Παρασκευή, 23 Απριλίου 2010

«Κλάστε μου τώρα τόν μποῦτζον»

 
ΥΠΟΔΟΧΗ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ
ΕΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣῼ

Ὁ δέ Καραΐσκος, ἅμα κτυπηθείς, εἶπεν: «Κλάστε μου τώρα τόν μποῦτζον».[...] Ὁ δέ Καραΐσκος τήν 23ην Ἀπριλίου μετέβη εἰς τάς αἰωνίους σκηνάς τοῦ Πλάστου.
ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΤΑΥΡΙΑΝΟΣ

Καί τόν συνέλαβαν οἱ ἄγγελοι ἐν πομπῇ.
Ὁ πιό μεγάλος ἀπ' αὐτούς, μέ κάτι φτερά νά,
μελέτησε τόν μποῦτζον του καί τόν εὐλόγησε.
Θά φέρεις ἀπό τοῦδε καί στό ἐξῆς, τοῦ λέει,
τόν προμαχώνα ἐπάνω σου. Λάβε καί τοῦτο.
Καί τοῦ 'δωκε, ἀκούω, μία κουδούνα -
τοῦ τήν κρεμάζει στό λαιμό κι ἀρχίνησε
βροντές καί μπαταριές ὁ Καραΐσκος.
Ἀνοῖξαν τά ἐπουράνια σάν σεντόνι
πού σκίστηκε στή μέση· ροδοπέταλα καί δάφνες
ἀνέμισαν μέ τῶν ἀγγέλων τά πτερά.
Ὁ Γιώργης Καραΐσκος ἀγουροξυπνημένος
δέν καταλάβαινε ποιός ζεῖ καί ποιός πεθαίνει.
Τρυπᾶ τό κόκαλό του, νιώθει τήν Ἀνάσταση
σάν ἄσπρο κουνουπίδι, σάν κιτρόμηλο.
Ἐντάξει, λέει, ἄς ποῦμε πώς ἀνέστηκα.
Καί τί μέ τοῦτο, ἐάν ἡ νύχτα μέ βαρεῖ
καί τό ντουφέκι μου εἶναι τζακισμένο;
Τ' ἄλογό μου φέρτε μου νά κλάσω ἀπάνω του.
Εὐτύς οἱ πρῶτοι τῶν ἀγγέλων σπεύδουν
μέ πύρινα ὑποδήματα καί μέ φωνές
κυπαρισσένιες· τόν τυλίγουν μέ πτερά.
Ἐκεῖνος τ' ἄλογό του, αὐτό μονάχα.
Κι ὡς ἤτανε καί τ' ἄλογό του χτυπημένο
στή γῆ θαμμένο, νά το - ἐγείρεται καί φτάνει
μ' ἕνα χλιμίντρισμα στόν κόσμο τόν ἀπάνω.
Γέμισε ὁ τόπος μῆλα καί γαρούφαλα.
Κι ἡ μέρα κολυμποῦσε στό ξανθό ποτάμι
         τῆς ἀστραπῆς.

Μάρτης 1989

Κυριάκος Χαραλαμπίδης, από την Μεθιστορία, εκδ. Άγρα

ο θάνατος του Καραΐσκάκη ξυλογραφία, Σπύρος Βασιλείου
από mathima.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου