλλακτικής παγκοσµιοποίησης, τους αυθεντικότερους κι απαιτητικότερους οπαδούς τής αειφόρου ανάπτυξης και, πολύ πρόσφατα, βρίσκουµε τα πρώτα ψήγµατά της στον ΣΥΡΙΖΑ που µιλάει για την «κοινωνία των αναγκών». 

1 www.ladecroissance.net, Paul Ariès, «Leur récession n’est pas notre décroissance», Οκτώβριος 2008.
2 ΓΑΛΕΡΑ, τ. 23, Αύγουστος 2007, Β. Παπακριβόπουλος, «Ένας άλλος τουρισµός είναι εφικτός».
3 Πρόκειται για την οργάνωση που έχουν συγκροτήσει εµπειρογνώµονες της εξοικονόµησης ενέργειας και των ανανεώσιµων πηγών ενέργειας: www.negawatt.org.
4 Αυγή - Δαίµων της Οικολογίας, τ. 21, Δεκέµβριος 2002, Β. Παπακριβόπουλος, «Μια νέα ιδέα: Τοπικά Συστήµατα Ανταλλαγής».
5 Δίκτυο Ανταλλαγών και Εναλλακτικών κι Αλληλέγγυων Πρακτικών, www.reseaurepas.free.fr.
6 ΓΑΛΕΡΑ, τ. 34, Ιούλιος 2008, Β. Παπακριβόπουλος, «Εναλλακτικές συναλλαγές». 
7 ΓΑΛΕΡΑ, τ. 4, Ιανουάριος 2006, Β. Παπακριβόπουλος, «Δίκαιο Εµπόριο: γλυκός καφές για υποψιασµένους πελάτες».
8 Alternatives Economiques, n°271/2008, σελ. 31 - www.rue89.com 2-10-08 «Et si on achetait nos aliments directement au producteur ?» - Claire Lamine, Les Amap, Un nouveau pacte entre producteurs et consommateurs, εκδ. Yves Michel – Séverine Millet, La stratégie du colibri, εκδ. Minerva.

Για µεγαλύτερη εµβάθυνση 
στην έννοια της αποανάπτυξης:
• Σερζ Λατούς, Το στοίχηµα της αποανάπτυξης, Εκδόσεις Βάνιας, 2008.
• «Τρία ερωτήµατα για µιαν άλλη ανάπτυξη», Serge Latouche, www.monde-diplomatique.gr, Ιανουάριος 2006.
• «Η “αναιµία” της οικονοµίας κι η “ανοµία” της κοινωνίας», Jean-Marie Harribey, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία - Le Monde diplomatique, 16-1-2005.
• Ηλεκτρονική οικολογική επιθεώρηση www.ecorev.org.
• La Décroissance, «Μηνιαία εφηµερίδα της χαράς της ζωής», όργανο των «αρνητών της οικονοµικής µεγέθυνσης»www.decroissance.net.
• Ινστιτούτο Οικονοµικών και Κοινωνικών Μελετών για την Αειφόρο Αποανάπτυξη www.decroissance.org.
• V. Cheynet, Le choc de la décroissance, Seuil, 2008.
• Nicholas Georgescu-Roegen, La Décroissance, Sang de Terre, 1995.
• www.apres-developpement.org.

* Για τη θεωρία τής αποανάπτυξης βλέπε επίσης άρθρο τού Κίµπι 

http://galera.gr/magazine/modules/articles/article.php?id=1568

Παρασκευή 6 Μαΐου 2011

Να προσέχεις επίσης να μην κρυώσεις και, αγαπημένε μου Κάρολε, να μη χορεύεις μέχρι να γίνεις ολότελα καλά

Ο Μαρξ το 1839
Ο Κάρολος Μαρξ γεννήθηκε στο δωμάτιο του πρώτου ορόφου του σπιτιού που βρισκόταν στον αριθμό 664 της Μπριγκεργκάσε, ένα πολύβουο πέρασμα που κατηφόριζε φιδογυριστό μέχρι τη γέφυρα πάνω από τον Μοζέλα. Ο πατέρας του είχε εκμισθώσει το κτίριο ένα μόλις μήνα νωρίτερα και, όταν ο Κάρολος ήταν δεκαπέντε μηνών, μετακόμισε και πάλι. Παρ'όλα αυτά, τον Απρίλιο του 1928, το Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα αγόρασε το γενέθλιό του σπίτι, από το οποίο ο ίδιος δεν διατηρούσε καθόλου αναμνήσεις, και έκτοτε έχει γίνει μουσείο αφιερωμένο στο βίο και την πολιτεία του -εκτός από ένα ζοφερό διάλειμμα μεταξύ 1933 και 1945, όταν το κατέλαβαν οι Ναζί και το χρησιμοποίησαν ως αρχηγείο κάποιας κομματικής εφημερίδας. Μετά τον πόλεμο, εστάλησαν επιστολές προς κάθε κατεύθυνση ζητώντας χρήματα για να επισκευαστούν οι ζημιές που προκάλεσαν οι αγροίκοι καταληψίες του Χίτλερ. Μία από τις απαντήσεις, με ημερομηνία 19 Μαρτίου 1947, προερχόταν από το διεθνή γραμματέα του Βρετανικού Εργατικού Κόμματος: «Αγαπητέ Σύντροφε, με μεγάλη μου λύπη διαπιστώνω πως το Βρετανικό Εργατικό Κόμμα δεν είναι ως οργανισμός έτοιμος να υποστηρίξει τη διεθνή επιτροπή που έχετε συστήσει για την ανακαίνιση του σπιτιού του Καρόλου Μαρξ στην Τρεβς ( το αγγλικό όνομα της Τρηρ ), καθώς οι πόροι του είναι δεσμευμένοι για τη συντήρηση ανάλογων μνημείων του Καρόλου Μαρξ στην Αγγλία. Αδερφικά δικός σας, Ντένις Χίλεϊ». Αληθοφανής δικαιολογία: μάταια θα αναζητήσουν οι κάτοικοι του Λονδίνου τα μνημεία αυτά για τα οποία υποτίθεται πως «δέσμευε» ο Χίλεϊ τους πόρους του κόμματός του. Τουλάχιστον το σπίτι επιζεί ακόμη. Εκατό μέτρα μακρύτερα είναι το μέρος όπου βρισκόταν η παλιά συναγωγή της Τρηρ, εκεί όπου λειτούργησαν τόσοι και τόσοι πρόγονοι του Μαρξ. Σήμερα το μόνο σημάδι της παρουσίας της είναι μια πινακίδα δεμένη στο φανοστάτη της γωνίας : «Hier stand die frühere Trierer Synagoge die in der Pogromnacht im November 1938 durch die Nationalsozialisten zerstört wurde». Δεν χρειάζεται μετάφραση.

το σπίτι όπου γεννήθηκε ο Κ.Μαρξ στην Τρηρ.

Εκτός από τη συνήθειά του να βάζει τις αδερφές του να τρώνε «χωματόπιτες», λίγα ξέρουμε για τα πρώτα παιδικά χρόνια του Καρόλου Μαρξ. Φαίνεται πως μέχρι το 1830 είχε λάβει ιδιωτική εκπαίδευση και μετά πήγε στο γυμνάσιο της Τρηρ, του οποίου ο διευθυντής, ο Χούγκο Βίτενμπαχ, ήταν φίλος του Ερρίκου Μαρξ και συνιδρυτής της Εταιρείας του Καζίνο . Μολονότι ο Κάρολος αργότερα απαρνήθηκε τους συμμαθητές του, χαρακτηρίζοντάς τους «άξεστους επαρχιώτες», οι καθηγητές ήταν ως επί το πλείστον φιλελεύθεροι ουμανιστές που έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να εκπολιτίσουν τους χωριάτες. Το 1832, μετά από ένα συλλαλητήριο στο Χάμπαχ για την προάσπιση της ελευθερίας του λόγου, η αστυνομία εισέβαλε στο σχολείο και ανακάλυψε ανατρεπτικά κείμενα -μεταξύ άλλων και κάποιες ομιλίες που εκφωνήθηκαν στη διαμαρτυρία του Χάμπαχ- τα οποία κυκλοφορούσαν μεταξύ των μαθητών. Ένας μαθητής συνελήφθη και ο Βίτενμπαχ τέθηκε υπό αυστηρή παρακολούθηση. Δύο χρόνια αργότερα, μετά το περίφημα δείπνο του Καζίνου, τον Ιανουάριο του 1834, οι καθηγητές των μαθηματικών και των εβραϊκών κατηγορήθηκαν για τα απεχθή εγκλήματα του «αθεϊσμού» και του «υλισμού». Για να μειωθεί η επιρροή του Βίτενμπαχ, οι αρχές διόρισαν ως συνδιευθυντή έναν βλοσυρό αντιδραστικό, ονόματι Λόερς.

«Βρήκα τη θέση του καλού μας του Χερ Βίτενμπαχ εξαιρετικά επώδυνη», είπε ο Ερρίκος στο γιο του λίγο μετά την τελετή διορισμού του Λόερς. «Θα μπορούσα να έχω κλάψει για την προσβολή που έγινε σ' αυτόν τον άνθρωπο του οποίου το μόνο σφάλμα ήταν πως υπήρξε περισσότερο καλόκαρδος απ΄ όσο θα έπρεπε. Έκανα ό,τι περνούσε από το χέρι μου για να του δείξω την υψηλή εκτίμηση που του τρέφω και, μεταξύ άλλων, του είπα πόσο αφοσιωμένος του είσαι...» Όταν ο Κάρολος απέδειξε την αφοσίωσή του, αρνούμενος να μιλήσει στον συντηρητικό παρείσακτο, κέρδισε τις πατρικές κατσάδες. «Ο Χερ Λόερς το φέρει βαρέως που δεν τον επισκέφθηκες να τον αποχαιρετήσεις», έγραφε ο Ερρίκος μετά την εγγραφή του Καρόλου στο Πανεπιστήμιο, το 1835. «Εσύ κι ο Κλέμενς [κάποιος άλλος μαθητής] ήσασταν οι μόνοι... Χρειάστηκε να καταφύγω σε ένα ξεκάθαρο ψέμα και να του πω πως πήγαμε να τον δούμε στο σπίτι του την ώρα που έλειπε». Αυτή ήταν η αυθεντική φωνή του Ερρίκου Μαρξ, ανθρώπου δυστυχούς και υπάκουου, που έλεγε πάντα «κάποτε πρέπει να το κάνω» εννοώντας «τώρα δεν τολμώ», σαν την αλεπού της παροιμίας.

Ο γιος του, πάλι, προτιμούσε να παριστάνει τον τίγρη. «Οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις», έγραφε ο Κάρολος Μαρξ, προειδοποιώντας την εργατική τάξη πως δεν θα έπρεπε να περιμένει φιλανθρωπίες από τον καπιταλισμό, «δεν είναι ποτέ το αποτέλεσμα της αδυναμίας των ισχυρών· είναι το αποτέλεσμα της ισχύος των αδύναμων». Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε πως ο ίδιος ήταν η ενσάρκωση αυτής της αρχής. Μολονότι σπάνια τον εγκατέλειπε το πνευματικό του σθένος, το σώμα το οποίο στήριζε όλη αυτή την τεράστια δημιουργική γονιμότητα ήταν ένα αδύναμο από όλες τις απόψεις σκαρί. Αψηφώντας τους φυσικούς του περιορισμούς, αναζητώντας τη δύναμη που έκρυβε η ίδια του η αδυναμία, έμοιαζε σχεδόν σαν να είχε αποφασίσει να δοκιμάσει στον ίδιο του τον εαυτό όσα κήρυσσε για το προλεταριάτο.

Ακόμη και μέσα στο σφρίγος της νεότητας -πριν η φτώχεια, η αϋπνία, η κακή διατροφή, το πολύ ποτό και το συνεχές κάπνισμα πληρωθούν τα γραμμάτιά τους- ήταν άνθρωπος ασθενικός. «Εννέα σεμινάρια μου φαίνονται μάλλον πολλά και δεν θα ήθελα να κάνεις περισσότερα από όσα αντέχει το σώμα και το μυαλό σου», συμβούλευε ο Ερρίκος Μαρξ, λίγο καιρό μετά την είσοδο του δεκαεφτάχρονου γιου του στο Πανεπιστήμιο της Βόννης, το 1835. «Παρέχοντας αληθινά ρωμαλέα και υγιή τροφή στο μυαλό σου, μην ξεχνάς πως σ' αυτόν τον άθλιο κόσμο το πνεύμα συνοδεύεται πάντα από το σώμα, το οποίο καθορίζει και την ευκαιρία και την ευζωία ολόκληρης της μηχανής. Ο φιλάσθενος σοφός είναι το πιο άτυχο πλάσμα στη γη. Μη μελετάς λοιπόν περισσότερο από όσο αντέχει η υγεία σου». Ο Κάρολος δεν του έδωσε σημασία, ούτε τότε ούτε ποτέ άλλοτε: στα κατοπινά χρόνια θα δούλευε σκληρά όλο το βράδυ, παίρνοντας δυνάμεις από φτηνή μπύρα και κακής ποιότητας πούρα.

Ο νεαρός, με τη συνηθισμένη του απερίσκεπτη ειλικρίνεια, απάντησε πως, πράγματι, η υγεία του δεν ήταν και πολύ καλή -και ο πατέρας του στο ρόλο του Πολώνιου, άρχισε πάλι τα διαπρύσια κηρύγματα. «Όταν η νεότητα αμαρτάνει επιδιδόμενη σε απολαύσεις άμετρες ή ακόμη ακόμη και απολαύσεις αφ' εαυτών επιβλαβείς συναντά γρήγορα τις τρομερότερες τιμωρίες. Έχουμε στα μέρη μας το θλιβερό παράδειγμα του Χερ Γκίνστερ. Είναι αλήθεια, βέβαια, πως στην περίπτωσή του δεν υπήρχε καμία ιδιαίτερη διαστροφή, αλλά το κάπνισμα και το ποτό, μαζί με τα ήδη αδυνατισμένα του πνευμόνια, έφεραν την καταστροφή και με δυσκολία θα προφτάσει ζωντανός το καλοκαίρι». Η μητέρα του, κλώσα όπως πάντα, προσέθεσε το δικό της κατάλογο εντολών: «Πρέπει να αποφεύγεις ό,τι θα μπορούσε να επιδεινώσει την υγεία σου, δεν πρέπει να υπερθερμαίνεσαι, να μην πίνεις πολύ κρασί και καφέ, να μην τρως πικάντικα, να αποφεύγεις το πιπέρι και τα μπαχαρικά. Να μην καπνίζεις καθόλου καπνό, να μην αργείς να κοιμηθείς το βράδυ και να ξυπνάς νωρίς. Να προσέχεις επίσης να μην κρυώσεις και, αγαπημένε μου Κάρολε, να μη χορεύεις μέχρι να γίνεις ολότελα καλά». Η Φράου Μαρξ, μπορούμε να το πούμε χωρίς κίνδυνο να πέσουμε έξω, δεν ήταν ελαφρόμυαλη γυναίκα.

Λίγο μετά τα δέκατα όγδοά του γενέθλια, ο Μαρξ απαλλάχθηκε από τη στρατιωτική θητεία, εξαιτίας των αδύναμών του πνευμόνων, αν και είναι πολύ πιθανόν να υπερέβαλε λιγάκι την κατάστασή του. ( Η υποψία της εξαπάτησης ενισχύεται από ένα γράμμα του πατέρα του, ο οποίος του δίνει συμβουλές πώς να κοροϊδέψει την επιτροπή απαλλαγών: «Αγαπητέ μου Κάρολε, αν μπορείς, φρόντισε να πάρεις τα κατάλληλα πιστοποιητικά από καλούς και γνωστούς γιατρούς εκεί πέρα και κάν'το με ελαφρά τη συνείδησή σου... Αλλά, για να είσαι συνεπής με τη συνείδησή σου, να μην καπνίζεις πολύ». ) Η υποτιθέμενη ανικανότητά του δεν έβλαψε πάντως στο ελάχιστο τις επιδόσεις του στα φοιτητικά γλεντοκόπια. Ένα επίσημο «Πιστοποιητικό Απαλλαγής» το οποίο εκδόθηκε μετά τη χρονιά που πέρασε στο Πιστοποιητικό της Βόννης, ενώ από τη μία εξυμνούσε τα ακαδημαϊκά του επιτεύγματα («εξαιρετική επιμέλεια και προσοχή»), από την άλλη σημείωνε πως «του επεβλήθη τιμωρία κράτησης μίας ημέρας για διατάραξη ειρήνης εξαιτίας ταραχοποιού συμπεριφοράς και νυχτερινής μέθης... Αργότερα, του απαγγέλθηκαν κατηγορίες για κατοχή απαγορευμένων στην Κολωνία όπλων. Η έρευνα εκκρεμεί ακόμη. Δεν είναι ύποπτος για συμμετοχή σε απαγορευμένες εταιρείες φοιτητών».

Οι πανεπιστημιακές αρχές δεν γνώριζαν ούτε τη μισή αλήθεια. Είναι αλήθεια πως η Λέσχη των Ποιητών -στην οποία συμμετείχε από το πρώτο του τρίμηνο- δεν ήταν «απαγορευμένη Εταιρεία», ούτε όμως ήταν τόσο αθώα όσο άφηνε να φανεί το όνομά της: η ανταλλαγή απόψεων γύρω από την ποίηση και τη ρητορική ήταν το προκάλυμμα για άλλες πιο επαναστατικές συζητήσεις. «Ο μικρός σας κύκλος με συγκινεί, όπως καλά μπορείς να φανταστείς, πολύ περισσότερο από τις συγκεντρώσεις στις μπυραρίες», έγραφε ο Ερρίκος Μαρξ, αναλογιζόμενος ευτυχής το γιο του να εκμεταλλεύεται τις ώρες της σχόλης του με εμβριθείς λογοτεχνικές διαμάχες.

Βέβαια, η αλήθεια ήταν πως ούτε οι μπυραρίες ήταν άγνωστες στον Μαρξ. Ήταν αντιπρόεδρος της Λέσχης Ταβερνόβιων της Τρηρ, μιας εταιρείας αποτελούμενης από τριάντα περίπου συμπατριώτες του φοιτητές, των οποίων η μόνη φιλοδοξία ήταν να μεθούν όσο συχνότερα και θορυβωδέστερα μπορούσαν: μετά από ένα τέτοιο γλέντι βρέθηκε ο νεαρός Κάρολος υπό περιορισμό για είκοσι τέσσερις ώρες, αν και η φυλάκιση δεν εμπόδισε τα φιλαράκια του να του φέρουν στο κρατητήριο ακόμη περισσότερο αλκοόλ και τράπουλες για να ελαφρύνουν την ποινή του. Κατά τη διάρκεια του 1836 ξέσπασαν πολλοί καβγάδες στις παμπ μεταξύ της συμμορίας της Τρηρ και μιας παραστρατιωτικής οργάνωσης νεαρών θερμόαιμων, της Μπορούσια Κορπς, οι οποίοι ανάγκαζαν τους νεαρούς μας αλητάκους να γονατίζουν και να ορκίζονται υποταγή στην πρωσική αριστοκρατία. Ο Μαρξ αγόρασε ένα πιστόλι για να μπορεί να προστατεύει τον εαυτό του από ανάλογες ταπεινώσεις και όταν τον Απρίλη επισκέφθηκε την Κολωνία, η αστυνομία ανακάλυψε το «απαγορευμένο όπλο». Μόνο η παρακλητική επιστολή του Ερρίκου Μαρξ σε κάποιο δικαστή της Κολωνίας έπεισε τις αρχές και δεν του απήγγειλαν κατηγορίες. Δύο μήνες αργότερα, μετά από έναν ακόμη καβγά με την Μπορούσια Κορπς, ο Μαρξ αποδέχτηκε πρόσκληση σε μονομαχία. Η έκβαση της αναμέτρησης μεταξύ ενός μύωπα σπασίκλα και ενός εκπαιδευμένου στρατιώτη ήταν απόλυτα προβλέψιμη, και ήταν τυχερός που τη γλίτωσε με μόνη ζημιά ένα ελαφρύ τραύμα πάνω από το αριστερό του μάτι. «Τόσο στενά είναι λοιπόν συνυφασμένες μονομαχία και φιλοσοφία;» ρώτησε απελπισμένος ο πατέρας του. «Μην αφήσεις την κλίση αυτή, κι αν όχι κλίση, τρέλα της στιγμής, να ριζώσει μέσα σου. Μπορεί στο τέλος να στερήσεις τον εαυτό σου και τους γονείς σου από τις ευγενέστερες ελπίδες που προσφέρει η ζωή».

Ύστερα από ένα χρόνο «τρελού αφηνιάσματος στη Βόννη», ο Ερρίκος Μαρξ έδωσε με πολύ μεγάλη του χαρά την άδεια στο γιο του να μεταγραφεί στο πανεπιστήμιο του Βερολίνου, όπου οι εξωακαδημαϊκοί πειρασμοί θα ήταν λιγότεροι. «Δεν τίθεται ζήτημα εδώ για ποτό, μονομαχίες και ευχάριστες συντροφικές εξόδους», είχε παρατηρήσει ο φιλόσοφος Λούντβιχ Φόιερμπαχ, όταν σπούδαζε στην ίδια πόλη δέκα χρόνια νωρίτερα. «Σε κανένα άλλο πανεπιστήμιο δεν μπορείς να βρεις τέτοιο πάθος για δουλειά... Συγκρινόμενα με ετούτο τον ναό της εργασίας, τα υπόλοιπα πανεπιστήμια μοιάζουν ταβερνεία». Δεν είναι παράξενο που ο Ερρίκος ήταν τόσο πρόθυμος να υπογράψει το απαραίτητο έγγραφο που έδινε τη συγκατάθεσή του για τη μετακίνηση. «Όχι μόνο παραχωρώ στο γιο μου Κάρολο Μαρξ την άδεια, αλλά είναι και δική μου επιθυμία να εισαχθεί από το επόμενο τρίμηνο στο πανεπιστήμιο του Βερολίνου, προκειμένου να συνεχίσει εκεί τις νομικές σπουδές του...»

Όλες οι ελπίδες να συγκεντρωθεί ο πεισματάρης νεαρός στις σπουδές του χωρίς περισπασμούς  διαλύθηκαν τάχιστα: ο Κάρολος Μαρξ είχε ερωτευτεί.

[...]

Εκτός από την Τζένη φον Βεστφάλεν, το σημαντικότερο πάθος της νεότητας του Μαρξ ήταν ένας νεκρός φιλόσοφος, ο Γ.Β.Φ. Χέγκελ. Ακολούθησε κι αυτό την πορεία τόσων ερωτικών σχέσεων: η συνεσταλμένη επιφυλακτικότητα έδωσε τη θέση της μεθυστικό αναρίγημα του πρώτου φιλιού, κι αυτό με τη σειρά του, καθώς ο τρελός έρωτας έφθινε, στην απόρριψη του αγαπημένου. Παρέμεινε όμως ευγνώμων γι΄ αυτήν τη μύηση στα μυστικά της ενήλικης ζωής. Καιρό μετά την απάρνηση του εγελιανισμού και τη διακήρυξη της πνευματικής του αυτονομίας, ο Μαρξ μιλούσε ακόμη νε αγάπη για τον άνθρωπο που τον είχε βγάλει από την αθωότητα. Είχε κερδίσει το προνόμιο να μαλώνει τον Χέγκελ με τη σθεναρή ειλικρίνεια του στενού φίλου· τέτοια δικαιώματα δεν παραχωρούνται σε αγνώστους.

[...]Λίγο μετά την άφιξή του στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, ο Μαρξ, δεκαοκτώ χρονών ακόμα, ειρωνεύτηκε την αδιαφάνεια και την ασάφεια του Χέγκελ σε μια σειρά από επιγράμματα με τίτλο «Πάνω στον Χέγκελ»:

Όλες οι λέξεις που διδάσκω ανάκατες σε μια ακατονόμαστη θολούρα
Για να νομίζει ο καθένας ό,τι διαλέξει ο ίδιος να νομίσει·
Δεν θα τον εμποδίσουν, άλλωστε, ποτέ αυστηροί περιορισμοί.
Σαν μπουρμπουλήθρες στην πλημμύρα, σαν βράχια που κατρακυλούν πλαγιές,
Τέτοιες οι λέξεις και οι σκέψεις της Πολυαγαπημένης του που μηχανεύεται ο ποιητής·
Ο ίδιος μόνον καταλαβαίνει τι σκέφτεται, κι επινοεί ελεύθερα τα αισθήματά του·
Έτσι μπορεί ο καθένας να ρουφήξει για τον εαυτό του το θρεπτικό νέκταρ της σοφίας·
Τώρα τα ξέρετε όλα, γιατί σας είπα ένα σωρό από τίποτα!


Ο Μαρξ συμπεριέλαβε το ποίημα σε ένα τετράδιο στίχων «αφιερωμένο στον αγαπημένο μου πατέρα με την ευκαιρία των γενεθλίων του, ως ελάχιστη ένδειξη παντοτινής αγάπης». Ο γέρος θα πρέπει να καταχάρηκε μαθαίνοντας πως ο γιος του δεν είχε υποκύψει στην επιδημία της εγελιανής λατρείας που είχε μολύνει σχεδόν όλα τα ιδρύματα της χώρας. Σε κάποια επιστολή προς το Βερολίνο, ο Ερρίκος προειδοποιούσε τον Κάρολο για τη μολυσματική επιρροή των εγελιανών -«τους νέους ανηθικολόγους», που περιπλέκουν τόσο τα λόγια τους, ώστε να μην τ' ακούν στο τέλος ούτε οι ίδιοι· που βαπτίζουν την πλημμύρα των λέξεων προϊόν μεγαλοφυΐας μόνο και μόνο γιατί είναι κενή από ιδέες».

[...]

Τον πρώτο του χρόνο στο Βερολίνο, ο Μαρξ πάλεψε να αγνοήσει τους πειρασμούς της φιλοσοφίας: υποτίθεται, στο κάτω κάτω, πως είχε έρθει να σπουδάσει νομικά. Δεν είχε ήδη, εξάλλου, απορρίψει το διαβολικό Χέγκελ και τα έργα αυτού; Διασκέδαζε γράφοντας λυρικούς στίχους, αλλά δεν έβγαινε τίποτε περισσότερο από «συγκεχυμένες και ατελείς εκφράσεις συναισθημάτων, τίποτα φυσικό, τα πάντα ήταν φτιαγμένα από φεγγαρόφωτο, η απόλυτη αντίθεση μεταξύ αυτού που είναι και αυτού που θα έπρεπε να είναι, ρητορικές αντανακλάσεις αντί για ποιητικές σκέψεις...»[....]Στη συνέχεια βάλθηκε να συνθέσει μια φιλοσοφία του δικαίου -«ένα έργο τριακοσίων περίπου σελίδων»- μόνο και μόνο για να ανακαλύψει ξανά το ίδιο χάσμα μεταξύ αυτού που είναι και αυτού που θα έπρεπε να είναι. [...]

Οι κόποι του δεν πήγαν ολότελα χαμένοι. «Κατά τη διάρκεια αυτής της εργασίας», αποκάλυψε, «απέκτησα τη συνήθεια να σημειώνω αποσπάσματα από όλα τα βιβλία που διάβαζα» - συνήθεια που δεν έχασε ποτέ. Ο κατάλογος των αναγνωσμάτων του της περιόδου δείχνει και το εύρος των πνευματικών του αναζητήσεων: ποιος άλλος, ενώ συνέθετε μια φιλοσοφία του δικαίου, θα σκεφτόταν πως άξιζε τον κόπο να μελετήσει με εμβρίθεια την Ιστορία της Τέχνης του Γιόχαν Γιόακιμ Βίνκελμαν; Μετέφρασε τα Γερμανικά του Τάκιτου και τα Τρίστια του Οβίδιου και «άρχισα να μαθαίνω μόνος μου αγγλικά και ιταλικά, διαβάζοντας τις γραμματικές». Το επόμενο εξάμηνο, ενώ καταβρόχθιζε δεκάδες τόμους αστικής δικονομίας και κανονικού δικαίου, μετέφρασε τη Ρητορική του Αριστοτέλη, διάβασε Φραγκίσκο Βάκωνα, και «ξόδεψα κάμποσο χρόνο στον Ραϊμάρους, στο βιβλίο του οποίου για τα καλλιτεχνικά ένστικτα των ζώων αφοσιώθηκα με αγαλλίαση».

Καλή άσκηση όλα αυτά για το μυαλό, δεν χωράει αμφιβολία· αλλά ακόμη και τα καλλιτεχνίζοντα ζώα δεν κατόρθωσαν να σώσουν το magnum opus του. Ο νεαρός Κάρολος εγκατέλειψε απελπισμένος τις 300 σελίδες του χειρογράφου του και στράφηκε εκ νέου «στους χορούς των Μουσών και τη μουσική των Σατύρων». Έγραψε βιαστικά και με το βλέμμα στραμμένο στον Τρίσταμ Σάντυ του Λόρενς Στερν ένα σύντομο «χιουμοριστικό μυθιστόρημα», το Σκορπιός και Φήλιξ. Ήταν ένας χείμαρρος από εκκεντρικότητες και καλαμπούρια που δεν έβγαζαν νόημα· έχει, όμως, ένα απόσπασμα που αξίζει να το αναφέρουμε:

«Κάθε γίγαντας...κουβαλά μαζί του και ένα νάνο, κάθε ιδιοφυΐα ένα στενοκέφαλο ηλίθιο και κάθε θαλασσοταραχή τη λάσπη, και μόλις σβήσουν οι μεν εμφανίζονται οι δε, κάθονται στο τραπέζι και απλώνουν υπερφίαλα τα μακριά τους πόδια.
Οι πρώτοι είναι πολύ μεγάλοι για ετούτο τον κόσμο και ο κόσμος τους αποβάλλει. Οι άλλοι, όμως, ριζώνουν και παραμένουν, δείτε τα γεγονότα και θα το καταλάβετε, γιατί η σαμπάνια αφήνει μια παρατεταμένη και απωθητική επίγευση, ο Καίσαρας ο ήρωας αφήνει πίσω του τον ηθοποιίσκο Οκταβιανό, ο Αυτοκράτορας Ναπολέοντας τον αστό βασιλιά Λουδοβίκο Φίλιππο...»


[...]

Εκτός από τη συγκεκριμένη πολυσήμαντη παράγραφο, λίγα αξίζει να κρατήσουμε από το Σκορπιός και Φήλιξ· κι ακόμη λιγότερα από το Ουλανέμ, ένα βαρυφορτωμένο έμμετρο δράμα που στενάζει κάτω από το βάρος της επιρροής του Γκαίτε. Τελικά ο Μαρξ αποδέχτηκε το θάνατο των λογοτεχνικών του φιλοδοξιών. «Αίφνης, λες και από κάποιο μαγικό άγγιγμα -ω ναι,  και το άγγιγμα ήταν στην αρχή φύσημα του ανέμου που διέλυσε τα πάντα- αντίκρισα το απόμακρο βασίλειο της αληθινής ποίησης κι ήταν σαν ένα απόμακρο νεραϊδόκαστρο κι όλα μου τα δημιουργήματα γκρεμίστηκαν». Η ανακάλυψη του κόστισε πολλές άγρυπνες  νύχτες και πολύ άγχος. «Μια αυλαία είχε πέσει, τα ιερά και τα όσια κατακρημνίστηκαν, έπρεπε να στηθούν καινούργιοι θεοί». Κατέρρευσε σωματικά και ο γιατρός τού συνέστησε να αποσυρθεί στην ύπαιθρο για να αναπαυτεί. Βρήκε σπίτι στο χωριουδάκι Στραλάου στις όχθες του ποταμού Σπρέε, έξω από το Βερολίνο.

Εκείνη την εποχή φαίνεται πως τα λογικά του είχαν ελαφρώς σαλέψει. Κι ενώ πάλευε ακόμη να αγνοήσει τη φωνή της Σειρήνας, του Χέγκελ («η γκροτέσκα, κακοτράχαλη μελωδία της δεν με γοήτευε»), έγραψε έναν εικοσιτετρασέλιδο διάλογο πάνω στη θρησκεία, τη φύση και την ιστορία και ανακάλυψε πως «η τελευταία μου πρόταση ήταν η αρχή του εγελιανού συστήματος». Είχε παραδοθεί στα χέρια του εχθρού. «Για μερικές ημέρες ο εκνευρισμός μου ήταν τόσος που δεν μπορούσα να σκεφτώ· γύριζα σαν τον τρελό πάνω κάτω στον κήπο, πλάι στα βρόμικα νερά του Σπρέε, που «πλένει τις ψυχές και αραιώνει το τσάι. Έφτασα μέχρι το σημείο να πάω εκδρομή για κυνήγι με το σπιτονοικοκύρη μου, να φύγω κατόπιν για το Βερολίνο και να θέλω να φιλήσω κάθε χασομέρη που συναντούσα στο δρόμο». [...]

Ενώ ανάρρωνε -αποκαθιστώντας την υγεία του με μακρινούς περιπάτους, τακτικά γεύματα και ύπνο από νωρίς- διάβασε τον Χέγκελ από την αρχή μέχρι το τέλος. Ένας φίλος από το πανεπιστήμιο τον συνέστησε στο Ντόκτορς Κλαμπ, μια ομάδα νεοεγελιανών που συναντιόντουσαν τακτικά στο «Χίπελ Καφέ» στο Βερολίνο για θορυβώδεις, μεθυσμένες συζητήσεις. [...]

Τη νύχτα της 10ης Νοεμβρίου του 1837, ο Μαρξ έγραψε μια μακροσκελέστατη επιστολή στον πατέρα του, περιγράφοντας τον προσηλυτισμό και τις διανοητικές αναζητήσεις που τον οδήγησαν στον Χέγκελ. «Υπάρχουν στιγμές στη ζωή του ανθρώπου», άρχιζε, «που θυμίζουν ορόσημα, ορίζουν την ολοκλήρωση μιας περιόδου, αλλά την ίδια κιόλας στιγμή δείχνουν ξεκάθαρα τη νέα κατεύθυνση. Τέτοιες μεταβατικές στιγμές νιώθουμε αναγκασμένοι να κοιτάξουμε το παρελθόν και το παρόν με τα αετίσια μάτια της σκέψης προκειμένου να αποκτήσουμε αντίληψη της πραγματικής μας θέσης. Πράγματι, η ίδια η παγκόσμια ιστορία αρέσκεται να κοιτάζει προς τα πίσω και να κάνει τον απολογισμό της...»

Δεν ήταν ψεύτικη μετριοφροσύνη: στα δεκαεννιά του χρόνια, δοκίμαζε ήδη τα ρούχα του Ανθρώπου που τον είχε τάξει το Πεπρωμένο και διαπίστωνε πως του ταίριαζαν μια χαρά.

από το: Κάρολος Μαρξ, Η ζωή του, του Φράνσις Γουίν, εκδόσεις Ωκεανίδα, μτφ. Θεόφιλος Ξ. Τραμπούλης

Τρίτη 3 Μαΐου 2011

Ο κόσμος μετά τον Μπιν Λάντεν

I am not a terrorist, Milán Kopasz, Hungary, από  The co-winning and shortlisted posters in the Human rights violation brief,  Creative Commons by-sa 2.5

του Θανάση Καρτερού*

Κάποιοι που έχουν την τιμή να συμπεριλαμβάνονται στον κατάλογο των «διεθνών αντιδράσεων» δηλώνουν ότι ο κόσμος θα είναι καλύτερος μετά τη δολοφονία του Μπιν Λάντεν. Άλλοι ότι ξύπνησαν σε ένα κόσμο πιο ασφαλή. Γενικώς τα χειροκροτήματα που έχουν ξεσπάσει από το πρωί της Δευτέρας συμπληρώνουν με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο τους πυροβολισμούς που έθεσαν τέρμα στη ζωή του αρχηγού της Αλ Κάιντα τη νύχτα της Κυριακής.

Μια δολοφονία ωστόσο, ακόμα και αν την έχουν διαπράξει με την πολυδιαφημισμένη χειρουργική ακρίβεια, είναι μια δολοφονία. Κι όταν την ακολουθεί το εμπόριο της πλαστής φωτογραφίας του νεκρού, οι καταγγελίες για διπλό παιγνίδι του Πακιστάν, η παρέλαση των ηγετών του κόσμου ποιος θα χειροκροτήσει πιο δυνατά, οι διαγκωνισμοί ποιος θα καταλάβει την καλύτερη θέση στο σύγχρονο Κολοσσαίο, τότε μόνο ένδειξη αλλαγής του κόσμου μας (ή του κόσμου τους…) δεν αποτελεί.

Τι άλλαξε δηλαδή από χτες και πρέπει όλοι να χειροκροτούμε και να χαιρόμαστε; Έλειψαν μήπως οι αιτίες που γεννούν την τρομοκρατία; Έβαλαν μυαλό εκείνοι που εκπαιδεύουν και χρηματοδοτούν τους Μπιν Λάντεν; Αισθάνονται καλύτερα οι Παλαιστίνιοι για τη στήριξη της διεθνούς κοινότητας στους δολοφόνους τους; Ή ανακουφίστηκαν όσοι είδαν τα εγγόνια του Καντάφι να κομματιάζονται από ανθρωπιστικούς πυραύλους; Σε τι άλλαξε ο κόσμος επειδή για άλλη μια φορά αποδείχτηκε ότι οι κυρίαρχοί του έχουν τη δυνατότητα, τη θέληση και τη δύναμη πυρός για να διαπράττουν όπου γης δολοφονίες;

Μα θα πει κάποιος, ο Μπιν Λάντεν ήταν αρχηγός της διεθνούς τρομοκρατίας. Μάχαιραν έδωκε, μάχαιραν ήταν φυσικό και να λάβει. Ακόμα όμως κι έτσι, ακόμα κι αν παραβλέψει κανείς σε ποιες φωλιές και ποιοι επώασαν το αβγό της Αλ Κάιντα, πάλι παραμένει το γεγονός που αποφεύγουν να συζητήσουν -προτιμούν τα χειροκροτήματα. Τι έκανε τον Μπιν Λάντεν τόσο ισχυρό, τι ανέδειξε την τρομοκρατία σε παγκόσμια δύναμη, γιατί έφτασαν να φοβούνται έναν αποδεδειγμένο τρομοκράτη ακόμα και νεκρό; Πώς ο φανατισμός, η διαστροφή και η φονική μισαλλοδοξία απλώθηκαν έτσι στον κόσμο; Φταίνε μόνο οι Μπιν Λάντεν, ή και ο κόσμος, όπως τον κατάντησαν οι πολέμιοι των Μπιν Λάντεν, αποτελεί ιδανικό βιότοπο τεράτων;

Ένας κόσμος που γίνεται καλύτερος με τις δολοφονίες και τα χειροκροτήματα για τις δολοφονίες; Ευχαριστούμε, δεν θα πάρουμε…

*Αναδημοσίευση από την Αυγή της 3/5/2011

Δευτέρα 2 Μαΐου 2011

Στον αστερισμό της ανομίας

La Charge de la cavalerie rouge, Kazimir Malevich [Public domain], via Wikimedia Commons

του Νικόλα Σεβαστάκη, ΕΠΟΧΗ, 1.05.11

Ο θόρυβος δεν λέει να κοπάσει. Η λέξη ανομία καιροφυλακτεί στα πρωτοσέλιδα και σε τρομαγμένες επιφυλλίδες. Στοιχειώνει έντυπα αφιερώματα και διαδικτυακές έριδες. Η λέξη συνοδεύεται από τις κατάλληλες εικόνες και υποβάλλει σκοτεινούς συνειρμούς χάους και κοινωνικής διάλυσης. Και όλος αυτός ο θόρυβος τείνει πια να επιβάλει ως πόρισμα του κοινού νου την εξής, μάλλον απλή, ιδέα: σε αυτό τον τόπο δεν υπάρχει πρόβλημα δημοκρατίας αλλά πρόβλημα καταχρηστικής, «αποχαλινωμένης» δημοκρατίας. Η κρίση που ζούμε, λένε, δεν είναι μήπως αποτέλεσμα μιας υπερτροφικής σώρευσης δικαιωμάτων εις βάρος των υποχρεώσεων; Δεν είναι και αυτή καρπός της περιφρόνησης προς νόμους και κανόνες από μια ανώριμη κοινωνία που δεν απαλλάχτηκε ποτέ από τις νοοτροπίες της αρχαίας μας διαφθοράς;

Με αυτές τις βεβαιότητες εμφανίζεται μια νέα αφήγηση της συλλογικής ενοχής, της συλλογικής τιμωρίας και της εθνικής αποθεραπείας. Και το δεύτερο πόρισμα που βγαίνει από αυτή την αφήγηση είναι ότι σχεδόν τα πάντα μπορεί να βαφτίζονται «συμπτώματα ανομίας». Ο φοροφυγάς μεγαλογιατρός και αυτός που δεν πληρώνει εισιτήριο στο λεωφορείο συστεγάζονται στην ίδια κοινωνική παθολογία.

Με τα ίδια ερμηνευτικά γυαλιά κρίνονται οι άνθρωποι του Δεν Πληρώνω και οι βανδαλισμοί οπαδών, τα κρούσματα διαφθοράς στις δημόσιες υπηρεσίες και οι υψηλόφωνες διαμαρτυρίες κατά μελών του πολιτικού προσωπικού. Στο ίδιο γένος κατατάσσεται η έντονη πολιτική απόρριψη και το απλό εκτονωτικό ανάθεμα.

Τι προσφέρει αυτή η τέχνη της ισοπέδωσης; Στην ουσία φαίνεται ότι επιδιώκει να συσκοτίσει και να διαστρέψει τους όρους της συζήτησης. Να υποκαταστήσει το κριτικό βλέμμα στις αντιφάσεις και στις κοινωνικές ρωγμές που εκτρέφει η συγκεκριμένη πραγματικότητα με μια δικαστική ετυμηγορία αν όχι με την αστραπιαία αστυνομική κλήτευση. 

Υπάρχει πλέον μια ανάγνωση του ‘ελληνικού προβλήματος’ που σταχυολογεί καθημερινές τραυματικές εμπειρίες και τις εξισώνει με τα δομικά προβλήματα του ελληνικού καπιταλισμού και του πολιτικού συστήματος. Έτσι, για παράδειγμα, το έλλειμμα παιδείας του Έλληνα οδηγού στο δρόμο ή οι κακές πρακτικές πολλών ως προς τη φροντίδα για το περιβάλλον λογαριάζονται περίπου ως οι αιτίες των περιβαλλοντικών αδιεξόδων του συγκεκριμένου προτύπου «ανάπτυξης» που δομήθηκε εδώ και πολλές δεκαετίες. Σα να μην έχει πλέον τόση σημασία  η ασκούμενη πολιτική και οι μεγάλες αποφάσεις αλλά μόνο η εφαρμοσμένη ηθική των ατόμων. Όμως οι όροι με τους οποίους εκπαιδεύονται και αναπαράγονται οι ατομικές προτιμήσεις και συμπεριφορές είναι κοινωνικοί και πολιτικοί. Και φυσικά είναι αυτοί οι όροι που προσδιορίζουν, σε σημαντικό βαθμό, τους τρόπους της κοινωνικής δράσης, τις κουλτούρες της διαμαρτυρίας και τη σχέση των ανθρώπων με τους νόμους.

Η φιλολογία περί ανομίας συνοδεύει ωστόσο τη μετατόπιση των ελίτ προς έναν νεοφιλελευθερισμό της «τάξης», προς μια αντίληψη για τη δημοκρατία ως εκ των άνω μεταρρυθμισμού για την αναγκαστική εμπέδωση στο κοινωνικό σώμα μιας νέας συλλογικής ηθικής. Στο επίκεντρο αυτής της προσέγγισης είναι η αποκοπή της πολιτικής από τον «λαϊκισμό», όρος ο οποίος χρησιμοποιείται πλέον ως γενικός αφορισμός κάθε λαϊκής αντίρρησης σε προαποφασισμένες λύσεις και συνταγές θεραπείας. Με άλλα λόγια, η έμφαση στα «φαινόμενα ανομίας» υποδηλώνει τη στροφή των κυρίαρχων δυνάμεων από την κοινωνική νομιμοποίηση στην κρατική νομιμότητα, από την αντιπροσώπευση στην επιβολή του μονόδρομου με έκτακτα διατάγματα.

Το ερώτημα δεν είναι έτσι αν υφίστανται και αν αυξάνονται τα φαινόμενα αντιθεσμικής οργής και αντιπολιτικού ατομικισμού. Δεν είναι επίσης το αν υπάρχουν, πράγματι, φαινόμενα ενός λαϊκισμού των ιδιωτικών συμφερόντων και των αυταρχικών πειρασμών. Ποιος θα το αρνηθεί; Το πρόβλημα είναι ότι όλα αυτά τα φαινόμενα γίνονται ένα εργαλείο για εκείνο το επιχείρημα που βλέπει τον εξορθολογισμό του συστήματος με τους όρους της ακραίας νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης.

Η έλλογη πολιτικοποίηση των αντιστάσεων και της ανυπακοής είναι μια σύνθετη και πολύ δύσκολη ιστορία. Δοκιμάζεται, συχνά με αποτυχίες, μέσα σε συνθήκες διάχυτων φόβων και συλλογικής κατάθλιψης. Μέσα σε συγκυρίες «απομάγευσης» του κόσμου της πολιτικής.  Αλλά κάθε αντίσταση και έκφραση ανυπακοής δεν συνιστά, όπως λένε οι διανοούμενοι του «Μνημονίου ως ευκαιρίας», ένα συναισθηματικό και αμυντικό ψυχόδραμα. Μπορεί να είναι συγχρόνως και το πεδίο της δυνατότητας για μια νέα επινόηση της δημοκρατίας και της λαϊκής υποκειμενικότητας. Το πεδίο εντέλει για την ανάπτυξη νέων μορφών κοινωνικής συνεργασίας και λαϊκής αλληλεγγύης. Για αυτό ακριβώς τον λόγο δεν έχει νόημα έχει να ζητάς εχέγγυα ορθολογισμού και ανεπίληπτης πολιτικότητας από κάθε μορφή συλλογικής δράσης.

Από μια άποψη, όσοι επιμένουν στον κίνδυνο της ανομίας φαίνεται να έχουν «λύσει» μια και καλή το πρόβλημα: σπεύδουν να διαγνώσουν πίσω από κάθε σύγκρουση μια κοινωνική ανωμαλία, έναν ψυχοπαθολογικό ανορθολογισμό και μια αντικοινωνική ιδιοτέλεια. Ο λόγος τους μοιάζει εντέλει να μεταφέρει στο παρόν τα κλασικά ολιγαρχικά στερεότυπα περί της «χυδαιότητας του όχλου». Και όταν αυτά τα ολιγαρχικά στερεότυπα συνδυάζονται με την υποκριτική ρητορική περί σεβασμού στους θεσμούς, τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο ανησυχητικά…