Σάββατο 17 Απριλίου 2010

"Σκεφτήκαμε να ξαναφτιάξουμε το Θίασο. Να πάρουμε πάλι τους δρόμους. Θα θέλαμε να 'σαι μαζί μας, όπως τότε"

ΘΟΔΩΡΟΣ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ, 17 (ή 27) Απρίλη 1935 

Φιλμογραφία
  • Forminx Story (1965)
  • Η Εκπομπή (1968), μικρού μήκους
  • Αναπαράσταση (1970)
  • Μέρες του ’36 (1972)
  • Ο θίασος (1975)
  • Οι Κυνηγοί (1977)
  • Ο Μεγαλέξανδρος (1980)
  • Αθήνα, επιστροφή στην Ακρόπολη (1983)
  • Ταξίδι στα Κύθηρα (1984)
  • Ο Μελισσοκόμος (1986)
  • Τοπίο στην Ομίχλη (1988)
  • Το Μετέωρο Βήμα του Πελαργού (1991)
  • Το Βλέμμα του Οδυσσέα (1995)
  • Μια αιωνιότητα και μια μέρα (1998)
  • Το λιβάδι που δακρύζει 2003)
  • H σκόνη του χρόνου (2008)



Ο Θίασος
15. 1950
[...] Γειτονιά σε συνοικισμό. Ένα παλιό, νεοκλασικό διώροφο κτήριο, μεγάλο σαν πολυκατοικία. Κόκκινα παράθυρα, ξεπλυμένα παντζούρια, σπασμένα να κρέμονται, γλάστρες, επιγραφές Συμβολαιογραφείον με μπογιά και τόξο στον τοίχο. Η Ηλέκτρα κι ο Πυλάδης. Ψάχνουν τα νούμερα στις πόρτες. Ρωτάνε ένα γέρο. Μπαίνουν στο σπίτι με τα κόκκινα παράθυρα από το πλάι. ανεβαίνουν μια ξύλινη βρόμικη σκάλα που βγάζει πάνω. Οι τοίχοι λεκαισμένοι, ετοιμόρροποι. Από κάποιο ακάλυπτο άνοιγμα μπαίνει το φως της μέρας λιγοστό, για να φωτίσει τον σκοτεινό διάδρομο με τις ομοιόμορφες πόρτες. Στο κεφαλόσκαλο διστάζουν. Έπειτα προχωρούν, στέκουν στο διάδρομο. χτυπάνε.
     «Φίλοι», λέει δυνατά ο Πυλάδης πριν ανοίξει την πόρτα.
     Μπάινουν σ' ένα δωμάτιο μεγάλο, άδειο. Ένα σιδερένιο κρεβάτι στο βάθος, ένα σκίτσο του Μαρξ με μολύβι, καρφιτσωμένο στον τοίχο. Ένα τραπεζάκι με δυο κατσαρόλες. Τίποτ' άλλο. Στο κρεβάτι, τυλιγμένος με μια χακί στρατιωτική κουβέρτα, ο Ποιητής. τα μαλλιά του και τα γένια γκρίζα, σαν να 'χουν περάσει τριάντα χρόνια από πάνω του. Τους κοιτάζει μαζεμένος στην άκρη του κρεβατιού, ακίνητος, σιωπηλός. Ο Πυλάδης προσπαθεί να χαμογελάσει:
     «Una noce rio passo», δοκιμάζει να ξαναβρεί την παλιά οικειότητα.
     Στο κάγκελο του κρεβατιού, στο κάτω μέρος, το μακρύ κόκκινο κασκόλ του Ποιητή.
     «Τελευταία φορά που σ' άκουσα να το λες», συνεχίζει ο Πυλάδης πλησιάζοντας αργά, «ήτανε καλοκαίρι του '47 στο βουνό. Τρία χρόνια γεμάτα».
     Η Ηλέκτρα πλησιάζει και κάθεται σ' ένα σκαμνί.
     «Τι κάνεις;» λέει ο Πυλάδης σιγά και τον κοιτάει.
     Αυτός δεν απαντάει. Η Ηλέκτρα μιλάει γρήγορα, προσπαθώντας να γεμίσει το κενό:
     «Μάθαμε ότι σε βγάλανε. Τον Ορέστη τον έχουν σ' απομόνωση. Δεν μπόρεσα να τον δω... Είσαι καλύτερα τώρα;»
     Παίρνει μια ανάσα. Γέρνει το κορμί της μπροστά:
     «Σκεφτήκαμε να ξαναφτιάξουμε το Θίασο. Να πάρουμε πάλι τους δρόμους. Θα θέλαμε να 'σαι μαζί μας, όπως τότε».
     Ο Ποιητής σωπαίνει. Όμως το πρόσωπό του μοιάζει να το διαπερνά μια δυνατή συγκίνηση. Τα χείλη του τρέμουν. Τα νεκρά μάτια του ζωντανεύουν.
      «Σας αραδιάζω τα εμπόδια», λέει τέλος.
     Σιγά, τόσο σιγά, που μόλις ακούγεται:
      «Η επέμβασις των γεγονότων των ήχων των παρατάξεων
      η επέμβασις των πλοίων από το άγριο πέλαγος
      οι λαϊκοί ρήτορες το στήθος μου οι φωνές
      οι φάμπρικες
      ο Οχτώβρης του '17
      το 1936
      ο Δεκέμβρης του '44...
      Για τούτο θα παραμείνω με τα κουρέλια μου
      όπως με γέννησε η Γαλλική Επανάσταση
      όπως με γέννησε η μάνα μου η Ισπανία
      ένας σκοτεινός συνωμότης...»
     Στα χλομά του μάγουλα κυλάνε δάκρυα. Σηκώνεται όρθιος, γυμνός κάτω απ' την κουβέρτα. Πάει ξυπόλυτος στο παράθυρο. Κοιτάει έξω. Η φωνή του τώρα βγαίνει καθαρή, βαθιά:
      «Όταν ακούω κάποτε στα βέβαια αυτιά μου
      ήχους παράξενους ψίθυρους μακρινούς
      όταν ακούω σάλπιγγες και θούρια
      λόγους ατέλειωτους ύμνους και κρότους
      όταν ακούω να μιλούν για την ελευθερία
      για νόμους Ευαγγέλια για μια ζωή με τάξη
      εγώ πάντα σωπαίνω
      Μα κάποτε... κάποτε
      θ' ανοίξω το στόμα μου
      θα γεμίσουν οι κήποι με καταρράχτες
      στις ίδιες βρόμικες αυλές τα οπλοστάσια
      οι νέοι έξαλλοι θ' ακολουθούν με στίχους χωρίς ύμνους
      ούτε υποταγή στην τρομερή εξουσία...»
     Η Ηλέκτρα σηκώνεται αργά. Ο Πυλάδης κάνει αμήχανα δυο βήματα. Τότε ο Ποιητής γυρίζει απότομα προς το μέρος τους. Το πρόσωπό του είναι παραμορφωμένο. Μια κραυγή σαν λυγμός τού ξεφεύγει:
      «Ελευθερία ανάπηρη πάλι σας τάζουν!»
από το βιβλίο: Θόδωρος Αγγελόπουλος, Ο Θίασος,  εκδ. Καστανιώτη.


ΠΩΣ ΝΑ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΩ
Πώς να καταχωρίσω τόσα γεγονότα -
   τόσες απόπειρες.

Πώς να μιλήσω;
ενώ οι φωνές επιμένουν - οι ίδιες φωνές -
ενώ αποκρούομαι  - πῶς θες να μείνω
   μία αστραπή ένα κυκλάμινο μία ρομφαία -
πώς θες να μείνω επιτύμβια στήλη
   σε πεδίο μαχών
σε ποιο σταθερό δάπεδο να οχυρώσω
   τις λεγεώνες μου;

Ο επίμονος θόρυβος σε οχήματα πόλεις αίθουσες
οι αδέξιες φωνές σε χώρους αναλλασσόμενους
το πλήθος έντρομο ενώ προχωρεί γυρίζει απότομα
κοιτάζει σε ορισμένο σημείο και κουρασμένο
    κλαίει -
δεν ξέρει
δεν υπάρχει
δεν εξουσιάζεται.

Για τούτο υψώνω το λάβαρο τη νύχτα λευκό
μετά το σπάω και γίνομαι σίδερο
φωνασκώ υποκρίνομαι παραδίδω τις εντολές
παραδίδω κλειδιά πολιτείες μπετόν και σημαίες.
Μπορούσα να χαμογελώ καθ' όλην τη διάρκεια.
Μπορούσα ν' αγαπώ καθ' όλην τη διάρκεια.
Μπορούσα να κλαίω μιλώντας για την Ειρήνη.

Σας αραδιάζω τα εμπόδια:

Η επέμβασις των γεγονότων των ήχων των παρατάξεων
η επέμβασις των πλοίων από το άγριο πέλαγος
οι λαϊκοί ρήτορες το στήθος μου οι φωνές
οι φάμπρικες
το 1917
το 1936
το 1944

ανάβουν τις πυρκαγιές τα φλογερά λόγια
ανάβουν το δάσος μου που μου παρέδωσαν και
    ανεμίζει.

Πώς θέλετε να οχυρώσω τις λεγεώνες μου
σε πονηρά κατάστιχα και σε ντουλαπάκια
πώς θέλετε να μπω μες στα τετράγωνα;

Παραμένω εν πλήρει συγχύσει αθώος.

ΔΩΡΙΕΙΣ
Μπορούσα βέβαια να βρίσκομαι πρώτος
ανάμεσα στους οπλισμένους Δωριείς
ντυμένος την περιλάλητη αμφίεσή τους
όπως εκείνος που ποζάριζε σ' ένα μουσείο
ακίνητος -θυμίζοντας ένδοξους καταρράκτες-
μπορούσα βέβαια
κι όχι τυχαία.

Όμως σε τι θα ωφελούσε την υπόθεσή μας
όλη μου η μεγαλοπρέπεια
όλες μου οι φωνές μέσα στα τείχη.

Οι ποταμοί θα γύριζαν κύκλο στα περιθώριά μου
οι ελπίδες μου φτηνές παλιές πραμάτειες -
να υποκρίνομαι τον άθεο και τον καταλυτή
εγώ ο πιο ειλικρινής νέος με τα όνειρα
ο θερμός ανταλουσιάνος
μέσα σ' αυτά τα απαίσια σίδερα της πανοπλίας.

Για τούτο παρέμεινα με τα κουρέλια μου
όπως με γέννησε η Γαλλική επανάσταση
όπως με γέννησε η απελευθέρωση των νέγρων
όπως με γέννησες μάνα μου Ισπανία
    ένας σκοτεινός συνωμότης.


Εκείνοι το κατάλαβαν πρώτοι -
τα σιδερένια χέρια τους λέγανε προσευχές
κατέλαβαν τη μια πόλη μετά την άλλη
άφηναν φρουρούς παντού
κλείναν τις πύλες
οι πέτρινες εντολές περιφέρονταν σε λιτανεία -
ώσπου τέλος με ξέχασαν.

Και τώρα -απέξω απ' τα στρατεύματα
κοιτάζω την ένδοξη πόλη
όπου ξαπλώνει ράθυμα πόρνη και δυναμίτης-
κοιτάζω τούτη την ποή που την περικυκλώσαν
   τα φρούρια
αυτή που με γέννησε και δεν έχει πια όνομα
δεν έχει αναμμένη φωτιά-
κοιτάζω κι υψώνω θεριό τη φωνή μου
μήπως μ' ακούσουν.

Η κίνηση μέσα στα τείχη μας είναι σημαντική.

ΟΤΑΝ...
Όταν ακούω να μιλάν για τον καιρό
όταν ακούω να μιλάνε για τον πόλεμο
όταν ακούω σήμερα το Αιγαίο να γίνεται ποίηση
    να πλημμυρίζει τα σαλόνια
όταν ακούω να υποψιάζονται τις ιδέες μου
 να τις ταχτοποιούν σε μια θυρίδα
όταν ακούω εσένα να μιλάς
   εγώ πάντα σωπαίνω.

Όταν ακούω κάποτε στα βέβαια αυτιά μου
ήχους παράξενους ψίθυρους μακρινούς
όταν ακούω σάλπιγγες και θούρια
λόγους ατέλειωτους ύμνους και κρότους
όταν ακούω να μιλούν για την ελευθερία
για νόμους ευαγγέλια για μια ζωή με τάξη
όταν ακούω να γελούν
όταν ακούω πάλι να μιλούν
    εγώ πάντα σωπαίνω.


Μα κάποτε που η κρύα σιωπή θα περιβρέχει τη γη
κάποτε που θα στερέψουν οι άσημες φλυαρίες
κι όλοι τους θα προσμένουνε σίγουρα τη φωνή
θ' ανοίξω το στόμα μου
θα γεμίσουν οι κήποι με καταρράκτες
στις ίδιες βρώμικες αυλές τα οπλοστάσια
οι νέοι έξαλλοι θ' ακολουθούν με στίχους χωρίς ύμνους
ούτε υποταγή στην τρομερή εξουσία.

Πάλι σας δίνω όραμα.

Υστερόγραφο
Η διαθήκη μου πριν διαβαστεί
-καθώς διαβάστηκε-
ήταν ένα ζεστό άλογο ακέραιο.
Πριν διαβαστεί
όχι οι κληρονόμοι που περίμεναν
αλλά σφετεριστές καταπατήσαν τα χωράφια.

Η διαθήκη μου για σένα και για σε
χρόνια καταχωνιάστηκε στα χρονοντούλαπα
από γραφιάδες πονηρούς συμβολαιογράφους.
Αλλλάξανε φράσεις σημαντικές
ώρες σκυμμένοι πάνω της με τρόμο
εξαφανίσανε τα μέρη με τους ποταμούς
τη νέα βουή στα δάση
τον άνεμο τον σκότωσαν-
τώρα καταλαβαίνω πια τι έχασα
    ποιος είναι αυτός που πνίγει.

Και συ λοιπόν
στέκεσαι έτσι βουβός με τόσες παραιτήσεις
από φωνή
από τροφή
από άλογο
από σπίτι
στέκεις απαίσια βουβός σαν πεθαμένος:

Ελευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν.
από το Κατά Σαδδουκαίων του Μιχάλη Κατσαρού, εκδ. Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος


El Ejército del Ebro

El Ejército del Ebro,
rumba la rumba la rumba la.
El Ejército del Ebro,
rumba la rumba la rumba la
una noche el río pasó,

    ¡Ay Carmela! ¡Ay Carmela!
    una noche el río pasó,
    ¡Ay Carmela! ¡Ay Carmela!

[Y a las tropas invasoras,
rumba la rumba la rumba la.
Y a las tropas invasoras,
rumba la rumba la rumba la
buena paliza les dio,

    ¡Ay Carmela! ¡Ay Carmela!
    buena paliza les dio,
    ¡Ay Carmela! ¡Ay Carmela!

El furor de los traidores,
rumba la rumba la rumba la.
El furor de los traidores,
rumba la rumba la rumba la
lo descarga su aviación,

    ¡Ay Carmela! ¡Ay Carmela!
    lo descarga su aviación,
    ¡Ay Carmela! ¡Ay Carmela!]

Pero nada pueden bombas,
rumba la rumba la rumba la.
Pero nada pueden bombas,
rumba la rumba la rumba la
donde sobra corazón,

    ¡Ay Carmela! ¡Ay Carmela!
    donde sobra corazón,
    ¡Ay Carmela! ¡Ay Carmela!

Contraataques muy rabiosos,
rumba la rumba la rumba la.
Contraataques muy rabiosos,
rumba la rumba la rumba la
deberemos resistir,

    ¡Ay Carmela! ¡Ay Carmela!
    deberemos resistir,
    ¡Ay Carmela! ¡Ay Carmela!

Pero igual que combatimos,
rumba la rumba la rumba la.
Pero igual que combatimos,
rumba la rumba la rumba la
prometemos (combatir) resistir,

    ¡Ay Carmela! ¡Ay Carmela!
    prometemos (combatir) resistir,
    ¡Ay Carmela! ¡Ay Carmela!

η φωτό από την Αυγή, οι στίχοι από την Wikipedia.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου