Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2011

Χορός του θανάτου

By Tanaeous (Own work) [ CC-BY-SA-3.0 , via Wikimedia Commons]
 
Η μάσκα. Δείτε τη μάσκα.
πώς έρχεται απ' την Αφρική στη Νέα Υόρκη.


Πάνε τα πιπερόδεντρα,
και τα μικρά του φώσφορου μπουμπούκια.
Πάν’ οι καμήλες με τη ξεσκισμένη σάρκα
και οι κοιλάδες του φωτός που ο κύκνος
με το ράμφος του στα ύψη κουβαλούσε.

Ήταν η ώρα των πραγμάτων των ξερών:
του αγκαθιού στο μάτι και του γάτου του φυλλωτού,
της οξείδωσης του σίδερου των μεγάλων γεφυρών
κι η οριστική σιωπή των φελλών.

Ήτανε η μεγάλη σύναξη των πεθαμένων ζώων
των σουβλισμένων στα σπαθιά του φωτός.
Η αιώνια ευθυμία του ιπποπόταμου με τις οπλές της στάχτης
και της γαζέλας μ’ έναν αμάραντο μες στο λαιμό.

Στην μαραμένη χωρίς κύμα μοναξιά
χόρευε η χαρακωμένη μάσκα.
Το ένα μισό του κόσμου ήτανε από άμμο,
τ' άλλο μισό από υδράργυρο και ήλιο κοιμισμένο.

Η μάσκα. Δείτε τη μάσκα!
Άμμος, καϊμάν και φόβος πάνω απ’ τη Νέα Υόρκη.


Φαράγγια από ασβέστη φυλάκιζαν τον άδειο ουρανό
όπου αντηχούσαν οι φωνές εκείνων που πεθαίνανε κάτω απ’ το γουανό.
Ένας ουρανός καθάριος και αγνός, ταυτόσημος με τον εαυτό του,
με το χνούδι και τον κρίνο τον οξύ των αόρατων βουνών του,

αποτέλειωσε τους πιο ισχνούς μίσχους του τραγουδιού
και χάθηκε στην πακεταρισμένη πλημμυρίδα των χυμών,
δια μέσου της ανάπαυσης των έσχατων κατατομών
σηκώνοντας με την ουρά κομμάτια από καθρέφτη.

Κι ενώ ο Κινέζος έκλαιγε επάνω στη σκεπή
χωρίς το γυμνό της γυναίκας του σώμα να βρει,
κι ο μάνατζερ της τράπεζας παρατηρούσε το μανόμετρο
που μετράει του χρήματος την σκληρή σιωπή,
η μάσκα έφθανε στη Γουώλ Στρήτ.

Δεν είν' παράξενος για το χορό
αυτός ο περιστερεώνας που κάνει το μάτι ωχρό.
Απ' τη σφίγγα στα βόλτα της τράπεζας υπάρχει ένα νήμα τεντωμένο
που διαπερνά, όλων των φτωχών παιδιών την καρδιά.
Η πρωτόγονη ορμή χορεύει με τη μηχανική ορμή
ανυποψίαστες κι οι δυο μες στη φρενίτιδά τους για το φως τ' αυθεντικό.
Γιατί αν οι ρόδες τον τύπο τους ξεχάσουν
θα μπορούν να χορεύουν γυμνές με αλόγων ορδές,
κι αν μια φλόγα τα παγωμένα σχέδια κάψει
ο ουρανός μπρος στην οχλοβοή των παραθύρων θα πρέπει να το σκάσει.

Το μέρος αυτό δεν είν’ παράξενο για το χορό. Πρέπει ξανά να το πω.
Η μάσκα θα χορέψει ανάμεσα σε στήλες αίματος και αριθμών,
ανάμεσα σε θύελλες χρυσού και οιμωγές ανέργων εργατών
που θα ουρλιάζουν, νύχτα σκοτεινή, για τη δίχως φώτα δική σου εποχή.
Ώ, βάρβαρη του Βορρά Αμερική! Ώ, αδιάντροπη! Ώ, βάρβαρη του Βορρά!
Απλωμένη απ’ άκρου σ’ άκρο στις επάλξεις του χιονιά.

Η μάσκα. Δείτε τη μάσκα!
Τι κύμα λάσπης και πυγολαμπίδων πάνω απ' τη Νέα Υόρκη.


Ήμουνα στην ταράτσα παλεύοντας με τη σελήνη.
Σμήνη από παράθυρα κάνανε κόσκινο έναν απ' τους μηρούς της νύχτας.
Στα μάτια μου πίναν οι αγελάδες οι γλυκές των ουρανών
κι οι αύρες των μακρόσυρτων κουπιών
χτύπαγαν τα σταχτιά κρυστάλλινα παράθυρα του Μπρόντγουαιη.

Η στάλα του αίματος αναζήταγε το φως από τον κρόκο τ' άστρου
να καμωθεί πως ήτανε σπόρος νεκρός του μήλου.
Ο αγέρας απ' τα πεδινά, σπρωγμένος από τους βοσκούς
έτρεμε απ' το φόβο του σαν το μαλάκιο γυμνό δίχως το κέλυφός του.

Όμως δεν είναι οι νεκροί εκείνοι που χορεύουν.
Ναι, είμαι σίγουρος γι αυτό.
Είν' βυθισμένοι οι νεκροί στο σπάραγμα των ίδιων των χεριών τους.
Είναι οι άλλοι που χορεύουν με τη μάσκα και τη βιόλα της.
Είναι οι άλλοι, οι μέθυσοι του χρήματος, οι άνθρωποι οι ψυχροί,
αυτοί που κοιμούνται στο σταυρό των μηρών και των σκληρών φλογών,
αυτοί που το σκουλήκι ψάχνουνε στο τοπίο των σκαλιών
αυτοί που στην τράπεζα πίνουνε δάκρυα πεθαμένου κοριτσιού
αυτοί που τρώνε στις γωνιές πυραμιδάκια της αυγής.

Να μη χορέψει ο Πάπας!
Όχι, να μη χορέψει ο Πάπας!
Ούτε ο Βασιλιάς,
Ούτε ο μεγιστάνας με τα μπλε τα δόντια,
Ούτε οι χορεύτριες οι ξερές των καθεδρικών ναών,
Ούτ' εργολάβοι ή τρελοί, σμαράγδια ή σοδομίτες.
Μόνο αυτή η μάσκα.
Αυτή η μάσκα του αρχαίου πυρετού της οστρακιάς
Μόνο αυτή η μάσκα!

Κι οι κόμπρες να συρίζουνε στους έσχατους ορόφους
Και οι τσουκνίδες να κουνάν ταράτσες και αυλές.
Και το Χρηματιστήριο μια μουχλιασμένη πυραμίδα να γενεί.
Και να 'ρθει άγρια βλάστηση μετά τις καραμπίνες
Και τώρα σύντομα και ξαφνικά, αμέσως τώρα.
Αχ, Γουώλ Στρήτ!

Η μάσκα. Δείτε τη μάσκα!
Πώς φτύνει δηλητήριο του δάσους
μέσα στην ατελή αγωνία της Νέας Υόρκης!

Δεκέμβριος 1929
Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα
Ποιητής στη Νέα Υόρκη
απόδοση: Χρίστος Γούδης
το ποίημα από το Απέναντι Πεζοδρόμιο
το πρωτότυπο εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου