Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2011

Οίκοι Αξιολόγησης: 150 χρόνια οικονομικής Εποπτείας



της Σίσσυς Μπάρα

Οι οίκοι αξιολόγησης εμφανίζονται για πρώτη φορά στην Αμερική στα μέσα του 19ου αιώνα. ΄Ηταν μια απάντηση στην ανάγκη αξιολόγησης απο τους ιδιώτες επενδυτές, της αξιοπιστίας των πολυάριθμων σιδηροδρομικών εταιρείων που προσπαθούσαν να προσελκύσουν κεφάλαια στο χρηματιστήριο. Η πρώτη απόπειρα μελέτης και κριτικής των οικονομικών δεδομένων των ΑΕ ανήκει στη Henry Varnum Poor όταν το 1860 δημοσίευσε το πρώτο οδηγό σιδηροδρομικών εταιρειών.
Αρκετά χρόνια αργότερα, το 1906 μια ακόμη εταιρεία η Standard Statistic Bureau συλλέγει τα οικονομικά στοιχεία των αμερικανικών επιχειρήσεων και παρουσιάζει τα πρώτα της αποτελέσματα το 1916. Η συγχώνευση των δυο αυτών εταιρειών θα δώσει το 1941 τη σημερινή Standard and Poor΄s. Ομως η ιδέα ενός συστήματος αξιολόγησης όπως τον γνωρίζουμε σήμερα, δλδ με τα τρία Αλφα ως τον ανώτατο βαθμό αξιοπιστίας ανήκει στο John Moody. Γεννημένος στα 1868 μέσω της εταιρείας του Moody’s Investor Service αρχίζει στα 1909 να βαθμολογεί τις εκδόσεις ομολόγων περισσοτέρων από 200 σιδηροδρομικών εταιρειών, με άμεσο στόχο πάντα: Να εκτιμήσει την ικανότητα της δανείστριας εταιρείας να αποπληρώσει τα χρέη της και να σεβαστεί τις πληρωμές των τοκοχρεωλυσίων στον προβλεπόμενο χρόνο.

Με τη πάροδο του χρόνου ο ρόλος των οίκων αξιολόγησης στις αποφάσεις των επενδυτών αναβαθμίστηκε. Στις μέρες μας εκτός απο τα κρατικά, τίθενται στην κρίση των οίκων αξιολόγησης και τα δημοτικά χρεώγραφα. Ποιος είναι όμως ο ρόλος των οίκων αξιολογησης; Είναι η ακρίβεια στις εκτιμήσεις τους που εξηγεί την άνοδό τους; Η νωπή στη συλλογική μνήμη κατάρρευση της Lehman Βrothers το 2008 και η ίδια η κρίση των στεγαστικών δανείων στις ΗΠΑ αποτελεί το χαρακτηριστικότερο ίσως παράδειγμα αποτυχίας των προβλέψεων των οίκων αξιολόγησης. Το χτύπημα όμως που δέχτηκαν παρέα με την διεθνή οικονομια δεν κατάφερε να κλονίσει την αξιοπιστία τους στην αγορά. Κι αυτά παρά τη δριμύτατη κριτική που δέχτηκαν. Χαρακτηριστική έχει μείνει η φράση του αμερικάνου νομπελίστα οικονομολόγου Paul Krougman οποίος τις αποκαλεσε κλόουν.
Από την άλλη πλευρά η πρόσφατη και μοναδική στην ιστορία υποβάθμιση της αμερικανικής πιστοληπτικής ικανότητας έδωσε νέες λαβές κριτικής για τις μεθόδους που χρησιμοποιούν και που οδηγούν σε λανθασμένες εκτιμήσεις. Πώς μπορούν να ερμηνευτούν όμως λάθη και αβλεψίες από εταιρείες με τέτοια παράδοση και εμπειρία στο τομέα των οικονομικών μελετών και με ικανότατο και εξιδεικευμένο προσωπικό; Αξιοποιώντας τις μαρτυρίες παλαιών υπάλληλων των τριών σημαντικότερων οίκων αξιολόγησης Standart and Poor’s, Moody’s, Fitch, που δημοσιεύτηκαν στη γαλλική Μόντ φαίνεται ότι τα τελευταία χρόνια οι οίκοι αξιολόγησης αδυνατούν να ανταπεξέλθουν οικονομικά στις υποχρεωσείς έναντι των πελατών τους. ΄Η σωστότερα προκειμένου να παράξουν και να πουλήσουν το προϊόν τους με το ελάχιστο κόστος υιοθετούν προγράμματα εξυγείανσης προκειμένου να μειώσουν τα έξοδα. Και ειδικά το εργασιακό κόστος. Σε ότι αφορά την αγορά των κρατικών χρεωγράφων η μείωση της χρημματοδότησης των αποστολών είναι χαρακτηριστική. Οπως αναφέρει υπάλληλος της Moody’s ο χρόνος παραμονής των ειδικών απεσταλμένων στις δανειζόμενες χώρες μειώθηκε δραματικά απο τις έξη μέρες που είχαν στη διάθεση τους οι αναλυτές αρχικά στη μία με δύο μέρες. Χρόνο κατά τον οποίο συναντούσαν τους ελάχιστους οικονομικούς παράγοντες των χωρών και οι οποίοι ήταν συνήθως εκπρόσωποι του Υπ. Οικ. και της Κεντρικής Τράπεζας. Χαρακτηριστική είναι επίσης και η μαρτυρία πρώην υπάλληλων της Standart and Poor’s και της Fitch, σχετικά με το τρόπο διαχείρισης της κρίσης εμπιστοσύνης του κόσμου έναντι των οίκων αξιολόγησης το 2008, απο τους ίδιους: η περίοδος που ακολούθησε την κρίση των στεγαστικών δανείων επιδείνωσε περίσσοτερο τις συνθήκες εργασίας. Η αποτυχία των προβλέψεων για την αμερικανική κρίση αντί να οδηγήσει στη βελτίωση των υλικών και τεχνικών μέσων αξιοποίησης της πληροφορίας είχε σαν αποτέλεσμα την επιδείνωση των συνθηκών εργασίας των αναλυτών με στόχο να χρεωθούν οι ίδιοι το αποτέλεσμα και όχι η εταιρεία.

Η υποταγή των ίδιων των εταιριών αξιολόγησης στους νόμους της αγοράς και κυρίως στη λογική του κέρδους φαίνεται να αποτελεί έναν βασικό παράγοντα στη διαμόρφωση των εκτιμήσεών τους. Ο ρόλος τους όμως και κύριως η σχέση τους με τα υπόλοιπα οικονομικά υποκκείμενα θέτει μοιραία το εξής ερώτημα: Οι οίκοι αξιολόγησης κατα πόσο τελικά είναι σε θέση να λειτουργούν εξισορροπιστικά στην αγορά δικαιώνοντας τους θιασώτες των Θεσμικών Οικονομικών (Institutional economics). Κατά πόσο μπορούν δηλαδή να παρεμβαίνουν στις οικονομικές σχέσεις εξυγειαίνοντας επενδυτικά χαρτοφυλάκια και βοηθώντας εταιρείες κράτη κ' οργανισμούς να βελτιώσουν την οικονομική τους κατάσταση, συμβάλλοντας με το τρόπο αυτό στην άρση των προβλημάτων που δημιουργεί στην αγορά η ασύμμετρη πληροφόρηση; Πρόκειται για ερωτημα που τίθεται πιεστικά, και για έναν ακόμα λόγο :Διότι η βαθμολόγηση δανειζόμενων φορέων εμπεριέχει εξ΄ορισμού ατομικές ή συλλογικές οικονομικές στρατηγικές. Η πολύ χαμηλή βαθμολόγηση μιας εταιρείας ή μιας χώρας που προσφεύγει στο δανεισμό προκαλεί από μόνη της αυτό που προβλέπει. Δηλαδή την κατάρρευσή της, προκαταβάλλοντας αρνητικά την αγορά κι αυξάνοντας έτσι το κόστος δανεισμού της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου