Τετάρτη, 11 Μαΐου 2011

Το Πορτογαλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, το Μπλόκο της Αριστεράς και η Αριστερά στην Ελλάδα

By Aaron Logan (from http://www.lightmatter.net/gallery/albums.php) [CC-BY-1.0,via Wikimedia Commons]

από το Inprecor



Η είδηση της έναρξης διαλόγου μεταξύ του ΠKK και του κόμματος Μπλόκο της Αριστεράς τάραξε για τα καλά τα νερά στο χώρο των αριστερών δυνάμεων στην Ελλάδα. Οι ερμηνείες του γεγονότος δίνουν και παίρνουν. Ακόμη περισσότερο ξεχωρίζει η προσπάθεια αξιοποίησης του γεγονότος αυτού από την πλευρά του Συνασπισμού και του ΣΥΡΙΖΑ, ελπίζοντας να στριμώξουν το Κ.Κ.Ε., να φέρουν πιο έντονα στην επικαιρότητα την τακτική του και να την ενοχοποιήσουν, προσδοκώντας κάποια οφέλη στο λαό, καθώς και προώθηση των θέσεών τους σχετικά με την πολιτική που πρέπει να ακολουθήσει η χώρα στη σημερινή συγκυρία.

Είναι εξάλλου σε όλους γνωστό ότι ο Συνασπισμός χρόνια τώρα ζει με την προσδοκία να πάρει ρεβάνς από το Κ.Κ.Ε. ανατρέποντας τον ενδοαριστερό συσχετισμό σε βάρος του.

Το Κ.Κ.Ε. φαίνεται ότι πράγματι αισθάνεται κίνδυνο από τη στιγμή που το Κομμουνιστικό Κόμμα Πορτογαλίας, ένα κόμμα μαρξιστικό – λενινιστικό, το οποίο βρίσκεται κοντά στις θέσεις του Κ.Κ.Ε. κρατά μια πολύ διαφορετική στάση απέναντι στις δυνάμεις της αριστεράς που εκφράζουν τα μικροαστικά στρώματα στην Πορτογαλία. Από τη στιγμή που δεν τις καταγγέλλει ως οπορτουνιστικές και τελείωσε, αλλά συζητά μαζί τους προκειμένου όσο είναι δυνατόν να διαμορφωθεί ένα πλαίσιο κοινής δράσης. Γι’ αυτό και η αντίδραση του Κ.Κ.Ε. δείχνει νευρική και σπασμωδική.

Τι πραγματικά όμως έγινε στην Πορτογαλία, στην κοινή συνάντηση των αντιπροσωπειών των δύο κομμάτων, μια και δεν λείπουν οι υπερβολές και η φαντασία; Το ΠΚΚ ανακοίνωσε ότι έγινε ανταλλαγή απόψεων για τις εξελίξεις στην οικονομία της χώρας και την υπαγωγή της στην τρόικα και στο μνημόνιο που διαμόρφωσαν κατ’αντιστοιχία όπως και στην Ελλάδα, εκτιμά ότι υπάρχουν ζητήματα που διαμορφώνονται συγκλίσεις μεταξύ των δύο κομμάτων, οι οποίες όμως, όπως λέει, δεν μπορούν να αποκρύψουν τις διαφορετικές και αποκλίνουσες θέσεις σε σοβαρά ζητήματα, πράγμα φυσικό για κόμματα με διαφορετικές πορείες και προγράμματα. Το ΠΚΚ τονίζει επίσης στην ανακοίνωση του ότι στις προσεχείς εκλογές θα κατέλθει αυτόνομα στο πλαίσιο του συνασπισμού CDU στον οποίο λειτουργεί, στην προσπάθειά του να επιβάλει ρήξη με τη δεξιά πολιτική και να ανοίξει ο δρόμος για μια αριστερή πατριωτική διέξοδο.

Οπωσδήποτε δεν πρέπει κανείς να προτρέχει, αντίθετα πρέπει να περιμένει τις εξελίξεις μελετώντας ψύχραιμα τα δεδομένα. Δεν χρειάζονται βιαστικά συμπεράσματα και καταδίκες η επιδοκιμασίες. Ο δρόμος όμως που επιλέγει το συγκεκριμένο κόμμα απέναντι στις δυνάμεις της μικροαστικής αριστεράς είναι αξιοπρόσεκτος, είναι ρεαλιστικός για την εξυπηρέτηση των άμεσων αναγκών της εργατικής τάξης και του λαού, για την ανάπτυξη της ταξικής πάλης, βρίσκεται όμως σε πλήρη αντίθεση με τις τοποθετήσεις σε αντίστοιχα ζητήματα του Κ.Κ.Ε..

Πολύ πιο προχωρημένη είναι η εκδοχή που παρουσιάζει το Μπλόκο, το οποίο ανακοίνωσε ότι τα δύο κόμματα συγκλίνουν σε μια αριστερή πολιτική διέξοδο.

Όλο το διάστημα μετά το γεγονός αυτό, τα έντυπα που πρόσκεινται στο Συνασπισμό, καθώς και στα σχήματα του ΣΥΡΙΖΑ έδωσαν μεγάλη έκταση στο γεγονός με αρθογραφία που παρά τις μεταξύ τους διαφορές, οι οποίες απηχούν θέσεις και ιδιαίτερες επιδιώξεις του καθενός, είχαν ένα κοινό σημείο. Την ανάδειξη του γεγονότος αυτού στην κατεύθυνση «να γίνει της Πορτογαλίας στην ελληνική Αριστερά», όπως έγραψε κάποιος αρθρογράφος και αυτό όχι με την έννοια της έναρξης κάποιας κοινής δράσης, αλλά ως «διαμόρφωση ενός τρίτου πόλου για μια ριζοσπαστική διακυβέρνηση». Μια «αριστερή» δηλαδή κυβερνητική πρόταση στα πλαίσια του συστήματος.

Έχει ενδιαφέρον η απάντηση του Κ.Κ.Ε. από στόματος της Αλέκας Παπαρήγα ότι:  « Το ΠΚΚ θα περάσει ετεροχρονισμένα τις δραματικές εμπειρίες που υπήρχαν στην Ελλάδα το 1974 και το 1989. Φανταζόμαστε θα του είναι μέσα από όλη αυτή την ιστορία, μια εμπειρία χρήσιμη. Τώρα πότε θα κριθεί αυτό, έξι μήνες, ένα χρόνο, ενάμιση[1]…».

Με τη δήλωση αυτή καθίσταται σαφές ότι το ΠΚΚ δεν έχει τις εμπειρίες, τις οποίες είχε το Κ.Κ.Ε. από τις συνεργασίες του με αριστερά μικροαστικά κόμματα στα χρόνια 1974 και 1989 και ως εκ τούτου πορεύεται λάθος. Θα αποκτήσει τις εμπειρίες αυτές μετά τις σημερινές του κινήσεις, οπότε θα έχει τη δυνατότητα να χαράξει σωστή γραμμή, σωστή τακτική και τότε θα δικαιωθεί η σημερινή τακτική του Κ.Κ.Ε. Τι έγινε λοιπόν το 1974 και το 1989 και πως το Κ.Κ.Ε. εκτίμησε τότε τις στιγμές αυτές της πορείας του;

Το 1974 η δημιουργία της Ενωμένης Αριστεράς δεν ήταν τίποτε περισσότερο από ένα σχήμα εκλογικό, μια εκλογική συνεργασία, η οποία διαλύθηκε την επομένη των εκλογών. Παρά τις δυσκολίες της συνεργασίας στα πλαίσια αυτού του σχήματος και λόγω των διαφορετικών θέσεων και επιδιώξεων των διαφόρων πολιτικών φορέων που συμμετείχαν, στις συνθήκες της μεταπολίτευσης η δημιουργία του σχήματος αυτού και η εκλογική δράση του ήταν θετική, κινήθηκε στα όρια που επέτρεπαν οι συνθήκες και η σύνθεση των διαφορετικών δυνάμεων που συμμετείχαν και έδωσε θετικά εκλογικά και πολιτικά αποτελέσματα. Αυτή ήταν τότε η εκτίμηση του Κ.Κ.Ε..

Πολύ μεγαλύτερη σημασία έχει η δημιουργία του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου το 1989, η δημιουργία και η πορεία του οποίου είχε πολύ αρνητικά αποτελέσματα για το Κ.Κ.Ε. και την πάλη του ελληνικού λαού για μια σημαντική περίοδο. Μελετώντας τα πραγματικά δεδομένα τότε και τα συμπεράσματα στα οποία οδηγήθηκε το Κ.Κ.Ε. σημειώνουμε  τις μεγάλες διαφορές  στο χαρακτήρα των κομμάτων που συναπάρτισαν τον Συνασπισμό, το Κ.Κ.Ε. και η ΕΑΡ και οι οποίες παρακάμφθηκαν στη διακήρυξη δημιουργίας του, ώστε να παρουσιασθεί ο Συνασπισμός ως εγχείρημα μακράς πνοής μέχρι και το σοσιαλισμό. Πρακτικά ταυτίστηκε με το «Συνασπισμό των δυνάμεων της αλλαγής με κατεύθυνση το σοσιαλισμό» στόχο των οποίων έθεσε το 12ο συνέδριο του Κ.Κ.Ε.. Αντί να διαμορφωθεί μια εκλογική συμπαράταξη, μια κίνηση δηλαδή τακτικής μέσω της οποίας οι δυνάμεις της αριστεράς θα είχαν μεγαλύτερες δυνατότητες να εκμεταλλευθούν την τεράστια κρίση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και να ανταπεξέλθουν με επιτυχία στις προσπάθειες της άρχουσας τάξης να διαμορφώσει λύση  κυβερνητική και όχι μόνο, πράγμα για το οποίο είχε μεγάλες δυσκολίες, το Κ.Κ.Ε. επέτρεψε να διαμορφωθεί σχήμα με στρατηγική στόχευση, πράγμα εντελώς αδύνατο για τις συγκεκριμένες συνθήκες.

Το γεγονός αυτό περιπλέχθηκε και τροφοδοτήθηκε από τα εσωκομματικά προβλήματα του Κ.Κ.Ε., στις γραμμές του οποίου είχε διαμορφωθεί πλέον μια ισχυρή οπορτουνιστική ομάδα, η οποία συμμαχούσε στα πλαίσια του Συνασπισμού με τις δυνάμεις της ΕΑΡ και όλα αυτά στο πλαίσιο του σαρωτικού κύματος των ανατροπών που άρχισαν και ολοκληρώθηκαν στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού στην Κεντρική και την Ανατολική Ευρώπη.

Είναι χαρακτηριστικές οι τοποθέτηση του 14ου συνεδρίου του Κ.Κ.Ε. το οποίο εκτίμησε τα γεγονότα αυτά. «Από την πρώτη στιγμή της ίδρυσής του Συνασπισμού, γράφουν οι θέσεις της κεντρικής επιτροπής στο 14ο συνέδριο, και ιδιαίτερα στην πορεία έπρεπε να γίνεται βαθύτερη ανάλυση για το τι εκπροσωπεί στην πραγματικότητα ο συγκεκριμένος αυτός Συνασπισμός που δημιουργήθηκε με τη συγκεκριμένη σύνθεση και σε δοσμένες συνθήκες. Κι απ’ την άλλη ποιος είναι ο ρόλος του Κ.Κ.Ε. μέσα στο Συνασπισμό, σε συνδυασμό με τη διατήρηση της αυτοτέλειας του. Ενώ ο Συνασπισμός ξεκίνησε με ρεαλιστική εκτίμηση για τις δυνατότητες αλλά και τις δυσκολίες που θα εμφανίζονταν εξαιτίας των δυνάμεων που τον αποτελούσαν, στην πορεία προβλήθηκαν, κυρίως από τα στελέχη που αποχώρησαν, απόψεις ότι ο φορέας αυτός με τη συγκεκριμένη σύνθεση του είναι μονόδρομος για το Κ.Κ.Ε.. Καλλιεργήθηκαν αυταπάτες ότι αυτό το σχήμα παρά τις διαφωνίες σε βασικά προγραμματικά ζητήματα που υπήρχαν ανάμεσα στις συνιστώσες του, ταυτίζεται με το στρατηγικής σημασίας Συνασπισμό των δυνάμεων της αλλαγής…… Δεν έγινε μελέτη και κυρίως προσπάθεια να αποκτήσει ο Συνασπισμός ουσιαστική επαφή με τα κοινωνικά κινήματα, ώστε να ανταποκρίνεται στη βασική κατεύθυνση του 12ου συνεδρίου που τόνιζε ότι ο Συνασπισμός πρέπει να στηρίζεται στη δράση και τη συμμαχία κοινωνικών και όχι μόνο πολιτικών δυνάμεων. Σε αρκετές περιπτώσεις το Κ.Κ.Ε. παραιτήθηκε από την ανοικτή, αυτοτελή κριτική, τη δημοσιότητα των αποφάσεων του, την προβολή των απόψεων του σε μια σειρά ζητήματα που δεν συνέπιπταν με τις θέσεις των άλλων δυνάμεων του συνασπισμού……. Η διάλυση του συνασπισμού δεν αναιρεί τη σωστή κατεύθυνση του 12ου συνεδρίου για συγκρότηση του κοινωνικοπολιτικού συνασπισμού της Αριστεράς που αντιστοιχούσε στις ανάγκες και την πολιτική πραγματικότητα εκείνης της περιόδου και τη διαπίστωση του 13ου συνεδρίου για την προσφορά του στην πολιτική ζωή του τόπου».[2]

Τότε, το 1991, το Κ.Κ.Ε. έκανε αυτές τις εκτιμήσεις, οι οποίες ήταν σωστές και ρεαλιστικές. Σήμερα αυτές έχουν ανατραπεί, χωρίς ποτέ να έχει ασχοληθεί και να τις έχει αλλάξει κάποιο όργανο, ή σώμα. Το συμπέρασμα και η πολιτική θέση που προβάλλεται σήμερα είναι «καμία επαφή, καμία συνεργασία ή κοινή δράση ακόμη και για τα πιο άμεσα ζητήματα με δυνάμεις αριστερές, μικροαστικές, διότι οι δυνάμεις αυτές έχουν μοναδικό αντικειμενικό σκοπό τη διάλυση του  κομμουνιστικού κόμματος». Όχι μόνο δεν υπάρχει δυνατότητα στρατηγικής συμμαχίας,  που όντως έτσι είναι, αλλά ο λόγος ύπαρξής τους, κατά την ηγεσία του κόμματος σήμερα, είναι για να το διαλύσουν.

Το 14ο συνέδριο κατέληξε στο γενικό συμπέρασμα ότι η αρνητική εμπειρία από την ίδρυση του συνασπισμού «δεν πρέπει να οδηγήσει στην αναπαραγωγή απόψεων που βλέπουν με επιφύλαξη έως και άρνηση την πολιτική συμμαχιών και την αντιπαραθέτουν προς την αυτοτέλεια του Κ.Κ.Ε.».[3]

Σήμερα το Κ.Κ.Ε. έφθασε στην άρνηση της πολιτικής συμμαχιών ακόμα και των επιμέρους συνεργασιών των δυνάμεων του μέσα στο κίνημα με αριστερές μικροαστικές δυνάμεις, ακόμη κι ως τη διακοπή των τυπικών σχέσεων μεταξύ των κομμάτων.

Είναι φανερό ότι η κύρια αιτία για το δρόμο που πήρε και τον τρόπο που κατέληξε ο Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου δεν ήταν η σύμπραξη με τη ΕΑΡ και οι προθέσεις αυτού του κόμματος λόγω της φύσης και των ανθρώπων που την απάρτιζαν. Τέτοια προβλήματα υπήρχαν με ορισμένες δυνάμεις στην ηγεσία του, αλλά δεν ήταν τα καθοριστικά. Το κεντρικό πρόβλημα είναι ότι το Κ.Κ.Ε. δεν εκτίμησε σωστά τα δεδομένα στη φάση εκείνη, το χαρακτήρα των κομμάτων που συμμετείχαν και τις δυνατότητες που έδινε, δεν είχε σωστά αντιληφθεί τα εσωκομματικά του προβλήματα, καθώς και τις αντεπαναστατικές ανατροπές που είχαν αρχίσει. Ήταν δηλαδή θέμα αδυναμιών και ανεπάρκειας του ίδιου του Κ.Κ.Ε. και σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι αποδείχθηκαν λάθος οι πάγιες θέσεις των κομμουνιστών για τις συμμαχίες.

Οι συμμαχίες και ακόμη πιο πολύ οι συνεργασίες, με την έννοια ότι ο χαρακτήρας τους είναι περισσότερο περιορισμένος, είναι ζήτημα πολιτικό, δεν είναι ζήτημα ιδεολογικό, όσο και αν η ιδεολογία δεν είναι άσχετη από την πολιτική, ή ψυχολογικό ούτε μεταφυσικό που ανάγεται στο DNA κάποιων κομμάτων και κινήσεων. Το κριτήριο για τις συνεργασίες είναι τι εξυπηρετεί την πολιτική του κομμουνιστικού κόμματος και την υπόθεση της εργατικής τάξης σε κάθε φάση των εξελίξεων, ποια καθήκοντα έχει το κομμουνιστικό κόμμα μπροστά του, και ως εκ τούτου ποιες δυνάμεις μπορούν να συμπορευτούν με το κομμουνιστικό κόμμα και όχι ποιες δυνάμεις ταυτίζονται ιδεολογικά μαζί του. Καμιά δύναμη δεν ταυτίζεται ιδεολογικά με το κομμουνιστικό κόμμα και αν υπάρξει επιμονή στην ιδεολογική ταύτιση δεν πρόκειται να υπάρξει καμία πολιτική συνεργασία.

Έχει ενδιαφέρον η ανάλυση της Αλέκας Παπαρήγα για τον οπορτουνισμό. Η ανάλυση αυτή δεν έχει κοινωνικοταξικά και πολιτικά χαρακτηριστικά, αντίθετα είναι πέρα για πέρα μεταφυσική. Μπορεί να ικανοποιεί τα νεότερα στελέχη και μέλη του κόμματος δεν έχει όμως σχέση με το λενινισμό και τις παραδόσεις των κομμουνιστών. Είναι βαθιά λαθεμένη. Είπε η Αλέκα Παπαρήγα: «Μέσα στην κοινωνική συμμαχία και τώρα και αύριο για να μη σας πω και στο σοσιαλισμό θα έχει σύμμαχες κάποιες ταλαντευόμενες κοινωνικές δυνάμεις, δεν λέω αστικές, εννοώ μικροαστικές. Και το μέτωπο θα έχει, γιατί τα μικροαστικά στρώματα αντικειμενικά είναι ταλαντευόμενα, τι να κάνουμε μια συμμαχία πάντα με τακαντευόμενους θα είναι[4]». Μέχρι εδώ σωστά. Η συνέχεια όμως φέρει τα πάνω-κάτω. «Είναι άλλο πράγμα όμως να συμμαχείς με δυνάμεις και πολιτικές που, από την κοινωνική τους θέση, από τη θέση τους στην κοινωνικό ταξική διάρθρωση ταλαντεύονται και παλεύεις η ταλάντευση να είναι προς τη συνεπή μεριά και όχι προς την άλλη, είναι άλλο πράγμα να συνεργαστεί με το κομμάτι το οποίο απροσπάστηκε και αποστάτησε από τις γραμμές του κομμουνιστικού κινήματος Ο οπορτουνισμός δεν απηχεί κοινωνικές δυνάμεις. Ο οπορτουνισμός μπορεί να έχει διάδοση σε μερικά τμήματα της εργατικής τάξης, δεν απηχεί κοινωνικές δυνάμεις….. Είναι άλλο πράγμα η συμμαχία με τους οπορτουνιστές. Και μόνο η συμμαχία αυτή θα αδυνατίσει το ιδεολογικό σου μέτωπο και τη δυνατότητα του να παλέψεις κατά του ιμπεριαλισμού, κατά του καπιταλιστικού συστήματος»[5]. Σε άλλη ομιλία της η Αλέκα Παπαρήγα αναφέρει: « Οι οπορτουνιστές είναι συνειδητοί αναθεωρητές της κομμουνιστικής θεωρίας. Επεξεργασμένοι και συνειδητοί. Βγήκαν μέσα τις γραμμές μας. Δεν είναι οι ρεφορμιστές, κάποιοι επηρεασμένοι αντιΚΚΕ  και εγκλωβισμένοι στα άλλα κόμματα που σιγά σιγά έρχονται και συμμετέχουν στο κίνημα. Επομένως με τον οπορτουνισμό  δεν μπορεί να γίνει καμία συμμαχία. Γιατί κάποια συμμαχία μέσα στο κίνημα θα φέρει και μια ορισμένη ανακωχή και στην ιδεολογική διαπάλη. Κι εδώ δεν θέλει καμία ανακωχή ο οπορτουνισμός»[6].

Μιλώντας για τις μάζες και την ταξική τους θέση, τη μικροαστική, χρησιμοποιεί ταξικούς όρους και μένει στην ταξική ανάλυση. Όταν έρχεται στις ηγεσίες ακόμη και σε μεγάλο κομμάτι της οργανωμένης βάσης των κομμάτων αυτών περνάει σε όλους ψυχολογίας και μεταφυσικής. Η ταξική θεώρηση έχει τελειώσει. Είναι οπορτουνιστές, εχθροί του κομμουνιστικού κόμματος και ως εκ τούτου καμία συμμαχία μαζί τους. Και το  αμίμητο. Αν συνεργαστεί μαζί τους θα αδυνατίσεις την ιδεολογική αντιπαράθεση μαζί τους, άρα και τη δυνατότητα να πολεμήσεις τον ιμπεριαλισμό. Διότι «κάποια συμμαχία μέσα στο κίνημα θα φέρει ανακωχή στην ιδεολογική διαπάλη». Το τελευταίο αυτό απόσπασμα φανερώνει και τη βαθύτερη αιτία της συμπεριφοράς αυτής που δεν είναι άλλη από την έλλειψη εμπιστοσύνης στο κομμουνιστικό κόμμα, τη θεωρία και την πολιτική του, την υπεροχή του στη θεωρητική ανάλυση, στην εκτίμηση της κατάστασης και στην επικράτηση του εναντίον των αναθεωρητικών και οπορτουνιστικών αντιλήψεων μέσα στο λαό. Σαν να είναι το κομμουνιστικό κόμμα, κόμμα του σωλήνα που αν βγει στο λαό, στις μάζες και στην αντιπαράθεση με τις αντίπαλες ιδεολογίες και πολιτικές δεν θα αντέξει και θα οξειδωθεί. Αυτά είναι πρωτάκουστα. Με βάση την αντίληψη αυτή καμία πολιτική συνεργασία δεν είναι δυνατή για το Κ.Κ.Ε..

Για να υπάρχει ένα μέτρο σύγκρισης των θέσεων αυτών με την ιστορική κληρονομιά του κομμουνιστικού κινήματος θα αναφέρουμε την τακτική του Λένιν και του κόμματος των μπολσεβίκων απέναντι στο κόμμα των μενσεβίκων, το οποίο σημειωτέον αποσπάστηκε από το ενιαίο ΣΔΕΚΡ, είναι δηλαδή μια περίπτωση αντίστοιχη με το Συνασπισμό στη χώρα μας. Έγραφε στα 1920 ο Λένιν « Όλη η ιστορία του μπολσεβικισμού και πριν και μετά την Οχτωβριανή επανάσταση είναι γεμάτη από περιπτώσεις ελιγμών, συμφωνιών, συμβιβασμών με άλλα κόμματα, χωρίς να εξαιρούνται και τα αστικά κόμματα! Να κάνεις πόλεμο για την ανατροπή της διεθνούς αστικής τάξης, πόλεμο εκατό φορές πιο δύσκολο, πιο μακρόχρονο και πιο περίπλοκο από ότι ο πεισματωδέστερος από τους συνηθισμένους πολέμους ανάμεσα στα κράτη και να παραιτείσαι προκαταβολικά από τους ελιγμούς, από την εκμετάλλευση της αντίθεσης των συμφερόντων μεταξύ των εχθρών δεν είναι πράγμα σε αφάνταστο βαθμό γελοίο; Δεν είναι σαν να αρνιόμασταν προκαταβολικά σε μια δύσκολη ανάβαση σε ένα  ανεξερεύνητο και απάτητο ακόμη  βουνό να κάνουμε κάποτε ζικ-ζακ, να γυρίσουμε κάποτε πίσω, να εγκαταλείπουμε την κατεύθυνση που είχαμε πάρει στην αρχή και να δοκιμάσουμε μια διαφορετική κατεύθυνση;…. Οι Ρώσοι επαναστάτες σοσιαλδημοκράτες πριν την πτώση του τσαρισμού χρησιμοποίησαν επανειλημμένα τις υπηρεσίες των αστών φιλελεύθερων, δηλαδή έκλεισαν μαζί τους ένα σωρό πρακτικούς συμβιβασμούς….. Από το 1905 οι μπολσεβίκοι υποστήριζαν συστηματικά τη συμμαχία της εργατικής τάξης με την αγροτιά ενάντια στη φιλελεύθερη αστική τάξη και το τσαρισμό, χωρίς ταυτόχρονα να παραιτούνται ποτέ από την υποστήριξη της αστικής τάξης ενάντια στον τσαρισμό και χωρίς να σταματήσουν τον πιο ανειρήνευτο ιδεολογικό και πολιτικό αγώνα ενάντια στο αστικό επαναστατικό αγροτικό κόμμα των σοσιαλιστών – επαναστατών….. Στην περίοδο 1903- 1912 για κάμποσα χρόνια ανήκαμε τυπικά μαζί με τους μενσεβίκους στο ενιαίο Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, ποτέ όμως δεν σταματήσαμε τον πολιτικό και ιδεολογικό αγώνα ενάντια στους μενσεβίκους, σαν φορείς της αστικής επιρροής μέσα στο προλεταριάτο και οπορτουνιστές. Στο διάστημα του πολέμου συνάψαμε ένα είδος συμβιβασμού με τους «καουτσκιστές», με τους αριστερούς μενσεβίκους και με ένα μέρος των «σοσιαλιστών – επαναστατών»…, δεν σταματήσαμε όμως και δεν  αδυνατίσαμε ποτέ τον ιδεολογικό- πολιτικό αγώνα…… Τη στιγμή ακριβώς της Οχτωβριανής επανάστασης πραγματοποιήσαμε έναν όχι επίσημο, μα πολύ σπουδαίο πολιτικό συνασπισμό με τη μικροαστική αγροτιά, δεχθήκαμε στο ακέραιο, χωρίς καμία αλλαγή, το αγροτικό πρόγραμμα των εσέρων, δηλαδή κλείσαμε ένα αναμφισβήτητο συμβιβασμό για να αποδείξουμε στους αγρότες πως δεν θέλουμε καθόλου με τους επιβληθούμε, αλλά να συνεννοηθούμε μαζί τους. Ταυτόχρονα προτείναμε έναν επίσημο πολιτικό συνασπισμό, με συμμετοχή στην κυβέρνηση στους «αριστερούς  εσέρους» που διέλυσαν το συνασπισμό αυτό ύστερα από την υπογραφή ειρήνης του Μπρεστ…..». Να πώς περιγράφει ο Λένιν τα αποτελέσματα αυτής της τακτικής απέναντι στους μενσεβίκους και τα υπόλοιπα μικροαστικά κόμματα. «Το 1917 είδαμε πολύ καθαρά το βαθμιαίο πέρασμα των εργατικών μαζών από τους μενσεβίκούς στους μπολσεβίκους, στο πρώτο πανρωσικό συνέδριο των σοβιέτ τον Ιούνιο του 1917 είχαμε όλο κι όλο το 13% των ψήφων. Την πλειοψηφία την είχαν οι μενσεβίκοι και οι εσέροι. Στο δεύτερο συνέδριο των σοβιέτ (25/ 10/ 1917) είχαμε το 51% των ψήφων[7]».

Είναι φανερή η τεράστια απόσταση που χωρίζει τις δύο αυτές τακτικές, την τακτική του Λένιν και την τακτική που εφαρμόζει το Κ.Κ.Ε. σήμερα. Η μία είναι πράγματι  λενινιστική τακτική, όπως τη συνέλαβε, την εφάρμοσε και την περιγράφει ο ίδιος ο Λένιν, η άλλη είναι μια σεχταριστική τακτική που δεν στηρίζεται σε καμιά ταξική ανάλυση της κοινωνίας και των αντιθέσεων της στη σημερινή συγκυρία.

Η ηγεσία του Κ.Κ.Ε. έχει κάνει μια τεράστια στροφή, γυρίζοντας 80 χρόνια πίσω στο τέλος της δεκαετίας του 1920 προς τις αρχές της δεκαετίας του 1930 στην εποχή που το κομμουνιστικό κίνημα, μαζί και το Κ.Κ.Ε. χάραζαν την τακτική τους με βάση το «βασικό στρατηγικό κανόνα» που καθόριζε ότι σε όλα τα στάδια της πάλης το κύριο χτύπημα πρέπει να κατευθύνεται ενάντια στις ενδιάμεσες συμβιβαστικές δυνάμεις, έστρεφε δηλαδή το κύριο μέτωπο όχι ενάντια στην αστική τάξη και τα κόμματα της, αλλά ταξικά ενάντια στους μικροαστούς και πολιτικά στους ρεφορμιστές και τα αγροτικά κόμματα θεωρώντας ότι αυτοί ήταν το κύριο στήριγμα της αστικής τάξης. Θεωρούσε το Κ.Κ.Ε. τότε τις δυνάμεις αυτές σαν τον κύριο εχθρό.

Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και σήμερα. Μπορεί να ανακηρύσσεται κύριος εχθρός το μονοπωλιακό κεφάλαιο και οι πολιτικοί εκπρόσωποι του, πρακτικά όμως κάτω από τη λαθεμένη αντίληψη ότι η διαβρωτική δύναμη του οπορτουνισμού είναι γιγάντια και πρέπει καθημερινά να διεξάγεται εναντίον του ανελέητος αγώνας, το κύριο μέτωπο στρέφεται στις μικροαστικές δυνάμεις και φυσικά επωφελείται το μονοπωλιακό κεφάλαιο για να ξεπερνά ευκολότερα και πιο ανώδυνα την κρίση και τα αδιέξοδα του. Μάλιστα η δύναμη του μετώπου του κομμουνιστικού κόμματος, θεωρεί η ηγεσία του, ότι πρέπει να στρέφεται και στρέφεται πιο πολύ εναντίον των πιο αριστερών στοιχείων των μικροαστικών κομμάτων, λέγοντας ότι όσο πιο αριστεροί είναι και εμφανίζονται ορισμένοι μικροαστοί πολιτικοί παράγοντες και δυνάμεις τόσο πιο ύπουλοι και επικίνδυνοι είναι για το κομμουνιστικό κόμμα και το αντιιμπεριαλιστικό κίνημα. Όσο παίρνουν έστω και μεσοβέζικα και διστακτικά φιλολαϊκές  θέσεις, ή δυσανασχετούν και διαμαρτύρονται με την πολιτική του κόμματος τους, τόσο δυναμώνει η επίθεση εναντίον τους. Ενδεικτικό παράδειγμα είναι ότι τους αποχωρήσαντες από το ΠΑ.ΣΟ.Κ. βουλευτές και άλλα στελέχη με αφορμή το μνημόνιο, το Κ.Κ.Ε. δεν έκανε καμία προσπάθεια να τους προσεγγίσει, διότι αφού δεν συμφωνούν απολύτως με τις θέσεις του, τους θεωρεί επικίνδυνους αντίπαλους.

Ολόκληρο το έργο του Λένιν και συνολικά ο μαρξισμός – λενινισμός διαπερνάται από την αντίληψη ότι σε κάθε στάδιο της πάλης για την επανάσταση, το προλεταριάτο οφείλει από τη μια «να συντρίβει βίαια την αντίσταση» του κύριου εχθρού και από την  άλλη «να παραλύει την αστάθεια των δυνάμεων που ταλαντεύονται» ανάμεσα στο κύριο εχθρό και στην κύρια δύναμη της επαναστατικής πάλης, δηλαδή την εργατική τάξη. Μια απλή, στοιχειώδης ανάλυση σήμερα οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το κύριο μέτωπο της πάλης πρέπει να στραφεί εναντίον του μονοπωλιακού κεφαλαίου και ιδιαίτερα των πιο ισχυρών τμημάτων του, εναντίον των πολιτικών κομμάτων που το εκφράζουν και είναι το κυβερνητικό κόμμα του ΠΑ.ΣΟ.Κ., η Ν.Δ. και το ΛΑΟΣ, να στραφεί εναντίον του Ιμπεριαλισμού και των διαφόρων οργανισμών και όχι εναντίον των ρεφορμιστών και των οπορτουνιστών, ασχέτως αν θα πρέπει ο αγώνας εναντίον τους να μη σταματά και να μην υποστέλλεται. Τα αριστερά μικροαστικά κόμματα εκφράζουν  μικροαστικές δυνάμεις που το πιο βασικό χαρακτηριστικό τους είναι η ταλάντευση πότε με το μέρος της αστικής τάξης και πότε προς την εργατική τάξη. Η δεύτερη κατεύθυνση συνήθως εμφανίζεται και δυναμώνει όταν βαθαίνει η κρίση του συστήματος και δυναμώνει η λαϊκή δυσαρέσκεια και οι λαϊκές αντιστάσεις. Μια τέτοια περίοδος είναι η σημερινή που η μεγάλη πλειοψηφία των ενδιάμεσων στρωμάτων, μισθωτών και αυτοαπασχολούμενων συντρίβεται κάτω από την επίθεση των μονοπωλίων και της εξουσία τους.

Το 1920 ο Λένιν έγραφε: «Η σωστή τακτική των κομμουνιστών πρέπει να συνίσταται στη χρησιμοποίηση αυτών των ταλαντεύσεων και όχι στην άγνοιά  τους. Η χρησιμοποίηση όμως απαιτεί παραχωρήσεις στα στοιχεία που στρέφονται- τότε και στο βαθμό που στρέφονται- προς το προλεταριάτο, και παράλληλα αγώνα ενάντια σε στοιχεία που στρέφονται προς την αστική τάξη»[8]. Αυτό απλά λέει ότι δεν μπορείς το χώρο του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ  να τον αντιμετωπίζεις ισοπεδωτικά σαν να μην υπάρχει καμία διαφορά στις γραμμές τους, όταν εκεί συνυπάρχουν μεγάλες διαφορές θέσεων και αντιλήψεων και μεγάλες αντιθέσεις. Πολύ περισσότερο να υψώνεις ένα τεράστιο τείχος, χτυπώντας τους πάντες μετά ίδια επιχειρήματα  και την ίδια ένταση. Το φιλοενωσιακό ρεύμα που εκφράζει η ηγετική ομάδα του σήμερα δεν είναι δυνατόν να το αντιμετωπίζεις με τον ίδιο τρόπο με το τμήμα εκείνο της ηγεσίας του, που έστω  με ταλαντεύσεις, βλέπει την Ε.Ε. ως μια ολοκλήρωση του μονοπωλιακού κεφαλαίου, που αν προχωρήσει θα είναι αντιδραστική και άρα πρέπει να την πολεμήσει. Τέτοια παραδείγματα μπορούν να ειπωθούν πολλά. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τις άλλες αριστερού μικροαστικού προσανατολισμού δυνάμεις που δραστηριοποιούνται στο λαό και τους ταξικούς αγώνες. Δυστυχώς το Κ.Κ.Ε. σήμερα δεν μπορεί ή δεν θέλει να δει πολύ συγκεκριμένα αυτές τις διαφορές, να τις πάρει υπ’ όψιν και να χαράξει μια διαφοροποιημένη αποτελεσματική τακτική απέναντι στις μικροαστικές δυνάμεις.

Σε άρθρο του στο Ριζοσπάστη[9] ο Γ. Μαρίνος επιχειρεί να δικαιολογήσει αυτή την τακτική με το εξής επιχείρημα: «Σήμερα η καπιταλιστική κρίση τονίζει με χαρακτηριστικό τρόπο ότι το εκμεταλλευτικό σύστημα έχει ξεπεράσει τα ιστορικά του όρια. Σήμερα που η αποτελεσματικότητα της ταξικής πάλης συνδέεται ολοφάνερα με την κατεύθυνση επίλυσης του προβλήματος της εξουσίας, ο ΣΥΝ / ΣΥΡΙΖΑ και τα άλλα σχήματα εμπαίζουν τους εργαζομένους με τα αιτήματα που αφορούν την επαναδιαπραγμάτευση του χρέους που σημαίνει νέα χαράτσια, σκληρούς όρους και νέα μνημόνια για το λαό. Εμπαίζουν το λαό με την ουτοπία της δίκαιης ανακατανομής του πλούτου στις συνθήκες της εξουσίας των μονοπωλίων και άλλα παρόμοια αιτήματα τα οποία χρησιμοποιούνται άλλωστε πλατιά από αστικά κόμματα, αστούς οικονομολόγους, απολογητές του συστήματος».

Η επιχειρηματολογία αυτή είναι έωλη. Δεν χρειάζονταν η τεράστια οικονομική κρίση που μαστίζει συνολικά το καπιταλισμό για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο καπιταλισμός ξεπέρασε τα ιστορικά του όρια. Ο σοσιαλισμός είναι στην ημερήσια διάταξη έναν αιώνα τώρα, από την εποχή που ο καπιταλισμός πέρασε στο μονοπωλιακό του στάδιο και η εργατική τάξη νίκησε στην Οκτωβριανή επανάσταση. Ούτε σήμερα για πρώτη φορά συνδέεται η αποτελεσματικότητα της ταξικής πάλης με την επίλυση του προβλήματος της εξουσίας. Δεν είναι πρόσφατη ανακάλυψη αυτό. Από την πρώτη μέρα της δημιουργίας του  Κ.Κ.Ε., στόχος του και μοναδικός λόγος ύπαρξης του ήταν και είναι η ανατροπή του καπιταλισμού και η εργατική εξουσία για την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Το πρόβλημα είναι να μπορεί κανείς να διαχωρίζει και ο Γ. Μαρίνος δεν μπορεί, την ιστορική αναγκαιότητα από την πολιτική δυνατότητα. Ιστορικά ο σοσιαλισμός είναι στην ημερήσια διάταξη δεκαετίες τώρα, πολιτικά όμως δυστυχώς οι προϋποθέσεις του, ιδιαίτερα ο υποκειμενικός παράγοντας δεν έχουν διαμορφωθεί.

Ο ρόλος και το κορυφαίο καθήκον του κομμουνιστικού κόμματος σήμερα είναι ακριβώς αυτός. Μέσα στην καθημερινή πάλη  να ωριμάζει τις προϋποθέσεις της επαναστατικής ανατροπής. Είναι αλήθεια ότι ο ΣΥΝ και ο ΣΥΡΙΖΑ ρέπουν προς μια διαχείριση με τα ανάλογα αιτήματα και πρακτικές και ορθά τον καταγγέλλει ο αρθρογράφος, αλλά και η τακτική του Κ.Κ.Ε. που πορεύεται προβάλλοντας την ανάγκη της Λαϊκής Εξουσίας και της Λαϊκής Οικονομίας, της δικτατορίας του προλεταριάτου δηλαδή, χωρίς να τη συνδέει ουσιαστικά με τις σημερινές ανάγκες της εργατικής τάξης και του λαού, με την παρεμπόδιση ως την ανατροπή της πολιτικής του κεφαλαίου μέσα από το τράβηγμα της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης και των λαϊκών μαζών στους ταξικούς αγώνες είναι αδιέξοδη. Κέρδισμα της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης, καθώς και της πλειοψηφίας των λαϊκών στρωμάτων δεν μπορεί να γίνει ζυμώνοντας και  προπαγανδίζοντας την ανάγκη αλλαγής τάξης στην εξουσία, τη λαϊκή εξουσία και τη λαϊκή οικονομία και καταγγέλλοντας τον οπορτουνισμό. Θέλει σχέδιο, καλά επεξεργασμένη και πολύ συγκεκριμένη τακτική, θέλει συμμαχίες και ισχυρό ιδεολογικό μέτωπο στην αστική ιδεολογία και τις οπορτουνιστικές αντιλήψεις, που θα οδηγήσουν σε ήττες την αστική τάξη, σε κλονισμό του μπλοκ των συμμαχιών της, θα οξύνει και θα κάνει παρατεταμένη την κρίση της. Μόνο έτσι κερδίζεται η πλειοψηφία της εργατικής τάξης και διαμορφώνεται ο υποκειμενικός παράγοντας για την επαναστατική ανατροπή.

Απ’ όλα τα παραπάνω εύκολα μπορούν να συναχθούν ορισμένες βασικές παράμετροι μιας αποτελεσματικής αντιϊμπεριαλιστικής – αντιμονοπωλιακής τακτικής που να θεμελιώνεται στους εκμεταλλευόμενους της ελληνικής κοινωνίας και στις κοινωνικές αντιθέσεις που τη διαπερνούν.
  • Το κύριο μέτωπο της δράσης της εργατικής τάξης και του λαού πρέπει να στρέφεται εναντίον του μονοπωλιακού κεφαλαίου και του διεθνούς ιμπεριαλισμού και φυσικά των κομμάτων που εκφράζουν αυτές τις δυνάμεις.
  • Στο βαθμό που σήμερα και για αρκετά απ’ ό,τι φαίνεται χρόνια, η πολιτική του μνημονίου θα είναι το βασικό όπλο, το βασικό εργαλείο του κεφαλαίου για την αλλαγή των όρων αναπαραγωγής του, καθώς και της αναπαραγωγής συνολικά του συστήματος, η λαϊκή δράση πρέπει να κατατείνει κατ’ αρχήν στην ανατροπή του, στην ανατροπή της πολιτικής αυτής και μαζί στην ήττα των πολιτικών δυνάμεων που την προωθούν.
  • Σε ένα πλατύ και ισχυρό αντιμπεριαλιστικό – αντιμονοπωλιακό  μέτωπο έχει πρώτα και κύρια ρόλο και θέση η εργατική τάξη, καθώς και τα μικροαστικά στρώματα της πόλης και του χωριού και πρωτίστως τα πιο φτωχά από αυτά που προσεγγίζουν ταξικά την εργατική τάξη. Έχουν θέση και ρόλο εκτός από το Κ.Κ.Ε. άλλα κόμματα και κινήσεις αριστερά μικροαστικά, καθώς και άτομα και ομάδες που δραστηριοποιούνται και αποσπώνται από την επιρροή των αστικών κομμάτων και του αστικού, ευρωενωσιακού μονόδρομου. Οι δυνάμεις του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ έχουν ρόλο, καθώς και μεγάλες ευθύνες για το σήμερα και για το αύριο. Ο Συνασπισμός κατά βάση είναι φορέας μικροαστικός. Στην ηγεσία του και γενικότερα στις γραμμές του υπάρχει μεγάλη γκάμα αντιλήψεων και απόψεων, από απόψεις αστικές μέχρι απόψεις ριζοσπαστικές που σε βασικά σημεία προσεγγίζουν θέσεις του Κ.Κ.Ε., χωρίς φυσικά να λείπει η διάθεση συμβιβασμού και προσαρμογής στις πιέσεις του συστήματος. Η πλειοψηφία της ηγεσίας του έχει σαφείς προσανατολισμούς αναχώματος της λαϊκής δυσαρέσκειας, ιδιαίτερα μέσω κάποιας προσέγγισης με το ΠΑ.ΣΟ.Κ. και σε σημαντικό βαθμό αντιΚ.Κ.Ε. διαθέσεις, ενώ ένα μειοψηφικό, αλλά ισχυρό τμήμα της αποκλίνει προς μια πιο συνεπή ριζοσπαστική αριστερή κατεύθυνση. Από τα παραπάνω είναι φανερό ότι δεν είναι δυνατόν να γίνει λόγος για μια γενικότερη πολιτική προσέγγιση σήμερα των δυνάμεων αυτών με το Κ.Κ.Ε., παρά μόνο  για κοινή δράση μέσα στο λαό πάνω στα άμεσα προβλήματα που αντιμετωπίζει και μάλιστα με στόχους και αιτήματα που δεν θα γίνονται αποδεκτά στο σύνολο ή τμήματά τους από την αστική τάξη και τα κόμματα της. Στην πορεία των αγώνων φυσικά θα εκδηλωθούν πιο ανοιχτά οι διαφορές που υπάρχουν στις γραμμές του και θα πρέπει να στηριχθούν και να ενισχυθούν οι πιο ριζοσπαστικές δυνάμεις. Κατ’αντιστοιχία πρέπει να αντιμετωπίζονται και τα άλλα αριστερά μικροαστικά σχήματα και κινήσεις. Είναι ξεκάθαρο για την πλευρά του Κ.Κ.Ε. ότι πρέπει να προχωρήσει η διαδικασία της αποκατάστασης τυπικών σχέσεων με το ΣΥΝ και άλλες κινήσεις και σχήματα καθώς και η αφαίρεση εκείνων των αντιλήψεων και θέσεων που παρεμβάλλουν προσκόμματα και δυσκολίες και  σε τελική ανάλυση δεν προσφέρουν τίποτε. Αντίθετα το μοναδικό κριτήριο για την κοινή δράση μέσα στο λαό πρέπει να είναι το πλαίσιο στόχων και διεκδικήσεων που θα απαντά στο σήμερα και στο σύνολο του θα ξεπερνά τα όρια της αστικής πολιτικής και της αστικής εξουσίας. Είναι αυτονόητο επίσης ότι η ανάγκη της ιδεολογικής διαπάλης και της προβολής της ιδεολογίας και της πολιτικής του Κ.Κ.Ε. και των άλλων σχημάτων φυσικά δεν εξαλείφεται.. Ίσα – ίσα γίνεται ακόμη πιο  αναγκαία.
  • Τέλος πρέπει να τονιστεί η ανάγκη η εργατική τάξη να κατακτήσει τον πρωτοπόρο ηγετικό ρόλο  σ’αυτό το κίνημα και το Κ.Κ.Ε. να κατακτήσει έμπρακτα το ρόλο του καθοδηγητή, χωρίς αυτό να παραβιάζει την ισοτιμία μεταξύ δυνάμεων και φορέων που συμμετέχουν.

[1] Συνέντευξη Τύπου της Α. Παπαρήγα.  Ριζοσπάστης [2] θέσεις της κεντρικής επιτροπής για το 14ο συνέδριο του Κ.Κ.Ε., σ.  54– 55
[3] στο ίδιο  σ. 55
[4] ομιλία στη συνδιάσκεψη της οργάνωσης κεντρικής Μακεδονίας  του Κ.Κ.Ε. Ριζοσπάστης.
[5] ομιλία στη συνδιάσκεψη της οργάνωσης κεντρικής Μακεδονίας  του Κ.Κ.Ε. Ριζοσπάστης.
[6] ομιλία στη συνδιάσκεψη της οργάνωσης  Θεσσαλίας του Κ.Κ.Ε.   Ριζοσπάστης…..
[7] Λένιν  απαντά  τόμος 41  σ.  54 -. 57
[8] Λένιν Άπαντα τόμος 41 σ.  59
[9] Ριζοσπάστης 17/4/2011

Παύλος Μωραΐτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου