Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2011

ΕΚΟΝ ΡΗΓΑΣ ΦΕΡΑΙΟΣ: 44 χρόνια της οργάνωσης που ήθελε να αλλάξει τον κόσμο


Ο Ρήγας Φεραίος ήταν η οργάνωση νεολαίας του ΚΚΕ εσωτερικού. Ιδρύθηκε το Δεκέμβριο του 1967, ως Πανελλήνια Αντιδικτατορική Οργάνωση Σπουδαστών (ΠΑΟΣ) "Ρήγας Φεραίος", κυρίως από πρώην μέλη της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη και μετά τη διάσπαση του ΚΚΕ, το 1968, τοποθετήθηκε υπέρ του ΚΚΕ εσωτερικού. Κατά την διάρκεια της δικτατορίας ανέπτυξε έντονη αντιδικτατορική δράση και δεκάδες μέλη της οργάνωσης συνελήφθησαν, βασανίστηκαν και φυλακίστηκαν, ενώ οι καταδίκες των μελών του αθροίζονται σε… πολλούς αιώνες.
Παράλληλα η συμβολή του "Ρήγα Φεραίου" στην ανάπτυξη του μαζικού αντιδικτατορικού κινήματος ήταν ιδιαιτέρως σημαντική, ενώ επίσης παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην δημιουργία των Φοιτητικών Επιτροπών Αγώνα. Οι πλατιές αυτές συλλογικότητες, που αποτελούνται από φοιτητές που αναζητούν τρόπους συλλογικής αντιδικτατορικής δράσης, θα δράσουν δημόσια στις σχόλες τους και μέσα στα αμφιθέατρα διεκδικώντας τη δυνατότητα για δημόσιες συγκεντρώσεις και συζήτησης, ενώ προφυλάσσουν τον παράνομο οργανωτικό τους ιστό. Το 1972 θα συγκροτηθεί το Διασχολικό των ΦΕΑ που συντονίζει όλες τις σχολές. Το σχήμα αυτό θα αποδειχθεί ιδιαίτερα αποτελεσματικό και θα αποτελέσει τον βασικό ιστό ανάπτυξης του φοιτητικού αντιδικτατορικού κινήματος. Παράλληλα εκατοντάδες μέλη του Ρήγα θα συμμετάσχουν στην εξέγερση του Πολυτεχνείου και η οργάνωση θα έχει την πλειοψηφία στην συντονιστική επιτροπή κατάληψης.
Τον Ιούνιο 1974 μετονομάστηκε σε Πανελλαδική Οργάνωση Νέων (ΠΟΝ) "Ρήγας Φεραίος" και αυτοαναγνωρίστηκε ως νεολαία του ΚΚΕ εσωτερικού. Στη μεταπολίτευση συνέχισε τη δράση του, έχοντας ιδιαίτερη ανάπτυξη στο φοιτητικό κίνημα. Στην Α΄ Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του 1976, μετονομάστηκε σε Ελληνική Κομμουνιστική Νεολαία (ΕΚΟΝ) "Ρήγας Φεραίος", παρά τη διαφωνία ισχυρής τάσης, που επέμενε στη διατήρηση του ευρύτερου πολιτικού χαρακτήρα της οργάνωσης.
rigas1
Στις γραμμές της ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος διαμορφώθηκε πλειοψηφούσα αριστερή πτέρυγα, η οποία είχε αναφορές στον κριτικό μαρξισμό που εκπροσωπούσαν θεωρητικοί όπως ο Νίκος Πουλαντζάς , ο Λουί Αλτουσέρ και ο Καστοριάδης, καθώς επίσης και σε γεγονότα διεθνούς εμβέλειας όπως ο Γαλλικός Μάης του '68 και η Πολιτιστική Επανάσταση στην Κίνα. Η πτέρυγα αυτή διαφωνούσε με τις πολιτικές και στρατηγικές επιλογές του κόμματος.
Μετά την εκλογική αποτυχία του 1977, η αριστερή πτέρυγα της ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος όξυνε την κριτική της τονίζοντας πως η δημιουργία του εκλογικού σχήματος της ΣΥΜΜΑΧΙΑΣ με τα θολά, μετριοπαθή και ετερόκλητα χαρακτηριστικά της, αποτελούσε την κύρια αιτία της εκλογικής συρρίκνωσης. Η εσωτερική κρίση οξύνθηκε μέχρι τις παραμονές της σύγκλισης της Β' Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης της οργάνωσης, την οποία η ηγεσία του ΚΚΕ Εσωτερικού δεν αναγνώρισε. Όσοι συμμετείχαν σε αυτή διαγράφτηκαν από την κομματική ηγεσία (65%-70% της οργάνωσης). Οι διαγραφθέντες ίδρυσαν ξεχωριστή οργάνωση με τον τίτλο ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος Β' Πανελλαδική.
Κατά τη διάσπαση του 1987, όταν η πλειοψηφία του ΚΚΕ εσωτερικού ίδρυσε την Ελληνική Αριστερά (ΕΑΡ), ο Ρήγας Φεραίος αποτέλεσε νεολαία του ΚΚΕ Εσωτερικού/Ανανεωτική Αριστερά. Τα επόμενα χρόνια συρρικνώθηκε και το 1999, τα λίγα μέλη που είχαν απομείνει επέλεξαν να μετονομαστούν σε Νεολαία της Ανανεωτικής Κομμουνιστικής Οικολογικής Αριστεράς (ΑΚΟΑ).
Ο Ρήγας Φεραίος εξέδιδε τον Θούριο. Ανάμεσα στους κατά καιρούς γραμματείς της οργάνωσης ήταν οι Κώστας Κωσταράκος, Γιάννης Βούλγαρης, Μάνος Σωτηριάδης, Μπάμπης Γεωργούλας, Νίκος Βούτσης, Νίκος Φίλης, Μιχάλης Σαμπατακάκης κ.ά.
rigas_kentriki

EΚΟΝ Ρήγας Φεραίος – Β’ Πανελλαδική 1978-1981: μια ιστορική προσέγγιση. Tου Χριστόφορου Βερναρδάκη
Το να επιχειρήσει κανείς να «γράψει» για την Β’ Πανελλαδική συνιστά εγχείρημα αρκετά αντιφατικό. Από τη μια πρόκειται για μια βραχύβια χρονικά οργάνωση, από την άλλη για μια οργάνωση που η ιδεολογικο-πολιτική της επίδραση υπήρξε αρκετά σημαντική, ακόμα και μετά την αυτοδιάλυσή της. Το κείμενο που ακολουθεί δεν έχει σκοπό προφανώς να αποτελέσει την ολοκληρωμένη ιστορία της οργάνωσης. Αποτελεί ωστόσο το πρώτο, εξ’ όσων γνωρίζω, κείμενο που αναφέρεται στην ιστορία της, και ως προς αυτό έχει το προνόμιο να «προκαλεί» για μια συστηματικότερη και εξαντλητικότερη ανάλυση της εποχής.
kke_eswterikou

Η προϊστορία της γέννησης 
Η Ελληνική Κομμουνιστική Νεολαία «Ρήγας Φεραίος» αποτελεί συνέχεια της αντιδικτατορικής οργάνωσης «Ρήγας Φεραίος». Η τελευταία, οργάνωση της ανεξάρτητης αριστεράς, συμβάδισε ιδεολογικο-πολιτικά με το αίτημα της βαθειάς τομής στη λειτουργία και φυσιογνωμία του ΚΚΕ, όπως εκφράστηκε με τη διάσπαση του 1968 και τη δημιουργία του ΚΚΕ εσωτερικού.
Η μεταπολίτευση βρήκε την οργάνωση του Ρήγα και τους «Ρηγάδες - Ρηγίτισες» (σύμφωνα με το πολιτικό λεξιλόγιο της εποχής) να απολαμβάνουν τεράστιου κύρους στο χώρο της νεολαίας.  Έτσι, παρά το γεγονός ότι στο ΚΚΕ εσωτερικού είχε ήδη διαμορφωθεί μια «δεξιά – ρεφορμιστική» πλειοψηφία, ο Ρήγας μαζικοποιήθηκε και δέχτηκε στις γραμμές του μεγάλο μέρος της νεολαίας της εποχής. Η οργάνωση μετονομάστηκε το 1974 σε Πανελλήνια Οργάνωση Νέων Ρήγας Φεραίος (ΠΟΝ Ρήγας Φεραίος).
Η λανθάνουσα αντίθεση κόμματος και Ρήγα θα αποτελεί σχεδόν παγιωμένη κατάσταση στο χώρο. Ήδη από το 1974 θα διατυπώνονται από το Ρήγα οι περισσότερο αντιπολιτευτικές προς την ηγεσία του κόμματος φωνές. Ας μη ξεχνάμε προφανώς και τις συνθήκες της εποχής: βρισκόμαστε μόλις 6 χρόνια από το Μάη του ’68 και ένα-δύο χρόνια από το Πολυτεχνείο του ‘73.
Το 1976 στην Α’Πανελλαδική Συνδιάσκεψη η αντίθεση των δύο γραμμών θα εκφραστεί με το περίφημο δίλημμα «ΠΟΝ ή ΚΟΝ», δηλαδή Πανελλήνια Οργάνωση Νεολαίας ή Κομμουνιστική Οργάνωση Νεολαίας. Η ριζοσπαστική τάση του Ρήγα θεωρούσε αναγκαία τη μετονομασία της οργάνωσης σε «κομμουνιστική», αναφερόμενη στη λενινιστική θεωρία της «οργάνωσης – πρωτοπορία». Η γραμμή της ηγεσίας του κόμματος και των προσκείμενων σε αυτήν νεολαίων θεωρούσε, αντίθετα, ότι η «αποϊδεολογικοποιημένη» ονομασία μπορούσε να συσπειρώσει πλατύτερα στρώματα νεολαίων. Στην ουσία, το ζήτημα του ονόματος αντανακλούσε τη σύγκρουση μιας ρεφορμιστικής γραμμής που ήθελε το κόμμα να απευθύνεται στο «εθνικό ακροατήριο» και μιας γραμμής που ήθελε να παρέμβει στα κινήματα της νεολαίας με σαφείς ιδεολογικο-πολιτικές αναφορές. Η Α’Πανελλαδική Συνδιάσκεψη θα ψηφίσει με μεγάλη πλειοψηφία τη μετονομασία της οργάνωσης σε «Κομμουνιστική» και έτσι δημιουργείται η μεταπολιτευτική ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος.
Η αντίθεση νεολαίας – κόμματος θα κορυφωθεί μετά το εκλογικό αποτέλεσμα του 1977, όταν η «Συμμαχία» (εκλογικό σχήμα που είχε συγκροτήσει το ΚΚΕ εσωτερικού) θα υποστεί μια απρόσμενη για τις τότε εκτιμήσεις εκλογική συντριβή, καταγράφοντας ποσοστό 2.7%. Η αποτίμηση του εκλογικού αποτελέσματος που ξεκινά την επομένη των εκλογών σε όλες τις οργανώσεις του κόμματος και του Ρήγα καταγράφει τις διαφωνίες, τόσο στα ζητήματα πολιτικής γραμμής και στρατηγικής όσο και στα ζητήματα φυσιογνωμίας του κόμματος. Η κριτική που αναπτύσσεται ιδιαίτερα στην Επιτροπή Πόλης Αθήνας του Ρήγα είναι σκληρή και η κομματική καθοδήγηση απαντά με καθαίρεση έξι στελεχών της, διοικητική αποκοπή τους από το Ρήγα και μεταφορά τους σε διάφορες οργανώσεις του κόμματος. Η Επιτροπή Πόλης αρνείται να δεχτεί την καθαίρεση των έξι στελεχών και δεν υλοποιεί την απόφαση του κόμματος. Στη σύγκρουση τοποθετείται το σύνολο των οργανώσεων του Ρήγα σε όλη την Ελλάδα και το εξωτερικό.
Η συγκρότηση της Β’ Πανελλαδικής
Η ληξιαρχική πράξη γέννησης της νέας οργάνωσης υπογράφεται τον Απρίλιο του 1978, όταν και συγκαλείται σε μεγάλο κινηματοθέατρο του Νέου Κόσμου η Β’ Πανελλαδική Συνδιάσκεψη της ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος. Με τη Συνδιάσκεψη αυτή επικυρώνεται η πορεία αποκοπής της πλειοψηφίας της οργάνωσης από το κόμμα, αφού η επίσημη κομματική καθοδήγηση δεν αναγνώρισε τη σύγκληση της Συνδιάσκεψης και διέγραψε αυτομάτως τα μέλη που συμμετείχαν στις διαδικασίες της.
Η διάσπαση δεν αποτελεί μια στιγμιαία κατάσταση. Είναι μια διαδικασία που ξεκινά τον Νοέμβριο του 1977 – αμέσως μετά τις Εκλογές της 20ης Νοεμβρίου – και φτάνει μέχρι τον Απρίλιο του 1978 όταν και συγκαλείται η τετραήμερη Συνδιάσκεψη. Στους πέντε μήνες που μεσολάβησαν υπήρξαν συνεχείς Ολομέλειες των οργανώσεων και των οργάνων του Ρήγα, πολλές φορές μάλιστα και κοινές συνεδριάσεις με τις κομματικές οργανώσεις και τα αντίστοιχα όργανα του κόμματος. Η σύγκληση της Β’ Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης υπήρξε δηλαδή η κορύφωση μιας πολύμηνης εσωκομματικής διαδικασίας, που περιελάμβανε κείμενα διαλόγου, συγκρούσεις, προσπάθειες εξομάλυνσης της κρίσης, κ.οκ.
Στη Β’ Πανελλαδική θα προσχωρήσει περίπου το 70% της ενιαίας οργάνωσης του Ρήγα. Ακριβής αριθμός για τα μέλη δεν υπάρχει. Γνωρίζουμε ωστόσο ότι τα μέλη του ενιαίου Ρήγα ανέρχονταν το Μάιο του 1977 σε περίπου 3.500 – 4.000 και υπολογίζεται ότι έφτασαν το Νοέμβριο του ίδιου χρόνου σε 4.500 – 5.000 μετά και την καμπάνια για την «Ψήφο στα 18». Η Β’ Πανελλαδική θα κυριαρχήσει συντριπτικά στις μαζικότερες οργανώσεις του μεταπολιτευτικού Ρήγα, δηλαδή στη Σπουδάζουσα Αθήνας και στη Μαθητική Οργάνωση Αθήνας. Θα κερδίσει την πλειοψηφία των επίσης μαζικών οργανώσεων των συνοικιών της Αθήνας και της Σπουδάζουσας Θεσσαλονίκης και θα αποσπάσει το σύνολο των μικρότερων αριθμητικά οργανώσεων της Σπουδάζουσας Πάτρας, Ιωαννίνων και Ξάνθης, καθώς και των οργανώσεων των Εργαζομένων και των Καλλιτεχνών. Με τη Β’Πανελλαδική θα συνταχθεί επίσης η πλειοψηφία των οργανώσεων του Ρήγα στο Παρίσι, στη Γένοβα, στο Τορίνο, στη Χαϊδελβέργη και στη Ρουμανία. Αντίθετα, δεν θα υπάρξει μεγάλη προσχώρηση από τις (μικρές αριθμητικά) οργανώσεις της Επαρχίας και των ΚΑΤΕΕ. Τη Β’ Πανελλαδική ακολούθησαν και περίπου 300 κομματικά μέλη του ΚΚΕ εσ. σε όλη την Ελλάδα, που ωστόσο παρά τις αρχικές προσπάθειες δεν έγινε δυνατόν να συγκροτηθούν οργανωτικά.
Με τη διάσπαση του Ρήγα το 1978 κλείνει ένας μεγάλος κύκλος για το ΚΚΕ εσ. Η γενιά του Πολυτεχνείου, αλλά κυρίως η γενιά του μεταπολιτευτικού Ρήγα διαλέγει το δρόμο της πολιτικής αυτονόμησης. Η νεολαία του ΚΚΕεσ από κει και πέρα θα ανασυγκροτηθεί σχεδόν εκ του μηδενός.
Μια «νεολαία – κόμμα» ή ένα «κόμμα νεολαίας»
Από το Μάιο του 1978 η Β’ Πανελλαδική αρχίζει να λειτουργεί ως αυτόνομος πολιτικός οργανισμός. Η (ιστορική και αναγκαστική) πρωτοτυπία της έγκειται στο γεγονός ότι αποτελεί μια νεολαιίστικη οργάνωση χωρίς κομματικό φορέα, ή αντίστροφα, ένα «κόμμα» που έχει μόνο νεολαία και εξ’αυτού του λόγου παρουσία αποκλειστικά σχεδόν στον εκπαιδευτικό μηχανισμό. Η Β’ Πανελλαδική αποτελείται κατά 95% από φοιτητές και μαθητές. Ακόμα και οι οργανώσεις των συνοικιών αποτελούνται κυρίως από φοιτητές και λιγότερο από εργαζόμενους.
Η πρώτη περίοδος της Β’ Πανελλαδικής εκτείνεται από το Μάιο 1978 έως τον Ιούλιος 1979. Πρόκειται για περίοδο συντήρησης της οργάνωσης, ανίχνευσης προϋποθέσεων για ευρύτερες ιδεολογικο-πολιτικές συγκλίσεις (αρχίζει ένας κύκλος επαφών με την ΕΔΑ του Μ. Γλέζου, τη Σοσιαλιστική Πορεία και την ομάδα του περιοδικού «Πολίτης») και παρέμβασης στο φοιτητικό κίνημα ενάντια στην πολιτική του ν.815 που είχε ήδη από το καλοκαίρι του 1978 εισάγει η κυβέρνηση Καραμανλή. Η κυκλοφορία του επίσημου περιοδικού της οργάνωσης «Αγώνας για την Κομμουνιστική Ανανέωση» αναδεικνύεται σε ισχυρό πόλο θεωρητικής παραγωγής και πολιτικής παρέμβασης. Στο κοινωνικό πεδίο η περίοδος εκείνη χαρακτηρίζεται από τις μαζικές φοιτητικές συνελεύσεις που στην ουσία προετοιμάζουν το κλίμα για το «θερμό χειμώνα» του 1979. Η Β’ Πανελλαδική με τη μαζική της παρουσία στις φοιτητικές συνελεύσεις έχει λειτουργήσει ως καταλύτης στην ανατροπή του συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ του «καθεστωτικού μπλοκ» ΠΣΚ – ΠΑΣΠ και των ριζοσπαστικών δυνάμεων, υπέρ των δεύτερων.
Η δεύτερη περίοδος εκτείνεται από τον Σεπτέμβριο 1979 έως τον Νοέμβριο 1980. Στην ουσία αρχίζει με το κίνημα των καταλήψεων και φτάνει μέχρι την οριακή στιγμή της πορείας του Πολυτεχνείου 1980. Οι καταλήψεις του 1979 αποτελούν ίσως τη σημαντικότερη «πολιτική στιγμή» της Β’ Πανελλαδικής. Η ύπαρξη ενός νέου μαζικού πόλου μέσα στο φ.κ. αλλά και οι ιδεολογικές – θεωρητικές παρεμβάσεις του, πυροδοτούν μια έκρηξη κινημάτων, ρευμάτων και τάσεων. Η σχέση της Β’ Πανελλαδικής με τα ρεύματα αυτά είναι μια σχέση παράλληλης συμπόρευσης και αμφίδρομης αναφοράς. Τη στιγμή που οι οργανώσεις της παραδοσιακής «άκρας αριστεράς» (ΑΑΣΠΕ και ΠΠΣΠ) συρρικνώνονται ή διαλύονται και τα μέλη τους απορροφώνται μέσα στις κινηματικές διεργασίες, η Β’ Πανελλαδική μαζικοποιείται, αλλά κυρίως αποκτά ένα πολύ πιο διευρυμένο κοινωνικό ακροατήριο. Είναι η στιγμή που αποφασίζεται η συγκρότηση των πλατειών κινηματικών συσπειρώσεων ανά Σχολή (πρόδρομα σχήματα των μετέπειτα Αριστερών Συσπειρώσεων), που στις φοιτητικές εκλογές του 1980, καταγράφουν τεράστια άνοδο και απειλούν την ηγεμονία της ΠΣΚ και της ΠΑΣΠ. Η Β’ Πανελλαδική προχωρά με τον ίδιο τρόπο στη συγκρότηση μαζικών κινηματικών σχημάτων και στις γειτονιές της Αθήνας και εκδίδει την εφημερίδα ΤΑ ΑΥΘΑΙΡΕΤΑ. Η δυναμική της εποχής όμως έχει τα όριά της. Ο χώρος της ριζοσπαστικής αριστεράς που έχει δημιουργηθεί δεν θα καταφέρει να υπερβεί τη νεολαιίστικη φυσιογνωμία του και η σύγκρουση στην πορεία του Πολυτεχνείου το 1980 με την κυβέρνηση Ράλλη και τα ΜΑΤ θα τον βρεί χωρίς ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες.
Η τρίτη περίοδος της Β’ Πανελλαδικής αρχίζει τον Δεκέμβριο 1980 και φτάνει έως τον Οκτώβριο 1981. Πρόκειται για την περίοδο της κρίσης. Η δυναμική του φ.κ. έχει ανακοπεί, η προσπάθεια κοινωνικής διεύρυνσης και πολιτικών συμμαχιών έχει αποτύχει, τη ίδια στιγμή που το ΠΑΣΟΚ και η κοινωνική συμμαχία της Αλλαγής προελαύνουν στην εξουσία. Οι ιστορικές εκλογές του 1981 θα αποτελέσουν ταυτόχρονα το τέλος του κύκλου της Β’ Πανελλαδικής και, ταυτόχρονα, το κλείσιμο μιας πρώτης εμπειρίας της μεταπολιτευτικής ριζοσπαστικής αριστεράς.
Οι επιδράσεις και η κληρονομιά της Β’ Πανελλαδικής
Αποτελεί ένα ιστορικό ερώτημα το πώς μια οργάνωση βραχύβια (τρισήμιση ετών) άσκησε μεγάλη ιδεολογικο-πολιτική επιρροή κατά τα χρόνια της δράσης της και δημιούργησε αναμφίβολα ένα ιστορικό μύθο. Αν μπορούσε να διατυπωθεί μια συνοπτική απάντηση, θα ήταν ότι η Β’ Πανελλαδική επέδρασε στη ριζοσπαστικοποίηση (μέρους) της επίσημης αριστεράς και στην κοινωνικοποίηση της άκρας αριστεράς. Η παρουσία της εμβολίασε την αρχαϊκή και «υπερ-πολιτική» μέχρι τότε ελληνική αριστερά (σε όλες τις εκδοχές της) με τα νέα κοινωνικά κινήματα και τη λογική της αυθεντικής αυτονομίας τους, αλλά και με νέα (για την τότε ελληνική εποχή) ιδεολογικά και θεωρητικά ρεύματα. Η παρουσία της επενέργησε ως καταλύτης για την απελευθέρωση κοινωνικών δυνάμεων, τόσο από την παραδοσιακή αριστερά (ΚΚΕ) όσο και από την άκρα αριστερά, αλλά και για την εμφάνιση των λεγόμενων τότε «νέων κοινωνικών κινημάτων».
Από την άλλη μεριά δεν πρέπει κανείς να ξεχνά δύο σημαντικούς αντικειμενικούς παράγοντες που λειτούργησαν ανασταλτικά. Ο πρώτος είναι ανθρωπογεωγραφικός: η Β’ Πανελλαδική υπήρξε μια οργάνωση ανθρώπων ηλικίας κατά βάση από 16-25 ετών. Μια οργάνωση πολιτικοποιημένων και μορφωμένων νέων, χωρίς όμως οργανικές σχέσεις με τις λαϊκές μάζες και τους εργαζόμενους. Ο δεύτερος είναι ιστορικο-πολιτικός: η δράση της Β’ Πανελλαδικής συμπίπτει χρονικά με την περίοδο που επιλύεται η κρίση εκπροσώπησης των λαϊκών στρωμάτων υπέρ του ΠΑΣΟΚ και του προγράμματός του. Το ρεύμα της Αλλαγής είναι ιλιγγιώδες και σαρώνει στην πορεία του όλες τις αριστερές διαφορετικότητες.
Η Β’ Πανελλαδική αυτοδιαλύεται μετά τον Οκτώβριο του 1981, όταν και θα έχει – εν πολλοίς ασυναίσθητα - την ωριμότητα να κατανοήσει ότι όταν μια οργάνωση έχει εξαντλήσει τον όποιο ιστορικό ρόλο της αναλογεί, αν εξακολουθήσει να υπάρχει θα αναπαράγει μόνον τη γραφειοκρατία της.

Πηγές: αρχείο Insider, Tvxs, Wikipedia, Κόκκινη Πιπεριά, Blog Χριστόφορου Βερναρδάκη, Εποχή, ΑΥΓΗ

Αυτές τις ημέρες συμπληρώνονται 44 χρόνια (Δεκέμβριος του 1967) από την ίδρυση   της  οργάνωσης νεολαίας  «Ρήγας Φεραίος». Μιας ασυνήθιστης περίπτωσης για τα ελληνικά πολιτικά χρονικά, με μεγάλη ιδεολογικο-πολιτική επιρροή, δράση και κύρος στον αντιδικτατορικό αγώνα και τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης.  Ο «Ρήγας Φεραίος» είχε κορυφαίο ρόλο στο αντιδικτατορικό κίνημα και στη εξέγερση του Πολυτεχνείου και της Νομικής.
 Μιας νεολαίας που «αποπέμφθηκε» από την κυνική πραγματικότητα που επέβαλε η μεταπολίτευση. Τι ειρωνεία! Η οργάνωση που είχε ηγετικό ρόλο στο αντιδικτατορικό αγώνα, δεν βρήκε την θέση  της  στο μεταπολιτευτικό  τοπίο. Από τις γραμμές του «Ρήγα» πέρασαν χιλιάδες νέοι άνθρωποι που εμπνεόντουσαν από τις ριζοσπαστικές ιδέες του Μάη του 68, του «σοσιαλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο» και της αμφισβήτησης που γέννησαν οι κοσμογονικές αλλαγές των δεκαετιών του 60 και του 70.


Ο Ρήγας Φεραίος ήταν η οργάνωση νεολαίας του ΚΚΕ εσωτερικού. Ιδρύθηκε το Δεκέμβριο του 1967, ως Πανελλήνια Αντιδικτατορική Οργάνωση Σπουδαστών (ΠΑΟΣ) "Ρήγας Φεραίος", κυρίως από πρώην μέλη της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη και μετά τη διάσπαση του ΚΚΕ, το 1968, τοποθετήθηκε υπέρ του ΚΚΕ εσωτερικού. Κατά την διάρκεια της δικτατορίας ανέπτυξε έντονη αντιδικτατορική δράση και δεκάδες μέλη της οργάνωσης συνελήφθησαν, βασανίστηκαν και φυλακίστηκαν, ενώ οι καταδίκες των μελών του αθροίζονται σε… πολλούς αιώνες.
Παράλληλα η συμβολή του "Ρήγα Φεραίου" στην ανάπτυξη του μαζικού αντιδικτατορικού κινήματος ήταν ιδιαιτέρως σημαντική, ενώ επίσης παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην δημιουργία των Φοιτητικών Επιτροπών Αγώνα. Οι πλατιές αυτές συλλογικότητες, που αποτελούνται από φοιτητές που αναζητούν τρόπους συλλογικής αντιδικτατορικής δράσης, θα δράσουν δημόσια στις σχόλες τους και μέσα στα αμφιθέατρα διεκδικώντας τη δυνατότητα για δημόσιες συγκεντρώσεις και συζήτησης, ενώ προφυλάσσουν τον παράνομο οργανωτικό τους ιστό. Το 1972 θα συγκροτηθεί το Διασχολικό των ΦΕΑ που συντονίζει όλες τις σχολές. Το σχήμα αυτό θα αποδειχθεί ιδιαίτερα αποτελεσματικό και θα αποτελέσει τον βασικό ιστό ανάπτυξης του φοιτητικού αντιδικτατορικού κινήματος. Παράλληλα εκατοντάδες μέλη του Ρήγα θα συμμετάσχουν στην εξέγερση του Πολυτεχνείου και η οργάνωση θα έχει την πλειοψηφία στην συντονιστική επιτροπή κατάληψης.
Τον Ιούνιο 1974 μετονομάστηκε σε Πανελλαδική Οργάνωση Νέων (ΠΟΝ) "Ρήγας Φεραίος" και αυτοαναγνωρίστηκε ως νεολαία του ΚΚΕ εσωτερικού. Στη μεταπολίτευση συνέχισε τη δράση του, έχοντας ιδιαίτερη ανάπτυξη στο φοιτητικό κίνημα. Στην Α΄ Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του 1976, μετονομάστηκε σε Ελληνική Κομμουνιστική Νεολαία (ΕΚΟΝ) "Ρήγας Φεραίος", παρά τη διαφωνία ισχυρής τάσης, που επέμενε στη διατήρηση του ευρύτερου πολιτικού χαρακτήρα της οργάνωσης.
rigas1
Στις γραμμές της ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος διαμορφώθηκε πλειοψηφούσα αριστερή πτέρυγα, η οποία είχε αναφορές στον κριτικό μαρξισμό που εκπροσωπούσαν θεωρητικοί όπως ο Νίκος Πουλαντζάς , ο Λουί Αλτουσέρ και ο Καστοριάδης, καθώς επίσης και σε γεγονότα διεθνούς εμβέλειας όπως ο Γαλλικός Μάης του '68 και η Πολιτιστική Επανάσταση στην Κίνα. Η πτέρυγα αυτή διαφωνούσε με τις πολιτικές και στρατηγικές επιλογές του κόμματος.
Μετά την εκλογική αποτυχία του 1977, η αριστερή πτέρυγα της ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος όξυνε την κριτική της τονίζοντας πως η δημιουργία του εκλογικού σχήματος της ΣΥΜΜΑΧΙΑΣ με τα θολά, μετριοπαθή και ετερόκλητα χαρακτηριστικά της, αποτελούσε την κύρια αιτία της εκλογικής συρρίκνωσης. Η εσωτερική κρίση οξύνθηκε μέχρι τις παραμονές της σύγκλισης της Β' Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης της οργάνωσης, την οποία η ηγεσία του ΚΚΕ Εσωτερικού δεν αναγνώρισε. Όσοι συμμετείχαν σε αυτή διαγράφτηκαν από την κομματική ηγεσία (65%-70% της οργάνωσης). Οι διαγραφθέντες ίδρυσαν ξεχωριστή οργάνωση με τον τίτλο ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος Β' Πανελλαδική.
Κατά τη διάσπαση του 1987, όταν η πλειοψηφία του ΚΚΕ εσωτερικού ίδρυσε την Ελληνική Αριστερά (ΕΑΡ), ο Ρήγας Φεραίος αποτέλεσε νεολαία του ΚΚΕ Εσωτερικού/Ανανεωτική Αριστερά. Τα επόμενα χρόνια συρρικνώθηκε και το 1999, τα λίγα μέλη που είχαν απομείνει επέλεξαν να μετονομαστούν σε Νεολαία της Ανανεωτικής Κομμουνιστικής Οικολογικής Αριστεράς (ΑΚΟΑ).
Ο Ρήγας Φεραίος εξέδιδε τον Θούριο. Ανάμεσα στους κατά καιρούς γραμματείς της οργάνωσης ήταν οι Κώστας Κωσταράκος, Γιάννης Βούλγαρης, Μάνος Σωτηριάδης, Μπάμπης Γεωργούλας, Νίκος Βούτσης, Νίκος Φίλης, Μιχάλης Σαμπατακάκης κ.ά.
rigas_kentriki

EΚΟΝ Ρήγας Φεραίος – Β’ Πανελλαδική 1978-1981: μια ιστορική προσέγγιση. Tου Χριστόφορου Βερναρδάκη
Το να επιχειρήσει κανείς να «γράψει» για την Β’ Πανελλαδική συνιστά εγχείρημα αρκετά αντιφατικό. Από τη μια πρόκειται για μια βραχύβια χρονικά οργάνωση, από την άλλη για μια οργάνωση που η ιδεολογικο-πολιτική της επίδραση υπήρξε αρκετά σημαντική, ακόμα και μετά την αυτοδιάλυσή της. Το κείμενο που ακολουθεί δεν έχει σκοπό προφανώς να αποτελέσει την ολοκληρωμένη ιστορία της οργάνωσης. Αποτελεί ωστόσο το πρώτο, εξ’ όσων γνωρίζω, κείμενο που αναφέρεται στην ιστορία της, και ως προς αυτό έχει το προνόμιο να «προκαλεί» για μια συστηματικότερη και εξαντλητικότερη ανάλυση της εποχής.
kke_eswterikou

Η προϊστορία της γέννησης 
Η Ελληνική Κομμουνιστική Νεολαία «Ρήγας Φεραίος» αποτελεί συνέχεια της αντιδικτατορικής οργάνωσης «Ρήγας Φεραίος». Η τελευταία, οργάνωση της ανεξάρτητης αριστεράς, συμβάδισε ιδεολογικο-πολιτικά με το αίτημα της βαθειάς τομής στη λειτουργία και φυσιογνωμία του ΚΚΕ, όπως εκφράστηκε με τη διάσπαση του 1968 και τη δημιουργία του ΚΚΕ εσωτερικού.
Η μεταπολίτευση βρήκε την οργάνωση του Ρήγα και τους «Ρηγάδες - Ρηγίτισες» (σύμφωνα με το πολιτικό λεξιλόγιο της εποχής) να απολαμβάνουν τεράστιου κύρους στο χώρο της νεολαίας.  Έτσι, παρά το γεγονός ότι στο ΚΚΕ εσωτερικού είχε ήδη διαμορφωθεί μια «δεξιά – ρεφορμιστική» πλειοψηφία, ο Ρήγας μαζικοποιήθηκε και δέχτηκε στις γραμμές του μεγάλο μέρος της νεολαίας της εποχής. Η οργάνωση μετονομάστηκε το 1974 σε Πανελλήνια Οργάνωση Νέων Ρήγας Φεραίος (ΠΟΝ Ρήγας Φεραίος).
Η λανθάνουσα αντίθεση κόμματος και Ρήγα θα αποτελεί σχεδόν παγιωμένη κατάσταση στο χώρο. Ήδη από το 1974 θα διατυπώνονται από το Ρήγα οι περισσότερο αντιπολιτευτικές προς την ηγεσία του κόμματος φωνές. Ας μη ξεχνάμε προφανώς και τις συνθήκες της εποχής: βρισκόμαστε μόλις 6 χρόνια από το Μάη του ’68 και ένα-δύο χρόνια από το Πολυτεχνείο του ‘73.
Το 1976 στην Α’Πανελλαδική Συνδιάσκεψη η αντίθεση των δύο γραμμών θα εκφραστεί με το περίφημο δίλημμα «ΠΟΝ ή ΚΟΝ», δηλαδή Πανελλήνια Οργάνωση Νεολαίας ή Κομμουνιστική Οργάνωση Νεολαίας. Η ριζοσπαστική τάση του Ρήγα θεωρούσε αναγκαία τη μετονομασία της οργάνωσης σε «κομμουνιστική», αναφερόμενη στη λενινιστική θεωρία της «οργάνωσης – πρωτοπορία». Η γραμμή της ηγεσίας του κόμματος και των προσκείμενων σε αυτήν νεολαίων θεωρούσε, αντίθετα, ότι η «αποϊδεολογικοποιημένη» ονομασία μπορούσε να συσπειρώσει πλατύτερα στρώματα νεολαίων. Στην ουσία, το ζήτημα του ονόματος αντανακλούσε τη σύγκρουση μιας ρεφορμιστικής γραμμής που ήθελε το κόμμα να απευθύνεται στο «εθνικό ακροατήριο» και μιας γραμμής που ήθελε να παρέμβει στα κινήματα της νεολαίας με σαφείς ιδεολογικο-πολιτικές αναφορές. Η Α’Πανελλαδική Συνδιάσκεψη θα ψηφίσει με μεγάλη πλειοψηφία τη μετονομασία της οργάνωσης σε «Κομμουνιστική» και έτσι δημιουργείται η μεταπολιτευτική ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος.
Η αντίθεση νεολαίας – κόμματος θα κορυφωθεί μετά το εκλογικό αποτέλεσμα του 1977, όταν η «Συμμαχία» (εκλογικό σχήμα που είχε συγκροτήσει το ΚΚΕ εσωτερικού) θα υποστεί μια απρόσμενη για τις τότε εκτιμήσεις εκλογική συντριβή, καταγράφοντας ποσοστό 2.7%. Η αποτίμηση του εκλογικού αποτελέσματος που ξεκινά την επομένη των εκλογών σε όλες τις οργανώσεις του κόμματος και του Ρήγα καταγράφει τις διαφωνίες, τόσο στα ζητήματα πολιτικής γραμμής και στρατηγικής όσο και στα ζητήματα φυσιογνωμίας του κόμματος. Η κριτική που αναπτύσσεται ιδιαίτερα στην Επιτροπή Πόλης Αθήνας του Ρήγα είναι σκληρή και η κομματική καθοδήγηση απαντά με καθαίρεση έξι στελεχών της, διοικητική αποκοπή τους από το Ρήγα και μεταφορά τους σε διάφορες οργανώσεις του κόμματος. Η Επιτροπή Πόλης αρνείται να δεχτεί την καθαίρεση των έξι στελεχών και δεν υλοποιεί την απόφαση του κόμματος. Στη σύγκρουση τοποθετείται το σύνολο των οργανώσεων του Ρήγα σε όλη την Ελλάδα και το εξωτερικό.
Η συγκρότηση της Β’ Πανελλαδικής
Η ληξιαρχική πράξη γέννησης της νέας οργάνωσης υπογράφεται τον Απρίλιο του 1978, όταν και συγκαλείται σε μεγάλο κινηματοθέατρο του Νέου Κόσμου η Β’ Πανελλαδική Συνδιάσκεψη της ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος. Με τη Συνδιάσκεψη αυτή επικυρώνεται η πορεία αποκοπής της πλειοψηφίας της οργάνωσης από το κόμμα, αφού η επίσημη κομματική καθοδήγηση δεν αναγνώρισε τη σύγκληση της Συνδιάσκεψης και διέγραψε αυτομάτως τα μέλη που συμμετείχαν στις διαδικασίες της.
Η διάσπαση δεν αποτελεί μια στιγμιαία κατάσταση. Είναι μια διαδικασία που ξεκινά τον Νοέμβριο του 1977 – αμέσως μετά τις Εκλογές της 20ης Νοεμβρίου – και φτάνει μέχρι τον Απρίλιο του 1978 όταν και συγκαλείται η τετραήμερη Συνδιάσκεψη. Στους πέντε μήνες που μεσολάβησαν υπήρξαν συνεχείς Ολομέλειες των οργανώσεων και των οργάνων του Ρήγα, πολλές φορές μάλιστα και κοινές συνεδριάσεις με τις κομματικές οργανώσεις και τα αντίστοιχα όργανα του κόμματος. Η σύγκληση της Β’ Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης υπήρξε δηλαδή η κορύφωση μιας πολύμηνης εσωκομματικής διαδικασίας, που περιελάμβανε κείμενα διαλόγου, συγκρούσεις, προσπάθειες εξομάλυνσης της κρίσης, κ.οκ.
Στη Β’ Πανελλαδική θα προσχωρήσει περίπου το 70% της ενιαίας οργάνωσης του Ρήγα. Ακριβής αριθμός για τα μέλη δεν υπάρχει. Γνωρίζουμε ωστόσο ότι τα μέλη του ενιαίου Ρήγα ανέρχονταν το Μάιο του 1977 σε περίπου 3.500 – 4.000 και υπολογίζεται ότι έφτασαν το Νοέμβριο του ίδιου χρόνου σε 4.500 – 5.000 μετά και την καμπάνια για την «Ψήφο στα 18». Η Β’ Πανελλαδική θα κυριαρχήσει συντριπτικά στις μαζικότερες οργανώσεις του μεταπολιτευτικού Ρήγα, δηλαδή στη Σπουδάζουσα Αθήνας και στη Μαθητική Οργάνωση Αθήνας. Θα κερδίσει την πλειοψηφία των επίσης μαζικών οργανώσεων των συνοικιών της Αθήνας και της Σπουδάζουσας Θεσσαλονίκης και θα αποσπάσει το σύνολο των μικρότερων αριθμητικά οργανώσεων της Σπουδάζουσας Πάτρας, Ιωαννίνων και Ξάνθης, καθώς και των οργανώσεων των Εργαζομένων και των Καλλιτεχνών. Με τη Β’Πανελλαδική θα συνταχθεί επίσης η πλειοψηφία των οργανώσεων του Ρήγα στο Παρίσι, στη Γένοβα, στο Τορίνο, στη Χαϊδελβέργη και στη Ρουμανία. Αντίθετα, δεν θα υπάρξει μεγάλη προσχώρηση από τις (μικρές αριθμητικά) οργανώσεις της Επαρχίας και των ΚΑΤΕΕ. Τη Β’ Πανελλαδική ακολούθησαν και περίπου 300 κομματικά μέλη του ΚΚΕ εσ. σε όλη την Ελλάδα, που ωστόσο παρά τις αρχικές προσπάθειες δεν έγινε δυνατόν να συγκροτηθούν οργανωτικά.
Με τη διάσπαση του Ρήγα το 1978 κλείνει ένας μεγάλος κύκλος για το ΚΚΕ εσ. Η γενιά του Πολυτεχνείου, αλλά κυρίως η γενιά του μεταπολιτευτικού Ρήγα διαλέγει το δρόμο της πολιτικής αυτονόμησης. Η νεολαία του ΚΚΕεσ από κει και πέρα θα ανασυγκροτηθεί σχεδόν εκ του μηδενός.
Μια «νεολαία – κόμμα» ή ένα «κόμμα νεολαίας»
Από το Μάιο του 1978 η Β’ Πανελλαδική αρχίζει να λειτουργεί ως αυτόνομος πολιτικός οργανισμός. Η (ιστορική και αναγκαστική) πρωτοτυπία της έγκειται στο γεγονός ότι αποτελεί μια νεολαιίστικη οργάνωση χωρίς κομματικό φορέα, ή αντίστροφα, ένα «κόμμα» που έχει μόνο νεολαία και εξ’αυτού του λόγου παρουσία αποκλειστικά σχεδόν στον εκπαιδευτικό μηχανισμό. Η Β’ Πανελλαδική αποτελείται κατά 95% από φοιτητές και μαθητές. Ακόμα και οι οργανώσεις των συνοικιών αποτελούνται κυρίως από φοιτητές και λιγότερο από εργαζόμενους.
Η πρώτη περίοδος της Β’ Πανελλαδικής εκτείνεται από το Μάιο 1978 έως τον Ιούλιος 1979. Πρόκειται για περίοδο συντήρησης της οργάνωσης, ανίχνευσης προϋποθέσεων για ευρύτερες ιδεολογικο-πολιτικές συγκλίσεις (αρχίζει ένας κύκλος επαφών με την ΕΔΑ του Μ. Γλέζου, τη Σοσιαλιστική Πορεία και την ομάδα του περιοδικού «Πολίτης») και παρέμβασης στο φοιτητικό κίνημα ενάντια στην πολιτική του ν.815 που είχε ήδη από το καλοκαίρι του 1978 εισάγει η κυβέρνηση Καραμανλή. Η κυκλοφορία του επίσημου περιοδικού της οργάνωσης «Αγώνας για την Κομμουνιστική Ανανέωση» αναδεικνύεται σε ισχυρό πόλο θεωρητικής παραγωγής και πολιτικής παρέμβασης. Στο κοινωνικό πεδίο η περίοδος εκείνη χαρακτηρίζεται από τις μαζικές φοιτητικές συνελεύσεις που στην ουσία προετοιμάζουν το κλίμα για το «θερμό χειμώνα» του 1979. Η Β’ Πανελλαδική με τη μαζική της παρουσία στις φοιτητικές συνελεύσεις έχει λειτουργήσει ως καταλύτης στην ανατροπή του συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ του «καθεστωτικού μπλοκ» ΠΣΚ – ΠΑΣΠ και των ριζοσπαστικών δυνάμεων, υπέρ των δεύτερων.
Η δεύτερη περίοδος εκτείνεται από τον Σεπτέμβριο 1979 έως τον Νοέμβριο 1980. Στην ουσία αρχίζει με το κίνημα των καταλήψεων και φτάνει μέχρι την οριακή στιγμή της πορείας του Πολυτεχνείου 1980. Οι καταλήψεις του 1979 αποτελούν ίσως τη σημαντικότερη «πολιτική στιγμή» της Β’ Πανελλαδικής. Η ύπαρξη ενός νέου μαζικού πόλου μέσα στο φ.κ. αλλά και οι ιδεολογικές – θεωρητικές παρεμβάσεις του, πυροδοτούν μια έκρηξη κινημάτων, ρευμάτων και τάσεων. Η σχέση της Β’ Πανελλαδικής με τα ρεύματα αυτά είναι μια σχέση παράλληλης συμπόρευσης και αμφίδρομης αναφοράς. Τη στιγμή που οι οργανώσεις της παραδοσιακής «άκρας αριστεράς» (ΑΑΣΠΕ και ΠΠΣΠ) συρρικνώνονται ή διαλύονται και τα μέλη τους απορροφώνται μέσα στις κινηματικές διεργασίες, η Β’ Πανελλαδική μαζικοποιείται, αλλά κυρίως αποκτά ένα πολύ πιο διευρυμένο κοινωνικό ακροατήριο. Είναι η στιγμή που αποφασίζεται η συγκρότηση των πλατειών κινηματικών συσπειρώσεων ανά Σχολή (πρόδρομα σχήματα των μετέπειτα Αριστερών Συσπειρώσεων), που στις φοιτητικές εκλογές του 1980, καταγράφουν τεράστια άνοδο και απειλούν την ηγεμονία της ΠΣΚ και της ΠΑΣΠ. Η Β’ Πανελλαδική προχωρά με τον ίδιο τρόπο στη συγκρότηση μαζικών κινηματικών σχημάτων και στις γειτονιές της Αθήνας και εκδίδει την εφημερίδα ΤΑ ΑΥΘΑΙΡΕΤΑ. Η δυναμική της εποχής όμως έχει τα όριά της. Ο χώρος της ριζοσπαστικής αριστεράς που έχει δημιουργηθεί δεν θα καταφέρει να υπερβεί τη νεολαιίστικη φυσιογνωμία του και η σύγκρουση στην πορεία του Πολυτεχνείου το 1980 με την κυβέρνηση Ράλλη και τα ΜΑΤ θα τον βρεί χωρίς ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες.
Η τρίτη περίοδος της Β’ Πανελλαδικής αρχίζει τον Δεκέμβριο 1980 και φτάνει έως τον Οκτώβριο 1981. Πρόκειται για την περίοδο της κρίσης. Η δυναμική του φ.κ. έχει ανακοπεί, η προσπάθεια κοινωνικής διεύρυνσης και πολιτικών συμμαχιών έχει αποτύχει, τη ίδια στιγμή που το ΠΑΣΟΚ και η κοινωνική συμμαχία της Αλλαγής προελαύνουν στην εξουσία. Οι ιστορικές εκλογές του 1981 θα αποτελέσουν ταυτόχρονα το τέλος του κύκλου της Β’ Πανελλαδικής και, ταυτόχρονα, το κλείσιμο μιας πρώτης εμπειρίας της μεταπολιτευτικής ριζοσπαστικής αριστεράς.
Οι επιδράσεις και η κληρονομιά της Β’ Πανελλαδικής
Αποτελεί ένα ιστορικό ερώτημα το πώς μια οργάνωση βραχύβια (τρισήμιση ετών) άσκησε μεγάλη ιδεολογικο-πολιτική επιρροή κατά τα χρόνια της δράσης της και δημιούργησε αναμφίβολα ένα ιστορικό μύθο. Αν μπορούσε να διατυπωθεί μια συνοπτική απάντηση, θα ήταν ότι η Β’ Πανελλαδική επέδρασε στη ριζοσπαστικοποίηση (μέρους) της επίσημης αριστεράς και στην κοινωνικοποίηση της άκρας αριστεράς. Η παρουσία της εμβολίασε την αρχαϊκή και «υπερ-πολιτική» μέχρι τότε ελληνική αριστερά (σε όλες τις εκδοχές της) με τα νέα κοινωνικά κινήματα και τη λογική της αυθεντικής αυτονομίας τους, αλλά και με νέα (για την τότε ελληνική εποχή) ιδεολογικά και θεωρητικά ρεύματα. Η παρουσία της επενέργησε ως καταλύτης για την απελευθέρωση κοινωνικών δυνάμεων, τόσο από την παραδοσιακή αριστερά (ΚΚΕ) όσο και από την άκρα αριστερά, αλλά και για την εμφάνιση των λεγόμενων τότε «νέων κοινωνικών κινημάτων».
Από την άλλη μεριά δεν πρέπει κανείς να ξεχνά δύο σημαντικούς αντικειμενικούς παράγοντες που λειτούργησαν ανασταλτικά. Ο πρώτος είναι ανθρωπογεωγραφικός: η Β’ Πανελλαδική υπήρξε μια οργάνωση ανθρώπων ηλικίας κατά βάση από 16-25 ετών. Μια οργάνωση πολιτικοποιημένων και μορφωμένων νέων, χωρίς όμως οργανικές σχέσεις με τις λαϊκές μάζες και τους εργαζόμενους. Ο δεύτερος είναι ιστορικο-πολιτικός: η δράση της Β’ Πανελλαδικής συμπίπτει χρονικά με την περίοδο που επιλύεται η κρίση εκπροσώπησης των λαϊκών στρωμάτων υπέρ του ΠΑΣΟΚ και του προγράμματός του. Το ρεύμα της Αλλαγής είναι ιλιγγιώδες και σαρώνει στην πορεία του όλες τις αριστερές διαφορετικότητες.
Η Β’ Πανελλαδική αυτοδιαλύεται μετά τον Οκτώβριο του 1981, όταν και θα έχει – εν πολλοίς ασυναίσθητα - την ωριμότητα να κατανοήσει ότι όταν μια οργάνωση έχει εξαντλήσει τον όποιο ιστορικό ρόλο της αναλογεί, αν εξακολουθήσει να υπάρχει θα αναπαράγει μόνον τη γραφειοκρατία της.

Πηγές: αρχείο Insider, Tvxs, Wikipedia, Κόκκινη Πιπεριά, Blog Χριστόφορου Βερναρδάκη, Εποχή, ΑΥΓΗ

Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2011

Η ΗΓΕΣΙΑ ΤΟΥ ΚΚΕ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΑΡΠΟΥΣ ΤΗΣ ΧΩΡΙΣΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

Pavel Filonov, universal flowering, 1915, The State Russian Museum, via Wikimedia commons

του Χ. Γεωργούλα


από την ΕΠΟΧΗ, 11.12.11

Συμμαχίες χωρίς συμμάχους

«Τα σενάρια αποπομπής της Ελλάδας από την ευρωζώνη ενισχύονται (…) Το θέμα δεν είναι να υπάρχουν χώρες που εκδιώκονται από την ΕΕ, το θέμα είναι να αποφασίσουν να φύγουν οι λαοί με τη θέλησή τους (…) Για τους λαούς της Ευρώπης, όσο περισσότεροι το αποφασίσουν, θα είναι μια μεγάλη πρώτη νίκη κι ένα στέρεο βήμα για να πάμε προς τα μπρος».

Το κείμενο προέρχεται από πρωτοσέλιδο άρθρο του «Ριζοσπάστη» (7-12-2011) και καταγράφει τις πρόσφατες, πιο επεξεργασμένες θέσεις της ηγεσίας του ΚΚΕ για την ευρωζώνη και την ΕΕ, που ως τώρα εκφραζόταν με το λακωνικό «αποδέσμευση από την ΕΕ».

Έξοδος με πρόσημο

Η ανάγκη να μιλήσει η ηγεσία του ΚΚΕ με περισσότερα λόγια γι’ αυτά τα ζητήματα, έγινε πιο έντονη και πιεστική, καθώς αυτή η «αποδέσμευση» άρχισε να έρχεται ως ορατό ενδεχόμενο από την εντελώς αντίθετη ιδεολογικοπολιτική κατεύθυνση. Ενδεχόμενο που υποχρεώνει την ηγεσία του ΚΚΕ να τονίσει ότι δεν είναι αντίθετη με τη «συνεργασία των λαών» της Ευρώπης ή και των «ευρωπαϊκών χωρών», αλλά ότι, επειδή είναι η ΕΕ «συνεργασία καπιταλιστικών χωρών», δεν «ανοικοδομείται», χρειάζεται να ανατραπεί (δηλαδή μια θέση πολύ κοντά στην «επανίδρυση» του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς).

Η εξέλιξη αυτή έκανε φανερές δύο αδυναμίες της λακωνικής θέσης: πρώτον, δεν είχε αδιαμφισβήτητο ιδεολογικό πρόσημο και δεύτερον, δεν κάλυπτε τον υποστηρικτή της από το ενδεχόμενο να γίνει πράξη ηέξοδος με πρωτοβουλία των αστικών δυνάμεων, τώρα και όχι σε κάποιο μακρινό, ή απωθημένο, μέλλον.

Με πιο απλά λόγια, τώρα γίνεται ορατός ο κίνδυνος να υπάρξουν εξελίξεις, οι οποίες θα εντυπώνουν στη συνείδηση των λαϊκών τάξεων ότι, όπως η ΕΕ δεν ήταν ποτέ παράδεισος (αλλά ένα νέο πεδίο ταξικών αγώνων, για να θυμηθούμε το ΚΚΕ Εσωτερικού), έτσι και η έξοδος από αυτήν μπορεί να θυμίζει κόλαση.

Τόσο πιο κοντά, τόσο πιο μακριά…

 Το πρόβλημα, όμως, γι’ αυτήν είναι ότι, λειαίνοντας την τοποθέτησή της, αφενός την κάνει να προσεγγίζει «επικίνδυνα» τους προβληματισμούς ορισμένων δυνάμεων της αριστεράς, αφετέρου αναγκάζεται να παραπέμψει την έξοδο από την ΕΕ στον ορίζοντα της οικοδόμησης της «λαϊκής εξουσίας–λαϊκής οικονομίας». Με αποτέλεσμα να διαφαίνονται μεγαλύτερα περιθώρια πίεσης για συνεργασία με άλλες αριστερές δυνάμεις με βάση τα πιο άμεσα πολιτικά επίδικα.

Γι’ αυτό, άλλωστε, τελευταία κάνει ό,τι μπορεί για να ανεβάσει τους τόνους της ενδοαριστερής αντιπαράθεσης στα ύψη, ώστε να μην υπάρξει οποιαδήποτε υπόνοια ότι διαμορφώνεται έδαφος προς αναζήτηση κοινής δράσης. Είναι ενδεικτικό ότι στις πρόσφατες μεγάλης διάρκειας ομιλίας της η Αλ. Παπαρήγα αφιερώνει πολύ χρόνο για να αποδείξει πόσο… αδύνατο είναι να υπάρξει τέτοιου είδους προσέγγιση και συνεργασία, οξύνοντας τις επιθέσεις της κυρίως προς τον ΣΥΡΙΖΑ. Και οι επιθέσεις αυτές πολλαπλασιάζονται, καθώς όλο και πιο συχνά συναντιούνται οι άνθρωποι του ΣΥΡΙΖΑ με τους ανθρώπους του ΚΚΕ στο πλάι των πληττόμενων τάξεων (πιο πρόσφατο παράδειγμα οι λαϊκές πρωτοβουλίες για το χαράτσι και τα κινήματα συμπαράστασης απεργών).

Η «αδύνατη συμμαχία»

Αν ήταν μόνο αυτό, θα λέγαμε ότι πρόκειται για συνηθισμένα πράγματα –για την ηγεσία του ΚΚΕ. Το κακό είναι πως, στην προσπάθειά της αυτή, αρχίζει να αναπτύσσει μια επικίνδυνη για την πορεία των λαϊκών αγώνων απολογητική όσον αφορά την πολιτική συμμαχιών.

Ας εξηγηθούμε με τρία παραδείγματα:

Πρώτο: «Μας λένε ορισμένοι “καλές είναι οι θέσεις σας, αλλά βρείτε ορισμένα σημεία να συμφωνήσετε με όσο περισσότερες γίνεται πολιτικές δυνάμεις, μήπως γίνει κάτι”… Δυστυχώς δεν μπορούμε να απαντήσουμε τόσο απλά σ’ αυτά τα ζητήματα (…) Στη δεκαετία του ’70-’80 μπορούσες με όρους κινήματος να επιλέξεις τέσσερα – πέντε προβλήματα να τα προτάξεις (…) Τώρα είναι τεράστια τα προβλήματα και είναι και οξυμένα και πρωτόγνωρα. Ποια να προτάξεις; Είναι τόσα και τέτοια που δεν μπορείς να τα ξεχωρίσεις. Σήμερα μπαίνουν βασικές επιλογές. Εδώ πια συγκρούονται δύο δρόμοι ανάπτυξης. Εδώ πρέπει να απαντήσεις «με τα μονοπώλια» ή με το λαό», μέσα ή έξω από την ΕΕ (από την ομιλία Παπαρήγα στη Λιβαδιά, 5-12-2011).

Δεν θα μπορούσε να βρεθεί πιο αμήχανο κείμενο, που προσπαθεί να καλύψει την απουσία πολιτικής συμμαχιών, με την απόφανση ότι, για να αποκρούσεις την επίθεση του κεφαλαίου, μπορείς να συμμαχήσεις μόνο με τον εαυτό σου. Μόνο με τον εαυτό σου; Όχι ακριβώς, μπορείς να συμμαχήσεις με... το λαό, όπως διαπιστώνουμε στο δεύτερο παράδειγμα:
«Η μόνη διαφορά που μπορεί να γίνει σήμερα, είναι η αποφασιστική ενίσχυση του ΚΚΕ (…) η ενίσχυση θα φέρει την ανατροπή μέσα στο κίνημα (...) Εμείς λέμε ότι αυτό που προέχει είναι η κοινωνική συμμαχία (…) κανένα άλλο κόμμα μην περιμένετε να προβάλει την αναγκαιότητα αυτής της συμμαχίας (…) Εμείς επιμένουμε: εργατική τάξη, μικροί επιχειρηματίες, αυτοαπασχολούμενοι, φτωχή αγροτιά (…) λέμε ελάτε όλοι, κάτω στη βάση πρέπει να είναι όλοι, γιατί τα προβλήματα είναι κοινά» (Παπαρήγα στη Λιβαδιά, 5-12-2011).

Σύμμαχοι δεν υπάρχουν πια…

Τόσο φτωχή αντίληψη για τις συμμαχίες δεν είχε ποτέ το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα. Τέτοια απλουστευτική άποψη, όπου οι κοινωνικές δυνάμεις δεν εκφράζονται παρά αυτοπροσώπως στο πολιτικό πεδίο και συναντούν η μία την άλλη χωρίς διαμεσολαβητές και με μόνο σημείο αναφοράς το ΚΚΕ και μόνο πολιτικό στόχο την «αποφασιστική ενίσχυσή του», δεν διατυπώθηκε ποτέ στην ελληνική αριστερά! Και για να μην υπάρχει καμία αμφιβολία, το σχετικό κεφάλαιο κλείνει με την αποστομωτική παραδοχή: «Στο πολιτικό επίπεδο αυτή τη στιγμή η συμπόρευση με το ΚΚΕ είναι η απάντηση. Δυστυχώς δεν υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις με τις οποίες μπορούμε να συμφωνήσουμε»…

Τρίτο παράδειγμα: Με μια τέτοια πολιτική συμμαχιών –ανύπαρκτη– καταλαβαίνει και η ίδια η Αλ. Παπαρήγα ότι δεν μπορεί να πάει μακρυά. Γι’ αυτό και μινιμάρει όσο μπορεί τους στόχους της: «Αυτή η συμμαχία μπορεί να καθορίσει και τη διέξοδο. Μπορούμε να παρεμποδίσουμε κάποια μέτρα; Μπορούμε να κερδίσουμε χρόνο; Ναι, μπορούμε».

Από το μάξιμουμ στο μίνιμουμ

 Ενώ, λοιπόν, η ηγεσία του ΚΚΕ εμφανίζεται να μην μπορεί να συμμαχήσει με άλλες αριστερές πολιτικές δυνάμεις, επειδή έχει τάχα πολύ προχωρημένους στόχους, στην πραγματικότητα, με την ασφυκτική αντίληψή της για τις συμμαχίες, οδηγείται στην ελαχιστοποίηση των στόχων του κινήματος, εν ονόματι του ότι δεν έχει ενισχυθεί επαρκώς το ΚΚΕ και δεν έχουν, συνεπώς, ωριμάσει οι συνθήκες: «Εμείς θεωρούμε ότι ο λαός πρέπει να ετοιμαστεί και για μια σχετικά μακρόχρονη πάλη χωρίς άμεσα αποτελέσματα και να μην κουραστεί. Να έχει αντοχή και για απότομες εξελίξεις» (ομιλία Αλ. Παπαρήγα στη Βουλή για τον Προϋπολογισμό, 6-12-2011).

Γιατί είναι επικίνδυνη για την πορεία των λαϊκών αγώνων αυτή η αντίληψη της ηγεσίας του ΚΚΕ; Διότι αποκλείει εκ των προτέρων κάθε προσέγγιση των δυνάμεων της αριστεράς σε μια στιγμή κρίσιμη για την προώθηση ενός σχεδίου οικοδόμησης του αντίπαλου προς τις αστικές συσπειρώσεις συνασπισμού κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων. Σε μια στιγμή που οι συνειδήσεις ωριμάζουν για κάτι τέτοιο. Σε μια στιγμή που η έναρξη και μόνο μιας τέτοιας διαδικασίας θα δημιουργούσε νέα ποιοτικά στοιχεία στο πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι.

Τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής της είναι ήδη ορατά και στους λιγότερο “εκπαιδευμένους” πολιτικά. Αυτό το «κάντε κάτι» που μεταφέρει η Αλ. Παπαρήγα ως αγωνία των «συμπαθούντων» ή και των μελών του ΚΚΕ (επιχειρώντας ταυτόχρονα να το αντικρούσει), πηγάζει από τις κοινωνικές ανάγκες, γι’ αυτό επανέρχεται όσο κι αν ξορκίζεται.

Χ.Γ.


Και το ΚΚ Ισπανίας στο στόχαστρο του ΚΚΕ

Δημοσιεύοντας τα αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών στην Ισπανία, ο «Ριζοσπάστης» είναι αλήθεια ότι δεν έδειξε να ικανοποιείται από την επιτυχία της Ενωμένης Αριστεράς, στην οποία συμμετέχει το ΚΚ Ισπανίας. Ερμηνεύοντας, μάλιστα, το θετικό για την ΕΑ αποτέλεσμα σημείωνε ότι οι ψήφοι δόθηκαν στο κόμμα αυτό με την ελπίδα καλύτερης διαχείρισης του καπιταλιστικού συστήματος...

Μόλις πληροφορήθηκαν στη Μαδρίτη για το σχετικό δημοσίευμα, έστειλαν επιστολή στο ΚΚΕ, στην οποία ανέφεραν μεταξύ άλλων:

«Διαβάσαμε με ανησυχία το άρθρο στην εφημερίδα σας «Ριζοσπάστης» με ημερομηνία 22 Νοεμβρίου την ανάλυση για τα αποτελέσματα των εκλογών στην Ισπανία, όπου υποστηρίζεται ότι πήραμε τις ψήφους με την ελπίδα της καλύτερης διαχείρισης του καπιταλιστικού συστήματος.
Κατά τη γνώμη μας η άποψη αυτή είναι λανθασμένη και δεν ανταποκρίνεται καθόλου με τις θέσεις και το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα που υπερασπίστηκαν οι υποψήφιοι και οι υποψήφιες και μαζί τους τα μέλη της Ενωμένης Αριστεράς. (...)

Σε κάθε περίπτωση, για την ΕΑ και το ΚΚ της Ισπανίας, στο πλαίσιο της τρέχουσας κρίσης που προκλήθηκε από τον αρπακτικό καπιταλισμό που επιτίθεται στα κεκτημένα δικαιώματα των εργαζομένων όλου του κόσμου, είναι καιρός για την ενότητα της συνεπούς αριστεράς για να κατακτήσει μια σύγκλιση για μια εναλλακτική λύση για το Σοσιαλισμό του 21ου αιώνα.
Για αυτό, παρά τη δυσφήμηση της ΕΑ που εμφανίστηκε στην εφημερίδα σας, συνεχίζουμε να διατηρούμε με το κόμμα σας αδελφικές διμερείς σχέσεις θεωρώντας ότι αποτελείτε αδιαμφισβήτητο τμήμα της αντικαπιταλιστικής αριστεράς.

Παρά το κριτικό μεν αλλά φιλικό τόνο της επιστολής του ΚΚ Ισπανίας, η απάντηση του ΚΚΕ ήταν σκληρή και επέμενε στην άποψη περί «καλύτερης διαχείρισης του καπιταλιστικού συστήματος», με επιχειρήματα όπως: «Το γεγονός ότι η συμμετοχή του ΚΚ Ισπανίας στο προεδρείο του λεγόμενου Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, που έχει αποδεχτεί στα ιδρυτικά ντοκουμέντα του τη διαφύλαξη των αρχών της ΕΕ και στηρίζεται σε θέσεις που υπερασπίζονται τη διαχείριση του καπιταλισμού, δίνει μόνο του την απάντηση».

Κατόπιν καταπιάνεται λεπτομερώς με το πρόγραμμα της Ενωμένης Αριστεράς και με τη μέθοδο της απόσπασης απομονωμένων φράσεων δικαιολογεί την αρχική εκτίμηση του «Ρ». Για παράδειγμα: «Στη σελίδα 6 [του προγράμματος] μπαίνει ο στόχος της “υπέρβασης του σημερινού κοινωνικού, πολιτικού και πολιτιστικού μοντέλου, που κυριαρχείται από το νεοφιλελευθερισμό”, που παραπέμπει στη σοσιαλδημοκρατική διαχείριση». Ή στη σελίδα 8 «μπαίνει στόχος η “δημιουργία απασχόλησης από το δημόσιο, γιατί σήμερα οι επιχειρήσεις έχουν πολλές δυσκολίες να το κάνουν χωρίς βοήθεια”, που εκφράζει την αγωνία για τους καπιταλιστές και τις απαιτήσεις τους για ζεστό κρατικό χρήμα», τη στιγμή που απαιτεί το ακριβώς αντίθετο.

Απαντώντας αρνητικά και στην πρόσκληση για συνεργασία, η ηγεσία του ΚΚΕ παρατηρεί: «Η διαχειριστική, σοσιαλδημοκρατική γραμμή ενός εξανθρωπισμένου καπιταλισμού, η άρνηση του σοσιαλισμού που οικοδομήθηκε τον 20ό αιώνα είναι η ιδεολογικοπολιτική βάση της λεγόμενης ενότητας της αριστεράς».

Η ηγεσία του ΚΚΕ, συνεπής στη γραμμή του αποκλεισμού οποιασδήποτε συνεργασίας με δυνάμεις της αριστεράς, φαίνεται ότι προωθεί την εξαγωγή αυτής της πολιτικής σε ευρωπαϊκή κλίμακα. Μετά την κριτική που είχε απευθύνει προς το ΚΚ Πορτογαλίας για τη συνεργασία του με το Μπλόκο, τώρα ήρθε η σειρά του ΚΚ Ισπανίας.

Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2011

Υπονομευτές της σταθερότητας

Francis Picabia, Machine Turn Quickly (Machine, Tournez Vite), 1916, via Wikipedia

του Χριστόφορου Παπαδόπουλου

από το Red Notebook

Σε άρθρο που αναδημοσίευσε την περασμένη Κυριακή η Εποχή, ο Ετιέν Μπαλιμπάρ υποστηρίζει ότι  η «προληπτική στρατηγική», δηλαδή η ολιγαρχική σκλήρυνση των ευρωπαϊκών θεσμών από τις άρχουσες τάξεις - υπό το μαστίγιο της «αναγκαιότητας» και το φόβο του χάους από ενδεχόμενη κατάρρευση του ενιαίου νομίσματος-, μπορεί να ακυρωθεί από την παγκοσμιοποίηση της καπιταλιστικής κρίσης και τους ενδοευρωπαϊκούς ανταγωνισμούς. Η πιο σημαντική παράμετρος στη συνθήκη αυτή, κατά τον ίδιο, είναι η επιστροφή των μαζών στην πολιτική· μια επιστροφή που δεν περιορίζεται στα όρια της γηραιάς Ηπείρου, αλλά αγκαλιάζει τις μητροπόλεις του καπιταλισμού, και, βεβαίως, την Αφρική και την Ασία.

***

Όλα δείχνουν ότι στις 9 Δεκέμβρη θα ανακοινωθεί το γαλλογερμανικό σχέδιο που προβλέπει την εφαρμογή πολύ αυστηρότερης πειθαρχίας στους προϋπολογισμούς και τον έλεγχο των χρεών στα μέλη της νομισματικής ένωσης. Ενδεικτική του διεθνούς ενδιαφέροντος, αλλά και της ανησυχίας των ΗΠΑ για την εξέλιξη της κρίσης του ευρώ, είναι η ευρωπαϊκή περιοδεία του αμερικανού υπουργού Οικονομικών Τίμοθι Γκάιτνερ, με στόχο την άσκηση πίεσης ώστε να προχωρήσει άμεσα ο γαλλογερμανικός συμβιβασμός - το «δημοσιονομικό συμβόλαιο» μεταξύ των 17 μελών της ευρωζώνης. Δεν πρόκειται βεβαίως περί «συμβολαίου» όπως το ξέραμε. Τα δημόσια οικονομικά –το έχει επισημάνει ο Ντέιβιντ Xάρβει- είναι το μέσο εκείνο που ρυθμίζει και εγγυάται τη συσσώρευση κεφαλαίου διά της απαλλοτρίωσης του κοινωνικού πλούτου.

Παγκοσμιοποίηση της κρίσης

Η τρέχουσα φιλολογία των μεγάλων ΜΜΕ, αλλά και οι αναλύσεις ενός σημαντικού κομματιού της Αριστεράς, ορίζουν την καπιταλιστική κρίση ως (κυρίως) κρίση του ευρώ και της ευρωζώνης. Δεν συσχετίζουν βέβαια την κρίση του ευρώ με την κρίση της οικονομίας των ΗΠΑ (και τις ανησυχίες της κινέζικης). «Μεταφράζουν» τις αντιθέσεις μερίδων του κεφαλαίου, αναφορικά με το μείγμα της οικονομικής πολιτικής α) για την αντιμετώπιση της κρίσης των ΗΠΑ και β) για την ανάκτηση του ηγεμονικού ρόλου του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, ως συγκρούσεις των πολιτικών οικογενειών, των Ρεπουμπλικάνων και των Δημοκρατικών, και αποδίδουν τις αντιθέσεις αυτές σε «ιδεοληψίες» του πολιτικού τους συστήματος. Στην πραγματικότητα, βεβαίως, πρόκειται για διαφωνίες και πολιτικές συγκρούσεις που αφορούν τη θυσία βραχυπρόθεσμων (καπιταλιστικών) συμφερόντων, προκειμένου  να σωθούν τα «οικουμενικά» συμφέροντα της καπιταλιστικής συσσώρευσης.

Στο βιβλίο τους «Χωρίς επιστροφή», ο Ευκλείδης Τσακαλώτος και ο Χρήστος Λάσκος ανασυνθέτουν την μεγάλη εικόνα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης ως κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου που έχει την καταγωγή της στην κρίση του 1972. Δείχνουν ότι η βασική πηγή της σημερινής κρίσης είναι η μειωμένη ζωτικότητα των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών οικονομιών - παρά τη μείωση των μισθών και της κοινωνικής δαπάνης- και ότι τα προβλήματα του καθοδικού κύκλου και της ύφεσης αντιμετωπίστηκαν (έως την τραπεζική κρίση του 2007-8) με την επέκταση του κρατικού και του ιδιωτικού χρέους. Οι μελέτες για την χρηματοοικονομική σφαίρα που βγήκαν πρόσφατα στη δημοσιότητα αναπαριστούν με νούμερα τη σύνθεση και τον όγκο των κεφαλαίων: Το παγκόσμιο ΑΕΠ είναι περίπου 60 τρις, την ίδια στιγμή που η χρηματοπιστωτική σφαίρα πλησιάζει τα 820 τρις, εκ των οποίων μόνο τα 60 τρις βρίσκονται στις θεσμικές αγορές χρήματος· τα άλλα είναι τοποθετημένα σε παράγωγα και σε σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα. Στα συμφραζόμενα αυτά, οι Γιάννης Μηλιός και Δημήτρης Σωτηρόπουλος αναρωτιόνται: «πόσες φορές πρέπει το μέγεθος των αγορών αυτών να υπερβεί το ύψος του παγκόσμιου προϊόντος ή του παγκόσμιου εμπορίου ώστε να συνειδητοποιήσουμε ότι κάτι διαφορετικό συμβαίνει;»

Στο παρελθόν, παρόμοιες καπιταλιστικές κρίσεις αντιμετωπίστηκαν με τη «δημιουργική καταστροφή», με την απαξίωση δηλαδή των ασθενέστερων επιχειρήσεων και την καταστροφή τεράστιων κεφαλαίων. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν ο τρόπος για να ξαναμπεί ο καπιταλισμός σε ανοδική τροχιά –μόνο δευτερευόντως, δηλαδή, συνετέλεσε σ’ αυτό η ενίσχυση της ζήτησης μέσω του New Deal. Σήμερα, προειδοποιεί ο Gopal Balakrishnan, είναι πιθανό ένα «συστημικό χάος», στο βαθμό που δεν υπάρχει η ηγέτιδα δύναμη για να επιβάλει τα γενικότερα συμφέροντα του καπιταλισμού με διαγραφή χρεών και υποτίμηση φουσκωμένων περιουσιακών στοιχείων.

Στο νέο πολύ-πολικό κόσμο η ανάδυση ενός ηγεμονικού κέντρου φαίνεται αδύνατη: δεν υπάρχει χώρα για να αντικαταστήσει την παρακμάζουσα υπερδύναμη των ΗΠΑ (που διαθέτει ωστόσο εξαιρετική στρατιωτική ισχύ). Ούτε η Κίνα μπορεί να αναλάβει αυτό το ρόλο (ως πολύ μικρότερη και μάλλον οπισθοδρομική οικονομία), ούτε η Ευρώπη, που δεν ξέρει τι της ξημερώνει και ενδεχομένως αύριο να πάψει να υφίσταται ως οιονεί κράτος, ούτε βεβαίως η Ιαπωνία, που από τη δεκαετία του ‘90 έπαψε να «συμπρωταγωνιστεί» εξ αιτίας της πιστωτικής κρίσης και της  μακροχρόνιας ύφεσης. Μια νέα ενδο-ιμπεριαλιστική στρατιωτική σύγκρουση μπορεί να φαίνεται αδύνατη, είναι όμως πιθανή μια μακρά περίοδος εμπορικών και νομισματικών πολέμων, που στα ενδιάμεσα διαστήματα να περιλαμβάνει βραχυπρόθεσμες συμφωνίες αποφυγής της κατάρρευσης.

Νοσταλγικές θεωρίες

Ας επιστρέψουμε στο σημείο εκκίνησης. Ο Μπαλιμπάρ διαπιστώνει ότι στη Γαλλία, την Ιταλία, τη Γερμανία, την Αγγλία, όπως και στην Ελλάδα, υπάρχει μια σημαντική πολιτική και διανοητική συνιστώσα, που θέλει να κλείσει την ευρωπαϊκή συζήτηση για να επιστρέψει στο έθνος· στη θαλπωρή του έθνους, η συνιστώσα αυτή βρίσκει το αναγκαίο ανάχωμα για την αντιμετώπιση μιας όλο και πιο αχαλίνωτης χρηματοοικονομικής εξουσίας.

Στην πραγματικότητα πρόκειται για την αναβίωση νοσταλγικών θεωριών, οι οποίες είχαν ίσως υπόσταση στο διπολικό κόσμο, όταν δηλαδή υπήρχε η Σοβιετική Ένωση. Τότε, στα ερωτήματα «Με ποιες πιστώσεις; Με ποια δίκτυα διανομής; Ποια τεχνολογία; Ποια πολιτική και οικονομική προστασία από τις επιθέσεις των χρηματαγορών;», η απάντηση ήταν μία: η Σοβιετική Ένωση. Σήμερα οι υποστηριχτές αυτής της άποψης δεν κατανοούν τι έχει συντελεστεί στον κόσμο στα 25 χρόνια νεοφιλελευθερισμού, τον πολύ-πολικό δηλαδή κόσμο, την ενσωμάτωση στον καπιταλιστικό κόσμο των πιο απομακρυσμένων περιοχών, την αλληλεξάρτηση μεταξύ των κρατών και το σχηματισμό μιας παγκόσμιας αγοράς που δεν ανέχεται σύνορα. Όπως επίσης δεν κατανοούν την αλλαγή της υλικής σύστασης της κοινωνίας. Στο εσωτερικό αυτού του ρεύματος, το πιο «αρχαϊκό» τμήμα του, στα καθ’ ημάς εκείνο που έχει εκπαιδευτεί στο σοβιετικό μαρξισμό του (παλιού) ΚΚΕ, υιοθετεί απερίσκεπτα την εθνική αφήγηση, την «κατοχή» και την «εθνική απελευθέρωση», προκειμένου να επικοινωνήσει με εκείνα τα λαϊκά στρώματα που αποδεσμεύονται από το ΠΑΣΟΚ και είναι εγκιβωτισμένα στον πυρήνα της αστικής ιδεολογίας, την εθνική ενότητα. Την ίδια στιγμή, μάλιστα, χρησιμοποιεί τα φθαρμένα αναλυτικά εργαλεία του σοβιετικού μαρξισμού: τη θεωρία των σταδίων –να φύγουμε σήμερα από την Ε.Ε. και να επιστρέψουμε στη Σοσιαλιστική Ε.Ε.-, τον «παραγωγισμό», το σοσιαλισμό σε μια χώρα, τον οικονομικό (και νομισματικό) ανταγωνισμό των κρατών, δηλαδή των αστικών τάξεων.

Τα καθήκοντα της Αριστεράς, ωστόσο, βρίσκονται στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Όπως γράφει ο Ανδρέας Καρίτζης στην Αυγή, καθήκον της Αριστεράς σε αυτές τις συνθήκες είναι να βρει τρόπο να οργανώσει την ανατροπή αλλά και να μετασχηματίσει τις παραστάσεις που επικρατούν στο μυαλό των ανθρώπων: να αναδεικνύει την ταξική φύση της κρίσης, των διεξόδων» και των αναγκαίων αγώνων,  να πολιτικοποιεί τον αγώνα των από κάτω, να μετατρέπει την οργή σε συντεταγμένο πολιτικό σχέδιο που εξυπηρετεί τα δικά τους συμφέροντα και να μετασχηματίσει τις ιδεολογικές παραστάσεις τους. Να διεθνοποιήσει τους αγώνες, τους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες, σε μια περίοδο που η αφύπνιση των αγώνων και των αντιστάσεων δεν αφορά μόνο την Γαλλία και την Ιταλία, αλλά και τη «χειμαζόμενη» Αγγλία και τις χώρες της Ιβηρικής και της Ανατολικής Ευρώπης.

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2011

Μια κριτική προσέγγιση στο βιβλίο για τον Πιέτρο Ινγκράο «Η Αγανάκτηση δεν αρκεί»


Του Ηλία Μυλωνά*

Ακούγοντας διάφορα θετικά σχόλια για τον Ινγκράο, ο οποίος ομολογουμένως  μου ήταν παντελώς άγνωστος μιας και δεν έτυχε  να "συναντηθούμε" ποτέ πολιτικά και ούτε να διαβάσω  κάποια εργασία του, άνοιξα το συγκεκριμένο βιβλίο, ο εκδότης του οποίου Πέτρος Κακολύρης τυγχάνει να είναι και προσωπικός φίλος μου, με ιδιαίτερα καλή πρόθεση. Το σίγουρο που βγήκε από αυτή την ανάγνωση είναι ότι ο Ινγκράο στα 96 του χαρακτηρίζεται από μια εκπληκτική πνευματική διαύγεια και στη συζήτηση που γίνεται με τους δύο πανεπιστημιακούς Μαρία Λουίζα Μπότσια και Αλμπέρτο Ολιβέτι, καταθέτει με σαφήνεια θεωρώ, παρά την ηλικία του και τις δύσκολες φιλολογικές εκφράσεις που χρησιμοποιεί, όλο το απαύγασμα της πολιτικής «σοφίας» που αναδείχτηκε από τη μακρά  του πορεία, σε άμεση σχέση με την πολιτική και φιλοσοφική του άποψη.

Γεννημένος το 1915 και οργανωμένος στον αντιφασιστικό αγώνα από το 1936, παίρνει ενεργό μέρος στην αντίσταση κατά των ναζί και γίνεται μέλος του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος αναλαμβάνοντας υψηλόβαθμα πόστα (διευθυντής της εφημερίδας του κόμματος Ουνιτά από το 1947 έως το 1957, βουλευτής από το 1948 έως το 1992, πρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΙΚΚ το 1968, πρόεδρος της ιταλικής Βουλής από το 1976 έως το 1979, διευθυντής του Κέντρου Μελετών και Πρωτοβουλιών για τη Μεταρρύθμιση του Κράτους από το 1975 έως το 1992). Σε κάποια φάση του βίου του ασχολείται με την ποίηση και εκδίδει πολλές συλλογές.

Από μια τέτοια πολυσχιδή προσωπικότητα λοιπόν και με τόσο πλούσιο ιστορικό δράσης σε υψηλά κομματικά και κοινοβουλευτικά πόστα, θα περίμενε κανείς μια βαθύτερη ανάλυση των αιτιών που οδήγησαν τα πολιτικά πράγματα στη σημερινή μορφή τους  και όχι απλώς ένα γενικόλογο γνωμικό και μια προτροπή του στυλ  "οργανωθείτε,η αγανάκτηση δεν αρκεί".

Ο Ιγκράο σε αυτές τις συζητήσεις εκφράζεται περισσότερο σαν ποιητής παρά σαν πολιτικός. Δεν είναι κακό να είναι κάποιος ποιητής, το αντίθετο. Η Τέχνη είναι το αλάτι της ζωής. Το κακό είναι να θεωρείς ότι μπορείς να αλλάξεις την κοινωνία μόνο με ποιητικές εκφράσεις και φιλοσοφικά αποφθέγματα. Στην πολιτική αλλά και στη ζωντανή πραγματικότητα τα πράγματα είναι πολύ πιο πεζά και πολύ πιο περίπλοκα.

Φαίνεται  να μιλάει  εντελώς αποστασιοποιημένα και εκ του μακρόθεν για τη σημερινή αντιδραστική πολιτική πραγματικότητα, χωρίς ίχνος αυτοκριτικής, (σαν να μην έχει μερίδιο ευθύνης κι αυτός μέσα από τις ηγετικές κομματικές θέσεις που κατείχε), μια πραγματικότητα που  χαρακτηρίζεται από την μαζική αμφισβήτηση των εργατικών  κομμάτων και οργανώσεων.

Μιλάει  με τη σιωπή του και χωρίς να κάνει θόρυβο, λέει αναφερόμενος στην ποίηση του, κι έτσι εκφράζεται για την ήττα της Αριστεράς. Όμως οι μεγάλες κοινωνικές αλλαγές ποτέ δεν συντελέστηκαν με «διαστήματα σιωπής», ούτε από  ποιητές και  διανοούμενους που δεν ήταν παράλληλα και πρωτίστως επαναστάτες και μάλιστα πολύ «θορυβώδεις». Σε ευθεία αντιπαράθεση με αυτόν ο Μαγιακόφσκι, ο κατ’ εξοχήν ποιητής αλλά και ο πιο ένθερμος προπαγανδιστής της Οκτωβριανής Επανάστασης, ποτέ δεν απαίτησε κομματικό πόστο από τους Μπολσεβίκους, κατανοώντας απόλυτα το ρόλο του διανοούμενου-συνοδοιπόρου της επανάστασης. Οι πραγματικοί επαναστάτες σε όλες τις ιστορικές περιόδους ανήκαν σε μια ειδική κατηγορία ανθρώπων που διακρίνονταν από το ιδιαίτερο πάθος τους στην πάλη  για την κοινωνική αλλαγή και την ικανότητα μεταφοράς των ιδεών τους στα πλατιά στρώματα της κοινωνίας. Όπως δεν μπορούν να χαρακτηριστούν όλοι οι νομικοί Ροβεσπιέροι και όλοι οι γιατροί Τσε Γκεβάρα, με τον ίδιο τρόπο δεν μπορούν να χαρακτηριστούν και όλοι οι ποιητές επαναστάτες.

Από ένα ποιητή δεν μπορείς να ζητήσεις ευθύνες, από ένα κομμουνιστή πολιτικό όμως μπορείς. Στην περίπτωση του Ινγκράο τα πράγματα μπερδεύονται λιγάκι. Στις απαντήσεις που δίνει στη συνέντευξη αναδύεται η ποιητική του πλευρά παρ’ ότι αναφέρεται, με ένα γενικό τρόπο είναι αλήθεια, στην αναγκαιότητα του "υποκειμενικού παράγοντα" και στη μετουσίωση της αγανάκτησης σε δράση, εκφράζοντας με αυτόν τον τρόπο μια καθαρά πολιτική άποψη.

Ο Μαρξ έλεγε ότι: "Οι φιλόσοφοι μέχρι τώρα προσπάθησαν να ερμηνεύσουν τον κόσμο. Εμείς θέλουμε να τον αλλάξουμε".

Ο Ινγκράο παρουσιάζεται περισσότερο σαν φιλόσοφος παρά σαν πολιτικός. Ρίχνει μια ελιτίστικη ματιά στα πράγματα και προτρέπει την κοινωνία που αγανακτεί, με ένα θολό και νεφελώδη τρόπο, να οργανωθεί πολιτικά. Το πως και το που όμως το αφήνει στην ατομική κρίση του καθενός ή αναθέτει τη «δουλειά» αυτή σε κάποιους άλλους πολιτικούς αγγιτάτορες. Έχει όμως κανένας άλλος, σύμφωνα με τα εύσημα που κουβαλάει, τη δική του πολιτική και κομματική  εμπειρία;

Μήπως, λέμε εμείς απ’ την πλευρά μας,  τέτοιου είδους συμπεριφορές κρύβουν από πίσω τις πραγματικές αιτίες και τη ρίζα της κακοδαιμονίας που μαστίζει την σημερινή Αριστερά; Ο Ινγκράο δεν θέλει να μιλήσει με λεπτομέρειες για την ήττα. «Αρνήθηκε ρητά», ομολογεί, "να ταυτιστεί με μια επαναστατική διαδικασία υπό την έννοια ενός αγώνα που κορυφώνεται σε μια άμεση σύγκρουση και στην κατάληψη της εξουσίας, της επίθεσης ενάντια στα Χειμερινά Ανάκτορα". "Αυτό αποτέλεσε και το πρώτο σημείο καμπής γι αυτόν", αναφέρει.

Σε ένα άλλο σημείο μιλάει για ήττα του Λενινισμού, τον οποίο, όπως φαίνεται και από τα παραπάνω λεγόμενα του, στην πραγματικότητα ποτέ δεν αποδέχτηκε και ούτε επιδίωξε να τον εφαρμόσει. Συνειδητή ειρωνεία ή ασυνείδητη πολιτική σύγχιση; Δεν μπορώ να το πω. Ο Ινγκράο είτε δεν αντιλήφθηκε πραγματικά είτε δεν ήθελε να το κάνει γιατί αυτό θα αποτελούσε μια επώδυνη πραγματικά ομολογία, ότι η ήττα επήλθε πολλά χρόνια πριν, όταν ήταν περίπου 12 χρονών, και ότι σε όλη τη διάρκεια του πολιτικού του βίου απλώς διαχειριζόταν τη συγκεκριμένη  ήττα συμμετέχοντας στη διαστρέβλωση, μέσα από τις ευρωκομμουνιστικές επινοήσεις της ιταλικής Αριστεράς, της ίδιας της ουσίας της μαρξιστικής-λενινιστικής θεωρίας.

Ο Ινγκράο βρέθηκε να εκφράζει την Αριστερή Τάση του ΙΚΚ στην περίοδο μιας μακράς και ιδιότυπης δυαρχίας που λάμβανε χώρα στην Ιταλία. Η δύναμη του κινήματος και η αδιαμφισβήτητη ισχύς του κόμματος, του μεγαλύτερου κομμουνιστικού κόμματος στην Ευρώπη εκείνη την περίοδο, είχαν επιβάλλει προχωρημένες δημοκρατικές διαδικασίες και είχαν επιτρέψει να δημιουργηθούν πραγματικές σοσιαλιστικές νησίδες στην καρδιά ενός αναπτυγμένου αστικου κράτους. Όποιος έχει μελετήσει στοιχειωδώς τον Μαρξ όμως γνωρίζει ότι τέτοιες καταστάσεις δεν μπορούν να διαρκούν αιώνια, έχουν ημερομηνία λήξης με την επικράτηση της μιας ή της άλλης πλευράς.

Οι ιταλοί κομμουνιστές επέλεξαν το δρόμο του ιστορικού συμβιβασμού, όπως τον ονόμασαν, και όχι το δρόμο της κατάληψης της εξουσίας, θεωρώντας ότι η αστική τάξη θα αποδέχονταν για πάντα τη συγκεκριμένη δυαρχική τάξη κι αυτό με τη σειρά του οδήγησε, μετά την υποχώρηση και του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος, στη σημερινή κατά κράτος επικράτηση του μπερλοσκουνισμού και στη μετάλλαξη του ΙΚΚ σε μια σοσιαλδημοκρατική καρικατούρα.

Δεν είναι ξεκάθαρο  πως ακριβώς αντιμετώπισε τα πράγματα από τη θέση που κατείχε ο Ινγκράο. "Στάθηκε", όπως αναφέρει ο Μιχάλης Ψημίτης στον πρόλογο του βιβλιου, "σημείο αναφοράς ενός εσωκομματικού ρεύματος που απέδιδε εξαιρετική σημασία στη δημιουργική προσέγγιση του μαρξισμού και στα κοινωνικά κινήματα. Στάθηκε όμως ταυτόχρονα και ένα στέλεχος των κομματικών μηχανισμών, υπό την έννοια ότι λειτούργησε σε μια συντεταγμένη πορεία, ακόμα κι όταν χρειάστηκε να απομονωθούν από το κόμμα ορισμένες «αριστερές αποκλίσεις»". Θύματα μεταξύ άλλων αυτής της πολιτικής  στάσης η οποία οδήγησε στη θετική ψήφο του για διαγραφή από τις τάξεις του ΙΚΚ, ήταν ο πρόσφατα αδικοχαμένος Λούτσιο Μάγκρι, εξέχουσα προσωπικότητα της ιταλικής Αριστεράς, και η ομάδα «Μανιφέστο».

Αυτή τη στιγμή κάποιοι από την ηγεσία του πάλαι ποτέ ισχυρότερου κομμουνιστικού κόμματος στην Ευρώπη ακολουθούν το ρεύμα, μετατρεπόμενοι στους πιο φανατικούς στυλοβάτες του αστικού συστήματος και κάποιοι άλλοι σαν τον Ινγκράο «μιλούν με τη σιωπή τους».

Η επιστήμη της Διαλεκτικής διδάσκει ότι τίποτε δεν είναι τυχαίο στη ζωή. Η Αριστερά έχει συγκεκριμένες ευθύνες. Αν θέλουμε να ξαναπιάσουμε το νήμα που κόπηκε και να το ξαναενώσουμε, αλλάζοντας τη σημερινή αντιδραστική πραγματικότητα και δημιουργώντας ένα νέο υποκειμενικό παράγοντα απαλλαγμένο από στρεβλώσεις και παραμορφωτικές  επιδράσεις, καλό θα ήταν να κάτσουμε πρώτα να δούμε τι πήγε στραβά, να ανατρέξουμε στα λάθη μας, να τα αποδεχτούμε (πράγμα το οποίο είναι και το πιο δύσκολο) και να διδαχτούμε από αυτά. Μόνο έτσι θα θέσουμε στέρεες βάσεις για το επόμενο εγχείρημα και τη δημιουργία ενός  νέου,  θωρακισμένου στο μέτρο του δυνατού πολιτικά και ηθικά, υποκειμενικού παράγοντα. Γιατί πραγματικά «η αγανάκτηση δεν αρκεί». Ούτε όμως και οι γενικόλογες, χωρίς πολιτικό περιεχόμενο, προτροπές και διαπιστώσεις.

* Ο Ηλίας Μυλωνάς είναι μέλος του Κόκκινου, συνιστώσας του ΣΥΡΙΖΑ, και μέλος της Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ 3ης δημοτικής κοινότητας

Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2011

Για την αναβάθμιση της ακροδεξιάς και την αντιμετώπισή της

Melencolia 1,1514, Albrecht Dürer, via Wikimedia commons

του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

από το RedNotebook

Για την αναβάθμιση της ακροδεξιάς και την αντιμετώπισή της

1. Το ενδιαφέρον για την άνοδο της ακροδεξιάς δεν προέκυψε –και βεβαίως δεν εξαντλείται– στη συγκυρία που διανύουμε. Αφορά μια περίοδο που ξεκινάει, συμβολικά, στις αρχές του ’90 και συμπίπτει με την άνοδο της διοίκησης των ειδημόνων, της προσφιλούς μας πλέον τεχνοκρατίας. Νομίζω ότι κάπως έτσι θα μπορούσε να «διαβάσει» κανείς όσα συμβαίνουν σήμερα με τον Παπαδήμο, τον Μόντι και την αναπάντεχη αναβάθμιση της καθ’ ημάς ακροδεξιάς: ως επιστέγασμα των πολιτικών «ηθών» του ’90.

2. Ας το δούμε πιο αναλυτικά. Η δεκαετία του ‘90 είναι μια εποχή που το κοινωνικό ζήτημα θεωρείται λήξαν και που η «ύλη» της κεντρικής πολιτικής σύγκρουσης περιορίζεται στη λεγόμενη «μεταϋλιστική-δικαιωματική ατζέντα» και τις κατηγορίες περί ηθικής. Εντελώς σχηματικά, την έναρξη αυτής της δεκαετίας σηματοδοτεί η επαναπολιτικοποίηση της Εκκλησίας στο Μακεδονικό, το δε τέλος της συμπίπτει με τις λαοσυνάξεις του Αρχιεπισκόπου για τις ταυτότητες. Είναι η περίοδος που η ακροδεξιά έχει την ευκαιρία να ανασυγκροτηθεί, να διαμορφώσει μια ατζέντα πέραν του πολιτειακού και να την υποστηρίξει με όρους κοινωνικού κινήματος. Αν αναζητούσαμε ένα στιγμιότυπο που να αποδίδει ανάγλυφα το κλίμα εκείνης της περιόδου, το ιδανικό θα ήταν ένα τηλεπαράθυρο όπου ο Θόδωρος Μαργαρίτης τσακώνεται με τον Βορίδη για το δικαίωμα των αλλοδαπών μαθητών να κρατούν στις παρελάσεις την ελληνική σημαία. Όσο κι αν τέτοιου είδους συγκρούσεις δεν ήταν άνευ σημασίας –αντίθετα, διέθεταν ένα αξιακό περιεχόμενο που καλώς υπερασπιζόταν η αριστερά–, εντούτοις ορίζονταν (από) και όριζαν έναν χώρο πολύ στενό για να μπορούν να συζητηθούν τα κυρίως πολιτικά διακυβεύματα· στον περιορισμένο αυτό χώρο, ό, τι θα λέγαμε «κοινωνικό ζήτημα», με την πολυπλοκότητά του και στις ευρωπαϊκές του διαστάσεις, έμενε εκτός συζήτησης. Με αυτό θα ασχολούνταν αποκλειστικά οι «ειδικοί»: ο καθηγητής Σπράος, ο καθηγητής Γιαννίτσης, οι καθηγητές Παπαντωνίου, Χριστοδουλάκης και Σημίτης.

3. Το ίδιο συνέβαινε και με τα άλλα θέματα της «νόμιμης» πολιτικής ατζέντας, όπως ας πούμε η περίφημη «διαπλοκή». Σε όλη τη δεκαετία του ’90, η διαφθορά και η διαπλοκή κατείχαν κεντρικές θέσεις στο καθημερινό πολιτικό λεξιλόγιο και στη δημόσια αντιπαράθεση. Έγιναν –κι ακόμα είναι– το αγαπημένο θέμα των ακροδεξιών στην Ελλάδα και στην Ευρώπη  [1], αφού χρησιμοποιήθηκαν επανειλημμένα ως «χαρτί» της κεντροδεξιάς εναντίον της κεντροαριστεράς και αντιστρόφως. Όλα αυτά, όμως, υπό τον όρο της αποπολιτικοποίησης και ηθικοποίησής τους – της αποσύνδεσής τους, δηλαδή, από την κοινωνική συνθήκη που τα καθιστούσε εφικτά: τη συρρίκνωση του δημόσιου χώρου χάριν του ιδιωτικού κέρδους. Πρόκειται για διεργασία που σήμερα αποθεώνει το περίφημο fast-track, σχετικοποιώντας αφόρητα το χάσμα νομιμότητας και ηθικής.

4. Κατά τη δεκαετία του ’90 λοιπόν, και στο φόντο που προσπάθησα να περιγράψω, σημειώνεται η άνοδος της εκλογικής επιρροής της ακροδεξιάς πανευρωπαϊκά. Ο «μηχανισμός» της ανόδου, με άλλα λόγια, δεν πρέπει να αναζητηθεί στην οικονομική κρίση των τελών του ’70 ή την αύξηση των ροών μετανάστευσης από την ασιατική Ανατολή προς την Ευρώπη, αλλά στην επικράτηση των ιδεών της νεοσυντηρητικής δεξιάς σ’ ένα ευρύ τμήμα του πολιτικού φάσματος (Κίτσελτ). Η ακροδεξιά κατηγορεί την κατεστημένη δεξιά ότι δεν είναι πραγματική δεξιά, ότι υποκύπτει στην ιδεολογική κυριαρχία της αριστεράς· αμφισβητεί, με τους όρους ενός στελέχους του ΛΑΟΣ, «την ηθική δειλία της αστικής τάξης απέναντι στην αριστερά», δίνοντας μάχες για την ιδεολογική ηγεμονία. Είναι υπ‘ αυτό το πρίσμα που πρέπει να κατανοηθεί η συμπερίληψη του ΛΑΟΣ στην κυβέρνηση Παπαδήμου. Διόλου αναγκαία καθαυτή, η κίνηση προδίδει μια προσπάθεια εργαλειοποίησης της ακροδεξιάς με στρατηγικό χαρακτήρα, προκειμένου η αριστερά -ο de facto δεύτερος πόλος, ως μείζων κοινωνική αντιπολίτευση- να μην μπορέσει να καρπωθεί την πολιτική κρίση και να στερηθεί ζωτικό ιδεολογικο-πολιτικό χώρο: η συζήτηση περί συνταγματοποίησης της εθνικής σωτηρίας στο ιδεολογικό έδαφος μιας νέας ευρω-εθνικοφροσύνης είναι, νομίζω, ενδεικτική. Κάπως έτσι, το πλάνο που αποτυπώνει το πνεύμα αυτής εδώ της περιόδου (όσο και την απόλυτη μείωση της απόστασης μεταξύ των πάλαι ποτέ ανταγωνιστών…), είναι πλέον άλλο: ο Λοβέρδος καταγγέλλει τον «σοβιετικό» γιατρό της μιας εγχείρησης την εβδομάδα, και την ίδια στιγμή ο Καρατζαφέρης θέτει το δίλημμα της περιόδου με τον πρωτογονισμό του συγκαιρινού μας μεσαίου χώρου: «ευρωπαϊσμός ή κομμουνισμός».

5. Είναι νομίζω φανερό από τα παραπάνω: όπως παλιά δεν θα καταλαβαίναμε τι συμβαίνει με την ακροδεξιά αν μέναμε στην ταύτισή της με την οικονομική κρίση, έτσι και σήμερα δεν θα καταλάβουμε τίποτα αν θεωρούμε την εκλογική της επιρροή ως τον απόλυτο δείκτη για τη σοβαρότητα του κινδύνου που εκπροσωπεί.

* Μέχρι τις αρχές του ’80, τα ακροδεξιά κόμματα που συμμετέχουν στα εθνικά κοινοβούλια ή το Ευρωκοινοβούλιο δεν είναι παρά μόνο έξι, η δε εκλογική τους δύναμη βρίσκεται, κατά μέσο όρο, κάτω του 5%. Στα μέσα του ’90 μιλάμε πια για 15 κόμματα, ενώ προς το τέλος του ’90 η μέση εκλογική δύναμη της ακροδεξιάς φτάνει το 9.73%. Πρόκειται, όπως είναι φανερό, για μια άνοδο σε εποχές «ευμάρειας» και όχι κρίσης.

* Το σημερινό πολιτικό ενδιαφέρον για την ακροδεξιά δεν σχετίζεται με τις εκλογικές της επιτυχίες, καθώς αυτές παραμένουν κάτω του αναμενόμενου  [2].

6. Το κρίσιμο, λοιπόν, σήμερα είναι το αποτύπωμα που αφήνει η ακροδεξιά στην ηγεμονία - στις απόψεις που κυριαρχούν στη δημόσια συζήτηση και στο εύρος των απόψεων που θεωρούνται συζητήσιμες [3] . Με άλλα λόγια: η ατζέντα του «αυτονόητου» που συνδιαμορφώνει εν μέσω πολιτικής κρίσης, αξιοποιώντας και εμβαθύνοντας τάσεις που έχει καταστήσει αυτονόητες η μέχρι πρότινος κρατική διαχείριση, καθώς κινείται προς το δεξιό άκρο: ζητήματα νόμου-τάξης, αντιμετανάστευσης και εθνικής ταυτότητας.

Η ενίσχυση λοιπόν της ακροδεξιάς πρέπει, νομίζω, να κατανοηθεί ως αποτέλεσμα αυτής της διπλής κίνησης: του δικού της εκσυγχρονισμού και ταυτόχρονα του εξτρεμισμού του πολιτικού κέντρου, μιας τάσης που εντείνεται εν μέσω οικονομικής κρίσης. Σε άρθρο του που φιλοξενεί το τρέχον τεύχος του περιοδικού transform, ο Ζαν-Ιβ Καμί επισημαίνει τις μετατοπίσεις αυτές, εστιάζοντας ακριβώς στη συνάντηση δεξιών λαϊκιστών και ριζοσπαστών ξενοφοβικών [4] .

7. Αναφερθήκαμε στην ύλη, τους πολιτικούς «συμπαίκτες» και τις ευκαιρίες που επιτρέπουν την άνοδο της ακροδεξιάς, θεωρώντας ότι ο βολονταρισμός της τελευταίας ή το «χάρισμα» του αρχηγού και των στελεχών της μάλλον περιγράφουν και λιγότερο εξηγούν. Ενδιαφέρουσα, κοντά στα προαναφερθέντα, είναι και η μεθοδολογία της. Η ακροδεξιά πολιτεύεται οικειοποιούμενη φιλελεύθερες-πλουραλιστικές αξίες για να τις διαστρέψει (π.χ. αντιισλαμισμός στο όνομα των δικαιωμάτων), επικαλούμενη τη λαϊκή κοινή λογική ώστε τελικά να εμποδίσει την είσοδο των πολλών στο προσκήνιο (το παράδοξο των ακροδεξιών ιδεολογιών…), «ρυμουλκώντας» την κατεστημένη δεξιά και, κυρίως, βραχυκυκλώνοντας την αριστερά. Εξίσου σημαντικό: διαμορφώνοντας κλίμα και αφήνοντας χώρο για μια άμεσα βίαιη («αποτελεσματική»[5] ) ακροδεξιά σκηνή, ώστε να διεκδικήσει εκείνη την υλοποίηση των αιτημάτων που η «θεσμική» ακροδεξιά αδυνατεί να καλύψει, για όσο τουλάχιστον επιδιώκει τη συμπερίληψή της στο «μεσαίο χώρο», το χώρο της κρατικής διαχείρισης. Με άλλη διατύπωση: η άλλη όψη της μάχης για την ηγεμονία που δίνει η εκσυγχρονισμένη ακροδεξιά είναι η βία των πιο αρχαϊκών (αλλά αποδεδειγμένα συμβατών με τον ΛΑΟΣ) εκδοχών της. Κοινός παρονομαστής των δύο, ο αντικομφορμισμός της «Νέας Ειλικρίνειας»: η προώθηση της ατζέντας «χωρίς κόμπλεξ», όπως συνηθίζουν να λένε οι εκπρόσωποί της, συχνά μαξιμαλιστικά, και σε αντίστιξη με μια στάση πολιτισμικής ελίτ που συχνά υιοθετεί η Αριστερά.

8. Όποια κι αν είναι η ύλη, η μεθοδολογία και οι ευκαιρίες, κάθε επιτυχία της ακροδεξιάς προϋποθέτει τη συνέργεια οργανωμένων δυνάμεων: η πολιτική δεν εξαντλείται στο λόγο ή τη μακιαβελική fortuna. Η ώσμωση έτσι με την παραδοσιακή δεξιά, από την οποία προέρχεται ο ΛΑΟΣ, είναι ένα από τα βασικά «κλειδιά» για την ερμηνεία της μέχρι τώρα επιτυχίας του. Η ώσμωση αυτή αποτυπώνεται στην «επικοινωνία» της εκλογικής βάσης των δύο κομμάτων. Ενώ, λοιπόν, μέχρι το 2007 υπάρχει μια δυναμική που δείχνει συμβατή την άνοδο του ΛΑΟΣ με την παραμονή της ΝΔ στην κυβέρνηση, την τελευταία διετία βλέπουμε ότι η σταθεροποίηση του ΛΑΟΣ σημαίνει μείωση των ψηφοφόρων της ΝΔ – ψηφοφόρων τόσο αστικής όσο και λαϊκής προέλευσης. Είναι ακριβώς γι’ αυτό που η κοινωνική βάση του ΛΑΟΣ συνδυάζει και τις δύο εκπροσωπήσεις.

Η ΝΔ έχει επίγνωση αυτής της συνθήκης και επιχειρεί να την αντιμετωπίσει α) «ριζοσπαστικοποιώντας» την ταυτοτική ατζέντα της (π.χ. στα «εθνικά») και οξύνοντας τον αντιμεταναστευτικό της λόγο και την ατζέντα νόμου και τάξης (βλ. όρους για συγκυβέρνηση και ν/σ για το άσυλο), αλλά και β) προσπαθώντας, όσο επιτρέπεται σε ένα κόμμα της κρατικής διαχείρισης, να περισώσει κοινωνικές αναφορές.

Τα προαναφερθέντα εικονογραφούν, νομίζω, τη σοβαρότητα του κινδύνου που εκπροσωπεί η εκσυγχρονισμένη ακροδεξιά [6]: Ανεξαρτήτως της εκλογικής της επιρροής, κι ενώ η ίδια αποτελεί προϊόν μιας πολιτικής κρίσης, συνιστά ταυτόχρονα και όρο όξυνσης της κρίσης αυτής. Κι αυτό γιατί α) επιδεινώνει την κρίση εκπροσώπησης στην επιδίωξή της να μπει στο κάδρο της κρατικής διαχείρισης, β) αφήνοντας χώρο στην «κινηματική» ακροδεξιά να καταγγέλλει και -κυρίως- να δρα και γ) «μεταγγίζοντας» τα ταυτοτικά στοιχεία της ατζέντας της στα κυρίαρχα κόμματα, καθώς τα τελευταία επιχειρούν να περιφρουρήσουν την εκλογική τους βάση. Αυτή η συνθήκη αποβαίνει σε τελική ανάλυση σε βάρος της αριστεράς, τα όρια της οποίας αναγκαστικά περιστέλλονται. Δημιουργείται, με άλλα λόγια, ένα πεδίο όπου η αριστερά μοιάζει αδύνατο να δώσει ιδεολογικές μάχες: το έχουν κάνει νωρίτερα η ακροδεξιά και, διά της τεθλασμένης, τα κόμματα του κράτους. Σε ό, τι αφορά τον ΛΑΟΣ, του επιτρέπει προοπτικά να διεκδικήσει καλύτερο ρόλο σε ένα σχέδιο ενοποίησης της «δεξιάς πολυκατοικίας»: αυτό προκύπτει εξάλλου, τόσο από την πρόσφατη διαρροή των Wikileaks, όσο και από τη φανερή επίδραση που ασκεί σε στελέχη του ΛΑΟΣ η πολιτική του γαλλικού ακροδεξιού θινκ τανκ Club de l’ Ηοrloge (επιδίωξη της ένωσης δεξιάς-ακροδεξιάς στο έδαφος του οικονομικού φιλελευθερισμού και του πολιτισμικού συντηρητισμού).

9. Στο σημείο αυτό αναδεικνύεται, κατά τη γνώμη μου, η κρισιμότητα μιας προσέγγισης της ακροδεξιάς σε αναφορά με το κράτος και τις κοινωνικές τάξεις, αντί της εύκολης –και ερμηνευτικά άγονης– προσφυγής στην ετικέτα του «λαϊκισμού», που δεν αφήνει περιθώριο ανάλυσης της ηγεμονίας. Στην πραγματικότητα δεν λέμε τίποτα σημαντικό όταν λέμε ότι κάποιος είναι λαϊκιστής: η επίκληση μιας ομάδας μη προνομιούχων που θα «αλλάξει τα πράγματα» αφορά κάθε πολιτικό δρώντα (Λακλάου). Καταφεύγοντας στο λαϊκισμό, συσκοτίζουμε το γεγονός ότι ο ΛΑΟΣ διευρύνει την επιρροή του όχι προς την πλευρά των λαϊκών στρωμάτων, αλλά προς τους ήδη εξασφαλισμένους [7].

Αξίζει να σταθούμε εδώ λίγο πιο αναλυτικά. Η επιτυχία του ΛΑΟΣ έγκειται στην μέχρι πρότινος δυνατότητά του να συστεγάζει τις τρεις επιμέρους οικογένειες της ακροδεξιάς, να είναι δηλαδή «κόμβος» της ελληνικής ακροδεξιάς· ένας κόμβος που αξιοποιεί τα ΜΜΕ (Συγκροτήματα Αλαφούζου και Λαμπράκη, λάιφστάιλ έντυπα και εκπομπές), προσβάσεις στον κρατικό μηχανισμό (ενδεικτική η περίπτωση Κοραντή), αλλά και την τακτική των κυρίαρχων κομμάτων για να ξεπεράσουν την κρίση τους. Ενώ όμως η πολιτική κρίση έφτασε μέχρι και τη συμπερίληψή του στην κυβέρνηση Παπαδήμου, η δυνατότητα του ΛΑΟΣ να παραμείνει «κόμβος» της ακροδεξιάς αμφισβητείται σήμερα, λόγω της γενικής στάσης του απέναντι στην κρίση.

Αν κάτι πρέπει να επισημανθεί λοιπόν στη συγκυρία αυτή, είναι η αλλαγή παραδείγματος της βασικής εκδοχής της ελληνικής ακροδεξιάς: η μετάβαση από τον εθνικο-λαϊκισμό στον εθνικοφιλελευθερισμό, από την «κοινωνία» (έστω και με όρους προνοιακού σωβινισμού) ακόμα βαθύτερα στο κράτος. Εθνική πρόσληψη της κρίσης, μονεταριστικός φιλελευθερισμός, φιλελευθερισμός χωρίς κοινωνικό συμβόλαιο – αυτά είναι τα εργαλεία «αντιμετώπισης» της κρίσης και ανάδειξής της σε ευκαιρία πολιτικού αποστιγματισμού του ΛΑΟΣ, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει με πολλές επιτυχημένες εκδοχές της ακροδεξιάς στην Ευρώπη [8] .

Για όλους αυτούς τους λόγους, σήμερα περισσότερο από ποτέ δεν έχουμε λόγο να μιλάμε για «λαϊκισμό» αναφερόμενοι στην ακροδεξιά. Η υποχώρηση του ΛΑΟΣ από αυτό που οι «αντιλαϊκιστές» εννοούν ως λαϊκισμό, έχει κοστίσει στο κόμμα εκλογικά (πτώση στο 4.6% στις δημοτικές), ενισχύοντας την ακροδεξιά σκηνή (Χρυσή Αυγή), οδηγώντας ήδη στη δημιουργία άλλης οργάνωσης (Εθνικό Μέτωπο) και εντείνοντας την κρίση αντιπροσώπευσης. Χρειάζεται να το επισημάνουμε: τόσο στην Ελλάδα, όσο και πανευρωπαϊκά  [9], ακροδεξιά κόμματα σαν τον ΛΑΟΣ δεν έλκουν τα «θύματα του εκσυγχρονισμού», αλλά κι αυτούς που πάσχουν από την «πικρία της επιτυχίας», και δεν θέλουν να μοιραστούν τίποτα και με κανέναν.

10. Η κοινωνική έδραση της ακροδεξιάς που προσπάθησα να περιγράψω, έδειξε και τα όρια της δυνατότητάς της να συγκροτείται ως κοινωνικό κίνημα: το μαρτυρούν τα τεκταινόμενα στην πλατεία Συντάγματος και το παραδέχονται δημόσια οι ιστοσελίδες του χώρου. Το συμπέρασμα σαφές: όσο ευχάριστοι κι αν ηχούν στα αυτιά πολλών οι ξενόφοβοι φιλιππικοί της, η ελληνική ακροδεξιά οφείλει περισσότερα πια στους δεσμούς της με το κράτος, εξαρτάται περισσότερο από τις πολιτικές ευκαιρίες που τις προσφέρουν τα κυρίαρχα κόμματα και τα ΜΜΕ, παρά επωφελείται από δομημένους κοινωνικούς δεσμούς με λαϊκά στρώματα στη βάση του συνολικού της προγράμματος (άσχετα αν οι διαρκείς προσαρμογές, ο παρασιτισμός και ο μεταμορφισμός της μας επιτρέπουν να ισχυριστούμε ότι διαθέτει όντως ένα τέτοιο πρόγραμμα).

11. Μήπως τα παραπάνω σημαίνουν ότι ο ΛΑΟΣ είναι πια μια δύναμη του πολιτικού συστήματος όπως οι άλλες; Κάθε άλλο παρά αυτό: Μια τέτοια στάση θα κανονικοποιούσε ένα φαινόμενο ανωμαλίας, όπως είναι η γέννηση του ΛΑΟΣ και η συμμετοχή του στην παρούσα κυβέρνηση. Αυτό που υπαινίσσονται όσα προανέφερα είναι η ανάγκη να επαναπροσδιορίσουμε σε τι ακριβώς έγκειται η ανωμαλία με την ακροδεξιά, άρα με ποιους και σε τι έδαφος θα αντιμετωπιστεί. Το 2011 δεν είναι το ’90, στο βαθμό που το κοινωνικό ζήτημα δεν μπορεί πια να κρυφτεί κάτω απ’ το χαλί ή να μεταμορφωθεί σε πολιτισμικό – τουλάχιστον όχι με την ευκολία εκείνης της εποχής. Για το λόγο αυτό, η μάχη απέναντι στην ακροδεξιά δεν μπορεί να δίνεται με τους όρους εκείνης της εποχής – δεν μπορεί δηλαδή η αριστερά να περιορίζεται στο ρόλο του καλύτερου φιλελεύθερου. Αν μεταμορφωθεί σε συνεπή φιλελεύθερη δύναμη αδιαφορώντας για την πολιτικοποίηση των παθών (τομέα όπου διαπρέπει η ακροδεξιά), αν μείνει στο εργαλείο (ΛΑΟΣ) χάνοντας από το πεδίο της την εργαλειοποίηση, τους φορείς και τους στόχους της, αν αδιαφορήσει για την κοινωνική διαθεσιμότητα υπέρ της πραγματικής δημοκρατίας και κατά του Μνημονίου, κι αν τελικά περιστείλει τον πολιτικό της ορίζοντα, υποκύπτοντας στην περισταλτική στρατηγική που καλείται να αντιμετωπίσει, τότε δεν θα μπορεί ούτε καν να πιέσει τους φιλελεύθερους που σήμερα εκστασιάζονται με τη σοβαρότητα του κ. Παπαδήμου. Δεν παραείναι, όμως, μίζερο ως προοπτική το δίλημμα «Βορίδης ή Διαμαντοπούλου»;

Το κείμενο στηρίζεται στην παρουσίαση της ελληνικής έκδοσης του ευρωπαϊκής επιθεώρησης transform, που συνδιοργάνωσαν το Ινστιτούτο Πουλαντζάς και τα «Ενθέματα» της Κυριακάτικης Αυγής στις 25.11.2011

____________________

Σημειώσεις

[1]  Ενδιαφέρουσα εδώ είναι μια πρόσφατη έρευνα του Demos: Jamie Bartlett, Jonathan Birdwell, Mark Littler (2011), The New Face of Digital Populism, διαθέσιμη εδώ: [http://www.demos.co.uk/publications/thenewfaceofdigitalpopulism]
[2]  Η οικονομική κρίση δεν σημαίνει αυτομάτως και εκλογικά οφέλη για την άκρα δεξιά. Το BNP (Βρετανία) είναι στο 1,3%, οι καταγραφές της ακροδεξιάς στην Ισπανία και την Πορτογαλία είναι περιθωριακές, οι σχηματισμοί στην Πολωνία βραχύβιοι, το ισχυρό βελγικό Βλάαμς Μπλοκ έχει χάσει τη μισή του δύναμη (είναι στο 7.76%), ενώ η ακροδεξιά χάνει έδαφος επίσης στη Βουλγαρία, τη Δανία (12,4%, τρίτη δύναμη) και τη Νορβηγία (11.4 στις φετινές τοπικές εκλογές, αλλά ακόμα τρίτη δύναμη). Την ίδια στιγμή, εντυπωσιακές είναι οι καταγραφές στη Φινλανδία (19.1%, 3η δύναμη), την Ουγγαρία (16.67, τρίτη δύναμη), την Ολλανδία (15,5%, τρίτη δύναμη) και την Αυστρία (17.54%, τρίτη δυναμη).
[3]  Το παράδειγμα του ουγγρικού Jobbik είναι το πιο εύγλωττο. Με 16.7% και 855.000 ψήφους και παραστρατιωτική δομή, το Jobbik έχει αφήσει ίχνος στη δημόσια ζωή πολύ νωρίτερα από την εκλογική του εκτίναξη: στους νόμους για τα ΜΜΕ, το εκπαιδευτικό σύστημα, τη διοίκηση, αλλά και το Πανεπιστήμιο, όπου σημειώνονται μαζικές πολιτικές εκκαθαρίσεις διαφωνούντων. Βλ. Γ. Τάμας, «Η ουγγρική καταστροφή», transform, Σεπτέμβριος 2011, [http://rednotebook.gr/details.php?id=4001]
[4]  Ζαν-Ιβ Καμύ, «Νέες όψεις της ριζοσπαστικής δεξιάς», transform [http://www.transform-network.net/el/periodiko/teychos-072010/arthra/nees-opseis-tis-rizospastikis-dexias.html]
[5]  Συνηθίζουμε συχνά να αποδίδουμε την ενίσχυση της ακροδεξιάς στην υπερπροβολή της από τα ΜΜΕ. Όσο κι αν η εμπειρία στην Ελλάδα, τη Γαλλία, την Ολλανδία και αλλού συνηγορεί ως προς αυτό, η στάση των ΜΜΕ δεν αποτελεί ερμηνεία για τα πάντα. Η επιτυχία της Χρυσής Αυγής στο Δήμο Αθηναίων κάθε άλλο παρά σχετιζόταν με ευνοϊκή μεταχείριση από τα ΜΜΕ, γιατί το θέμα εκεί ήταν η αποτελεσματικότητα: «όσα οι άλλοι υπόσχονται, η Χ.Α τα υλοποιεί».
[6]  Δεδομένου ότι η συμπερίληψη του ΛΑΟΣ στην ακροδεξιά εγείρει (ακόμα…) ενστάσεις, και καθώς η ετερογένεια κάθε κόμματος της ακροδεξιάς δημιουργεί κατά παράδοση επιφυλάξεις και συγχύσεις, έχει σημασία να θυμίσουμε εν παρόδω ότι παρά το μεταμορφισμό και τη φαινομενική αντίσταση των ακροδεξιών σχηματισμών στη …συμβολοποίηση/κατηγοριοποίηση, η ακροδεξιά μπορεί να μελετηθεί ως αυτοτελές αντικείμενο. Ο Ιgnazi θέτει, εδώ, ένα τριπλό κριτήριο. Ακροδεξιό κόμμα είναι αυτό που: α) τοποθετείται στα δεξιά του πολιτικού φάσματος σε τέτοιο βαθμό ώστε κανένα άλλο να μην είναι πιο δεξιά από αυτό· β) εκφράζει έναν αξιακό-ιδεολογικό δεσμό με τις αρχές και τη μυθολογία του ιστορικού φασισμού (μελετώντας π.χ. την οργάνωση του ΛΑΟΣ, η εγγυημένη από το καταστατικό παντοδυναμία του ηγέτη και η πρόβλεψη για διορισμό δημοσίων υπαλλήλων και εμπόρων στην Κεντρική του Επιτροπή παραπέμπουν αμφότερες στο Μεσοπόλεμο) και γ)  εκφράζει πεποιθήσεις που υπονομεύουν το πολίτευμα (π.χ. αντικομματισμός). Οι Mudde, Eatwell και Hainsworth, από την άλλη, θεωρούν ακροδεξιό ένα κόμμα που πληροί τέσσερις ιδεολογικές «προϋποθέσεις»: τον εθνικισμό, το ρατσισμό, την απόρριψη της δημοκρατίας και ένα αίτημα για ισχυρό -παρεμβατικό κοινωνικά ή/και κατασταλτικό- κράτος. Στα συμφραζόμενα αυτά, τέλος, ο Payne διακρίνει τρεις επιμέρους «οικογένειες»: α) την παραδοσιακή-συντηρητική (στα καθ’ ημας: λαϊκή δεξιά-βασιλόφρονες: ελεύθερη αγορά με ισχυρή κρατική παρέμβαση, πίστη στη δημοκρατία, αλλαγή πολιτεύματος διά του κοινοβουλίου, χριστιανισμός), β) τη ριζοσπαστική (προσκόλληση στις οικονομικές ελίτ, πίστη στη δημοκρατία, αλλαγή πολιτεύματος διά του κοινοβουλίου, χριστιανισμός) και  γ) την εθνικοσοσιαλιστική-νεοφασιστική (μορφές σοσιαλισμού-κορπορατισμού, αντισυστημική, παγανιστική). Αν και αφορούν τα καθεστώτα του μεσοπολέμου, οι διακρίσεις καλύπτουν στο έπακρο τη σύγχρονη άκρα δεξιά – και βεβαίως αφορούν τον ΛΑΟΣ.
[7]  Μέση τιμή επιρροής του ΛΑΟΣ στις υψηλές κ/ε περιοχές το 2007: 5.2% και το 2009: 8.4%. Αντίστοιχες τιμές στις χαμηλές κ/ε: 2007:5.7% και 2009: 7.7%, Συλλογικό (2011), Η Κοινή Γνώμη στην Ελλάδα 2008-2010: Βουλευτικές & Περιφερειακές Εκλογές, Πολιτικά Κόμματα, Πολιτική Επικοινωνία, Πολιτισμικές Πρακτικές, Σαββάλας: Αθήνα
[8]  Η «απείθαρχη» πραγματικότητα της ακροδεξιάς εκφράζεται σήμερα στις πολλαπλές τοποθετήσεις της όσον αφορά την κρίση. Ο αντιευρωπαϊσμός («αποπαγκοσμιοποίηση», σύμφωνα με την τρέχουσα αργκό στη Γαλλία) και ο αντικαπιταλισμός της Μαρίν Λεπέν (κατ’ ουσίαν προνοιακός σωβινισμός: κράτος πρόνοιας μόνο για Γάλλους…), αλλά και αντίστοιχες θέσεις των Αληθινών Φινλανδών, απέχουν μακράν από το νεοφιλελευθερισμό του ΛΑΟΣ, όσο κι αν ο τελευταίος διατηρεί στο ακέραιο μια ατζέντα identity politics – είτε για να πιέζει τα κόμματα του κέντρου, είτε ως «γέφυρα» με τη λαϊκή δεξιά, πολιτική και «κινηματική».
[9] Καρλ Μαρς, «Η περίπτωση των Αληθινών Φινλανδών», transform [http://www.transform-network.net/en/journal/issue-082011/article/i-anodos-toy-dexiostrofoy-laikismoy-stin-filandia-i-p.html]