Πέμπτη, 18 Μαρτίου 2010

Πολιτική και λίγο σεξ...

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΑΣΠΑΣΙΑΣ
(ΣΕΜΝΗΣ ΚΟΡΗΣ ΤΟΥ Ρ.Φ.)

Αντίκρισα μια Ρήγισα
κι από τον πόθο ρίγησα.
Απάνω σε μια σκαλωσιά
την είδα και κοκάλωσα.

Έγραφε συνθήματα
το «Επέσατε θύματα»
κι άλλα αντιφασιστικά.
Και τότε προφασίστηκα

πως θέλω το πινέλον της
να πάω κι εγώ εθελοντής
να γράψουμε κοντά-κοντά.
Με σέρνει εκόντα άκοντα.

Ύστερα κατεβήκαμε
και πήγαμε ως το ΙΚΑ με
τα πόδια και τα είπαμε
για την ΕΔΑ και το ΠΑΜΕ.

Μα γω της λέω: Ω, Άσπα, συ
μίλα μου για τη διάσπαση
μίλα μου για το Κόμμα μας
μα μην το μάθει η μαμά σ'.

Πολιτική και λίγο σεξ
μας διαχωρίζουν απ'το ΕΞ
(Όχι μόνο ολοκαύτωμα
χρειάζεται κι απαύτωμα).

Μετά πήγαμε ίσαμε
το πάρκο και χωρίσαμε
γιατί είχε διασχολικό
κι ήτανε λίγο σόλικο

να μας εβλέπανε μαζί
(γιατί είν' η κοινωνία χαζή
κι έχει κατάλοιπα Ναζί).
Δίκιο έχει ο Ρίτσος κι ο Ναζίμ
σ' αυτή τη ζήση την πεζή
να ζει κανείς ή να μη ζει (μ).

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΤΑΣΙΑΣ
(ΤΗΣ ΑΡΧΟΝΤΟΚΝΙΤΙΣΑΣ)

Ήταν οι μέρες εκείνες
που λυσσάγαν οι μπασκίνες
και σου' ρχότανε ναυτία
όταν περνούσες τα Χαυτεία.

Κι εσύ!

Κρατώντας τον «Οδηγητή»
διάβηκες από μπρος μου
λουσμένη αρώματα Κοττύ
στην μπόχα του υποκόσμου.

Φωνάζαν ΕΝΑ-ΔΥΟ-ΧΙ
στα προποπρακτορεία
μα πέρναγες αγέρωχη
Κνιταρχοντοκυρία.

Κανένας δεν αγόραζε
δε δίναν σημασία
ήρθα και σ' έπιασα αγκαζέ
και σου' πα : «Έλα Τασία

πούλησες δέκα σήμερα
νομίζω πια πως φτάνει
-αρχόντισά μου και κερά-
μάζεψτα μάνι-μάνι

πάμε τα δυο μας κορ-ά-κορ
να κάνουμε επανάσταση
να σπάσουμε όλα τα ρεκόρ
Χριστούγεννα κι Ανάσταση.

Κι αν είσαι του δογματικού
σκασίλα μου μεγάλη
πάμε από Ηρώδου του Αττικού
να βγούμε προς Εκάλη.

Κνίτισα αρχοντοκνίτισα
παλαιοημερολογήτισα
να γίνουμε ένα εγώ κι εσύ
δόγμα και ανανέωση.

Θα το πατήσω το πεντάλ
μέχρι 90 και 100.
Διάβαζε εσὐ τον Ρόζενταλ
για μένα η λίρα εκατό.

Πάμε σ' ένα κρυφό κουτούκι
να φάμε πίτσα ή πεϊνιρλί
να μου κάνεις λούκι-λούκι
να σου δείξω ένα λιλί

Θα κάνεις σού, θα κάνω μού
κι ό,τι άλλο θες ακόμα
κι απά στην ώρα του χαμού
θα σου φωνάξω : «Ένα είν' το Κόμμα».

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΤΟΥΛΑΣ
(ΑΓΩΝΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ ΠΠΣΠ)

Για μιαν αρχιτεκτόνισα
ένα τραγούδι ετόνισα
(να μη σ' το πω να μη σ' το πει
ανήκει στην Πι Πι Σι Πι).

Γι' άλλην εγώ δεν είχα νου.
Ήταν κόρη βιομήχανου
και τα' χεν όλα μπόλικα
για προίκα δύο πολυκα-

τοικίες κι αυτοκίνητα.
Κι έβριζε αγρίως την «Ουνιτά»
σαν όργανο προδοτικό
κι αρχιρεβιζιονιστικό.

(Κι αν τόλμαγες τη λέξιν ΕΣ
τα νύχια για καυγά έξυνες).

Δεν είχα τίποτα κοινό
με το Βιβλίο το Κόκκινο
μα έλιωνα απ' τον έρωτα
-- τον πόνο του άλλου αχ ποιος ρωτά.

Μια μέρα τ' αποφάσισα
--λέω η ντροπή μισά-μισά--
να τη ζητήσω επίσημα
απ΄τον μπαμπά και τη μαμά.

Όπως οι γάτες που λυσσάν
μ' άρπαξαν και με φίλησαν.
«Παρ' την παιδί μας, σώσε μας
μη μείνει αυτή η ντροπή σε μας».

Το' μαθε κι έγινε έξαλλη
(αλί, αλί  και τρισαλί)
μ΄ έβρισε αντιλενινιστή
κι από τη λύσσα είχε πρηστεί.

Προδότη μ' είπε του λαού
κι εγώ της είπα : «Τούλα, ού,
σπεύδε, κι άκουσε να δεις
κι αν έχεις προίκα πέντε δις

εγώ σε παίρνω ολόγυμνη.
Τον έρωτα άκου πώς υμνεί
κι ο Μάο κι ο γίγαντας ο Τσου
με τη γιγαντιαία την τσουτσού».

Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης - Η ζωή και το έργο του
Μια πρώτη απόπειρα κριτικής προσέγγισης

 Αναγνωστάκης Μανόλης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου