Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2014

Αθήνα, αριστερά!


 
 
Του Νίκου Σκοπλάκη 

Στις δημοτικές εκλογές του Ιουλίου 1964, το ψηφοδέλτιο που υποστηρίχτηκε από την ΕΔΑ, με επικεφαλής τον λαμπρό επιστήμονα, αγωνιστή και βουλευτή του κόμματος, Νίκο Κιτσίκη, καταλάμβανε με το 30,1% των ψήφων την πρώτη θέση στον δήμο Αθηναίων. Ήταν μια νίκη όχι μόνο με έντονα συμβολική, αλλά και με πραγματική, πολιτική σημασία.
Λίγους μήνες μετά την εκλογική νίκη της Ε.Κ., ο θρίαμβος ή η πρωτιά των αριστερών ψηφοδελτίων σε πολυάριθμους δήμους και κοινότητες αναδείκνυε τη διάθεση ευρύτερων λαϊκών μαζών για ευκρινώς ριζοσπαστικότερη πολιτική από αυτήν που ήταν διατεθειμένη να ασκήσει η Ε.Κ.

Εκφράστηκε μέσα από τις αυτοδιοικητικές εκλογές, οι οποίες ούτε τότε (ούτε πολύ περισσότερο σήμερα) αφορούν απλώς και μόνο μια ενδιάμεση βαθμίδα, αλλά θέτουν το ζήτημα της πολιτικής εξουσίας και του λαϊκού ελέγχου στο επίπεδο των τοπικών κοινωνιών. Η νίκη της Αριστεράς στον δήμο Αθηναίων το 1964 έμεινε ουσιαστικά ανολοκλήρωτη: Τόσο οι τότε ισχύουσες ρυθμίσεις όσο και οι συντονισμένες επιλογές των αστικών πολιτικών δυνάμεων απέσπασαν την δημαρχία από τον Νίκο Κιτσίκη και την έδωσαν στον...δεύτερο, τον Γεώργιο Πλυτά της ΕΡΕ. Καθώς η εκλογή και ανακήρυξη του δημάρχου ήταν έμμεση, οι δημοτικοί σύμβουλοι από τους δύο κεντρώους συνδυασμούς, του Παυσανία Κατσώτα και του Άγγελου Τσουκαλά, κατευθύνθηκαν σε μεγάλο μέρος προς τον Πλυτά, προτιμώντας να συντηρήσουν τους αντιδημοκρατικούς συσχετισμούς των «εθνικών δυνάμεων» εις βάρος της λαϊκής εντολής και του εκλογικού αποτελέσματος στον μεγαλύτερο δήμο της χώρας.

 Πενήντα χρόνια μετά, σε διαφορετικά κρίσιμες συνθήκες, διεξάγονται δημοτικές και περιφερειακές εκλογές, στις οποίες η αριστερή διέξοδος από την αντιδημοκρατική μνημονιακή και νεοσυντηρητική διαχείριση καλείται να ενισχύσει τις θέσεις της και σε αυτό το πεδίο, όχι με μονοδιάστατους εκλογικούς εντολείς και θεατές τηλεοπτικών πάνελ, αλλά με πολυδιάστατα ενεργούς πολίτες. Το καθεστώς παροπλισμού των πολιτών, ως μεθόδευση διεξαγωγής αυτών των εκλογών, αναδεικνύεται σε κεντρική τακτική επιλογή των καθεστωτικών δυνάμεων (σε όλες τις βαθύτερες συγκλίσεις και τις επικοινωνιακές αποκλίσεις τους), για να περιορίσουν τη διεισδυτικότητα της Αριστεράς σε διαδικασίες που πασχίζουν να κρατούν περιχαρακωμένες.
Είναι, λοιπόν, στο χέρι των δυνάμεων της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς να ανατρέπουν αυτή την τακτική καθημερινά, σε όλη τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, να αρνούνται εμπράκτως την αυτοακύρωσή τους στους κλυδωνισμούς του συστημικά «εφικτού», να διεκδικούν, δηλαδή, με αυτή την ευκαιρία την μεγαλύτερη δυνατή ενεργοποίηση της κοινωνικής-ταξικής συμμαχίας που τους αντιστοιχεί, καθιστώντας ορατές στα λαϊκά στρώματα τις διαλεκτικές συνδέσεις μεταξύ τοπικών και ευρύτερων πολιτικών σημάνσεων. Κάθε είδους παραχώρηση στην επικοινωνιακή ταχυδακτυλουργική δυσχεραίνει αυτή τη θέαση, επομένως εμποδίζει να εντοπιστούν τα πραγματικά αξιακά περιεχόμενα στη συνείδηση των υποκειμένων που είναι οργανικά δεμένα με την αριστερή εναλλακτική διέξοδο και περιορίζει το στρατηγικό ρήγμα, το οποίο επιβάλλεται να αποτυπωθεί και εκλογικά απέναντι στην αυταρχική, αλαζονική, νεοφιλελεύθερη μνημονιακή διαχείριση με τις ακροδεξιές εκλεκτικές συγγένειες.

 Αυτές οι εκλογές μπορούν να επιταχύνουν τις στροφές του ιστορικού ανεμοδείκτη προς την κατεύθυνση του πολιτικού, κοινωνικού και πολιτιστικού αντιπαραδείγματος της Αριστεράς, αποδεικνύοντας ότι αυτό που έμεινε ανολοκλήρωτο το 1964 δεν είναι μετέωρη ανάμνηση, όπως από την άλλη δεν αποτελεί επετειακή αφορμή για σκέψεις ευθύγραμμης συνέχειας.

 Μέσα στις σύγχρονες, διαφοροποιημένες, αλλά εξίσου κρίσιμες συνθήκες, είναι ένας δείκτης για την απόσταση που διανύθηκε, για τις αντιστάσεις απέναντι στον εξοβελισμό μιας ρακένδυτης συμπληρωματικότητας, για τη δύσκολη, αλλά πραγματική απεμπλοκή από τους φραγμούς και τις στεγανοποιήσεις της πολυδιάσπασης. Η Αριστερά είναι σήμερα σε θέση να διεκδικήσει τον δήμο Αθηναίων όχι με ευκαιριακά εργαλεία σύγκλισης των αποκλινόντων, ούτε με την μοναξιά του επιδιαιτητή δευτέρων γύρων και δευτέρων διαλογών, όχι απλώς συμβολικά, αλλά με ηγεμονικό το στίγμα της απέναντι στους διοικητικούς διακανονισμούς και τις κοινωνικές-εξουσιαστικές σχέσεις που εγγυήθηκαν τη συντηρητική διατήρηση των κεκτημένων στην ψευδεπίγραφα αυτοδιοικητική αντίληψη της ΝΔ, του Πασόκ και όσων διευκόλυναν τους σχεδιασμούς τους, χωρίς να έχουν καμία διάθεση να μαζέψουν τα μουσκίδια τους.
Ακριβώς γι’ αυτό, η εκλογική αντιπαράθεση για τον δήμο Αθηναίων (και όχι μόνο, βέβαια) είναι πρωτίστως αντιπαράθεση πολιτικών επιλογών. Ο υπερσυντηρητικός κορμός της μνημονιακής διακυβέρνησης διαχέει κουτοπόνηρα την αγελαία κομφορμιστική και σκοταδιστική του γλώσσα σε δύο υποψηφιότητες, δοκιμάζοντας τον φατριασμό ως μοχλό πολιτικής επιβίωσης. Ωστόσο, η πολιτική επιλογή που συνέχει και τις δύο «ανταγωνιστικές» υποψηφιότητες, είναι εκείνο το δεξιό διαχειριστικό κράμα, το οποίο επέτεινε τον κοινωνικό αποκλεισμό, στάθηκε εχθρικά απέναντι σε κάθε εστία ελεύθερης έκφρασης και δημιουργικότητας στην πόλη, υποβάθμισε τραγικά τους δημόσιους χώρους και το περιβάλλον, όξυνε τις τραυματικές εμπειρίες της αλλοτρίωσης, του φόβου για τις διαπολιτισμικές δυνατότητες της πόλης, τη δυσπιστία και την καχυποψία απέναντι στη διεκδίκηση προς όφελος της ενδοτικής πελατειακότητας, συμβάλλοντας έτσι στις ιδεολογικές και πρακτικές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της φασιστικής ακροδεξιάς.

 Από την άλλη, ο απερχόμενος δήμαρχος υπήρξε το πιο φάλτσο χτύπημα στο εφιαλτικό φλίπερ της βαθιά θαμμένης δημιουργικότητας και της ζοφερής συντηρητικοποίησης: Στηριγμένος στο Πασόκ και τη ΔΗΜΑΡ (που «ούτε πολιτικοποιούσαν ούτε κομματικοποιούσαν» τις προηγούμενες εκλογές), διαμόρφωσε μια προγραμματική πρακτική, η οποία αντιστοιχούσε σε αστικό συμβόλαιο παροχής υπηρεσιών στην ταξική, κοινωνικά αποδιαρθρωτική και περιβαλλοντικά καταστροφική συναίνεση του Μνημονίου.
Κουτοπόνηρα λουστραρισμένος με το φτηνό βερνίκι του «ακομμάτιστου»,   διευκόλυνε τους σχεδιασμούς του συστήματος τόσο στην Αθήνα όσο και στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό με τα απολύτως εξαρτημένα αντανακλαστικά του. Υπήρξε αδιανόητο για τον κ. Καμίνη να αναλογιστεί ότι πρωταρχική ευθύνη μιας δημοτικής αρχής είναι να δώσει στους ανθρώπους πρόσωπο, χώρο, απαντοχή, με αφετηρία μια διαφορετική πολιτική, πολιτισμική και αισθητική αντίληψη. Υπήρξε αδιανόητο, διότι υπήρξε αδύνατο για τον απερχόμενο δήμαρχο να στηριχτεί σε ο, τιδήποτε πέρα από το σάπιο σανίδι του καθεστωτισμού. Μια από τις καταθλιπτικές αναμνηστικές πλακέτες του δημαρχιακού βίου του είναι η στάση που είχε κρατήσει τον Ιανουάριο του 2011, απέναντι στην απεργία πείνας των αγωνιζόμενων για τα δικαιώματά τους μεταναστών και προσφύγων. Όποιος υποτιμά τέτοιες παραμέτρους κριτικής απέναντι στον απερχόμενο δήμαρχο, πέρα από όλα τα άλλα, αποδεικνύεται ανίκανος να αντιληφθεί το έδαφος ανάπτυξης της ακροδεξιάς, αλλά και τους αναγκαίους όρους για την ενίσχυση του συνανήκειν σε μια σύγχρονη πολιτική κοινωνία.

 

Η μεγάλη πολιτική αξία των προτάσεων της Αριστεράς για την Αθήνα εκφράζει συλλογικές θέσεις αντίστασης τόσο απέναντι στο διαχειριστικό κράμα που περιέγραψα προηγουμένως όσο και απέναντι στον εκφασισμό που ρίζωσε σε όψεις και πρακτικές του ίδιου διαχειριστικού κράματος. Οι συμπτώσεις-επικαλύψεις των παράγωγων υποψηφιοτήτων γίνονται εγγυήσεις και εφεδρείες για τη συστημικά αποδεκτή τάξη του κοινωνικού ιστού που καταρρέει, του δημόσιου χώρου που κατατμημένος υποβαθμίζεται και εκχωρείται κερδοσκοπικά,  της αλλοτρίωσης που φθείρει τις συλλογικές και δημιουργικές παραστάσεις κάθε τοπόσημου, της κατασταλτικής τελετουργίας που κανονικοποιεί όσα εκτροχιάζουν και απορρυθμίζουν τις αντιστάσεις στην αδήριτη αδράνεια.

 

Τα βαρέως οδοποιητικά μηχανήματα της τηλεοπτικής εργολαβίας κινητοποιούν στερεότυπα ακροδεξιάς υστερίας, διότι η δημοτική κοινωνική πολιτική, η πρόσβαση στα κοινωνικά αγαθά, οι ζωντανές γειτονιές, οι συνεργατικές-κοινωνικές παρεμβάσεις, η δημιουργικότητα των κοινωνικών κινημάτων είναι προγραμματικοί άξονες στον αντίποδα της ζοφερής συντηρητικοποίησης και της ομόλογής της τεχνοκρατικής ανάθεσης.

 

Η Αριστερά, δηλαδή οι αριστερές και οι αριστεροί, πρέπει να ανανεώνουν όλο το επόμενο διάστημα δυναμικά τον διάλογο για την υπόσταση της πόλης με την κοινωνική-ταξική συμμαχία, η οποία μπορεί να αποτυπώσει και εκλογικά αυτή την αλλαγή κατεύθυνσης. Υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις για να συνθέσουμε τα επιχειρήματα πέρα από το μωσαϊκό στιγμιαίων λήψεων σε μια πορεία σύνθεσης, η οποία θα παράξει το στρατηγικό ρήγμα στις περιχαρακωμένες διαδικασίες και θα ενεργοποιήσει ένα ευρύτερο δυναμικό. Δείκτης του πολιτικού ενδιαφέροντος και της πολιτικής συμμετοχής ας είναι η υποψία πως οι διαστάσεις του χώρου μπορεί να μην είναι τρεις, αλλά πέντε, μαζί με την μνήμη και το όνειρο (για να παραφράσω τον Πέτρο Μαρτινίδη). Αυτή η υποψία θα απονευρώνει τις στημένες βεβαιότητες και την συγκαλυπτική σύγχυση των υποψηφιοτήτων της συντηρητικής, μνημονιακής, ασφυκτικής τάξης, απεγκλωβίζοντας πολύτιμες δημιουργικές δυνάμεις.

 

Οι αριστεροί συγκρούομενοι συγκροτούνται για να εκφράσουν συλλογικότερα τις αντιστάσεις και για να ενισχύσουν συνεπέστερα τις δημόσιες διαχωριστικές γραμμές της αριστερής πολιτικής. Οφείλουν να συμβάλουν και στην εκλογική αποτύπωσή τους, λοιπόν, από αυτή την κριτική αφετηρία και όχι από ρηχό εκλογικισμό. Μια ισχυρότατη εκλογική παρουσία της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς στον δήμο Αθηναίων, στον Πειραιά, στους δήμους του λεκανοπεδίου, αλλά και στην περιφέρεια Αττικής, ασφαλώς, θα δημιουργήσει βαρύνουσα δύναμη πολιτικής διεκδίκησης και ευνοϊκότερες προϋποθέσεις κοινωνικής αυτοδυναμίας.

 

 Κάποιος θα μπορούσε να αντιτάξει ότι το ίδιο ακριβώς ισχύει για όλους τους μικρούς και μεγάλους δήμους, για όλες τις περιφέρειες της χώρας, και πολύ σωστά. Απλώς, ανήκοντας σ’ αυτούς και σ’ αυτές που κινούνται, ζουν, εργάζονται, απογοητεύονται κι ελπίζουν στην Αθήνα, ήθελα να πω ότι είναι η στιγμή για να πιστέψουμε και να πούμε επιτέλους μετά από πενήντα χρόνια: Αθήνα, αριστερά!
 
Πηγη: Red Notebook

Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2014

«Απεταξάμην το Σατανά; Τσου…»



«Θέλετε να μπαίνουν οι παράνομοι μετανάστες ελεύθερα;» ρώτησε με ύφος ανακριτή ο κ. Ευαγγελάτος τον Γαβριήλ Σακελλαρίδη, υποψήφιο δήμαρχο Αθηναίων. Μήπως οι δύο δημοσιογράφοι θεώρησαν ότι έτσι θα «στριμώξουν» το νεαρό επικεφαλής της Ανοιχτής Πόλης; Ατύχησαν. Υπάρχει κάτι που λέγεται «αυτοπεποίθηση» για αυτό που είναι το δίκαιο και η διάθεση να το υπερασπιζόμαστε δημόσια. 
 
Του Χρήστου Καραγιαννίδη
 
Πέρα από την ενοχλητική επιμονή χρήση του απάνθρωπου όρου «λαθρομετανάστες» από τους δύο δημοσιογράφους, αυτό που μου προξένησε πραγματικό ενδιαφέρον ήταν ότι δε σταμάτησαν λεπτό να ρωτούν σχεδόν μονοθεματικά για ζητήματα εκτός του πεδίου της τοπικής αυτοδιοίκησης. Ακολουθώντας τη μονταζιέρα οι δημοσιογράφοι, κατά δήλωση τους, επέμεναν να ρωτούν αν ο Γαβριήλ θα βάλει αστυνομική στολή και θα κυνηγά το παραεμπόριο και τους καταληψίες. Κι όσο οι απαντήσεις δεν τους άρεσαν τόσο πιο ακραία διατυπώνονταν  τα ερωτήματα. Τόσο αποστομωτικές όμως ήταν και οι απαντήσεις. Είναι προφανές πως η αντικειμενικότητα σε τέτοιου είδους συνεντεύξεις είναι σύντομο ανέκδοτο όπως επίσης και η άρνηση των, δημοσιογράφων να δεχτούν τις διαφορετικές απόψεις. Έτσι λοιπόν, οι καταλήψεις δημοσίων χώρων είναι έγκλημα καθοσιώσεως και πρέπει να πατάσσονται πάραυτα αλλά οι «πωλήσεις» δημόσιας περιουσίας με ευτελή αντίτιμα χαρακτηρίζονται αναπτυξιακή πολιτική. Το ν’ αρπάξει δηλαδή ένας ή περισσότεροι ιδιώτες, με δανεικά κι αγύριστα και απευθείας ανάθεση, τον ΑΔΜΗΕ δεν αποτελεί παράνομη ενέργεια;


Ξαναγυρνώ και κλείνω με την επίμαχη συνέντευξη. Είναι φανερό πως οι υποψήφιοι της αριστεράς θα υποβάλλονται μια άτυπη ιερά εξέταση μέχρι την Κυριακή των εκλογών από τα ΜΜΕ που στηρίζουν τη μνημονιακή κυβέρνηση. Η στάση και οι απαντήσεις του Γαβριήλ είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα αντιμετώπισης τέτοιων συμπεριφορών. Όχι γιατί ξεφεύγει από τις ερωτήσεις αλλά γιατί, αντίθετα, απαντά ξεκάθαρα και θαρρετά σε όσα οι αντίπαλοι μας θεωρούν  δικό τους γήπεδο.


Η πολιτική μάχη θα ξεπερνά πολλές φορές τα ζητήματα της τοπικής αυτοδιοίκησης, θέτοντας μερικές φορές την ανάγκη υπεράσπισης των αξιών της συλλογικότητας και της αλληλεγγύης αλλά και τη διάσωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

 Να μη φοβηθούμε λοιπόν να μιλήσουμε στη γλώσσα μας να μη φοβηθούμε να προτάξουμε αξίες της αριστεράς, να μη φοβηθούμε να συγκρουστούμε με ένα σύστημα που καταρρέει.

Παραφράζοντας λίγο τον Γαβριήλ θα πω πως δε θέλουμε να κερδίσουμε τη δημαρχία αλλά θέλουμε να κερδίσουμε τις καρδιές και συνειδήσεις των Αθηναίων πείθοντας τους ότι έχουμε δίκιο.
Πηγη: RedNotebook

 
 

Η αντικοινωνικότητα του ΚΚΕ



Το ΚΚΕ έχει κατηγορήσει την κοινωνία ότι “έχει ακόμη αυταπάτες”. Το θεμελιώδες πρόβλημα εδώ είναι ότι το ΚΚΕ δεν διανοείται να σκεφτεί ότι μπορεί το ίδιο να έχει αυταπάτες. Επομένως τι συζήτηση μπορείς να κάνεις με το ΚΚΕ τη στιγμή που το λάθος θα βρίσκεται οπωσδήποτε στη δική σου πλευρά;
Η οδύνη των ανθρώπων έχει για το ΚΚΕ πολύ μικρότερη σημασία από το υπ’ αριθμόν ένα θέμα: Τον κίνδυνο του ρεφορμισμού. Η γραφειοκρατία του ΚΚΕ δεν διανοείται να σκεφθεί ότι αν ο ρεφορμισμός για πολλούς ανθρώπους θα μπορούσε να είναι η διαφορά από τον θάνατο, τότε να σκεφθούμε ακόμη και τον ρεφορμισμό. Το ιδεολογικό σχήμα που έχει στο μυαλό της και η καθαρότητα του προηγούνται από τις μοναδικές ανθρώπινες ζωές.
Αλλά το ΚΚΕ δεν μας έχει ξεκαθαρίσει και ορισμένα βασικά θέματα πολιτικής στρατηγικής, εντελώς όμως πραχτικά (για να μπορούμε και εμείς να πορευόμαστε):

- Με τι εκλογικό ποσοστό είναι ευχαριστημένο, ώστε να καταδεχθεί να κυβερνήσει; Με 51%. με 70%, με 80%, με 99%;
- Αν προσβλέπει σε επανάσταση πως ακριβώς επιθυμεί να είναι; Το μόνο που έχει ξεκαθαρίσει είναι ότι αυτή δεν θα έχει σπασμένα τζάμια. Σπασμένα μάρμαρα; Σπασμένα ντουβάρια; Θα είναι με όπλα; Θα υπάρχουν οδοφράγματα;
Τίποτα δεν έχει ξεκαθαρίσει το ΚΚΕ και δεν ενδιαφέρεται να ξεκαθαρίσει. Είναι κλεισμένο στον κόσμο του, σαν αυτιστικό και περιμένει. Τι περιμένει; Ασφαλώς τον Γκοντό (βλέπε: Η ΚΝΕ κάνει πλάκα στον ΣΥΡΙΖΑ μέσω μιας διαφήμισης σοκολάτας. Μπράβο τους! Παρεμπιπτόντως, όμως, ας δουν ένα εμβληματικό θεατρικό έργο που ίσως τους αφορά: “Περιμένοντας τον Γκοντό”)
Πολλοί φίλοι του ΚΚΕ θα διαμαρτυρηθούν ότι το ΚΚΕ σκίζεται στους εργατικούς αγώνες. Όμως αν διαβάζανε πραγματικά τον Λένιν θα ήξεραν ότι χωρίς συγκεκριμένο πολιτικό σχέδιο οι απλοί εργατικοί αγώνες, από ένα σημείο και μετά, καταντούν απλό ξεκάρφωμα… 
Και τελικά:

Το κύριο μέτωπο του ΚΚΕ είναι ενάντια στον ΣΥΡΙΖΑ (σύμφωνα με την άποψη που υποστηρίζει ότι ο ρεφορμισμός είναι ο χειρότερος εχθρός…)

Καλοκαίρι του 2013. Το γεγονός εκείνης της περιόδου στην πολιτική ζωή της χώρας είναι το ιδρυτικό συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ. Ως είθισται όλα τα κόμματα, όλοι οι πολιτικοί φορείς και οργανώσεις στέλνουν εκπροσώπους.
Όλοι, εκτός από το ΚΚΕ (και τη ναζιστική Χρυσή Αυγή βέβαια)!!!
Tο ίδιο καλοκαίρι, το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος, το οποίο δεν θα δεχόταν ποτέ να εκπροσωπηθεί στη συνεδριακή διαδικασία των «οπορτουνιστών», έστελνε ως εκπρόσωπό του τον Γιάννη Γκιόκα, στο συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας, ο οποίος είχε απευθύνει χαιρετισμό ενώπιον ακροδεξιών Σαμαρικών και λοιπών… αντιδραστικών, μνημονιακών και νεοδοσιλογικών δυνάμεων. Το ΚΚΕ έστειλε εκπρόσωπο, όχι μόνο στη ΝΔ, αλλά και στο συνέδριο της Δημοκρατικής Αριστεράς και του ΠΑΣΟΚ.
Ελάχιστα έχουν αλλάξει από το καλοκαίρι του 2013 σε ότι αφορά στον τρόπο με τον οποίο το ΚΚΕ αντιμετωπίζει τα υπόλοιπα κόμματα του ελληνικού κοινοβουλίου και κυρίως τον ΣΥΡΙΖΑ.
Το τελευταίο διάστημα και ενώ οδεύουμε ολοταχώς προς τις ευρωεκλογές, ο Περισσός επιλέγει να ακολουθήσει την στρατηγική της ολομέτωπης επίθεσης προς το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Οι επιθέσεις του γενικού γραμματέα του Κόμματος Δημήτρη Κουτσούμπα προς τον ΣΥΡΙΖΑ είναι διαρκείς. Το ίδιο και η στάση του οργάνου της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, του Ριζοσπάστη.
Τα κερασάκια στην τούρτα υπήρξαν η άθλια αναφορά της πάλαι ποτέ «καλοθρεμμένης» καραμανλικής και σημερινής βουλευτίνας του Κόμματος, Λιάνας Κανέλλη, η οποία δήλωσε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να στηρίξει ακόμη και τη Χρυσή Αυγή στις αυτοδιοικητικές εκλογές, όπως επίσης και το κάκιστης αισθητικής, που θυμίζει εκείνα της γαλάζιας μονταζιέρας, και προβοκατόρικο βίντεο της Κομμουνιστικής Νεολαίας Ελλάδος, το οποίο επέμεινε ανήμερα του Αγίου Βαλεντίνου στη δήθεν ειδική σχέση ανάμεσα στον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξη Τσίπρα και τον πρόεδρο του ΣΕΒ Δημήτρη Δασκαλόπουλο.
Δεν υπάρχει άλλη εξήγηση: Το ΚΚΕ έχει τεθεί πλέον στην υπηρεσία του Αντώνη Σαμαρά και της ακροδεξιάς κλίκας που τον περιβάλλει.
Το ΚΚΕ στην εποχή του μνημονίου υπήρξε ιδιαίτερα προσεκτικό:
Προστάτεψε από τους διαδηλωτές το ελληνικό κοινοβούλιο, δέχτηκε σιωπηρά τα εύσημα από τους ταγούς της συστημικής δημοσιογραφίας (βλέπε διθυραμβικά σχόλια του Αλέξη Παπαχελά για την πρώην ΓΓ Αλέκα Παπαρήγα μέσα από τις σελίδες της αστικής «Καθημερινής»), εξάντλησε την επιθετική ρητορική του στοχοποιώντας σχεδόν εξολοκλήρου τον ΣΥΡΙΖΑ και τα λοιπά «ρεφόρμερς», επιχείρησε να εξομοιώσει, δήθεν, τη μνημονιακή συγκυβέρνηση με το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αλλά ταυτόχρονα, χάιδεψε την ακροδεξιά ΝΔ του Σαμαρά και έλαβε τα εύσημα και τους επαίνους ως… υπεύθυνο κόμμα.
Τι άλλο έκανε;
Αρνήθηκε κάθε πρόταση που απηύθυνε πριν από τις διαδοχικές εκλογικές διαδικασίες του 2012 για συνεργασία όλων των δυνάμεων της Αριστερά, ο Αλέξης Τσίπρας, ο οποίος είχε θέσει ανοιχτά το ζήτημα της προοπτικής σχηματισμού κυβέρνησης της Αριστεράς. Το ΚΚΕ αρνήθηκε τη συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ για τη συγκρότηση κυβέρνηση της Αριστεράς ακόμη και όταν ο Αλέξης Τσίπρας είχε προτείνει για πρωθυπουργό την Αλέκα Παπαρήγα, ενώ η πρώην ΓΓ του Κόμματο είχε αρνηθεί επίσης να προσέλθει στη συζήτηση με τον σημερινό αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης στο πλαίσιο των διερευνητικών επαφών μετά από τις εκλογές της 6ης του Μάη 2012.

Ποιοι είναι οι λόγοι που το ΚΚΕ επιλέγει αυτή τη στάση;
Είτε εξακολουθεί να εμμένει να διαδραματίζει τον… μεταπολιτευτικό του ρόλο ως δεκανίκι της Δεξιάς, είτε προσδοκά μεσο – μακροπρόθεσμα εκλογικά οφέλη από την φθορά του ΣΥΡΙΖΑ, είτε το κόμμα του οποίου ηγείται ο Αλέξης Τσίπρας βρίσκεται σήμερα στην αντιπολίτευση, είτε αύριο θα βρίσκεται στην κυβέρνηση.

Πηγη: Σχολιαστες χωρις συνορα

Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2014

Πρωτογενές έλλειμμα συλλογικής λειτουργίας



Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2014 21:21        Χ. Γεωργούλας, Π. Κλαυδιανός


Από το “σύμπτωμα Καρυπίδη” στην εφηβική ασθένεια του ΣΥΡΙΖΑ

Το «πρόβλημα Καρυπίδη» και το πολύ διαφορετικό στην ουσία του «πρόβλημα Βουδούρη» τροφοδοτούν δημοσιογραφικά ρεπορτάζ λιγότερο ή περισσότερο ενδιαφέροντα και λίγο πολύ πικρόχολα δημοσιογραφικά σχόλια, αλλά δεν παρακινούν σε αναζήτηση των βαθύτερων αιτίων που οδήγησαν σ’ αυτά.
Δεν είναι, ωστόσο, δύσκολο να αντιληφθεί κάποιος ότι δεν πρόκειται για δύο αστοχίες που έφερε η «κακιά ώρα». Ακολουθώντας απλά την εξέλιξη των πραγμάτων ανακαλύπτουμε εύκολα ένα σημαντικό έλλειμμα αποτελεσματικής συλλογικής λειτουργίας των κεντρικών και ενδιάμεσων οργάνων του ΣΥΡΙΖΑ, και αρκετών οργανώσεων του.
Παρά το γεγονός ότι οι περιφερειακές και δημοτικές εκλογές είναι προσδιορισμένες χρονικά ήδη από το φθινόπωρο του 2010, το υπεραρκετό αυτό χρονικό διάστημα δεν αξιοποιήθηκε, ώστε να αναπτυχθούν με επάρκεια οι δραστηριότητες των περιφερειακών κινήσεων, αλλά και να προχωρήσει η επεξεργασία τοπικών προγραμμάτων.
Το κενό αυτό έκανε ακόμα πιο αισθητό η έλλειψη αντίστοιχης προς την περιφέρεια κομματικής δομής του ΣΥΡΙΖΑ. Το αποτέλεσμα είναι πως οι διαρκώς ενισχυόμενες δυνάμεις της αξιωματικής αντιπολίτευσης φθάνουν πια στις παραμονές των περιφερειακών εκλογών χωρίς επαρκή πολιτική, προγραμματική και οργανωτική προετοιμασία. Κι αυτό δεν είναι άμοιρο του αποτελέσματος που είχε και η προσπάθεια ανάδειξης των υποψηφίων περιφερειαρχών.
Στις αδυναμίες αυτές ήρθε να προστεθεί η διάθεση υπερπολιτικοποίησης των περιφερειακών εκλογών και η άμεση και αδικαιολόγητη πολιτικά σύνδεσή τους με τις βουλευτικές εκλογές, με την έννοια ότι τους δόθηκε συχνά ο ρόλος «προκριματικών» βουλευτικών εκλογών ως μη όφειλε. Με αποτέλεσμα να ευνοούνται στις οργανώσεις οι ευκαιριακές επιλογές προσώπων με κριτήριο την αναγνωρισιμότητα και μόνο.

Τυπική ή ουσιαστική η ευθύνη των οργάνων;

Με δεδομένα όλα αυτά, το έργο της γραμματείας και της κεντρικής πολιτικής επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ, που ανέλαβαν να ορίσουν τους υποψήφιους περιφερειάρχες, γινόταν ακόμη πιο δύσκολο απ’ ό,τι θα φανταζόταν κανείς. Η ανάθεση μάλιστα της προετοιμασίας των προτάσεων προς την ΚΠΕ, ουσιαστικά σε έναν στενό κύκλο στελεχών, αόρατους συμβούλους, παρακάμπτονται ακόμη και θεσμικά ορισμένες επιτροπές αλλά και τη Γραμματεία, χωρίς την ενεργό συμμετοχή των οργανώσεων του ΣΥΡΙΖΑ σε πολλές περιπτώσεις, ήταν αναμενόμενο να οδηγήσει σε αστοχίες. Τόσο δύσκολο ήταν να έχουν καταθέσει στην ΚΠΕ οι ίδιες οι οργανώσεις των περιφερειών τις δικές τους προτάσεις; Τόσο αδιανόητο θεωρείται να ζητηθεί η γνώμη τους έστω εκ των υστέρων;
Την πίεση ενέτεινε και η ανεπεξέργαστη, ουσιαστικά, προσπάθεια να σηματοδοτηθεί με την επιλογή των υποψηφίων περιφερειαρχών το πολύπλευρο άνοιγμα προς δυνάμεις που αρχίζουν να διάκεινται ευνοϊκά προς τον ΣΥΡΙΖΑ. Και λέμε ανεπεξέργαστη, γιατί, όπως εκδηλώθηκε, έδινε βάρος στην επικοινωνιακή πλευρά αυτού του πολιτικού εγχειρήματος αδυνατίζοντας σε πολύ μεγάλο βαθμό τη σημασία του. Τη στιγμή που θα έπρεπε πια να αντιλαμβανόμαστε όλοι ότι το ζήτημα των εκλογικών συνεργασιών και πολύ περισσότερο των μονιμότερων συμμαχιών είναι υπόθεση συστηματικής και επίπονης προσπάθειας και όχι συμβολικών κινήσεων. Ας σημειωθεί εδώ ότι η σχετική επιτροπή της ΚΠΕ που έχει οριστεί, μέχρι σήμερα δεν έχει συζητήσει καν πώς θα μπορούσε να παράξει έργο σ’ αυτό τον κρίσιμο τομέα.

Η αντιδημοκρατική λογική του «πακέτου»

Με τόση έλλειψη προεργασίας, λοιπόν, έρχεται στην ΚΠΕ μια πρόταση που επιχειρείται με αντιδημοκρατικό τρόπο να περάσει πακέτο. Για ποιο λόγο; Μήπως επειδή ήταν τόσο καλά επεξεργασμένη πολιτικά και τόσο συζητημένη σε όλα τα επίπεδα, που απλώς χρειαζόταν μια επικύρωση; Όσα ακολούθησαν δεν ευνοούν μια τέτοια ερμηνεία. Αντίθετα, συνηγορούν στην εκδοχή ότι τείνει να γίνει συνήθεια από την πλευρά της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ να τίθενται με διλημματικό τρόπο ζητήματα που από τη φύση τους οφείλουν να εξετάζονται κατά περίπτωση, γιατί μόνο έτσι μπορούν να εξασφαλίσουν την ευρύτερη δυνατή συναίνεση. Και υποβάλλουν την ιδέα ότι το «πακέτο» διαμορφώθηκε στη βάση της ξεπερασμένης πια αντίληψης ενός ΣΥΡΙΖΑ των συνιστωσών.
Η επιμονή στην τήρηση δημοκρατικών διαδικασιών και στην ύπαρξη συλλογικών ασφαλιστικών δικλίδων προς αποφυγήν αστοχιών δεν μπορεί να θεωρείται κωλυσιεργία ούτε να γεννά υποψίες ή και φόβους διάρρηξης του συνεκτικού ιστού που διατηρεί μια στέρεη πολιτική συλλογικότητα όπως ο ΣΥΡΙΖΑ. Αντίθετα, αποτελούν προϋποθέσεις εκ των ων ουκ άνευ για ένα κόμμα που δεν θέλει απλά να αναρριχηθεί στην κυβέρνηση, αλλά να κάνει υπόθεση των μελών του και των λαϊκών τάξεων την ανατροπή της μνημονιακής μιζέριας και την κοινωνική και παραγωγική ανασυγκρότηση με σοσιαλιστική προοπτική.
Από την άποψη αυτή, δεν δικαιολογούνται δισταγμοί ή φόβοι για το τι θα πουν τα μίντια. Η πολιτική ζημιά σχεδόν πάντα είναι πολύ μεγαλύτερη, όταν οι διορθωτικές προσπάθειες γίνονται εκ των υστέρων. Η πρόληψη δεν είναι απλώς προτιμότερη, διαπαιδαγωγεί επίσης μέλη και ηγεσία σε μια συντροφική και δημοκρατική αντίληψη για την επίλυση των πολιτικών διαφορών και την τελική σύνθεση των αντιθέσεων.

Η αυθεντία της καθοδήγησης

Το χειρότερο απ’ όλα, ωστόσο, μπορεί να συμβεί τώρα. Στα ηγετικά επίπεδα φαίνεται να επικρατεί μια αντίληψη που μπορεί να αποδειχθεί πολλαπλά επιζήμια. Δηλαδή, ότι η ηγεσία δεν μπορεί να υποχωρεί από τις αρχικές επιλογές της και ότι ο καθοδηγητικός ρόλος της συνίσταται αποκλειστικά στο να επιβάλλει την άποψή της και όχι να καλλιεργεί μια αμφίδρομη σχέση ανταλλαγής πολιτικών απόψεων και πολιτικής εμπειρίας με τις οργανώσεις των μελών.
Δεν είναι ντροπή, είναι έπαινος για ένα καθοδηγητικό όργανο, για μια πολιτική ηγεσία να ξέρει πώς να συνάγει τα απαραίτητα συμπεράσματα από τον ανοιχτό και δημοκρατικό διάλογο με τις οργανώσεις που την έχουν αναδείξει. Η σχέση τους δεν είναι σχέση επιβολής, είναι σχέση διαλεκτική. Μετά από μια δημοκρατική αντιπαράθεση απόψεων, εκείνο που προσδοκούμε δεν είναι η καταγραφή των αμετάβλητων διαφορών με σκοπό την εγγραφή υποθήκης για ένα απροσδιόριστο μέλλον, το οποίο ήδη είναι υπονομευμένο από ένα διχαστικό παρόν. Οφείλουμε, δηλαδή, να προσδοκούμε τον αλληλοεπηρεασμό, την προωθητική σύνθεση, το συλλογικό βήμα προς τα εμπρός, αντί για την καθηλωτική εμπλοκή σ’ έναν πόλεμο εσωκομματικής φθοράς. Πρόκειται για ένα σφάλμα που υποπίπτει συχνά η Αριστερή Πλατφόρμα οδηγούμενη σε θέσεις που δεν συνεισφέρουν σε προαγωγή της γραμμής μας, σε σύνθεση. Η ιστορικά μυωπική επιφύλαξη στην υποψηφιότητα του Αλέξη για το Ευρωπαϊκό Κόμμα είναι ενδεικτική.

Καλύτερα να προλαβαίνουμε…

Οι δύο σύντροφοι της γραμματείας που έθεσαν το ζήτημα της επανεξέτασης των υποψηφιοτήτων για τις περιφέρειες Δ. Μακεδονίας και Πελοποννήσου, μπορεί να δεχθούν κάθε είδους κριτική, ωστόσο τελικά έθεσαν επιτακτικά το υπαρκτό πολιτικό ζήτημα και κίνησαν με τη δικαιολογημένη και δημοκρατικά νομιμοποιημένη επιμονή τους τη διαδικασία επανεξέτασης. Θα μπορούσαν να είχαν ενεργήσει προληπτικά, πράγμα που θα μείωνε τις ζημιές που ήδη καταγράφηκαν και δημοσκοπικά (βλέπε μέτρηση της Public Issue). Το ζήτημα της δυνατότητας πρόληψης, αποτροπής αφορά και το ιδεολογικό ρεύμα της ΑΝΑΣΑΣ. Οι δυνατότητες να παίξει έναν εποικοδομητικό, κάποτε και σωτήριο ρόλο για τον ΣΥΡΙΖΑ, φάνηκε τις τελευταίες μέρες στο θέμα Καρυπίδη, αλλά και Βουδούρη όταν επέμεινε –παρά την αφόρητη πίεση– να μετρηθούν επί της ουσίας οι απόψεις των οργανώσεων. Στο μέλλον, ιδίως, όταν το κόμμα θα κληθεί να αναλάβει πολύ σοβαρότερα καθήκοντα, η ΑΝΑΣΑ μπορεί, με μεγαλύτερη φροντίδα απ’ ό,τι τώρα για τον διακριτό της ρόλο, να είναι δύναμη συμβολής στις θέσεις σύνθεσης και ενότητας.
Αν χρειάζεται να επιμείνουμε τόσο σε ένα εκ πρώτης όψεως όχι και τόσο σημαντικό ζήτημα, είναι γιατί μπορεί να μας χρησιμεύσει και σαν εμπειρία για το άμεσο μέλλον. Πολύ σύντομα ίσως χρειαστεί ο ΣΥΡΙΖΑ να προβεί σε εκατοντάδες επιλογές προσώπων. Το πώς θα τις πραγματοποιήσει με το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα, δεν είναι ζήτημα ενός εσωκομματικού μπρα ντε φερ, είναι ζήτημα κρίσιμης σημασίας για την επιτυχία τού έργου μιας αυριανής κυβέρνησης της αριστεράς. Και έχουμε χρέος να ασκηθούμε σ’ αυτό το άθλημα από τώρα. Θα έπρεπε ήδη να είχαμε ολοκληρώσει την άσκηση αυτή. Αντίθετα, πήραμε έναν πολύ κακό βαθμό με τις αυτοδιοικητικές. Γιατί αυτό που παίζεται δεν είναι ποιος θα συγκεντρώσει τους πιο πολλούς εσωκομματικούς πόντους, αλλά η τύχη μιας ιστορικής δυνατότητας της ελληνικής αριστεράς. Κανείς μας δεν πρέπει να χάσει την ιστορική αίσθηση των καιρών.
Υ.Γ.: Από την απόφαση της Νομαριακής Επιτροπής ΣΥΡΙΖΑ Ρεθύμνου αντιγράφουμε ένα απόσπασμα με μία σκέψη που δεν θα μπορούσαμε να διατυπώσουμε καλύτερα:
Τη στιγμή που το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί οδηγό για την ανασυγκρότηση της ευρωπαϊκής αριστεράς και η υποψηφιότητα του συντρόφου Αλέξη Τσίπρα ξαναβάζει την Αριστερά στο προσκήνιο των λαϊκών αγώνων σε όλη την Ευρώπη, οι εσωτερικές μας διεργασίες απειλούν να οδηγήσουν στην αποσυσπείρωση των μελών μας, αλλά και πολλών αγωνιστών της κοινωνικής αριστεράς που μας πλαισιώνουν με ελπίδα και εμπιστοσύνη.

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2014

Κριτική ή θερμομέτρηση;

 




Του Νίκου Σκοπλάκη

Κατά την τελευταία τριετία, φαίνεται να έχει σπάσει οριστικά η παλιά συναίνεση τουθριαμβεύοντος νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού στην ελληνική εκδοχή του. Ο τρόπος με τον οποίο θα αντιμετωπιστεί στο πολιτικό πεδίο αυτή η εξέλιξη, η εκ μέρους της Αριστεράς αναμέτρηση με τις κοινωνικές σχέσεις στις οποίες βασίστηκε η δυναμική της νεοφιλελεύθερης συναίνεσης και μέσα στις οποίες εξακολουθεί να επιβιώνει λανθάνουσα η δυναμική της θα αποβούν καθοριστικοί παράγοντες για την εξασφάλιση της αριστερής ηγεμονίας ή αντιθέτως για την ανάδυση νέων ολέθριων αντιθέσεων.

Ο «λαός της Αριστεράς», υπαρκτός και δυνητικός, θα κινηθεί μέσα από τις συγκεκριμένες αντιφάσεις είτε ως οργανικά προωθητική δύναμη της αριστερής ηγεμονίας είτε ως εύξεστο και ευτόρνευτο πλήθος στην τροχιά μιας νέας γραφειοκρατικής αφασίας και ενσωμάτωσης. Σε πείσμα μιας επιβίωσης του εστέτ σεκταρισμού, δεν είναι κακό που η κοινωνική - ταξική συμμαχία της Αριστεράς εμφανίζεται με χαρακτηριστικά ταλάντευσης ανάμεσα στο καινούργιο και το παλιό. Κακό, δηλαδή αυτοακυρωτικό για μια αριστερή πολιτική δύναμη, είναι να χειρίζεται αυτά τα χαρακτηριστικά, αντί να οργανώνει πολιτικά και ιδεολογικά τη νέα ιστορική συνείδηση, η οποία θα θεμελιώσει την αριστερή διακυβέρνηση σε επίπεδο πρακτικών και θεσμών.
Μέσα στον πολιτικό φορέα της σύγχρονης ριζοσπαστικής και ανανεωτικής Αριστεράς οφείλει να αναπτύσσεται διαλεκτικά, δηλαδή και συγκρουσιακά, η θεώρηση της πάλης των τάξεων και της αριστερής ηγεμονίας. Οι πόλοι άρθρωσης της πολιτικής και ιδεολογικής φυσιογνωμίας θα προσδιορίζουν το εύρος, την ποιότητα και την προοπτική της ενότητας. Το πάντα ευαίσθητο και σύνθετο ερώτημα σχετικά με το τι ξεχωρίζει το «ορθό» από το «αληθινό» στην αριστερή πολιτική δεν μπορεί να τίθεται με την μπλαζέ υπεροψία του Πιλάτου. Εφόσον οι θέσεις που επικαλούνται τάσεις ή ομαδοποιήσεις εντός του αριστερού πολιτικού φορέα για να προωθήσουν μια κατεύθυνση δράσης σε αντιπαράθεση με άλλες συγκροτούνται κοινωνικά και γνωσιακά, τότε τα ντετερμινιστικά αξιώματα και οι τελεολογικές αυτάρκειες προς αβρόχοις ποσί απόκτηση της πρωτοκαθεδρίας δεν προωθούν την πολιτική μαζών, αλλά αντιλήψεις που απλώς επικαλούνται τις μάζες. Απέναντι στην κριτική λειτουργία σε μια διαρκή διαδικασία από τη βάση ώς την κορυφή και αντιστρόφως, παραμονεύει ο παλιός κακός απριορισμός ως άθροιση χειρισμών. Αν, όμως, η κριτική λειτουργία δημιουργεί πόλους άρθρωσης δημιουργικών συνθέσεων μεταξύ της γνώσης και της εμπειρίας, η μετατροπή του απριορισμού σε διαχειριστικό θέσφατο αναδεικνύει σε μοναδικό πόλο άρθρωσης της πολιτικής και ιδεολογικής φυσιογνωμίας τον εμπειρισμό ενός στενού κομματικού κέντρου. Το μέτρο της κριτικής λειτουργίας υποκαθίσταται έτσι από έναν αριστεροφανή ταρτουφισμό της συμμόρφωσης με το κατά περίπτωση αναμενόμενο και η νέα ιστορική συνείδηση πάει περίπατο: επιστρέφει σε αυτά που «αρέσουν στο κοινό», στον μυστικοποιημένο κόσμο της πολιτικής του θεάματος.

Αυτός ο ταρτουφισμός δεν μπορεί να είναι μέτρο, ωστόσο φιλοδοξεί να γίνεται διαρκώς θερμόμετρο. Να αυτοθαυμάζεται ως αίρεση, αλλά να πράττει σαν δόγμα: «Γιατί, έτσι απλά, δογματισμός είναι ό,τι δεν αποδεικνύεται και συνηθέστατα η λήψη του ζητούμενου ως δοσμένου», έγραψε ο Άγγελος Ελεφάντης το 1976. Τα ρέοντα και αντιφατικά της κριτικής λειτουργίας δεν βελτιώνονται ποιοτικά και δεν συντίθενται αποτελεσματικά, όταν οι αντιρρήσεις ή οι ιδεολογικές αναμετρήσεις δυσφημούνται συνοπτικά, συμβατικά και αφοριστικά ως «αριστερόμετρα». Τεχνάσματα όπως αυτό στριμώχνουν τις αντιθέσεις «έγκλειστες στο εγώ τους» σε ράφια προκατασκευασμένων απαντήσεων και ανάγουν τις διεργασίες σε «σωστές» ή «λανθασμένες» θερμοκρασίες. Η υπαγωγή των αριστερών στην κούρα της θερμομέτρησης, αντί της εκπαίδευσης στην κριτική λειτουργία με ορίζοντα την πολιτική και ιδεολογική τους ηγεμονία, ενείχε πάντα τον κίνδυνο της μετάπτωσης σε έναν μάταιο θαυμασμό, φρενήρη και οκνηρό συνάμα, που είναι ίδιον του οπαδού. Θαυμασμός, διότι το ακινητοποιημένο βλέμμα συνεπαίρνεται από την εκάστοτε επίδειξη τεχνικής. Μάταιος, επειδή η ετεροκαθοριζόμενη, υποπολιτική συνείδηση παραμένει ανίκανη να εκπληρώσει τα πολιτικά καθήκοντα που διακηρύσσει.

Στη σύγχρονη Αριστερά δεν υφίστανται αναπόδεικτα δρόμοι της Αρετής και δρόμοι της Κακίας. Από την άλλη, όμως, ενώ η κριτική λειτουργία συμβάλλει στην ευρύτερη κατανόηση της κοινωνικής διαπάλης και στην κίνηση της πολιτικής αλλαγής, το θερμόμετρο του απριορισμού ακινητοποιεί την κριτική συνείδηση σε μια πειθήνια, ανερμάτιστη συνάθροιση προκατασκευασμένων προτύπων, εχθρική απέναντι στην καινοτόμο σκέψη και πράξη. Κι εδώ είναι που αναφύεται το πραγματικό δίλημμα.

* Ο Νίκος Σκοπλάκης είναι ιστορικός

πηγή: Αυγή

Κυριακή 20 Μαΐου 2012

Τι σημαίνει αριστερή κυβέρνηση;

Wassily Kandinsky's Composition VII, 1913. The Tretyakov Gallery, Moscow. Painted in 1913 when Kandinsky lived in Munich, Germany.

 














του Νίκου Γιαννόπουλου*, απο τα Ενθέματα της ΑΥΓΗΣ


Το αποτέλεσμα των εκλογών, και ως προς τον αιφνιδιαστικό του χαρακτήρα, αλλά και ως προς τα δεδομένα του, είναι συγκλονιστικό. Την καλύτερη εικόνα τη δίνει η δήλωση του Μελανσόν, όταν του ζήτησαν να σχολιάσει το δικό του αποτέλεσμα. «Είμαι ευτυχής», είπε, και, καθώς ο δημοσιογράφος κοντοστάθηκε, συνέχισε: «Για τα αποτελέσματα των συντρόφων στην Ελλάδα».

Το παιχνίδι έχει ανοίξει. Και είναι πολύ καλό, σε οποιαδήποτε συνθήκη κοινωνικού ανταγωνισμού, το παιχνίδι να ανοίγει, παρά να προσβλέπουμε σε μικρές σωρεύσεις, σε ένα μικρό παιχνίδι. Είναι πολύ προτιμότερη η αμηχανία της νίκης από την αμηχανία της ήττας. Η δεύτερη οδηγεί, στην καλύτερη περίπτωση, στην αναπόληση του ένδοξου παρελθόντος, ενώ η πρώτη είναι δυνατόν να επινοήσει το μέλλον.

Η ψήφος στον ΣΥΡΙΖΑ ήταν, κατά κύριο λόγο, ταξική ψήφος. Ταξική ψήφος, βέβαια, δεν σημαίνει και ταξικά συνειδητοποιημένη· σημαίνει μια ψήφο με βάση τις συνθήκες ζωής των ανθρώπων. Στα νοσοκομεία, στους εργαζόμενους στις δομές τοξικοεξαρτημένων, στους επισφαλείς, στην εφεδρεία, τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ αγγίζουν… τσαουσεσκικά όρια. Ο ΣΥΡΙΖΑ, γενικότερα, τα πήγε πολύ καλά, για τρεις λόγους.

Ο πρώτος είναι ότι ήταν στην ουσία η μόνη δύναμη αντιπολίτευσης, με μια πολύ αξιοπρεπή υποστήριξη στα κινήματα. Ο δεύτερος είναι ότι στοχοποιήθηκε από τον αντίπαλο, και αυτό μπόρεσε να το αξιοποιήσει θετικά. Ο τρίτος λόγος, με όλη την αντιφατικότητα, είναι ότι μίλησε για αριστερή κυβέρνηση· για αριστερή κυβέρνηση της Αριστεράς, όχι της κεντροαριστεράς. Η στάση του ΣΥΡΙΖΑ, μια βδομάδα μετά τις εκλογές, είναι άρτια· υπάρχουν αδυναμίες, παραφωνίες, φοβίες, ας μη στεκόμαστε όμως στη λεπτομέρεια και τη μικρή εικόνα. Στην πορεία προς τις νέες εκλογές, οι εκβιασμοί και η τρομοκρατία που θα ασκηθούν θα κάνουν όσα βλέπουμε τούτες τις μέρες να μοιάζουν με νηπιαγωγείο.

Πριν προχωρήσω, ένα σχόλιο για το ΚΚΕ. Το ΚΚΕ είχε μια στάση εξαιρετικά σεχταριστική και ψοφοδεή. Νομίζω ότι έχει αποφασίσει πως αν ανακατευτεί με οτιδήποτε άλλο θα βάλει σε κίνδυνο την ίδια την κομματική του υπόσταση. Εσωτερικά βράζει, θα έχει και πτώση, αλλά ας είμαστε επιφυλακτικοί: διαθέτει και παραδόσεις και μηχανισμό και εσωτερική συνοχή πολύ βαθιά. Έτσι, όλα αυτά μπορεί να μη βγάλουν σχίσμα, σίγουρα όμως θα βγάλουν στελέχη και δυνάμεις που την επόμενη περίοδο, ανάλογα και με τις συνθήκες, θα παίξουν τον ρόλο τους.

Τώρα, για την κατάσταση που διαμορφώνεται στον ΣΥΡΙΖΑ, στην κοινωνία, στο κίνημα. Ο ΣΥΡΙΖΑ αφενός βρίσκεται σε μια πορεία αριστερόστροφη, ενώ παράλληλα εξακολουθεί να έχει αρκετά από τα προγενέστερα προβλήματα: συγκεκριμένη συνοχή και αντοχές, συγκεκριμένο πολιτικό προσωπικό, συγκεκριμένες φοβίες και αυταπάτες για το εθνικό ακροατήριο κλπ. Έχει όμως αυτή τη στιγμή πολλές προϋποθέσεις να τραβήξει κι άλλο αριστερά — δεν εννοώ να βγάζει κραυγές, αλλά να βρει το σωστό μείγμα μαζικολαϊκής απεύθυνσης και στέρεου πλαισίου που να συγκροτεί τον κόσμο που απευθύνεται σ’ αυτόν, ενώ παράλληλα να φτιάχνει ένα μέτωπο απάντησης στην επίθεση.

Η κατάσταση στην κοινωνία είναι επίσης αντιφατική. Ένα τμήμα της τα τελευταία χρόνια βγήκε στον δρόμο, είχε την εμπειρία των πλατειών, των αγώνων· παρ’ όλα αυτά, είναι μια κοινωνία χωρίς μεγάλες αγωνιστικές εμπειρίες, με αρκετή ιδεολογικοπολιτική σύγχυση, μια κοινωνία που θέλει μια αριστερή κυβέρνηση για να της εξασφαλίσει αξιοπρεπή διαβίωση, παράλληλα όμως δεν είναι έτοιμη να επωμιστεί το κόστος μιας σύγκρουσης. Φυσικά, δεν μπορούμε να εκλέξουμε άλλο λαό ή να λέμε τις ανοησίες του ΚΚΕ. Απέναντι σ’ αυτή την αντιφατική κατάσταση πρέπει να εντείνουμε την ταξική κοινωνική διαίρεση, κι όχι να προσπαθήσουμε να είμαστε «και με τον αστυφύλαξ και με τον χωροφύλαξ».

Σε ό,τι αφορά την κατάσταση του κινήματος, αν και τα τελευταία χρόνια έχουμε ελπιδοφόρες εστίες, το κοινωνικό στην Ελλάδα παραμένει αδύναμο. Όσοι έχουμε μια στοιχειώδη σχέση με την ιστορία του κομμουνιστικού και του αριστερού κινήματος, καταλαβαίνουμε ότι χωρίς αυτοοργάνωση, αυτοσυνείδηση, ενεργοποίηση του λαϊκού παράγοντα, ακόμα και μια Αριστερά με τις καλύτερες προθέσεις δεν μπορεί να αποδώσει· θα μετεωρίζεται, με πιθανότερη κατάληξη την ενσωμάτωση και την ήττα.

Συνεχίζω με μερικά σχόλια για το πώς πρέπει να πολιτευθεί ο ΣΥΡΙΖΑ το επόμενο διάστημα. Πρώτα πρώτα, χρειάζεται ένας μαζικός αγωνιστικός λόγος, μια ανασυγκρότηση ενός διεισδυτικού, επιθετικού ιδεολογικοπολιτικού πλαισίου, ενός πλαισίου εύληπτου και αγωνιστικού μαζί. Είναι προφανές ότι δεν μπορείς να πεις, με τους παρόντες συσχετισμούς στον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό, ότι μέσα σε ένα μήνα θα έχω τελειώσει με το Μνημόνιο, θα έχω εθνικοποιήσει τις τράπεζες, θα έχω κάνει ξανά δημόσιες τις ιδιωτικοποιημένες επιχειρήσεις, θα έχω δημεύσει την εκκλησιαστική περιουσία, θα έχω παγώσει τις στρατιωτικές δαπάνες. Έχει όμως σημασία με ποια στρατηγική πηγαίνεις, για να μπορέσεις λ.χ. να βάλεις στις τράπεζες το ζήτημα του κοινωνικού ελέγχου: Πού πηγαίνουν τα λεφτά, αν παίζουν όλα τα διαθέσιμα στα χρηματιστήρια, τι γίνεται με τις μικρές επιχειρήσεις, γιατί δεν δίνουν δάνεια σε φτωχούς καταθέτες. Το ίδιο ισχύει με την αποκατάσταση των εισοδημάτων στα κατώτερα στρώματα, με ιδιαίτερη έμφαση στα κοινωνικά δικαιώματα, τον κοινωνικό μισθό, την υγεία. Το να έχει ο κόσμος πρόσβαση στα νοσοκομεία, να έχουν τα νοσοκομεία χειρουργεία και φάρμακα, να πληρώνονται οι γιατροί τις υπερωρίες τους είναι ζητήματα που δεν απαιτούν μείζον κόστος, δίνουν σαφές αριστερό πρόσημο και έχουν απήχηση· δεν είναι μια συζήτηση ιδεολογική. Περίθαλψη, προστασία και χαμηλά εισοδήματα αποτελούν αιχμές, οι οποίες πρέπει στην προεκλογική περίοδο να είναι πολύ σαφείς.

Ένα άλλο σημείο είναι η κινητοποίηση του λαϊκού παράγοντα. Πιστεύω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν τα έχει πάει και τόσο καλά εδώ. Έχει σχετικά μικρή δυνατότητα κινητοποίησης, όπως φάνηκε στην προεκλογική συγκέντρωση στην Αθήνα, το βράδυ των εκλογών κλπ. Όταν λέω «κινητοποίηση» μιλάω για μια μεγάλη γκάμα: από τη διοργάνωση ενός μαζικού συλλαλητηρίου ενάντια στους εκβιασμούς της τρόικας μέχρι λαϊκές συνελεύσεις για τη συγκρότηση πλαισίων διεκδίκησης, οργάνωσης της αντίστασης κλπ. Ο ΣΥΡΙΖΑ, για να βρει αυτή την ισορροπία «στρογγυλέματος» και «αιχμηρότητας», μαζικολαϊκής απεύθυνσης και βαθέματος του πλαισίου, πρέπει να είναι καθαρός, να πει: Αυτός είναι ένας δύσκολος δρόμος, αλλά είναι ένας δρόμος που εξαρχής εγγυάται μια ζωή με αξιοπρέπεια και κοινωνική δικαιοσύνη. Μ’ αυτή την έννοια, είμαι αντίθετος σε εκλογικίστικες ανασυνθέσεις. Για να μην παρεξηγηθώ, δεν έχω κανένα πρόβλημα για τεχνικές ρυθμίσεις, προκειμένου να πάρει τις 50 έδρες, αλλά όχι κόμματα «της μιας νύχτας», που δημιουργούν προβλήματα, παράγουν στρεβλές εικόνες.

Σε σχέση τώρα με την υπόλοιπη Αριστερά. Κατ’ εμέ, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αλλά και οι Οικολόγοι θα έπρεπε στις επόμενες εκλογές να αποσυρθούν και να ψηφίσουν κριτικά τον ΣΥΡΙΖΑ. Δεν νομίζω ότι θα το κάνουν. Ανεξάρτητα από αυτό, είναι σημαντικό πρωτοβάθμια σωματεία, κινηματικές συλλογικότητες να παρέμβουν αυτή την περίοδο με τα δικά τους περιεχόμενα.

Tελειώνοντας, τι σημαίνει «κυβέρνηση της Αριστεράς»; Η κυβέρνηση της Αριστεράς είναι μια πολιτικά μεταβατική φάση, μέσα στον καπιταλισμό — δεν μιλάμε για επαναστατική ανατροπή του συστήματος. Πρέπει να ανοίξει τον δρόμο για τη συνειδητοποίηση, τη συμμετοχή, την αυτοοργάνωση και την αντιεξουσία των εργαζομένων. Εάν δεν κάνει τα προηγούμενα, πολύ φοβάμαι ότι θα αντιμετωπίσει είτε το ενδεχόμενο μιας σύντομης συντριβής είτε τη συντηρητικοποίηση, τον εκφυλισμό σε κεντροαριστερή κατεύθυνση (ακόμα κι αν δεν συμμετέχει σε αυτή το Κέντρο). Δηλαδή στην ουσία θα έχει να διαλέξει ανάμεσα σε μια ένδοξη και μια άδοξη ήττα. Το εγχείρημα είναι εξαιρετικά δύσκολο –είμαστε και άμαθοι σ’ αυτά– και ταυτόχρονα εξαιρετικά σημαντικό. Επομένως, έχουν σημασία η αποφασιστικότητα, τα άμεσα μέτρα, η στάση απέναντι στους δανειστές, η απεύθυνση στους εργαζόμενους διεθνώς και ιδιαίτερα στον Μεσογειακό Νότο, η εντιμότητα, η έκθεση των δυσκολιών αλλά και των δυνατοτήτων, ουσιαστικές και συμβολικές πράξεις, όπως η μείωση της ψαλίδας των μισθών: να πει ο ΣΥΡΙΖΑ ότι δεν μπορεί να παίρνει κανείς πάνω από 2.500 τον μήνα, οι δικαστές, οι στρατιωτικοί και οι βουλευτές πρωτίστως – και ακόμα πιο πρωτίστως οι δικοί του. Επίσης, εμπιστοσύνη στον λαϊκό παράγοντα, συστηματική ενίσχυση της οργάνωσής του, μέσα και από θεσμούς όπως οι συμμετοχικοί προϋπολογισμοί, δομές δυαδικής εξουσίας, σε συνδυασμό με την επινοητικότητα, να δούμε τι θέλουμε — είμαστε κι εμείς παλιός κόσμος, και δεν μπορούμε έτσι, με τη μία, να υποδυθούμε τον νέο. Πρωτοβουλίες ενίσχυσης της σχέσης παραγωγών-καταναλωτών, ενθάρρυνση πρακτικών «κοινωνικού νομίσματος», εργατικός κοινωνικός έλεγχος, συνεταιριστικά εγχειρήματα. Όλα αυτά πρέπει να τα βάλει μπροστά ο ΣΥΡΙΖΑ. Είτε βρεθεί στον ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης είτε κληθεί να κυβερνήσει, ο κοινωνικός ανταγωνισμός θα σκληρύνει. Και εκεί πρέπει να φτιάξουμε συσχετισμούς μέσα στην κοινωνία, ώστε οι άνθρωποι να αισθάνονται από τη μία ότι βελτιώνεται η ζωή τους, και, από την άλλη, γίνονται καλύτεροι άνθρωποι, ότι νιώθουν καλά, ότι ακόμα κι αν δεν αποκαθίστανται αμέσως τα εισοδήματά τους, ζουν με αξιοπρέπεια. Αυτό θα είναι ένα μεγάλο επίδικο της περιόδου.

***
Ανάμεσα στον σκεπτικισμό και την απερισκεψία υπάρχει η σκέψη, ανάμεσα στην αισιοδοξία της βούλησης και την απαισιοδοξία της γνώσης υπάρχει η επαναστατική απαισιοδοξία: τα διεκδικούμε όλα, για να αποφύγουμε το χειρότερο, όπως έγραφε ο μεγάλος Μπένγιαμιν. Βρισκόμαστε σε μια τέτοια περίοδο. Είμαστε βέβαιοι για το δίκιο μας, αλλά πρέπει να είμαστε εντελώς αβέβαιοι για τον τρόπο που το διεκδικούμε.

Αν δεν απευθυνθείς σε ευρύτερα στρώματα, το μόνο που κάνεις είναι να αναπαράγεις την ύπαρξή σου. Αν πάλι δεν χτίσεις μια αριστεροσύνη, γίνεσαι ο ίδιος μέσος όρος. Αυτή είναι η μεγάλη αφήγηση και η μεγάλη ιστορία της Αριστεράς. Καλούμαστε λοιπόν, με τα λίγα εργαλεία που έχουμε, να δούμε τι θα κάνουμε. Δεν μπορούμε να λέμε μαξιμαλισμούς, δεν μπορούμε όμως και να λέμε μόνο τα πράγματα που δεν θα ενοχλήσουν. Η ισορροπία δεν είναι θέμα ευφυΐας, είναι ζήτημα πολιτικών και κοινωνικών υποκειμένων. Αυτό δεν είναι εξασφαλισμένο, είναι διεκδικήσιμο — και βρισκόμαστε σε μια περίοδο που είναι αληθινά διεκδικήσιμο.

Τελειώνω με δυο παραδείγματα, για τους μετανάστες και το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης. Δεν περιμένω να βγει αύριο ο ΣΥΡΙΖΑ να πει ότι, όπως κινούνται ελεύθερα τα εμπορεύματα και τα κεφάλαια, έτσι πρέπει να κινούνται ελεύθερα και οι άνθρωποι. Ούτε να πει άμεση νομιμοποίηση όλων των μεταναστών. Μπορεί όμως να λέει ότι τα θέματα ασφάλειας και εγκληματικότητας δεν είναι θέμα αστυνόμευσης, αλλά ζήτημα κοινωνικής πολιτικής; Να λέει ότι τα στρατόπεδα συγκέντρωσης προσβάλλουν τη δημοκρατική παράδοση της χώρας; Να πει ότι όσοι μετανάστες ζουν και δουλεύουν εδώ πρέπει να έχουν χαρτιά;

Πάμε και στην αστυνομία, το βαθύ κράτος. Προφανώς, δεν περιμένω να διαλυθεί η αστυνομία και να φτιαχτούν λαϊκές πολιτοφυλακές. Ούτε περιμένω να αφοπλισμό της αστυνομίας συνολικά. Τι θα περίμενα; Να μπει τέρμα στην αστυνομική αυθαιρεσία και ασυδοσία, να υπάρχει λογοδοσία στην κοινωνία. Πρόκειται για αστική νομιμότητα, αλλά αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα σήμερα: τα βασανιστήρια στα αστυνομικά τμήματα, οι εξευτελισμοί στους δρόμους, η βαρβαρότητα. Επίσης, να απαγορευθούν τα χημικά και η οπλοφορία των αστυνομικών στις διαδηλώσεις. Αυτό είναι κάτι που παλεύεται. Ασφαλώς μας ενδιαφέρει το σύνολο της κοινωνίας, αλλά πρέπει να ξέρουμε ότι η δύναμή μας είναι η ένταση της ταξικότητας, του κοινωνικού· όχι με την έννοια της διάλυσης του κοινωνικού ιστού, αλλά με τη συνειδητοποίηση της διαίρεσης, των στρατοπέδων. Πώς έλεγε ο ΣΥΡΙΖΑ «Ή εμείς ή αυτοί»; Αυτό πρέπει να χτιστεί.

* Ο Νίκος Γιαννόπουλος είναι μέλος του Δικτύου για τα Κοινωνικά και Πολιτικά Δικαιώματα. To άρθρο βασίζεται στην ομιλία του στην εκδήλωση που οργάνωσαν τα «Ενθέματα» και το RedNotebook με θέμα «Οι εκλογές της 6ης Μαΐου και η Αριστερά στο νέο τοπίο», στις 11.5.2012 (ομιλητές: Νίκος Γιαννόπουλος, Παύλος Κλαυδιανός, Δημήτρης Χριστόπουλος)