Πέμπτη, 22 Απριλίου 2010

«Εύρον πράσινην πέτραν ωραιοτάτην· ελθέ αμέσως, Ζορμπάς.»


XXVI
[...] Ο Ζορμπάς έπινε, κρατούσε τη χοντρή κεφάλα του όρθια, ακίνητη. Θαρρούσες κι αφουγκραζόταν μέσα στη νύχτα κάποιο περπάτημα που ζύγωνε ή κάποιο περπάτημα που αλάργαινε και που δεν ακούγονταν παρά μονάχα μέσα στο σπλάχνο...
-Τί συλλογιέσαι, Ζορμπά;
-Τί να συλλογιέμαι, αφεντικό; Τίποτα. Τίποτα, σου λέω! Δε συλλογιέμαι τίποτα.
Κι ύστερα σε λίγο, ξαναγεμίζοντας το ποτήρι:
-Στην υγειά σου, αφεντικό!
Σκουντρήξαμε. Καταλαβαίναμε κι οι δύο μας πως δεν μπορούσε να βαστάξει πια πολλήν ώρα τόση στενοχώρια. Έπρεπε να βάλουμε τα κλάματα ή να πιάσουμε το χορό και να γίνουμε στουπί στο μεθύσι.
-Παίξε, Ζορμπά! πρότεινα.
-Το σαντούρι, δεν τα' παμε αφεντικό; το σαντούρι θέλει καλή καρδιά. Θα παίξω ύστερα από δυο μήνες, από δυο χρόνια, ξέρω κι εγώ; Και θα τραγουδήσω τότε πώς χωρίζουνται δυο άνθρωποι για πάντα.
-Για πάντα! ξεφώνισα τρομαγμένος.
Έλεγα από μέσα μου το φοβερό αυτόν αγιάτρευτο λόγο μα δεν είχα κουράγιο να τον ακούσω φωναχτά· τρόμαξα.
-Για πάντα! ξανάπε ο Ζορμπάς, καταπίνοντας με δυσκολία το σάλιο του. Για πάντα. Αυτά που μου λες, θα σμίξουμε πάλι, θα φτιάσουμε μοναστήρι, παρηγοριές στον άρρωστο όσο να βγει η ψυχή του... Δεν τα δέχομαι! Δεν τα θέλω! Τί; γυναικούλες είμαστε, να θέμε παρηγοριές; Δε θέμε παρηγοριές. Ναι, για πάντα!
-Μπορεί και να μείνω... είπα, τρομαγμένος από την άγρια τρυφεράδα τού Ζορμπά. Μπορεί και να 'ρθω μαζί σου· είμαι λεύτερος!
Ο Ζορμπάς κούνησε το κεφάλι:
-Όχι δεν είσαι λεύτερος, είπε· το σκοινί, όπου είσαι δεμένος, είναι λίγο πιο μακρύ από τους άλλους ανθρώπους· αυτό είναι όλο. Του λόγου σου, αφεντικό, έχεις μακρύ σπάγγο, πας κι έρχεσαι, θαρρείς πως είσαι λεύτερος· μα το σπάγγο δεν τον κόβεις. Κι άμα δεν κόψεις το σπάγγο...
-Θα τον κόψω μια μέρα! είπα με πείσμα, γιατί τα λόγια τού Ζορμπά άγγιξαν μέσα μου μιαν ανοιχτή πληγή και πόνεσα.
-Δύσκολο, αφεντικό, δύσκολο πολύ. Εδώ χρειάζεται τρέλα· τρέλα, το ακούς; Όλα για όλα! Μα εσύ έχεις μυαλό, κι αυτό θα σε φάει. Ο νους είναι μπακάλης, κρατάει κατάστιχα, γράφει τόσα έδωκα, τόσα πήρα, αυτά 'ναι τα κέρδη, αυτές οι ζημιές. Είναι μαθές καλός νοικοκυράκος, δεν τα βάζει όλα κάτω, κρατάει πάντα του πισινή. Δε σπάει το σπάγγο, όχι! τον κρατά ο μπαγάσας γερά στα χέρια του· σαν του φύγει, χάθηκε, χάθηκε ο κακομοίρης! Μα άμα δε σπάσεις το σπάγγο, δε μου λες, τί ουσία έχει η ζωή; Χαμομήλι, χαμομηλάκι· δεν είναι ρούμι να αναποδογυρίζει τον κόσμο!
Σώπασε· έβαλε να πιει, μα το μετάνιωσε.
-Να με συμπαθάς, αφεντικό, είμαι χωριάτης· τα λόγια καθίζουν στα δόντια μου όπως καθίζουν οι λάσπες στα πόδια· δεν μπορώ να κλώθω τα λόγια και να κάνω ευγένειες· δεν μπορώ· μα εσύ καταλαβαίνεις.
Άδειασε το ποτήρι, με κοίταξε.
-Καταλαβαίνεις! φώναξε, σα να τον έπιασε ξαφνικά θυμός· καταλαβαίνεις, κι αυτό θα σε φάει! Αν δεν καταλάβαινες, θα 'σουν ευχαριστημένος. Τί σου λείπει; Νέος είσαι, παράδες έχεις, μυαλό έχεις, γερός είσαι, καλός άνθρωπος είσαι, τίποτα δε σου λείπει. Τίποτα δε σου λείπει, να πάρει ο διάολος! Μονάχα ένα· είπαμε, η τρέλα. Κι άμα σου λείπει αυτό, αφεντικό...
Κούνησε την κεφάλα, σώπασε πάλι.
Παρά τρίχα να μ' έπαιρναν τα κλάματα· ό,τι έλεγε ο Ζορμπάς ήτανε σωστό... Όταν ήμουν παιδί, ορμές, ορμές μεγάλες, λαχτάρες προανθρώπινες, κάθουμουν μόνος κι αναστέναζα γιατί δε με χωρούσε ο κόσμος.
Κι ύστερα, αγάλια αγάλια, με τον καιρό, όλο και φρονίμευα· έβαζα σύνορα, χώριζα το δυνατό από το αδύνατο, το ανθρώπινο από το θεϊκό, κρατούσα σφιχτά το χαρταϊτό μου να μη φύγει. [...]
-Αφεντικό, είπε, ώρα να κοιμηθείς. Αύριο θα ξυπνήσεις χαράματα για το Κάστρο, να πάρεις το βαπόρι. Καληνύχτα.
-Δε νυστάζω, αποκρίθηκα· θα μείνω. Είναι η τελευταία βραδιά που περνούμε μαζί.
-Μα ίσια ίσια γι' αυτό πρέπει να τελειώνουμε σύντομα, φώναξε ο Ζορμπάς κι αναποδογύρισε το αδειασμένο του ποτήρι, σημάδι πως δεν ήθελε άλλο να πιει. Να, έτσι όπως οι καλοί άντρες κόβουν το τσιγάρο, το κρασί, το ζάρι· παλικαρίσια. [...]
Σηκώθηκε, δρασκέλισε γρήγορα τα χοχλάδια, μήτε στράφηκε πίσω, έφτασε στην παραφρή τής θάλασσας, και πια, μέσα στο σκοτάδι, τον έχασα. [...]
Πέρασαν πέντε χρόνια, μεγάλα χρόνια, φοβερά, που ο καιρός πήρε φόρα, τα γεωγραφικά σύνορα έπιασαν το χορό, άνοιγαν, μαζεύουνταν σα φυσαρμόνικες τα κράτη. Μια στιγμή ο Ζορμπάς κι εγώ χαθήκαμε μέσα στη μπόρα, ανάμεσά μας στάθηκαν πείνες και τρομάρες.
[...] Και μια μέρα στο Βερολίνο, έλαβα το τηλεγράφημα που είπαμε στην αρχή: «Εύρον πράσινην πέτραν ωραιοτάτην· ελθέ αμέσως, Ζορμπάς.»
Δεν είχα, είπαμε, το κουράγιο να τα παρατήσω όλα και να κάμω κι εγώ μια φορά στη ζωή μου μια γενναία παράλογη πράξη· κι έλαβα το γραμματάκι που αντέγραψα στην αρχή, όπου με θεωρεί πια, και με το δίκιο του, ο Ζορμπάς, άνθρωπο χαμένο, καλαμαρά.
Από τότε δε μου ξανάγραψε· [...]
Ν. Καζαντζάκης, Βίος και Πολιτεία τού Αλέξη Ζορμπά, εκδ. Ελένης Καζαντζάκη.

 ...Οι ξένοι μάλιστα μελετητές είδαν στο πρόσωπο του Αλέξη Ζορμπά τον Έλληνα, που ανάγει το λαϊκό διονυσιακό στοιχείο σε πρωτεύουσα φιλοσοφία της ζωής, μια διαπίστωση που γίνεται και πριν από την ταινία του Κακογιάννη...
Ο κατά Καζαντζάκη και ο κατά Κακογιάννη Ζορμπάς
ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ - 08/02/2008

[...]i. Ο άνθρωπος του α ι σ θ η τ ι κ ο ύ  ε π ι π έ δ ο υ είναι εκείνος που αρέσκεται στη διονυσιακή κατάφαση της ζωής, και ρίχνεται με όλες τις δυνάμεις της ψυχής και του κορμιού του στο να την αδράξει και να την βιώσει όσο πιο έντονα μπορεί. Εντάσσεται, για την ακρίβεια:«ενσωματώνεται» στον φυσικό κόσμο ως σαρξ εκ της σαρκός του, επιζητώντας να τον απολαύσει ώς το μεδούλι του· έμβλημα βιοθεωρίας του είναι το carpe diem, το «κατ' αίσθησιν ζην».
[...]
(1ον) οι αρχέγονοι ή διονυσιακοί ήρωες: αντιπροσωπευτικό παράδειγμα ο Ζορμπάς, ο διονυσιακότερος από όλους τους καζαντζακικούς χαρακτήρες·
[...]
Ο Ζορμπάς ζει ε ν σ τ ι κ τ ω δ ώ ς. Διακατέχεται από έναν έξαλλο πόθο για ζωή, έναν πόθο αδρότατα γήινο και αχόρταγα αισθησιακό, και αντιμάχεται ό,τι μπαίνει εμπόδιο στην ελεύθερη έκφραση αυτού του πόθου (τον ορθολογισμό δηλαδή και τις ηθικές επιφάσεις του). Είναι, εν ολίγοις, η ζώσα μαρτυρία του απόλυτα αισθησιακού και αντονοησιαρχικού ανθρώπου· η ενσάρκωση της ζωικής ορμής. Η κοσμοθεωρία του εκκινεί από την παραδοχή ότι ο άνθρωπος είναι κομμάτι του φυσικού κόσμου και, κατά συνέπεια, η δικαίωση του ανθρώπου (η λύτρωση) έρχεται μέσω της άφεσής του στον ρυθμό της φυσικής/κοσμικής αρμονίας.[...]
Αφροδίτη Αθανασοπούλου
Come i' uom s' eterna.[πώς ο άνθρωπος αθανατίζεται] Για μια τυπολογία των ηρώων της καζαντζακικής μυθολογίας
περιοδ. Φιλόλογος. τχ. 131 Ιαν-Μαρτ. 2008 σσ. 55-71

Η πράσινη πέτρα, αυτό και τα προηγούμενα, έφεραν τα εξής κοινότοπα και σκόρπια· πως παλιά, πολύ παλιά, -στον 20ο αι.- μιλώντας για τον Ζορμπά-βιβλίο, είχαμε, ως παιδιά, οικτίρει σχεδόν ομόφωνα τον συγγραφέα που δεν έκανε τη γενναία παράλογη πράξη, να τ'αφήσει όλα και να πάει να δει την όμορφη πράσινη πέτρα, αλλά αντίθετα ακολούθησε τη μετρημένη, κρύα, ανθρώπινη φωνή του λογικού. Και σχεδιάζαμε τη δική μας ηλιόλουστη και ελεύθερη ζωή.
Κάποτε ο Ζορμπάς, συμβόλιζε και για τους άλλους, τους ξένους, τον
θρίαμβο του αδάμαστου ελεύθερου πνεύματος και του πόθου για ζωή επί του ορθολογισμού και του καταναγκασμού του χρήματος και της μισθωτής δουλειάς. Αυτόν που αντιμετωπίζει τη χρεωκοπία του αφεντικού του ως μια προσωρινή μόνο αναποδιά πείθοντας και τον αυστηρό, μετρημένο, επιφυλακτικό Άγγλο ότι δεν αξίζει να στενοχωριέται, ότι ένα συρτάκι και λίγο κρασί θα βάλουν τα πράγματα στη θέση τους.
(Κάποτε ακόμα και οι Γερμανοί έψαχναν τον Ζορμπά στην Ελλάδα, αναζητούσαν την τρέλα, τη λεβεντιά, την ελευθερία, την πονηριά, την ανεμελιά, την απερισκεψία, την αμεριμνησία· ήθελαν να τα γευτούν, ίσως για λίγο. Τώρα ό,τι μοιάζει να ενσαρκώνει ο Ζορμπάς είναι αποκρουστικό, απεχθές, προσβλητικό.
Το βιβλίο όμως φαίνεται ότι ακόμα πουλά στη Γερμανία, από το 2004 έχει 60 διαφορετικές εκδόσεις και περίπου 702.000 αντίτυπα έχουν πουληθεί από τον εκδοτικό οίκο Rowohlt-Verlag μόνο.)
  
Άνευ συμπεράσματος.
το εξώφυλλο του βιβλίου από  buecher.de

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου