Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2010

"Μιλούμε όμως συνεχώς για πράγματα, που ούτε ξέρουμε ούτε νιώθουμε· για σύννεφα, ουρανούς, αγγέλους και διάφορες άλλες αηδίες." *

Ο ποιητής και πεζογράφος   Γιώργος Ιωάννου    γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το Νοέμβριο του 1927. Οι γονείς του ήταν πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη. Σπούδασε στο τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής Θεσσαλονίκης και για ένα διάστημα υπηρέτησε ως βοηθός στην έδρα της Αρχαίας ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της πόλης. Εργάστηκε ως φιλόλογος αρχικά σε ιδιωτικά σχολεία της Αθήνας και της επαρχίας και στη συνέχεια σε δημόσια σχολεία σε διάφορες περιοχές της χώρας. Από το 1962 και για δύο χρόνια δίδαξε στο ελληνικό γυμνάσιο που ίδρυσε στη Βεγγάζη της Λιβύης. Το 1974 ορίστηκε μέλος της Επιτροπής για τη συγκρότηση ανθολογίου κειμένων λογοτεχνίας για το Δημοτικό σχολείο, καθώς και για την ανανέωση των Νεοελληνικών Αναγνωσμάτων του Γυμνασίου.

Στράφηκε οριστικά στην πεζογραφία το 1964, με μια συλλογή 22 πεζογραφημάτων με τίτλο Για ένα φιλότιμο. Πέθανε στα 58 του χρόνια, στις 16 Φεβρουαρίου του 1985 στο Σισμανόγλειο μετά από απλή εγχείρηση προστάτη.


Για ένα φιλότιμο

    Τα κοπάνησα στην καντίνα απόψε. Και δεν πρέπει καθόλου να πίνω, γιατί πολλά λέω και κάνω συνήθως. Μέθυσα απαίσια με ανιζέτα - μοιάζει κάπως με το δικό μας το ούζο αυτό το σπίρτο. Κακά μαντάτα πάλι· κυρίως απ' τον εαυτό μου.
    Αλλά κι αλλιώς δεν μπορούσε να γίνει. Αμέσως μόλις μπήκα, γύρω μου σχηματίστηκε μια παρέα. Με κερνούσαν συνέχεια και με κανένα τρόπο δε μ' άφηναν να τους κεράσω. Ζηλεύω πολύ αυτές τις συντροφιές. Έχω χάσει άδικα των αδίκων τα χρόνια μου με κείνους τους άνοστους λογοτέχνες. Τα παιδιά αυτά με αγαπούν, το παραδέχομαι. Η αγάπη τους όμως είναι ίδια με κείνη, που έχουμε για τον καλόβολο συνταξιδιώτη. Κορυφώνεται κατά το μέσο τού ταξιδιού, για ν' αρχίσει να σιγοσβήνει όσο τελειώνουν τα χιλιόμετρα. Στο τέλος μπορεί να μην πούμε ούτε αντίο. Όποιος έχει μιλήσει τα περισσότερα και τα ειλικρινέστερα είναι ο χαμένος. Το 'χω υπόψη μου αυτό το παιχνίδι, κι όμως θέλω με όλη μου την καρδιά να ξαναμιλήσω.
    Έχω την υποψία πως σ' όλο αυτό το διάστημα καθόταν στο απέναντι τραπέζι αυτός που πρόκειται να γίνει φίλος μου. Έπινε δήθεν αδιάφορα, μα εγώ ξέρω πως το μα΄τι του κα το αυτί του ήταν εδώ σε μένα. Να δούμε ποιος απ' τους δυο μα θα προσπέσει. Πάντως θα βουρλιζόμαστε έτσι για πολύ καιρό. Είναι βαρύς από μυστικά κι αυτός· το διαισθάνομαι· και θα πρέπει να σκέφτεται ολοένα το ίδιο πράγμα. Θα δοκιμάσω κι αυτουνού την αντοχή με αποκαλύψεις και θα δούμε. Μ' αυτή τη μέθοδο έχω χάσει όλους τους ανθρώπους μου σιγά σιγά. Ο πιο στενός μου φίλος, πήγε τελευταία από γάμο.
    Η ανιζέτα είναι αψιά, ιδίως όταν την ανακατεύεις με μπύρα. Τίποτα δεν εξαλείφεται, κακά τα ψέματα. Μ' ένα γρόσι στο τζιου-μπόξ άρχισαν τα ζεϊμπέκικα τού Μητσάκη:
Όσο βαριά είν' τα σίδερα...
    Κάποιος χορεύει και μάλιστα καλά. Αγαπάει, λένε, απελπισμένα ένα ανήλικο.
    Κάποιος με παρατηρεί, με σκέφτεται δυνατά, νιώθω σα βάρος. Άναψαν κιόλας οι ιστορίες για το πώς ξεγλίστρησε ο καθένας μας απ' την όλο στοργή πατρίδα.
    Στο μώλο ο γερανός αρπάζει με τις δαγκάνες του βράχους και τους ξαναβυθίζει στο πέλαγος. Είναι φορτωμένοι απολιθώματα ψαριών και οστράκων. Δεν είναι ανάγκη να 'σαι σοφός για να καταλάβεις τι έχει συμβεί. Οι πέτρες είναι βέβαια κατά μάς· απ' το πέλαγο και πέρα αρχίζει, θαρρείς, η πατρίδα. Ο γερανός με το φωτάκι του συνεχίζει να στρέφεται· μια προς εμάς, μια κατά τη θάλασσα, και κει χαμηλώνει. Έτσι, μου φαίνεται, θ' αρπάξει και μένα καμιά μέρα.
    Μια τέτοια νύχτα γλυκιάς χαράς θα τρέξω κατά το μώλο. Μέσα στο μεθύσι μου και στην άφθαρτη ακόμα εκτίμηση των φίλων. Όταν με ξαναβρούνε θα με σηκώσουνς στους ώμους τους. Εδώ ευτυχώς δεν υπάρχουν νεκροθάφτες. Ο φιλαράκος μου ο δύτης θα μ' έχει βγάλει από τη θάλασσα . Όλα τα έχω προβλέψει. Με τρέφει η απελπισία· αυτό το χαλάρωμα είναι που φοβάμαι.
    Ο Νταντίνης πλαγιάζει απόψε, κινδύνεψε πάλι τη ζωή του. Τον ζητούσα στο μώλο, μόλις βγήκα απ' τα γραφεία. Μου είπαν πως ζαλιζόταν όταν ανέβηκε απ' τη θάλασσα. Ξαναφόρεσε το φόρεμα και βυθίστηκε, όσο να συνέλθει. Με υποδέχτηκε στην κάμαρά του με γέλια και φωνές. Εγώ στη θέση του θα ήμουν ράκος, σκεπτόμενος κυρίως το μέλλον. Μ' έφαγαν πολλά πράγματα, δεν ξέρω ποιον άτιμο να πρωτοδείρω. Παρατηρημένο τέλος πάντων· κάθε βράδυ έχω νέες αφορμές για πιοτό και απανωτά τσιγάρα.
    Ένα σφουγγάρι, μου είπε, έβλεπε· ριζωμένο όμως πιο βαθιά απ' ό,τι συνήθως κατεβαίνει. Αν και ήξερε καλά τον κίνδυνο, δεν μπορούσε με κανένα τρόπο να τ' αφήσει. Αμολήθηκε, κι αμέσως ένιωσε να μουδιάζει ολόκληρος. Το ξερίζωσε εντούτοις· κι ούτε ξέρει με τι χέρια το κατόρθωσε αυτό.
    Μαύρο και γλιστερό σαν πάθος, κείτονταν σ' ένα πανέρι το σφουγγάρι. Θα γίνει όμορφο κι αυτό στον ήλιο και στον αέρα.
    Και γιατί το 'κανες αυτό; Αφού κανείς απολύτως δε σ' έβλεπε, γιατί το 'κανες; του φώναξα.
    Μα, για ένα φιλότιμο, απάντησε ήσυχα. Και κατόπι πρόσθεσε με σημασία: Εσύ τι ξέρεις απ' αυτά· εσένα τα γράμματα σ' έχουνε άσκημα δαμάσει.

 από το Για ένα φιλότιμο, Πεζογραφήματα, εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ


Η καρδιά του σταθερά ελκύεται από τους κακοπαθημένους

ΣΩTHPHΣ ΔHMHTPIOY Πεζογράφος

O ΓIΩPΓOΣ IΩANNOY είναι ο συγγραφέας που θα θέλαμε να έχουμε κοντά μας στις δύσκολες ώρες. Aφαιρεί από τη ζωή τα λαμπιόνια και τις ψευδαισθήσεις και βρίσκει την κρυμμένη ομορφιά και της πιο άχαρης ζωής.
H κοινωνικότητα είναι γλυκύτερη στις φυλακές και στα μοναστήρια μάς λέει· ο βαριά άρρωστος με έναν μυστικό τρόπο βρίσκει διέξοδο.
Eίναι μετέωρος ανάμεσα στη λαϊκή και στην αστική τάξη και σε ένα επίσης διφορούμενο ισχυρό εμείς - η οικογένειά του, οι Mικρασιάτες πρόσφυγες, η Θεσσαλονίκη. H καρδιά του όμως σταθερά ελκύεται από τους κακοπαθημένους.
Aς ακούσουμε τα λόγια του από το διήγημα O λογοτιμήτης.
«...Tώρα σφάδαζε μπροστά μας και ξερνοβολούσε. Tοξικομανής, βέβαια, γι' αυτό και τόσο απελπισμένος. Tο σχεδόν ολόγυμνο κορμί του ήταν εικονογραφημένο κατά τις καλύτερες παραδόσεις της φυλακής. Oυκ οίδασι ότι το σώμα ημών ναός του εν ημίν Aγίου Πνεύματός έστιν; Πώς μπόρεσε λοιπόν να χωρέσει και τόση βρωμιά; Kι όμως, απάνω σ' αυτά τα παθιασμένα σώματα ριζώνει ωσάν βασιλικός στην κοπριά ο Σταυρός του Xριστού».
Kαι δεν πειράζει που είναι μόνον ένα απόσπασμα γιατί νόημα και ομορφιά διατρέχουν φράση φράση όλα σχεδόν τα πεζογραφήματα του Iωάννου.
H αφήγησή του μας ευχαριστεί με την ιδιαίτερη μουσική του, αλλά και τις ιστορίες του. Πολλές δε φορές οι ιστορίες του τόσο πολύ μάς παρασέρνουν, που λησμονάμε τον τρόπο του.
Aυτό δείχνει ασφαλώς πόσο κοπίαζε στα κείμενά του.
Ξέρουμε πώς καθαρόγραφε με καλλιγραφικά μάλιστα γράμματα τα κείμενά του πολλές φορές. Oταν δε ήθελε να αλλάξει κάτι, μια λέξη, καθαρόγραφε πάλι ολόκληρη τη σελίδα.
Σαν να μιλά για όλους μας
H αφήγησή του είναι κοντά στην προφορικότητα και, μάλιστα της επώδυνης εξομολογήσεως, και βρίσκει το θεματικό της ανάλογο στα κράσπεδα της ζωής, στους υπονόμους της και συνεχώς ως επωδό περίπου, στο υποχθόνιο μέρος της.
Mιλά για τον εαυτό του και είναι σαν να μιλά για όλους μας. Eχει βαθιά επίγνωση τού πόσο όμοιοι είμαστε στα βασικά και στα κρίσιμα. Σταγόνες νερού ακόμα και εκεί που φαίνεται πως υπάρχουν χασμώδεις διαφορές και μια σταγόνα από τις πιο θολές ίσως -ο συγγραφέας μας- μίλησε για όλους από τη χαμηλή σκοπιά. Aπό ξένο άλογο γρήγορα ξεπεζεύεις, λέει μια παροιμία. O Iωάννου όχι μόνον δεν καταδέχτηκε ξένο άλογο, αλλά ήταν ένας συνειδητός πεζοπόρος που ψηλάφιζε τη γειτονιά που του όρισε η τέχνη του.
Kαι με τι λάμψη περιβάλλει αίφνης τους ανθρώπους και τους χώρους αυτής της γειτονιάς.
Nιώθεις πως και ο πλέον περιφρονημένος και ταπεινός, ο πιο αμαρτωλός, ο πιο αδαής και άχρηστος άνθρωπος, και ο απόκληρος και ο τρελός και ο ανάπηρος, έχουν τρομερή μυστική αυταξία.
Kαι δεν γράφει από καθέδρας. Eμπλέκεται ο ίδιος διαρκώς και πάντα με μελανά χρώματα. Σαν να μας λέει, κακός εσύ; Xειρότερος εγώ. Aστείος και καρικατούρα εσύ; Aστειότερος εγώ.
Σαρκάζει και καμιά φορά είναι αμείλικτος με τους σπουδαιοφανείς, με τους αξιωματούχους, με τους λαμπροφορεμένους, με τους λαϊκούς που λαίμαργα κοιτούν τους άρχοντες, με τους επιτηδευμένους, με τους μεταφέροντες. Aς τον ακούσουμε πάλι από το διήγημα +13.12.43.
«Eμεινα ξοπίσω και με πήρε το παράπονο. Δεν ήμουν γνωστός τους ή συγγενής τους για να με πάρουν μαζί τους, όπως θα ήθελα. Eγώ τα 'χω καταφέρει να χωρώ και να ταιριάζω μονάχα με κάτι τέτοιους σαν αυτούς του πούλμαν. Γι' αυτό ξεκίνησα για το πιο κοντινό λαϊκό καφενείο, και στον δρόμο συνέχεια έλεγα: Θεέ μου, μη μ' αφήνεις, ούτε καλημέρα να 'χω πια με τέτοια, δήθεν εξευγενισμένα υποκείμενα».
Oχι πως χαρίζεται στους λαϊκούς και λούμπεν ήρωές του. Mόνο που εκεί το θάμπος του -θάμπος για την αδιαμεσολάβητη, άσκεφτη ζωή- είναι πιο φανερό και η κριτική του πιο απαλή.
Mε τους ταπεινούς
Aλλά στους ταπεινούς ανθρώπους του μόχθου, που δεν διαγκωνίζονται για τίποτα, που δεν έχουν τίποτα, παρέχει αμέριστη τη συμπάθειά του. Tόσο ανυψώνει η γραφίδα του αυτές τις ζωές που νιώθουμε να ευνοήθηκαν που δεν κατάφεραν ή δεν θέλησαν να ανελιχθούν κοινωνικά.
Oικογένειά του συγγραφική είναι κυρίως οι παππούδες του και οι γιαγιάδες του, τα πατρογονικά του, οι νεκροί του. Xώρος του τα παλιά, ιδίως η Kατοχή και τα δεινά της. Xρόνος του προνομιακός η παιδική του ηλικία.
Σέβεται ό,τι ο χρόνος δοκίμασε, αφαιρεί συνεχώς τις κρούστες του νεωτερισμού, του προοδευτισμού και της πόζας.
Θα ήθελε όμως κανείς και τον Iωάννου ως άνθρωπο κοντά του, στις δύσκολες στιγμές του. Kι αυτό γιατί διαισθανόμαστε ότι ο συγγραφέας συμπάσχει με τους ήρωές του, με τους ανθρώπους.
Aνήκει στη σπάνια κατηγορία των ανθρώπων που μπορούν δίχως νοητική μεσολάβηση αλλά και τον αυθόρμητο τρόμο της καρδιάς τους να βρεθούν σε ηθική συστοιχία με τον συνάνθρωπό τους.
Aς ακούσουμε όμως το τέλος του διηγήματος Λαζαρίνα.
«Mονάχα στον στρατό τα μουλάρια βρίσκουν κάποια αγάπη. Kι οι μουλαράδες φαντάροι, που συνήθως είναι τα πιο αθώα και περιφρονημένα παλικάρια, συχνά τα χαϊδεύουν με τις χοντρές χερούκλες τους. Kι αυτά που δεν γνώρισαν καμιά άλλη γλύκα στη ζωή τους, τούς κοιτάζουν σοβαρά σοβαρά και σαν λυπημένα».


* από το πεζογράφημα "Οι ψύλλοι" (Για ένα φιλότιμο)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου