Πέμπτη, 29 Απριλίου 2010

-Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;

Κ. Π. Καβάφης (29.04.1863-29.04.1933)

 ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ

-Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;

     Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.

-Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μιά τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ᾿ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

     Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
     Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
     Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.

-Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;

      Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
      Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
      τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
      για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
      τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.

-Γιατί οι δυό μας ύπατοι κ᾿ οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια·
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ᾿ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;

      Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
      και τέτοια πράγματα θαμπόνουν τους βαρβάρους.

-Γιατί κ᾿ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

      Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
      κι αυτοί βαρυούντ᾿ ευφράδειες και δημηγορίες.

-Γιατί ν᾿ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κ᾿  η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τί σοβαρά που εγίναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ᾿ οι πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

       Γιατί ενύχτωσε κ᾿ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
       Και μερικοί έφθασαν απ᾿ τα σύνορα,
       και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.

                         ____

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ XVIII
 

Ο ΑΝΤΙΪΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΤΟΥ ΝΤΕΦΑΙΤΙΣΜΟΣ
(ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ)

ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ ΠΡΟΣΑΡΤΗΣΗΣ

Στα 1945, το ελβετικό Formes et Couleurs ανθολογούσε στο ανοιξιάτικο τεύχος του κομμάτια από την παγκόσμια σύγχρονη ποίηση. Οι σελίδες που αφιέρωνε στην Ελλάδα ανοίγανε με το Περιμένοντας τους βαρβάρους. Δεύτερος ερχόταν ο Παλαμάς και τρίτος ο Σικελιανός. Σ' ένα σύντομο πρόλογο, ο μεταφραστής τους στα γαλλικά κ. Samuel Baud-Bovy αναρωτιόταν: «Μήμως δεν είναι πάντα επίκαιρη η αληθινή ποίηση; Ακόμη και σήμερα, που η Ευρώπη κατέθεσε τα όπλα δίχως όμως να ξαναβρεί την ειρήνη, ποια στάση μάς προσφέρεται άλλη από τούτη που προτείνουν οι τρεις έλληνες ποιητές: [...] Την αναμονή καινούριων βαρβάρων, που με τη βία, θα έρθουνε να λύσουν τα προβλήματά μας...»
Στα 1951, στις πιο κρίσιμες ώρες τού ψυχρού πολέμου, κάποιος που ερχόταν από τη Γερμανία, πληροφορούσε τους αλεξαντρινούς πως εκεί το δημοφιλέστερο ποίημα του Καβάφη ήταν το Περιμένοντας τους βαρβάρους. Οι βερολινέζοι μάλιστα το τυπώνανε σε τρακτ και το τοιχοκολλούσαν. Αλήθεια; Ψέμματα; Η είδηση πάντως βρήκε θέση στις στήλες μιας αθηναϊκής εφημερίδας. Κι έτσι, ύστερα από το Θερμοπύλες, προσαρτιόταν τώρα κι αυτό στο ιδεολογικό οπλοστάσιο μιας ορισμένης πολιτικής.
Και ιδού ο Δρ Χέλμουτ φον ντεν Στάϊνεν, που μετέφρασε στα γερμανικά τον Καβάφη. Το Δεκέμβρη τού 1955, σε μια διάλεξή του στο Κάϊρο, λέγει πως το ποίημα αυτό έκαμε ιδιαίτερη αίσθηση στους γερμανούς: «Ίσως γιατί, είπε, η ψυχή των γερμανών έχει μια έφεση προσφυγής, κάθε τόσο, προς τις υπεράνθρωπες δυνάμεις (πρωσσικός μιλιταρισμός). Ίσως γιατί οι γερμανοί νιώθουν καλύτερα ποιοι είναι οι Βάρβαροι, μια και υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος της στέππας».
Κι όμως ο περίεργος αυτός «ερμηνευτής» είχε τονίσει προηγούμενα πως ο Καβάφης ήταν πολύ αγαπητός «προ παντός στους κύκλους εκείνους των γερμανών διανοούμενων που δεν ασχολούνται μόνο με την πολιτική». Ποιους εννοούσε και πόσο έπαιζε με τη σημασία τής λέξης «πολιτική» δε χρειάζεται, νομίζω, να τ' αναλύσουμε. Το νόστιμο είναι αλλού. Γιατί αυτό το ποίημα θάπρεπε ν' αγαπηθεί ίσα-ίσα από τους ανθρώπους που εξαιρούσε με τη σκέψη του ο αείμνηστος, τώρα, φον ντεν Στάϊνεν.
[...]
ΠΩΣ ΤΟ ΣΧΟΛΙΑΖΕ Ο ΙΔΙΟΣ
Βέβαια ο πιο αρμόδιος να μας φωτίσει για την έννοια τού ποιήματος είναι αυτός που το έγραψε. Κι ας βρεθήκανε μεταφυσικοί κρισολόγοι που είπανε: «Σκοτεινός ο Καβάφης και δυσπρόσιτος και για τον ίδιο τον εαυτό του». Κι άλλοι, πως σαν αυτοσχολιαστής, ο Καβάφης αποκαρδιώνει με την αφάνταστη ξηρότητα, τυπικότητα κι επιφυλακτικότητά του.
Τρία σχόλια από τον Καβάφη περισώθηκαν. Το πρώτο το υπαγόρεψε ο ίδιος στον Παύλο Α. Πετρίδη. Το δεύτερο το ανασύνθεσε από μνήμης ο κ. Μαλάνος. Το τρίτο είναι μια βραχυγραφημένη σημείωση με το χέρι του. [...]
Το σχόλιο αυτό μέσα στο κείμενο τού Π.Α.Πετρίδη, έρχεται αμέσως ύστερα από το σχόλιο για τα Τείχη:

Και ένα άλλο μεγάλο κοινωνικό πρόβλημα απασχολεί τον ποιητή μας· το πρόβλημα του Πολιτισμού. Ο Καβάφης νομίζει ότι ο Πολιτισμός δεν μας έδωκε την ευτυχίαν. Σε στιγμή μαύρης απισιοδοξίας και βαθειάς ρέμβης πρέπει να συνέλαβε το «Περιμένοντας τους Βαρβάρους». Είναι μια μεγαλοπρεπής και γοητευτική οπτασία τού ποιητού, ο οποίος μεταφέρεται σε ιδανικήν πόλιν, που οι κάτοικοί της αφού ανέπτυξαν μεγάλον βαθμόν πολιτισμού, καταλαμβάνονται από ηδονικήν νοσταλγίαν για μια ζωή περασμένων εποχών των οποίων η ανάμνησις χάνεται εις την νύχτα τού παρελθόντος. Φαντάζονται ότι επιστρέφοντας εις την ζωήν τού αρχεγόνου πολιτισμού θα αποκτήσουν την ευτυχίαν. Και η επιθυμία των παρ' ολίγον να εκπληρωθή. Έρχεται η είδησις ότι οι Βάρβαροι πλησιάζουν. Εις την αγγελίαν, σύγκλητος και νομοθέται παύουν κάθε εργασίαν. Ο αυτοκράτωρ με μεγέλη στολή, και περιστοιχισμένος από τους πραίτορας και υπάτους με τες κλασικές τους τόγες και τα φανταχτερά τους στολίδια, περιμένει τους ξένους εις την μεγάλην πύλην τής πόλεως. Περιμένοντας όμως ενύχτωσε, και οι Βάρβαροι δεν εφάνησαν. Μερικοί που ήλθαν από τα σύνορα είπαν πως βάρβαροι δεν υπάρχουν πεια. Όλοι γυρνούν στα σπίτια τους συλλογισμένοι και απογοητευμένοι ερωτώντας:
«Και τώρα τί θα γίνουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις».
Η είδησις ότι οι Βάρβαροι πεια δεν υπάρχουν, είναι η πεποίθησις τού ποιητού. Νομίζει ότι ο κολοσσαίος αυτός οργανισμός που λέγεται Πολιτισμός, είναι τόσο τέλειος, οι πλόκαμοί του αγκαλιάζουν τόσο σφιχτά τον πλανήτη μας, ώστε κάθε προσπάθεια προς αποφυγήν του, προς επιστροφήν σε βίον αρχέγονον θα ήτο ματαία.

Το δεύτερο σχόλιο, όπως λέγει κι ο κ. Μαλάνος που το καταγράφει, είναι πολύ μεταγενέστερο. Ανάμεσα στα 1916 και 1925, υπολογίζω. Αλλά, όσο πιστή κι αν θέλει να είναι μαρτυρία τού κ. Μαλάνου, δεν παύει να φέρνει τη σφραγίδα τής δικής του προσωπικότητας και της δικής του κοσμοαντίληψης. Λέγει λ.χ. για τον Καβάφη: «Όταν κατά το 1900 έγραφε το ποίημά του, τη σκέψη του δεν την απασχολούσε διόλου το ενδεχόμενο μιας κοινωνικής αλλαγής [...] δηλαδή δεν έβαζε το πρόβλημα στον εαυτό του κοινωνιολογικά». Απόψεις και συμπεράσματα που δε μας βεβαιώνει πως τα έχει από το στόμα τού ποιητή. Γι' αυτό θα κρατήσουμε μόνο όσα άμεσα και ρητά αποδίνονται στον καβάφη. Τούτο πρώτα απ' όλα: Οι βάρβαροι δεν είναι σύμβολο:

Όταν (όμως) μια μέρα μού μίλησε γι' αυτούς, αντελήφθηκα ότι ο ίδιος, λέγοντας βαρβάρους, δεν εννοούσε τίποτ' άλλο παρά βαρβάρους, ενώ αντιθέτως, στη «Σατραπεία», λέγοντας Σούσα, εννοούσε βίον ευμάρειας, όπως πάλι, λέγοντας Αλεξάνδρεια στο «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον», δεν εννοούσε άλλο από ζωή.

Και τούτο, που κλεισμένο μέσα σε εισαγωγικά, μας μεταφέρει αυτούσια τα λόγια τού ποιητή:

Όμως έτσι που μας έχει υποταγμένους ο πολιτισμός -επρόσθετε ο ίδιος συμπερασματικά στην ομιλία του- είναι ματαιοπονία να τους περιμένουμε.

Και τώρα, ας σημειώσουμε μια «λεπτομέρεια» με διπλή μολυβιά. Ο Πετρίδης, έχοντας άγρυπνο το μάτι τού Καβάφη πάνω από τον ώμο του, κάθε φορά που αναφέρεται σε σύγχρονες καταστάσεις, γράφει Πολιτισμός, με κεφαλαίο. Ο κ. Μαλάνος, με μόνη βοήθεια την ακουστική του μνήμη, το γράφει με μικρό. Ρώτησε για τους βαρβάρους, δε ρώτησε όμως αν ο Πολιτισμός συμβόλιζε τίποτ' άλλο. Κι ο Καβάφης, πολύ συνετά, απόφυγε να τού το ξεδιαλύνει μόνος του. Ωστόσο με τη λέξη αυτή οι αλεξαντρινοί τού 1882-1910, πότε σοβαρά και πότε ειρωνικά, ανάλογα με την πολιτική τοποθέτηση εκείνου που την έλεγε, εννοούσαν άλλο πράγμα. Εννοούσαν την αγγλική κατοχή. Παραδείγματα υπάρχουν άπειρα.[...]
Μήπως «κατά το 1900», όταν, όπως βεβαιώνει ο κ. Μαλάνος, έγραφε το ποίημα ο Καβάφης υπήρχαν πραγματικά βάρβαροι; Που απειλούσαν ποιον Πολιτισμό; [...]

ΟΙ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ (δεύτερο κλειδί)
[...] Ο Νετζούμι, όταν πήρε την εντολή να καταχτήσει την Αίγυπτο, για να δείξει την αποφασιστικότητά του, γύρισε πρώτα κι έκαψε το σπίτι του. Δύο χρόνια πολεμάει στα βόρεια τής Δόγκολας. Στα 1889 αρχίζει την εκστρατεία τής Αιγύπτου. Η απειλή είναι σοβαρότατη. Μα ο σιρδάρης Σερ Φράνσις Γκρένφελ συντρίβει το Νετζούμι στο Τόσκι, στα νότια σύνορα τής Αιγύπτου. Είναι η πρώτη βρετανική νίκη από τότε που ξεσηκώθηκε ο Μάχντι. Μα οι πολεμικές επιχειρήσεις θα συνεχίζονται άλλα δέκα χρόνια.[...]
Για δεκατέσσερα χρόνια, η ελπίδα ή ο φόβος τής κατάχτησης τής Αιγύπτου από τους μαχντιστές κυβερνάει όλα τα πνεύματα. Οι ελληνικές εφημερίδες τής Αλεξάντρειας δημοσιεύουν κάθε τόσο αφηγήσεις ανθρώπων που έφτασαν από τα σύνορα. Πότε λένε πως άρχισε η εισβολή, πότε πως ο αληθινός Μάχντι δεν πέθανε, και άλλα. Όμως ας δώσουμε ακόμη μια φορά το λόγο στο Σενέλ. Η υποψία που εκφράζει για την αγγλική πολιτική υιοθετήθηκε πολύ γρήγορα από την Ιστορία:

«Όταν εξετάζει κανείς προσεχτικά την ασυνάρτητη πολιτική, τους ανεξήγητους δισταγμούς τής αγγλικής κυβέρνησης σ' αυτή την υπόθεση τού Σουδάν, δεν μπορεί να μη σκεφθεί πως τόση ανικανότητα πρέπει να κρύβει κάποια υποκρισία. Θα έλεγε κανείς πως η Αγγλία επιμένει να διατηρεί στις περιοχές τού Νείλου μια αδιάκοπη απειλή ανάφλεξης, για να δικαιολογεί την επέμβασή της. Κάθε φορά που τα ευρωπαϊκά έθνη θυμίζουν στην αγγλική κυβέρνηση τις υποσχέσεις της, πως θα φύγει από την Αίγυπτο, αμέσως πολλαπλασιάζονται τ' ανησυχητικά τηλεγραφήματα· το Σουδάν ταράζεται· οι αντάρτες ξαναπήρανε τα όπλα και βαδίζουν εναντίον τού Ασσουάν· ο Μάχντι αναστήθηκε και απειλεί να εισβάλει στο Κάϊρο. Αυτά τα καραγκιοζιλίκια επαναλαβαίνονται κάθε τρεις μήνες και η ιπποτική Αλβιώνα κράζει με δάκρυα στη φωνή: «Θέλετε λοιπόν να εγκαταλείψουμε τους κακόμοιρους τους ιθαγενείς στη μανία των βαρβαρικών ορδών;! Υποσχεθήκαμε να τους προστατέψουμε και θα τους προστατέψουμε ακόμη και παρά τη θέλησή τους».

ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΒΙΩΜΑΤΑ (τρίτο κλειδί)
[...] Είναι η περίοδος τού πεσιμιστικού ρεαλισμού τού Καβάφη, με κάποια σκιρτήματα στωικότητας και αγωνιστικής έφεσης. [...]
Αλλά δεν είναι μόνο οι συνθήκες τής ατομικής του ζωής που τον ρίχνουν σε καταστάσεις «μαύρης απαισιοδοξίας». [...] Ολόκληρος ο αλεξαντρινός κοσμάκης παραδέρνει μέσα στην απόγνωση και την αθλιότητα. Ο Σωτήρης Λιάτσης, αρχισυντάκης τού «Ταχυδρόμου» και στενός φίλος τού Καβάφη, αρχίζει το άρθρο του της 30 Αυγούστου 1899 μ' αυτά τα λόγια:

Όχι πλέον πενία και στέρησις, αλλά η φοβερά και αποτρόπαιος πείνα, μαστίζει μέγα μέρος τής κατωτέρας τάξεως τής παροικίας μας.

Και συνεχίζει:

Ο αριθμός των αποκλήρων τής τύχης, των εγκαταλελειμμένων, αυξάνει καθ' εκάστην, ενόσω ο κύκλος των εμπορικών εργασιών στενούται και η εξεύρεσις εργασίας καθίσταται ημέρα τη ημέρα δυσχερεστέρα. Πλείστοι εύποροι το πριν οικογενειάρχαι, περιέπεσαν εις παντελή ένδειαν, άπειρος δ΄ είναι ο αριθμός των άνευ εργασίας και πόρου ζωής υπαλλήλων [...]. Ο Αριθμός των στερουμένων άρτου οικογενειών είναι τόσον μέγας ώστε καταντά απίστευτος. Ας μαρτυρήσωσι περί τούτου οι διανείμαντες προ ολίγων ημερών την εξ 150 λιρών δωρεάν προς τους πτωχούς τού Αβέρωφ. Η Φιλόπτωχος Αδελφότης η διανέμουσα τρεις χιλιάδας περίπου οκάδας άρτου εις απόρους οικογένειας, βλέπει ανεπαρκείς τους πόρους της όπως χορτάσει το πλήθος των πεινώντων.

Την επομένη, 31 Αυγούστου 1899:

Πρώτην φοράν εκτυλίσσονται εν Αλεξανδρεία σκηναί αθλιότητος, τας οποίας αδυνατεί τις να πιστεύση, αν δεν τας ίδη δι' ιδίων οφθαλμών. Εσμός επαιτών διασχίζει τας οδούς ενοχλητικώτατα ζητών ελεημοσύνην, διότι εξωθείται υπό της πείνης. Δεκάδες ανθρώπων κοιμώνται εις το ύπαιθρον επί προχείρων αχυροστρωμνών, παρά την παραλίαν, εξεγειρόμενοι δε νίπτονται δια του ύδατος τής θαλάσσης. Πτωχαί γυναίκες αναμένουσι το σκότος τής νυκτός δια να το περιβληθώσιν ως ένδυμα και σύρουσαι δυστυχή μικρά πλάσματα επικαλούνται σπαρακτικώς τον οίκτον των διαβατών.

Σε τέτοιο σημείο δυστυχίας είχε φέρει «την πρώτη μεταξύ των ξένων παροικιών» η εξοντωτική πολιτική τού Κρόμερ. Η μαύρη απαισιοδοξία του και το μίσος του κατά τής αγγλικής κατοχής ευθυγραμμίζουν ψυχικά τον Καβάφη με τον κόσμο τής στέρησης και τής βιοπάλης. Είναι μεγάλες αυτές οι ώρες, που ηθελημένα ή άθελά του, γίνεται ο εκφραστής των αισθημάτων μιας πλατειάς κοινωνικής ομάδας. Κι ο εκδικητής της. Τα σύμβολά του στα ποιήματα αυτής τής περιόδου είναι πιο βαθειά, πιο γεμάτα. Και το μέτρο του, το ιαμβικό βέβαια, όμως πιο τραχύ, πιο σκονταφτικό, σαν πατήματα βαρβάρων που πλησιάζουν.
Η ευχή του, η προσευχή του, αν μπορεί να ταιριάξει τέτοια λέξη δίπλα στην πασίδηλη απιστία του: Ας έρθουν· ας ερχόταν ο Μάχντι, να πάρει ένα τέλος ο βραχνάς κι ας γίνει ό,τι γίνει - δίνει συγκεκριμένη έκφραση στο αίσθημα τού αδιέξοδου και τής αβεβαιότητας που πνίγει τις ευρωπαϊκές παροικίες τής Αλεξάντρειας. Γάλλοι, ρώσοι, γερμανοί, ιταλοί, αυστριακοί, σύριοι και γραικοί, όλοι τους εύχονται την επιστροφή προς τα πίσω, στον παράδεισο τού «αρχέγονου πολιτισμού», όταν δηλαδή δεν υπήρχε αγγλική κατοχή. [...]

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΒΑΡΒΑΡΩΝ
[...] Είναι το τρίτο σχόλιο που αναφέραμε στην αρχή. Γράφτηκε στ' αγγλικά. Το αντιγράφω ακριβώς όπως το δίνει ο Μιχ. Περίδης από τα χαρτιά τού ποιητή: «I was also smwh. doubtful ab. "περμν. τους Βρ." and there I found in rew. t. surmise that their recurrence is a possibility».
Η μετάφραση τού κ. Περίδη μού φαίνεται πρόχειρη. [...] Γιαυτό θα μεταφράζαμε τη σημείωση έτσι: «Ήμουν επίσης έναν καιρό δισταχτικός για το "Περιμένοντας τους Βαρβάρους" και να που βρήκα προς χαρά μου την υπόθεση πως η επιστροφή τους είναι δυνατή».
Ποια «υπόθεση» ; [...]
Από το Μάρτη του 1896 μέσα σ'αυτή την ίδια την Αλεξάνδρεια ο νέος εθνικός ηγέτης Μουστάφα Κάμελ έρριχνε το σύνθημα:«Η Αίγυπτος στους Αιγύπτιους». [...] Το εθνικό κίνημα ξαναζωντάνευε. [...] η μορφωμένη νεολαία τής Αιγύπτου συσπειρωνόταν γύρω από αυτό το φλογερό ρήτορα. [...]Το νέο κίνημα οργανώνει τους διανοούμενους, τους μικροαστούς των πόλεων, αργότερα ασχολείται και με τους εργάτες. Ο λόρδος Κρόμερ, στις ετήσιες εκθέσεις του, αφρίζει και λυσσάει. Τους αποκαλεί αμόρφωτους, διεφθαρμένους, όργανα ασυνείδητων ταραχοποιών, που δεν εκπροσωπούν παρά μια θορυβώδικη μειοψηφία και τα τοιαύτα.[...] Ο κίνδυνος τού «μουσουλμανικού φανατισμού» είναι μεγάλος, τους λέγει [ο Σερ Έντουαρντ Γκρέϋ]. Το θέμα των δερβίσηδων και των βαρβαρικών ορδών τού Μάχντι έρχεται πάλι στην ημερήσια διάταξη.
Ο ιταλο-έλληνας Φ.Φ. Όδδης, κάνοντας τον απολογισμό τής αγγλικής διοίκησης, θα γράψει στα 1911: «Είναι επίσης απηθές ότι κατεπολεμήθη αποτελεσματικώς ο φανατισμός, όστις ήτο πολύ πιθανόν να προκαλέση εν εγγυτέρρω ή απωτέρω μέλλοντι βαρβαρικάς εισβολάς».

ΣΠΑΡΑΖΕΤΑΙ Ή ΧΛΕΥΑΖΕΙ;
Αν ο εντιμότατος μίστερ Ουΐλιαμς, επιθεωρητής τού Τρίτου Κύκλου των Αρδεύσεων και ιεραρχικός προϊστάμενος τού Καβάφη, διάβαζε τότε κάποια μετάφραση τού Περιμένοντας τους Βαρβάρους, τί θα καταλάβαινε και πώς θα χαρακτήριζε το ποίημα; Ιστορικό ή πολιτικό; Νομοταγές ή  ντεφαιτιστικό;
Κάποτε -ήτανε Μάης τού 1873- ο Αρθούρος Ρεμπώ έγραψε σ' ένα φίλο του: «Πήγα προχτές και είδα τους πρώσσους στο Βουζιέ... Αυτό με καρδάμωσε». Υπάρχουν γάλλοι που ακόμη δεν του το συχωρνάνε. Ο ντεφαιτισμός τού Καβάφη δεν είναι σατανικά βερμπαλιστικός όπως εκείνου του αφορεσμένου παιδιού που ανανέωσε τη γαλλική ποίηση. Γυρεύει τη ρίζα, είναι επαναστατικός. Ερμηνεύοντας μεταφυσικά το ποίημά του, οι ιππότες τής «λυρικής αποκάλυψης» μάς λένε πως η πόλη αυτή «διψά για θάνατο και ανυπαρξία». Όμως ποιοι άρχοντες, ποιας πολιτείας, που οι κάτοικοί της μάλιστα «ανέπτυξαν μεγάλον βαθμόν πολιτισμού», θέλησαν ή θα θελήσουν ποτέ, δίχως λόγο και δίχως αφορμή, τον αφανισμό τους; Μόνο αν έχουν φτάσει σε αδιέξοδο, γιατί σπαράζονται από εσωτερικές αντιθέσεις. Αντιθέσεις τόσο αξεπέραστες, που το πήδημα στο άγνωστο, η περιπέτεια τού ξαναγυρισμού στη «φύση», η αναθεώρηση δηλαδή ολόκληρης της κλίμακας των ηθικών και υλικών τους αξιών, να τους φαίνεται σα μια υποφερτή, μια κάποια λύση. Αλλά μια τέτοια πόλη παύει πια να είναι, δεν μπορεί να είναι, «ιδανική».είναι συγκεκριμένη, σε τόπο και σε καιρό. Είναι και η Αλεξάντρεια τού Καβάφη γύρω στα 1900. Γι' αυτό ο ερχομός των βαρβάρων δε θα έδινε τη λύση στα προβλήματά της. Θα ήταν μόνο μια ΚΑΠΟΙΑ λύση.
Αν ο Ουΐλιαμς ήταν άνθρωπος ξυπνός -και φαίνεται πως ήταν, γιατί εγκωμίαζε στις εκθέσεις του τις γλωσσολογικές και μεταφραστικές ικανότητες τού Καβάφη- ίσως έβρισκε στο γνωμικό στίχο:

Και τώρα τί θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.

μια ασεβέστατη διάθεση χλευασμού και παρωδίας. Μήπως δεν το συχνολέγανε μεταξύ τους οι άγγλοι; «Ο Μάχντι είναι μια κάποια λύση. Αν κάποτε λείψει, θα πρέπει να βρούμε άλλη πρόφαση για να παρατείνουμε την κατοχή». Και τώρα, τώρα που έλειψε, φαίνεται σα να λέγει για λογαριασμό τους ο Καβάφης: τί θα γίνουμε;
Λοιπόν, τί κάνει στους δυο τελευταίους στίχους, σπαράζεται ή χλευάζει; Και τα δυο, νομίζω. Και τα δυο μαζύ. Το διφορούμενο πάντα τον γοήτευε, γι' αυτό και το χειριζόταν αριστοτεχνικά: διπλή ζωή, διφορούμενες δραματικές καταστάσεις, διφορούμενο φύλο των προσώπων στα ποιήματά του. Το διφορούμενο τον προστατεύει «από τους κακούς ανθρώπους», αλλά και τον εμπνέει, γιατί ερεθίζει την εφευρετικότητα τής φαντασίας του. [...]
Αυτός ήταν ο Καβάφης. Ο υποκειμενισμός του θα φαινόταν αινιγματικός αν δεν ξέραμε πόσο πιστά εκφράζει την αντίφαση ανάμεσα στη σκέψη και τη δράση, αντίφαση που τον βασάνιζε. Ήταν περήφανος για το γένος του, φανατικά «φυλετικός». Τον ελληνισμό τον ήθελε πρώτο μέσα στην κοσμοπολίτικη Αλεξάντρεια. «Αλλά, κατεστραμένος άνθρωπος, τί φταίω εγώ. Ζητώ ο ταλαίπωρος να μπαλωθώ»(ρμθ'). Αυτό το αμάλγαμα τού δραματικού και του ειρωνικού στοιχείου μήπως δεν καθρεφτίζει βαθειά την Αλεξάντρεια και τα προβλήματά της στα τέλη τού 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα; Για τον Καβάφη η έμπνευση ισοδυναμούσε με μια οξύτατη συνείδηση τού πραγματικού. Κι όμως, από στάδια, που ίσως δε θα τα εξιχνιάσουμε ποτέ, μα που εκείνος τα είχε υπολογισμένα με το διαβήτη, μας οδηγάει στο γεμάτο και ολοκληρωμένο ποίημα. Στο έργο τέχνης: στιλπνό, αυτόνομο κι αγέραστο.

από το βιβλίο του Στρατή Τσίρκα, Ο Καβάφης και η εποχή του, εκδ. ΚΕΔΡΟΣ

ΤΕΙΧΗ

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ᾿ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·

διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
Ἀ όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.

Αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Ανεπαισθήτως μ᾿ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.

ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ

Τιμή σ' εκείνους όπου στην ζωή των
ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
Ποτέ από το χρέος μη κινούντες·
δίκαιοι κ᾿  ίσιοι σ' όλες των τες πράξεις,
αλλά με λύπη κιόλας κ᾿ ευσπλαχνία·
γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν
είναι πτωχοί, πάλ᾿ εις μικρόν γενναίοι,
πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε·
πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,
πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.

Και περισσότερη τιμή τους πρέπει
όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)
πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,
κ' οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.

Η ΣΑΤΡΑΠΕΙΑ

Τί συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος
για τα ωραία και μεγάλα έργα
η άδικη αυτή σου η τύχη πάντα
ενθάρρυνσι κ᾿ επιτυχία να σε αρνείται·
να σ᾿ εμποδίζουν ευτελείς συνήθειες,
και μικροπρέπειες, κι αδιαφορίες.
Και τί φρικτή η μέρα που ενδίδεις
(η μέρα που αφέθηκες κ᾿ ενδίδεις),
και φεύγεις οδοιπόρος για τα Σούσα,
και πιαίνεις στον μονάρχην Αρταξέρξη
που ευνοϊκά σε βάζει στην αυλή του,
και σε προσφέρει σατραπείες και τέτοια.
Και συ τα δέχεσαι με απελπισία
αυτά τα πράγματα που δεν τα θέλεις.
Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι᾿ άλλα κλαίει·
τον έπαινο τού Δήμου και των Σοφιστών,
τα δύσκολα και τ᾿ ανεκτίμητα Εύγε·
την Αγορά, το Θέατρο, και τους Στεφάνους.
Αυτά πού θα στα δώσει ο Αρταξέρξης,
αυτά πού θα τα βρείςστη σατραπεία·
και τί ζωή χωρίς αυτά θα κάμεις.

ΑΠΟΛΕΙΠΕΙΝ Ο ΘΕΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΝ

Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ᾿, ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές -
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανοφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ᾿ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.

ΤΡΩΕΣ

Είν᾿ η προσπάθειές μας, των συφοριασμένων·
είν᾿ η προσπάθειές μας σαν των Τρώων.
Κομμάτι κατορθώνουμε· κομμάτι
παίρνουμ᾿ επάνω μας· κι αρχίζουμε
νάχουμε θάροος και καλές ελπίδες.

Μα πάντα κάτι βγαίνει και μας σταματά.
Ο Αχιλλεύς στην τάφρον εμπροστά μας
βγαίνει και με φωνές μεγάλες μάς τρομάζει. -


Είν᾿ η προσπάθειές μας σαν των Τρώων.
Θαρρούμε πως με απόφασι και τόλμη
θ᾿ αλλάξουμε της τύχης την καταφορά,
κ᾿ έξω στεκόμεθα ν᾿ αγωνισθούμε.

Αλλ᾿ όταν η μεγάλη κρίσις έλθει,
η τόλμη κ᾿ η απόφασίς μας χάνονται·
ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει·
κι ολόγυρα απ᾿ τα τείχη τρέχουμε
ζητώντας να γλυτώσουμε με την φυγή.

Όμως η πτώσις μας είναι βεβαία. Επάνω,
στα τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος.
Των ημερών μας αναμνήσεις κλαιν κ᾿ αισθήματα.
Πικρά για μας ο Πρίαμος κ᾿ η Εκάβη κλαίνε.


«Είμαι Κωνσταντινοπουλίτης την καταγωγήν, αλλά εγεννήθηκα στην Αλεξάνδρεια - σ᾿ ένα σπίτι τής Οδού Σερίφ· μικρός πολύ έφυγα, και αρκετό μέρος τής παιδικής μου ηλικίας το πέρασα στην Αγγλία. Κατόπιν επεσκέφθην την χώραν αυτήν μεγάλος, αλλά για μικρόν χρονικό διάστημα. Διέμεινα και στην Γαλλία. Στην εφηβική μου ηλικίαν κατοίκησα υπέρ τα δύο έτη στην Κωνσταντινούπολι. Στην Ελλάδα είναι πολλά χρόνια που δεν επήγα.
Η τελευταία μου εργασία ήταν υπαλλήλου εις κυβερνητικόν γραφείον εξαρτώμενον από το Υπουργείον των Δημοσίων Έργων της Αιγύπτου. Ξέρω Αγγλικά, Γαλλικά, και ολίγα Ιταλικά».

Τούτο το αυτοβιογραφικό σημείωμα του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη, δημοσιευμένο το 1924 στο πανηγυρικό τεύχος τού περιοδικού «Νέα Τέχνη», μπορεί να συμπληρωθεί με τις ακόλουθες πληροφορίες:
Γεννήθηκε στις 17/29 Απριλίου 1863, και πέθανε στην Αλεξάνδρεια, στις 29 Απριλίου 1933, από καρκίνο του λάρυγγος. Γόνος μεγαλεμπόρων, είχε οκτώ μεγαλύτερα αδέλφια που επέθαναν όλα πριν από αυτόν. Δύο από τους αδελφούς του ήταν ερασιτέχνες ζωγράφοι, και ένας άλλος έγραφε στίχους αγγλικά και γαλλικά· ένας εξάδελφός του ήταν μεταφραστής τού Σαίξπηρ.
Το πρώτο δημοσιευμένο ποίημά του τυπώθηκε στο περιοδικό «Έσπερος»της Λειψίας, το 1886. Από τότε, δεν έπαψε να δημοσιεύει ποιήματά του σε διάφορα έντυπα τής Αλεξάνδρειας και τής Αθήνας, καθώς και σε ιδιότυπες συλλογές εκτός εμπορίου.[...]
Στα 1926, η δικτατορική κυβέρνηση Παγκάλου, κατά εισήγηση του Γ.Χαριτάκη, του απένειμε το «Αργυρούν Παράσημον του Φοίνικος». Τον ίδιο χρόνο, άρχισε να εκδίδεται, υπό την καθοδήγησή του το λογοτεχνικό περιοδικό «Αλεξανδρινή Τέχνη».
Δεν πρόλαβε να τυπώσει το τελευταίο του ποίημα, που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1935 [...]
Η πρώτη επίσημη παρουσίαση του Καβάφη στα Ελληνικά Γράμματα έγινε από τον Γρηγόριο Ξενόπουλο, το 1903. Αντίστοιχα, ο Άγγλος μυθισοριογράφος κ. E. M. Forster ήταν ο πρώτος ξένος που, το 1919, αποκάλυψε στο διεθνές κοινό τον Ποιητή.
[...]


Στις 29 Απριλίου 1933 (ημέρα των γενεθλίων του) ο Κωστής Πέτρου Φωτιάδης Καβάφης, χάρη σε μια εκπληκτική συνέπεια της Μοίρας απέναντι στον ακριβέστερο εξόριστο του ελληνικού λόγου, έκλεισε στην γενέτειρά του τον εβδομηντάχρονο κύκλο τής επίγειας ζωής του, και πέρασε στον κύκλο τής αιωνιότητας: έγινε, οριστικά, ο Καβάφης.
Την παραμονή, ο άνθρωπος του οποίου όλος ο συνειδητός βίος εστάθηκε μια μελέτη θανάτου, εκτέλεσε με πλήρη διάυγεια το ύστατο χρέος του: μετάλαβε. Είχε συντάξει την διαθήκή του πριν δέκα χρόνια, και τα χαρτιά του βρέθηκαν σε υποδειγματική τάξη - σημάδι πως ήταν «έτοιμος από καιρό».
Έτοιμος, δεν σημαίνει: βέβαιος· μάλλον υποδηλώνει άγρυπνη συνείδηση, και σταθερή, αν όχι ήρεμη, ελπίδα.
Δεν μπορουσε, λ.χ., ο Ποιητής να έχει την βεβαιότητα πως είκοσι χρόνια μετά τον θάνατό του, ένα πό τα γνωστότερα βιβλιοπωλεία του Λονδίνου θα διαφήμιζε ότι: «Έχουμε όλα τα καλύτερα βιβλία: από τον Τσώσερ ως τον Καβάφη» - κι αν την είχε, σίγουρα δεν θα του αρκούσε για να νιώσει γαλήνιος και ασφαλής· όχι πως περιφρονούσε τα εγκόσμια· μα το πατροπαράδοτο ένστικτό του και οι συνθήκες της ζωής του τον είχαν διδάξει από νωρίς να κα΄νει σωστούς λογαριασμούς:

Την δύσκολη ζωή μου ασφαλή να κάνω
εγώ στην Τράπεζα του Μέλλοντος επάνω
πολύ ολίγα συναλλάγματα θα βγάλω...

έγραφε, το 1897, σ᾿ ένα ιδιωτικό του στιχούργημα.
Μπορούσε, όμως, να έχει την καθαρή συνείδηση του αγαθού δούλου, ο οποίος δεν καταχώνιασε μήτε επόρνευσε το τάλαντό του στην κοσμοπολίτικη έρημο της Αλεξάνδρειας ή στην βαλκανική σκόνη τής Αθήνας, μα το έσπειρε στα πιο παραμελημένα χώματα του Ελληνισμού, και το πότισε και το ανάστησε με όλα του τα δάκρυα και με όλο του το αίμα.
Και μπορούσε, ακόμα, να έχει την σοφήν ελπίδα την οποία του πρόσφερε η Τράπεζα του Παρελθόντος, δηλαδή η αδιάκοπη συναναστροφή του με τους νεκρούς: ότι πέρα από τις τυφλές χειρονομίες των ανθρώπων και πέρα από τις απατηλές βουλές των θεών, υπάρχει πάντα το είδωλο ενός νέου σώματος - η αφθαρσία τού ενσαρκωμένου λόγου, που για τον Ποιητή ενδεχομένως κατορθώνεται και πάντως προσεγγίζεται με την μεταμόρφωση της σάρκας σε λόγο.
[...]

από Κ.Π.ΚΑΒΑΦΗ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1896-1918), Άπαντα Ι, εκδ. ΙΚΑΡΟΣ, Φιλολογική Επιμέλεια Γ.Π.Σαββίδης 

η φωτογραφία του ποιητή από τη Βικιπαίδεια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου