Κυριακή 22 Μαΐου 2011

“ο Λαμπράκης δεν δολοφονήθηκε” *

* ΟΜΟΦΩΝΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΩΝ ΕΝΟΡΚΩΝ 27 Δεκεμβρίου 1966
Ανακοινώνεται η ομόφωνη ετυμηγορία των ενόρκων σύμφωνα με τη οποία
“ο Λαμπράκης δεν δολοφονήθηκε”
Ο εισαγγελέας ΠΑΥΛΟΣ ΔΕΛΑΠΟΡΤΑΣ σχολιάζοντας την απόφαση:
“Η απόφαση μοιάζει με φως εξαντλημένης ηλεκτρικής στήλης”
(από:  http://arcadia.ceid.upatras.gr/arkadia/culture/personalities/Lambrakis/dikiapofasi.html)


του Μποστ από http://giusurum.blogspot.com/2010/05/blog-post.html

100 ΩΡΕΣ ΤΟΥ ΜΑΗ
Τα τεκμήρια μιας πολιτικής δολοφονίας

Η ταινία – δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ “100 ώρες του Μάη” αναφέρεται στη δολοφονία του βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη στη Θεσσαλονίκη τον Μάη του 1963. Αποκαλύπτει τη σύνθεση των μηχανισμών του παρακράτους της εποχής, το οποίο και τότε – όπως και τώρα – αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι του επίσημου αστικού κράτους. Φωτίζει την ιεραρχία των παρακρατικών οργανώσεων, στην κορυφή της οποίας βρίσκονται επίσημα όργανα του κράτους και κυβερνητικά στελέχη.

Ακολούθως, αποδεικνύει ότι η δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη δεν ήταν μια αυθαίρετη ενέργεια του “παρακράτους” αλλά εντάσσεται στα πλαίσια των τρομοκρατικών επιθέσεων του νεοφασιστικού καθεστώτος της εποχής εναντίον των αντιφρονούντων.

Ο Δήμος Θέος, ένας από τους δύο σκηνοθέτες, γράφει για την ταινία: «Μέσα στην αλαμπουρνέζικη κοινωνία, όπως εκείνη στις δεκαετίες 1950-1970, περίοδος κατά την οποία ο χαζοχαρούμενος κινηματογράφος της Φίνος Φιλμ βρισκόταν στο ζενίθ του, το φιλμ 100 ώρες του Μάη συνιστά μια εξέγερση. Ερχόταν να θέσει τα δάχτυλα επί των τύπων των ήλων. Φυσικά η ταινία απαγορεύτηκε. Χρειάστηκε να περάσουν κάπου δεκαπέντε χρόνια για να μπορέσει, μετά την Μεταπολίτευση να προβληθεί στην Ελλάδα».

Πράγματι η προβολή της ταινίας απαγορέυτηκε από το τμήμα λογοκρισίας του τότε υπουργείου Προεδρίας. Και είναι λογικό, αφού σχεδόν 40 χρόνια μετά, η επίσημη ιστορία ακόμα γράφει ότι η δολοφονία έγινε από παρακρατικούς, “χωρίς άμεση ή έμμεση ανάμειξη της κυβέρνησης”**.
**Ιστορία του νεότερου και του σύγχρονου κόσμου, 'Γ Γενικού Λυκείου, σελ. 158

Σκηνοθεσία:    Φώτος Λαμπρινός, Δήμος Θέος
Σενάριο:    Δήμος Θέος, Φώτος Λαμπρινός
Διεύθυνση Φωτογραφίας:    Τάκης Καλατζής, Γιάννης Καλοβυρνάς
Μοντάζ:    Δήμος Θέος
Μουσική:    Νικηφόρος Ρώτας
Παραγωγός:    Δήμος Θέος
Αφήγηση:    Θόδωρος Μαλικιώσης
Τύπος:    35mm Ασπρόμαυρο
Χώρα Παραγωγής:    Ελλάδα
Διάρκεια:    28'
Έτος Παραγωγής:    1964




Αυτόπτης: Η δική μου μαρτυρία για τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη

του ΘΑΝΑΣΗ ΓΡΕΒΙΑ, από την ΑΥΓΗ, 22.05.11

Τη νύχτα της 22ας προς την 23η Μαΐου 1963 έλαχε σε μένα η τιμή να κρατήσω στα χέρια μου, για τέσσερις και πλέον ώρες, στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ της Θεσσαλονίκης, το σώμα -την κεφαλή- του βαρύτατα τραυματισμένου Γρηγόρη Λαμπράκη, χωρίς -δυστυχώς για εκείνον- να συμβεί, ανυποψίαστος όπως ήμουν, να ψαύσω την πίσω πλευρά του κρανίου του, ώστε να εντοπίσω την κρανιακή κάκωση που, όπως αργότερα έγινε γνωστό, είχε υποστεί από τον σιδερολοστό με τον οποίο ο -εκ των δολοφόνων του, επιβαίνων στην καρότσα του τρικύκλου- Εμμανουηλίδης, του είχε καταφέρει συντριπτικό χτύπημα στο πίσω μέρος του κρανίου του.

Μέλος από τις πρώτες μέρες του 1960 της οργάνωσης σπουδάζουσας της νεολαίας της ΕΔΑ, συμμετείχα στη συγκέντρωση, σε μια μικρή αίθουσα του 1ου ορόφου ενός παλαιού κτίσματος, που προσήλθε, τραυματισμένος στο μέτωπο από τους παρακρατικούς τραμπούκους, που είχαν, με την ανοχή και τη συνεργασία της Χωροφυλακής, κατακλύσει τη διασταύρωση των οδών Βενιζέλου και Ερμού, όπου μίλησε ο Γρηγόρης Λαμπράκης.

Με το τέλος της ομιλίας του, συνοδευόμενος μόνον από δυο-τρεις συνεργάτες του (εξαίρετους μεν αγωνιστές, αλλά εντελώς άπειρους σχετικά με τις μεθόδους που χρησιμοποιούσαν οι τότε διωκτικοί μηχανισμοί για να τρομοκρατουν τους αριστερούς πολίτες) από την Επιτροπή Ειρήνης και Αφοπλισμού της Θεσσαλονίκης, αποχώρησε από το κτήριο, και οι αξιωματικοί της Χωροφυλακής που -προφανώς βάσει σχεδίου- έλεγχαν απ’ έξω την είσοδο-έξοδο, έκλεισαν την πόρτα, και, έτσι, εμάς μεν μας εγκλώβισαν στο εσωτερικό του κτηρίου, τον Λαμπράκη δε και τους δυο-τρεις συνοδούς του τους υποχρέωσαν να κινηθούν, μόνοι και απροστάτευτοι, ανάμεσα σε 250 - 300 παρακρατικούς τραμπούκους, δήθεν «αγανακτισμένους πολίτες», που η Χωροφυλακή και διάφορες παρακρατικές οργανώσεις, όπως η «Καρφίτσα» του γερμανοντυμένου στην Κατοχή «φον» Γιοσμά, είχαν επιστρατεύσει για να συγκροτήσουν «αντισυγκέντρωση», και, με ύβρεις και επιθέσεις, να δυσκολέψουν, ή και να ματαιώσουν, την προσέλευση και συμμετοχή των πολιτών της Θεσσαλονίκης στη συγκέντρωση.

Όταν, ύστερα από περίπου 15' που άνοιξε ξανά η πόρτα του κτηρίου και επιτράπηκε σε μερικούς από εμάς να βγούμε απ’ αυτό, και, μαζί με άλλους (θυμάμαι καλά τον Σπύρο Σακκέτα) βρέθηκα ανάμεσα στους χωροφύλακες και τους αλαλάζοντες τραμπούκους, η επίθεση κατά του Λαμπράκη, με το τρίκυκλο του Κοτζαμάνη, και -κυρίως, αν όχι αποκλειστικώς- τον σιδερολοστό του επιβαίνοντος στην καρότσα του Εμμανουηλίδη, είχε ολοκληρωθεί, το τρίκυκλο είχε απομακρυνθεί, και το σώμα του βαρύτατα τραυματισμένου Λαμπράκη είχε στριμωχθεί σε ένα μικρό Ι.Χ. επιβατηγό αυτοκίνητο, με το οποίο και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ.

Συμπτωματικά, η ματιά μου έπεσε στη γωνία της οδού Σπανδωνή -εκεί, δηλαδή, όπου, σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά τις επόμενες μέρες, ελλόχευαν, με το τρίκυκλό τους, οι Κοτζαμάνης και Εμμανουηλίδης, και, απ’ όπου, καθώς επλησίασε ο Λαμπράκης, εφόρμησαν εναντίον του- και όπου διέκρινα όλη την ομάδα των ασφαλιτών (Μητρομάρα, «ξανθό», Μπαμπουξίδη κ.λπ.) που ήταν επιφορτισμένοι με την παρακολούθηση της δράσης μας στις πανεπιστημιακές σχολές, και, μεταξύ τους, τον -τότε-μοίραρχο Κατσούλη, που, σύμφωνα με βάσιμες πληροφορίες που περιήλθαν σε δημοσιογράφους που ερευνούσαν την υπόθεση της δολοφονίας, ήταν αυτός που υπέδειξε στους Κοτζαμάνη και Εμμανουηλίδη τον Λαμπράκη και έδωσε την εντολή της εφόρμησης.
Έφθασα στο νοσοκομείο περίπου τα μεσάνυχτα, και με μια μικρή ομάδα μελών της ΝΕΔΑ (θυμάμαι καλά τον Λαοκράτη Χαλβατζή και τον Μιχάλη Σπυριδάκη) στεκόμασταν ακριβώς στην είσοδο και ανταλλάσσαμε πληροφορίες σχετικά με την επίθεση κατά του Λαμπράκη, όταν, περίπου μισή ώρα μετά τα μεσάνυχτα, εμφανίσθηκε κάποιος με ιατρική μπλούζα, απευθύνθηκε σε εμάς, μας είπε ότι είναι γιατρός του νοσοκομείου, μας ερώτησε αν είμαστε εκεί για τον Λαμπράκη, του απαντήσαμε ναι, και ζήτησε έναν από εμάς να βοηθήσει, γιατί το νοσοκομείο δεν είχε διαθέσιμο νοσοκόμο.

Προσφερθήκαμε όλοι, βρέθηκα εγώ πιο κοντά του, τον ακολούθησα στο εσωτερικό του νοσοκομείου, πολύ πιθανόν κατεβήκαμε στο υπόγειο και μπήκαμε σε ένα κακοφωτισμένο και περίκλειστο θάλαμο, όπου πρώτα διέκρινα τον -επίσης βαρύτατα τραυματισμένο από τους παρακρατικούς τραμπούκους Γιώργη Τσαρουχά, βουλευτή της ΕΔΑ, και την κόρη του Καίτη Τσαρουχά, γραμματέα, τότε, της οργάνωσης της σπουδάζουσας- να στέκεται κοντά του και να τον φροντίζει, και, αμέσως μετά, το σώμα του Γρηγόρη Λαμπράκη επάνω σε ένα -όπως αμέσως μετά ανακάλυψα- ξύλινο κρεββάτι, από τρεις μακρόστενες σανίδες στηριζόμενες πάνω σε δύο ή τρία μεταλλικά «Π».

Ο γιατρός μου είπε να καθίσω σε μια μεταλλική καρέκλα πίσω από την κεφαλή του Λαμπράκη και μου έδειξε πώς, με τα χέρια μου, να κρατώ την κεφαλή του, στην κάτω σιαγόνα, συνέχεια και σταθερά προς τα πίσω, για να διευκολύνεται, έτσι, η εισπνοή-εκπνοή, και να μην πέφτει η κεφαλή του μπροστά, και αποχώρησε. Αμέσως μετά παρατήρησα ότι του είχαν κάνει τραχειοτομή (ή τραχειοστομία) και του είχαν τοποθετήσει τραχειοσωλήνα.

Καθώς το σώμα του Λαμπράκη ήταν γυμνό από τη μέση και πάνω παρατήρησα ότι στιν θώρακα, το στομάχι, την κοιλιά, και τα πλευρά του δεν έφερε καμμία -εξωτερική τουλάχιστον, και εμφανή- σωματική βλάβη. Ωστόσο, ο Λαμπράκης βρισκόταν σε κατάσταση που -γενικά είχα ακούσει ότι- ονομάζεται κωματώδης, ανέπνεε με μεγάλη δυσκολία, είχε απώλεια όλων των αισθήσεών του, και, για μένα (φοιτητή της Νομικής και εντελώς άσχετο με τα ιατρικά), η κατάστασή του αυτή ήταν -σύμφωνα με όσα γνώριζα μέχρι εκείνες τις ώρες για τις συνθήκες του τραυματισμού του-ανεξήγητη.

Πολύ περισσότερο μάλιστα αφού διαπίστωσα ότι ούτε καν ορό δεν του είχαν τοποθετήσει, ούτε καν ένα «τσιρότο» στην ανοιχτή πληγή του μετώπου του δεν του είχαν επιθέσει, αλλά και ότι αυτός ο θάλαμος αποκλειόταν να είναι θάλαμος νοσηλείας (για «μονάδα εντατικής θεραπείας» ούτε λόγος) και μάλιστα ενός νεόδμητου, τότε, νοσοκομείου, όπως ήταν το ΑΧΕΠΑ. Από τότε έχω την υποψία ότι επρόκειτο για τον συνήθη στα νοσοκομεία και τις κλινικές νεκροθάλαμο.

Μέχρι τις τρεις το πρωί δεν εμφανίσθηκε στον θάλαμο ούτε γιατρός ούτε νοσοκόμος, η εισπνοή-εκπνοή του Λαμπράκη γινόταν όλο και πιο δυσχερής, δυνατότητα εσωτερικής επικοινωνίας εμένα (και της Καίτης) με γιατρό ή νοσοκόμο δεν υπήρχε, όπως βέβαια δεν υπήρχε και δυνατότητα επικοινωνίας μας με την οργάνωση της Επιτροπής Πόλης της ΕΔΑ, κανένα από τα μέλη της οποίας -ή, έστω, κάποιος γιατρός, ή δικηγόρος, από τους πολλούς που γνωρίζαμε ως μέλη και στελέχη της ΕΔΑ, ούτε καν ο αεικίνητος και πανταχού παρών, όταν τον χρειαζόμασταν, αγωνιστής δικηγόρος Σύλλας Παπαδημητρίου δεν είχε εμφανισθεί στον θάλαμο.

Και, ξαφνικά, άνοιξε η πόρτα του θαλάμου, εμφανίσθηκε ο γιατρός, και τον ακολουθούσαν οι -γνωστοί στην Καίτη και εμένα, από σειρά δικών πού είχαμε μέχρι τότε ως κατηγορούμενοι για τη δράση μας ως αριστερών φοιτητών- Μήτσου (διοικητής Μακεδονίας της Χωροφυλακής), Καμουτσής (διοικητής Θεσσαλονίκης της Χωροφυλακής, και -τι σύμπτωση- διοικητής του Ε' τμήματος, στην αρμοδιότητα του οποίου υπαγόταν, το 1947, το σημείο όπου δολοφονήθηκε ο Γιάννης Ζεύγος), Δόλκας (διοικητής της «εθνικής ασφάλειας» Θεσσαλονίκης), και ο -επίσης γνωστός σε εμάς- αντεισαγγελέας Εφετών Παύλος Δελλαπόρτας, και πλησίασαν στο κρεββάτι όπου κείτονταν ο Λαμπράκης.

Ο Δόλκας -που, την Καίτη και εμένα, μάς εγνώριζε καλά, και κατά τα επώνυμά μας, από -πολύκροτη, τότε- δίκη μας στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο και Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπου κατέθεσε ως μάρτυρας κατηγορίας, και, μαζί με τους συντρόφους μας Ειρήνη Παπατσαρούχα-Μίσσιου, Κώστα Νταϊλιάνα, Αλέκο Γρίμπα, Κώστα Παπακωνσταντίνου, και Νίκο Μυρσίνη, ήμασταν κατηγορούμενοι για «περιύβριση αρχής» (της «εθνικής ασφάλειας» Θεσσαλονίκης) «διά του τύπου»- απευθύνθηκε σε εμένα ρωτώντας με επιτιμητικά και -όπως εκείνος φαντάζονταν-καταφρονητικά: «τι κάνεις εδώ εσύ, ρε παλιοκομμουνιστή;», του έδειξα τον γιατρό, και εκείνος τους εξήγησε τον λόγο της εκεί παρουσίας μου.

Πλησίασαν, περίπου ερευνητικά, το σώμα του Λαμπράκη, και, με κινήσεις και μορφασμούς απορίας, έδειχναν να μη γνωρίζουν (όπως βέβαια δε ν εγνώριζα και εγώ) την κρανιοεγκεφαλική κάκωση στο -τριχωτό μάλιστα- πίσω (αθέατο, έτσι όπως ήταν, ανάσκελα, ξαπλωμένος ο Λαμπράκης), μέρος της κεφαλής του, ο δε γιατρός, μπροστά μου τουλάχιστον, δεν τους παρέσχε καμία πληροφορία, έμμεσα ή άμεσα σχετική με την πραγματική αιτία της -κωματώδους-καταστάσεως του Λαμπράκη.

Αμέσως μετά ο Δόλκας άρχισε να τους λέει ότι η εκεί παρουσία μου ήταν επικίνδυνη, επειδή «οι κομμουνιστές μπορεί να μου δώσουν εντολή να σκοτώσω» τον Λαμπράκη για να «αποδώσουν τον θάνατό του στην εθνικόφρονα παράταξη», αλλά ο Παύλος Δελλαπόρτας του απάντησε ότι «γνωρίζει καλά» την Καίτη και εμένα, ότι είμαστε «έντιμοι νέοι», και ότι «αποκλείει» κάθε τέτοιο «κίνδυνο». Έφυγαν από τον θάλαμο, αλλά ο Π. Δελλαπόρτας έμεινε τελευταίος, στράφηκε προς την Καίτη και εμένα, σήκωσε τα χεράκια του (ήταν πολύ βραχύσωμος), ένωσε τα δάκτυλά του σε γροθιές, και -ψιθυριστά, αλλά εμφανώς- μάς προέτρεψε και μας ενθάρρυνε, ή, τουλάχιστον, εγώ αυτό κατάλαβα- «να κρατήσουμε καλά».

Έμεινα εκεί, κρατώντας στα χέρια μου την κεφαλή του Λαμπράκη, σχεδόν μέχρι τις πέντε το πρωί, όπου εμφανίσθηκε ο γιατρός, μου είπε ότι δεν χρειάζεται πλέον η βοήθειά μου, βγήκα στο προαύλιο του νοσοκομείου, όπου ήταν ακόμη -πολλοί- φοιτητές, μέλη της οργάνωσης οι περισσότεροι, και τους αφηγήθηκα όσα είχαν συμβεί κατά τη διάρκεια των τεσσάρων-πέντε ωρών που κράτησα στα χέρια μου την κεφαλή του Λαμπράκη.
Από τις επόμενες μέρες, και επί σαρανταοκτώ χρόνια από τότε, διερωτώμαι:
Καλά, εγώ, ούτε υποψιασμένος ήμουν ως προς την πιθανότητα να ήταν τραυματισμένος ο Λαμπράκης στην πίσω πλευρά της κεφαλής του (όλες οι, μέχρι τη χρονική στιγμή που μπήκα με τον γιατρό στο νοσοκομείο, πληροφορίες μου έλεγαν ότι το τρίκυκλο τον χτύπησε στο κορμί του), ούτε είχα, στοιχειώδεις έστω, ιατρικές γνώσεις για να αντιληφθώ την ύπαρξη της κρανιακής κάκωσης.

Αλλά, ήταν δυνατόν, από επιστημονική-ιατρική άποψη, οι γιατροί του νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ να μην έψαυσαν, αμέσως μόλις εκείνος διακομίσθηκε και τον παρέλαβαν, και επί πέντε, τουλάχιστον, ώρες μετά, το οπίσθιο τμήμα της κεφαλής του Λαμπράκη, όπου υπήρχε το συντριπτικό κάταγμα; Αν όχι, γιατί; Αν ναι, γιατί δεν (;) εντόπισαν και δεν (;) διέγνωσαν το συντριπτικό κάταγμα; Και, σε κάθε περίπτωση, γιατί, αυτές τις κρισιμότατες πρώτες πέντε-έξι ώρες, που κρίθηκε, αμετάκλητα, σύμφωνα με όσα τότε ειπώθηκαν από τους Έλληνες και ξένους επιστήμονες που ήρθαν στη Θεσσαλονίκη, η πορεία της υγείας του, απόθεσαν -για να μη χρησιμοποιήσω καμιά βαρύτερη λέξη- το σώμα του Λαμπράκη σε ένα νεκροκρέββατο του νοσοκομείου, χωρίς καμμία -έστω και στοιχειώδη για τις δυνατότητες εκείνης της εποχής- ιατροφαρμακευτική και νοσοκομειακή φροντίδα και περίθαλψη;

Αθήνα, 20/5/2011

Σάββατο 21 Μαΐου 2011

Το όνομά του «λαός της Αριστεράς».

Η κατάληψη της Βαστίλλης, Henri Paul Perrault (1867–1932), via Wikipedia


του Ρούσσου Βρανά

Γεννήθηκε...
... στις 10 Μαΐου 1981, στην Πλατεία Βαστίλλης, µε θυελλώδεις πανηγυρισµούς. Το όνοµά του «λαός της Αριστεράς». Ετσι είχε βαφτίσει ο Πιερ Μορουά τα εκατοµµύρια των ανδρών και των γυναικών που τότε είχαν ρίξει στις κάλπες το ψηφοδέλτιο που έγραφε «Μιτεράν». Τριάντα χρόνια ύστερα από εκείνη την ευφορία, η φωνή της Αριστεράς έχει χαµηλώσει. Αποκοµµένη από τη βάση, δεν συγκεντρώνει πια εκείνον τον λαό που την είχε φέρει στην εξουσία.

Ενα πολιτικό...
... κοκτέιλ από σοσιαλιστές, αριστεριστές και κοµµουνιστές (µέχρι την αποχώρησή τους από την κυβέρνηση Μιτεράν, όταν αυτή έγινε νεοφιλελεύθερη), ύστερα από ένα τέταρτο του αιώνα, έφερνε τότε στην εξουσία τον «λαό της Αριστεράς». Οµως, αυτή η έκφραση µάλλον απλουστεύει την πραγµατικότητα. «Ακόµη και η λέξη “λαός” δεν είναι παρά µια απλούστευση», λέει ο Ρεµί Λεφέβρ, καθηγητής των Πολιτικών Επιστηµών στο Πανεπιστήµιο της Λίλης. «Στην πραγµατική ζωή βλέπουµε διάφορες κοινωνικές κατηγορίες. Ο “λαός της Αριστεράς” δεν είναι λοιπόν παρά µια πολιτική διατύπωση που αναφέρεται σε µια συγκεκριµένη στιγµή, όταν διάφορες κοινωνικές κατηγορίες έκαναν την υπέρβαση µε ένα κοινό ξέσπασµα». Τριάντα χρόνια αργότερα, υπάρχει ακόµη ο «λαός της Αριστεράς»; Μετά τον Μιτεράν, ένας στους τρεις εργάτες ψήφιζαν Λεπέν και µόλις ένας στους οκτώ Ζοσπέν, γράφει ο Ολιβιέ Πασκάλ-Μουσελάρ. Σήµερα, οι εργαζόµενοι κοιτάζουν µε δυσπιστία την αριστοκρατία του Σοσιαλιστικού Κόµµατος και τους διανοούµενούς του, που ένα µέρος του πέρασε στη δούλεψη του Σαρκοζί. Πόσοι ηγέτες του και πόσοι βουλευτές του είναι εργάτες; Το 1981 το συντηρούσε η λαϊκή βάση του. Σήµερα µοιάζει πιο πολύ µε ένα κόµµα προυχόντων και προεστών. Και όπως έδειξε η περίπτωση Στρος-Καν, ανάλογη είναι και η συµπεριφορά τους. «Πώς οι λαϊκές τάξεις θα αισθανθούν ότι ανήκουν στον “λαό της Αριστεράς”, λέει ο Ρεµί Λεφέβρ, «όταν το µεγαλύτερο κόµµα της δεν µιλάει ποτέ γι’ αυτές;».

Τα αίτια...
... ωστόσο για να υπάρξει µια µεγάλη κινητοποίηση του λαού υπάρχουν, και όχι µόνο στη Γαλλία: το κραχ του 2008, οι κραυγαλέες ανισότητες, οι επιθέσεις που δέχεται η παιδεία, οι κίνδυνοι που απειλούν τον δηµόσιο τοµέα της οικονοµίας. Τον δέκατο ένατο αιώνα η Αριστερά διεκδικούσε τις βασικές ελευθερίες. Τον εικοστό την ισότητα. Τι διεκδικεί η Αριστερά του εικοστού πρώτου αιώνα; Προδοµένη από τα σοσιαλιστικά κόµµατα, δυσκολεύεται να ανταποκριθεί ταυτόχρονα στις προσδοκίες των εργατών που θέλουν να κλείσουν τα σύνορα για να σωθούν οι δουλειές τους, των υπαλλήλων που θέλουν να διατηρήσουν τα κεκτηµένα τους, των µικροµεσαίων επιχειρηµατιών που ελπίζουν κι αυτοί σε µια ευκαιρία. Γι’ αυτό ακριβώς είναι κατακερµατισµένη. Οµως, όλοι αυτοί µαζί αποτελούν το 99% του λαού που σήµερα αποδεκατίζεται από την ολιγαρχία του χρήµατος. Και γι’ αυτό, λέει ο Πασκάλ-Μουσελάρ, είναι όλοι τους απαραίτητοι για εκείνο το κοινό ξέσπασµα που θα ξανακατακτήσει τη Βαστίλλη.  

Με ποιο κόµµα;...
... ∆εν γνωρίζουµε. Ας το ονοµάσουµε προσωρινά «Κόµµα της Βαστίλλης».

από ΤΑ ΝΕΑ, 20.05.11

Παρασκευή 20 Μαΐου 2011

«Πολέμα και μην πεθάνεις από πείνα»

Poster for League for Industrial Democracy, designed by Anita Willcox during the Great Depression, showing solidarity with struggles of workers and poor in America, By photo by judy seidman, CC-BY-3.0, via Wikimedia Commons

 του Παναγιώτη Λίλλη, από τη «Διεθνιστική Αριστερά», 25.02.11


Σ’ αυτό το άρθρο αναφερόμαστε σε μια από τις κορυφαίες στιγμές του αμερικάνικου εργατικού κινήματος, το κίνημα των ανέργων στη δεκαετία του ’30, για την ακρίβεια απ’ το 1929 μέχρι το 1935. Με την ανεργία στη χώρα μας να καλπάζει –ήδη ξεπέρασε το 13,5% και τους 600 χιλ. ανθρώπους– τα μαθήματα απ’ αυτή τη μαζική πολιτική εμπειρία μπορεί να μας φανούν χρήσιμα, πολύ σύντομα.

Στις 29 Οκτωβρίου, την επονομαζόμενη «Μαύρη Τρίτη», το χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης είχε μια απότομη και κατακόρυφη πτώση. Τους μήνες και τα χρόνια που ακολούθησαν, το χρηματιστήριο είχε μια κίνηση-σπιράλ προς τα κάτω, που διακοπτόταν από στιγμιαίες ανόδους, μέχρι την τελική κατάρρευση του 1932. Μέσα σε τρία χρόνια οι μετοχές έχασαν το 89% της αξίας τους.
Η πτώση στο χρηματιστήριο δεν ήταν η αιτία της κρίσης, αλλά το πρώτο κτύπημα στο όργιο της κερδοσκοπίας, που είχε ανθίσει τα προηγούμενα χρόνια. Η φούσκα της πίστωσης είχε ξεπεράσει κατά πολύ τα φυσικά όρια της οικονομίας.

Οι συνέπειες ήταν καταστροφικές. Η κρίση επεκτάθηκε διεθνώς και αγκάλιασε όλο τον κόσμο. Το παγκόσμιο εμπόριο έπεσε κατά 60-70%, λόγω των προστατευτικών μέτρων που έπαιρναν τα διάφορα κράτη για να αποκλείσουν τις ανταγωνιστικές δυνάμεις να διεισδύσουν στις αγορές που ήλεγχαν. Οι 11 χιλ., από τις 25 χιλ. αμερικάνικες τράπεζες, χρεοκόπησαν. Τα κέρδη των επιχειρήσεων από 10 δισ. το 1929 έπεσαν στο 1 δισ. το 1932. Ο στασιμοπληθωρισμός (το ράλι πτώσης τιμών και μισθών) οδήγησε στο μαζικό κλείσιμο εργοστασίων. Το 1933, η ανεργία  έφτασε στο 25%, με 13 εκατ. άνεργους. Αυτή τη χρονιά υπήρχαν επίσης 2 εκατ. άστεγοι και περίπου 35 εκατ. Αμερικανοί πολίτες (απ’ τα 130 εκατ. πληθυσμό), ζούσαν χωρίς σταθερό μισθό.
 
Οι επιπτώσεις στην καθημερινή ζωή των εργαζομένων ήταν δραματικές. Μια ζωή οργανωμένη γύρω απ’ τη δουλειά και την οικογένεια διαλύθηκε. Το φαινόμενο του υποσιτισμού των παιδιών των ανέργων πήρε μαζικές διαστάσεις. Το 1931 καταγράφηκαν ακόμη και περιπτώσεις πείνας στην πλουσιότερη χώρα του κόσμου. Οι αρρώστιες εξαπλώθηκαν με την επιστροφή των παλιών επιδημιών. Τα ποσοστά γάμων και γεννήσεων έπεσαν θεαματικά. Οι χωρισμοί των ζευγαριών και οι αυτοκτονίες εκτοξεύτηκαν στα ύψη. Οι νέοι άντρες και οι νέες γυναίκες αρκεί εγκατέλειπαν μαζικά τις οικογενειακές τους εστίες και μετατρέπονταν σε περιπλανώμενους της υπαίθρου και των μεγάλων πόλεων[1].

Η κυβέρνηση του Χούβερ όχι μόνο δεν μπόρεσε να προλάβει τα γεγονότα, αλλά ούτε να τα προβλέψει. Ο αμερικάνος πρόεδρος λίγες μέρες πριν τη «Μαύρη Τρίτη» δήλωνε: «Σήμερα στην Αμερική βρισκόμαστε πιο κοντά στο να πετύχουμε την ολοκληρωτική νίκη έναντι της φτώχειας από κάθε άλλη στιγμή στην ιστορία οποιασδήποτε χώρας». Αλλά και μετά το ξέσπασμα της κρίσης δεν προσπάθησε να προωθήσει κάποια πρακτική πολιτική λύση. Ο αμερικάνος πρόεδρος συνήθιζε να λέει ότι για τη φτώχεια και την ανεργία αρκούσε η φιλανθρωπία στο κοινοτικό επίπεδο και δεν χρειαζόταν κάποια κρατική παρέμβαση.

Όμως οι ιδέες του Χούβερ δεν ήταν μια προσωπική ιδιομορφία ή εξαίρεση. Για την κοινή γνώμη του αμερικάνικου κατεστημένου «οι φτωχοί ήταν άξιοι της μοίρας τους»[2]. Ο Κάλβιν Κούλιτζ, προηγούμενος πρόεδρος των ΗΠΑ, σχολίαζε εκείνα τα χρόνια για την ανεργία με μια σοφία εφάμιλλη του Ρήγκαν και του Μπους: «Όταν ολοένα περισσότεροι άνθρωποι χάνουν τις δουλειές τους, τότε εμφανίζεται ανεργία». Ο δε Χένρι Φορντ, ο Πάπας της αμερικάνικης βιομηχανίας, δήλωνε το 1931: «Η κρίση οφείλεται στο ότι ο μέσος άνθρωπος αρνείται να εργαστεί ευσυνείδητα… υπάρχει πολλή δουλειά… αρκεί οι εργάτες να θέλουν να δουλέψουν…». Λίγες βδομάδες αργότερα απέλυε 75.000 εργάτες[3].

Ο Χούβερ όμως έθαψε εντελώς το πολιτικό του μέλλον, όταν διέταξε το στρατό (ούτε καν την αστυνομία) να χτυπήσει βετεράνους του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Οι βετεράνοι διαδήλωναν με τις οικογένειές τους στην Ουάσιγκτον για να πληρωθούν «πατριωτικά επιδόματα» που τους είχαν υποσχεθεί μετά τη λήξη του πολέμου. Την επιχείρηση καταστολής ανέλαβαν να υλοποιήσουν αξιωματικοί που αργότερα έγιναν διάσημοι στρατηγοί στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: Μακ Άρθρουρ, Αϊζενχάουερ, Πάτον. Από τότε άρχισαν να μαζεύουν παράσημα ανδρείας και να χτίζουν τη στρατιωτική τους καριέρα.

Στις προεδρικές εκλογές του 1932, νικητής με θριαμβευτικό τρόπο αναδείχτηκε ο Φράνγκλιν Ντελεάνο Ρούσβελτ, που επίκεντρο της προεκλογικής του εκστρατείας ήταν ο «μικρός άνθρωπος»…

Από τη διαμαρτυρία, στο ριζοσπαστισμό 

Αυτή η νέα μαζική κοινωνική εμπειρία της φτώχειας και της ανεργίας σκόρπισε την παλιά κυρίαρχη ιδεολογία, που έπνιγε στις ενοχές και τη ντροπή τους φτωχούς και τους άνεργους και τους έσπρωχνε στην απομόνωση και τη μοιρολατρία. Αυτή τη φορά τα ερωτήματα «γιατί» και «ποιος φταίει» έψαχναν άλλες απαντήσεις και τις έβρισκαν έξω από τον κόσμο του «αμερικάνικου ονείρου».

Οι πρώτες εκδηλώσεις της αλλαγής στη συνείδηση των φτωχών και των ανέργων ήταν οι λεηλασίες τροφίμων. Ομάδες των 30-40 μελών λεηλατούσαν αποθήκες τροφίμων, αλλά οι ιδιοκτήτες των αποθηκών απέφευγαν να καταγγείλουν τα γεγονότα, για να μη δημοσιοποιηθούν σε όλη τη χώρα. Το 1930, πάνω από 1.000 άνδρες, που περίμεναν στην ουρά για συσσίτιο (bread line) του Στρατού της Σωτηρίας, επιτέθηκαν σε δύο φορτηγά, που μετέφεραν τρόφιμα και γλυκά σε ένα ξενοδοχείο… Ήταν η πιο αυθόρμητη, μαζική και δημόσια λεηλασία που είχε γίνει μέχρι τότε.

Το πνεύμα εξέγερσης εξαπλωνόταν συνέχεια. Οι πριν λίγο απελπισμένοι άνθρωποι δεν περίμεναν πια να τους βοηθήσει η κυβέρνηση, αλλά βοηθούσαν οι ίδιοι τους εαυτούς τους, δρώντας άμεσα. Να ένα παράδειγμα χαρακτηριστικό των καιρών: «…Η Μόλι Τζάκσον μπήκε στο τοπικό παντοπωλείο, ζήτησε ένα σακί αλεύρι… γέμισε μια σακούλα με ζάχαρη… και είπε στον παντοπώλη: “Θα σε δω σε 90 μέρες. Έχω να ταΐσω κάμποσα παιδιά… Μη φοβάσαι, θα σε πληρώσω”. Κι όταν εκείνος διαμαρτυρήθηκε, η Μόλι έβγαλε το πιστόλι της και είπε: “Μάρτιν, αν προσπαθήσεις να μου πάρεις πίσω το  φαΐ, ορκίζομαι ότι θα αδειάσω το πιστόλι μου πάνω σου, ακόμα και αν πρόκειται να με εκτελέσουν αύριο το πρωί”…»[4].

Μετά τις λεηλασίες, οι ανταλλαγές προϊόντων ήταν επίσης μια εναλλακτική πρακτική επιβίωσης, ιδιαίτερα σε περιοχές με αγροτικές εργασίες. Τα διάφορα δίκτυα αλληλεγγύης μεταξύ των φτωχών (και όχι φιλανθρωπία της «καλής κοινωνίας» προς τους «πάσχοντες και ανάγκη έχοντες») κέρδιζαν συνέχεια έδαφος. Το 1933 όμως, όταν η κρίση έφτασε στο κορυφαίο σημείο της, ο δρόμος για την επιβίωση έπρεπε να περάσει σε μορφές δράσης πιο οργανωμένες και πολιτικές.

Ακτιβισμός και αιτήματα

Οι διαδηλώσεις των ανέργων και των φτωχών, ακόμη και στο πρώτο τους στάδιο το χαοτικό και αυθόρμητο, ήταν έντονα πολιτικές. Κυριαρχούσαν τα συνθήματα: «Πολέμα και μην πεθάνεις από πείνα», «Δουλειά ή μισθούς». Και όσο σταθεροποιούνταν πολιτικά οι διαδηλώσεις, έπαιρναν όλο  και περισσότερο χαρακτήρα ανταρσίας και κατευθύνονταν στα δημαρχεία των πόλεων, απαιτώντας τρόφιμα, επιδόματα και δουλειές. Ακόμα και όταν η αστυνομία διέλυε εύκολα τις «διαδηλώσεις της πείνας», οι δήμαρχοι και η κατώτερη κρατική γραφειοκρατία δεν μπορούσαν να αγνοήσουν το πρόβλημα και αργά ή γρήγορα υπέκυπταν στις πιέσεις των δημοτών τους.

Καταλυτικό ρόλο σ’ αυτή την εξέλιξη έπαιξε η παρέμβαση των αριστερών οργανώσεων, αλλά ιδιαίτερα ο ακτιβισμός της βάσης του Κομουνιστικού Κόμματος, που συσπείρωνε εξάλλου την πλειοψηφία της εργατικής πρωτοπορίας. Τα μέλη και τα στελέχη του ΚΚ είχαν διαπαιδαγωγηθεί όλα αυτά τα χρόνια στις σκληρότερες συνθήκες της ταξικής πάλης (συγκρούσεις με την αστυνομία, τους φασίστες και τους μπράβους των βιομηχάνων, φυλακές και βασανιστήρια, δουλειά στην παρανομία, διωγμοί των αριστερών συνδικαλιστών από τη γραφειοκρατία, ρατσιστική βία και εθνοτικοί διαχωρισμοί, κτίσιμο σωματείων σε χώρους που ο συνδικαλισμός ήταν παράνομος κ.λπ.). Αυτή ήταν η δύναμη που σε τοπικό επίπεδο ξεπέρασε τα φράγματα της σταλινικής σεχταριστικής πολιτικής της ηγεσίας του κόμματος.

Παράλληλα, στο επίπεδο των διεκδικήσεων, το κίνημα προχωρούσε από τα άμεσα στα μεταβατικά αιτήματα. Σ’ αυτό τον τομέα, η συμβολή της τροτσκιστικής Αριστεράς στις ζυμώσεις και τα ξεκαθαρίσματα ήταν η πιο σοβαρή[5]. Από τα τρόφιμα (ιδιαίτερα το απλό και ταπεινό «γάλα για τα παιδιά») στο πέρασμα για τη χορήγηση επιδομάτων ήταν εύκολο. Από κει  και πέρα όμως, κάθε νέο προχώρημα έπρεπε να περάσει από τη δοκιμασία μεγάλων αντιπαραθέσεων. Από τα γενικά επιδόματα (που είχαν άρωμα φιλανθρωπίας) μέχρι το επίδομα ανεργίας που ήταν ταξική απαίτηση και από κει μέχρι το «δουλειά ή μισθοί», κάθε βήμα αντιστοιχούσε σε ανάλογα πολιτικά ανεβάσματα.
Έτσι η προπαγάνδα για το σοσιαλισμό έβγαινε σαν το αποτέλεσμα της κρίσης και του αδιεξόδου του καπιταλισμού. Αφού αυτή η κοινωνία δεν μπορεί να προσφέρει στα μέλη της δουλειά για μια αξιοπρεπή ζωή, τότε γιατί δεν την αλλάζουμε;  Εκείνη την εποχή αυτό το συμπέρασμα και ερώτημα μαζί δεν απασχολούσε μόνο τους στρατευμένους επαναστάτες, αλλά όλο και περισσότερους ακτιβιστές.

Στις 6 Μαρτίου το 1930, στα πλαίσια της παγκόσμιας μέρας κατά της ανεργίας και ενώ η ανεργία δεν είχε ακόμη ξεπεράσει το 9%, το ΚΚ οργάνωσε διαδηλώσεις σ’ όλη τη χώρα. Για το κόμμα, η ανεργία ήταν ο «βασικός κρίκος της αλυσίδας» για να συγκεντρώσει γύρω του πλατιές μάζες και να τις ριζοσπαστικοποιήσει. Εκείνη τη μέρα μαζεύτηκαν στη Νέα Υόρκη  100 χιλ. διαδηλωτές και παναμερικανικά πάνω από 500 χιλ. Ήταν μια απρόσμενη επιτυχία ακόμη και για τους ίδιους τους οργανωτές.

Τίποτα όμως δεν μπορούσε να ξεπεράσει τη συγκεκριμένη τοπική δουλειά οργάνωσης και αντίστασης στις εργατικές συνοικίες. Στην κορυφαία της στιγμή η μαζική διαμαρτυρία έφτασε με τις κινητοποιήσεις ενάντια στις εξώσεις. Το 1931, το κίνημα των ανέργων είχε ακυρώσει 75χιλ. εξώσεις μόνο στην περιοχή της Νέας Υόρκης.

Σ’ αυτό το σημείο αξίζει να αναφέρουμε, σε γενικές γραμμές και ελεύθερη μετάφραση, την εμπειρία των ακτιβιστών και ακτιβιστριών του ΚΚ ΗΠΑ:

«…Και λοιπόν τι θα κάναμε για όλα αυτά; Πώς μπορούσε μια μικροκαμωμένη γυναίκα να αλλάξει τον κόσμο; Θα σας το πω. Είναι μια καλή ιστορία, γιατί εκείνες τις μέρες ξεκινήσαμε τη δράση μας. Συγκροτήσαμε τα Συμβούλια Ανέργων… Ανοίξαμε ένα γραφείο στο κέντρο της γειτονιάς. Πηγαίναμε το πρωί, κάναμε καφέ και ετοιμαζόμασταν… Ξαφνικά όλο και κάποιος άνοιγε την πόρτα και έμπαινε στο γραφείο. Ακολουθούσε λίγο-πολύ η ίδια συζήτηση:  “Καλημέρα. Ποιος είστε; Μόλις έχω απολυθεί”. Και τότε ξεσπούσαμε σε κραυγές: “Ζήτω, ακόμη ένας απολύθηκε. Θαυμάσια!” Ο άνθρωπος μας κοιτούσε κατάπληκτος και μας έπαιρνε για τρελές. Απόλυση γι’ αυτόν σήμαινε όχι μισθό, όχι λεφτά για νοίκι, πουθενά μέρος για να κοιμηθεί, τίποτα για να φάει… Του εξηγούσαμε αμέσως ότι για μας σήμαινε ακόμη έναν σύντροφο για να μοιράζει προκηρύξεις… Έτσι προσπαθούσαμε να αλλάξουμε την ψυχολογία του, που είχε καταρρεύσει, και να μετατρέψουμε τη δυστυχία του σε δράση… Είχαμε πάρει την απόφαση ότι θα ελέγχαμε τις ζωές μας. Είχαμε πάψει να είμαστε τα θύματα… Κανένας μόνος του… Όλοι μαζί μπορούσαμε να νικήσουμε…»[6].

Αλλά αν η προηγούμενη μαρτυρία αφορούσε τη «δουλειά γραφείου», η επαναστατική αγκιτάτσια γινόταν φοβερό όπλο τη στιγμή της έξωσης:

«…Στο μεταξύ βγαίναμε στο μπαλκόνι και φωνάζαμε στο πλήθος που μαζευόταν από κάτω, στο δρόμο: “Γείτονες, αδέλφια εργάτες. Είμαστε γυναίκες άνεργων εργατών και η αστυνομία μας κάνει έξωση. Σήμερα κάνουν έξωση σ’ εμάς, αύριο θα είναι η σειρά σας. Ό,τι θα συμβεί σ’ εμάς, θα συμβεί και σ’ εσάς. Δεν έχουμε δουλειά. Δεν έχουμε φαγητό. Τα νοίκια είναι πολύ ψηλά. Έχει έρθει η αστυνομία για να μας πετάξει έξω. Θα το επιτρέψετε;” Το κλασικό μοτίβο στη συνέχεια ήταν το εξής: σε λίγη ώρα ο δρόμος γέμιζε όχι μόνο με περίεργους, αλλά με άνεργους και εργαζόμενους της συνοικίας, που ήταν εξαγριωμένοι και είχαν απειλητική διάθεση απέναντι στην αστυνομία και στους φορτοεκφορτωτές. Ήδη στο σπίτι επάνω διεξαγόταν μια άγρια και άνιση σωματική πάλη. Απ’ τη μια οι άνθρωποι της εταιρείας μεταφορών τραβούσαν τα έπιπλα και απ’ την άλλη οι γυναίκες τα κρατούσαν με πείσμα. Όταν τελικά οι φορτοεκφορτωτές έβγαζαν τα έπιπλα στο δρόμο, κάνοντας όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, έφευγαν τρέχοντας. Σε λίγο, δεκάδες και εκατοντάδες χέρια μετέφεραν ξανά τα έπιπλα πάνω στο σπίτι και στη θέση που ήταν προηγουμένως, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα…»[7].

Να ακόμη ένα παράδειγμα άμεσης δράσης από τοπικούς οργανωτές του κόμματος στο Σικάγο:

«…Μιλούσαμε απλά και εξηγούσαμε την πλατφόρμα, τα αιτήματα και τις δράσεις του Συμβουλίου Ανέργων… φτάνοντας στο τέλος είπαμε : “Υπάρχει καμιά ερώτηση;”… Ξαφνικά ένας γέρος μαύρος άντρας σηκώθηκε και ρώτησε: “Τι θα κάνετε για τη μαύρη οικογένεια που της έκαναν έξωση σήμερα; Είναι έξω στο δρόμο με τα έπιπλά τους…”. Ο πρόεδρος κι εγώ απαντήσαμε σχεδόν αμέσως: “Πολύ απλό! Σταματάμε εδώ τη συζήτηση, πάμε και ξαναβάζουμε τα έπιπλα πίσω στο σπίτι… Και μετά συνεχίζουμε…”. Έτσι και έγινε… Πήγαμε, μεταφέραμε τα έπιπλα και τα ξαναβάλαμε στη θέση τους, όπως ήταν πριν. Μετά ξαναγυρίσαμε στην αίθουσα που είχαμε τη συνάντηση. Αυτή τη φορά η αίθουσα ξεχείλιζε από κόσμο»[8].

Δύο ήταν τα άμεσα αποτελέσματα της τοπικής δουλειάς του κόμματος στο μέτωπο της ανεργίας. Καταρχήν η μάζα των ανέργων στράφηκε αριστερά και αποτέλεσε μια πολύτιμη συμμαχία στους συνδικαλιστικούς αγώνες των επόμενων χρόνων. Και ύστερα το ΚΚ γνώρισε μια πρωτοφανή ανάπτυξη της οργανωμένης δύναμής του. Από 7.000 μέλη στα τέλη της δεκαετίας του ’20, έφτασε στα 75.000 μέλη στα μέσα της δεκαετίας του ’30.

Η κρίσιμη χρονιά του 1934

Το 1933 η ανεργία υποχώρησε λίγο (απ’ το 25% έπεσε στο 21,5%). Αυτή η μικρή ανάσα έδωσε στο εργατικό κίνημα την ευκαιρία να περάσει στην αντεπίθεση του 1934. Είχαν ήδη περάσει 15 χρόνια από την τελευταία μεγάλη ταξική αναμέτρηση του 1919. Σε τρεις μεγάλες απεργιακές μάχες (αυτοκινητοβιομηχανία του Τολέδο, οδηγοί φορτηγών της Μινεάπολης και «εργάτες του νερού» στη Δυτική Ακτή-Σαν Φρανσίσκο) αναμετρήθηκαν συνδικάτα της βάσης με τα καπιταλιστικά μονοπώλια και νίκησαν. Και στις τρεις περιπτώσεις οι απεργίες είχαν πολιτική ηγεσία κόμματα και οργανώσεις της Αριστεράς. Στο Τολέδο ήταν το Σοσιαλιστικό Κόμμα που καθοδηγούσε την απεργία, στη Μινεάπολη ο τροτσκιστικός Κομμουνιστικός Σύνδεσμος και στο Σαν Φρανσίσκο το Κομμουνιστικό Κόμμα.

Οι μάχες αυτές ξέφυγαν απ’ το στενό τοπικό χαρακτήρα τους και έγιναν κέντρο της προσοχής όλης της χώρας. Πρώτος λόγος γι’ αυτό ήταν τα αιτήματα των απεργών: αναγνώριση των συνδικάτων, αυξήσεις μισθών και επαναπρόσληψη των απολυμένων. Ήταν αιτήματα που αγκάλιαζαν όλη την εργατική τάξη, ξεκόβοντας από την παλιά συνδικαλιστική παράδοση των στενών συντεχνιακών διεκδικήσεων. Δεύτερος λόγος ήταν η σκληρότητα της αναμέτρησης. Οι επιχειρηματίες, αφού απέτυχαν να μπλοκάρουν το ξέσπασμα των απεργιών με διάφορα «εργοδοτικά σωματεία», προσπάθησαν στη συνέχεια να τις διαλύσουν με απεργοσπάστες υπό την προστασία ιδιωτικής αστυνομίας και της Εθνικής Φρουράς. Στις συγκρούσεις που επακολούθησαν, οι απεργιακές φρουρές (από εργαζόμενους και άνεργους) δεν διαλύθηκαν, παρά τις δολοφονίες και τους τραυματισμούς αγωνιστών…
Μετά από μήνες απεργιών, οι επιχειρηματίες και η κυβέρνηση αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Πέρα από τις επιμέρους συνδικαλιστικές συμφωνίες, η κυβέρνηση του Ρούσβελτ αναγκάστηκε να ψηφίσει, το 1935, τον πρώτο νόμο κοινωνικής ασφάλισης που συμπλήρωσε και με ένα πρόγραμμα δημοσίων έργων, προσφέροντας δουλειά σε εκατομμύρια άνεργους[9]. Αλλά αν αυτό ήταν το άμεσο αποτέλεσμα των απεργιακών μαχών, η πιο σοβαρή επίπτωση ήταν η ραγδαία εξάπλωση του συνδικαλισμού και η συγκρότηση της CIO (Κογκρέσο Βιομηχανικών Συνδικάτων).

Σ ’αυτές τις μεγάλες ταξικές μάχες το αποτέλεσμα κρίθηκε από κάποιες στρατηγικές προϋποθέσεις:

1. Από την ενότητα ανέργων και εργαζόμενων. Το κίνημα των ανέργων μεταμόρφωσε τους ανέργους από μια άβουλη μάζα, που τροφοδοτούσε τους απεργοσπαστικούς μηχανισμούς, σε μαχητική δύναμη κρούσης ενάντια στη βία των ιδιωτικών και πολιτειακών αστυνομιών και της εθνοφρουράς. Και στις τρεις μάχες που αναφερόμαστε, οι άνεργοι ήταν στην πρώτη γραμμή άμυνας των απεργών.
2. Από το σπάσιμο των φυλετικών διαχωρισμών, που τη δεκαετία του ’20 ήταν το βασικό εργαλείο της αντίδρασης ενάντια σε κάθε κίνημα. Αυτή τη φορά, ακόμη και συντηρητικοί συνδικαλιστές κατάλαβαν ότι, για να νικήσουν οι απεργίες, οι λευκοί εργάτες είχαν ανάγκη το «μαύρο αδελφό».
3. Η πρωτοβουλία για τις απεργίες είχε αφετηρία τη βάση των συνδικάτων στους χώρους δουλειάς και όχι την υψηλή ιεραρχία των συντεχνιακών συνδικάτων της AFL. Οι τοπικές ηγεσίες των συνδικάτων δεν βρίσκονταν μόνο κάτω από τον ασφυκτικό έλεγχο των μελών τους, αλλά και των εργατικών κοινοτήτων (με τις οικογένειες τους, τους ανέργους και τα πληβειακά μεσοστρώματα της περιοχής) γύρω από τα εργοστάσια.

Επίλογος

Το 1935, η κοινωνική νομοθεσία της κυβέρνησης του Ρούσβελτ σημάδεψε το τέλος του πρώτου κύκλου του κινήματος των ανέργων. Η κυρίαρχη μυθολογία θέλει να μας λέει ότι η ευαισθησία του προέδρου ήταν που έκρινε αυτές τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις στον καιρό της μεγαλύτερης οικονομικής κρίσης… Η αλήθεια όμως ήταν διαφορετική. Η αλήθεια ήταν ότι η νέα πολιτική πραγματικότητα, οι νέοι συσχετισμοί που διαμορφώθηκαν μέσα απ’ την ταξική πάλη της πρώτης περιόδου της κρίσης (1929-1935), απέδειξαν ότι και σε περίοδο κρίσης, σαν και αυτή που περνάμε σήμερα, το εργατικό κίνημα έχει και μπορεί να επιβάλλει λύσεις στα προβλήματα της φτώχειας και της ανεργίας. Και αυτό έγινε δυνατό γιατί οι ιδέες, που καθοδηγούσαν το κίνημα, ήταν οι ιδέες της ριζοσπαστικής Αριστεράς.


Σημειώσεις
1. F.F.Piven, R.Cloward, «Poor peoples’ movements», 1977.
2. Alberto Alesina, Edward L. Claeser, «Η καταπολέμηση της φτώχειας στις ΗΠΑ και την Ευρώπη», 2009.
3. Χάουαρντ Ζιν, «Ιστορία του λαού των ΗΠΑ», εκδόσεις Αιώρα, 2009.
4. Χάουαρντ Ζιν, «Ιστορία του λαού των ΗΠΑ», εκδόσεις Αιώρα, 2009.                               
5. Albert Weisbord, «A concrete program for the uneployed», 1930.
6. Rose Cherin, «Organising the uneployed in the Bronx in the 1930s», 1949.
7. Rose Cherin, «Organising the uneployed in the Bronx in thw 1930s», 1949.
8. F.F.Piven, R.Cloward, «Poor peoples movements», 1977.
9. Danny Lucia, «The uneployed movement of the 1930s», ISR, 2010.

Πέμπτη 19 Μαΐου 2011

Το μάθημα της καμαριέρας

Porträt einer Zofe, 1916, Amedeo Modigliani [Public domain], via Wikimedia Commons

της Σίσσυς Βωβού, ΑΥΓΗ, 19.05.11


Έχουμε μπροστά μας ένα πολύ συνηθισμένο, αλλά σπάνια τιμωρούμενο παράπτωμα ή κακούργημα, αυτό της σεξουαλικής παρενόχλησης στον χώρο της εργασίας ή και του βιασμού. Μια καμαριέρα καταγγέλλει έναν πελάτη ξενοδοχείου για απόπειρα βιασμού, σεξουαλική παρενόχληση και ομηρία. Όταν πάει να καθαρίσει το δωμάτιο, ο πελάτης τη ρίχνει κάτω και προσπαθεί να τη βιάσει, μετά την κλειδώνει στην τουαλέτα. Αυτή φωνάζει, έρχονται άλλοι ταπεινοί εργαζόμενοι και εργαζόμενες, γίνεται θέμα, έρχεται η αστυνομία, το θέμα δεν μπορεί πλέον να κρυφτεί, οδηγούμαστε στη σύλληψη του πελάτη και όλα τα επόμενα.

Αυτό δεν γίνεται για πρώτη φορά στο Σόφιτελ της Νέας Υόρκης, όπως είπε ο εισαγγελέας του δικαστηρίου. Είχαν γίνει πολλές καταγγελίες στο παρελθόν και δεν είχε προχωρήσει η δικαστική διαδικασία, γιατί το πράγμα κουκουλωνόταν. Ο ίδιος πελάτης, κατηγορούμενος σήμερα, έμενε τακτικά σ’ αυτό το ξενοδοχείο. Είτε οι καταγγελίες ήταν γι’ αυτόν ή για κάποιον/κάποιους άλλους, το γεγονός είναι ότι κουκουλωνόντουσαν για να μην χάσει το καλό του όνομα το Σόφιτελ και συνεπώς την πληρότητά του. Όταν ο πελάτης είναι και σε σουίτα 3.000 δολαρίων την ημέρα, μάλλον θα υπήρχε περισσότερη «διακριτικότητα» απέναντι σε τίποτα ατασθαλίες ή καταγγελίες, ενδεχομένως και χρηματισμός των θυμάτων ή της διεύθυνσης του ξενοδοχείου.

Το θέμα ξέφυγε. Και η αμερικανική Δικαιοσύνη αποφάσισε κατ’ εξαίρεσιν να λειτουργήσει με βάση την ισονομία των πολιτών και τους νόμους, που λένε ότι διώκεται ποινικά ο βιασμός και η σεξουαλική επίθεση κατά των γυναικών γενικά και στον χώρο της εργασίας επίσης. Αυτούς τους νόμους δηλαδή που για χρόνια και δεκαετίες έχουν αγωνιστεί οι Αμερικανίδες φεμινίστριες για να ψηφιστούν, ενώ κάθε φορά λοιδορούνταν από την πατριαρχική αντίληψη ότι είναι «υπερβολικοί», ότι «αντιστρατεύονται τη σεξουαλικότητα», ότι είναι στο πνεύμα της «πολιτικής ορθότητας» και γενικά ότι εξυπηρετούν μόνο την υστερία των φεμινιστριών.

Κι ενώ έχουμε μπροστά μας την καταγγελία μιας συνηθισμένης κακουργηματικής πράξης από μια εργαζόμενη, βοά η Γαλλία για σκευωρία, παίρνουν φωτιά τα ΜΜΕ για να ανακαλύψουν ποιος την οργάνωσε, την ίδια ώρα που ελάχιστοι και ελάχιστες αναρωτιούνται για την καμαριέρα ή πιστεύουν την καταγγελία της, ελάχιστοι αναρωτιούνται για την ψυχική της κατάσταση και το σοκ που υπέστη, γιατί δεν τους μένει τηλεοπτικός χρόνος από τους θρήνους τους για το βασανιστήριο και τον διασυρμό που προκαλούν οι χειροπέδες σ’ έναν μεγαλόσχημο εκπρόσωπο του κατεστημένου.

Και όλα τα παραπάνω, όταν ο ίδιος ο μεγαλόσχημος εκπρόσωπος δεν μίλησε για σκευωρία, απλώς κατασκεύασε ένα άλλοθι και όταν δεν του βγήκε κατασκεύασε ένα άλλο. Και επίσης όταν όλοι οι «γνωστοί», οι «φίλοι» και οι «συνεργάτες», για χρόνια προσπαθούσαν να συγκαλύψουν τις ατασθαλίες ή τα κακουργήματά του. Ενώ κάποιες παθούσες, που ήδη εμφανίστηκαν, απλώς λένε ότι δεν τολμούσαν να τον καταγγείλουν γιατί ήταν «μεγάλος». Δηλαδή πολλοί και πολλές γνώριζαν, αλλά τι να κάνουμε, έχει και τις αδυναμίες του, κανείς δεν είναι τέλειος.

Σήμερα έχουμε τη χαρά να γιορτάζουμε μια μεγάλη νίκη του δικαιώματος των εργαζομένων γυναικών για αξιοπρέπεια στην εργασία και εναντίον της σεξουαλικής παρενόχλησης. Μια νίκη παγκοσμίων διαστάσεων, ένα μάθημα για την αξία των φεμινιστικών αγώνων, ένα φόβητρο για την αλαζονεία, έστω και του πιο μεγαλόσχημου εκπρόσωπου αυτού του μικρού πλανητικού χωριού.

Φυσικά τα γυναικεία δικαιώματα εν προκειμένω μπλέκονται με τον θεσμικό ρόλο του θύτη, που τον βλέπουμε να καταρρέει σαν τον Δράκουλα την αυγή, δίνοντας χαρά και αγαλλίαση σε πολλούς και πολλές, για τον αντικοινωνικό θεσμικό του ρόλο, αφού εκπροσωπούσε έναν κτηνώδη εκπρόσωπο ενός κτηνώδους κατεστημένου και οργανισμού.

Όλοι αυτοί αλλά και αυτές, προοδευτικοί και προοδευτικότεροι, πριν προλάβουν να ευχαριστήσουν την καμαριέρα που έσπασε τη σαπουνόφουσκα της αλαζονείας και της αυτοπεποίθησης του μεγάλου διασώστη, αρχίζουν να λοιδορούν τον δικό μας πρωθυπουργό που είναι μεν καμαριέρα, αλλά δεν έχει την τόλμη της νεαρής μιγάδας του Σόφιτελ. Γιατί δεν θα ξεχάσουμε ότι καμαριέρα, πλύστρα, υπηρέτρια, όλα αυτά τα κακά όχι μόνο του τα αποδίδουν απαξιώνοντας σκληρά και τίμια εργαζόμενες γυναίκες, αλλά και ξεδίνουν, ας μην ξεχνάμε, με το γεμάτο αντιδραστικά κλισέ χιούμορ, αφού είναι τόσο απαραίτητο τις σκληρές μέρες που ζούμε. «Χιούμορ» που το βλέπουμε να κυκλοφορεί σε επίσημα ΜΜΕ όσο και σε κάθε είδους διαδικτυακή επικοινωνία. Τι κρίμα κι αυτό!

svovou@otenet.gr

Τετάρτη 18 Μαΐου 2011

"Το τρίκυκλο ήταν της χούντας!"

Από το Τρίκυκλο στα Τανκς – Εκδηλώσεις Μνήμης για τους Δολοφονημένους Βουλευτές Γιώργη Τσαρουχά και Γρηγόρη Λαμπράκη, από Θεσσαλονίκη Ανοιχτή Πόλη

του Τριαντάφυλλου Μηταφίδη*, από την ΑΥΓΗ, 18.05.11

Την Τετάρτη 22 Μαΐου 1963 θα διαδραματιζόταν στη Θεσσαλονίκη μια από τις κορυφαίες στιγμές της σύγχρονης τραγωδίας, που θα σφράγιζε ανεξίτηλα την ιστορία της χώρας. Ο βουλευτής της ΕΔΑ Γρηγόρης Λαμπράκης, 51 ετών, υφηγητής της Ιατρικής και βαλκανιονίκης, έπεφτε θανάσιμα τραυματισμένος, στη διασταύρωση των οδών Βενιζέλου - Ερμού, από τους παρακρατικούς φονιάδες Σπύρο Γκοτζαμάνη και Εμμανουήλ Εμμανουηλίδη, που εφόρμησαν με «τρίκυκλο» εναντίον του. Κλινικά νεκρός, «ο μαραθωνοδρόμος της ειρήνης» θα αφήσει την τελευταία του πνοή στις 27/5/1963 στο ΑΧΕΠΑ.

Την τύχη του Λαμπράκη λίγο έλειψε να έχει και ο βουλευτής Καβάλας της ΕΔΑ Γιώργης Τσαρουχάς, που λίγο πριν είχε χτυπηθεί από τους παρακρατικούς «αντιφρονούντας», οι οποίοι πολιορκούσαν τα γραφεία του «Δημοκρατικού Συνδικαλιστικού Κινήματος», όπου γινόταν η συγκέντρωση των «Φίλων της Ειρήνης». Ό,τι δεν κατάφερε ο θηριώδης παρακρατικός τραμπούκος «Αντωνάρας» Πιτσώκος, που κακοποίησε άγρια τον Γ. Τσαρουχά, θα το καταφέρουν πέντε χρόνια αργότερα οι δήμιοι της Χούντας. Στις 9/5/1968, στα γραφεία της ΚΥΠ στο Γ' Σ.Σ. θα δολοφονήσουν μετά από βασανιστήρια τον Γιώργη Τσαρουχά.

Η δολοφονία του Λαμπράκη ήταν βασικός κρίκος μιας μακριάς αλυσίδας συνωμοσιών και εγκλημάτων με στρατηγικό στόχο την επιβολή δικτατορίας. Γιατί «το τρίκυκλο ήταν της χούντας», όπως έγραψαν χαρακτηριστικά στο περιοδικό ΕΠΙΚΑΙΡΑ ο Γιώργος Μπέρτσος και ο Γιάννης Βούλτεψης, που, μαζί με τον Γιώργο Ρωμαίο, αποτέλεσαν συμβολικά «το δημοσιογραφικό τρίκυκλο», το οποίο συνέβαλε αποφασιστικά στην αποκάλυψη και διαλεύκανση των συνωμοτικών πτυχών αυτού του στυγερού πολιτικού εγκλήματος.

Ήδη από το 1962, ο Γ. Γεωργαλάς, ο θεωρητικός εγκέφαλος της χούντας, είχε εισηγηθεί στην ΚΥΠ την οργάνωση «αντισυγκεντρώσεων προς εξουδετέρωσιν των κομμουνιστών υπό καταλλήλων προσώπων» - όπως π.χ. ήταν η ψευδεπίγραφη αντικομμουνιστική συμμορία «Σύνδεσμος Αγωνιστών και Θυμάτων Εθνικής Αντιστάσεως Βορείου Ελλάδος» του δωσίλογου φον Ξ. Γιοσμά. Την εκπόνηση των σχεδίων για τις αντισυγκεντρώσεις είχε αναλάβει η λεγόμενη «Αφανής Επιτροπή», που είχε συσταθεί μετά την εκλογική επιτυχία της ΕΔΑ το 1958, με την επίβλεψη-χρηματοδότηση της CIA. Από αυτό το «επιτελείο του εγκλήματος», στο οποίο συμμετείχε και ο κατοπινός αρχιπραξικοπηματίας Παπαδόπουλος, προήλθε το κατεπείγον σήμα του Γενικού Επιτελείου Στρατού προς τις στρατιωτικές μονάδες, στις 24/5/1963, με τίτλο «Ο ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΚΑΛΕΙ», που υπέγραφε ο στρατοδίκης της δίκης του ΑΣΠΙΔΑ συνταγματάρχης Απ. Ζαλαχώρης. Ο ίδιος, βέβαια, αποποιήθηκε κάθε ευθύνη, όταν διέφυγε στο εξωτερικό μετά το βασιλικό «αντιπραξικόπημα» - οπερέτα στις 13/12/1967. Ξεπερνώντας σε κυνισμό την κατάπτυστη ανακοίνωση της Αστυνομίας και τα δημοσιεύματα του φιλοκυβερνητικού Τύπου ότι ο Λαμπράκης έπεσε θύμα «τροχαίου ατυχήματος ενώ ηγείτο διαδηλώσεως κομμουνιστών»(!), ο Ζαλαχώρης θριαμβολογούσε για τη δολοφονία, αφού τάχα «ο λαός της Θεσσαλονίκης, προκληθείς υπό των ερυθρών πρακτόρων, έδωσε την απάντησίν του» (!) Ένας λαός, που με βουρκωμένα μάτια κατευόδωσε στον σιδηροδρομικό σταθμό τον «Σπάρτακο της Ειρήνης και της Δημοκρατίας» με το σύνθημα - έμβλημα μιας ολόκληρης γενιάς «ο Λαμπράκης ζει, σε αγώνες μάς καλεί!»

Γι' αυτό είχαν αποφασίσει ακόμη και την επιβολή στρατιωτικού νόμου την ημέρα της πάνδημης κηδείας του Γρ. Λαμπράκη, για να καταστείλουν «ενδεχόμενες κομμουνιστικές ταραχές» -όπως εξάλλου προέβλεπε και το ψυχροπολεμικό Σύνταγμα του 1952. Γιατί όχι, αφού η δολοφονία του Λαμπράκη ήταν «κομμουνιστική σκευωρία» (!) και, σύμφωνα με την «κυβέρνησιν του αίματος της ΕΡΕ» (Γ. Παπανδρέου), «ο διεθνής κομμουνισμός έχει εξαπολύσει μίαν οργανωμένην επίθεσιν εναντίον της Ελλάδος». Συνιστούσε μάλιστα «πράξιν δημαγωγικήν και αντεθνικήν η πολιτική εκμετάλλευσις των γεγονότων της Θεσσαλονίκης... παρόμοια των οποίων είναι δυνατόν να συμβούν εις όλα τα κράτη, και τα πλέον δημοκρατικά, και δεν δημιουργούν ευθύνας δια την κυβέρνησιν... εφ' όσον δεν δύνανται να ελεγχθούν παρ’ αυτής.» (!)

Χαρακτηριστικές για την αλαζονεία τους είναι οι εξοργιστικές δικαιολογίες του τότε πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή για τον «θάνατον του ασήμαντου και ατυχούς Λαμπράκη» (sic) στα "Απομνημονεύματά" του (5ος τόμος, σελ. 655-6):
«Από της πρώτης ημέρας κατέφθασαν εις την Θεσσαλονίκην πολιτικοί παράγοντες, διακεκριμένοι νομικοί και δημοσιογράφοι της αντιπολιτεύσεως, οι οποίοι ίδρυσαν ειδικόν γραφείον εν Θεσσαλονίκη, με σκοπόν την δημιουργίαν συγχύσεως και την χάλκευσιν μαρτυριών διά την απόδειξιν της ενοχής της κυβερνήσεώς μου.
Εν τούτοις, η πολιτική ευθύνη διά το έγκλημα λογικώς απεκλείετο. Πρώτον, διότι η κυβέρνησίς μου μόνον ζημίαν ηδύνατο να αναμένει εξ αυτού. Δεύτερον, διότι ο Λαμπράκης ως πολιτικός παράγων ήτο ασήμαντος, διά να μην είπω ανύπαρκτος. Και τρίτον και σπουδαιότερον, διότι μόνον ηλίθιοι θα ηδύναντο να οργανώσουν μίαν επισφαλή δολοφονίαν με τρίκυκλον εν μέσω Αγοράς.
Εις την πραγματικότητα, κατά τας πληροφορίας μου, συνέβησαν τα εξής: ο Λαμπράκης (...) είχε οργανώσει μίαν συγκέντρωσιν των 'Φίλων της Ειρήνης' εις την Θεσσαλονίκην, η οποία είχε λάβει χαρακτήρα κομμουνιστικόν. Κατά την διάρκειαν της ομιλίας του συνεκεντρώθησαν εις τον δρόμον εξτρεμιστικά στοιχεία της δεξιάς με πρόθεσιν να τον αποδοκιμάσουν. Φαίνεται ότι μεταξύ αυτών υπήρχαν και μερικοί οργανωμένοι, που είχαν ως σκοπόν όχι να δολοφονήσουν, αλλά να «στραπατσάρουν», όπως έλεγαν, τον Λαμπράκη και να προκαλέσουν σύγχυσιν μεταξύ των κομμουνιστών. Φαίνεται δε επίσης ότι ορισμένα αστυνομικά όργανα ηνέχθησαν τα σχέδια αυτά πιστεύοντας ότι με τον τρόπον αυτόν εκπληρούν την αντικομμουνιστικήν αποστολήν των.
Η αντιπολίτευσις ήτο αποφασισμένη να καπηλευθεί τον θάνατον του ατυχούς Λαμπράκη κα να αντλήσει εξ αυτού πολιτικά οφέλη. Παρεκώλυε το έργον της δικαιοσύνης, κατεσκεύαζε ψευδομάρτυρας και κατήγγειλε ως ύποπτον πάσαν ειλικρινή προσπάθεια της δικαιοσύνης όπως διαλευκάνει το έγκλημα.»

Η καθεστωτική, βέβαια, εκδοχή της ιστορίας εξαντλεί τη δικτατορία στην «ανταρσία μιας ομάδας επίορκων αξιωματικών», αθωώνοντας το καθεστώς των νικητών του εμφυλίου πολέμου (Παλάτι - Στρατός - «καχεκτικός» κοινοβουλευτισμός) που ζέσταινε στον κόρφο του το «αυγό του φιδιού» και λειτούργησε ως «θερμοκήπιο» της Χούντας. Έτσι, «μετά τα Ιουλιανά του 1965, ο διάχυτος φόβος των κυρίαρχων τάξεων τις έκανε αντικειμενικά πρόθυμες να αποδεχτούν την αντικατάσταση του κοινοβουλευτικού καθεστώτος από ένα καθεστώς έκτακτης ανάγκης», έγραψε ο Αριστόβουλος Μάνεσης.

Το «πράσινο φως» για το πραξικόπημα άναψε στην Ουάσιγκτον τον Φεβρουάριο του 1967, καθώς η χώρα μας αποτέλεσε πειραματικό εργαστήρι του «Ψυχρού Πολέμου» και προγεφύρωμα στρατηγικής σημασίας για τον έλεγχο της Μ. Ανατολής. Γι’ αυτό οι ΗΠΑ δεν τηρούσαν απλώς «μια στάση ανοχής προς τους δικτάτορες», όπως προκλητικά γράφει το εγχειρίδιο Ιστορίας της Γ' Λυκείου - διαψεύδοντας ακόμα και τον τέως πρόεδρο Κλίντον, που με το περιβόητο «I’m sorry» προσπάθησε να ξεπλύνει, ετεροχρονισμένα, τις αμαρτίες του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού στην επιβολή - επιβίωση του τυραννικού καθεστώτος των συνταγματαρχών.

Ή μήπως πρέπει να θυμίσουμε την αντίδραση του Έντγκαρ Χούβερ, του διαβόητου αρχηγού του F.B.I., στην προβολή του «Ζ» του Κώστα Γαβρά; Ο Χούβερ καλούσε τους «πιστούς Αμερικανούς» να μη δουν την ταινία γιατί θα διέπρατταν «αντιπατριωτική πράξη»...
 
ΥΓ. Ιδού η επίσημη εκδοχή για τη δολοφονία του Γρ. Λαμπράκη που διδάσκεται στα σχολεία, 47 χρόνια μετά:
..."Οι πληγές του Εμφυλίου Πολέμου δεν είχαν επουλωθεί και συχνές ήταν οι καταγγελίες του κόμματος της ΕΔΑ (Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά) για διακρίσεις σε βάρος της. Μάλιστα, τον Μάιο του 1963, μια παρακρατική οργάνωση*, χωρίς άμεση ή έμμεση ανάμειξη της κυβέρνησης, δολοφόνησε στη Θεσσαλονίκη τον βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη» (Ιστορία του Νεότερου και Σύγχρονου Κόσμου -από το 1815 έως σήμερα, για τη Γ' Τάξη Γενικού Λυκείου και Δ' Τάξη Εσπερινού Λυκείου Γενικής Παιδείας, σελ. 157-8)

* Ιδού και ο, κατά το σχολικό εγχειρίδιο, «ορισμός» τού τι εστί «παρακρατική οργάνωση»: Οργάνωση η οποία χρησιμοποιεί (sic) τον κρατικό μηχανισμό για να δρα παράνομα σε βάρος των πολιτών και με την κάλυψη του επίσημου κράτους (σελ. 245, οπ.π.)


* Ο Τριαντάφυλλος Μηταφίδης είναι δημοτικός σύμβουλος Θεσσαλονίκης, επικεφαλής της δημοτικής κίνησης «Ανοιχτή Πόλη»

Τρίτη 17 Μαΐου 2011

Η τυραννία του ατόμου

Το ξέσπασμα του φόβου, 1939, του Paul Klee (http://www.abcgallery.com) [Public domain], via Wikimedia Commons

Πώς από τις εμπειρίες του ολοκληρωτισμού φτάσαμε στον αποχαλινωμένο ατομικισμό, που ασκεί τυραννική εξουσία σε βάρος της κοινωνίας.

του Σβετάν Τοντόροφ, από την ΕΠΟΧΗ, 8.05.11


Για να πούμε ότι είναι μια εξουσία νόμιμη, δεν αρκεί να γνωρίζουμε με ποιο τρόπο έχει κατακτηθεί (για παράδειγμα, με ελεύθερες εκλογές ή πραξικόπημα), επιπλέον πρέπει να δούμε με ποιο τρόπο ασκείται. Πριν από 300 χρόνια, ο Μοντεσκιέ είχε διατυπώσει ένα κανόνα για να καθοδηγήσει την κρίση μας: «Κάθε εξουσία που δεν έχει όρια, δεν μπορεί να είναι νόμιμη» έγραφε.

Οι ολοκληρωτικές εμπειρίες του 20ού αιώνα μας έκαναν ιδιαίτερα ευαίσθητους στα κακουργήματα της χωρίς όρια εξουσίας του κράτους, που είναι σε θέση να ελέγξει κάθε πράξη τού κάθε πολίτη. Στην Ευρώπη, αυτά τα καθεστώτα ανήκουν στο παρελθόν, αλλά στις δημοκρατικές χώρες παραμένουμε ευαίσθητοι στις παρεμβάσεις της κυβέρνησης στις δικαστικές υποθέσεις ή στα μέσα ενημέρωσης, επειδή αυτό έχει ως αποτέλεσμα την κατάργηση κάθε ορίου που τίθεται στην εξουσία της. Οι επαναλαμβανόμενες επιθέσεις καθοδηγούμενες από το γάλλο πρόεδρο ή τον ιταλό πρωθυπουργό ενάντια στους δικαστικούς λειτουργούς και τους δημοσιογράφους απεικονίζουν αυτόν τον κίνδυνο.

Συλλογικό και ατομικό συμφέρον

Ωστόσο, το κράτος δεν είναι ο μοναδικός κάτοχος εξουσιών σε μια κοινωνία. Στις αρχές του 21ου αιώνα, στη Δύση το κράτος έχασε μεγάλο μέρος από το κύρος του, ενώ η ευρεία εξουσία που κατέχουν μερικά άτομα ή ομάδες ατόμων, έχει γίνει με τη σειρά της μια απειλή. Περνά εντούτοις απαρατήρητη, επειδή αυτή η εξουσία βαφτίζεται με ένα ωραίο όνομα, που οι πάντες το διεκδικούν, το όνομα της ελευθερίας. Η ατομική ελευθερία είναι αξία ανερχόμενη, οι υπερασπιστές του κοινού καλού μοιάζουν σήμερα απαρχαιωμένοι.

Διαπιστώνουμε εύκολα πώς γίνεται αυτή η ανατροπή στις πρώην κομμουνιστικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Εκεί το συλλογικό συμφέρον έχει πληγεί σήμερα από την καχυποψία: το προηγούμενο καθεστώς για να κρύψει τα αίσχη του είχε επικαλεστεί τόσο συχνά το συλλογικό συμφέρον, που κανείς πια δεν το παίρνει στα σοβαρά. Στο πρόσωπό του βλέπουμε μονάχα μια υποκριτική μάσκα. Εάν το μόνο κίνητρο συμπεριφοράς είναι η επιδίωξη του κέρδους με κάθε τρόπο και η δίψα για δύναμη, εάν η ανελέητη μάχη και η επιβίωση του ισχυρότερου είναι οι σκληροί νόμοι της ύπαρξης, τότε ας σταματήσουμε να προσποιούμαστε και ας αποδεχτούμε ανοιχτά το νόμο της ζούγκλας. Αυτή η παθητικότητα εξηγεί γιατί οι πρώην κομμουνιστές, άνθρωποι των μηχανισμών, ήταν σε θέση να φορούν με ανησυχητική ευκολία το νέο ένδυμα του υπερφιλελευθερισμού.

Χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, στις ΗΠΑ, σε ένα ιστορικό πλαίσιο εντελώς διαφορετικό, αναπτύχθηκε πρόσφατα το κίνημα Tea Party, του οποίου το πρόγραμμα διακηρύσσει την απεριόριστη ελευθερία των ατόμων και απορρίπτει κάθε κυβερνητικό έλεγχο. Απαιτεί να μειώσουμε δραστικά τους φόρους και κάθε άλλη μορφή αναδιανομής του πλούτου. Οι μόνες δημόσιες δαπάνες που βρίσκουν δικαιολογημένες οι υποστηρικτές του, αφορούν το στρατό και την αστυνομία, δηλαδή την ασφάλεια των ατόμων. Όποιος αντιτίθεται σε αυτή τη θεώρηση του κόσμου, αντιμετωπίζεται σαν κρυπτοκομμουνιστής! Το παράδοξο είναι ότι το κίνημα αυτό διεκδικεί τη χριστιανική θρησκεία, ενώ ο χριστιανισμός, όπως και οι άλλες μεγάλες πνευματικές παραδόσεις, συνιστά τη φροντίδα για τους αδύναμους και τους φτωχούς.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, περνάμε από το ένα άκρο στο άλλο, από το ολοκληρωτικό καθεστώς στο νεοφιλελεύθερο άτομο, από ένα ελευθεριοκτόνο καθεστώς σε ένα κοινωνιοκτόνο, εάν μπορούμε να το πούμε έτσι. Όμως η δημοκρατική αρχή θέλει όλες οι εξουσίες να υπόκεινται σε περιορισμούς: όχι μόνο οι εξουσίες των κρατών, αλλά και των ατόμων, ακόμα και όταν εμφανίζονται με προκάλυμμα την ελευθερία.

Η ελευθερία ως δικαίωμα και ως δυνατότητα

Η ελευθερία που έχουν οι κότες να επιτεθούν στις αλεπούδες, είναι αστεία, επειδή οι πρώτες δεν έχουν την ικανότητα να ασκήσουν αυτή την ελευθερία. Η ελευθερία της αλεπούς είναι επικίνδυνη γιατί η αλεπού είναι η πιο δυνατή. Με τους νόμους και τους κανόνες που θεσπίζει ο κυρίαρχος λαός, έχει το δικαίωμα να θέσει περιορισμούς στην ελευθερία όλων μας. Αυτός ο περιορισμός δεν επηρεάζει όλο τον πληθυσμό με τον ίδιο τρόπο, οριοθετεί αυτούς που έχουν ήδη πολλή εξουσία και προστατεύει αυτούς που έχουν πολύ λίγη.

Η οικονομική εξουσία είναι η πρώτη από τις εξουσίες που εναποτίθενται στα χέρια των ατόμων. Η εταιρεία έχει ως στόχο να δημιουργήσει κέρδη για τους μετόχους της χωρίς τα οποία είναι καταδικασμένη να εξαφανιστεί. Αλλά εκτός από τα ιδιαίτερα  συμφέροντά τους, οι κάτοικοι μιας χώρας έχουν κοινά ενδιαφέροντα, στην εξυπηρέτηση των οποίων οι εταιρείες δεν συμβάλλουν αυθόρμητα. Είναι ευθύνη του κράτους να αποδεσμεύσει τους απαραίτητους πόρους για να φροντίσει το στρατό και την αστυνομία, αλλά επίσης για την εκπαίδευση και την υγεία, το δικαστικό σύστημα και τις υποδομές. Ή για την προστασία της φύσης: το διάσημο αόρατο χέρι που αποδίδεται στον Άνταμ Σμιθ δεν εξυπηρετεί πολύ σε αυτή την περίπτωση. Το είδαμε κατά τη διάρκεια της διαρροής πετρελαίου στον Κόλπο του Μεξικού την άνοιξη του 2010: οι εταιρείες πετρελαιοειδών επιλέγουν φθηνά κατασκευαστικά υλικά και ως εκ τούτου ελάχιστα αξιόπιστα.

Η εξουσία του χρήματος

Απέναντι στη δυσανάλογη οικονομική εξουσία που κατέχουν τα άτομα ή οι ομάδες ατόμων, η πολιτική εξουσία αποδεικνύεται συχνά πολύ αδύναμη. Στις ΗΠΑ, στο όνομα της απεριόριστης ελευθερίας της έκφρασης, το Ανώτατο Δικαστήριο επιτρέπει τη χρηματοδότηση των υποψηφίων στις εκλογές από επιχειρήσεις. Αυτό σημαίνει ότι όσοι έχουν περισσότερα χρήματα μπορούν να επιβάλουν τους υποψήφιους της επιλογής τους.

Ο πρόεδρος της χώρας, αναμφισβήτητα ένας από τους πιο ισχυρούς άνδρες του πλανήτη, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την προώθηση μιας μεταρρύθμισης της κοινωνικής ιατρικής περίθαλψης, την επιβολή κανόνων για τη δραστηριότητα των τραπεζών, τη μείωση της οικολογικής ζημιάς που προκαλείται από τον τρόπο ζωής των συμπολιτών του.

Στις ευρωπαϊκές χώρες συμβαίνει συχνά οι κυβερνήσεις να υπηρετούν την εξουσιά του χρήματος, δημιουργώντας χώρο για μια νέα πολιτικο-οικονομική ολιγαρχία, η οποία διαχειρίζεται τις δημόσιες υποθέσεις προς το συμφέρον ορισμένων ατόμων. Ή ακόμα οι υπουργοί να ασκούν τα καθήκοντά τους ως άτομα φιλοχρήματα που δέχονται να πληρώνουν άλλοι τις διακοπές τους.

Ελευθερία και σχέσεις εξουσίας

Η ελευθερία της έκφρασης παρουσιάζεται ως το θεμέλιο της δημοκρατίας και για αυτό το λόγο οφείλει να μην γνωρίζει κανένα εμπόδιο. Μπορούμε, όμως, να πούμε ότι είναι ανεξάρτητη από την εξουσία που αντιπροσωπεύει; Δεν αρκεί να έχουμε το δικαίωμα να εκφραζόμαστε, πρέπει να έχουμε και τη δυνατότητα. Όταν αυτή η δυνατότητα λείπει, η «ελευθερία» αυτή δεν είναι παρά κενός λόγος.
Όλες οι πληροφορίες, όλες οι απόψεις δεν είναι αποδεκτές με την ίδια ευκολία στα μεγάλα μέσα ενημέρωσης. Η ελεύθερη έκφραση, όμως, των ισχυρών μπορεί να έχει ολέθριες συνέπειες για αυτούς που δεν έχουν φωνή: είναι κοινός ο κόσμος στον οποίο ζούμε. Εάν έχουμε την ελευθερία να πούμε ότι όλοι οι Άραβες είναι ισλαμιστές που δεν μπορούν να ενσωματωθούν, εκείνοι δεν θα έχουν πια την ελευθερία ούτε να βρουν δουλειά ούτε να περπατήσουν στους δρόμους χωρίς να τους ελέγχουν.

Η δημόσια διατύπωση των απόψεών μας είναι μια εξουσία ανάμεσα σε άλλες, που πρέπει μερικές φορές να είναι υποστεί περιορισμούς. Πού θα βρούμε το κριτήριο το οποίο επιτρέπει να ξεχωρίσουμε τους καλούς περιορισμούς από τους κακούς; Όπως, για παράδειγμα, αυτοί που συναρτώνται με τη σχέση εξουσίας ανάμεσα σε αυτόν που μιλά και αυτόν για τον οποίο μιλάμε. Δεν είναι το ίδιο να κάνουμε μια επίθεση εναντίον των ισχυρών της ημέρας με το να υποδεικνύουμε στην κοινή γνώμη ένα εξιλαστήριο θύμα. Μια εφημερίδα είναι απείρως πιο αδύναμη από το κράτος και δεν υπάρχει λόγος να περιορίσουμε την ελευθερία της έκφρασής της, όταν ασκεί κριτική, αρκεί να θέτει αυτήν την κριτική στην υπηρεσία της αλήθειας.

Όταν μια ιστοσελίδα αποκαλύπτει μια συμπαιγνία ανάμεσα στις δυνάμεις του χρήματος και τους πολιτικούς, η χειρονομία της δεν έχει τίποτα το “φασιστικό”, ό,τι κι αν λένε αυτοί που αισθάνονται ότι γίνονται στόχος. Οι διαρροές από τα Wikileaks δεν έχουν τίποτα το ολοκληρωτικό: τα κομμουνιστικά καθεστώτα καθιστούσαν διαφανή τη ζωή των αδύναμων ατόμων, όχι του κράτους. Αντίθετα, η εφημερίδα είναι πιο δυνατή από ένα άτομο, και το «μιντιακό λιντσάρισμα» συνιστά κατάχρηση εξουσίας.

Το δίκαιο του ισχυρού και του ανίσχυρου

Οι υποστηρικτές της απεριόριστης ελευθερίας της έκφρασης αγνοούν τη διάκριση ανάμεσα στους ισχυρούς και τους ανίσχυρους, και αυτό τους επιτρέπει να επαναπαύονται στις δάφνες τους. Ο συντάκτης της δανέζικης εφημερίδας “Jyllands-Posten”, που είχε δημοσιεύσει το 2005 το σύνολο των γελοιογραφιών του Μωάμεθ, επιστρέφει 5 χρόνια αργότερα και συγκρίνεται, με μετριοφροσύνη, με τους αιρετικούς του Μεσαίωνα που καίγονταν στην πυρά, με τον Βολταίρο που ήταν σφοδρός αντίπαλος της παντοδύναμης εκκλησίας και με τους διαφωνούντες που διώκονταν από την σοβιετική αστυνομία. Αναμφισβήτητα, η εικόνα του θύματος ασκεί σήμερα ακαταμάχητη έλξη! Ο δημοσιογράφος ξεχνά, με τον τρόπο αυτό, ότι οι θαρραλέοι της ελευθερίας της έκφρασης μάχονται ενάντια στους κατόχους της πνευματικής και εγκόσμιας εξουσίας της εποχής τους, όχι ενάντια στις μειοψηφίες που είναι θύματα διακρίσεων.

Το να θέσεις όρια στην ελευθερία της έκφρασης δεν σημαίνει ότι συνηγορείς υπέρ της λογοκρισίας, αλλά ότι κάνεις έκκληση στην ευθύνη αυτών που κατέχουν τα μέσα. Η τυραννία των ατόμων είναι σίγουρα λιγότερο αιματηρή από αυτή των κρατών. Είναι όμως ένα εμπόδιο για μια ικανοποιητική δημόσια ζωή. Τίποτα δεν μας υποχρεώνει να εγκλωβιστούμε στις δύο ακραίες επιλογές: έχουμε ανάγκη να υπερασπιστούμε και το κράτος και το άτομο, εφόσον το ένα λειτουργεί ως όριο για το άλλο.


Μετάφραση από τη «Μοντ» Ειρήνη Δρόσου

Δευτέρα 16 Μαΐου 2011

«Οι ατομικές πράξεις και η πάλη των μαζών» και «Οι καταστροφές σαν μέσο πάλης»

Δύο άρθρα του Πάννεκουκ μετά τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ

Πυροσβέστες προσπαθούν να σβήσουν τη φωτιά στο Ράιχσταγκ, 1993, Item from Record Group 208: Records of the Office of War Information, 1926 - 1951,This image is available from the Archival Research Catalog of the National Archives and Records Administration under the ARC Identifier 535790
από τα Ενθέματα της Κυριακάτικης Αυγής, 15.05.11

Τα δύο άρθρα που ακολουθούν, «Οι ατομικές πράξεις και η πάλη των μαζών» και «Οι καταστροφές σαν μέσο πάλης», γράφηκαν τον Μάρτιο του 1933, εν θερμώ, αμέσως μετά τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ (του γερμανικού κοινοβουλίου), στις 27 Φεβρουαρίου, από τον κομμουνιστή Μαρίνους Βαν ντερ Λούμπε, που ήθελε με αυτόν τον τρόπο να διαμαρτυρηθεί για την άνοδο των ναζί στην εξουσία (οι ναζί πήραν το 33,1% των ψήφων στις εκλογές του Νοέμβριου του 1932 και τους δόθηκε εντολή να σχηματίσουν κυβέρνηση – εντελώς νόμιμα- στις 30 Ιανουαρίου του 1933).

Σχετικά με το γεγονός, διατυπώθηκαν από τους ιστορικούς πολλές εκδοχές. Μερικοί ισχυρίζονται ότι τη νύχτα της 27ης Φεβρουαρίου, ένα τμήμα των ναζιστικών ταγμάτων εφόδου, χρησιμοποιώντας ένα υπόγειο διάδρομο από την κατοικία του ναζί υπουργού εσωτερικών (του Γκαίρινγκ) έως το κοινοβούλιο, πήγαν εκεί και διασκόρπισαν πολύ εύφλεκτα υλικά. Η παρουσία του Βαν ντερ Λούμπε, την ίδια στιγμή και σ’ εκείνο το σημείο, την ώρα που έβαζε κι αυτός φωτιά, ήταν απλώς μια σύμπτωση. Σύμφωνα με μιαν άλλη εκδοχή, κάποιοι μυστικοί πράκτορες των ναζί παρέσυραν επιτήδεια τον Βαν ντερ Λούμπε στο απονενοημένο του διάβημα. Το σίγουρο είναι ότι ο Χίτλερ αξιοποίησε με μεγάλη επιδεξιότητα την παρουσία του στον τόπο του εγκλήματος.
Γ.Π.

Οι ατομικές πράξεις και η πάλη των μαζών

του Άντον Πάννεκουκ

(δημοσιεύτηκε τον Μάρτιο του 1933, στο Persdienst Van De Groep Van Internationale Communisten No 7)

Για τον εμπρησμό του Ράϊχσταγκ (σ.τ.μ., του γερμανικού κοινοβουλίου) από τον Van der Lubbe, διατυπώθηκαν πολλές και διαφορετικές απόψεις. Στα όργανα της κομμουνιστικής αριστεράς (Spartacus, De Radencommunist), η πράξη χαρακτηρίστηκε ως πράξη ενός επαναστάτη κομμουνιστή. Να επιδοκιμάζεις και να χειροκροτείς μια τέτοια πράξη σημαίνει ότι την φέρνεις σαν παράδειγμα προς μίμησιν, ότι προτείνεις να επαναληφθεί. Αξίζει, λοιπόν, να μπούμε στον κόπο να καταλάβουμε ποια ήταν όντως η χρησιμότητά της.

Πως θα μπορούσε να έχει νόημα μια τέτοια πράξη; Μόνον εάν είχε ως στόχο και αποτέλεσμα να δώσει ένα χτύπημα και να αποδυναμώσει την κυρίαρχη αστική τάξη. Στην περίπτωση αυτή, τέτοιο ζήτημα δεν τίθεται. Η αστική τάξη δεν πληγώθηκε ούτε τόσο δα από τον εμπρησμό του Ράϊχσταγκ, η κυριαρχία της δεν απειλήθηκε καθόλου, απ’ όποια σκοπιά κι αν το δει κανείς. Ίσα-ίσα, η κυβέρνηση των ναζί άρπαξε την ευκαιρία να ενισχύσει σημαντικά τους κατασταλτικούς μηχανισμούς και την τρομοκρατία της εναντίον του εργατικού κινήματος – και πρέπει να μελετηθούν με προσοχή οι μελλοντικές συνέπειες αυτής της νέας κατάστασης[1].

Ακόμη, όμως, κι αν μια τέτοια πράξη όντως έπληττε ή αποδυνάμωνε την κυρίαρχη αστική τάξη, η μόνη συνέπειά της θα ήταν να οδηγήσει τους εργάτες στο συμπέρασμα ότι για την απελευθέρωσή τους τέτοιες ατομικές πράξεις θα ήταν αρκετές από μόνες τους. Η μεγάλη αλήθεια που πρέπει να αφομοιώσουν και να πιστέψουν, ότι μόνον η μαζική δράση ολόκληρης της εργατικής τάξης μπορεί να νικήσει την αστική κυριαρχία, αυτή η στοιχειώδης αλήθεια του επαναστατικού κομμουνισμού θα αποσιωπηθεί και θα συγκαλυφθεί, και αυτό θα τους οδηγούσε μακριά από την αυτόνομη μαζική ταξική δράση. Οι επαναστατικές μειοψηφίες, αντί να συγκεντρώνουν όλες τους τις δυνάμεις στην προπαγάνδιση των θέσεών τους στις μάζες των εργαζομένων, θα τις σπαταλούσαν σε ατομικές πράξεις, οι οποίες, ακόμη κι όταν εκτελούνται από μια πολυάριθμη ομάδα με την μεγαλύτερη αυταπάρνηση, δεν πρόκειται σε καμιά περίπτωση να ταρακουνήσουν την κυριαρχία της αστικής τάξης. Στην πραγματικότητα, η αστική τάξη μπορεί εύκολα να αντιμάχεται τέτοιες ομάδες, χάρη στις ισχυρότατες δυνάμεις καταστολής που διαθέτει. Είναι δύσκολο να βρει κανείς στην ιστορία επαναστατική ομάδα που να έδρασε με τόση αυταπάρνηση όσην έδειξαν οι ρώσοι νιχιλιστές, κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα. Κάποιες στιγμές, μάλιστα, είχε φανεί πως, μέσω μιας σειράς από καλά οργανωμένες ατομικές απόπειρες, θα κατόρθωναν να ανατρέψουν τον τσαρισμό. Στο τέλος, όμως, ο τσάρος κάλεσε έναν γάλλο αστυνομικό να αναλάβει την αντιτρομοκρατική εκστρατεία, στη θέση της ανίκανης ρωσικής αστυνομίας· αυτός, μέσα σε λίγα χρόνια, κατάφερε να εξαρθρώσει τελείως το κίνημα των νιχιλιστών, χάρη στην ενεργητικότητα και την χαρακτηριστικά δυτική μεθοδικότητά του. Αυτό που, τελικά και οριστικά, ανέτρεψε το πανίσχυρο τσαρικό καθεστώς ήταν το κίνημα των μαζών που αναπτύχθηκε τις επόμενες δεκαετίες.

Κι όμως, θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς, μια τέτοια πράξη δεν έχει άραγε την αξία της σαν διαμαρτυρία εναντίον της ελεεινής ψηφοθηρικής πολιτικής που αποπροσανατολίζει τους εργάτες από τον κύριο αγώνα τους;

Μια διαμαρτυρία έχει αξία μόνον στο μέτρο που βοηθάει στη δημιουργία αυτοπεποίθησης στους εργάτες, δίνοντάς τους την εντύπωση ότι είναι δυνατοί, ή, αλλιώς, επειδή αναπτύσσει τη συνειδητοποίησή τους. Πώς, όμως, μπορεί κανείς να ισχυρίζεται ότι ένας εργαζόμενος, ο οποίος επί χρόνια πίστευε ότι ψηφίζοντας σοσιαλδημοκράτες ή κομμουνιστές υπερασπίζονταν τα συμφέροντά του, θ’ αρχίσει να αμφιβάλλει για την ψηφοθηρική πολιτική μόνον και μόνον επειδή κάποιοι έβαλαν φωτιά στο κοινοβούλιο; Εντελώς αστεία πράγματα. Η ίδια η αστική τάξη κάνει πολύ περισσότερα για να γιατρέψει τους εργαζόμενους από τις οποιεσδήποτε ψευδαισθήσεις μπορεί να τρέφουν για το κοινοβούλιο, αποδυναμώνοντας το, διαλύοντάς το και αφαιρώντας του κάθε αποφασιστική και ουσιαστική λειτουργία[2]. Ορισμένοι γερμανοί σύντροφοι ισχυρίστηκαν ότι αυτό έχει μόνον θετικές πλευρές, αφού, κατ’ αυτόν τον τρόπο, κλονίστηκε η εμπιστοσύνη των εργαζομένων στον κοινοβουλευτισμό. Αναμφίβολα· δικαιούμαστε, όμως, να αναρωτηθούμε μήπως βλέπουν λίγο απλοϊκά τα πράγματα, διότι, σ’ αυτή την περίπτωση, οι δημοκρατικές ψευδαισθήσεις θα εισχωρούσαν απλώς από άλλο μονοπάτι. Εκεί όπου δεν υπάρχει δικαίωμα ψήφου, εκεί όπου το κοινοβούλιο είναι ανίσχυρο, η κατάκτηση της «πραγματικής δημοκρατίας» γίνεται κεντρικό αίτημα και οι εργαζόμενοι νομίζουν ότι αυτό είναι το μόνο πράγμα για το οποίο αξίζει να παλέψουν. Αντίθετα, το αποτέλεσμα μιας συστηματικής προπαγάνδας, που από κάθε γεγονός προσπαθεί να αναπτύσσει μια συνειδητοποίηση της πραγματικής σημασίας του κοινοβουλίου και της εξέλιξης της ταξικής πάλης, είναι ότι δεν αφήνει ποτέ την εργατική τάξη να παραπλανηθεί ή να χάσει το δρόμο της και αυτό είναι πάντοτε το ουσιώδες.

Μήπως όμως, η ατομική πράξη μπορεί να έχει αξία σαν σινιάλο για εξέγερση, σαν μια ισχυρή ώθηση που θέτει σε κίνηση την πάλη των μαζών;

Είναι γνωστό από την ιστορία ότι η δράση ενός ατόμου σε στιγμές κοινωνικής έντασης μπορεί να έχει το αποτέλεσμα που έχει μια σπίθα πάνω από ένα βαρέλι με μπαρούτι. Σίγουρα, πλην όμως, η προλεταριακή επανάσταση δεν έχει τίποτε το κοινό με την έκρηξη ενός βαρελιού με μπαρούτι. Ακόμη κι αν το Κομμουνιστικό Κόμμα προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του και όλους τους άλλους ότι η επανάσταση μπορεί να ξεσπάσει ανά πάσα στιγμή, ξέρουμε ότι το προλεταριάτο έχει ακόμη πολύ δρόμο να διανύσει μέχρι να εκπαιδευτεί καλά σ’ αυτόν το νέο τρόπο πάλης, την πάλη των μαζών.

Επιπλέον, στις απόψεις αυτές διακρίνουμε έναν ρομαντισμό αστικής προέλευσης. Στις αστικές επαναστάσεις, η ανερχόμενη αστική τάξη – και οι λαϊκές μάζες που την ακολουθούσαν- βρισκόταν αντιμέτωπη με τους ηγεμόνες ως άτομα και τους απολυταρχικούς κατασταλτικούς μηχανισμούς τους· μια απόπειρα με στόχο τον ίδιο το βασιλιά ή κάποιον υπουργό του ήταν δυνατόν να ισοδυναμεί με σινιάλο για εξέγερση. Η άποψη ότι, ακόμη και σήμερα, μια ατομική πράξη θα μπορούσε να θέσει σε κίνηση τις μάζες βασίζεται στην αστική έννοια του αρχηγού, όχι του εκλεγμένου αρχηγού του κόμματος ή του συνδικάτου, αλλά του αρχηγού που ορίζει ο ίδιος τον εαυτό του αρχηγό και που με τη δράση του παρασύρει τις μάζες. Η προλεταριακή επανάσταση δεν έχει τίποτε το κοινό μ’ αυτόν τον απαρχαιωμένο ρομαντισμό του αρχηγού. Η εργατική τάξη προχωρεί στους αγώνες της ωθούμενη από μαζικές κοινωνικές δυνάμεις, και όχι επειδή την παρακινούν κάποια άτομα με τους λόγους ή τις πράξεις τους· κάθε πρωτοβουλία, λοιπόν, πρέπει να εκπορεύεται από την εργατική τάξη και μόνον.

Ωστόσο, θ’ αναρωτηθεί κανείς, η μάζα, εντέλει, δεν αποτελείται κι αυτή από άτομα και οι μαζικές δράσεις δεν είναι το σύνολο ενός μεγάλου αριθμού ατομικών δράσεων;

Βεβαίως, κι εδώ φτάνουμε στην πραγματική αξία της ατομικής πράξης. Αποκομμένη από τη μαζική δράση, η πράξη ενός ατόμου, που νομίζει ότι από μόνος του μπορεί να πραγματοποιήσει κάτι πολύ σπουδαίο, είναι άχρηστη. Όταν, όμως, αποτελεί μέρος ενός μαζικού κινήματος, τότε η αξία της είναι πραγματικά πολύ σπουδαία. Η εργατική τάξη την ώρα της πάλης δεν είναι ένα σύνταγμα από ομοιόμορφες μαριονέττες, που προχωρούν με στρατιωτικό βηματισμό και που μεγαλουργούν καθοδηγούμενες από την τυφλή δύναμη της ίδιας τους της κίνησης. Αντίθετα, είναι μια μάζα από πολλές και διαφορετικές προσωπικότητες, που ωθούνται από μια και μόνη θέληση, που συμπαραστέκονται ο ένας τον άλλον, που παροτρύνει ο ένας τον άλλον, που ενθαρρύνει ο ένας τον άλλον. Η ακατανίκητη δύναμη ενός τέτοιου κινήματος βασίζεται, ακριβώς, στις διαφορετικές δυνάμεις πολλών ανθρώπων που όλοι μαζί συντείνουν προς τον ίδιο σκοπό. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η τόλμη των γενναιοτέρων από αυτούς θα βρει την ευκαιρία να εκφραστεί με ατομικές θαρραλέες πράξεις, ενώ η νηφαλιότητα των άλλων θα οδηγεί αυτές τις πράξεις προς τον κατάλληλο στόχο, έτσι ώστε να πιάνουν τόπο και να μη χάνονται στο βρόντο. Επίσης, σ’ ένα ανερχόμενο δυναμικό κίνημα, αυτή η αλληλεπίδραση δυνάμεων και πράξεων έχει πολύ μεγάλη αξία όταν καθοδηγείται από μια ξεκάθαρη αντίληψη σχετικά με το τι είναι αυτό που κινητοποιεί τους εργαζόμενους τη συγκεκριμένη στιγμή, τι είναι αναγκαίο να γίνει και το πώς ν’ αναπτύξουν τη μαχητικότητά τους. Σ’ αυτήν την περίπτωση, όμως, χρειάζεται πολύ περισσότερη δουλειά, επιμονή, τόλμη και θάρρος, απ’ όσο χρειάστηκε για να βάλει κάποιος φωτιά σ’ ένα κοινοβούλιο.


Οι καταστροφές σαν μέσο πάλης

του Άντον Πάννεκουκ

(Δημοσιεύτηκε τον Μάρτιο 1933, στο PERSDIENST VAN DE GROEP VAN INTERNATIONALE COMMUNISTEN No 7)

Οι συζητήσεις που συνεχίζουν να γίνονται σχετικά με τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ στα έντυπα της κομμουνιστικής αριστεράς, μας υποχρεώνουν να θέσουμε κι άλλα ζητήματα. Οι καταστροφές θα μπορούσαν άραγε να είναι ένα μέσο πάλης για τους εργαζόμενους;

Πρώτα απ’ όλα, να ξεκαθαρίσουμε ότι δεν πρόκειται κανένας να κλάψει για την καταστροφή του Ράιχσταγκ. Ήταν ένα από τα πιο άσχημα κτίρια της σύγχρονης Γερμανίας, μια πομπώδης απεικόνιση της Αυτοκρατορίας του 1871. Υπάρχουν, όμως, κι άλλα κτίρια, πολύ ωραιότερα, καθώς και μουσεία με καλλιτεχνικούς θησαυρούς. Πως θα έπρεπε, λοιπόν, να αξιολογήσουμε την πράξη ενός απελπισμένου επαναστάτη, ο οποίος καταστρέφει κάτι που είναι πολύτιμο σαν εκδίκηση για την κυριαρχία του καπιταλισμού;

Από την άποψη της επανάστασης, η χειρονομία του δεν φαίνεται να έχει καμιάν αξία, και, εξετάζοντάς το  από διάφορες άλλες απόψεις, θα μπορούσε κανείς να μιλήσει ακόμη και για πράξη με αρνητική αξία. Η αστική τάξη δεν αποδυναμώνεται καθόλου από τέτοιες πράξεις, αφού αυτή η ίδια, οπουδήποτε το απαιτούν τα συμφέροντά της, καταστρέφει συνεχώς και ευχαρίστως άπειρο πλούτο, και βάζει την αξία του χρήματος πάνω από οτιδήποτε άλλο. Τέτοιου είδους πράξεις πληγώνουν κυρίως μια πολύ περιορισμένη ομάδα καλλιτεχνών και φιλότεχνων που οι καλύτεροι από αυτούς είναι συχνά αντικαπιταλιστές, και μάλιστα μερικοί μάχονται στην πρώτη γραμμή στο πλάι των εργαζομένων.
Έπειτα, ποιος ο λόγος να πάρει κανείς εκδίκηση από την αστική τάξη; Μήπως είναι δικό της καθήκον να φέρει τον σοσιαλισμό;

Ο ρόλος της είναι να διατηρήσει με όλες της τις δυνάμεις τον καπιταλισμό στη θέση του· η συντριβή του καπιταλισμού είναι καθήκον των εργαζομένων. Συνεπώς, αν σώνει και καλά πρέπει να ρίξουμε σε κάποιον την ευθύνη για τη διατήρηση του καπιταλισμού, αυτός είναι η ίδια η εργατική τάξη που αμελεί την ανάπτυξη της μαζικής πάλης. Τέλος, από ποιόν στερούμε κάτι μέσω των καταστροφών; Από τους εργαζόμενους που, όταν νικήσουν, όλα αυτά τα μνημεία θα είναι δικά τους.

Σίγουρα, κάθε επαναστατικός ταξικός αγώνας, εφόσον πάρει τη μορφή ενός εμφυλίου πολέμου, θα προκαλέσει αναπόφευκτα καταστροφές. Σε κάθε πόλεμο, είναι απαραίτητο να καταστρέφεις τα σημεία στήριξης του εχθρού. Ακόμη κι αν ο νικητής προσπαθήσει ν’ αποφύγει τις περιττές καταστροφές, ο ηττημένος θα μπει από πείσμα στον πειρασμό να προκαλέσει παράλογες καταστροφές. Θα πρέπει, λοιπόν, να είμαστε προετοιμασμένοι γι’ αυτό το ενδεχόμενο, ότι δηλαδή η αστική τάξη, προτού να παραδώσει τα όπλα, θα προβεί σε εκτεταμένες καταστροφές. Για την εργατική τάξη, που πρόκειται να πάρει την εξουσία, η καταστροφή δεν μπορεί πια να θεωρείται μέσο πάλης. Αντίθετα, θα προσπαθήσει να περισώσει για τις μέλλουσες γενιές, την ανθρωπότητα του μέλλοντος, έναν κόσμο όσο το δυνατόν πιο πλούσιο και ανέπαφο. Αυτό έχει σημασία όχι μόνον για τα μέσα παραγωγής, τα κτίρια, τα εργαλεία, τα μηχανήματα, τον εξοπλισμό, κτλ., τα οποία είναι σε θέση μεταγενέστερα και να τα βελτιώσει και να τα τελειοποιήσει, αλλά και για τα μνημεία και τα έργα των παρελθόντων γενεών, τα οποία δεν μπορεί να ξανακατασκευάσει.

Θα μπορούσε κανείς να προβάλει το επιχείρημα ότι η νέα ανθρωπότητα, οι φορείς μιας ελευθερίας και μιας αδελφοσύνης χωρίς προηγούμενο στην ιστορία, θα δημιουργήσουν πολύ ωραιότερα και επιβλητικότερα μνημεία από αυτά των προηγούμενων αιώνων. Ακόμη, ότι η ανθρωπότητα, που θα έχει μόλις απελευθερωθεί, θα θέλει να εξαφανίσει τα κατάλοιπα του παρελθόντος, που θα της θυμίζουν την περίοδο της σκλαβιάς της. Αυτό ακριβώς έκανε – ή προσπάθησε να κάνει- η αστική τάξη την εποχή της ανόδου της στην εξουσία. Για την ανερχόμενη αστική τάξη, ολόκληρη η ιστορία πριν από αυτήν ήταν μόνον πηχτό σκοτάδι άγνοιας, προκαταλήψεων και σκλαβιάς, ενώ η δική της επανάσταση θα καθιέρωνε τη λογική, τη γνώση, την αρετή και την ελευθερία.

Το προλεταριάτο έχει μια εντελώς διαφορετική αντίληψη για την ιστορία των προηγούμενων γενεών, βασισμένη στον μαρξισμό, η οποία θεωρεί την ανάπτυξη της κοινωνίας σαν μια σειρά από διαφορετικούς τρόπους παραγωγής. Έτσι, αντιλαμβάνεται την ιστορία των προηγούμενων γενεών σαν μια αργή και επίπονη ανοδική πορεία της ανθρωπότητας, η οποία βασίζεται στην ανάπτυξη των εργασιακών δεξιοτήτων, των εργαλείων και των μορφών οργάνωσης της εργασίας για μια ολοένα και μεγαλύτερη παραγωγικότητα, αρχίζοντας από την πρωτόγονη κοινωνία, μετά στις ταξικές κοινωνίες με την πάλη των τάξεών τους, μέχρι τη στιγμή που με τον κομμουνισμό ο άνθρωπος γίνεται κύριος της μοίρας του. Σε κάθε φάση αυτής της ανάπτυξης, το προλεταριάτο βρίσκει χαρακτηριστικά που σχετίζονται με τη δική του οντότητα.

Στην προϊστορία βρίσκει τα αισθήματα αδελφοσύνης και αλληλεγγύης του πρωτόγονου κομμουνισμού. Στην χειρωνακτική εργασία των ταξικών κοινωνιών, το μεράκι για τη δουλειά όπως εκφράζεται στην ομορφιά των κτιρίων και των σκευών καθημερινής χρήσης, τα οποία θεωρεί ως πολύτιμα έργα ασύγκριτης τέχνης. Στην ανερχόμενη αστική τάξη, την περήφανη αίσθηση ελευθερίας που οδήγησε στην διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και εκφράστηκε στα πιο σπουδαία έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και της τέχνης. Στον καπιταλισμό, τη γνώση της φύσης, την ανεκτίμητη ανάπτυξη των φυσικών επιστημών, που, με την τεχνολογική πρόοδο, επέτρεψε στον άνθρωπο τη δυνατότητα να κυριαρχήσει στη φύση και το πεπρωμένο του.

Σε όλα αυτά, τα μεγαλειώδη χαρακτηριστικά συνυπήρχαν λίγο – πολύ με την ωμότητα, την προκατάληψη και τον εγωισμό. Αυτά ακριβώς που πολεμούμε, που στέκονται εμπόδια μπροστά μας και που, κατά συνέπεια, μισούμε. Ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε την ιστορία μάς διδάσκει ότι αυτές τις ατέλειες των προγόνων μας πρέπει να τις εννοήσουμε σαν φυσικούς σταθμούς μιας ανελικτικής πορείας, σαν την έκφραση της πάλης για την επιβίωση ανθρώπων που δεν ήταν ακόμη εντελώς ανθρώπινοι, που είχαν ν’ αντιμετωπίσουν μια φύση που ήταν πιο ισχυρή από αυτούς και μια κοινωνία που τους ήταν ακατανόητος ο τρόπος που λειτουργούσε.

Για την απελευθερωμένη ανθρωπότητα, ό,τι μεγαλειώδες υπάρχει στα δημιουργήματά τους θα παραμείνει, παρ’ όλα αυτά, σαν σύμβολο της αδυναμίας τους και ταυτόχρονα σαν ανάμνηση της δύναμής τους, σαν κάτι που αξίζει να μεριμνήσουμε για τη διαφύλαξή του. Σήμερα, όλα αυτά ανήκουν στην αστική τάξη, εμείς, όμως, αυτή την συλλογική ιδιοκτησία θα φροντίσουμε να την παραδώσουμε, όσο το δυνατόν ακέραια, στις μελλοντικές γενιές.

Μετάφραση από τα αγγλικά και τα γαλλικά:

Γ. Παπαπαναγιώτου

[1] (Σ.τ.μ.) Αμέσως μετά τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ, ο Χίτλερ δείχνει ανενδοίαστα τον πραγματικό του εαυτό. Από την επομένη μέρα κιόλας, την 28η Φεβρουαρίου του 1933, αποδίδει τον εμπρησμό σε μια κομμουνιστική συνομωσία με επικεφαλής τον Γκεόργκι Ντημητρώφ και συλλαμβάνει τέσσερεις χιλιάδες στελέχη του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος, το οποίο θέτει, de facto, εκτός νόμου. Την ίδια μέρα, υποχρεώνει τον Χίντεμπουργκ, τον πρόεδρο της Δημοκρατίας, να υπογράψει ένα διάταγμα «για την προστασία του λαού και του κράτους», το οποίο αναστέλλει τις θεμελιώδεις ελευθερίες, δίνει έκτακτες εξουσίες στην αστυνομία και, ουσιαστικά, βάζει τέλος στη δημοκρατία της Βαϊμάρης. Στις 23 Μαρτίου του 1933, στο Νταχάου κοντά στο Μόναχο, ανοίγει τις πύλες του για τους πολιτικούς αντιπάλους των ναζί το πρώτο από μια ατέρμονη σειρά στρατοπέδων συγκέντρωσης. Η συνέχεια είναι λίγο-πολύ γνωστή…
[2] Σ.τ.μ. Βλ. προηγούμενη υποσημείωση.

Κυριακή 15 Μαΐου 2011

Η κυβέρνηση του αίματος

George Grosz, Metropolis, 1917

του Γιώργου Δελαστίκ, από το ΠΡΙΝ, 15.05.2011

Ευχόμαστε ολόψυχα να επιβιώσει το τριαντάχρονο παλληκάρι που αποπειράθηκαν να δολοφονήσουν αφιονισμένοι ΜΑΤατζήδες στο πλαίσιο της πολιτικής των δοσιλόγων της κυβέρνησης Παπανδρέου που ήθελε νεκρούς διαδηλωτές προκειμένου να τρομοκρατήσει το λαό για να πάψει να αντιστέκεται στην καταστροφική πολιτική του επαίσχυντου Μνημονίου, το οποίο συνομολόγησε αυτή η κυβέρνηση Κουίσλινγκ με τις κατοχικές δυνάμεις της ΕΕ και του ΔΝΤ προς όφελος του ξένου και του ελληνικού κεφαλαίου.

Εμετό αισθανόταν την ανάγκη να κάνει κανείς ακούγοντας τους γκεμπελίσκους Πάνο Μπεγλίτη και Γιώργο Πεταλωτή, που αντί να ζητήσουν έστω υποκριτικά συγγνώμη για τη δολοφονική απόπειρα της αστυνομίας τους, προσπαθούν με θράσος χιλίων πιθήκων να κατηγορήσουν τον... ΣΥΡΙΖΑ(!) ως περίπου υπεύθυνο για την απόπειρα δολοφονίας του διαδηλωτή, που έγινε στο πλαίσιο της κυβερνητικής πολιτικής του ΠΑΣΟΚ. Κατά τους υπουργούς της κυβέρνησης «Τσολάκογλου» Παπανδρέου, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι δήθεν αυτός που εύχεται να υπάρξουν νεκροί για να δικαιωθεί η πολιτική του – και έχουν το απύθμενο θράσος να το λένε αυτοί που έχουν την πλήρη πολιτική ευθύνη για την απόπειρα δολοφονίας του διαδηλωτή! Οι επίδοξοι φονιάδες! Παραδίδουν και πολιτικά μαθήματα, τα καθάρματα! «Χτυπούσαν εντελώς απρόκλητα και χρησιμοποιούσαν επικίνδυνα χημικά θέτοντας σε κίνδυνο τη ζωή των διαδηλωτών. Αυτό μπορεί να χαρακτηριστεί ως πρόθεση ανθρωποκτονίας» τόνισαν σε συνέντευξη Τύπου που δόθηκε την Πέμπτη στην ΕΣΥΕΑ γιατροί και συνδικαλιστές. «Τέτοια μανία των ΜΑΤ είχαμε να ζήσουμε δεκαετίες» πρόσθεσαν. «Τη στιγμή που η πορεία κατέβαινε την οδό Πανεπιστημίου για να διαλυθεί πέταξαν χειροβομβίδες κρότου - λάμψης και χημικά. Ο κόσμος έτρεχε, πολλοί έπεφταν κάτω. Αστυνομικοί δεν επέτρεπαν στα ασθενοφόρα να πλησιάσουν. Έγινε κατάχρηση χημικών. Διακομίστηκαν ορισμένοι με χημική πνευμονία. Δεν θρηνήσαμε θύματα από καθαρή τύχη» υπογράμμισαν.

«Καταγγέλλουμε την αστυνομική αυθαιρεσία και βαρβαρότητα. Καταγγέλλουμε όλα τα μέλη της ελληνικής κυβέρνησης και τον πρωθυπουργό της χώρας για τη δολοφονική απόπειρα ενάντια στο συγκεκριμένο συμπολίτη μας που είναι σε βαριά κατάσταση και κινδυνεύει η ζωή του, αλλά και ενάντια σε όλους τους άλλους διαδηλωτές» ανέφερε μεταξύ άλλων σε δήλωσή της η επιτροπή της ΕΙΝΑΠ στο Κρατικό Νοσοκομείο της Νίκαιας των γιατρών που έσωσαν –τουλάχιστον σε πρώτη φάση και ελπίζουμε οριστικά– τη ζωή του ετοιμοθάνατου διαδηλωτή. Δεν καταλαβαίνουν όμως από τέτοιες «λεπτότητες» τα μέλη της κυβερνητικής πολιτικής συμμορίας. Σιγά μην τους νοιάζουν οι νεκροί διαδηλωτές! Μοναδική τους έγνοια είναι αφενός το πώς θα συνεχίσουν να κυβερνούν όσο μπορούν περισσότερο χρόνο και αφετέρου να γλιτώσουν την παραπομπή σε δίκη, μόλις πέσει η μισητή κυβέρνησή τους – ιδίως όσοι έχουν πιο άμεση προσωπική ευθύνη για την κατακρεούργηση των εργασιακών δικαιωμάτων και τη λεηλασία των μισθών και των συντάξεων.

Τρώγονται μεταξύ τους σαν τα σκυλιά οι υπουργοί - ταλιμπάν του Μνημονίου για τη διαδοχή του Παπανδρέου στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ και κάνουν επίδειξη αντιλαϊκής επιθετικότητας για να πάρουν το χρίσμα τόσο από την ελληνική ολιγαρχία, αλλά πρωτίστως σε αυτή τη φάση από τους αμερικανούς και γερμανούς επικυρίαρχους. Όλοι θεωρούν ήδη ξοφλημένο τον Γιώργο Παπανδρέου και πρωθυπουργό μίας και μοναδικής θητείας, ο οποίος θα φύγει από την Ελλάδα μόλις τελειώσει το «αγροτικό» του για να αναλάβει, όπως ελπίζει και δουλεύει γι’ αυτό, κάποιο διεθνές αξίωμα. Ο πιο μισητός από τους εργαζόμενους υπουργός του Παπανδρέου, ο Α. Λοβέρδος, άνοιξε τη Δευτέρα το χορό των δελφίνων με αρχηγικές δηλώσεις: «Ενοχικές στάσεις και αμφισημίες δεν χωρούν. Ο επαναπροσδιορισμός των μαχητών στην πρώτη γραμμή πρέπει να γίνει σήμερα κατά κυριολεξία» διακήρυξε αρχηγικά. Δεν παρέλειψε να ρίξει και μια «πολιτική ροχάλα» στον Παπανδρέου για την πολιτική που ακολουθεί, λέγοντας ότι ο ίδιος «δεν έχει θέση σε νεφελώδεις πολιτικές». Τον άκουσε η... «μαινάδα του Μνημονίου», η υπουργός Παιδείας Άννα Διαμαντοπούλου, πουλέν κι αυτή των Αμερικανών για τη διαδοχή του Γ. Παπανδρέου μαζί με τους Α. Λοβέρδο και Μ. Χρυσοχοΐδη, και έσπευσε να υποκριθεί την υποστηρίκτρια του πρωθυπουργού, δηλώνοντας ότι «το καράβι δεν μπορεί να το πάει μόνος του ο καπετάνιος - πρωθυπουργός και στο πλήρωμα να υπάρχει σπαραγμός». Την επόμενη μέρα ήταν η σειρά του Βαγγέλη Βενιζέλου να ρίξει ...πύραυλο κατά του Γ. Παπανδρέου: «Πρέπει επειγόντως να ανακτηθεί η ικανότητα πολιτικής διεύθυνσης της χώρας!» δήλωσε χωρίς επιστροφές στη διάρκεια υπουργικού συμβουλίου. Την Πέμπτη ανέλαβε να του απαντήσει ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Θόδωρος Πάγκαλος: «Τι θα πει πολιτική διεύθυνση; Αν κάποιος θέλει να πει ότι ο πρωθυπουργός δεν ασκεί ικανοποιητικά τα καθήκοντά του, ας το πει» προκάλεσε τον Β. Βενιζέλο, εκλαϊκεύοντας τα όσα είπε ο υπουργος Άμυνας ώστε να το καταλάβουν όλοι...

Φυσικά, όλα αυτά τα σκυλιά μπορεί να τρώγονται μεταξύ τους, αλλά είναι ενωμένα σαν γροθιά όταν κατασπαράζουν τους εργαζόμενους, τη νεολαία ή τους συνταξιούχους.

Παρασκευή 13 Μαΐου 2011

Νύχτες των Κρυστάλλων στους δρόμους της Αθήνας

  
της Αλεξάνδρας Χριστακάκη, ΑΥΓΗ, 13.05.11

Με χαμηλωμένο το κεφάλι και βλέμμα τρομοκρατημένο, ένας μελαψός μεσήλικας κρατάει σφιχτά από το χέρι τα δύο τετράχρονα κοριτσάκια του και επιταχύνει το βήμα αναζητώντας και τη δική μου βοήθεια, καθώς στον διπλανό δρόμο γεροδεμένοι νεαροί με στολή παραλλαγής χτυπούν ανελέητα νεαρό Αλβανό, που έκανε το λάθος να περάσει από τη συμβολή της Γ' Σεπτεμβρίου και Ηπείρου… «Θα 'ρθει και η σειρά μου» σκέφτηκε με ανατριχίλα και εξαφανίστηκε μέσα στα στενά. Η φωνή του χρυσαυγίτη «άντε και γαμ….ου, κωλοαλβανέ» και η κραυγή -έκκληση για βοήθεια του 25χρονου μετανάστη ποιος ξέρει αν ήταν Αλβανός;- του τρυπούσε το κεφάλι. Και το δικό μου, γιατί η έκκληση έμεινε μετέωρη και αναπάντητη….

Τετάρτη βράδυ την Γ' Σεπτεμβρίου την έσκιαζε η φοβέρα και την πλάκωνε ο φασισμός και ο ρατσισμός… Στην περιοχή κυκλοφορούν μόνο λευκοί. Οι άλλοι, οι... “έγχρωμοι”, από τα χαράματα της Τρίτης έχουν «εξαϋλωθεί», καθώς Χρυσαυγίτες, φορώντας τον μανδύα του αγανακτισμένου πολίτη, έχουν στήσει καραούλι, προπηλακίζοντας, βρίζοντας, χτυπώντας ανελέητα, σπέρνοντας τη βία στο κέντρο της Αθήνας αδιακρίτως, σε όποιον αλλοδαπό κάνει το λάθος να περάσει από την περιοχή.
Ομερτά από τους διερχόμενους. Βιαστικά περνούν, ρίχνουν βλέμματα καχύποπτα, παρατηρούν τους ξυλοδαρμούς και με ένοχη σιωπή αναχωρούν. Ορισμένοι στέκονται και επιδοκιμάζουν την επιχείρηση βίας και φυλετικής εκκαθάρισης. Το συγκεντρωμένο πλήθος είναι μαζί τους. Ήταν αδύνατον για οποιονδήποτε να υπερασπιστεί τον νεαρό, που μπροστά στα μάτια όλων τον άρπαξαν οι γιγαντόσωμοι Χρυσαυγίτες, τον έριξαν στο δρόμο και τον χτυπούσαν με κλωτσιές σε όλο το σώμα. Ντράπηκα που είμαι άνθρωπος, ντράπηκα που είμαι αριστερή και δεν φώναξα αυτά που είχα μέσα μου. Ντράπηκα και γι' αυτό φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.

H περιοχή μετράπηκε σε αρένα. Οι Χρυσαυγίτες θέλουν την αρένα με αίμα, φόβο και θεατές. Θεατής δεν ήμουν μόνο εγώ. Ήταν και η διμοιρία των ΜΑΤ, η οποία παρακολουθούσε απαθής τον ξυλοδαρμό χωρίς να επεμβαίνει. Πάντως ήταν εκεί... Δικαιολογία για τα συντεταγμένα όργανα της πολιτείας και την τηλεοπτική δημοκρατία. Μπορεί χωρίς αιδώ ο ρεπόρτερ να λέει «παρούσα ισχυρή αστυνομική δύναμη». Άπραγη μεν, απαραίτητη δε για τα τηλεοπτικά πλάνα. Το ίδιο μπορεί να ισχυριστεί και η ηγεσία του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, ότι έστειλε επί τόπου δυνάμεις διαφύλαξης και μη διασάλευσης της τάξης… Όπου τάξη σημαίνει το δίκαιο του φασίστα…

Εκεί επικρατεί από τα χαράματα της Δευτέρας ο νόμος του Χρυσαυγίτη. Άνδρες με παντελόνια παραλλαγής, μαύρα μπουφάν, μπότες βέρμαχτ και ξυρισμένα κεφάλια, έκλεισαν τον δρόμο στο σημείο που δολοφονήθηκε ο 44χρονος, στη συμβολή της Γ' Σεπτεμβρίου με την Ηπείρου. Ύψωσαν στα δένδρα ελληνικές σημαίες, έκαναν αυτοσχέδια πανό από χαρτοκούτες, ξερνώντας θανατικό. Οδοφράγματα από κάδους, καντηλάκια, εικόνες αγίων, λουλούδια και «ομάδες περιφρούρησης» που κάνουν face control και «αναβαθμίζουν» την περιοχή, ξυλοκοπώντας ανελέητα τους αλλοδαπούς. Ντεκόρ οι ντόπιοι κάτοικοι της πλατείας, που, δικαίως φοβισμένοι, τρομοκρατημένοι, γίνονται πρωταγωνιστές των γεγονότων.

Το κακό δεν άργησε να γίνει λίγες ώρες αργότερα, όταν στα Κάτω Πατήσια αλλοδαπός δολοφονήθηκε, θύμα ρεβανσισμού και ρατσισμού. Νύχτες κρυστάλλων στο κέντρο της Αθήνας. Ανατριχίλα… Η ίδια που ένιωσα λίγη ώρα πριν, βγαίνοντας από τον κινηματογράφο «Τριανόν», όπου προβαλλόταν το ρωσικό ντοκιμαντέρ «Ο Αληθινός φασισμός». Από το σελιλόιντ στην πραγματική ζωή. Τι κι αν πέρασε μισός αιώνας; Το αυγό του φιδιού επωάζεται