Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2011

«Σας μιλώ για τους προλετάριους: είναι το 98%της υφηλίου»

Moscow, Kremlin, Par Sergey Zagraevsky, CC-BY-SA-3.0-2.5-2.0-1.0 , via Wikimedia Commons
 
του Εντοάρντο Σανγκουινέτι*

ΕΠΟΧΗ, 13.6.10

Στην ερώτηση γιατί δεν μπορώ παρά να θεωρώ τον εαυτό μου ιστορικό υλιστή –τουλάχιστον εγώ δεν μπορώ να δω αλλιώς τον εαυτό μου- η απάντηση (βασισμένη πάνω σε προσωπικά επιχειρήματα, όπως η ιστορία μου, αλλά και θεωρητικά) θα μπορούσε να είναι η ακόλουθη. Αν έρθουμε σε αντίθεση με τις συγκεκριμένες συνθήκες της κοινωνίας, αν κριτικάρουμε την καπιταλιστική ανάπτυξη και τις μορφές της, καθώς και τις συνθήκες εκμετάλλευσης που εφαρμόζει ο καπιταλισμός για να μπορεί να επιβιώσει και να αναπτυχθεί, και αν θέλουμε να ξεφύγουμε απ’ αυτή την προοπτική, δεν μπορούμε παρά να ξεκινήσουμε από μια θέση εξέγερσης και να την παγιώσουμε στη συνέχεια σε μια θέση επανάστασης.

Περί ταξικής συνείδησης

Περνώντας, δηλαδή, σε μια ιστορική επίγνωση των ταξικών σχέσεων. Επομένως, το πραγματικό πρόβλημα είναι η ταξική συνείδηση: πώς καθορίζεται, πώς οργανώνεται με τον κατάλληλο τρόπο. Πιστεύω ότι, αν φθάσουμε στο σημείο να κατανοήσουμε το πραγματικό νόημα ενός πολύ ξεκάθαρου κειμένου, όπως το Κομμουνιστικό Μανιφέστο του Μαρξ και του Ένγκελς, δεν μπορούμε να μην καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι, τελικά, οι τάξεις που βρίσκονται αντιμέτωπες λόγω οικονομικών – κοινωνικών αιτίων είναι μόνο δύο: το προλεταριάτο και η αστική καπιταλιστική τάξη. Στη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία, στη σημερινή κατάσταση, το χρηματοοικονομικό κεφάλαιο.
Σ’ αυτό το σημείο η διαδικασία γίνεται μη αναστρέψιμη. Δεν είναι δυνατό, όταν κανείς έχει αποκτήσει αυτή την επίγνωση, να την εγκαταλείψει, εκτός και αν υπάρχουν λόγοι αδυναμίας διάγνωσης και ανικανότητας αντίληψης του τι μας προσφέρει η πραγματικότητα. Η θεωρητική παράδοση της αριστεράς μάς λέει ότι το προλεταριάτο, εξαιτίας των συγκεκριμένων και ιστορικών συνθηκών στις οποίες βρίσκεται, δεν έχει υποχρεωτικά ταξική συνείδηση και ότι, παρόλο που είναι ουσιαστικά και μόνιμα σε κατάσταση εκμετάλλευσης, δεν το συνειδητοποιεί πάντα. Η συνειδητοποίηση μιας συμπεριφοράς αληθινά κριτικής απέναντι στην πραγματικότητα, μιας φιλοσοφίας της πράξης που να επιτρέπει μια συνεπή πολιτική δράση, ένα επαναστατικό σχέδιο, έρχεται από χώρους εκτός της προλεταριακής τάξης. Το πρόβλημα λοιπόν είναι: ποιος φέρνει αυτή τη συνειδητοποίηση; (Ο Γκράμσι θα έλεγε ο διανοούμενος). Και πώς γίνεται ιστορικός υλιστής αυτός που φέρνει τη συγκεκριμένη συνειδητοποίηση;

Πώς τα κατάφεραν να φθάσουν εκεί δύο αστοί σαν τον Μαρξ και τον Ένγκελς; Εμείς έχουμε μια πλούσια παράδοση (Λένιν Λούκατς, Μπένγιαμιν, Γκράμσι, Μπρεχτ, για να αναφερθούμε στους βασικούς κλασικούς), αλλά εκείνοι οι δύο όχι. Ο Μαρξ το εξήγησε αρκετά καλά. Σε γενικές γραμμές πιστεύω ότι μπορούμε να πούμε ότι η μετάβαση από μια θέση που θα ονόμαζα αναρχική – του ανθρώπου σε εξέγερση, που είναι εξάλλου η διατύπωση που χρησιμοποίησε ο Καμί – σε μια θέση ιστορικά αρθρωμένη και συνειδητή, γίνεται μέσα από μια διαδικασία που είναι ταυτόχρονα πρακτική και θεωρητική. Πρακτική υπό την έννοια ότι θέτει το ζήτημα της υπέρβασης των συγκρούσεων, έτσι όπως παρουσιάζονται, με την ωμότητά τους, μέσα σε έναν κόσμο που τα αίτιά του είναι κατανοητά, καθώς και οι ρίζες του και η επαναστατική αξία που αναπτύχθηκε από την αστική τάξη. Το δεύτερο πράγμα που μαθαίνουμε από τις σελίδες του Μανιφέστου είναι να θέτουμε στον εαυτό μας το πρόβλημα εάν αυτή η θέση είναι δυνατό να ξεπεραστεί ή όχι, αν μπορούμε να προχωρήσουμε πέρα από την καπιταλιστική κατάσταση.

Ο αναρχικός - εξεγερμένος άνθρωπος

Νομίζω ότι αυτή είναι η ρίζα όλου του ζητήματος. Σήμερα το προλεταριάτο, σε πλανητικό επίπεδο, συνιστά το 98 τοις εκατό της ανθρωπότητας. Όμως, σε πλανητικό επίπεδο, βλέπουμε σήμερα μια μεγάλη αδυναμία προλεταριακής και κομμουνιστικής συνείδησης. Μέσα από την καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση συντελέστηκε μια ήττα μιας εναλλακτικής προοπτικής, όσον αφορά στις συγκεκριμένες, ιστορικά οργανωμένες δυνάμεις: κρίση κρατών και κρίση κομμάτων, το τέλος του κομμουνισμού ως εμπειρία υπαρκτού σοσιαλισμού. Από εκείνη τη στιγμή μόνο οι απελπιστικές συνθήκες ζωής, η εμφάνιση στοιχειωδών ανικανοποίητων αναγκών μπορούν να δώσουν μια αποφασιστική ώθηση προς μια θέση μη συναίνεσης και αντίθεσης απέναντι στην τάξη πραγμάτων. Η δυσαρέσκεια και η αίσθηση της δυσκολίας υλοποίησης των επιθυμιών μας κατορθώνουν να αποκτήσουν ένα νόημα, τόσο ατομικό όσο και συλλογικό, μόνο μπροστά στις εξαιρετικά μεγάλες, συγκεκριμένες, υπαρξιακές μας δυσκολίες.

Δε βρίσκω δουλειά, βρίσκω μόνο μια δουλειά επισφαλή, δεν κατορθώνω να ενταχθώ στην κοινωνία γιατί είμαι μετανάστης ή γιατί η κατάστασή μου είναι περιθωριακή, ζω στα περίχωρα ή σε κοινωνικά υποβαθμισμένους χώρους... Αυτά τα πράγματα μπορεί να μετριαστούν για λίγο από τον μηχανισμό αλλοτρίωσης της αστικής κουλτούρας (τη γοητεία του εμπορεύματος, του πολυκαταστήματος, τη διασκέδαση, το κυνήγι του προϊόντος που έχουν όλοι οι φίλοι, τις συναντήσεις με ανοργάνωτο τρόπο σε θεάματα και μαζικά παιχνίδια) και από το καταφύγιο της οικογένειας, για όποιον την έχει. Μα η οικογένεια σήμερα δεν αντέχει άλλο: πατεράδες χρεωμένοι, παιδιά που δεν βλέπουν να ικανοποιούνται οι βασικές υπαρξιακές και αναπτυξιακές τους ανάγκες, εγκατάλειψη κάθε πολιτιστικού ενδιαφέροντος.

Αποτέλεσμα: συνθήκες δυστυχίας και έλλειψης κινήτρων. Όταν αυτές οι συνθήκες γίνονται εντελώς αφόρητες, αυτός ο κοινωνικός ξεπεσμός ή αυτή η αδυναμία να επιτύχουμε αυτό που μέχρι χθες κατόρθωνε να επιτύχει ο μεγαλύτερος αδελφός μας, ή οι μεγαλύτεροι σε ηλικία φίλοι μας, μας εξαναγκάζουν σε μια θέση ανταρσίας και εξέγερσης. Οι επισφαλώς εργαζόμενοι αρχίζουν να συνειδητοποιούν ότι οι συνθήκες επισφαλούς εργασίας δεν είναι αυτή η ευτυχισμένη ευχέρεια μετακίνησης για την οποία τόσο καμαρώνει η εξουσία, που σημαίνει ότι σήμερα κάνω ένα πράγμα, αύριο ένα άλλο κι αυτό είναι ωραίο (αυτό που πάντα έκαναν μόνο οι καπιταλιστές).

Είμαστε όλοι υπεράριθμοι

Σε κάποια στιγμή, όπως λέει η βασική πρόταση, «δεν φθάνουμε στο τέλος του μήνα», και τότε ξεσπά η εξέγερση. Σ’ αυτές τις συνθήκες δυστυχίας και έλλειψης κινήτρων, μεταξύ των άλλων, η γοητεία της βίας και των εγκληματικών οργανώσεων είναι μεγάλη. Και χρησιμοποιείται από την εξουσία ως ένδειξη εξαχρείωσης που πρέπει να κατασταλεί. Στην εποχή μας ο καπιταλισμός, μέσα από μια ισχυρότατη τεχνολογική ανάπτυξη, έχει ελάχιστη ανάγκη από εργατικό δυναμικό, και φθάνουμε στην παράδοξη περίπτωση μιας κοινωνίας που αποτελείται από άτομα που βρίσκονται σε έναν θεμελιώδη, δομικό πλεονασμό. Είμαστε όλοι υπεράριθμοι. Αν δεν είμαστε ήδη, θα είμαστε στο μέλλον. Ζούμε σε μια κοινωνία δομικής επισφάλειας, κι αυτό είναι το κέντρο της ανθρώπινης εμπειρίας, δηλαδή ότι η εργασιακή πρακτική εκλείπει. Δεν είναι τυχαίο που η Δημοκρατία μας είναι θεμελιωμένη στην εργασία και τα πρώτα άρθρα του Συντάγματος λένε αμέσως ότι η εργασία είναι ένα δικαίωμα και μια υποχρέωση και ταυτίζουν την υπόσταση του πολίτη με εκείνη του εργαζόμενου. Το πρόβλημα γίνεται πώς να κάνεις λεφτά χωρίς να περάσεις μέσα από την εργασία.

Με το να γίνεις «επιχειρηματίας, διαχειριστής του εαυτού σου», σύμφωνα με το γνωστό απόφθεγμα. Πρόκειται για μια φράση χωρίς κανένα νόημα, γιατί ο επιχειρηματίας, για την ακρίβεια, είναι εκείνος που οργανώνεται έτσι ώστε να εκμεταλλεύεται τη δουλειά των άλλων, και επομένως εγώ θα πρέπει να γίνω ο εκμεταλλευτής του εαυτού μου, και εκμεταλλευτής του εαυτού μου σημαίνει θύμα, σημαίνει ότι θα υποστώ οποιαδήποτε δυνατή ώθηση μέχρι την τέλεια κατάσταση του να είμαι εντελώς περιττός, και συνεπώς να μη βρίσκω κανένα είδος δουλειάς. Ο Μπερλουσκόνι έχει δίκιο σε ένα βασικό σημείο: όταν θεωρεί κομμουνιστές όλους αυτούς που δεν είναι μπερλουσκονικοί. Η διάγνωσή του είναι λανθασμένη, γιατί πιστεύω ότι για κείνον είναι κομμουνιστής μέχρι και ο Καζίνι, όταν δεν τον υπακούει, και ότι υποπτεύεται πως ο Φίνι συμπαθεί κοινωνικά μοντέλα που κατά βάθος δεν είναι σωστά, για να μην πούμε για τους δημοσιογράφους, για το δικαστικό σώμα, για τα συνδικάτα... ποιος μένει έξω; Όλοι συμμετέχουν σε μια κολοσσιαία συνωμοσία φιλοκομμουνιστών. Έχει όμως δίκιο, γιατί η μοναδική εναλλακτική λύση στον μπερλουσκονισμό είναι ο κομμουνισμός.

Ο τρομοκράτης κομμουνιστής

Η πάλη που διεξήγαγε ο κλασικός καπιταλισμός ήταν μια πάλη που είχε σίγουρα ως σημείο αναφοράς της το προλεταριάτο, κάτι υπαρκτό. Σήμερα, στην ανώτατη φάση του καπιταλισμού, γεννήθηκε ένας «συνειρμός», που έγινε πλανητικός: κάθε τρομοκράτης είναι κομμουνιστής και κάθε κομμουνιστής είναι τρομοκράτης. Ένας συνειρμός που προσδιορίζει κάθε είδος αντίστασης. Αν τον δούμε χοντρικά, αυτός ο συνειρμός σημαίνει, για παράδειγμα: ο Μπους, με τη θεωρία του προληπτικού πολέμου, θέλει τον ιμπεριαλιστικό έλεγχο του κόσμου. Κάποτε ονομαζόταν ανώτατη φάση του καπιταλισμού και είναι ο ξέφρενος, απόλυτος καπιταλισμός, που θεωρεί ότι έχει το δικαίωμα να κυβερνά το σύμπαν. Ξεκινώντας απ’ αυτή τη θέση, κάθε διαφωνία θεωρείται τρομοκρατική, ακόμη και όταν δεν τελεί τρομοκρατικές πράξεις.

Η αμερικανική δημοκρατία έγινε κάτι άλλο, δεν είναι πια αμερικανική, αλλά ανήκει στην τελευταία φάση του καπιταλισμού και είναι βασισμένη στην απόλυτη εξουσία του κεφαλαίου πάνω στη μοίρα του κόσμου. Η παγκοσμιοποίηση είναι η εκπλήρωση αυτού του γεγονότος. Όμως, από τη στιγμή που αυτός ο κόσμος δεν είναι πια καπιταλιστικά διαχειρίσιμος, ακριβώς λόγω της παγκοσμιοποίησης, δεν υπάρχει πια συναίνεση. Σ’ αυτό το σημείο η εναλλακτική λύση γίνεται αναγκαστική. Και εδώ χρειάζεται μεγάλη προσοχή, γιατί η λυσσασμένη μορφή ολόκληρης της τελευταίας μπερλουσκονικής φάσης, που απέτυχε να πουλήσει όνειρα μέχρι τέλους, αφού δεν υπάρχουν πλέον οι αγοραστές αυτών των ονείρων («δεν έχω λεφτά για να έχω πρόσβαση σ’ εκείνο το όνειρο, μην μου τσαμπουνάτε ότι έχω πολλά κινητά, είμαι παρόλα αυτά απελπισμένος») είναι μια οπτική της Ιταλίας και του κόσμου τύπου Αποκάλυψης του Ιωάννη: είμαστε κάτω από μια τρομερή απειλή, πρέπει να σώσουμε με κάθε θυσία την ιμπεριαλιστική δημοκρατική ελευθερία, η εξουσία του χρηματοοικονομικού κεφαλαίου δεν πρέπει βρίσκει κανένα εμπόδιο, κι όλα αυτά λέγονται με λύσσα και με αγριότητα.

Ιστορικός υλισμός, μια απάντηση

Αυτή η μετάβαση λοιπόν, είναι ένα σημάδι απελπισίας, γιατί δεν υπάρχει πια η ικανότητα διαχείρισης μιας πολιτιστικής ηγεμονίας σε ευρεία έννοια –να προταθούν μοντέλα, να μεταβληθούν τα πάντα σε ένα πάρκο διασκέδασης με τηλεπαρουσιάστριες και ποδοσφαιριστές -, δεν υπάρχει πια η οικονομική ικανότητα ελέγχου των αγορών, γιατί τώρα πια όλα είναι μια ρουλέτα, μετακινούνται κεφάλαια από το ένα μέρος στο άλλο και δεν υπάρχει πια καμία δυνατότητα οικονομικής πρόβλεψης, δεν υπάρχει πια στρατιωτική εξουσία, γιατί ο πόλεμος δεν  είναι πια ικανός να παράγει αποτελέσματα. Συνεπώς, δεν υπάρχει πια καμία διαφορά μεταξύ του να είναι κανείς αυθεντικά και δημοκρατικά πολιτισμένος, και να είναι τρομοκράτης και κομμουνιστής. Όποιος επικαλείται κάποιες δημοκρατικές αρχές – για παράδειγμα είναι αντίθετος στην αλλοίωση του Συντάγματός μας – μετατρέπεται σε τρομοκράτη, ή, το λιγότερο, μετατρέπεται σε ένα άτομο που δεν αποδέχεται τους κανόνες της δημοκρατίας του εργάτη προέδρου μας. Κυριαρχεί εξάλλου η κουλτούρα του μπερλουσκονισμού, που οργανώθηκε με την ίδια δύναμη, και συχνά με μέσα ανώτερα από εκείνα που έχει η πολιτιστική οργάνωση. Ο ιστορικός υλισμός είναι ο μόνος δρόμος που μπορούμε να ακολουθήσουμε, για να ξεπεράσουμε τον «μπερλουσκονισμό».

Από θεωρητική άποψη μπορεί να αιτιολογήσει αυτά που διαβάζουμε, που βλέπουμε και ακούμε καθημερινά. Μόνο μέσα από τον ιστορικό υλισμό αυτό το «πράγμα» μπορεί να αναλυθεί και να γίνει κατανοητό. Στην Ιταλία δεν υπάρχει ταξική συνείδηση, η αντιπαράθεση είναι αντιπαράθεση απόψεων, από τους ψηφοφόρους ζητείται μόνο μια ξερή επιλογή, δεξιά ή αριστερά, και ταυτόχρονα δηλώνεται ότι τα δεξιά και αριστερά υποκείμενα έχουν κατά βάθος χάσει τη σημασία τους, ενώ συντελείται μια συστηματική, και εν πολλοίς συνειδητή, οργάνωση της πολιτιστικής παραπληροφόρησης και γινόμαστε μάρτυρες του απέραντου και ολοκληρωτικού θριάμβου της ιδεολογίας του εμπορεύματος. Και, πάνω απ’ όλα, η «παλιά» ταξική αντίθεση έχει μετατραπεί σε μια αντίθεση απόψεων. Όταν οι πολιτικές ομάδες που θα έπρεπε να είναι στην αντιπολίτευση αποδέχονται την ελευθερία της αγοράς ως ένα σημείο που δεν είναι δυνατό να τεθεί υπό αμφισβήτηση, δηλαδή αποδέχονται τη μοναδική υπάρχουσα αγορά, την καπιταλιστική,  δεν έχουν κανένα εργαλείο εναλλακτικής ανάλυσης.

Μετάφραση Τόνια Τσίτσοβιτς



*Ο Εντοάρτο Σαγκουινέτι, ποιητής και κριτικός, γεννήθηκε στις 9 Δεκεμβρίου 1930 στη Γένοβα και πέθανε στις 18 Μαΐου 2010 από ανεύρυσμα.Η εφημερίδα “Unita” δημοσίευσε την ίδια μέρα ένα παλαιότερο κείμενό του (2006) όπου εξηγούσε γιατί δεν είχε πάψει να είναι κομμουνιστής. Τη δεκαετία του ‘60 υπήρξε συνιδρυτής του σημαντικότερου κινήματος στα ιταλικά γράμματα της Ομάδας 63, όπου περιλαμβάνονταν συγγραφείς όπως ο Τζιόρτζιο Μανγκανέλι, Ουμπέρτο Έκο, Νάνι Μπαλεστρίνι, Λουίτζι Μαλέρμπα. Αυτοαποκαλείτο «ο τελευταίος Μαρξιστής».  Έχει μεταφράσει Τζόις, Μολιέρο, Σέξπιρ, Μπρεχτ καθώς και έλληνες συγγραφείς. Από το 1979 έως το 1983, ο Σανγκουινέτι ήταν μέλος του Επιμελητηρίου των αναπληρωτών της Ιταλικής Βουλής. Εκλέχθηκε ως ανεξάρτητος από τη λίστα του PCI.

Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2011

Οι Περιττοί και οι Άξιοι

http://www.flickr.com/photos/bhopalmedicalappeal/sets/72157623388562992/detail/

του Νικόλα Σεβαστάκη 
 
από τα Ενθέματα

Αν ζούσε σήμερα ο Τουργκένιεφ, αυτός ο «δυτικός» Ρώσος και φίλος του Φλωμπέρ, δεν θα χρειαζόταν να γράψει το περίφημο Ημερολόγιο ενός περιττού ανθρώπου. Πώς να γράψεις για τον περιττό άνθρωπο σε μια στιγμή όπου όλο και περισσότερο άνθρωποι φαίνεται να περισσεύουν; Πώς να μιλήσεις για τους περιττούς όταν αυτοί, ως λογιών ανεπιθύμητοι πλεονάζοντες, τείνουν να θεωρηθούν νεκροθάφτες της σωτηρίας των εθνικών οικονομιών και αποδιοπομπαίοι τράγοι στην πορεία «εξυγίανσης» των λιπόθυμων συστημάτων;

Η ελλειμματική ζωή οφείλεται, λοιπόν, στους πλεονάζοντες. Όπως η καταβύθιση του κόσμου της εργασίας χρεώνεται στους απαράσκευους και στους ανεπρόκοπους. Κοντολογίς, ο μηδενισμός οφείλεται στα μηδενικά και η ακρίβεια στους «τσαμπατζήδες»: αυτή η βαθιά πρωτόγονη «σκέψη» επιστρέφει από τους καιρούς του Χέρμπερτ Σπένσερ και τα εγχειρίδια των βικτωριανών αστών για τις επικίνδυνες τάξεις, αυτή η σκέψη-κάτεργο φαίνεται να εμπνέει για τα καλά τους συστημικούς λόγους του έτους 2011.

Πέρα όμως από τη γλαφυρή φιλολογία για τις θετικές πλευρές της κρίσης, αυτό που διαφαίνεται είναι πλέον μια ακραία πολιτισμική οπισθοχώρηση. Τα υποκείμενα πολίτες μετατρέπονται σε μονάδες μετακινούμενων φόβων και πληθυσμούς εφέδρων. Οι πραγματικά πλούσιοι έχουν κάνει απόσχιση από κάθε συμβόλαιο και η μεσαία τάξη, αυτό το αρχαίο φιλελεύθερο όνειρο, δεν μπορεί πια να στηρίξει τους μύθους που έπλασαν για αυτήν οι μεταπολεμικές κοινωνιολογίες της αφθονίας.

Η ωμότητα επιστρέφει. Χωρίς φυσικά να έχει φύγει πραγματικά ποτέ. Επιστρέφει ως κυνικός ωφελιμισμός και κοινωνικός δαρβινισμός. Το σέρβις των κουρασμένων μηχανών προϋποθέτει τη βίαιη ή κλιμακωτή έξωση όλων όσων δεν ανταποκρίνονται στις πολλαπλές δοκιμασίες αντοχής και στα αλλεπάλληλα τεστ αξιοπιστίας.

Τι μπορεί να αντιτάξει κανείς σε αυτή την κουλτούρα της κοινωνίας-επιχείρησης που δεν διαφέρει από την ηθική των μπράβων; Η ηθική αντίρρηση με σημείο αναφοράς την αξία της αλληλεγγύης μοιάζει με ιδεαλιστικό ευχολόγιο, με ανεδαφικό ανθρωπισμό που στρέφεται εναντίον των «νόμων της πραγματικότητας», των νόμων οι οποίοι διαχωρίζουν αυτούς που θα σωθούν από όσους θα μείνουν πίσω ή απλά θα σβήσουν από την κίνηση της Ιστορίας.

Ορισμένοι πιστεύουν ότι αυτού του τύπου τα προβλήματα είναι ψιλά γράμματα σε σχέση με την ανάγκη του πολιτικού σχεδίου. Δεν συμφωνώ καθόλου. Γιατί δίχως έναν διαφορετικό ορίζοντα πολιτισμού και το πιο ευφυές και ανατρεπτικό πολιτικό σχέδιο δεν μπορεί να κάμψει τα τρομοκρατικά αυτονόητα του σύγχρονου κοινωνικού δαρβινισμού. Αλλά αυτό ακριβώς νομίζω ότι είναι το ζητούμενο: να ομολογήσουμε ανοιχτά ότι μια πολιτική του πολιτισμού –για να δανειστώ την παλαιότερη έκφραση του Εντγκάρ Mορέν– δεν μπορεί παρά να είναι η άρνηση όλων των κοινωνικών και πολιτισμικών ρατσισμών. Και για να είμαστε σαφείς: η διαπόμπευση των μη παραγωγικών και η εν γένει «οικονομική αξιολόγηση» των ατομικών συμπεριφορών και των ανθρώπινων ποιοτήτων είναι το απεχθές πρόσωπο του σύγχρονου αντιανθρωπισμού, το νέο πρόσωπο του ρατσισμού.

Βρισκόμαστε ωστόσο πολύ μακριά από αυτή την τολμηρή παραδοχή και τις πολιτικές της συνεπαγωγές. Για αυτό το λόγο και η κριτική στα οικονομικά της νεοφιλελεύθερης λιτότητας φαντάζει λειψή και συχνά εύκολη στις αποφάνσεις της αφού μπορεί να την ασκεί και ένας Γιώργος Αυτιάς ή οι επιτελείς του Σαμαρά.  Είναι ο μισός δρόμος αν δεν συνοδεύεται από ορισμένες, πολύ πιο ενοχλητικές για το κοινό αίσθημα και για μας τους ίδιους, αλήθειες. Αν, για παράδειγμα, δεν θέτει στο στόχαστρο  τον ίδιον τον «ορθολογικό» μύθο της αξιοκρατίας και το τοτέμ του ανταγωνισμού, αν δεν αμφισβητεί τη ρητορική των ικανών και των αρίστων.

Ο αντιδημοκράτης Νίτσε στον καιρό του το είχε καταλάβει: ο σοσιαλισμός, έλεγε, είναι μια «αντι-φύση», συνιστά, με έναν τρόπο, τη συνηγορία των «αποτυχημένων». Το έλεγε για να κατακεραυνώσει τον αντίπαλο σήμερα όμως μπορούμε να δώσουμε ένα άλλο νόημα σε αυτή τη σκανδαλώδη συκοφαντία. Να πάρουμε πάνω μας τη ρετσινιά εξηγώντας σε όλους τους τόνους ότι η ισότητα και η ελευθερία προέχουν έναντι όλων των «ικανοτήτων» και των «προσόντων». Η αξιοπρέπεια των ανθρώπινων προσώπων είναι το ηθικοπολιτικό θεμέλιο μιας διαφορετικής ορθολογικότητας, ενός εγκάρδιου κοινωνικού Λόγου που καμιά σχέση δεν έχει φυσικά με την περιβόητη κοινή λογική των επιφυλλιδογράφων μας…

Ο Νικόλας Σεβαστάκης διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ

Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2011

Σύντροφοι, έχω ένα πόστερ με όλους εσάς στο σπίτι μου.*

 by Elliott Erwitt in 1964


Το ελικόπτερο ανυψώνεται έχοντας δεμένο στα πέδιλά του το πτώμα του Ερνέστο Γκεβάρα, γνωστού και ως Τσε.
[...]

Όπως ακριβώς τα κομματάκια του Τίμιου Σταυρού ή τα τυχερά φυλαχτά, έτσι και τα αντικείμενα του Τσε έσπρωξαν εχθρούς και φίλους σ' ένα κυνήγι σχεδόν θρησκευτικού χαρακτήρα, σε μια ευγενική λατρεία, σ' ένα ανήθικο εμπόριο και σ' ένα πλήθος από γελοίες απάτες.

Μετά τη σύλληψή του, στην Ιγέρα (όπου, όπως λέει ο ποιητής Ενρίκε Λιν, ο Τσε «είχε στήσει μετά θάνατον το γενικό του στρατόπεδο»), στο Βαγεγκράντε και στη Λα Πας αρχίζει το εμπόριο με τα λιγοστά υπάρχοντα του Τσε. Μια ανάμεικτη κατάσταση, κάτι ανάμεσα σε αρπακτική διάθεση, λαφυραγωγία και φετιχισμό, έσπρωξε πρώτα τους στρατιωτικούς κι έπειτα τους πολίτες που βρίσκονταν κοντά στα γεγονότα να κλέψουν ό,τι έπεφτε μπροστά τους και ανήκε στον τσε Γκεβάρα.

Τα αμερικανικά δολάρια, τα πέσος της Βολιβίας και τα δολάρια του Καναδά τα μοιράστηκαν μεταξύ τους οι στρατιώτες στην Ιγέρα πίσω από την πλάτη των ανώτερων αξιωματικών· η πένα Πάρκερ κατέληξε στα χέρια ενός υπαξιωματικού, ο οποίος τελικά την αντάλλαξε με κάτι φωτογραφίες που του έδωσε ένας δημοσιογράφος· το δαχτυλίδι του Τσε το μάζεψε κάποιος άλλος που στη συνέχεια έφτιαξε κάμποσα αντίγραφα, τα οποία συνέχιζε να πουλάει επί χρόνια· η χαλασμένη καραμπίνα Μ2 κατέληξε στα χέρια του συνταγματάρχη Σεντένο και λένε ότι αυτός, για να κάνει καλή εντύπωση, την παρέδωσε στο στρατηγό Οβάνδο, αφού πρώτα έβγαλε μια φωτογραφία ποζάροντας με το όπλο (η φωτογραφία αυτή αποτελεί μέρος μιας θλιβερής σειράς: Στην πρώτη ο Σεντένο ποζάρει ένστολος με τα παιδιά του, τη Χιμένα και τον Χοακίν, στη δεύτερη δείχνει την καραμπίνα)· τη μία από τις πίπες του την έκλεψε ο συνταγματάρχης Σέλιτς και την άλλη ο λοχίας Μπερναρδίνο Ουάνκα. Κανείς δε θέλησε να πάρει τα παπούτσια του, που ήταν φτιαγμένα από κομμάτια δέρμα και τριχιά, εκείνα τα σανδάλια που είχαν αντικαταστήσει τις κατεστραμμένες του μπότες.

Κανένα άλλο αντικείμενο όμως δεν είχε ποτέ του τόσο πολλούς ιδιοκτήτες συγχρόνως όσους το ρολόι του Τσε.

Στις 8 Οκτωβρίου 1966 ο κομαντάντε Γκεβάρα είχε πάνω του δύο ρολόγια Ρόλεξ, το δικό του και του βοηθού του, που είχε παραδοθεί στον Τσε μετά το θάνατο του Κοέγιο. Οι στρατιώτες τού τα έβγαλαν και τα δύο με το που τον έπιασαν. Στην πρώτη του συζήτηση με τον Γκάρι Πράδο μέσα στο σχολείοτης Ιγέρα, ο Τσε τού το είχε πει κι εκείνος είχε φωνάξει τότε τους στρατιώτες και είχε πάρει πίσω τα δύο ρολόγια Ρόλεξ oster perpetual.

- Ορίστε τα ρολόγια σας, κρατήστε τα, κανείς δε θα σας τα πάρει.

Ο Τσε απαντάει ότι θα προτιμούσε να του τα φυλάξει εκείνος και αν του συμβεί κάτι να φροντίσει «να φτάσουν στους δικούς μου». Ο Πράδο τού ζητάει να ξεχωρίσει το δικό του και ο Τσε το σημαδεύει χαράζοντάς του ένα Χ στην ανάποδη πλευρά με μια πέτρα. Ο Πράδο κρατάει το ρολόι του Τσε και δίνει στον ταγματάρχη Αγιορόα το ρολόι του Κοέγιο.

Έτσι συνέβησαν τα πράγματα σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή, αλλά ο τηλεγραφητής της Ιγέρα, ο Κορτές, είδε το συνταγματάρχη Σέλιτς να παίρνει από τον Τσε το ρολόι του, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι ήταν δεμένος. Και ο πράκτορας της CIA Φέλιξ Ροδρίγκες διηγείται πώς βρέθηκε στα χέρια του το ρολόι του Τσε όταν κατάφερε να κοροϊδέψει ένα στρατιώτη που του το είχε πάρει και πώς το είχε φορέσει στον καρπό του όταν ανέβηκε στο ελικόπτερο με το οποίο εγκατέλειψε τον οικισμό της Ιγέρα. Στην πορεία της αφήγησης το ρολόι Ρόλεξ oster perpetual γίνεται ένα Ρόλεξ GT master. Αλλά ο Ισπανο-μεξικανός δημοσιογράφος Λουίς Σουάρες διαβεβαίωνε ότι το Ρόλεξ του Τσε είχε καταλήξει στα χέρια του λοχία Μπερναρδίνο Ουάνκα, ο οποίος το είχε πάρει από το πτώμα.

Άλλες εκδοχές της ιστορίας θέλουν ιδιοκτήτη του ρολογιού το στρατηγό Οβάνδο και μια άλλη, πιο ευφάνταστη, βάζει το ρολόι να ταξιδεύει χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά: Από το πτώμα στο γιατρό που έκανε τη νεκροψία και από το γιατρό στο γιο του, ο οποίος το έδωσε για να ξεπληρώσει ένα χρέος σε μια καντίνα της μεξικανικής πόλης της Πουέμπλα.[...]

Μέσα στα επόμενα δεκαπέντε χρόνια, στο πλαίσιο μια σειράς παράδοξων συμπτώσεων - που αναμφίβολα μπορούν να αποδοθούν στο γεγονός ότι τα πρόσωπα που εμπλέκονται στην όλη ιστορία έζησαν σε καιρούς αβέβαιους και στην κόψη του ξυραφιού-, οι περισσότεροι από κείνους που σχετίζονταν με τη σύλληψη, τη διαταγή της εκτέλεσης και την εξαφάνιση του πτώματος του Ερνέστο Γκεβάρα έπεσαν θύματα παράξενων θανατηφόρων ατυχημάτων με ελικόπτερα ή αυτοκίνητα, εκτελέστηκαν από τους κληρονόμους του αντάρτικου, εκτοπίστηκαν, αρρώστησαν μυστηριωδώς, δέχτηκαν πυροβολισμούς, έπεσαν θύματα τρομοκρατικών οργανώσεων της φασματικής Αριστεράς ή της πιο λάθρα βιώσας δεξιάς ή ξυλοκοπήθηκαν μέχρι θανάτου από τους πρώην συντρόφους τους.

Λες και το φάντασμα του Τσε είχε επιστρέψει για να ζητήσει το λογαριασμό από τους δολοφόνους του, ένα συστηματικό κύμα βίας παρέσυρε σταδιακά ένα προς έναν όλους όσοι είχαν συμμετάσχει στα γεγονότα.[....]

Ο ποιητής Πάκο Ουρόντο, που έμελλε να πεθάνει χρόνια αργότερα δολοφονημένος από τους στρατιωτικούς της Αργεντινής, όταν πληροφορήθηκε το θάνατο του Τσε στο Μπουένος Άιρες, έγραψε: «Για μια βδομάδα θα βρέχει αδιάκοπα και οι λιγότερο εύπιστοι ή όσοι δεν είναι προληπτικοί θα σκεφτούν πως είναι τυχαίο, εντελώς τυχαίο: πως είναι λιγάκι παράξενο αυτό που συμβαίνει, αλλά εντελώς συμπτωματικό. Οι φίλοι καταφθάνουν σιγά σιγά, ολοένα και πιο μουσκεμένοι - αυτή τη φορά κράτησε ασυνήθιστα πολύ ετούτος ο παλιόκαιρος. Αλλά αυτή τη φορά δεν τον σχολιάζουμε καταπώς το συνηθίζουμε εδώ στο Μπουένος Άιρες, δε μιλάμε δηλαδή για την υγρασία και τα βάσανα που φέρνει, ούτε για το συκώτι μας. Αυτή τη φορά εικάζουμε μ' αλλιώτικο τρόπο: δεν υπάρχει γαλήνη, δεν υπάρχει σιωπή».[...]

Το χωριό της Ιγέρα, μετά το πέρασμα του αντάρτικου απ' τα χώματά του κι αφού φιλοξένησε στο σχολείο του το πτώμα του Τσε, το ρήμαξε μια φοβερή ξηρασία, ζώα και φυτά πέθαιναν και οι χωρικοί υποχρεώθηκαν να μεταναστεύσουν. Η λαϊκή δοξασία, οι ψιθυριστές φήμες, οι θρύλοι την απέδιδαν σε θεϊκή τιμωρία, επειδή είχαν αφήσει τον Τσε να πεθάνει στα χέρια των στρατιωτικών.

Οι χωρικοί της Κοτσαμπάμπα αρχίζουν να ψέλνουν μια παράξενη δέηση: «Ψυχούλα του Τσε, σου ζητώ να μεσολαβήσεις να γίνει το θαύμα και να θεραπευτεί η αγελαδίτσα μου, κάνε μου αυτή τη χάρη, ψυχούλα του Τσε».[...]

Η νοσοκόμα του Βαγεγκράντε που τον έγδυσε όταν ήταν πια νεκρός εξομολογείται: «Μερικές φορές ονειρεύομαι τον Τσε και τον βλέπω ζωντανό. Με επισκέπτεται, μου μιλάει και μου λέει ότι θα με βγάλει απ' αυτή την αθλιότητα μες στην οποία ζω». [...]

Με τον Μανρέσα, το γραμματέα του, συζητάω στο σκοτάδι. Ένα μπλακ άουτ ταλαιπωρεί τη συγκεκριμένη συνοικία της Αβάνας. Ακούω τη φωνή του να σταματάει πότε πότε. Εύκολα μαντεύει κανείς τα συναισθήματά του.

- Εσείς, οι οπαδοί του Γκεβάρα, οι άνθρωποι που ζήσατε κοντά στον Τσε, δίνετε την εντύπωση ότι είστε σημαδεμένοι, ότι έχετε άνα σημάδι, ένα Ζ στο μέτωπο, σαν κια υτό που χάραζε ο Ζορό, του λέω.

- Εμείς ήμασταν κάτι φτωχοδιάβολοι, που ένας Θεός ξέρει πού θα μας έβγαζε η ζωή, και περιμέναμε να βρούμε έναν άνθρωπο σαν το Τσε.

Ακολουθεί μια μεγάλη παύση. Ύστερα ακούγεται ένας λυγμός. Δεν ξέρω τι άλλο να τον ρωτήσω.

Αυτή η αίσθηση εγκατάλειψης, η αίσθηση ότι ο Τσε έφυγε χωρίς αυτούς, τους σκοτώνει. Ο Χοέλ Ιγκλέσιας πέρασε μια βαθιά κρίση που τον οδήγησε στο αλκοόλ, ο Μόρα αυτοκτόνησε, ο Ντίας Αργουέγες δεν μπόρεσε ποτέ να συγχωρήσει τον Τσε που είχε πάρει μαζί του τον στενό του φίλο Γκουστάβο Ματσίν και όχι τον ίδιο, δεν τον συγχώρεσε ακόμα κι όταν σκοτώθηκε στην Αγκόλα, χρόνια αργότερα, αντιμετωπίζοντας τα νοτιοαφρικανικά τεθωρακισμένα, σε μια εποποιία που δεν είχε τίποτα να ζηλέψει απ' τα κατορθώματα του Τσε. Ο Αμεϊχέιρας βασανίζεται , λέγοντας απ' τη μια ότι εκείνος θα μπορούσε να είχε βάλει φρένο στους άσκοπους ηρωισμούς του Τσε και απ' την άλλη υποφέροντας που δεν ήταν εκεί για να του βάλει φρένο. Ο Ντρέκε για πολλά χρόνια αναρωτιόταν τι λάθος είχε κάνει στην Αφρική και δεν τον είχε πάρει έπειτα μαζί του στη Βολιβία. Η απάντηση μπορεί να ήταν πάντα η ίδια - κανένα λάθος -, η ερώτηση όμως εξακολούθησε να τον τρώει μέσα του για καιρό. Οι Ασεβέδο εξακολουθούν να αναρωτιούνται. Το ίδιο κάνει και ο φίλος του ο Φερνάνδες Μελ ή ο Αραγονές, ο οποίος, επιστρέφοντας από την Αφρική, βασανίστηκε από μια φοβερή αρρώστια που παραλίγο να τον σκοτώσει. Και ο Εστράδα, που ο Τσε τον είχε διώξει απ΄ την Πράγα γιατί τραβούσε την προσοχή, ακόμα αναρωτιέται, όπως και ο Μπορέγο, ο υφθπουργός του, ή ο Ολτούσκι, που του πήρε τριάντα χρόνια για να γράψει το βιβλίο, όπου ήθελε μεταξύ άλλων να πει ότι υπήρχαν και πολλά σημεία στα οποία συμφωνούσαν οι δυο τους... Κι όταν μιλάω μαζί τους, νιώθω πως θα μπορούσα να βάλω άφοβα στοίχημα το κεφάλι μου λέγοντας με σιγουριά ότι στην Κούβα, ακόμα και σήμερα, τριάντα έξι χρόνια σχεδόν μετά το θάνατό του, υπάρχουν καμιά εκατοστή άντρες και γυναίκες που θα πουλούσαν την ψυχή τους στο διάβολο για να έχουν μπορέσει να πεθάνουν μαζί με τον Τσε στη Βολιβία.[...]

Τριάντα χρόνια σχεδόν μετά το θάνατό του η εικόνα του περνάει από γενιά σε γενιά, ο μύθος του περνά τρέχοντας μέσα απ' τα παραληρήματα μεγαλείου του νεοφιλελευθερισμού. Ασεβής, περιπαικτικός, πεισματάρης, επίμονος στην ηθική του, αξέχαστος.

Το ελικόπτερο ανυψώνεται έχοντας δεμένο στα πέδιλά του το πτώμα του Ερνέστο Γκεβάρα, γνωστού και ως Τσε.



* ΤΣΕ (Γραμμένο στο κάτω μέρος μιας αφίσας στο Αμβούργο, όπου βλέπουμε τον Γκεβάρα να μας χαμογελά)
 
 όλα τα αποσπάσματα από το βιβλίο του Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ, Ερνέστο Γκεβάρα γνωστός και ως ΤΣΕ, εκδ. Κέδρος Α.Ε. 2005, μτφ. Βασιλική Κνήτου

Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2011

Οίκοι Αξιολόγησης: 150 χρόνια οικονομικής Εποπτείας



της Σίσσυς Μπάρα

Οι οίκοι αξιολόγησης εμφανίζονται για πρώτη φορά στην Αμερική στα μέσα του 19ου αιώνα. ΄Ηταν μια απάντηση στην ανάγκη αξιολόγησης απο τους ιδιώτες επενδυτές, της αξιοπιστίας των πολυάριθμων σιδηροδρομικών εταιρείων που προσπαθούσαν να προσελκύσουν κεφάλαια στο χρηματιστήριο. Η πρώτη απόπειρα μελέτης και κριτικής των οικονομικών δεδομένων των ΑΕ ανήκει στη Henry Varnum Poor όταν το 1860 δημοσίευσε το πρώτο οδηγό σιδηροδρομικών εταιρειών.
Αρκετά χρόνια αργότερα, το 1906 μια ακόμη εταιρεία η Standard Statistic Bureau συλλέγει τα οικονομικά στοιχεία των αμερικανικών επιχειρήσεων και παρουσιάζει τα πρώτα της αποτελέσματα το 1916. Η συγχώνευση των δυο αυτών εταιρειών θα δώσει το 1941 τη σημερινή Standard and Poor΄s. Ομως η ιδέα ενός συστήματος αξιολόγησης όπως τον γνωρίζουμε σήμερα, δλδ με τα τρία Αλφα ως τον ανώτατο βαθμό αξιοπιστίας ανήκει στο John Moody. Γεννημένος στα 1868 μέσω της εταιρείας του Moody’s Investor Service αρχίζει στα 1909 να βαθμολογεί τις εκδόσεις ομολόγων περισσοτέρων από 200 σιδηροδρομικών εταιρειών, με άμεσο στόχο πάντα: Να εκτιμήσει την ικανότητα της δανείστριας εταιρείας να αποπληρώσει τα χρέη της και να σεβαστεί τις πληρωμές των τοκοχρεωλυσίων στον προβλεπόμενο χρόνο.

Με τη πάροδο του χρόνου ο ρόλος των οίκων αξιολόγησης στις αποφάσεις των επενδυτών αναβαθμίστηκε. Στις μέρες μας εκτός απο τα κρατικά, τίθενται στην κρίση των οίκων αξιολόγησης και τα δημοτικά χρεώγραφα. Ποιος είναι όμως ο ρόλος των οίκων αξιολογησης; Είναι η ακρίβεια στις εκτιμήσεις τους που εξηγεί την άνοδό τους; Η νωπή στη συλλογική μνήμη κατάρρευση της Lehman Βrothers το 2008 και η ίδια η κρίση των στεγαστικών δανείων στις ΗΠΑ αποτελεί το χαρακτηριστικότερο ίσως παράδειγμα αποτυχίας των προβλέψεων των οίκων αξιολόγησης. Το χτύπημα όμως που δέχτηκαν παρέα με την διεθνή οικονομια δεν κατάφερε να κλονίσει την αξιοπιστία τους στην αγορά. Κι αυτά παρά τη δριμύτατη κριτική που δέχτηκαν. Χαρακτηριστική έχει μείνει η φράση του αμερικάνου νομπελίστα οικονομολόγου Paul Krougman οποίος τις αποκαλεσε κλόουν.
Από την άλλη πλευρά η πρόσφατη και μοναδική στην ιστορία υποβάθμιση της αμερικανικής πιστοληπτικής ικανότητας έδωσε νέες λαβές κριτικής για τις μεθόδους που χρησιμοποιούν και που οδηγούν σε λανθασμένες εκτιμήσεις. Πώς μπορούν να ερμηνευτούν όμως λάθη και αβλεψίες από εταιρείες με τέτοια παράδοση και εμπειρία στο τομέα των οικονομικών μελετών και με ικανότατο και εξιδεικευμένο προσωπικό; Αξιοποιώντας τις μαρτυρίες παλαιών υπάλληλων των τριών σημαντικότερων οίκων αξιολόγησης Standart and Poor’s, Moody’s, Fitch, που δημοσιεύτηκαν στη γαλλική Μόντ φαίνεται ότι τα τελευταία χρόνια οι οίκοι αξιολόγησης αδυνατούν να ανταπεξέλθουν οικονομικά στις υποχρεωσείς έναντι των πελατών τους. ΄Η σωστότερα προκειμένου να παράξουν και να πουλήσουν το προϊόν τους με το ελάχιστο κόστος υιοθετούν προγράμματα εξυγείανσης προκειμένου να μειώσουν τα έξοδα. Και ειδικά το εργασιακό κόστος. Σε ότι αφορά την αγορά των κρατικών χρεωγράφων η μείωση της χρημματοδότησης των αποστολών είναι χαρακτηριστική. Οπως αναφέρει υπάλληλος της Moody’s ο χρόνος παραμονής των ειδικών απεσταλμένων στις δανειζόμενες χώρες μειώθηκε δραματικά απο τις έξη μέρες που είχαν στη διάθεση τους οι αναλυτές αρχικά στη μία με δύο μέρες. Χρόνο κατά τον οποίο συναντούσαν τους ελάχιστους οικονομικούς παράγοντες των χωρών και οι οποίοι ήταν συνήθως εκπρόσωποι του Υπ. Οικ. και της Κεντρικής Τράπεζας. Χαρακτηριστική είναι επίσης και η μαρτυρία πρώην υπάλληλων της Standart and Poor’s και της Fitch, σχετικά με το τρόπο διαχείρισης της κρίσης εμπιστοσύνης του κόσμου έναντι των οίκων αξιολόγησης το 2008, απο τους ίδιους: η περίοδος που ακολούθησε την κρίση των στεγαστικών δανείων επιδείνωσε περίσσοτερο τις συνθήκες εργασίας. Η αποτυχία των προβλέψεων για την αμερικανική κρίση αντί να οδηγήσει στη βελτίωση των υλικών και τεχνικών μέσων αξιοποίησης της πληροφορίας είχε σαν αποτέλεσμα την επιδείνωση των συνθηκών εργασίας των αναλυτών με στόχο να χρεωθούν οι ίδιοι το αποτέλεσμα και όχι η εταιρεία.

Η υποταγή των ίδιων των εταιριών αξιολόγησης στους νόμους της αγοράς και κυρίως στη λογική του κέρδους φαίνεται να αποτελεί έναν βασικό παράγοντα στη διαμόρφωση των εκτιμήσεών τους. Ο ρόλος τους όμως και κύριως η σχέση τους με τα υπόλοιπα οικονομικά υποκκείμενα θέτει μοιραία το εξής ερώτημα: Οι οίκοι αξιολόγησης κατα πόσο τελικά είναι σε θέση να λειτουργούν εξισορροπιστικά στην αγορά δικαιώνοντας τους θιασώτες των Θεσμικών Οικονομικών (Institutional economics). Κατά πόσο μπορούν δηλαδή να παρεμβαίνουν στις οικονομικές σχέσεις εξυγειαίνοντας επενδυτικά χαρτοφυλάκια και βοηθώντας εταιρείες κράτη κ' οργανισμούς να βελτιώσουν την οικονομική τους κατάσταση, συμβάλλοντας με το τρόπο αυτό στην άρση των προβλημάτων που δημιουργεί στην αγορά η ασύμμετρη πληροφόρηση; Πρόκειται για ερωτημα που τίθεται πιεστικά, και για έναν ακόμα λόγο :Διότι η βαθμολόγηση δανειζόμενων φορέων εμπεριέχει εξ΄ορισμού ατομικές ή συλλογικές οικονομικές στρατηγικές. Η πολύ χαμηλή βαθμολόγηση μιας εταιρείας ή μιας χώρας που προσφεύγει στο δανεισμό προκαλεί από μόνη της αυτό που προβλέπει. Δηλαδή την κατάρρευσή της, προκαταβάλλοντας αρνητικά την αγορά κι αυξάνοντας έτσι το κόστος δανεισμού της.

Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2011

Περιμένουμε να έρθει ο Γκοντό

http://afronord.tripod.com/plays/catastrophe.html

Βλαδήμηρος:


Ας μη χάνουμε την ώρα μας με μάταια λόγια ! (Παύση. Με έξαψη) Ας κάνουμε κάτι γρήγορα, τώρα που μας προσφέρεται μια τέτοια ευκαιρία ! Δε μας τυχαίνει κάθε μέρα να μας χρειάζονται. Δε λέω, βέβαια, πως χρειάζονται εμάς προσωπικά. Κι άλλοι πολλοί θα τα κατάφερναν το ίδιο καλά στη θέση μας, για να μην πω καλύτερα. Αυτή η έκκληση για βοήθεια που αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μας, απευθύνεται αναμφίβολα στην ανθρωπότητα ολόκληρη ! Τούτη τη στιγμή όμως, σε τούτη εδώ την άκρη, η ανθρωπότητα ολόκληρη είμαστε εμείς, είτε μας αρέσει είτε όχι. Ας σπεύσουμε να επωφεληθούμε, λοιπόν, πριν είναι πολύ αργά! Ας εκπροσωπήσουμε επάξια κι εμείς για μια φορά τη σιχαμένη φάρα εις την οποίαν μας έριξε η μαύρη μας μοίρα ! Τι λες και συ ; (Ο Εστραγκόν δε λέει τίποτα) Είναι βέβαια αλήθεια ότι καθήμενοι εδώ με τα χέρια σταυρωμένα και σταθμίζοντας τα υπέρ και τα κατά τιμάμε εξίσου το είδος μας. Η τίγρη δεν κάθεται ποτέ να το σκεφτεί· ή τρέχει να βοηθήσει τους ομοίους της, ή χώνεται στην πλησιέστερη λόχμη. Αλλά το θέμα δεν είν’ αυτό. Το θέμα είναι τι κάνουμε εμείς εδώ, μάλιστα, ιδού η απορία. Και έχουμε την ευτυχία να ξέρουμε την απάντηση. Ναι, μέσα σ’ αυτή την απέραντη σύγχυση, ένα είναι ξεκάθαρο: Περιμένουμε να έρθει ο Γκοντό.

ΣΑΜΟΥΕΛ ΜΠΕΚΕΤ
ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΓΚΟΝΤΟ
Πράξη Δεύτερη.
Μετ: ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ



VLADIMIR: At last! (He goes towards the heap.) Reinforcements at last! POZZO: Help! ESTRAGON: Is it Godot? VLADIMIR: We were beginning to weaken. Now we're sure to see the evening out. POZZO: Help! ESTRAGON: Do you hear him? VLADIMIR: We are no longer alone, waiting for the night, waiting for Godot, waiting for . . . waiting. All evening we have struggled, unassisted. Now it's over. It's already tomorrow. POZZO: Help! VLADIMIR: Time flows again already. The sun will set, the moon rise, and we away . . . from here. POZZO: Pity! VLADIMIR: Poor Pozzo! ESTRAGON: I knew it was him. VLADIMIR: Who? ESTRAGON: Godot. VLADIMIR: But it's not Godot. ESTRAGON: It's not Godot? VLADIMIR: It's not Godot. ESTRAGON: Then who is it? VLADIMIR: It's Pozzo. POZZO: Here! Here! Help me up! VLADIMIR: He can't get up. ESTRAGON: Let's go. VLADIMIR: We can't. ESTRAGON: Why not? VLADIMIR: We're waiting for Godot. ESTRAGON: Ah! VLADIMIR: Perhaps he has another bone for you. ESTRAGON: Bone? VLADIMIR: Chicken. Do you not remember? ESTRAGON: It was him? VLADIMIR: Yes. ESTRAGON: Ask him. VLADIMIR: Perhaps we should help him first. ESTRAGON: To do what? VLADIMIR: To get up. ESTRAGON: He can't get up? VLADIMIR: He wants to get up. ESTRAGON: Then let him get up. VLADIMIR: He can't. ESTRAGON: Why not? VLADIMIR: I don't know. Pozzo writhes, groans, beats the ground with his fists. ESTRAGON: We should ask him for the bone first. Then if he refuses we'll leave him there. VLADIMIR: You mean we have him at our mercy? ESTRAGON: Yes. VLADIMIR: And that we should subordinate our good offices to certain conditions? ESTRAGON: What? VLADIMIR: That seems intelligent all right. But there's one thing I'm afraid of. POZZO: Help! ESTRAGON: What? VLADIMIR: That Lucky might get going all of a sudden. Then we'd be ballocksed. ESTRAGON: Lucky? VLADIMIR: The one that went for you yesterday. ESTRAGON: I tell you there was ten of them. VLADIMIR: No, before that, the one that kicked you. ESTRAGON: Is he there? VLADIMIR: As large as life. (Gesture towards Lucky.) For the moment he is inert. But he might run amuck any minute. POZZO: Help! ESTRAGON: And suppose we gave him a good beating, the two of us. VLADIMIR: You mean if we fell on him in his sleep? ESTRAGON: Yes. VLADIMIR: That seems a good idea all right. But could we do it? Is he really asleep? (Pause.) No, the best would be to take advantage of Pozzo's calling for help— POZZO: Help! VLADIMIR: To help him— ESTRAGON: We help him? VLADIMIR: In anticipation of some tangible return. ESTRAGON: And suppose he— VLADIMIR: Let us not waste our time in idle discourse! (Pause. Vehemently.) Let us do something, while we have the chance! It is not every day that we are needed. Not indeed that we personally are needed. Others would meet the case equally well, if not better. To all mankind they were addressed, those cries for help still ringing in our ears! But at this place, at this moment of time, all mankind is us, whether we like it or not. Let us make the most of it, before it is too late! Let us represent worthily for once the foul brood to which a cruel fate consigned us! What do you say? (Estragon says nothing.) It is true that when with folded arms we weigh the pros and cons we are no less a credit to our species. The tiger bounds to the help of his congeners without the least reflection, or else he slinks away into the depths of the thickets. But that is not the question. What are we doing here, that is the question. And we are blessed in this, that we happen to know the answer. Yes, in this immense confusion one thing alone is clear. We are waiting for Godot to come— ESTRAGON: Ah! POZZO: Help! VLADIMIR: Or for night to fall. (Pause.) We have kept our appointment and that's an end to that. We are not saints, but we have kept our appointment. How many people can boast as much? ESTRAGON: Billions. VLADIMIR: You think so? ESTRAGON: I don't know. VLADIMIR: You may be right. POZZO: Help! VLADIMIR: All I know is that the hours are long, under these conditions, and constrain us to beguile them with proceedings which –how shall I say– which may at first sight seem reasonable, until they become a habit. You may say it is to prevent our reason from foundering. No doubt. But has it not long been straying in the night without end of the abyssal depths? That's what I sometimes wonder. You follow my reasoning? ESTRAGON: (aphoristic for once). We are all born mad. Some remain so. POZZO: Help! I'll pay you! ESTRAGON: How much? POZZO: One hundred francs! ESTRAGON: It's not enough. VLADIMIR: I wouldn't go so far as that. ESTRAGON: You think it's enough? VLADIMIR: No, I mean so far as to assert that I was weak in the head when I came into the world. But that is not the question. POZZO: Two hundred! VLADIMIR: We wait. We are bored. (He throws up his hand.) No, don't protest, we are bored to death, there's no denying it. Good. A diversion comes along and what do we do? We let it go to waste. Come, let's get to work! (He advances towards the heap, stops in his stride.) In an instant all will vanish and we'll be alone once more, in the midst of nothingness! He broods. POZZO: Two hundred! VLADIMIR: We're coming! He tries to pull Pozzo to his feet, fails, tries again, stumbles, falls, tries to get up, fails. ESTRAGON: What's the matter with you all? VLADIMIR: Help! ESTRAGON: I'm going. VLADIMIR: Don't leave me! They'll kill me! POZZO: Where am I? VLADIMIR: Gogo! POZZO: Help! VLADIMIR: Help! ESTRAGON: I'm going. VLADIMIR: Help me up first, then we'll go together. ESTRAGON: You promise? VLADIMIR: I swear it! ESTRAGON: And we'll never come back? VLADIMIR: Never! ESTRAGON: We'll go to the Pyrenees. VLADIMIR: Wherever you like. ESTRAGON: I've always wanted to wander in the Pyrenees. VLADIMIR: You'll wander in them. ESTRAGON: (recoiling). Who farted? VLADIMIR: Pozzo. POZZO: Here! Here! Pity! ESTRAGON: It's revolting! VLADIMIR: Quick! Give me your hand! ESTRAGON: I'm going. (Pause. Louder.) I'm going. VLADIMIR: Well I suppose in the end I'll get up by myself. (He tries, fails.) In the fullness of time. ESTRAGON: What's the matter with you? VLADIMIR: Go to hell. ESTRAGON: Are you staying there? VLADIMIR: For the time being. ESTRAGON: Come on, get up, you'll catch a chill. VLADIMIR: Don't worry about me. ESTRAGON: Come on, Didi, don't be pig-headed! He stretches out his hand which Vladimir makes haste to seize. VLADIMIR: Pull! Estragon pulls, stumbles, falls. Long silence. POZZO: Help! VLADIMIR: We've arrived. POZZO: Who are you? VLADIMIR: We are men. Silence. ESTRAGON: Sweet mother earth! VLADIMIR: Can you get up? ESTRAGON: I don't know. VLADIMIR: Try. ESTRAGON: Not now, not now. Silence. POZZO: What happened? VLADIMIR: (violently). Will you stop it, you! Pest! He can think of nothing but himself! ESTRAGON: What about a little snooze? VLADIMIR: Did you hear him? He wants to know what happened! ESTRAGON: Don't mind him. Sleep. Silence. POZZO: Pity! Pity! ESTRAGON: (with a start). What is it? VLADIMIR: Were you asleep? ESTRAGON: I must have been. VLADIMIR: It's this bastard Pozzo at it again. ESTRAGON: Make him stop it. Kick him in the crotch. VLADIMIR: (striking Pozzo). Will you stop it! Crablouse! (Pozzo extricates himself with cries of pain and crawls away. He stops, saws the air blindly, calling for help. Vladimir, propped on his elbow, observes his retreat.) He's off! (Pozzo collapses.) He's down!

Waiting for Godot, Act 2

από 

Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2011

"Ανομία": ο οδοστρωτήρας του κατασταλτικού φετιχισμού

 
Slave Ship (1840), Joseph Mallord William Turner [Public domain], via Wikimedia Commons


του Novalis, ΑΥΓΗ, 6.10.11

«Η ανομία έφτασε, εμπρός βήμα ταχύ / να την εκσφενδονίσουμε σε κάθε κεφαλή» αγνώστου κυβερνητικού (think) tank. «Ο Γιάκομπσον λέει πως η αφασία διαβρώνει τη γλώσσα στην αντιστροφή της κατάκτησής της. [...] Ένα στόμα που αποσυντίθεται, ξεκινάει από τα χείλη».
Jacques Roubaud, Quelque chose noir, 1986 (αριστεριστής του ΣΥΡΙΖΑ).

Η πλούσια πολιτική και κοινωνική εμπειρία ωμών νεοφιλελεύθερων διακυβερνήσεων διδάσκει ότι η παράλυση του συστήματος οικονομικών σχέσεων συνδέεται άρρηκτα με την οξύτατη συμπτωματολογία στο επίπεδο της πολιτικής. Δεν διαγιγνώσκεται, λοιπόν, σ’ αυτά τα φαινόμενα κάποια «ελληνική ιδιοτυπία», όσο κι αν η εκδήλωσή τους φέρει όλες τις ιδιομορφίες του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού και του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Η κυβέρνηση πασχίζει να νομιμοποιήσει την ταξική και άδικη οικονομική πολιτική της στη δίνη του φαύλου κύκλου της ύφεσης. Ταυτοχρόνως, προκρίνει ως μέσα πολιτικής της νομιμοποίησης στη δίνη της κοινωνικής δυσθυμίας τον κατασταλτικό φετιχισμό και την ανοίκεια χρήση των εννοιών, έτσι ώστε να της χρησιμεύσουν ως ιδεολογικά ρόπαλα, εκεί που δεν φτουράνε (ακόμα) τα αναποδογυρισμένα γκλομπς των ΜΑΤ. Η δημιουργική λογιστική, που βάζει την Ελλάδα στην ΟΝΕ με το σπαθί των transactions swaps της Goldman Sachs και στρώνει τον δρόμο για τα Μνημόνια με το φούσκωμα του ελλείμματος και του χρέους, ενορχηστρώνοντας την εκστρατεία του διασυρμού, δεν μπορεί παρά να εκλύσει τη δημιουργική λογιστική των εννοιών, η οποία καθιερώνει σημασίες με ιδεολογικά διογκωμένη νοηματική ισχύ, ως ασπίδα απέναντι στις διακυμάνσεις της ταξικής πάλης, και στρώνει τον δρόμο στο βουερό πανηγύρι της δυσφήμισης, προκατασκευάζοντας νέες συκοφαντίες. Στην κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, βέβαια, καθείς έχει τον τρόπο του τόσο στη δημιουργική λογιστική επί των οικονομικών μεγεθών όσο και στη δημιουργική λογιστική επί των εννοιών.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΟΣ ΧΑΡΙΝ, με σκηνικό βάθος το νομοσχέδιο για τη διαφθορά πολιτικών προσώπων, ο υπουργός Δικαιοσύνης και ο υφυπουργός του επιδόθηκαν σε άσκηση ετοιμότητας εναντίον του νέου εσωτερικού εχθρού, του κινήματος «Δεν έχω να πληρώσω». Ο ελλόγιμος υφυπουργός επέλεξε να κρατήσει τη λέξη «κινήματα», ώστε να κροταλίσει με αλαζονική θεατρικότητα τη λέξη «δήθεν» πριν από την εκφώνησή της, επιχειρώντας υπερβατικό λόγο με προδιαγραφές ακατανίκητου πειρασμού ακόμα και για τους πλέον αντικυβερνητικούς πρώην αριστερούς. Ο εμπειρότερος υπουργός, πάλι, φιλοδόξησε να θολώσει ασφαλέστερα τα νερά της προοδευτικής συνείδησης, προάγοντας καταχρηστικά τη δοκιμασμένη έννοια της «ανομίας». Από τα κυβερνητικά χείλη έχει κατά κόρον εξαπολυθεί η κατηγορία της ανομίας με παραπεμπτικότητα νοθευμένη από τις σκοπιμότητες της πολεμικής και της νεοφιλελεύθερης ιδεοληψίας για να αντιμετωπίσουν τους εχθρούς που κατασκευάζουν, δηλαδή τα πληττόμενα από τις επιλογές τους κοινωνικά στρώματα και τα κόμματα της αριστεράς. Κατ’ αρχήν, προκαλεί εύλογη ιλαρότητα η οποιαδήποτε χρήση αυτής της έννοιας (μετά ή άνευ ιδεολογικών ψιμυθίων) από ηγετικά στελέχη ενός κόμματος, το οποίο κατά τις μακρές κυβερνητικές θητείες του προσέφερε στα κοσκωτοειδή πολιτικά ήθη την «εκσυγχρονιστική» βάση αναβάθμισής τους στο σύστημα ασφυκτικής πολιτικο-οικονομικής διαπλοκής εγχώριων και αλλοδαπών εργοληπτών, εφοπλιστών, τραπεζιτών και κρατικοδίαιτων τεχνοκρατών της «ελεύθερης οικονομίας».

ΜΕ ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ, στην επικράτεια της αδιαφάνειας και της αυθαιρεσίας, όπου δεν γνωρίζει ο Χριστοφοράκος τι ποιεί ο Ψωμιάδης. Υπό αυτό το πρίσμα, η γελοιότροπη απόπειρα του ενός αντιπροέδρου να εκφράσει μέσα στην αναμπουμπούλα τη δυσαρέσκειά του, επειδή ο φόρος του έτερου αντιπροέδρου αφορά και τα δικά του πολυάριθμα ακίνητα, φαντάζει απλό επεισόδιο της κομέντια ντελ’ άρτε («ο Ντιπόν συλλαμβάνει τον Ντιπόν»). Τα πράγματα είναι, όμως, πολύ σοβαρότερα: Ας μου συγχωρηθεί η άχαρη εικονοποιητική γλώσσα, αλλά τα κυβερνητικά χείλη εκφωνούν εννοιολογικές παραχαράξεις με άνεση τόση όση τους παρέχει το στόμα της άρχουσας τάξης εν συνόλω. Έτσι προκύπτει και η συνεκφώνηση με άλλες πολιτικές εκφράσεις της άρχουσας τάξης, όπως η Ν.Δ. και το ΛΑΟΣ. Μετά την πτώση της δικτατορίας και την απαξίωση του κράτους των εθνικοφρόνων, η άρχουσα τάξη δυσκολευόταν να χειραγωγεί τις πολιτικές ελευθερίες, τα κοινωνικά δικαιώματα και τη δημοκρατική νομιμότητα για να ποινικοποιεί τις κοινωνικές αντιδράσεις ή να δυσφημεί τις πολιτικές δυνάμεις που αμφισβητούσαν τους σχεδιασμούς της με τη διάκλειση της τρέχουσας πολιτικής και κοινοβουλευτικής πραγματικότητας μακριά από τις τριβές της ταξικής πάλης. Η κατά περίπτωση ελαστικοποίηση ή και απίσχνανση αυτού του σημαντικού μεταπολιτευτικού κεκτημένου ενθάρρυνε την υποκατάσταση του κυρίαρχου λόγου για τη δημοκρατία, που έστω και τυπικά αναγνώριζε τη συγκρουσιακή διάσταση της πολιτικής και κοινωνικής ελευθερίας, από μια ρητορική της αυθαιρεσίας, η οποία χρησιμοποιεί τις έννοιες της δημοκρατίας έξω από το ιστορικό τους εύρος και τις αντικειμενικές δυνατότητες ερμηνείας τους: περισσότερο ως υπαινιγμούς κατασταλτικού αιφνιδιασμού της κοινωνικής και αριστερής αντιπολίτευσης, ως μεταμφίεση πολιτικού αυταρχισμού και πρόφαση λογοκρισίας.

Ο ΜΑΡΞ είχε γράψει στη «18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη», αναφορικά με την αστική τάξη της εποχής του ότι «αυτό που προηγουμένως εγκωμίαζε ως 'φιλελεύθερο', το δαιμονοποιούσε πλέον ως ‘σοσιαλιστικό’». Στην Ελλάδα του 2011, αυτό που θεμελιώθηκε ως σχετικά προωθημένη φιλελεύθερη-δημοκρατική συνθήκη της Μεταπολίτευσης, δαιμονοποιείται τώρα ως «σοβιετικό». Το αργότερο από τον Δεκέμβριο του 2008 και πολύ περισσότερο σήμερα, οπότε σε συνθήκες καπιταλιστικής κρίσης σχεδιάζεται η αυταρχική εμβάθυνση της νεοφιλελεύθερης συνθήκης, ο άρχων συνασπισμός εξουσίας προσπαθεί να εξαφανίσει με αλχημείες εννοιολογήσεων τις ταξικές αντιθέσεις που ο ίδιος οξύνει. Το άγχος για διατήρηση και ενδυνάμωση της κοινωνικής πρωτοκαθεδρίας σε συνθήκες χρεωκοπίας του νεοφιλελευθερισμού παραμορφώνει την έννοια του κράτους δικαίου σε κέλυφος κατασταλτικών παραχαράξεων της λαϊκής βούλησης. Η εξέλιξη αυτή δεν αφορά μόνο ένα τμήμα της άρχουσας τάξης («το πιο ξενόδουλο» ή «το πιο εξαρτημένο από το ξένο κεφάλαιο»), αλλά το σύνολο του άρχοντος συνασπισμού εξουσίας και αντιστοιχεί απολύτως με τις τρέχουσες στοχεύσεις του. Τα χείλη των κυβερνητικών παραγόντων δεν λαλούν μόνο την πλήρη ιδεολογική αφασία του «όλου ΠΑΣΟΚ», αλλά και αποδομούν τη γλώσσα των δημοκρατικών θεσμών σε λέξεις-οδοστρωτήρες του νεόκοπου κατασταλτικού φετιχισμού. Με αυτό τον τρόπο, επίσης, τα κυβερνητικά αφτιά αποφεύγουν διαρκώς να ακούσουν την οχληρή ερώτηση: «Quo vadis, ελληνική μεταλλαγμένη σοσιαλδημοκρατία, με όραμά σου τη νεοφιλελεύθερη βαρβαρότητα, ιδεολογικά χρεωκοπημένη από τον εναγκαλισμό με τα Μνημόνια, αμείλικτα βεβαρημένη από την οψιγαμία σου με τη Ν.Δ. και την ακροδεξιά;».

ΤΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΚΙΝΗΜΑΤΑ πολιτικής ανυπακοής και πολύμορφων διεκδικήσεων περιστέλλονται σε «ανομία», επειδή η ανάπτυξη και ενδυνάμωσή τους είναι κομβικής σημασίας για την εκκρεμή απάντηση της παλιάς, επικίνδυνης ερώτησης, που είχε θέσει ο Νίκος Πουλαντζάς: «Πώς θα συλλάβουμε τη δυνατότητα για ένα ριζικό μετασχηματισμό του κράτους, συναρθρώνοντας τη διεύρυνση και την εμβάθυνση των θεσμών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και των πολιτικών ελευθεριών με την πλατιά ανάπτυξη μορφών της άμεσης δημοκρατίας στη βάση και τη γονιμοποίηση αυτοδιαχειριστικών εστιών;». Ασφαλώς, η προοπτική της οργανωμένης αντίστασης στην αυταρχική εμβάθυνση της νεοφιλελεύθερης συνθήκης, σε ευθεία αντιπαράθεση με κεντρικές παραμέτρους της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής κι όχι μέσα από τελετουργικές εκτονώσεις εκ του περισσού, αντιμετωπίζεται ως απειλή για τη νέα αστική στρατηγική. Εξυπακούεται ότι αυτά τα κινήματα καταγγέλλονται με δριμύτητα, διότι έμπρακτα αποδεικνύουν την παράλογη, ιδεολογική θέαση των κοινωνικών φαινομένων από τους δογματικούς νεοφιλελεύθερους. Αν οι τελευταίοι επικαλούνται τη μονόπλευρη λιτότητα ως «κοινή λογική» και «αυτονόητη προϋπόθεση της ευημερίας», τα πρώτα ξελασπώνουν τη λογική, εστιάζοντας στις κοινωνικές ανάγκες, η συνεχής περιφρόνηση των οποίων κάποια στιγμή προσκρούει σ’ ένα πολύ υπαρκτό όριο: την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την άρνηση της εξαθλίωσης. Σε αυτό το σημείο, θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει: Όλα αυτά είναι, σε τελική ανάλυση, γνωστά. Τι συμβαίνει, όμως, με όσους δηλώνουν αριστεροί, πολιτεύονται ως πρόφρονες και πρόθυμοι συνομιλητές του συνασπισμού εξουσίας σε σειρά κοινωνικών χώρων, απορρίπτουν τα κινήματα ως «κινηματισμό» και την πολιτική τους πλαισίωση ως «αριστερισμό», κουβεντιάζουν στα σοβαρά με βάση έννοιες - οδοστρωτήρες, τις νομιμοποιούν πολιτικά ως στοιχεία του δημόσιου λόγου τους και μετά στέκουν αμήχανοι στον κουρνιαχτό των μνημονιακών ερειπίων, μήπως ξεδιακρίνουν πού πήγε το εθνικό τους ακροατήριο; Πράγματι. Αλλά αυτό είναι ήδη μια άλλη συζήτηση.

Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2011

Εντουάρντο Γκαλεάνο: Είμαστε όλοι ίσοι στη μάχη για μια διαφορετική ζωή




ΑΥΓΗ, 4.10.11

Με το βιβλίο του "Ένας κόσμος ανάποδα" η φήμη του εξαπλώθηκε πολύ πέρα από τη Λατινική Αμερική. Την ανατροπή ο Εντουάρντο Γκαλεάνο ουδέποτε την εγκατέλειψε, ούτε ως σχέση γραφής ούτε, πολύ περισσότερο, ως στάση ζωής και πολιτική τοποθέτηση. Ουμανιστής και διεισδυτικός, ο Ουρουγουανός συγγραφέας παραμένει βαθιά ανθρώπινος, επιλέγει την άμεση εμπλοκή της πένας του με την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα, και προσφέρει στον όρο “διανοούμενος” την έννοια του βαθιά ανθρώπινου, οξυδερκούς πολιτικού όντος και πνευματικού ανθρώπου! Βεβαίως τον όρο “διανοούμενος” ο ίδιος δεν τον αποδέχεται. "Εγώ δεν είμαι διανοούμενος. Οι διανοούμενοι χωρίζουν το κεφάλι από το σώμα. Δεν θέλω να είμαι ένα κεφάλι που τριγυρνάει μονάχο του. Είμαι ένας άνθρωπος ολόκληρος, έχω κεφάλι, σώμα, φύλο, κοιλιά, τα πάντα" έλεγε πρόσφατα ο γνωστός συγγραφέας. Όχι σε κάποια διάλεξη, σε ένα πανεπιστήμιο ή σε κάποιο συνέδριο. Στον δρόμο ή μάλλον στην πλατεία. Όταν ξέσπασε το κίνημα των Αγανακτισμένων στην Ισπανία, ο Εντουάρντο Γκαλεάνο επισκέφθηκε την puerta del Sol στη Μαδρίτη και στη συνέχεια την plaza Cataluna. Εκεί συνομίλησε με τους νέους ως "ίσος ανάμεσα σε ίσους". Άκουσε τις λέξεις τους, οσμίστηκε τα όνειρα και τις ελπίδες τους και μίλησε με αφοπλιστική απλότητα. Τα παιδιά βιντεοσκοπούσαν τα λόγια του, που έκαναν και συνεχίζουν να κάνουν τον γύρο του πλανήτη μέσω του Διαδικτύου. Και φανερώνουν έναν έφηβο χιουμορίστα που κατέχει την τέχνη της γραφής και πολύ περισσότερο την τέχνη της ζωής. "Δεν είστε διανοούμενος, είστε σοφός", του λέει ένας πιτσιρικάς. "Προσοχή! το κεφάλι που σκέφτεται μόνο του είναι επικίνδυνο" απαντά. Και δεν είναι μόνο τα λόγια του, αλλά αυτό το βλέμμα, που γεμάτο αδημονία απλωνόταν στην πλατεία κι ήταν σα να ευχαριστούσε όλα τα παιδιά για τη χαρά και την ελπίδα που το γεμίζουν. Ακούστε τι έλεγε εκείνες τις μέρες ο "σοφός" Γκαλεάνο σε εκείνα τα ατίθασα μα τόσο ευγενικά παιδιά, που αυτές τις μέρες επιστρέφουν στην πιάτσα Καταλούνα. Είναι το βίντεο από τη Βαρκελώνη. Θα μπορούσε να είναι από τον χώρο έξω από τη Wall Street, στην πλατεία δελ Σολ στη Μαδρίτη, στην πλατεία Συντάγματος στην Αθήνα, σε οποιαδήποτε πλατεία της Ευρώπης ή της Λατινικής Αμερικής.

"Κι εδώ βλέπω την ίδια επανένωση, όπως και στην πλατεία δελ Σολ, την ίδια ενέργεια για αξιοπρέπεια, τον ίδιο ενθουσιασμό. Ο ενθουσιασμός, είναι η Βιταμίνη Ε, βγαίνει από μια ελληνική λεξούλα που σημαίνει 'να έχεις τους θεούς μέσα σου'. Κάθε φορά που διαπιστώνω ότι οι θεοί είναι μέσα σε έναν άνθρωπο ή σε πολλούς, στα πράγματα, στη φύση, στα βουνά ή στα ποτάμια, αυτό περιμένω: να με πείσει πως η ζωή αξίζει τον κόπο. Είμαι πολύ χαρούμενος που βρίσκομαι εδώ, όπως ήμουν πριν στην δελ Σολ, γιατί αυτή εδώ είναι η απόδειξη ότι η ζωή αξίζει τον κόπο.

Η ζωή είναι πολύ πέρα από τις μικρότητες και την πολιτική και την προσωπική πραγματικότητα, από το αν κερδίσεις ή αν χάσεις. Το να κερδίσεις ή να χάσεις τη ζωή σου δεν αξίζει όταν το αντιπαραβάλλεις με τον άλλο κόσμο που σε περιμένει, τον πιθανό κόσμο. Αυτός βρίσκεται στην κοιλιά του απαίσιου κόσμου μας. Ο κόσμος που γεννηθήκαμε δεν σε ενθαρρύνει. Όμως υπάρχει ένας άλλος κόσμος στα σπλάχνα του, περιμένει και είναι ένας διαφορετικός κόσμος. Δεν είναι εύκολο να γεννηθεί, αλλά σίγουρα ζει μέσα στον κόσμο που υπάρχει τώρα. Ναι, μπορεί να υπάρχει κι άλλος κόσμος. Το αναγνωρίζω σε αυτές τις αυθόρμητες διαμαρτηρίες, στην πλατεία Καταλούνα εδώ και στην δελ Σολ στη Μαδρίτη που μπόρεσα ευτυχώς να βρεθώ, ξέρω πως υπάρχουν κι άλλες πλατείες. Αυτές είναι η μαρτυρία.

Κάποιοι με ρωτούν 'Τί θα γίνει; Τί θα βγει απ' αυτό;' Εγώ απλώς απαντώ αυτό που συμπεραίνω από τη δική μου εμπειρία. 'Τίποτα, δεν ξέρω τι θα γίνει', ούτε και με ενδιαφέρει. Με ενδιαφέρει αυτό που γίνεται αυτή τη στιγμή. Με ενδιαφέρει το τώρα και αυτό που αναγγέλλει το τώρα, για όσα μπορεί να γίνουν μετά. Αλλά τι θα γίνει τελικά δεν ξέρω. Είναι σαν να αναρωτιέμαι, κάθε φορά που ερωτεύομαι, όταν ζω μια εμπειρία βαθιάς, αληθινής αγάπης, όταν νιώθω πως ζω και δεν με νοιάζει αν πεθάνω εκείνη τη μαγική στιγμή αγάπης, και λέω 'Ε, λοιπόν, τίποτα'. Η αγάπη είναι σαν κι αυτό που γίνεται εδώ. Είναι αιώνια όσο διαρκεί και αυτό είναι το σημαντικό.

Δεν πρέπει να τα σκεφτόμαστε όλα σαν να μιλάμε για τράπεζες, υπόλοιπα, λογαριασμούς. Τι μας περιμένει; Πιθανότητες. Ας συμβουλευτούμε αυτά τα παντοδύναμα κοριτσάκια... Αυτή που λέγεται Stadard and Poors, που έχει όνομα πολύ εκφραστικό, αφού σημαίνει Μέσος και Φτωχός. Ας δούμε τι λέει η Μέση και Φτωχή. Τι μας περιμένει; Κι εμένα τι με νοιάζει τι με περιμένει; Τι με νοιάζουν αυτοί οι τεχνοκράτες τελευταίας κατηγορίας, οι αδαείς που δεν ξέρουν τίποτα και παίρνουν παχυλούς μισθούς και σε κάθε κρίση που εξαπολύουν αυξάνουν την περίουσία τους; Γιατί στο τέλος ανταμείβονται για τα κατορθώματά τους, για να καταστρέφουν τον κόσμο δηλαδή. Αυτός είναι ένας κόσμος ανάποδα, που ανταμείβει όσους τον καταστρέφουν. Δεν υπάρχει ούτε ένας φυλακισμένος από τους τραπεζίτες που προκάλεσαν αυτή την παγκόσμια κρίση. Αντίθετα, υπάρχουν χιλιάδες φυλακισμένοι για κατανάλωση μαριχουάνας ή επειδή έκλεψαν μια κότα. Είναι ένας κόσμος ανάποδα, αυτός, ένας κόσμος μέσα στα σκατά, αλλά δεν είναι ο μόνος πιθανός.

Κάθε φορά που έρχομαι στα συλλαλητήρια των νέων, σκέφτομαι πως μας περιμένει ένας άλλος κόσμος. Οι νέοι είναι αυτοί που το αποκαλύπτουν. Οι νέοι που περιφρονούν τις εκλογές που διέπονται από τα συμφέροντα των κομμάτων. Έρχομαι από τη Νότια Αμερική. Δύο εκατομμύρια Χιλιανοί νέοι δεν ψήφισαν, γιατί δεν πιστεύουν στη δημοκρατία που τους προσφέρεται. Σίγουρα κι εδώ υπήρχαν νέοι που δεν ψήφισαν. Κι αυτό γιατί δεν πιστεύουν στη δημοκρατία που τους προσφέρουν. Όχι επειδή δεν πιστεύουν γενικά στη Δημοκρατία, αλλά επειδή δεν πιστεύουν σ' αυτή τη χειραγωγημένη δημοκρατία, στην ιδέα που απήγαγαν οι τραπεζίτες, οι ψεύτικοι πολιτικοί, το τσίρκο που προσφέρει ένα νέο νούμερο κάθε μέρα... Οι νέοι φταίνε που δεν πιστεύουν αυτούς τους ακροβάτες, που αλλάζουν συνεχώς κόμματα, ή μήπως φταίνε οι ακροβάτες;

Γι' αυτό μου αρέσει που βρίσκομαι εδώ, γιατί κουβεντιάζουμε διάφορα.  Αν μου έλεγες να δώσω την άποψή μου για τη μοίρα της ανθρωπότητας, θα αρνιόμουν. Μου αρέσει να μιλάω με τους ομοίους μου, ως ίσος προς ίσον. Γιατί είμαστε όλοι ίσοι στη μάχη για μια διαφορετική ζωή. Μακάρι αυτό να συνεχίσει, γιατί αλλιώς δεν υπάρχει λόγος να ζει κανείς αν δεν πιστεύει σε κάτι καλύτερο από τη δική του ζωή. Αυτό ήθελα να πω, όχι καμιά μεγάλη αλήθεια για την ανθρωπότητα. Δεν είμαι κανένας σοφός. Μεταξύ μας, δεν αντέχω τους διανούμενους. Οι διανοούμενοι χωρίζουν το κεφάλι από το σώμα. Δεν θέλω να είμαι ένα κεφάλι που τριγυρνάει μονάχο του. Είμαι ένας άνθρωπος ολόκληρος, έχω κεφάλι, σώμα, φύλο, κοιλιά, τα πάντα, αλλά όχι διανοούμενος.

ο ύπνος της λογικής γεννάει τέρατα, Φ.Γκόγια

Το έλεγε ο Γκόγια: 'Η λογική γεννάει τέρατα'. Προσοχή με αυτούς που σκέφτονται μόνο λογικά. Πρέπει να σκεφτόμαστε και να αισθανόμαστε. Όταν η λογική χωρίζεται από την καρδιά, να φοβάστε. Αυτά τα άτομα να τα φοβάστε, γιατί θα μας οδηγήσουν στο τέλος της ανθρωπότητας. Εγώ πιστεύω στην αντιφατική, δύσκολη, μα αναγκαία μίξη ανάμεσα σ' αυτό που σκεφτόμαστε και σε αυτό που νιώθουμε. Όταν βλέπω κάποιον που αισθάνεται μόνο, λέω 'είναι γλυκανάλατος'. Όταν βλέπω κάποιον που σκέφτεται μόνο, σκέφτομαι 'τι τρομερό, είναι διανοούμενος'. Εγώ δεν θέλω να είμαι ένα κεφάλι που γυρνάει μόνο του!

-Εσείς δεν είστε διανοούμενος, αλλά σοφός.

Ναι, καλά, εγώ και η σοφία μου. Αυτή η σοφία δεν με ενδιαφέρει. Με ενδιαφέρει η σοφία που συνδυάζει το μυαλό με το σώμα, όλα όσα είμαι, χωρίς να ξεχάσει τίποτα. Αλλά προσοχή! γιατί το κεφάλι που σκέφτεται μόνο, είναι επικίνδυνο.

Στις μέρες μας εξυμνούμε το χρήμα. Κάποιοι συνάδελφοί συγγραφείς μιλούν για 'την ελευθερία που μας δίνουν τα χρήματα'. Η ελευθερία των χρημάτων είναι ο εχθρός της ελευθερίας του ατόμου. Θέλει προσοχή το ελεύθερο χρήμα. Είναι πιο επικίνδυνο και από ένα άγριο ζώο. Έχει προκαλέσει τις μεγαλύτερες καταστροφές της ανθρωπότητας. Το σημαντικό είναι να είμαστε εμείς ελεύθεροι, να συνειδητοποιήσουμε ότι είμαστε μέρος της φύσης. Αυτή είναι η εντολή που ξέχασε ο Θεός: 'Να είσαι μέρος της φύσης, να την υπακούς'. Ο Θεός ξεχάστηκε γιατί ήταν πολύ απασχολημένος, αλλά ήρθε η ώρα να το θυμηθούμε εμείς"!

(μτφ. ΖΩΗ ΓΙΑΛΙΤΑΚΗ)

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2011

Η ΗΓΕΣΙΑ ΤΟΥ ΚΚΕ ΕΜΜΕΝΕΙ ΣΤΟΥΣ ΧΩΡΙΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ

 
 
ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΔΙΝΕΙ ΤΗ ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ
 
του Χ. Γεωργούλα
ΕΠΟΧΗ, 2.10.11

Τιμούμε την επέτειο του ΕΑΜ αγνοώντας τα διδάγματά του...

Αν αληθεύει ότι το πολιτικό σύστημα του δικομματισμού περνάει βαθιά κρίση, τότε γιατί δεν παρατηρούμε ουσιαστική ενίσχυση των πολιτικών δυνάμεων (της αριστεράς κατά κύριο λόγο), που άσκησαν έμπρακτη κριτική στο σύστημα αυτό, το κατήγγειλαν ως καταστροφικό και έθεσαν ως στόχο ακριβώς την αποδυνάμωσή του;

Μια πρώτη απόπειρα ερμηνείας του φαινομένου έχει επιχειρηθεί με την εκτίμηση ότι για μεγάλα τμήματα των λαϊκών στρωμάτων και οι εκτός δικομματισμού πολιτικές δυνάμεις (και της αριστεράς) βρίσκονται ουσιαστικά μέσα στο ίδιο κάδρο.

Αν είναι έτσι, όμως, τότε γιατί μέχρι σήμερα το σημαντικότερο τμήμα των αναποφάσιστων καταλήγουν την τελευταία στιγμή να επιλέξουν ένα από τα δύο κόμματα ή κάποιο από τα συμπληρωματικά τους; Είναι λιγότερο μέσα στο κάδρο αυτά απ’ ό,τι τα άλλα κόμματα;

Το πιο πιθανό είναι ότι η αιτία βρίσκεται αλλού. Στην αδυναμία των επί μέρους δυνάμεων και της αριστεράς στο σύνολό της να διατυπώσει μια πειστική πολιτική πρόταση και κυρίως να τη συνοδεύσει με τη συγκρότηση μιας φερέγγυας πολιτικής δύναμης, ικανής να διεκδικήσει την εφαρμογή αυτής της εναλλακτικής και ανατρεπτικής του υπάρχοντος συσχετισμού πολιτικής.
Έτσι μπορούν να προσεγγισθούν τα λαϊκά στρώματα που αντιλαμβάνονται τα αδιέξοδα του δικομματισμού και αναζητούν μια νέα πολιτική έκφραση παραμένοντας για την ώρα στην αναμονή του «δεν ξέρω – δεν απαντώ».

Πόσο φερέγγυα είναι η αριστερά;

Γι’ αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία η προβολή του αιτήματος και η αναζήτηση ενός συνασπισμού πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων, ικανού να πείσει για τη δυνατότητά του να σχεδιάσει και να αγωνιστεί για την εφαρμογή μιας πολιτικής που αποκρούει την ανελέητη επίθεση του κεφαλαίου και αντιπαλεύει τις συνέπειες της κρίσης, που φορτώνονται σήμερα μεθοδικά στην πλάτη των λαϊκών στρωμάτων. Αν δεν εμφανιστεί στον ορίζοντα η πολιτική έκφραση αυτού του νέου συνασπισμού, που δεν μπορεί παρά να έχει πυρήνα τις δυνάμεις της αριστεράς, δεν υπάρχει ελπίδα ανατροπής της υπάρχουσας κατάστασης, ούτε καν των πολιτικών συσχετισμών.

Ο στόχος, πάντως, δεν είναι ουτοπικός, είναι εύλογος, ρεαλιστικός. Αν δεν επιτευχθεί αυτό δεν θα οφείλεται στο ότι δεν έχουν ωριμάσει οι «αντικειμενικές συνθήκες», αλλά στο ότι είναι αναντίστοιχοι με τις απαιτήσεις των καιρών οι πολιτικοί φορείς της αριστεράς.

Σήμερα που η εφαρμοζόμενη πολιτική αποδεικνύεται, ακόμη και στα μάτια των πιο εύπιστων, καταστροφική για την κοινωνική θέση και το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων, μισθωτών και αυτοαπασχολούμενων, και οδηγεί κατευθείαν στην προδιαγεγραμμένη χρεοκοπία, το αναπάντητο ερώτημα δεν είναι τόσο η ύπαρξη μιας εναλλακτικής πολιτικής, όσο η συγκρότηση της πολιτικής δύναμης που θα επιδιώξει, θα αγωνιστεί για να την εφαρμόσει.

Καλό είναι, λοιπόν, που έρχεται και επανέρχεται αυτή η θέση, αυτή η πρόταση εκ μέρους του ΣΥΡΙΖΑ προς τις άλλες δυνάμεις της ευρύτερης αριστεράς και της πολιτικής οικολογίας, έστω κι αν μερικές φορές η διατύπωσή της αφήνει περιθώρια για παρανοήσεις τόσο για τον επικείμενο χαρακτήρα της σύγκλισης όσο και για την ευκολία με την οποία μπορεί να προχωρήσει. Το κύριο αυτή τη στιγμή είναι να καλλιεργείται στη συνείδηση των λαϊκών στρωμάτων η αναγκαιότητά της και να αναπτύσσονται επιχειρήματα για τις δυνατότητές της.

Από την κοινή δράση στη συνεργασία

Μόνο που αυτή η πρόταση δεν αρκεί να εκφωνηθεί ή να ελαχιστοποιηθεί σε μια εκλογική τακτική. Χρειάζεται να υπηρετηθεί με συνέπεια και επιμονή, χωρίς αυταπάτες για την άμεση απόδοσή της, και, κυρίως, να συνοδευτεί από πρωτοβουλίες και υποδομές, άμεσα πολιτικές και κινηματικές, που θα αποδεικνύουν έμπρακτα πως η αριστερά –πολύ περισσότερο η από κοινού δρώσα αριστερά– μπορεί να είναι εκείνη η φερέγγυα δύναμη, που στηρίζει τα λαϊκά στρώματα στους δίκαιους αγώνες και συμβάλλει αποφασιστικά στην οργάνωση της αντίστασής τους και της αντεπίθεσής τους.

Όσοι δεν το αντιλαμβάνονται αυτό, τη στιγμή μάλιστα που τα λαϊκά στρώματα και οι δυνάμεις της εργασίας δέχονται την πιο σκληρή επίθεση με αφορμή την οικονομική κρίση, πρέπει με κάθε τρόπο να νιώσουν το βάρος της ιστορικής ευθύνης τους. Ορθά τόνισε αυτή την πλευρά ο Αλ. Τσίπρας μιλώντας την περασμένη Κυριακή στη Θεσσαλονίκη απευθυνόμενος στην ηγεσία του ΚΚΕ (αν και ο ιστορικός παραλληλισμός με το ΕΑΜ που χρησιμοποίησε δεν ήταν ιδιαίτερα εύστοχος, γιατί εκτός του ότι η σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ δεν έχει σχέση με την τότε ηγεσία, η σημερινή άρνηση του Περισσού στις εκκλήσεις για κοινή δράση δεν είναι αποτέλεσμα λαθεμένη εκτίμησης, είναι συνέπεια μιας δομημένης αντίληψης, που χρειάζεται χρόνο και προσπάθεια για να αποδομηθεί).

Συνεργασία υπό τον όρο της ταύτισης;

Η απάντηση της Αλ. Παπαρήγα (την επόμενη μέρα στη ΝΕΤ) ήταν απογοητευτική. «Πώς θα πάμε με ένα κόμμα [τον ΣΥΡΙΖΑ], το οποίο λέει “εγώ είμαι καλύτερος διαπραγματευτής εντός της ΕΕ” (…) Δηλαδή, μόλις δει η Μέρκελ και ο Σαρκοζί τον Τσίπρα, θα πέσουν ξεροί κάτω;»
Ευτελίζοντας με την τακτική της διαστρέβλωσης την πρόταση, δείχνει τη φτώχεια της επιχειρηματολογίας της και την αυτάρεσκη αυτοϊκανοποίησή της: «Εμείς δεν αισθανόμαστε καθόλου μόνοι»… Οι εργαζόμενοι και οι συνταξιούχοι πως νιώθουν, άραγε;

Ο Αλ. Τσίπρας, ωστόσο, είχε φροντίσει να τονίσει ότι ένα μέτωπο κατά της πολιτικής των μνημονίων δεν μπορεί να προχωρήσει παρά «στηριγμένο σε μια πλατιά κοινωνική συμμαχία και στη δυναμική των κινημάτων». Αν μπορεί κάποιος να κάνει τη Μέρκελ και του Σαρκοζί να πέσουν ξεροί, είναι ο κινητοποιημένος, ο αγωνιζόμενος λαός, που προσβλέπει στην εφαρμογή ενός πολιτικού σχεδίου προς το δικό του συμφέρον. Άλλωστε και οι όποιες δυσκολίες στην εφαρμογή των αντιλαϊκών σχεδίων τους στην Ελλάδα, σ’ αυτήν τη λαϊκή αντίσταση οφείλονται σε μεγάλο βαθμό.

Θα μπορούσαμε, επίσης, να προσθέσουμε πως, αν ο Τσίπρας δεν είναι τόσο φοβερός και τρομερός στην όψη, μια συμπαράταξη της ελληνικής αριστεράς που θα είχε προοπτική, ίσως προκαλούσε, αν όχι αποπληξία, τουλάχιστον ανησυχία στο Βερολίνο, το Παρίσι και τις Βρυξέλλες. Δεν το βλέπει, άραγε, αυτό η Αλ. Παπαρήγα;

Όσο για το πρώτο σκέλος της ένστασής της, το ζήτημα της πολιτικής διάστασης δηλαδή, της διαφορετικής προοπτικής, χάνει σε μεγάλο βαθμό το νόημά του, όταν η ίδια η Αλ. Παπαρήγα βάζει σαν άμεσο στόχο του κινήματος «ο λαός να παρεμποδίσει την εφαρμογή των μέτρων». Γιατί, αφού ελαχιστοποιεί, και σωστά, τον πολιτικό στόχο του κινήματος, δεν γίνεται κατανοητό γιατί δεν επιλέγει, δεν θεωρεί ορθή και εφικτή την κοινή δράση των δυνάμεων που συμφωνούν σε αυτόν τον άμεσο στόχο, πράγμα που θα μας επέτρεπε να δώσουμε τη μάχη της επιβίωσης των λαϊκών τάξεων με τη μεγαλύτερη δυνατή επιτυχία.

Αλλά φαίνεται πως η σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ, παρά το γεγονός ότι βγάζει κάθε χρόνο τέτοια εποχή ανακοινώσεις για να τιμήσει την ίδρυση του ΕΑΜ, δεν θεωρεί αντίφαση το ότι δεν διδάσκεται από την ΕΑΜική ιστορία. Αν η τότε ηγεσία του ΚΚΕ είχε τα μυαλά τής σημερινής, δεν θα μπορούσε να προσεγγίσει κανένα από τα αριστερά και δημοκρατικά κόμματα και να συνυπάρξει σε δύσκολες, πολεμικές συνθήκες μαζί τους, με σχέση ισοτιμίας μέσα στο μέτωπο. Θα έψαχνε πρώτα τους ιδεολογικούς φακέλους τους, την ώρα που ο κατακτητής θα δρούσε ανενόχλητος. Όπως κάνει σήμερα, τηρουμένων των αναλογιών, ο εσωτερικός δυνάστης του λαού. Και με δική μας ευθύνη -της αριστεράς.

Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2011

"Εμείς", "Αυτοί" και οι δανειστές "τους"

φωτογραφία από το χειρόγραφο του George Orwell για το 1984


του Γιάννη Μηλιού


ΑΥΓΗ, 2.10.11


Η επιλογή των λέξεων δεν είναι ποτέ αθώα, ιδιαίτερα στον δημόσιο λόγο. Οι λέξεις είναι φορείς ιδεολογικών παραστάσεων και των πρακτικών που διαπλέκονται με αυτές. Ακόμα περισσότερο, επειδή ακριβώς «οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης είναι σε κάθε εποχή οι κυρίαρχες ιδέες» (Μαρξ - Ένγκελς, Η Γερμανική Ιδεολογία, MEW τ. 3, σ. 46), οι λέξεις συχνά μάς επιβάλλονται ως «προφάνειες», πάνω στις οποίες καλούμαστε κατόπιν να οικοδομήσουμε τα δικά μας επιχειρήματα. Τότε όμως τα επιχειρήματα θα είναι ήδη υπονομευμένα από την κυρίαρχη ιδεολογία, που σημαίνει ότι και τα πολιτικά μας συμπεράσματα θα εγκλωβίζονται στα διλήμματα που θέτουν οι αστικές στρατηγικές επιλογές.

Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της περιόδου είναι η φιλολογία γύρω από το χρέος του ελληνικού Δημοσίου, όταν παρουσιάζεται με φράσεις όπως «πόσα χρωστάμε στους δανειστές μας»: Ο λόγος αυτός αναπλάθει ένα εθνικό «εμείς», που «χρωστάμε» σε «δανειστές» «έξω από μας», άρα «ξένους», και το πολιτικό επίδικο μοιάζει να αφορά ένα ζήτημα «εθνικής σύγκρουσης» με τους «ξένους»: «Εμείς απέναντι στους ξένους δανειστές μας».

Αν δούμε όμως το ζήτημα από τη σκοπιά των διαθέσιμων στατιστικών στοιχείων, η εικόνα αλλάζει ριζικά: Σύμφωνα με προβολές για το τέλος του έτους, που βασίζονται στα στοιχεία του 1ου τριμήνου 2011, το συνολικό χρέος του ελληνικού Δημοσίου είναι 345 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 58 δισ. κρατούν οι ελληνικές τράπεζες, 15,2 δισ. η Τράπεζα της Ελλάδας (ΤτΕ), 11 δισ. τα ελληνικά ασφαλιστικά ταμεία, 78 δισ. ο Μηχανισμός Ε.Ε. - ΔΝΤ, 42 δισ. η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), 45,5 δισ. οι ξένες τράπεζες και 95 δισ. «άλλοι αλλοδαποί επενδυτές» (αμοιβαία κεφάλαια, ασφαλιστικά ταμεία, ασφαλιστικές εταιρίες).

Το τμήμα του χρέους του ελληνικού Δημοσίου που κρατάει η ΕΚΤ (όπως και η ΤτΕ) αποτελεί αποτέλεσμα χρηματοδότησης-στήριξης των ελληνικών τραπεζών, ενώ η χρηματοδότηση από τον Μηχανισμό Ε.Ε. - ΔΝΤ αποτελεί διακρατική συμφωνία που συνήψε το ελληνικό κράτος, σε αντιστοιχία με τα κοινωνικά-ταξικά συμφέροντα που παγίως συμπυκνώνει.

Τα «ξένα» χρηματοπιστωτικά ιδρύματα δεν είναι ένα ομογενές σύνολο, αλλά ένα ετερόκλητο άθροισμα ιδρυμάτων σε διαφορετικές χώρες, με διαφοροποιημένα ως εκ τούτου συμφέροντα: Γαλλικές τράπεζες (σύμφωνα με το πρόσφατο stress test κρατούν 10 δισ. ευρώ ελληνικού χρέους), γερμανικές τράπεζες (7,93 δισ.), κυπριακές τράπεζες (5,81 δισ.), βελγικές τράπεζες (3,91 δισ.), κ.λπ., γερμανικά ασφαλιστικά ταμεία, γαλλικά ασφαλιστικά ταμεία κ.λπ., γαλλικά αμοιβαία κεφάλαια, αμερικανικά αμοιβαία κεφάλαια κ.ο.κ.

Με βάση την εικόνα που μόλις παραθέσαμε, το «εμείς απέναντι στους ξένους δανειστές μας» της κυρίαρχης αφήγησης καταρρέει. Το σημαντικότερο, είναι επιστημονικά θεμιτό να ταυτίζονται οι εργαζόμενες-λαϊκές τάξεις (η εργατική τάξη, η νέα [μισθωτή] μικροαστική τάξη, η παραδοσιακή [αυτοαπασχολούμενη] μικροαστική τάξη, ακόμα και οι μεσοαστοί μικροεπιχειρηματίες), με το ελληνικό καπιταλιστικό κράτος και να μιλάμε αδιαφοροποίητα για «τη χώρα» και «εμάς»; Είναι πολιτικά και ιδεολογικά θεμιτό, ως αριστεροί, να μη διαφοροποιούμε το τμήμα του χρέους που κρατούν από τη μια οι τράπεζες (ελληνικές, γαλλικές, γερμανικές, κυπριακές...), ο Μηχανισμός ΔΝΤ - Ε.Ε., η ΕΚΤ, η ΤτΕ και από την άλλη τα ασφαλιστικά ταμεία και λαϊκοί αποταμιευτές;

Το καπιταλιστικό κράτος αποτελεί το κέντρο άσκησης της πολιτικής εξουσίας του κεφαλαίου. Κυβερνάει φυσικά, συνήθως, κυρίως με βάση τη συναίνεση. Γι’ αυτό εμφανίζεται ως εκφραστής του γενικού συμφέροντος της καπιταλιστικής κοινωνίας. Το ελληνικό καπιταλιστικό κράτος οικοδόμησε συναινέσεις «ανεχόμενο» τη φοροδιαφυγή μεγάλου τμήματος των μεσαίων τάξεων, ευνοώντας την «από τα κάτω» ιδιωτικοποίηση των κοινωνικών υπηρεσιών, προάγοντας τις πελατειακές σχέσεις. Διόγκωσε το δημόσιο χρέος αναδιανέμοντας τον πλούτο υπέρ του κεφαλαίου, στο οποίο εξασφάλισε μια όλο και διευρυνόμενη νόμιμη φοροαπαλλαγή, οικοδόμησε έναν τερατώδη κατασταλτικό μηχανισμό και ένα αναιμικό «κοινωνικό κράτος». Τώρα εκμεταλλεύεται την κρίση χρέους για να επιβάλει την πιο άγρια, μετά τον Πόλεμο, αναδιανομή εισοδήματος υπέρ του κεφαλαίου, για να καταργήσει εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα δεκαετιών υπέρ του εργοδοτικού δεσποτισμού.

Ως αριστερά πρέπει να παλέψουμε για να ανατραπεί αυτό το σκηνικό: «Την κρίση να πληρώσουν αυτοί που τη δημιούργησαν» - το κεφάλαιο και ο συσσωρευμένος πλούτος. Να προστατευθούν οι εργαζόμενοι και οι λαϊκές τάξεις, να επανεκκινήσει η ανάπτυξη σε νέες βάσεις, με γνώμονα τις κοινωνικές ανάγκες και όχι τη μεγιστοποίηση των κερδών.

Χαμένοι πρέπει να είναι οι τράπεζες (που οι εγχώριες είναι ανάγκη να κοινωνικοποιηθούν με στόχο μια ριζικά διαφορετική στρατηγική χρηματοδότησης της κοινωνίας) και το κεφάλαιο, κερδισμένοι οι εργαζόμενοι και τα ασφαλιστικά τους ταμεία. Και μια τελευταία παρατήρηση για όσους αναζητούν τη λύση στην αύξηση των ελληνικών εξαγωγών και παρασύρονται έτσι στον «νομισματικό φετιχισμό»: Οι εργαζόμενοι δεν κάνουν εξαγωγές, εξαγωγές κάνουν οι καπιταλιστές. Αν οι Έλληνες χαλυβουργοί, ιδιοκτήτες ξενοδοχείων, διυλιστηρίων κ.ο.κ. αυξήσουν τα κέρδη τους από τη διεθνή αγορά, η ελληνική αστική τάξη δεν θα μας δώσει πίσω ούτε τους κομμένους μισθούς μας ούτε τα δικαιώματά μας, ούτε θα καλύψει την απώλεια της αγοραστικής μας δύναμης από την υποτίμηση. Την καλύτερη ζωή θα την κερδίσουμε μέσα από τους μαζικούς κοινωνικούς αγώνες για την αλλαγή του πολιτικού και κοινωνικού συσχετισμού δύναμης, που οδηγεί στην αμφισβήτηση του ίδιου του καπιταλισμού.

Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2011

Αριστερή ενότητα: Αναγκαία και εφικτή; Οι δύο αναγκαίες παράμετροι του Αριστερού Μετώπου

 Κλειώ Μακρή μικρογλυπτική (από Astra Galerie)

του Ανέστη Ταρπάγκου *

ΑΥΓΗ, 1.10.11

Κεντρική θέση στην πολιτική τακτική του ΣΥΡΙΖΑ στη σημερινή συγκυρία της ολικής οικονομικής καταστροφής και κοινωνικής αποδιάρθρωσης κατέχει η αναφορά στο πολιτικό και κοινωνικό μέτωπο του συνόλου των αριστερών δυνάμεων, από τα αριστερά της αριστεράς μέχρι τις αντιμνημονιακές διαφοροποιήσεις της παραφθαρμένης ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας. Μάλιστα, μια τέτοια συμπαράταξη δυνάμεων στην τρέχουσα περίοδο έχει τη δυνατότητα να υπερσκελίσει εκλογικά το ΠΑΣΟΚ κατακτώντας αθροιστικά ένα 25% της λαϊκής ετυμηγορίας, τη στιγμή που το τελευταίο αδυνατεί πλέον να υπερβεί το όριο του 20%, ενώ η Ν.Δ. βρίσκεται μακράν της απόκτησης της κοινοβουλευτικής κυβερνητικής αυτοδυναμίας, εφόσον καταγράφεται σε ποσοστά κάτω του 30%. Παράλληλα μια τέτοια μετωπική αριστερή συμμαχία, με όλη την αναγκαία πολυμορφία της (η συμπαράταξη μαρξιστών σοσιαλιστών, κομμουνιστών και επαναστατικής αριστεράς στη χιλιανή Λαϊκή Ενότητα του 1970 δεν εμπόδισε το ριζοσπαστικό πρόγραμμα εθνικοποιήσεων της κυβέρνησης Σ. Αλιέντε, ούτε και βέβαια ήταν η αιτία της βίαιης αιματηρής πραξικοπηματικής καταστολής του 1973), είναι απαραίτητη για τη μετέπειτα πλατιά λαϊκή συσπείρωση σχετικά πλειοψηφικού χαρακτήρα, εφόσον απέναντι στο Αριστερό Μέτωπο θα ορθώνεται μια αντιδραστική κυβέρνηση «εθνικής συμμαχίας» (Ν.Δ. - ΠΑΣΟΚ με τη στήριξη του ΛΑΟΣ) ή μια αμιγώς δεξιά κυβέρνηση αναιμικής κοινοβουλευτικής ισχύος.

Παρ' όλα αυτά, στις σημερινές συνθήκες που επιτάσσουν μορφές αριστερής ενότητας, διαπιστώνεται η λειτουργία χασμάτων ανάμεσα στις ριζοσπαστικές αντιμνημονιακές δυνάμεις, όχι μόνον μεταξύ των ΚΚΕ - ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αλλά και μεταξύ αυτών και των δυνάμεων της οικολογίας , της εκσυγχρονιστικής αριστεράς και της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας, παρ' όλο που η μνημονιακή πολιτική και η συνεπαγόμενη λαϊκή χρεωκοπία αντιπροσωπεύει τον κύριο αντίπαλο όλων αυτών των δυνάμεων. Ως προφανής λόγος αυτών των διαχωρισμών προβάλλεται η εκφορά ριζικά διαφοροποιημένων πολιτικών λόγων: Άμεση έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ευρώ ή ολομέτωπη διαπάλη προς τον ακραίο νεοφιλελευθερισμό των οργάνων και μηχανισμών της; Εγκαθίδρυση της λαϊκής εξουσίας - οικονομίας, αντικαπιταλιστική κομμουνιστική επανάσταση ή μεταβατικό ριζοσπαστικό πρόγραμμα ρήξεων και ανατροπών στην κατεύθυνση της σοσιαλιστικής μεταλλαγής κ.λπ.; Η συνέχιση της κίνησης των πραγμάτων σ’ αυτό το επίπεδο των αφοριστικών πολιτικών προσανατολισμών στα σίγουρα δεν μπορεί να καταλήξει στην ανάδειξη των όρων ενός Αριστερού Μετώπου, εξ αντικειμένου πολύμορφου, με δημοκρατική λειτουργία, ενιαία δράση του αριστερού και προοδευτικού κόσμου, με κοινούς άξονες παρέμβασης.

Διαλεκτική κοινωνική ενότητα των λαϊκών εκπροσωπήσεων

Είναι φανερό ότι το επιτακτικά αναγκαίο πλαίσιο της αριστερής λαϊκής ενότητας χρειάζεται να τεθεί με δύο εντελώς διαφορετικούς όρους και σε δύο επίπεδα: Αυτό της διαλεκτικής σύνθεσης των εκπροσωπουμένων από τους σχηματισμούς της αριστεράς δυνάμεων και εκείνο της τροφοδότησης της παρέμβασης του λαϊκού κινήματος (δείγματα του οποίου υπήρξαν στις δύο - τρεις μεγάλες πανεργατικές απεργίες και στο κίνημα των Αγανακτισμένων στην Πλατεία Συντάγματος, που και τα δύο αντιμετώπισαν την ωμή αυταρχική κρατική καταστολή).

Η πολιτική διαφορετικότητα των αριστερών πολιτικών σχηματισμών (πέραν των πραγματικά διαφορετικών στρατηγικών απαντήσεων στις οποίες επιχειρούν να αντιστοιχηθούν) έλκει την καταγωγή της και από τις διαφορετικές κοινωνικές εκπροσωπήσεις τις οποίες πολιτικά συμπυκνώνουν. Όλοι οι αριστεροί φορείς εκφράζουν δυνάμεις του κυριαρχούμενου λαϊκού συνασπισμού, μακράν και σε αντιπαλότητα με τις ταξικές δυνάμεις του κυρίαρχου μπλοκ εξουσίας, ωστόσο πρόκειται σε κάθε περίπτωση για διαφορετικά στρώματα και κατηγορίες των λαϊκών τάξεων. Η επιρροή του ΚΚΕ επικεντρώνεται κατ’ εξοχήν σε τμήματα της παραδοσιακής εργατικής τάξης και των παραδοσιακών μικροαστικών στρωμάτων (αγρότες, επαγγελματίες, βιοτέχνες κ.λπ.) - Η εμβέλεια του ΣΥΡΙΖΑ αναφέρεται στην εκπροσώπηση κυρίαρχα δυνάμεων της μισθωτής και ελευθεροεπαγγελματικής διανοητικής εργασίας (τμήματα εκπαιδευτικών, γιατρών, μηχανικών, δικηγόρων κ.ά.). - Η επίδραση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει να κάνει με ριζοσπαστικές μερίδες της πανεπιστημιακής νεολαίας και στρώματα της νέας μισθωτής διανοητικής εργασίας που έχουν προλεταριοποιηθεί, αντιμετωπίζοντας παραφθαρμένες συνθήκες κοινωνικής ένταξης κ.ά.

Αυτό το αδιαμφισβήτητο κοινωνικό γεγονός βρίσκεται σε σημαντικό βαθμό στην αφετηρία των διαφοροποιημένων πολιτικών τους οπτικών και προσεγγίσεων. Το ζήτημα είναι ότι αυτά τα εκπροσωπούμενα στρώματα ανήκουν μεν όλα στους «από κάτω», αλλά ταυτόχρονα εμφανίζουν σαφώς διαφορετικές μεταξύ τους ταξικές πρακτικές, προσανατολισμούς και επιδιώξεις, έτσι ώστε δεν συγκροτούν αφετηριακά ένα συμμαχικό λαϊκό κοινωνικό μέτωπο, εκτός κι αν υιοθετεί κανείς την ιδεοληψία της γενικής αντιμονοπωλιακής συμμαχίας ενάντια στη «χούφτα των μονοπωλίων». Η πολιτική ικανότητα των ριζοσπαστικών δυνάμεων που μάχονται πραγματικά για την αναγκαία αριστερή λαϊκή ενότητα, είναι να διαμορφώσουν τους όρους της κοινωνικής συμμαχίας αυτών των διαφοροποιημένων δυνάμεων των λαϊκών τάξεων, προκειμένου αυτός ο συμμαχικός ταξικός συνασπισμός να καταστεί ηγεμονικός στο σύνολο του κυριαρχούμενου εργατικού, μικροαστικού και νεολαιίστικου μπλοκ. Η δρομολόγηση τέτοιων πρακτικών και διαλεκτικών συνθέσεων, στη βάση των άμεσων και τακτικών υλικών συμφερόντων αυτών των λαϊκών στρωμάτων που πλήττονται άγρια από τη νεοφιλελεύθερη επέλαση, είναι σε θέση να ανοίξει δρόμους και πολιτικών συγκλίσεων των δυνάμεων του αριστερού κινήματος.

Λαϊκή ενωτική αναβάπτιση του αριστερού κινήματος

Από την άλλη πλευρά, και με βάση τις υπαρκτές κινηματικές εμπειρίες του εργατικού συνδικαλισμού και του κινήματος στις πλατείες, προβάλλει ως αναγκαία διάσταση η ανάπτυξη κοινών λαϊκών πρακτικών τόσο στο παραγωγικό επίπεδο όσο και σ’ εκείνο της κατοικίας. Η διαμόρφωση αγωνιστικών απεργιακών μετώπων σε επιμέρους κλάδους (λ.χ. ιδιωτικοποιούμενοι δημόσιοι οργανισμοί και μαζικές απολύσεις σε δημόσιες υπηρεσίες, συνολικό μέτωπο δασκάλων - καθηγητών - πανεπιστημιακών - φοιτητών - μαθητών των καταλήψεων, ανάδειξη οργανωτικών μορφών των ανέργων που οδεύουν πλέον προς το ένα εκατομμύριο κ.λπ.) είναι σε θέση, εφόσον έχει χαρακτηριστικά αποτελεσματικότητας, να ωθεί τα αριστερά πολιτικά υποκείμενα που στηρίζουν αυτές τις εργατικές κινητοποιήσεις σε μιαν ορισμένη συνδικαλιστική αγωνιστική σύμπλευση.

Και εξίσου οι διαδικασίες λαϊκών συνελεύσεων στους δήμους και στις συνοικίες, με αφορμή την ανάπτυξη μαζικού κινήματος για την αδυναμία - άρνηση καταβολής του κεφαλικού φόρου εισοδήματος και του φορολογικού τέλους στις κατοικίες διαμορφώνουν αντικειμενικά ένα ευρύ πεδίο κοινής αριστερής κινητοποίησης, τέτοιο που στο βαθμό που αποκτήσει αυτοπεποίθηση της δύναμής του, είναι σε θέση να συνεργήσει στη διαμόρφωση όρων ευρύτερης αριστερής μετωπικής συμπαράταξης. Οι λαϊκές συνελεύσεις και επιτροπές που παίρνουν σάρκα και οστά αυτή την περίοδο επιδιώκεται να έχουν τα ευρύτερα δυνατά χαρακτηριστικά, χωρίς αφετηριακούς και αφοριστικούς προσδιορισμούς (ριζοσπαστικούς, αντικαπιταλιστικούς, αντιμονοπωλιακούς κ.λπ.), με τη συμμετοχή όσο το δυνατόν ευρύτερων αριστερών δυνάμεων, ενοποιημένων σε μια καίρια αγωνιστική βάση (άρνηση πληρωμής της παράνομης και υπέρμετρης φορολόγησης), και αποτελούν κολυμβήθρες αναβάπτισης και ενότητας του αριστερού κινήματος, μαζί και μέσα στον εργαζόμενο λαό.


 * Ένα σημείωμα του Χρήστου Λάσκου για τον συντάκτη του άρθρου γραμμένο πριν αρκετά χρόνια

Ο σπουδαίος άνθρωπος

Χρήστος Λάσκος
Ο Ανέστης Ταρπάγκος είναι «ιδιόρρυθμος», «δύσκολος» άνθρωπος. Τον πρωτοέμαθα στα πρώτα φοιτητικά μου χρόνια, μετά το ’80, από τα άρθρα που δημοσίευε στην Αυγή. Σε περίοδο έντονου ριζοσπαστισμού, μετά τις καταλήψεις του 815, η ανανεωτική αριστερά φαινόταν πολύ «ρεφορμιστική» για τα γούστα πολλών από μας. Άλλωστε, η διάσπαση της ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος ήταν πολύ πρόσφατη με όλα τα –και συναισθηματικά- συμπαρομαρτούντα. Τα κείμενά του, λοιπόν, στην Αυγή μου φαινόταν διαφορετικά. Ο λόγος του αψύς, μακροπερίοδος, πολύ αναλυτικός, αλλά τότε και πάντοτε ενωτικός. Ενωτικός, όχι «ενωτικός».
Τον γνώρισα από πολύ κοντά λίγα χρόνια αργότερα πάλι σε μια ενωτική προσπάθεια στο χώρο της Αριστεράς, που συμπεριλάμβανε τη ΣΣΕΚ και την ΟΒΕΣ μετά τα πρώτα Πασοκικά «σταθεροποιητικά» του ’85. Έκτοτε τον θυμάμαι να πρωταγωνιστεί συνεχώς σε τέτοια εγχειρήματα, ριζοσπαστικά και ενωτικά μαζί. Και σήμερα το ίδιο κάνει στον εργατικό συνδικαλιστικό χώρο, αλλά και στη νομαρχιακή προσπάθεια στην Θεσσαλονίκη.
Η «ιδιορρυθμία» ήταν και είναι η συνέπειά του. Την οποία πληρώνει πολλά χρόνια τώρα και, μάλιστα, τοις μετρητοίς. Ένας από τους καλύτερους τοπογράφους που διαρκώς … απολύεται. Γιατί επιδεικνύει μονίμως, κατά την εργοδοτική αργκό, αντισυμβατική συμπεριφορά. Γιατί δεν δέχεται την εξόντωση του συνδικαλισμού, γιατί θεωρεί πως οι υπερωρίες δεν μπορεί ούτε να είναι υποχρεωτικές ούτε απλήρωτες, γιατί επιμένει να συζητάει με τους συναδέλφους του, ακόμη και να τους δίνει προκηρύξεις που τους καλούν στις απεργίες της ΓΣΕΕ.
Ο Ανέστης Ταρπάγκος θα έπρεπε να είναι σύμβολο για τα συνδικάτα και την Αριστερά, όλη την Αριστερά. Τιμά τις καλύτερες παραδόσεις τους. Όταν κάποτε –μετά από την υπ. αριθμόν δεν ξέρω πια απόλυσή του- του είχα πει γιατί δεν σκέφτεται ν’ αλλάξει εργασιακή δραστηριότητα, ν’ αξιοποιήσει τις γνώσεις και την πείρα του πχ διδάσκοντας, μου απάντησε πως, εκτός των άλλων, δεν θα το έκανε γιατί δεν θέλει να απαξιώσει τις εργασιακές του ικανότητες. Είναι άνθρωπος της «παλιάς εποχής» όταν οι εργαζόμενοι ήταν περήφανοι για τη δουλειά τους.
Ο Ανέστης δεν χρειάζεται την υπεράσπισή μας απλώς. Θα πρέπει να γίνει σημαία δράσης και αντίστασης απέναντι στην εργοδοτική τρομοκρατία και τη νεοφιλελεύθερη λαίλαπα. Δεν φτάνει να κερδίζει καιρό μετά όλες τις δίκες και να καταδικάζονται τα αφεντικά για καταχρηστική συμπεριφορά. Η περίπτωσή του πρέπει να γίνει δημόσιο γεγονός. Οι βουλευτές μας, οι ευρωβουλευτές μας, οι συνδικαλιστικοί μας εκπρόσωποι να το πάρουν πάνω τους ως προσωπικό τους πρόβλημα. Δεν είναι προς όφελος δικό του, αλλά προς μεγάλο όφελος του εργατικού κινήματος. Οι ταξικοί κανίβαλοι είναι έτοιμοι να κατασπαράξουν τους πάντες και τα πάντα. Ας στέρξουμε, λοιπόν, όλοι. Είναι ήδη αργά.