Τετάρτη, 21 Απριλίου 2010

Μα πες μου αν έχει ο βασανιστής σου/ Αν έχει μάτια στόμα και λαιμό


 Η Αυλή, Μ. Θεοδωράκης, Μ. Ελευθερίου, Μ. Φαραντούρη. Από τα τραγούδια του αγώνα, 1974, Minos

12 Δεκεμβρίου [1967]: Από χθες τη νύχτα είμαι ένας χαμένος άνθρωπος. Θυμάμαι αυτή τη φράση τής Νέλλης και τώρα τη νοιώθω να τυλίγει εμένα την ίδια. Όχι, δεν υπέγραψα την δήλωση του Λάμπρου. Ούτε έδωσα ονόματα. Αλλά ωστόσο είμαι ένας χαμένος άνθρωπος. Άμα σας διηγηθώ τί μου συνέβη θα με καταλάβετε. Πιο καλά θα με νοιώσουν όσες γυναίκες διαβάσουν το γράμμα μου.
Από το απόγευμα διαισθανόμουνα ότι η νύχτα αυτή θα ήταν κρίσιμη για όλη μου τη ζωή. Χωρίς να έχω καμμιά ένδειξη, ήξερα από μια νευρική υπερευαισθησία ότι στις οκτώ θα ξαναέβλεπα την ταράτσα. Στις οκτώ παρά τέταρτο η αγωνία μου είχε φτάσει στο ζενίθ. Ακόμη και ο μόνιμος πόνος τού κορμιού είχε παραμεριστεί από το τέντωμα των νεύρων. Μυριζόμουνα έναν απροσδιόριστο κίνδυνο, που μπροστά του ο φυσικός πόνος έσβησε. Στις 8 παρά ένα λεπτό μούρθε να βάλω τις φωνές ή να χτυπήσω το κεφάλι μου στον τοίχο. Μετά τις οκτώ κατέρρευσα. Φαντάζομαι ότι κάτι ανάλογο θα αισθάνεται ο κατάδικος που οδηγείται στην ηλεκτρική καρέκλα και τη στιγμή που ο δήμιος πάει να πατήσει το κουμπί ειδοποιείται ότι η εκτέλεση αναβάλλεται. Γιατί κι εγώ ήξερα ότι για αναβολή επρόκειτο. Το αργότερο ως αύριο.
Στις εννέα άνοιξε η πόρτα. Ο Καραπαναγιώτης. «Τί έκανες με το χαρτί που σούδωσε ο κύριος διοικητής;» ρώτησε. Από τη σιωπή μου κατάλαβε. Ανεβήκαμε. Με υποβάσταζε ο Κραβαρίτης. Άλλοι δυο, φρεσκοξυρισμένοι, προχωρούσαν μπροστά. Ο Καραπαναγιώτης από πίσω. Ένας από τους αγνώστους βλαστημούσε γιατί είχε εισιτήριο για το θέατρο και δεν προλάβαινε. Η ταράτσα η ίδια, όπως την είχα αφήσει πριν έξη μέρες. Ωραία η θέα τού Λυκαβητού. Και η Ακρόπολη φωτισμένη. Όλη η Αθήνα είναι όμορφη και φαντάζει ακόμη πιο όμορφη όταν την ατενίζεις ψηλά από το κολαστήριο τής ταράτσας. Σπίτια φωτισμένα και μέσα ζούνε άνθρωποι. Άντρες που γυρίζουν από τις δουλειές τους, γυναίκες που μαγειρεύουν, ζευγάρια που καυγαδίζουν γι' ασήμαντες αφορμές. Παιδιά που διαβάζουν για το αυριανό σχολείο.
Κάποια κοπελλλίτσα παίζει πιάνο. Τη φαντάζομαι να τεντώνει τα χεράκια της να πιάσει τις οκτάβες. Κοντά στο κολαστήριο μια μαιευτική κλινική. Κάποια ξεγεννάει δύσκολα. Ακούγονται οι δυνατές φωνές της. Καινούργιες ζωές έρχονται στον κόσμο. Και δεν ξέρουν ότι γεννιούνται πλάι στη ζούγκλα, ότι ο κόσμος όλο και πάει να ξαναγίνει μια απέραντη ζούγκλα... Ήσυχοι, καλοί άνθρωποι, που σας λένε η σπονδυλική στήλη τής κοινωνίας, δε είμαι παρά μια ανήμπορη γυναίκα και τα θεριά γύρω ακονίζουν τα δόντια τους έτοιμα να χυμήξουν. Αν δεν ξυπνήσετε θα χυμήξουν και στις δικες σας γυναίκες και στα δικά σας παιδιά...
Χύμηξαν και οι τέσσερες μαζί. Αυτό που ήταν πίσω μου έτσι όπως είχαν σχηματίσει κύκλο γύρω μου, μούδωσε μια δυνατή κλωτσιά στο κάτω μέρος τής πλάτης. Έχασα την ισορροπία μου και κλονίστηκα. Προτού πέσω ο μπροστινός με κλώτσησε στο πρόσωπο. Καθώς ταλαντευόμουνα ο πλαϊνός με χτύπησε με γροθιά στο στομάχι και ενώ έβγαινε από μέσα μου ακατάσχετος εμετός εξακολουθούσε  το κυκλικό παιχνίδι τής μπάλας. Κάποιος αστόχησε και κυλίστηκα χάμω. Τότε το παιχνίδι άλλαξε. Ο Καραπαναγιώτης πήδησε στην κοιλιά μου. Ο Κραβαρίτης έκανε το ίδιο πάνω στο καμμένο στήθος. Ένας τρίτος έβαλε το πόδι στο λαιμό μου και τον πίεζε. Η αναπνοή μου σταμάτησε. Να, ο θάνατος επί τέλους έρχεται να με λυτρώσει. Όχι. Το πόδι τραβήχτηκε από το λαιμό. Τέσσερα χέρια με σήκωσαν και με πέταξαν στον πάγκο. Μου έβγαλαν όλα  τα ρούχα. Θεόγυμνη, μ'έδεσαν σφιχτά. Ο Καραπαναγιώτης έσκυψε και έφερε τα σκοινιά στα σημεία που να πιέζουν τις πληγές τής καμμένης ρόγας τού αριστερού στήθους και τού δεξιού μηρού. «Θα πάθεις κι  άλλα χειρότερα», είπε. «Στο χέρι σου είναι να γλυτώσεις». Δεν είχα δύναμη να μιλήσω. Η φωνή δεν έβγαινε. Με υπεράνθρωπη προσπάθεια έδωσα στο στόμα το σχήμα που παίρνει όταν θέλει να φτύσει. Αλλά δεν βγήκε παρά ένα μικρό κομματάκι ματωμένο σάλιο που κόλλησε στο δεξί του μάγουλο. Ένα γερό χαστούκι με επανέφερε στην τάξη.[...]

από το βιβλίο του Γιάννη Κάτρη, 1960-1974, Η γέννηση τού νεοφασισμού στην Ελλάδα, εκδ. Παπαζήση

Πώς έγινε ένας κακός άνθρωπος

Θα σας πω πώς έγινε
έτσι είναι η σειρά
Ένας μικρός καλός άνθρωπος αντάμωσε στο δρόμο του έναν κτυπημένο
Τόσο δα μακριά από κείνον ήτανε πεσμένος και λυπήθηκε
τόσο πολύ λυπήθηκε
που ύστερα φοβήθηκε
Πριν κοντά του να πλησιάσει, για να σκύψει να τον πιάσει, σκέφτηκε καλύτερα
Τι τα θες τι τα γυρεύεις
κάποιος άλλος θα βρεθεί από τόσους εδώ γύρω, να ψυχοπονέσει τον καημένο
και καλύτερα να πούμε
ούτε πως τον έχω δει
Και επειδή φοβήθηκε έτσι συλλογίστηκε.
Τάχα δε θα είναι φταίχτης, ποιον χτυπούν χωρίς να φταίξει;
Και καλά του κάνουνε, αφού ήθελε να παίξει με τους άρχοντες
Άρχισε λοιπόν και κείνος
από πάνω να κτυπά
Αρχή του παραμυθιού καλημέρα σας.
Ελένη Βακαλό, Του Κόσμου, Κέδρος, 1978

Κριτική της υπακοής στα πρότυπα της εξουσίας: το πείραμα του Zimbardo σχετικά με την απανθρωποίηση και την απεξατομίκευση

Ο Philip Zimbardo και οι συνεργάτες του (Haney et al., 1973 Zimbardo, 1973) πραγματοποίησαν ένα πείραμα το οποίο έδειξε με τον πιο πειστικό τρόπο πώς οι παράγοντες κατάστασης που προωθούν την απεξατομίκευση και την απανθρωποίηση αλλάζουν τη συμπεριφορά των φυσιολογικών ανθρώπων. Οι μελέτες του Zimbardo, όπως και το πείραμα του Stanley Milgram, αποκάλυψαν με ποιο τρόπο συνηθισμένοι άνθρωποι μπορούν, κάτω από συνθήκες, να επιδείξουν απίστευτα απάνθρωπη συμπεριφορά. Αλλά ενώ ο Milgram απέδειξε ότι θα συμπεριφερθούν μ'αυτό τον τρόπο όταν δεχτούν διαταγές, ο Zimbardo επισήμανε κάτι πολύ πιο ανησυχητικό: ότι κάτω από ειδικές συνθήκες αρκεί απλώς να δώσουμε στους ανθρώπους το ρόλο του θύματος ή του θύτη, και αυτοί πολύ σύντομα θα υιοθετήσουν τη συμπεριφορά που αρμόζει στο δεδομένο ρόλο, αν και με κάποιες ατομικές παραλλαγές.
Στο υπόγειο του Τμήματος Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου του Stanford ο Zimbardo κατασκεύασε μια εικονική φυλακή, την οποία σχεδίασε έτσι ώστε να προσομοιάζει σε όλες τις πλευρές της φυλάκισης. Σ' αυτή τη «φυλακή» συγκέντρωσε μια ομοιογενή ομάδα από είκοσι έναν λευκούς άνδρες, στην πλειονότητά τους φοιτητές, οι οποίοι είχαν αξιολογηθεί με τεστ και συνεντεύξεις και είχαν βρεθεί να ανήκουν στο «φυσιολογικό μέσο όρο». Όλοι ήταν συναισθηματικά σταθεροί, υγιείς, νομοταγείς νέοι άνδρες της μεσαίας τάξης, και είχαν απαντήσει σε μια αγγελία που ζητούσε την επ' αμοιβή συμμετοχή ατόμων σ' αυτό που ονόμαζαν «πείραμα διαβίωσης σε φυλακή». Τα υποκείμενα μοιράστηκαν τυχαία σε δυο ομάδες. Στη μια ομάδα οι συμμετέχοντες έπειρναν το ρόλο του δεσμοφύλακα και στην άλλη το ρόλο του φυλακισμένου. Εκείνοι στους οποίους ανέθεσαν το ρόλο του φυλακισμένου υπέγραψαν ένα συμβόλαιο, βάσει του οποίου αποδέχονταν την αναστολή ορισμένων από τα βασικά πολιτικά τους δικαιώματα. Εκείνοι που ανέλαβαν το ρόλο του φύλακα δεν πήραν καμιά ιδιαίτερη οδηγία· η μόνη τους δέσμευση ήταν ότι δεν μπορούσαν σε καμιά περίπτωση να επιβάλουν σωματικές τιμωρίες ή να δείξουν επιθετικότητα κατά των φυλακισμένων, και μετά από κάθε βάρδια έπρεπε να δίνουν γραπτή αναφορά και να προβαίνουν καθημερινά στο προσκλητήριο των «φυλακισμένων». Η εντολή προς αυτούς ήταν «να διατηρούν τη φυλακή σε κάποια λογική τάξη, ώστε να λειτουργεί αποτελεσματικά». Για να μειώσουν την ατομικότητα, κάθε ομάδα έπρεπε να φορά μια διακριτική στολή. Στους «φύλακες» είχαν δοθεί χακί στολές και ρόπαλα, «ώστε να υπάρχει μια στρατιωτική στάση», ενώ στους «φυλακισμένους» είχαν δοθεί μακριές στολές, «ενδύματα» σχεδιασμένα να τους απεξατομικεύσουν, να τους ταπεινώσουν και να τονίσουν τη δουλικότητά τους. Η απεξατομίκευση των φυλακισμένων τονιζόταν ακόμη περισσότερο από έναν κανόνα ο οποίος όριζε ότι θα τους καλούσαν με τον αριθμό που τους είχαν δώσει και όχι με το όνομά τους· επιπλέον, φορούσαν πλεκτά σκουφιά έτσι ώστε να περιοριστούν περισσότερο τα διακριτικά τους στοιχεία. Οι «φύλακες» δούλευαν με βάρδιες και μετά επέστρεφαν στο σπίτι τους, στην κανονική τους ζωή. Οι φυλακισμένοι δεν είχαν δικαίωμα να βγουν από τα κελιά τους, ενώ η χρήση της τουαλέτας, τα γεύματα και ο ελεύθερος χρόνος τους ήταν περιορισμένα. Οι ερευνητές μαγνητοφωνούσαν ή παρακολουθούσαν άμεσα τις επικοινωνίες εντός και μεταξύ των ομάδων.
Επρόκειτο πράγματι για μια κατάσταση που έμοιαζε με τον «ολοκληρωτικό θεσμό» τον οποίο περιγράφει ο Goffman (1984), και ως τέτοιος παρουσίαζε πολλές ομοιότητες με το στρατόπεδο εκαπάιδευσης του ΚΕΣΑ αλλά και με το κέντρο βασανιστηρίων του ΕΑΤ/ΕΣΑ. Οι διεργασίες απεξατομίκευσης και απανθρωποίησης του πειράματος ήταν σχεδόν όμοιες μ' εκείνες που υπέστησαν οι νέοι οπλίτες στο στρατόπεδο εκπαίδευσης, αν και με μια ουσιαστική διαφορά: στο πείραμα του Zimbardo απαγορευόταν η σωματική βία. Άλλα παρόμοια χαρακτηριστικά στο ΚΕΣΑ ήταν η πλήρης απομόνωση από τον έξω κόσμο, η χρήση των χακί στολών, οι αριθμοί που αντικαθιστούσαν τη θέση του ονόματος των κρατουμένων. Ακόμη, τους Έλληνες οπλίτες τούς προσφωνούσαν «ΥΣΑ», «τζιτζίκια» κ.λπ. Τα κεφάλια των νεοσύλλεκτων ήταν ξυρισμένα, αφού σκοπός ήταν να τους απογυμνώσουν ακόμη περισσότερο από την παλιά τους ταυτότητα. Η χρήση της τουαλέτας και άλλων ανέσεων ήταν περιορισμένη, ενώ καθημερινά γινόταν προσκλητήριο. Η δουλειά των εκπαιδευτών του ΚΕΣΑ ήταν να τηρούν το νόμο και την τάξη. Χρησιμοποιούσαν ρόπαλα και έπαιρναν άδειες εξόδου, όπως και οι φύλακες του Zimbardo. Ομοιότητες υπήρχαν επίσης με τα κέντρα βασανιστηρίων, αν και πολύ διαφορετικής έντασης: οι «φυλακισμένοι» (οι εκπαιδευόμενοι) κρατούνταν σε κελιά· τους απεξατομίκευαν (οι φύλακες [οι εκπαιδευτές] γνώριζαν αριθμούς, όχι τα ονόματά τους)· υφίσταντο αυστηρούς περιορισμούς στην ικανοποίηση των καθημερινών τους αναγκών· και, βεβαίως, υποβάλλονταν σε βάναυση απανθρωποίηση.
Τα ευρήματα του πειράματος της φυλακής ήταν απροσδόκητα και ανησυχητικά, τόσο για τους μη ειδικούς όσο και για τους ψυχολόγους. «Φύλακες» και «φυλακισμένοι» έδειχναν εξίσου έντονη τάση προς ένα όλο και πιο αρνητικό συναίσθημα. Η εχθρότητα ήταν αμοιβαία. Οι δυο πλευρές έρχονταν σε αντιπαραθέσεις μεταξύ τους και είχαν την τάση να απανθρωποιούν η μία την άλλη. Η απεξατομίκευση και η απανθρωποίηση λειτουργούσαν αμφίπλευρα. Αυτό θυμίζει τη θέση του Albert Camus (1980), ότι στην πραγματικότητα τόσο ο θύτης όσο και το θύμα είναι θύματα, αλλά μόνο τα θύματα της βίας το γνωρίζουν.
Οι «φύλακες» από διστακτικοί έγιναν σταδιακά αλαζόνες και άρχισαν να κακοποιούν βάναυσα και σαδιστικά τους «φυλακισμένους» τους. Οι πιο εχθρικά διακείμενοι «φύλακες» έτειναν να δημιουργούν μια ιδιόρρυθμη και αυθαίρετη ατμόσφαιρα, θυμίζοντας σε μεγάλο βαθμό τους εκπαιδευτές του ΚΕΣΑ.
Οι πιο επιθετικοί «φύλακες» ηγήθηκαν αυτής της αυθαίρετης μεταχείρισης και έγιναν τα πρότυπα ρόλων για τα άλλα μέλη της βάρδιας τους, που τους μιμούνταν και ποτέ δεν παρενέβαιναν ο ένας στις πράξεις του άλλου. (Πράγματι, η μίμηση ρόλου αποτελούσε επίσης ένα ουσιαστικό αποτέλεσμα της εκπαίδευσης των Ελλήνων κληρωτών ως βασανιστών.) Τα πρότυπα ρόλων έκαναν τους «φυλακισμένους» να υπακούν σε ασυνάρτητους και ακατανόητους κανόνες ή να εκτελούν ανόητες εργασίες, όπως να βγάζουν τα αγκάθια απότην κουβέρτα τους την οποία προηγουμένως οι «φύλακες» είχαν σύρει πάνω στους θάμνους· ή πάλι υποχρέωναν τους «φυλακισμένους» να κάνουν κάμψεις «πάνω-κάτω». Το προσκλητήριο έγινε αυθαίρετο και οι «φυλακισμένοι» υποχρεώνονταν να στέκονται σε παράταξη για ώρες, γεγονός που θυμίζει τα παράλογα καψώνια που επιβάλλονταν στους Έλληνες νεοσύλλεκτους.
Η αυθαίρετη κακοποίηση δημιουργεί συνθήκες επίκτητης αδυναμίας αντίδρασης, οδηγώντας στην απόλυτη συμμόρφωση και υπακοή, όπως έχει ήδη αναφερθεί. Ο Zimbardo επισημαίνει ότι, καθώς το περιβάλλον της φυλακής φαινόταν απρόβλεπτο και οι παλαιότερες υποθέσεις περί δικαιοσύνης και τίμιου παιχνιδιού δεν ίσχυαν πλέον, οι «φυλακισμένοι» έγιναν περισσότερο πειθήνιοι. Οι «φύλακες» -όπως οι εκπαιδευτές στο ΚΕΣΑ και οι παλαιότεροι στρατονόμοι στο κέντρο βασανιστηρίων- έλεγχαν απόλυτα τις ψυχολογικές διαστάσεις της περιβαλλοντικής προβλεψιμότητας [...]
Τα αποσπάσματα από το ημερολόγιο ενός από τους «φύλακες» στο πείραμα, του φύλακα «Α» (Zimbardo, 1973), είναι αποκαλυπτικά. Πριν αρχίσει το πείραμα έγραφε:
Καθώς είμαι ειρηνιστής και μη επιθετικό άτομο, δεν μπορώ να διανοηθώ ότι θα γίνω ποτέ δεσμοφύλακας και/ή θα κακομεταχειριστώ άλλα πλάσματα.
Την πέμπτη μέρα του πειράματος έγραψε:
Κάνω καψώνι στο «Λοχία» ο οποίος πεισματικά συνεχίζει να αντιδρά υπερβολικά σ' όλες τις διαταγές. Τον έχω ξεχωρίσει για ειδική κακοποίηση τόσο επειδή πάει γυρεύοντας όσο κι επειδή δεν τον πάω. Το πραγματικό πρόβλημα ξεκινά την ώρα του δείπνου. Ο καινούριος φυλακισμένος (416) αρνείται να φάει το λουκάνικό του... Τον ρίχνουμε στην Τρύπα και τον διατάζουμε να κρατά λουκάνικα στο κάθε χέρι. Υπάρχει κρίση αξίας· αυτή η επαναστατική διαγωγή υπονομεύει τον απόλυτο έλεγχο που ασκούμε στους άλλους. Αποφασίζουμε να εκμεταλλευτούμε την αλληλεγγύη των κρατούμενων και να πούμε στον καινούριο ότι αν δεν φάει το λουκάνικό του, θα απαγορευτεί το επισκεπτήριο σε όλους... Περνώ απέξω και χτυπώ το ρόπαλό μου στην πόρτα της Τρύπας... Νιώθω πολύ θυμωμένος μ' αυτό το φυλακισμένο, επειδή προκαλεί ενόχληση και δημιουργεί φασαρίες στους άλλους. Αποφάσισα να τον ταΐσω με το ζόρι, αλλά πάλι δεν τρώει. Άφησα το φαγητό να τρέχει πάνω στο πρόσωπό του. Δεν πίστευα ότι τα έκανα εγώ όλα αυτά. Μίσησα τον εαυτό μου που τον εξανάγκασα να φάει, αλλά μίσησα περισσότερο εκείνον επειδή δεν έτρωγε.
Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτός ο «φύλακας» βρίσκει διέξοδο «επιρρίπτοντας την ευθύνη στο θύμα» ( ο «φυλακισμένος πάει γυρεύοντας») και επικαλούμενος μια ανώτερη εξουσία για την κακοποίηση που επιβάλλει (ήταν θυμωμένος με το φυλακισμένο επειδή δημιουργούσε «φασαρίες στους άλλους», παραβλέποντας το γεγονός ότι εκείνος που είχε ξεκινήσει πρώτος τη φασαρία ήταν ο ίδιος). Και τα δυο αποτελούν γνωστικές διεργασίες που διευκολύνουν την κακοποίηση του θύματος.
Στο πείραμα οι «φυλακισμένοι» αρχικά αντέδρασαν στην απροσδόκητη επίδειξη δύναμης των «δεσμοφυλάκων» με μια απόπειρα εξέγερσης. Όταν ηττήθηκαν, βρήκαν διέξοδο στην πειθήνια ενδοτικότητα προς όλους τους κανόνες, όσο παράλογοι και ταπεινωτικοί κι αν ήταν. ένιωσαν καθαρά τη διεργασία της απεξατομίκευσης και την εξέφρασαν στις προσωπικές τους δηλώσεις:
Άρχισα να αισθάνομαι ότι έχανα την ταυτότητά μου, ότι το πρόσωπο... που προσφέρθηκε να μπει στη φυλακή (γιατί για μένα ήταν και εξακολουθεί να είναι φυλακή, δεν το θεωρώ ούτε πείραμα ούτε προσομοίωση...) ήταν για μένα κάτι μακρινό, κάτι που ανήκε στο παρελθόν, έτσι που τελικά δεν ήμουν πλέον εκείνο το πρόσωπο, ήμουν το νούμερο 426. Ήμουν πραγματικά ο αριθμός μου, το 416 ήταν αυτό που στην πραγματικότητα έπρεπε να αποφασίσει τι θα έκανα.
Έμαθα ότι ο κόσμος μπορεί εύκολα να ξεχάσει πως και οι άλλοι είναι άνθρωποι.
(Haney et al., 1973:88)
Τα αισθήματα αδυναμίας και συγκινησιακής καταπόνησης ήταν τόσο έντονα που μέσα στις τρεις πρώτες ημέρες χρειάστηκε να αφεθούν ελεύθεροι πέντε από τους εικονικούς φυλακισμένους. Το πείραμα διακόπηκε την έκτη μέρα. Η «αποτυχία» των σπουδαστών του κολεγίου να αντέξουν αυτή την εξευτελιστική κι απάνθρωπη μεταχείριση, ακόμη και στο περιβάλλον μιας εικονικής φυλακής στο οποίο είχαν εισέλθει με τη θέλησή τους, ίσως να έχει σχέση με το κοινωνικό τους επιπεδο και τις εμπειρίες τής έως τότε ζωής τους. Οι Έλληνες ερωτώμενοι ανέφεραν ότι στο ΚΕΣΑ όσοι είχαν πτυχίο πανεπιστημίου δεν μπορούσαν να υποφέρουν τα καψώνια, δεν ήταν αρκετά δυνατοί. Ο Zimbardo ωστόσο αναφέρει ότι από τη δεύτερη κιόλας ημέρα των υποδυόμενων ρόλων στη φυλακή, ακόμη κι οι ίδιοι οι πειραματιστές παγιδεύτηκαν στην κατάσταση και βρέθηκαν να κάνουν υπερωρίες για να διατηρήσουν την τάξη και την ασφάλεια στην εικονική φυλακή: υπήρχε «μια αυξανόμενη σύγχυση ανάμεσα στην πραγματικότητα και την ψευδαίσθηση, ανάμεσα στους υποδυόμενους ρόλους και στην ταυτότητα του εγώ... Η φυλακή που είχαμε δημιουργήσει μας απορροφούσε σαν να ήμασταν πλάσματα της δικής της πραγματικότητας».
Από την αρχή σ' αυτή τη μελέτη υποστηρίχτηκε ότι η «υπακοή στην εξουσία», ως ψυχολογικό χαρακτηριστικό, θα πρέπει να διαχωριστεί από την «υποταγή στην εξουσία βίας» στο ειδικό κοινωνικό πλαίσιο που απαιτεί κάτι τέτοιο. Το μοντέλο του Milgram πράγματι εξηγεί σε μεγάλο βαθμό το πρώτο. Δεν εξηγεί όμως την υπακοή στην εκτέλεση βασανισμών και δολοφονιών για μεγάλα χρονικά διαστήματα χωρίς την παρουσία της εξουσίας. Σύμφωνα με το μοντέλο του Milgram, η συμπεριφορά του βασανιστή, την οποία οι συνηθισμένοι άνθρωποι θεωρούν αδιανόητη, θα έπρεπε να δημιουργεί στο βασανιστή τόση ένταση ώστε να σταματήσει να υπακούει. Αυτό όμως δεν συμβαίνει, παρά το γεγονός ότι μια τέτοια συμπεριφορά μπορεί να έχει σοβαρά επακόλουθα για το δράστη [...]
Το κατάλληλο μοντέλο πρέπει να εξηγεί πώς είναι δυνατόν άνθρωποι, για τους οποίους τα βασανιστήρια και άλλες αποτρόπαιες πράξεις είναι αδιανόητα, μετά από συγκεκριμένη εκπαίδευση και κάτω από ειδικές κοινωνικοπολιτικές περιστάσεις, να διαπράξουν όντως τέτοιες πράξεις, συχνά για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Παρά την πεποίθηση του Milgram, οι πρότερες οικογενειακές συνθήκες παίζουν περιορισμένο μόνο ρόλο σ' ένα τέτοιο μοντέλο. Οι νέοι συνιστούν συχνά τους ιδανικούς υποψήφιους για να γίνουν βασανιστές, και αυτό όχι εξαιτίας ειδικών οικογενειακών ή σχολικών εμπειριών, αλλά επειδή συνήθως είναι αρκετοί δυνατοί για να φέρουν εις πέρας το συγκεκριμένο έργο. Ταυτόχρονα, η μαθησιακή διαδικασία μπορεί να διευκολύνεται από την έντονη ανάγκη τους να προσαρμοστούν στην ομάδα, από την προηγούμενη εμπειρία τους στο θέμα της υπακοής σε εκπροσώπους της εξουσίας ή από τις πολιτικές τους πεποιθήσεις.[...]
 από το βιβλίο της Μίκας Χαρίτου-Φατούρου, Ο βασανιστής ως όργανο της κρατικής εξουσίας, μτφ. Μαρία Αβαριτσιώτη, εκδ. Ελληνικά Γράμματα


Φίλιπ Ζιμπάρντο: Πώς συνηθισμένοι άνθρωποι γίνονται τέρατα ή...ήρωες


το video από το Tedtalks διαθέτει ελληνικούς υπότιτλους, χρειάζεται να τους επιλέξετε

η φωτογραφία της Ταράτσας από την Ελευθεροτυπία

κάποια ακόμα στοιχεία για το πείραμα του Milgram και άλλα εδώ:
http://sites.google.com/site/morfos01/theamapati08
http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_28/03/2010_395511
http://afmarx.wordpress.com/2007/06/19/milgrams-experiment/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου